ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ




Ο πρωτόπλαστος άνθρωπος ζούσε όπως οι άγγε­λοι, με τη θεωρία τού Θεού. Μετά την πτώση, οι απόγονοί του ζούσαν με την πίστη στο Θεό. Εκείνοι που δε θεωρούσαν το Θεό κι η πίστη τους είχε εκλείψει, δεν μπορούσαν να συναριθμηθούν με τους ζωντανούς, αφού δεν είχαν επαφή με τη Ζωή. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσαν να ζουν;


Η λίμνη που είναι ανοιχτή στο στερέωμα, δέχεται το νερό από ψηλά. Γεμίζει με νερό και δεν ξεραίνεται. Μια άλλη λίμνη, που δεν είναι ανοιχτή στο στερέωμα, δέχεται το νερό από τη γη, από τις πηγές των βουνών. Γεμίζει κι αυτή και δεν ξεραίνεται. Μια τρίτη λίμνη όμως, που δεν είναι ανοιχτή στο στερέωμα, ούτε και δέχεται νερό από κάποιο υπόγειο ρεύμα, δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή ν' αδειάσει και να ξεραθεί.


Όταν μια λίμνη δεν έχει νερό, μπορεί πια να λέ­γεται λίμνη; Όχι. Μάλλον είναι ένας στεγνός κρατή­ρας. Μπορεί ένας άνθρωπος χωρίς Θεό να ονομάζεται άνθρωπος; Όχι. Μάλλον είναι ένας στεγνός, ένας άδει­ος τάφος. Όπως το νερό είναι το κύριο συστατικό της λίμνης, έτσι είναι κι ο Θεός για τον άνθρωπο. Λίμνη χωρίς νερό δεν είναι λίμνη· άνθρωπος χωρίς Θεό δε λέγεται άνθρωπος. Πώς μπορεί νά 'χει ένας άνθρωπος το Θεό μέσα του, αν του έχει κλείσει την είσοδο απ' όλες τις πλευρές, όπως μια αποξηραμένη λίμνη ή ένας κλειστός τάφος χωρίς φως;


Ο Θεός δεν είναι σαν μια πέτρα που πέφτει μέσα στον άνθρωπο και παραμένει εκεί χωρίς τη θέληση του ανθρώπου. Ο Θεός είναι δύναμη, πιο ισχυρή και πιο καθαρή από το φως και τον αέρα. Είναι δύναμη που γεμίζει τον άνθρωπο ή τον εγκαταλείπει αν εκείνος με την ελεύθερη θέλησή του την απορρίψει. Κι αυτό επειδή ο Θεός είναι άπειρα αγαθός. Έτσι, από τη μια μέρα στην άλλη ο άνθρωπος μπορεί να μην είναι το ίδιο γεμάτος από το Θεό. Κι αυτό εξαρτάται κυρίως από το πόσο ανοιχτός είναι ο άνθρωπος στο Θεό.


Αν η ψυχή του ανθρώπου ήταν εντελώς ανοιχτή μόνο προς το Θεό, που σημαίνει πως ταυτόχρονα θα ήταν κλειστή για τον κόσμο, τότε θα ξαναγύριζε στην πρώτη του αγαλλίαση της θεωρίας τού Θεού. Αλλ' αυτό είναι πολύ δύσκολο στο θνητό περιβάλλον όπου ζει η ψυχή τού ανθρώπου. Μόνο ένα άνοιγμα υπάρχει απ' όπου ο άνθρωπος μπορεί νά 'ρθει σ' επαφή με το Θεό, την πηγή της ζωής. Και το άνοιγμα αυτό είναι η πίστη.


Πίστη σημαίνει πρώτα τη μνήμη της χαμένης θεωρί­ας τού Θεού. Η μνήμη αυτή παραμένει χαραγμένη στη συνείδηση και το νου. Δεύτερο, σημαίνει την αποδοχή εκείνου που ο Θεός αποκάλυψε με τους προφήτες και τους αγίους, που αξιώθηκαν να δουν την αλήθεια. Τρίτο και σπουδαιότερο σημαίνει την ομολογία τού Κυρίου Ιησού Χριστού ως Υιού τού Θεού, ως ορατής εικόνας τού αοράτου Θεού (βλ. Β' Κορ. δ' 4). Η τρίτη αυτή σημασία είναι αρκετή από μόνη της.


Περιέχει και εκπληρώνει με τελειότητα τις άλλες δύο. Αυτή είναι η πίστη που ζωοποιεί και σώζει. Είναι το μεγαλύτερο άνοιγμα από το οποίο ο Θεός έρχεται στον άνθρωπο, κατά το μέτρο της επιθυμίας και της θέλησής του. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος ρωτούσε συχνά τους αρρώστους και τους πάσχοντες: «Πιστεύεις;» «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Ανοίγετε την πόρτα για να μπω μέσα; Η πίστη τού ανθρώπου δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά το άνοιγμα της πόρτας τής ψυχής του, για ν' αφήσει το Θεό να μπει μέσα του. «Θεέ μου, άδειασέ με από τον εαυτό μου και κατοίκησε Εσύ μέσα μου!» Τα λόγια αυτά εκφράζουν τηνουσία της πίστης.


Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα περιστατι­κό από τα πολλά, που ο Θεός χτυπάει την πόρτα της ψυχής τού ανθρώπου κι ο άνθρωπος την ανοίγει κι αφήνει τον Κύριο να περάσει. Ο Θεός θαυματουργεί σε οτιδήποτε κάνει. Όπου κι αν βρίσκεται, θαυματουργεί. Μπροστά Του όλοι οι νόμοι, φυσικοί και ανθρώπινοι, αποσύρονται όπως τα σύννεφα μπροστά στον ήλιο. Μόνο η δύναμή Του παραμένει, η σοφία κι η αγάπη Του - και τότε όλα είναι υπέροχα, γλυκύτατα και πανένδοξα.


Μέσα στο σκότος όπου ζούσαν οι ειδωλολάτρες Γαδαρηνοί, ο Κύριος δε βρήκε πίστη στους ανθρώ­πους, ακόμα και μετά το μεγάλο θαύμα που έκανε θεραπεύοντας τους δυο δαιμονιζόμενους. Μετά όμως ακολούθησαν διάφορα περιστατικά, το ένα μετά το άλλο, όπου η αγάπη τού Χριστού συνάντησε τη μεγά­λη πίστη των ανθρώπων. Περιστατικά όπου ο Κύριος κρούει κι οι άνθρωποι ανοίγουν πρόθυμα την πόρτα της ψυχής τους και του δίνουν την ευκαιρία να θαυματουργήσει. Εκεί που συναντιέται η πίστη με την αγάπη, γεννιέται το θαύμα.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ''ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΜΦΑΝΙΣΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΡΦΗ ΠΥΡΙΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ''





Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα. Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ημέρα της Ανάστασης, το 'Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών.


Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.


Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Αγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φως και για την πνευματική ζεστασιά. Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης.


Μ΄αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Αγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα. Γιατί το πυρ εμφανίζεται με τη μορφή γλωσσών πάνω από τα κεφάλια τους;


Επειδή οι απόστολοι έπρεπε μέσω της γλώσσας να κηρύξουν στους λαούς το χαρμόσυνο νέο, την ευαγγελική αλήθεια και ζωή, την επιστήμη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Με τον λόγο έπρεπε να μάθουν, με τον λόγο να θεραπεύουν, με τον λόγο να παρηγορούν, με τον λόγο να αγιάζουν και να καθοδηγούν, με τον λόγο να φροντίζουν την Εκκλησία.


Επίσης, με τον λόγο να αμύνονται, αφού τους είπε ο Οδηγός να μην φοβούνται τους διώκτες και να μην υπερασπίζονται εαυτούς στα δικαστήρια κατά το δοκούν, επειδή είναι απλοί άνθρωποι, και τους βεβαίωσε: «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. 10, 20).


Θα μπορούσαν άραγε να μιλούν τη συνηθισμένη γλώσσα των ανθρώπων για το μέγιστο χαρμόσυνο νέο το οποίο έφθασε ποτέ στα αυτιά των ανθρώπων, ότι ο Θεός εμφανίσθηκε στη γη και άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της αθάνατης ζωής;


Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος με τη θνητή ανθρώπινη φύση να διαδώσει αυτό το ζωοποιό βάλσαμο μέσα από τη δυσωδία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μάλιστα έως την άκρη του κόσμου; Με τίποτα και ποτέ. Μόνο το πύρινο Πνεύμα του Θεού μπορούσε να το κάνει, το οποίο διά στόματος αποστόλων σκόρπισε ουράνιες σπίθες στο επίγειο σκοτάδι.


Αλλά, άνθρωπε, δεν αισθάνθηκες ποτέ το Πνεύμα του Θεού μέσα σου; Δες, και εσύ είσαι βαπτισμένος με Πνεύμα· με νερό και Πνεύμα. Άραγε ποτέ δεν σε ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη και φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος του Αγίου Πνεύματος;


Ποτέ δεν σε ξάφνιασε σαν άνεμος και δεν φούντωσε μέσα στην καρδιά σου η αγάπη για τον Δημιουργό σου φέρνοντάς σου δάκρυα στα μάτια; Παραδώσου στην θέληση του Θεού και φύλαξε αυτό που δονεί την ψυχή· θα γνωρίσεις το θαύμα της Πεντηκοστής, που στάθηκε πάνω από τους αποστόλους.


Ειρήνη και χαρά από το Άγιο Πνεύμα.




ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ:
<<Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται>>, 
Εκδ'οσεις <<Εν Πλω>>, σελ. 104.

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ




Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς.


Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.


Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ' 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες.


διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦΔέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.


Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους.


ταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β' Κόρ. στ' 16).


Πιστεύω πώς εἶναι ἀρκετὸ ν' ἀναφερθῶ σὲ τρεῖς μόνο ἀπ’αὐτούς· ἐκείνους πού σοῦ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί, γιὰ νὰ 'χεις μιὰ ἰδέα πῶς ἦταν κι οἱ ὑπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι ἀναφέρομαι στὸν ἅγιο πατέρα Νικόλαο, στὸν ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα. Πολλοὶ ἀπό τούς ἅγιους πατέρες ἔφτασαν στὴ Σύνοδο φέροντας στὸ σῶμα τους τραύματα πού εἶχαν δεχτεῖ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.


Ο ἅγιος Παφνούτιος, γιὰ παράδειγμα, εἶχε χάσει τὸ ἕνα του μάτι ὅταν τὸν βασάνιζαν. Ὅλοι τους ἔλαμπαν ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς πού προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἕνα φῶς ὅπου διακρινόταν καθαρὰ ἡ ἀλήθεια. Ὡς ἀκόλουθοι τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν λογάριαζαν τὰ βασανιστήρια.


ἀφοβία τους στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἦταν μέγιστη, ἀπεριόριστη. Μὲ τὴ θεόσδοτη γνώση τῆς ἀλήθειας πού κατεῖχαν καὶ τὴν τόλμη τους στὴν ὑπεράσπισή της, οἱ ἅγιοι αὐτοὶ πατέρες ἀναίρεσαν καὶ συνέτριψαν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθιέρωσαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού κρατοῦμε ὡς σήμερα καὶ ὁμολογοῦμε ὡς τὴ μόνη σωστικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.


Tό σημερινὸ εὐαγγέλιο δέν μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλά γιὰ τὴν τελευταία προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή; Ἐπειδὴ δείχνει τὴν ἐπιρροή του στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.


Μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐνίσχυσε τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Συνόδου καὶ τοὺς ἔκανε ἀτρόμητους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας, νικητὲς στὶς ἀμφισβητήσεις καὶ τὴν κακία ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Νά, πῶς ἀρχίζει ἡ προσευχὴ αὐτή:


«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε» (Ἰωάν. ιζ' 1). Ὅλα ὅσα δίδαξε ὁ Κύριος στοὺς ἀνθρώπους, τὰ εἶχε ἐφαρμόσει ὁ ἴδιος. Εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ προσεύχονται: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς...» (Ματθ. στ' 9).


ἴδιος σήκωσε τὸ βλὲμμα Του στοὺς οὐρανούς, ὅπου κατοικεῖ ὁ Πατέρας Του καὶ εἶπε: «Πάτερ!» Δὲν εἶπε «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἁπλά «Πάτερ!» Μόνο Αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ «Πατέρα μου».


Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνο εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ μόνος ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τόσο κατὰ τὴν ὕπαρξη ὅσο καὶ κατὰ τὴν οὐσία· ὁ μοναδικὸς Υἱός τοῦ μοναδικοῦ Πατέρα. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο υἱοί ἐξ υἱοθεσίας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν.


Δέν σήκωσε μόνο τὰ σωματικά Του μάτια ἀλλά καὶ τὰ πνευματικά, κυρίως αὐτά. Ὁ Ἄσωτος «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι» (Λουκ. ιη' 13), γιατί αἰσθανόταν τὴν ἁμαρτωλοτητά του. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν ἐλεύθερα, γιατί ἦταν ἀναμάρτητος.


ὥρα Του -ἡ ὥρα τοῦ μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ὥρα αὐτή, τὴν πιὸ φοβερὴ ἀπὸ καταβολῆς καὶ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μόνο Αὐτὸς τὴν ἔβλεπε καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν προεῖπε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ μίλησε γι' αὐτὴν στοὺς μαθητές Του. Οἱ μαθητὲς Του ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτό, δὲν τὸ ἔβαλαν στὴν καρδιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν δικό τους, ὡς τὴ στιγμὴ πού ἡ ὥρα δὲν ἀπεῖχε πιὰ μέρες, ἀλλά λεπτά.


«Δόξασόν σου τὸν υἱόν!» Δόξασέ Τον τὴ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα, ὅπως τὸν δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στὸ θάνατο, ὅπως τὸν δόξασες στὴ ζωή. Δόξασέ Τον στὴν ταπείνωση καὶ στὰ πάθη Του, ὅπως τὸν δόξασες μέ τούς δυνατοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα Του. Δόξασέ Τον στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν εἶχες δοξάσει ἀπὸ τὴν ἀρχή στοὺςἀγγέλους Σου. Δόξασε τὸν Υἱόν Σου «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε».


ν ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς πρότασης φαίνεται πώς ὁ Υἱός εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, στὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος βλέπουμε καθαρὰ τὴν ἰσότητά Τους καὶ τὴν ἀμοιβαία συμμετοχὴ στὴν ἴση δύναμή Τους. Ὁ Πατέρας δοξάζει τὸν Υἱό καὶ ὁ Υἱός δοξάζει τὸν Πατέρα, μὲ ἀδιαίρετη δύναμη καὶ ἀδιαίρετη ἀγάπη. «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (Α' Ἰωάν. β' 23). Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο· ὁ Υἱός φανέρωσε τὸν Πατέρα στὸν κόσμο.


Τίποτα δέν θὰ ξέραμε γιὰ τὸν Υἱό χωρὶς τὸν Πατέρα, οὔτε γιὰ τὸν Πατέρα χωρὶς τὸν Υἱό, ὅπως δέν θὰ γνωρίζαμε γιὰ τὸ φῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἥλιος. Μὰ οὔτε καὶ γιὰτὸν ἥλιο θὰ ξέραμε ἂν δὲν τὸν φανέρωνε τὸ φῶς.


ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση αὐτὴ καὶ ὀνομάζει τὸν Χριστὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης (τοῦ Πατρὸς)» (Ἑβρ. α' 3). Ὁ Κύριος δέν ζητᾶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ χάρη τοῦ ἰδίου, μὰ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τ' ἀκόλουθα λόγια:


«Καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιζ' 2). Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴδόξα Του: μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος! Τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει τὸ μέσον πού θὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι πού ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα Του.


Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα πού ζητάει. Τὴ στιγμὴ πού οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑτοιμάζουν ἕνα πικρὸ ποτήρι θλίψεων, γεμάτο μὲ βάσανα, ἱδρῶτα καὶ αἷμα, Ἐκεῖνος προσεύχεται γιὰ νὰδώσει στοὺς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή. Ἡ ἀπάντησή Του στὴν πιὸ βαριὰ πέτρα, εἶναι τὸ γλυκύτερο ψωμί.


Κι ἀνέφερε ἀρκετὲς φορὲς ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε δύναμιν ἐπὶ πάσης σαρκός. «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια' 27), εἶπε. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ' 15). Ἀλλά καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅταν φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς Του εἶπε: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη' 18).


πως λοιπὸν εἶχε λάβει ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ὕπαρξη, ὁ Κύριος ζητάει τώρα ἀπὸ τὸν Πατέρα Του ἐξουσία στὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες πού τὸν εἶχαν ἐμπιστευτεῖ, νὰ τοὺς χαρίσει δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἔχεις ἐξουσία πάνω στὸν ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ κόσμο κι ἄλλο νὰ ἔχεις στὴ δικαιοδοσία σου τὴν αἰώνια ζωή.


ταν στὴν ἀρχή θέλησε ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο, στὴ δημιουργία ἔλαβε μέρος ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως διαβάζουμε στὴ Γένεση (α' 26): «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν». Τώρα, πού ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου θέλει νὰ δώσει αἰώνια ζωὴ στοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, προσφεύγει στὸν Πατέρα, ἐνῶ εἶναι αὐτονόητη καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅπως καὶ στὴ δημιουργία, ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀποκλειστικὸ χάρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδας.


Καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη, ἡ αἰώνια ζωὴ δηλώνεται πώς εἶναι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ πού χαρίζει ὁ Θεός. Ἡ στιγμὴ πού ὁ ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται στὴν αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνυπέρβλητη, μοναδική, ὅπως κι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πηλό. Τὸ νὰ κάνεις ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο ἀθάνατο εἶναι τόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ πράξη, ὅσο κι ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν πηλό.


«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ' 3). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ.


Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α' Κορ. β' 9). Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν.


μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «... οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη' 10).


ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α' Κορ. ιγ' 12).



Πηγή: https://alopsis.gr




Icon by Serhei  Vandalovskiy



Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ





Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ὑπομένει ὅλα τὰ λυπηρὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς μὲ καρτερία κι ἐλπίδα στό Θεό. Γι αὐτὸν ἡ κάθε μέρα θὰ εἶναι μῆνας στόν οὐρανό, ἐνῶ στόν ἄπιστο θὰ μοιάζει μὲ χρόνο ὁλόκληρο. Γιατὶ ὁ ἄπιστος χαίρεται μόνο ὅταν δέν ὑποφέρει· κι ὅταν ὑποφέρει, τὸ κάνει χωρὶς ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στό Θεὸ καὶ δυσανασχετεῖ… Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος εἶναι λογικὸ ν’ ἀναζητήσει τίς αἰτίες πού τὸν βασανίζουν μέσα του, ἐνῶ ὁ ἀνόητος κατηγορεῖ πάντα τοὺς ἄλλους. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος θυμᾶται ὅλες τίς ἁμαρτίες πού ἔκανε ἀπὸ παιδί. Τὶς θυμᾶται μὲ φόβο Θεοῦ καὶ περιμένει νά πληρώσει γι’ αὐτές...


Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐπωφελεῖται ἀπ’ ὅλα τὰ βάσανα του, γνωρίζοντας πώς ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του γιά τὸν ἄνθρωπο, γιά τή δική του ὠφέλεια. Μὲ τὸ ἔλεός του ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νά ἐπισκεφτοῦν τὸν ἄνθρωπο βάσανα γιά τὶς ἁμαρτίες του. Μὲ τὸ ἔλεός Του τὸ κάνει αὐτό, ὄχι μὲ τή δικαιοσύνη Του. Ἂν ἐνεργοῦσε μὲ τή δικαιοσύνη Του, τότε κάθε ἁμαρτία ἀναπόφευκτα θὰ ‘φερνε θάνατο, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκυεῖ θάνατον» (Ἰάκ. Α΄ 15). Κι ὁ Θεὸς ἀντὶ γιά θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ’ ἀπὸ τὰ βάσανα. Τὰ βάσανα εἶναι ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ὁ Θεὸς γιά νά θεραπεύσει τή λέπρα τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.


Μόνο ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος σκέφτεται πώς τὰ βάσανα εἶναι κακό. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος γνωρίζει πώς τὰ βάσανα δέν εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ ἡ φανέρωση τοῦ κακοῦ, ἡ θεραπεία του. Πραγματικὸ κακὸ γιά τὸν ἄνθρωπο εἶναι μόνο ἡ ἁμαρτία. Ἐκτὸς ἁμαρτίας δέν ὑπάρχει τίποτα κακό. Ὅλα τ’ ἄλλα πού οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλοῦν κακὰ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ τὸ πικρὸ φάρμακο πού θεραπεύει τὸ κακό. Ὄσο πιὸ ἄρρωστος πνευματικὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πικρότερο εἶναι τὸ φάρμακο πού τοῦ δίνει ὁ γιατρός.


Μερικὲς φορὲς ὁ ἄρρωστος νομίζει πώς τὸ φάρμακο εἶναι χειρότερο καὶ πιὸ πικρὸ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀρρώστια. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν ἁμαρτωλό. Τὰ βάσανα εἶναι βαρυτέρα καὶ πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πού ἔκανε. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀπάτη, μία πολὺ μεγάλη αὐταπάτη. Δέν ὑπάρχει στόν κόσμο βάσανο τόσο σκληρὸ καὶ τόσο ὀλέθριο ὅσο ἡ ἁμαρτία. Ὅλα τὰ βάσανα πού ὑποφέρουν ἄνθρωποι καὶ λαοὶ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ ἡ πλούσια θεραπεία πού παρέχει σὲ ἀνθρώπους καὶ ἔθνη τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά τοὺς σώσει ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο. Κάθε ἁμαρτία, ἑπομένως, ὅσο μικρὴ κι ἂν εἶναι, ἀναπόφευκτα τὴν ἀκολουθεῖ θάνατος, ἂν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέψει τὴν ἐπίσκεψη τῆς ἀρρώστιας, γιά νά συνεφέρει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τή μέθη τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ θεραπεία πού ἀκολουθεῖ τὸν πειρασμό, προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου καὶ Ζωοποιοῦ Πνεύματος.


Ισως ἰσχυριστεῖς: «Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὰ βάσανα ἐπειδὴ φοβᾶται τὸ θάνατο. Μποροῦν τὰ βάσανα ν’ ἀπομακρύνουν τὸ θάνατο;» Τὶ εἶναι αὐτὸ πού ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στό θάνατο; Ἡ ἀρρώστια ἢ τὸ φάρμακο; Σίγουρα ἡ ἀρρώστια, ὄχι τὸ φάρμακο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπὸν δέν εἶναι τὰ βάσανα πού ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ στό θάνατο ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ φέρνει τὴν ἀρρώστια στόν ἄνθρωπο καὶ τὸ θάνατο στήν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, ἕνας φριχτὸς σπόρος, ποὺ ἂν δέν ξερριζωθεῖ ἔγκαιρα μὲ τὰ βάσανα καὶ δέν καεῖ μὲ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ καλύψει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ θὰ τὴν κάνει δοχεῖο θανάτου, ὄχι ζωῆς.


Εἶναι σαφὲς λοιπόν πώς τὸν πόνο πρέπει νά τὸν ἀντιμετωπίσεις μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στόν Θεό, μὲ εὐχαριστία, μὲ χαρά. «Ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς», λέει ὁ προφήτης Δαβὶδ στό Θεό, «καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με… ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. Ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἥν ἐλυτρώσω» (Ψαλμ. Ο΄ 20-23). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος συμβουλεύει τοὺς πιστούς: «ἀλλὰ καθ’ ὃ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 13 ). Αὐτὸ σημαίνει πώς πρέπει νά χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, μὲ ὑπομονὴ καὶ πραότητα. Κι αὐτὸ γιά τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιά καινὴ ζωή, γιά νά κατοικήσει μέσα καὶ γύρω μας ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πέθαινε στήν ἐξορία, βασανισμένος καὶ περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τελευταῖα λόγια πού ψέλλισε, ἦταν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».


Η Ἁγία Γραφὴ κι ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μας προσφέρουν τὰ μεγαλύτερα παραδείγματα ὑπομονῆς σὲ βάσανα πρωτάκουστα στούς ἀνθρώπους. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης καὶ μακρόχρονης ὑπομονῆς στόν πόνο. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Κάνοντας τὴν περιγραφὴ τοῦ δύστυχου ἀνθρώπου πού ἦταν παράλυτος γιά τριάντα ὀκτὼ χρόνια, μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα, τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει ταυτόχρονα ἢ μᾶλλον μᾶς διαβεβαιώνει γιά δύο μεγάλα μυστήρια. Τὸ πρῶτο εἶναι πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἦταν τόσα χρόνια ἄρρωστος, χρωστοῦσε τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας του στόν ἴδιο, στήν ἁμαρτία του.


Τὸ δεύτερο εἶναι πώς ὁ παντοδύναμος Κύριος Ἰησοῦς θεράπευσε τὸν ἄρρωστο μὲ τή θεϊκὴ του δύναμη, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβατόν σου καὶ περιπάτει» ( Ἰωάν. ε΄ 8). Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἀποκαλύφτηκαν γιά μία ἀκόμα φορὰ ἡ θεϊκὴ ἀγάπη Του γιά τὸ ἀνθρώπινο γένος κι ἡ θεϊκὴ Του δύναμη, ποὺ ἐπιφανειακὰ καλύπτονταν μὲ τὸ παραπέτασμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας.


Εκεῖνο τὸν καιρὸ «ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἐστὶ δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τή προβατική κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα» ( Ἰωάν.ε΄ 1, 2). Ἡ Προβατικὴ κολυμβήθρα ἡ Βηθεσδά, πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τή γειτονικὴ Προβατικὴ Πύλη (βλ. Νεεμ.Α΄ 1,32), ἀπ’ ὅπου περνοῦσαν τὰ πρόβατα πού προορίζονταν γιά θυσία, γιά νά τὰ πλύνουν πρῶτα στήν κολυμβήθρα… «Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τήν τοῦ ὕδατος κίνησιν. Ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ἰωάν.ε΄ 3-4)…


Πέντε στοὲς γεμάτες μὲ ἀνάπηρους· τὶ περίεργος χῶρος γιά τὴν ἄσκήση τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἐλπίδας στό Θεό! Τὶ περιέργη, τὶ ζωντανὴ εἰκόνα! Τὶ παράδοξη καὶ ψηλαφητὴ ἀπεικόνιση τῆς κατάστάσης ὅπου δαπανοῦν τή ζωή καὶ τὴν ὑγεία τους ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης! Καὶ γιά ποιό σκοπό; Γιά ν’ ἀγοράσουν ἁμαρτία, νά μαζέψουν ἁμαρτία. Οἱ πέντε στοὲς στήν Προβατικὴ Κολυμβήθρα ἔχουν καταρρεύσει ἐδῶ καὶ πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια. Μὴ νομίζετε ὅμως πώς ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπίνης θλίψης καὶ τῆς φτώχειας πού κείτεται θαμμένη στά ἐρείπιά της ἔχει τελειώσει. Μὴ νομίζετε πώς αὐτὴ εἶναι μία μεμονωμένη ἱστορία, πὼς βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ σᾶς καί πώς δέν ἔχει τίποτα κοινὸ μὲ τή δική σας ζωή.


Δέν ἔχει ὑποπέσει στίς αἰσθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος καὶ θλίψη, δάκρυα καὶ στεναγμοί, ἁμαρτία κι ἀνομία, πονηρὲς καὶ κακὲς σκέψεις, τυφλὲς ἐπιθυμίες καὶ ἄνομα πάθη, ἀτελέσφορες προσπάθειες καὶ φροῦδες ἐλπίδες; Ἀχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια εἶσαι! Σὲ σένα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ λειτουργοῦσε σὰν τὸν ποιμένα πού σῴζει ἕνα – ἕνα τὰ χαμένα πρόβατά του, ὡσότου ἐμφανιστεῖ ὁ Ποιμὴν τῶν πάντων, ἀγγέλων κι ἀνθρώπων. Ἔνας σιωπηλὸς ἄγγελος, ὑπηρέτης τοῦ Δημιουργοῦ του, τάραζε τὸ νερὸ γιά νά πλύνει τὸ ἄρρωστο πρόβατο ἀπὸ τή μόλυνση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅταν κατέβηκε σὲ σένα ὁ καλὸς Ποιμένας, ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ δημιουργικὸ λόγο Του ἀπομάκρυνε τὴν ἁμαρτωλὴ μόλυνση καὶ σὲ ἄδειασε. Αὐτὸς ἦταν ὁ Καλὸς Ποιμένας. Γι αὐτὸ τὸ λόγο ἡ κολυμβήθρα αὐτὴ προφητικὰ εἶχε ὀνομαστεῖ προβατική. «Τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά… καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ» (Ἰωάν. ι΄3,4). Τὰ πρόβατα ἀκοῦνε τή φωνή τοῦ Καλοῦ Ποιμένα.


«Ην δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.» (Ἰωάν. ε΄5-7). Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶχε δεῖ ἀπὸ πρὶν κι ἀπὸ μακριὰ ποιός τὸν ζητοῦσε, ποιός τὸν εἶχε ἀνάγκη… Ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος ἦταν πολὺ ἄρρωστος. Μία ἀρρώστια πού κρατάει τριάντα ὀκτὼ μέρες στούς ἀνθρώπους μοιάζει ἀτέλειωτη. Τὶ νά ποῦμε τώρα γιά μία ἀρρώστια πού κρατάει τριάντα ὀκτὼ χρόνια; Τὸ πόσο γρήγορα ἢ ἀργὰ περνάει ἡ ἀρρώστια, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τή δική μας στάση, ἀπὸ τή δική μας διάθεση.


Οἱ χαρούμενες ὦρες ἔχουν φτερά, περνᾶνε γρήγορα. Οἱ ὦρες τοῦ πόνου ὅμως εἶναι ἄπτερες, συχνὰ δέν ἔχουν οὔτε πόδια καὶ περνᾶνε πολὺ ἀργά. Γιά ἕναν παράλυτο ἄνθρωπο, φαίνεται νά ‘χει παραλύσει κι ὁ ἴδιος ὁ χρόνος. Ὁ χρόνος γιά ἐκεῖνον μοιάζει ἀκίνητος, ὅπως εἶναι κι ὁ ἴδιος… Τὶ ἡρωικὴ ὑπομονὴ εἶχε ὁ ἄνθρωπος αὐτός! Τὶ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες θὰ κατέβαλε γιά νά συρθεῖ ὡς τὴν κολυμβήθρα τή στιγμή πού ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τάραζε τὸ νερό! Τὶ σταθερὴ ἐλπίδα εἶχε στή θεραπεία του ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, ἀκόμα κι ἀπὸ δεκαετία σὲ δεκαετία! Μ’ ὅλο πού ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπόφερε τόσο πολὺ γιά τὶς ἁμαρτίες του, δέν μποροῦμε παρὰ νά τὸν θαυμάζουμε. Ὅταν τὸν φέρνουμε στό νοῦ μας, δέν μπορεῖ παρὰ νά σκεφτόμαστε τόσους ἀδύναμους χαρακτῆρες – ἄντρες καὶ γυναῖκες, νέους καὶ νέες – στίς μέρες μας πού, ἂν καὶ ὑφίστάνται πολὺ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τὰ χέρια τους, παραιτοῦνται ἀπὸ τή ζωή κι ἀναχωροῦν γιά τὴν ἄλλη αὐτόχειρες.


«Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;», τὸν ῥώτησε ὁ μοναδικὸς Φίλος πού ἔσκυψε ποτέ κοντὰ του, στό κρεβάτι του, τὰ τριάντα ὀκτὼ αὐτὰ χρόνια. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄρρωστος. Ὁ τυφλὸς ἔχει κάποιον ὁδηγό, ὁ ἀνάπηρος ἔχει συγγενεῖς, ὁ ἀδύνατος ἔχει φίλους. Ἐγὼ δέν ἔχω κανέναν στόν κόσμο ὁλόκληρο νά μὲ λυπηθεῖ καὶ νά μὲ βάλει στό νερὸ τή στιγμή πού παίρνει τή θεραπευτική δύναμη. Τὴν ὥρα πού προσπαθῶ νά συρθῶ στό νερὸ ἄλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρῶτος καὶ θεραπεύεται κι ἐγὼ πρέπει νά ξανάκανω τὴν ἴδια ἐπωδύνη προσπάθεια γιά νά γυρίσω στό κρεβάτι μου. Κι αὐτὸ γίνεται γιά τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια τώρα. «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Δέν ἔχω οὔτε χρήματα οὔτε ὑπηρέτη.


Ανάμεσα σὲ τόσους ἀνθρώπους στήν Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τοὺς ἄνεργους ὡς τοὺς πλουσίους καὶ δυνατούς, δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας καὶ μοναδικὸς γιά ν’ ἀπλώσει τὸ χέρι του καὶ νά σὲ βοηθήσει γιά χάρη τῆς ψυχῆς του; Δέν μποροῦσε τουλάχιστο νά στείλει τὸν ὑπηρέτη του καὶ νά σὲ βοηθήσει; Ὄχι οὔτε ἕνας…Ὑπάρχουν, Κύριε, πολλοὶ περπατοῦν κοντά μου, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Κι ὑπάρχουν τόσο πολλοὶ ἱερεῖς! Δές τὸ ναό, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ δρόμο. Ἀμέτρητοι ἱερεῖς διαβάζουν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους νά δίνουν ἐλεημοσύνες. Καὶ δὲν βρέθηκε κανένας τους νά ἔρθει ἤ ἔστω νά στείλει κάποιον γιά νά σὲ βοηθήσει; Ἔτσι εἶναι, Κύριε. Ἐκεῖ στό ναὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἱερεῖς. Ἐγὼ ὅμως «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὑπάρχουν πολλοὶ Ἰουδαῖοι, χιλιάδες χιλιάδων, ποὺ συνάχτηκαν στήν Ἱερουσαλὴμ γιά τή γιορτή. Κανένας τους ὅμως δέν ἐνδιαφέρεται γιά ἕναν πονεμένο καὶ ἤσυχο ἄνθρωπο. Ἐνδιαφέρονται γιά τὸ Σάββατο…


Εδῶ βρέθηκε ἕνας ἄνθρωπος – ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος! Ἐδῶ εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ ἀγαπᾷ περισσότερο ἀπὸ τὸ συγγενῆ καὶ τὸ φίλο, ποὺ ὑπηρετεῖ πιὸ πιστὰ ἀπὸ τὸν ὑπηρέτη. Δέν ἔκανε τὸ μακρὺ καὶ κουραστικὸ ταξίδι ἀπὸ τή Γαλιλαία ὡς τὴν Ἱερουσαλὴμ γιά τὸ Σάββατο καὶ τή γιορτή, ἀλλὰ γιά χάρη ἑνὸς πονεμένου ἀνθρώπου. Ἦρθε ὥστε μὲ τὰ ἔργα Του, κι ὄχι μὲ λόγια, νά καταγγείλει τή φοβερὴ ἔλλειψη ἀγάπης ἑνὸς λαοῦ πού τὰ αἰσθητήριά του ἔχουν ἀμβλυνθεῖ. Ὁ Ἄνθρωπος ἦρθε γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου. «Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.» (Ἰωάν.ε΄ 8-9). Ἀπὸ τή στιγμή αὐτή καὶ προφανῶς γιά πάντα, ὁ ἄγγελος σταμάτησε νά ‘ρχεται καὶ νά ταράζει τὸ νερὸ στήν Προβατικὴ Κολυμβήθρα.


Γιατὶ ἐμφανίστηκε ὁ Μεσσίας, ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων, ποὺ θεραπεύει χωρὶς μεσάζοντες. Ἐνόσω οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὸ Νόμο, ὑπηρέτες τοῦ Νόμου, ὁ Κύριος χρησιμοποιοῦσε τοὺς δούλους Του. Τώρα πού ἦρθε ἡ χάρη κι ὁ Νόμος ἀτόνησε, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος κοντὰ στόν ἄνθρωπο, ὅπως ὁ πατέρας στά παιδιὰ του. Ὁ ἴδιος, μὲ τὰ ἴδια Του τὰ χέρια, τοὺς προσφέρει τὶς δωρεὲς Του. Ἴσως ῥωτήσει κάποιος: Γιατὶ ὁ Κύριος δέν ἔκανε στόν ἄρρωστο ἄνθρωπο τή συνηθισμένη ἐρώτηση: Πιστεύεις; Γιατὶ δέν ἐρεύνησε νά δεῖ ἂν ὑπῆρχε πίστη μέσα του, ὅπως ἔκανε μὲ πολλοὺς ἄλλους; Μὰ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ δέν ἦταν ὁλοφάνερη; Τριάντα ὀκτὼ χρόνια κείτονταν ὑπομονετικὰ σ’ ἕνα συγκεκριμένο τόπο, μὲ τὴν ἐλπίδα πώς θὰ λάβει βοήθεια ἀπὸ τὸν οὐρανό…


Στή Βηθεσδὰ τότε ὁ Κύριος ἐνήργησε ἀπὸ τή μία ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑπόφερε γιά τόσο μακρὺ διάστημα, σ ἕνα περιβάλλον ἐλεεινό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τώρα, ἔδρασε ἔτσι καὶ μ’ ἕνα σκοπό: γιά νά καταδείξει τὴν ἔλλειψη ἀγάπης ὄχι μόνο τῶν κατοίκων τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς, ποὺ ἔβλεπαν τὸ συνάνθρωπό τους νά ὑποφέρει καὶ δέν κουνάγανε τὸ δαχτυλάκι τους γιά νά βοηθήσουν. Καὶ τέλος, ὁ Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τὸν παραλυτικὸ ἡμέρα Σάββατο, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νά τὸ κάνει αὐτὸ καὶ Παρασκευή, ἂν ἤθελε. Τὸ ‘κανε αὐτὸ γιά νά καταγγείλει τὴν εἰδωλολατρικὴ προσκύνηση τῶν Ἰουδαίων στήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Νά δείξει πώς ὁ ἄνθρωπος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ὁποιοδήποτε εἶδος νομικῆς τυπολατρείας. Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει τή μοναδική σφραγῖδα τοῦ τρόπου πού ἐνεργεῖ ὁ Θεός: νά στοχεύσει σὲ πολλοὺς στόχους ταυτόχρονα.


«Ην δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον» (Ἰωάν. ε΄ 9-10). Τὶ στρεψόδικες ψυχὲς ἔχουμε ἐδῶ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Ἀντὶ νά χαροῦν πού ἕνα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε ὄρθιο καὶ ξανὰ ‘γινε ἄνθρωπος, ἀντὶ νά τὸν συγχαροῦν πού ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἀντὶ νά ξεσηκώσουν τὴν πόλη ὁλόκληρη, νά τοὺς καλέσουν ὅλους γιά νά δοξάσουν τὸ ζωντανὸ καὶ στοργικὸ Θεό, ἀντὶ γιά ὅλ’ αὐτὰ ἐξοργίστηκαν μὲ τὸν ἄνθρωπο ἐπειδὴ κουβαλοῦσε στούς ὤμους του τὸ κρεβάτι του καὶ ξαναγύριζε ὑγιὴς στό σπίτι του. «Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;» ( Ἰωάν.ε΄ 11,12). Ἐδῶ ἔχουμε μία ἄκομα ἀπόδειξη τῆς τυφλότητας τῶν Ἰουδαίων, τῆς τυπολατρικῆς καὶ μαγικῆς ἀντίληψης ποὺ εἶχαν γιά τὸ Σάββατο…


Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ὁ περιούσιος λαός! Δέστε τί καρποὶ βλάστησαν στή γῆ πού ἐξέθρεψε τὸ Μωυσή, τὸν Ἠσαΐα, τὸ Δαβίδ! Ἡ ἄλλοτε γνωστὴ εὐλάβεια τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐξελίχτηκε σὲ μία σαββατολατρεία. Ἡ ἱερατικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἔγινε μία ἀστυνομικὴ ἐγρήγορση καὶ παρακολούθηση τῆς τάξεως τῆς θέας πού ὀνομάζεται «Σάββατο»! «Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ ᾿Ιησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. (Ἰωάν. 3, 13). Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἶχε κοιτάξει ἀπὸ τὸ κρεβάτι του τὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Εἶχε νιώσει τή ζωοποιὸ ἀνάσα Του, εἶχε γνωρίσει τή θαυματουργικὴ Του δύναμη. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅμως δέν μποροῦσε νά τοὺς δώσει τὸ ὄνομα τοῦ θεραπευτή του ἢ νά τοὺς πεῖ ἀπό ποῦ ἐρχόταν. Ὁ Κύριος μὲ τό πού πραγματοποίησε τή θεραπεία χάθηκε μέσα στό πλῆθος κι ἄφησε τὰ πράγματα νά ἐξελιχτοῦν μόνα τους. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σπορέας.


Σπέρνει τὸν καλὸ σπόρο καὶ τὸν ἀφήνει ν ἀναπτυχθεῖ καὶ μὲ τὸν καιρὸ νά καρποφορήσει, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο ὅπου ἔπεσε. Ὁ Κύριος ἔκανε τὸ καλὸ ἔργο, τὸ θεϊκό, τόσο σὲ δύναμη ὅσο καὶ σὲ ἀγάπη, κι ἀποσύρθηκε γιά νά γλυτώσει τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶπε λίγο ἀργότερα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων, οὐ λαμβάνω» (Ἰωάν. ε΄ 41). Φεύγει μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιά νά μὴ τὸν φθονήσουν, ὅπως γίνεται συνήθως. Φεύγει ὅμως γιά νά δώσει παράδειγμα καὶ σ’ ὅλους ἐμᾶς πού λεγόμαστε χριστιανοί. Τὸ καλὸ ἔργο τελειοποιεῖται καὶ δικαιώνεται ὅταν γίνεται μόνο ἀπὸ ἀγάπη γιά τὸν ἄνθρωπο καὶ γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά κάνουν καλὰ ἔργα, ἂς μὴ τὰ κάνουν ἀπὸ ματαιότητα, γιά νά προσελκύσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐπιδείχνει τὰ καλὰ του ἔργα σὲ κοινὴ θέα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ βάζει τὰ πρόβατα ἀνάμεσα στούς λύκους.


Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νά προσέχουμε πολὺ τὰ καλὰ μας ἔργα, ν’ ἀποφεύγουμε νά προκαλοῦμε τὸν ἔπαινο ἤ τὸ φθόνο τῶν ἄλλων. Ὅποιος γυρεύει σκόπιμα τὸν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ξέχωρα ἀπὸ τὸ καλὸ του ἔργο, θὰ κάνει καὶ δυό κακά: Τὸν ἔπαινο, ποὺ θὰ βλάψει τὸν ἴδιο προσωπικά, καὶ τὸ φθόνο, ποὺ θὰ βλάψει τοὺς ἄλλους. «Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. ε΄14 ). Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ τώρα ἀναβιβάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ ἀνώτερη σφαῖρα, στήν πνευματικὴ του διάσταση. Κάνει τὸν θεραπευμένο νά συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγὴ κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὸν προειδοποιεῖ νά πάψει ν’ ἁμαρτάνει. «Ἵνα μὴ χεῖρον σοι τὶ γένηται».


Δέν εἶναι γνωστὸ σὲ τί εἶδος ἁμαρτίας εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὰ οὔτε καὶ μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πὼς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντὰ Του. Γνωρίζουμε πώς κάθε ἁμαρτία γιά τὴν ὁποία δέν ἔχουμε μετανοήσει, ἀργὰ ἤ γρήγορα θὰ προκαλέσει πόνο, θὰ φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρον σοὶ τὶ γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σοῦ συχωρέθηκε. Μὴν ἑξακολουθεῖς νά πειράζεις τὸ Θεὸ ὅμως, μὴ τὸν προκαλεῖς. Γιατὶ τότε, ἀντὶ γιά τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τή δικαιοκρισίᾳ Του. Ἂν κατόρθωσες νά δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά τὴν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μὲ μία ἀνεπαρκή γνώση γιά τή δύναμή Του, μετὰ ἀπ’ αὐτό πού ἔγινε δὲ θὰ μπορέσεις νά βρεῖς δικαιολογία. Αὐτὴ εἶναι μία θαυμάσια ἀλλὰ καὶ φοβερὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας. Πῶς ἂν γιά μία φορὰ νιώσαμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας δέν πρέπει νά ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ’ αὐτό πού μὰς λύτρωσε ὁ Θεός.


«Απῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν ε΄15). Εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στούς Ἰουδαίους πώς τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ καλὴ πίστη, μὲ καλὲς προθέσεις. Τὸν ῥωτήσανε γιά τὸν Ἰησοῦ κι αὐτὸς νόμισε πώς ἦταν καλὸ νά τὸ πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔνιωσε πὼς ὄφειλε αὐτὸ στόν εὐεργέτῃ του, ἔπρεπε νά γνωρίσει τὸ ὄνομά του στούς ἄλλους, νά τὸ μάθουν ὅλοι, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι πού τὸν ῥώτησαν. Οὔτε νά φανταστεῖ δέν μποροῦσε πόσο πονηρὲς ἦταν οἱ καρδιὲς ἐκείνων πού ῥωτοῦσαν γιά τὸν Ἰησοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νά ὑποψιαστεῖ πώς ἐκεῖνοι δὲ ῥωτοῦσαν γιά νά δοξάσουν τὸν Ἰησοῦ σὰν θαυματουργό, μὰ γιά νά τὸν θανατώσουν, ἐπειδὴ δέν τήρησε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου;


Πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καὶ λέει στούς Ἰουδαίους πώς ὁ Ἰησοῦς ἦταν πού τὸν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπὸ τή σκέψη τῆς θεραπείας καὶ τοῦ θεραπευτή του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπὸ τὴν σκέψῃ τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μὴ τήρησης τοῦ Σαββάτου… Ἡ σκέψη καὶ ἡ διαθεσὴ του ἦταν νά δοξολογήσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν εὐεργέτῃ του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νά τὸν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν.ε΄ 16) γιατὶ ἤθελαν νά τὸν σκοτώσουν; Μήπως ἐπειδὴ ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος πού πρόσεξε τὸ δυστυχῆ παράλυτο τὰ τριάντα ὀκτὼ αὐτὰ χρόνια; Μάλιστα, γι’ αὐτό. Ἀλλὰ καὶ γιά ἕναν ἄλλο λόγο. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος πού ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στή ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν τυπολατρία τοῦ σαββατισμοῦ τῶν Ἰουδαίων.


Ο Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μὲ λόγο καὶ ἔργα τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιά τοὺς ἀνθρώπους, ὡς τή στιγμή πού ἀποφάσισε πώς ἦρθε ἡ ὥρα νά παραδοθεῖ στά χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιά νά δείξει τή μεγαλοσύνῃ Του μὲ τὴν ταπείνωσή Του, νά νικήσει τὸ θάνατο μὲ τὸ θάνατό Του. *Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ἐπισκόπου Ἀχρίδος. *Εκ του ιστολογίου «imaik.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ




Οἱ διὰ Χριστὸν σαλοὶ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ σπάνια ἔλλειψη φόβου. Ὁ μακάριος Νικόλαος ἔτρεχε ἀνάμεσα στοὺς δρόμους τοῦ Πσκὼφ προσποιούμενος τὸν τρελό, ἐλέγχοντας τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὶς κρυφὲς ἁμαρτίες τους καὶ προφητεύοντας ἐκεῖνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοὺς συμβοῦν. Ὅταν ὁ Ἰβὰν ὁ Δ΄ ὁ Τρομερὸς κατέφθασε στὸ Πσκώφ, ὁλόκληρη ἡ πόλη διασαλεύτηκε ἀπὸ τὸν τρόμο γιὰ τὸ φοβερὸ τσάρο. Γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ κάτοικοι τοποθέτησαν στὴν εἴσοδο κάθε σπιτιοῦ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι, φοβισμένοι, δὲν ἐμφανίστηκαν. Ὅταν ὁ κυβερνήτης τῆς πόλης πρόσφερε στὸν τσάρο ψωμὶ καὶ ἁλάτι σ’ ἕνα δίσκο, ὁ τσάρος ἔσπρωξε μακριά τον δίσκο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέσουν καταγῆς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά του ὁ ὅσιος Νικόλαος: ντυμένος μὲ ποδήρη χιτώνα, δεμένο μὲ σκοινὶ στὴ μέση, χοροπηδοῦσε γύρω του μ’ ἕνα μπαστούνι, σὰν παιδί. Τοῦ φώναζε: «Ἰβάνουσκα, Ἰβάνουσκα, φάε ψωμὶ κι ἁλάτι καὶ μὴν τρῶς ἀνθρώπινο αἷμα». Οἱ στρατιῶτες ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, ὅμως ἐκεῖνος τοὺς ξεγλίστρησε καὶ κρύφτηκε. Ὁ τσάρος ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μακάριο Νικόλαο –ποιὸς ἦταν καὶ τί ἦταν– καὶ τὸν ἐπισκέφθηκε στo φτωχικό του. Ἦταν τότε ἡ πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Νικόλαος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ἐρχόταν ὁ τσάρος γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ, φρόντισε νὰ ἐξασφαλίσει ἕνα κομμάτι ὠμὸ κρέας. Ὅταν λοιπὸν κατέφθασε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός, ὁ ὅσιος ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ πρόσφερε τὸ κρέας λέγοντας «Φάε, Ἰβάνουσκα, φάε!». Ὀργισμένος ὁ τσάρος τοῦ ἀπάντησε «Εἶμαι χριστιανὸς καὶ δὲν τρώω κρέας τὴ Σαρακοστὴ γιατὶ νηστεύω!». Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μονομιᾶς τὸν ἀποστόμωσε «Κάνεις πολὺ χειρότερα: τρέφεσαι μὲ σάρκα καὶ αἷμα ἀνθρώπων, ξεχνώντας ὄχι μόνον τὴ Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό!». Τὸ μάθημα αὐτὸ μπῆκε βαθιὰ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τσάρου Ἰβὰν· ντροπιασμένος ἔφυγε ἀμέσως ἀπ’ τὸ Πσκώφ, ὅπου ἀρχικῶς εἶχε ἔλθει μὲ τὴν πρόθεση νὰ κατασφαγιάσει τὸν πληθυσμό.


Απόσπασμα από τον «Πρόλογο της Αχρίδος» του Αγίου Νικολάου Βελιμόροβιτς, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άθως».

*Εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις» της 28.2.2015. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τετάρτη 21 Μαΐου 2025

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»




ξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει κανένας πού νὰ μπορεῖ νὰ δώσει ἀξιόπιστη ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό. Μόνο ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ παραδείσου πού νοσταλγεῖ ἡ ψυχή μας, τώρα πού ζεῖ στὸ παγωμένο σύθαμπο τῆς ἐπίγειας ὕπαρξής μας. Γνωρίζει ἐπίσης τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο χελιδόνι, τὸ πρῶτο πού πετάει πρὸς τὸν τόπο τῆς νοσταλγίας, τῆς ἐπαγγελίας, πού διαλύει τὸ σκοτάδι, διαπερνᾶ μὲ τὰ δυνατὰ φτερὰ του τὴ βαριὰ ἀτμόσφαιρα ἀνάμεσα σὲ γῆ καὶ οὐρανὸ κι ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὸ σμῆνος πού ἀκολουθεῖ. Κι ἀκόμα ἡ στρατευόμενη Ἐκκλησία στὴ γῆ θὰ σοῦ πεῖ γι’ ἀμέτρητα σμήνη χελιδονιῶν πού ἀκολούθησαν τὸ πρῶτο Χελιδόνι καὶ πέταξαν μαζί Του στὸν εὐλογημένο τόπο, ὅπου ἀφθονοῦν ὅλα τ’ ἀγαθὰ, τὸν τόπο τῆς αἰώνιας ἄνοιξης.


Θὰ ἔχεις ἀντιληφθεῖ πώς μὲ τὸ σωστικὸ αὐτὸ χελιδόνι ἐννοῶ τὸν ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ ἴδιος δὲν εἶπε πώς εἶναι ἡ Ὁδός; Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους, «πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ’ 2, 3); Καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὸ δὲν τοὺς εἶχε πεῖ, «κἀγώ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν.ιβ’ 32); Ὅλ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος εἶχε πεῖ, ἄρχισαν νὰ ἐκπληρώνονται λίγες βδομάδες ἀργότερα καὶ συνεχίζουν νὰ ἐκπληρώνονται μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἐκπληρώνονται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Χριστός, πού ἦταν ἡ ἀρχή τῆς πρώτης δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἔγινε ἀρχή καὶ τῆς δεύτερης δημιουργίας ἢ ἡ εὐλογημένη ἀνακαίνιση τῆς παλιᾶς.


ἁμαρτία ἔδεσε τὰ φτερὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν ἀπογόνων του κι ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς τύφλωσε ὁ ἴδιος πηλὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν πλαστεῖ. Ὁ Χριστός, ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ πρῶτος Ἄνθρωπος, ὁ πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀναλήφθηκε μὲ πνευματικὰ φτερὰ στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο τῆς αἰώνιας δόξας καὶ δύναμης. Βάδισε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὅλες τὶς πύλες του γιὰ τοὺς πιστοὺς πού ἔχουν ἀνοιγμένα τὰ πνευματικὰ φτερά τους, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὰ ἀϊτόπουλα, ὅπως τὸ χελιδόνι πού πετᾶ πρῶτο, ἐπικεφαλῆς, δείχνει στὸ σμῆνος τὸ δρόμο κι ἐκμηδενίζει τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀέρα. «Τὶς δώςῃ μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ἀναφωνεῖ θλιμμένος ὁ Ψαλμωδὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. 


Γιατί; Ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος: «ἡ καρδιά μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5,6). Τέτοια τρομερὴ αἴσθηση νεκρικῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας πρέπει νὰ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐρημιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, σὰν ἐφιάλτης σκοτεινὸς πού βάραινε ὅλο τὸ λογικὸ καὶ δίκαιο κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. «Ποιὸς θὰ μοῦ δώσει φτερὰ γιὰ νὰ πετάξω μακριὰ ἀπ’αὐτὴ τὴ ζωή;» πρέπει νὰ ἦταν ἡ ἐρώτηση πού ἔκαναν πολλὲς εὐγενικὲς κι εὐαίσθητες ψυχές. Ἀλλά ποῦ θὰ κατευθυνθεῖς, ἁμαρτωλὴ ἀνθρώπινη ψυχή; Μπορεῖς ἀκόμα νὰ ὀνειρεύεσαι, νὰ νιώθεις τὸν τόπο τῆς θαλπωρῆς καὶ τοῦ φωτὸς ἀπ’ ὅπου ἐξορίστηκες; οἱ πύλες ἔκλεισαν πίσω σου, τὶς προσέχουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη τους, γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν προσέγγισή σου. Ἡ ἁμαρτία κόλλησε τὰ φτερά σου, ὄχι τὰ φτερὰ τοῦ πτηνοῦ, μὰ τὰ θεϊκά, κι ἔχεις ἐγκλωβιστεῖ στὴ γῆ. 


Χρειάζεσαι κάποιον γιὰ νὰ σ’ ἐλευθερώσει πρῶτα ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ καθαρίσει καὶ νὰ νὰ σὲ βοηθήσει νὰ σταθεῖς ὄρθιος. Μετὰ χρειάζεσαι κάποιον νὰ τοποθετήσει νέα φτερά, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ πετάξεις. Μετὰ θὰ χρειαστεῖς κάποιον ἄλλον, κάποιον πολὺ δυνατό, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ παραμερίσουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη, ὥστε γιὰ χάρη Του νὰ περάσεις στὴν ἔνδοξη πατρίδα σου. Καὶ τελευταῖο, ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον πού θὰ ζητήσει γιὰ λογαριασμό σου ἔλεος ἀπὸ τὸν Δημιουργό, ὥστε νὰ σὲ δεχτεῖ ξανὰ στὸν τόπο τῆς αἰώνιας πατρίδας. Αὐτὸς ὁ «κάποιος» ἦταν ἄγνωστος στὸν προχριστιανικὸ κόσμο. Αὐτοαποκαλύφτηκε ὡς Κύριος καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, Υἱὸς τοῦ Ζῶντος Θεοῦ. Ἀπὸ ἀγάπη γιὰ σένα κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ντύθηκε ἀνθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε γιὰ χάρη σου, ἐπειδὴ ἤσουν φυλακισμένος, ἵδρωσε, κρύωσε, πείνασε καὶ δίψασε, δέχτηκε ἐμπτυσμούς, καρφώθηκε στὸ σταυρό, ἔμεινε στὸν τάφο τρεῖς μέρες, κατέβηκε στὸν Ἅδη γιὰ νὰ καταστρέψει μιὰ φυλακὴ χειρότερη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, πού εἶχε προετοιμαστεῖ γιὰ σένα ὅταν ἡ ψυχή σου θὰ χωριζόταν ἀπὸ τὸ σῶμα. 


Καί ὅλ’ αὐτὰ γιὰ νὰ σὲ σώσει ἀπὸ ἐκεῖ πού κυλιόσουν στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ κάνει νὰ σταθεῖς ὄρθιος. Μετὰ ἀναστήθηκε «ἐκ νεκρῶν», γιὰ νὰ δώσει καὶ σὲ σένα φτερά, νὰ πετάξεις στὸν οὐρανό. Τελικὰ ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ γιὰ ν’ ἀνοίξει καὶ γιὰ σένα τὸ δρόμο, νὰ σὲ ὁδηγήσει στὰ σκηνώματα τῶν ἀγγέλων. Τώρα δὲν ἔχεις λόγο ν’ ἀναστενάζεις μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὅπως ὁ προφητάνακτας Δαβίδ, οὔτε νὰ ἐπιθυμεῖς πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς. Τώρα ἐμφανίστηκε ὁ Ἀετός, πού ἄνοιξε τὰ φτερά Του καὶ σοῦ ἔδειξε τὸ δρόμο. Τὸ μόνο πού ἔχεις νὰ κάνεις, εἶναι ν’ ἀναπτύξεις τὰ πνευματικὰ φτερὰ πού σοῦ δόθηκαν ὅταν βαφτίστηκες στὸ ὄνομά Του καὶ νὰ ἐπιθυμήσεις μ’ ὅλη σου τὴν ψυχὴ ν’ ἀνεβεῖς ἐκεῖ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Ἴδιος. Ὁ Κύριος ἔκανε τὰ ἐνενήντα ἐννιὰ ἀπὸ τὰ ἑκατὸ βήματα πού χρειάζεσαι γιὰ τὴ σωτηρία σου.


Δὲν θὰ προσπαθήσεις νὰ κάνεις τὸ βῆμα πού ἀπέμεινε γιὰ νὰ ἐπιτύχεις τὴ σωτηρία σου, ὅταν μάλιστα «οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Β’ Πέτρ.α’ 11); Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ ἦταν τόσο ἀπρόσμενη στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ἦταν καὶ στοὺς ἀγγέλους ἡ ἐλευσή Του ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ κι ἡ κατὰ σάρκα γένννησή Του. Ἀλλά καὶ ποιὸ γεγονὸς στὴ ζωή Του δὲν ἀντιπροσωπεύει κάτι μοναδικὸ κι ἀπρόσμενο στὸν κόσμο; Ὅπως οἱ ἄγγελοι παρατηροῦσαν μὲ θαυμασμὸ πῶς ξεχώριζε ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὴν πρώτη δημιουργία καὶ τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν ξηρά, πῶς τοποθέτησε τὰ ἄστρα στὸν οὐράνιο θόλο καὶ πῶς δημιούργησε τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τελικὰ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, δίνοντάς του ψυχὴ ζῶσα, ἔτσι κι ἐμεῖς ὅλοι βλέπουμε μὲ θαυμασμὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Σωτήρα μας, ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου ὡς καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἀπὸ μιὰ πρώτη ματιὰ ἦταν ὅλα ἀπρόσμενα, ἀναπάντεχα. 


ταν ὅμως γίνεται φανερὸ πώς ὑπηρετοῦν τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας μας, ὅλοι οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι πρέπει νὰ κραυγάσουν μὲ χαρὰ καὶ νὰ δοξολογήσουν τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Δὲν μπορεῖς ν’ ἀφαιρέσεις κάποιο γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ παραμορφώσεις ὁλόκληρο τὸ ἔργο Του, ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ κόψεις τὸ χέρι ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ τὸ πόδι του καὶ νὰ μὴ τὸν παραμορφώσεις, ἤ νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸν οὐράνιο θόλο τὸ φεγγάρι ἤ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ μυριάδες ἄστρα καὶ νὰ μὴν παραμορφώσεις τὴν τάξη καὶ τὸ κάλλος τοῦ οὐρανοῦ. Γι’ αὐτὸ μὴ σκέφτεσαι πώς ἴσως «δὲν ἦταν ἀπαραίτητο ν’ ἀναληφθεῖ ὁ Κύριος». 


ταν μερικοὶ ἀπό τούς Ἰουδαίους ἀναγκάστηκαν νὰ παραδεχτοῦν καὶ νὰ κραυγάσουν πώς «καλῶς πάντα πεποίηκε» (Μάρκ. ζ’ 37), πῶς ἐμεῖς πού βαφτιστήκαμε στὸ ὄνομά Του νὰ μὴν πιστέψουμε πώς ὅλα ὅσα ἔκανε ἦταν καλά; Ὅλα τὰ σχεδίασε καὶ τὰ ἔφτιαξε μὲ μεγάλη σοφία. Καὶ ἡ Ἀνάληψή Του ἦταν καλὰ σχεδιασμένη, μὲ πολλὴ σοφία, ὅπως ἦταν κι ἡ Ἐνσάρκωση, τὸ Βάπτισμα, ἡ Μεταμόρφωση κι ἡ Ἀνάστασή Του. «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιστ’ 7), εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του.





Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ




(Ευαγγέλιο: Ματθ. στ΄ 14-21)


Το πρώτο μάθημα που μαθαίνει ο στρατιώτης όταν πάει στη μάχη, είναι ότι δεν πρέπει να παραδοθεί στον εχθρό. Ο διοικητής τον προειδοποιεί πως όλοι οι στρατιώτες οφείλουν να προσέχουν για να μην πέσουν στις παγίδες του εχθρού, να μην ξεγελαστούν κι αιχμαλωτιστούν. Ο στρατιώτης που είναι μόνος του και γυμνός, πεινάει και κρυώνει, αντιμετωπίζει μεγάλο πειρασμό ν’ αυτομολήσει στον εχθρό. Ο πανούργος εχθρός θα εκμεταλλευτεί με κάθε δυνατό τρόπο τη δυσχερή θέση του. Ίσως να πεινάει κι αυτός (ο εχθρός).Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως θα δείξει τη γαλαντομία του, θα προσποιηθεί πως έχει αρκετά αγαθά και θα δώσει ένα κομμάτι ψωμί στο στρατιώτη που παραδόθηκε. Ίσως κι ο εχθρός να κρυώνει, να ’ναι ρακένδυτος ή γυμνός.


Τότε όμως θα δώσει κάποιο ρούχο στο στρατιώτη, σα να ’ταν ο ίδιος πλούσιος και καλοντυμένος, σα να του περίσσευαν τα ρούχα. Θα του δώσει φυλλάδια, όπου θα κομπάζει πως η νίκη του είναι σίγουρη, θα πει στο φτωχό στρατιώτη πως δεξιά κι αριστερά του υπάρχουν ομάδες πολλές φίλων και συναδέλφων του που παραδόθηκαν, ή πως ο στρατηγός τους σκοτώθηκε ή πως ο βασιλιάς τους ζήτησε να συνάψει ειρήνη μαζί τους. Θα υποσχεθεί στο στρατιώτη σύντομη επιστροφή στο πατρικό του σπίτι, μια καλή θέση, λεφτά και όσα άλλα ονειρεύεται ο άνθρωπος που βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη. Ο στρατηγός επισημαίνει όλες αυτές τις παγίδες και τα τεχνάσματα του εχθρού από την αρχή, προειδοποιεί τούς στρατιώτες του πως δεν πρέπει να τα πιστέψουν, οποιοδήποτε κι αν είναι το τίμημα. Τους συμβουλεύει να μην εγκαταλείψουν τη θέση τους, να μην παραδοθούν, αλλά να μείνουν πιστοί, έστω κι αν χρειαστεί να το πληρώσουν αυτό με τη ζωή τους.


Η μη παράδοση στον εχθρό είναι ένας ιδιαίτερα σπουδαίος κανόνας και για τους στρατιώτες του Χριστού, στη μάχη που δίνουν με τα πονηρά πνεύματα αυτού του κόσμου. Κι ο Χριστός, που στη μάχη αυτή είναι ό Βασιλιάς και στρατηγός μας, το επισημαίνει αυτό και μας προειδοποιεί: «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν» (Ματθ. κδ΄ 25), είπε στους μαθητές Του. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Ο εχθρός του ανθρώπινου γένους είναι πιο φοβερός και πιο πανούργος από κάθε άλλον εχθρό που θα μπορούσες να φανταστείς. Το είπε αυτό ο Κύριος σ’ ένα άλλο σημείο: «Ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον» (Λουκ. κβ΄ 31). Ο σατανάς θέλει να σας ξεκοσκινίσει, όπως το σιτάρι μέσα στο κόσκινο.


Κυνηγάει διαρκώς τούς ανθρώπους, από την ίδια τη στιγμή που εξαπάτησε τον πρώτο άνθρωπο – από την ήμερα που αξίωσε δικαιώματα πάνω στους ανθρώπους και τα πήρε από το Θεό για λογαριασμό του. Προσπαθεί να σύρει κοντά του το στρατιώτη του Χριστού χρησιμοποιώντας κάθε άπατη, τον δελεάζει με ψεύτικες υποσχέσεις και του δείχνει φανταστικά πλούτη. Δεν υπάρχει πιο πεινασμένη ύπαρξη από κείνον, αλλά δείχνει το ψωμί στους πεινασμένους και τους καλεί να παραδοθούν. Δεν υπάρχει πιο γυμνό ον απ’ αυτόν, μα τραβάει τους ανθρώπους με τα χρώματα της φανταστικής κι απατηλής αμφίεσής του. Δεν υπάρχει φτωχότερος απ’ αυτόν· όπως ο μάγος στα πανηγύρια όμως τρίβει δύο νομίσματα μεταξύ τους και δείχνει στους θεατές του τα εκατομμύρια που υποτίθεται πως έχει.


Δεν υπάρχει κανένας που να ’χει πέσει τόσο πολύ όσο εκείνος. Δεν παύει ποτέ με τα ψέματά του όμως να παρουσιάζεται αυτός σαν νικητής κι οι στρατιώτες του Χριστού σαν νικημένοι, σα να ’φυγε από το πεδίο της μάχης ό Χριστός και κρύφτηκε. «Ψεύστης ἐστί καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ», είπε ο Κύριος (Ιωάν. η΄ 44). Είναι ψεύτης, πατέρας του ψεύδους. Όλη του η δύναμη κι όλα του τα υπάρχοντα έχουν μόνο φανταστική ύπαρξη. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός επισήμανε στους μαθητές Του όλες τις άπατες και τα όπλα του εχθρού και τους έδειξε τόσο με λόγια όσο και με έργα πως ν’ αντισταθούν και με ποια όπλα να τον πολεμήσουν.


Το κυριότερο όπλο για μας τους χριστιανούς είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η παρουσία Του ανάμεσα μας κι η δύναμή Του μέσα μας είναι τα βασικά μας όπλα. Τα τελευταία λόγια Του που βλέπουμε στο ευαγγέλιο είναι: «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη΄ 20). Η παρουσία Του ήταν ολοφάνερη στους αιώνες που πέρασαν σε εκατομμύρια ατρόμητους στρατιώτες Του – αποστόλους, μάρτυρες, ομολογητές, θεοφόρους πατέρες, αφοσιωμένες παρθένες και αγίους άντρες και γυναίκες. Και δε φανερωνόταν μόνο στα παλιά χρόνια αλλά και στις μέρες μας, καθαρά κι αληθινά, σ’ όλους εκείνους που δεν παραδόθηκαν στον πονηρό. Δε φανερώνεται σήμερα μόνο, αλλά θα φανερώνεται και μέχρι τη συντέλεια, μέχρι το τέλος του χρόνου, αφού προφήτεψε πως στο τέλος του χρόνου θα εμφανιστούν μεγαλομάρτυρες (βλ. Αποκ. ια΄ 3). Έχουμε καθαρή και σίγουρη δύναμη από το Σώμα και το Αίμα Του, από το Πάθος Του, το λόγο Του, τον τίμιο και ζωοποιό Σταυρό, την Ανάσταση και την αθάνατη δόξα Του.


Εσύ που έχεις πειστεί για την ακατανίκητη δύναμη του Χριστού, που διαπερνάει σαν ηλεκτρικό ρεύμα τούς πιστούς, δείξε το και στους άλλους. Εσύ πού δεν πείστηκες ακόμα, αλλά θέλεις να πειστείς, κάνε όλα όσα σου ζητάει το ευαγγέλιο. Εκείνους που επιμένουν κακόβουλα ν’ αμφιβάλλουν, άσε τους στην αμφιβολία τους. Αυτοί δεν πληγώνουν το Θεό μα τον εαυτό τους. Δεν αμφιβάλλουν για την απώλεια του Θεού, μα για τη δική τους Σύντομα θα ’ρθει ο καιρός που δε θα μπορούν πια ν’ αμφιβάλλουν, αλλά τότε δε θα μπορούν και να πιστέψουν.


Έκτος από την παρουσία και τη δύναμη του ίδιου του Χριστού, που είναι το κύριο όπλο μας στη μάχη ενάντια στις πονηρές δυνάμεις, ο Κύριος Ιησούς μας πρόσφερε κι άλλα είδη όπλων, για να τα χρησιμοποιήσουμε με τη βοήθεια Του. Τα όπλα αυτά είναι τα έξης: διαρκής μετάνοια, διαρκής ελεημοσύνη, αδιάλειπτη προσευχή, συνεχής χαρά εν Κυρίω Ιησού, ο φόβος της μέλλουσας κρίσης και της καταδίκης των ψυχών μας, η επιθυμία να υπομένουμε καρτερικά τα βάσανα για χάρη Του, με πίστη κι ελπίδα, η συγχώρηση των προσβολών, η θέαση του κόσμου αυτού σα να μην υπήρχε καθόλου, η συμμετοχή στα άγια μυστήρια, οι αγρυπνίες κι η νηστεία. Μνημονεύουμε τελευταία τη νηστεία όχι επειδή σαν όπλο δεν είναι σπουδαίο (μη γένοιτο!), αλλά επειδή το ευαγγέλιο της σημερινής ημέρας μιλάει για τη νηστεία και σκοπεύουμε να το σχολιάσουμε ιδιαίτερα.


«ὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ΄ 14-15). Αν συγχωρήσετε τα αμαρτήματα που σας έκαναν οι άλλοι, θα συγχωρήσει και ο ουράνιος Πατέρας τα δικά σας αμαρτήματα· αν όμως εσείς δε συγχωρήσετε τα αμαρτήματα των άλλων, ούτε και τα δικά σας αμαρτήματα θα συγχωρήσει ο ουράνιος Πατέρας.


Έτσι αρχίζει το σημερινό ευαγγέλιο. Γιατί αρχίζει έτσι; Ίσως διερωτηθείς: Τι σχέση έχει αυτό με τη νηστεία; Συνδέεται και μάλιστα πολύ στενά. Υπάρχει επίσης πολύ στενή σχέση ανάμεσα στη νηστεία και στο τέλος του σημερινού ευαγγελίου, όπου δεν αναφέρεται η νηστεία, αλλά η θησαύριση των αγαθών όχι στη γη αλλά στον ουρανό, εκεί όπου ούτε ο σκόρος ή η σαπίλα μπορούν ν’ αφανίσουν, άλλ’ ούτε οι κλέφτες να κλέψουν. Όταν τη νηστεία την κατανοούμε όπως πρέπει, με χριστιανική κι όχι με νομικίστικη αντίληψη, δηλαδή με φαρισαϊκό τρόπο, τότε η συγχώρηση των προσβολών και η αποχή από την απληστία είναι νηστεία και μάλιστα η πιο σπουδαία νηστεία ή, αν θέλεις, ο πολυτιμότερος καρπός της νηστείας. Η αποχή μόνο από τροφή, αν δεν αποφεύγουμε ταυτόχρονα την ανταπόδοση στις προσβολές που μας έκαμαν ή αν προσκολλιόμαστε στα εγκόσμια πλούτη, έχει πραγματικά πολύ λίγη αξία.


Ο Κύριος δε μας δίνει εντολή με τη δύναμη της αυθεντίας Του όταν λέει πως πρέπει να συγχωρούμε τις αμαρτίες των ανθρώπων. Μας αφήνει στην ελεύθερη επιλογή μας να συγχωρήσουμε ή όχι. Την ελευθερία μας δε θα την παραβιάσει, δε θα μας πιέσει να κάνουμε κάτι, γιατί τότε το έργο αυτό δε θα είναι δικό μας αλλά δικό Του. Και τότε δε θα έχει την αξία που θα είχε αν το κάναμε ελεύθερα, με τη θέληση μας. Είναι αλήθεια ότι τις εντολές δεν τις δίνει με δύναμη εξουσίας, με αυθεντία. Απλά μάς επισημαίνει τι θα πάθουμε σε αντίθετη περίπτωση: Οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Και ποιος άλλος, έκτος από το Θεό, θα συγχωρήσει τις αμαρτίες μας; Κανένας, ούτε στον ουρανό ούτε στη γη. Κανένας απολύτως.


Οι άνθρωποι δε θα μας συγχωρήσουν, επειδή δεν τους συγχωρήσαμε. Ο Θεός δε θα μας συγχωρήσει, αφού οι άνθρωποι δε μας συγχωρούν. Πού βρισκόμαστε τότε και πού θα βρεθούμε; Θα περάσουμε τις μέρες μας κάτω από ένα βουνό αμαρτίες. Και στην άλλη ζωή το βάρος αυτού του βουνού θα βαρύνει ακόμα περισσότερο, σε όλη την αιωνιότητα. Γι’ αυτό ας ασκηθούμε να μην ανταποδίδουμε προσβολές στις προσβολές και κακό στο κακό ή να πληρώνουμε την αμαρτία με αμαρτία. Όταν βλέπεις έναν μεθυσμένο πεσμένο στη λάσπη, θα ξαπλώσεις και συ δίπλα του; Δε θα προσπαθήσεις να τον σηκώσεις και να τον βγάλεις από τη λάσπη; Κάθε αμαρτία είναι λάσπη και κάθε πάθος είναι μέθη. Αν ο αδερφός σου έχει βυθίσει την ψυχή του στη λάσπη της αμαρτίας, γιατί θ’ αφήσεις και τη δική σου ψυχή να κυλιστεί στην ίδια λάσπη; Πρέπει ν’ αποφύγεις εκείνο που κάνει ο αδερφός σου, να βιαστείς να τον βγάλεις από τη λάσπη, να τον καθαρίσεις, ώστε ό ουράνιος Πατέρας σου να σηκώσει και σένα, να σε καθαρίσει από κάθε αμαρτία και στην τελική κρίση να σε τοποθετήσει μαζί με τους αγγέλους.


Και συνεχίζει ο Κύριος: «Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν» (Ματθ. στ΄ 16). Όταν νηστεύετε δεν πρέπει να φαίνεστε σκυθρωποί και κατηφείς, όπως οι υποκριτές. Αυτοί αλλοιώνουν το πρόσωπο τους για να φαίνεται μαραμένο, ώστε να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Αυτοί ότι μισθό είχαν να πάρουν, τον πήραν ήδη. Οι υποκριτές δε νηστεύουν για το Θεό, ούτε για την ψυχή τους. Αυτοί το κάνουν από ανθρωπαρέσκεια, για να τους βλέπουν οι άνθρωποι ότι νηστεύουν και να τους επαινούν. Άλλ’ επειδή όλοι οι άλλοι άνθρωποι δε γίνεται να τους παρατηρούν κάθε μέρα τι τρώνε και τι πίνουν, αυτοί αγωνίζονται να φαίνονται πως νηστεύουν, να το διαβάζουν αυτό οι άλλοι στα πρόσωπα τους.


Παραμορφώνουν τα πρόσωπα τους, τα κάνουν να φαίνονται ωχρά και λυπημένα, κάτισχνα και μαραμένα. Δεν πλένουν τα πρόσωπα τους, ούτε και χρησιμοποιούν αρώματα. Κι οι άνθρωποι τούς κοιτάζουν και τους θαυμάζουν, τους επαινούν. Οι άνθρωποι τους ανταμείβουν με το θαυμασμό τους, τους δίνουν το τίμημα της νηστείας τους. Τότε τι άλλο μπορούν να περιμένουν από το Θεό; Αυτοί δεν νήστεψαν για το Θεό αλλά για τους ανθρώπους. Τι σόι πληρωμή αναζητούν για την ψυχή τους; Αφού δε νήστεψαν για χάρη της ψυχής τους αλλά για χάρη των ανθρώπων. Κι οι άνθρωποι τούς εγκωμίασαν γι’ αυτό, τους πλήρωσαν. Την ανταμοιβή τους την έλαβαν. Ο Θεός δεν τους χρωστά τίποτα, ούτε και θα τους ανταμείψει στη μέλλουσα ζωή για τη νηστεία τους.



«Σὺ δὲ νηστεύων» συνεχίζει ο Κύριος, «ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ΄ 17-18). Εσύ όταν νηστεύεις να περιποιείσαι τα μαλλιά σου και να πλένεις το πρόσωπο σου, για να μη δείχνεις στους ανθρώπους πως νηστεύεις. Αυτό ας το βλέπει ο ουράνιος Πατέρας σου που βλέπει και τα πιο απόκρυφα πράγματα. Κι Εκείνος που βλέπει τα κρυφά, θα σου ανταποδώσει τον κόπο της νηστείας σου φανερά. Αυτός είναι ο πιο σπουδαίος κανόνας που μας έχει δοθεί για τη νηστεία. Κι η άμεση σημασία του είναι καθαρή. Τη νηστεία την κάνεις για το Θεό και για τη σωτηρία της ψυχής σου, όχι για τους ανθρώπους.


Δεν έχει καμιά εντελώς αξία αν οι άνθρωποι βλέπουν ή ξέρουν πως εσύ νηστεύεις. Κι είναι πραγματικά πολύ πιο καλό για σένα να μην ξέρουν. Από τους ανθρώπους δεν περιμένεις καμιά ανταμοιβή για τη νηστεία σου. Τι μπορούν να σου δώσουν εκείνοι, αφού περιμένουν, όπως και συ, τα πάντα από το Θεό; Εκείνο πού έχει σημασία, που αξίζει, είναι να βλέπει και να γνωρίζει ο Θεός. Κι ο Θεός θα δει οπωσδήποτε. Είναι αδύνατο να κρύψεις κάτι απ’ Αυτόν. Γι’ αυτό μην επιδείχνεις τη νηστεία σου με οποιοδήποτε τρόπο. Ό Θεός το διαβάζει μέσα σου αυτό, στην ίδια την καρδιά σου. Όπως έβαζες αρωματικό λάδι στο κεφάλι σου προτού νηστέψεις, το ίδιο κάνε και τώρα. Όπως έλουζες το πρόσωπο σου πριν από τη νηστεία, λούσε το κι όταν νηστεύεις. Είτε το κάνεις αυτό είτε δεν το κάνεις, δεν πρόκειται ν’ αυξήσει το μισθό σου. Είτε το κάνεις είτε όχι, ούτε θα σε σώσει, ούτε και θα σε οδηγήσει στην απώλεια.


Τα λόγια αυτά του Χριστού όμως (ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι), που ειπώθηκαν τόσο επιγραμματικά, έχουν και το δικό τους βαθύτερο εσωτερικό νόημα. Αν ο Κύριος είχε κατά νου μόνο το σωματικό κεφάλι και πρόσωπο, σίγουρα δε θα μας έδινε την εντολή πως, όταν νηστεύουμε, πρέπει ν’ αλείψουμε το κεφάλι και να λούζουμε το πρόσωπο μας. Θα είχε πει πως, σχετικά με τούς καρπούς της νηστείας, είναι εντελώς δευτερεύουσας σημασίας το γεγονός πως αλείφουμε ή όχι το κεφάλι μας, λούζουμε ή δε λούζουμε το πρόσωπο μας. Είναι φανερό πως στα λόγια αυτά κρύβεται ένα άλλο, μυστικό νόημα. Διαφορετικά, αυτός που εξηγεί τις εντολές του Χριστού επιφανειακά κι όταν νηστεύει αρχίζει ν’ αλείφει με λάδι το κεφάλι του και να λούζει το πρόσωπο του, θα πέσει στην αντίθετη μορφή της υποκρισίας. Γιατί θα φανερώνει πάλι στους ανθρώπους τη νηστεία του, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Μα αυτό είναι που ο Χριστός ήθελε να διδάξει στους ανθρώπους, πως δεν πρέπει να κάνουν. Δεν υπάρχει αμφιβολία λοιπόν πως η εντολή αυτή έχει το βαθύτερο εσωτερικό της νόημα. Ποιό είναι αυτό;


Το νόημα της εντολής αυτής μοιάζει με κείνο που έδωσε ο απόστολος Παύλος στην περιτομή. Ο μεγάλος απόστολος περισσότερη έμφαση έδωσε στην περιτομή της καρδιάς, που τη θεώρησε ως σωστική αρχή. Την άλλη περιτομή, τη σωματική, τη λογάριασε σαν δευτερεύουσας σημασίας, πως δεν έχει καμιά διαφορά από τη μη περιτομή (βλ. Γαλ. στ΄ 15, Ρωμ. β΄ 29). Ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν επομένως σημαίνει: Χρίσε το νου σου με το Άγιο Πνεύμα. Το κεφάλι υπονοεί το νου, την ψυχή ολόκληρη. Το άρωμα του μύρου με το όποιο χρίεται το κεφάλι υποδηλώνει το Άγιο Πνεύμα. Κι αυτό σημαίνει πως πρέπει ν’ απέχεις από κάθε πονηρή σκέψη και ν’ αποφεύγεις κάθε αργό και άσεμνο λόγο. Αντίθετα μάλιστα, πρέπει να γεμίζεις το νου σου με σκέψεις θεϊκές, με στοχασμούς ιερούς για την αγνότητα, την πίστη, την αγάπη και όλα εκείνα που προσελκύουν το Άγιο Πνεύμα.


Το ίδιο να κάνεις και με τη γλώσσα σου, αφού νους και γλώσσα είναι το ίδιο. Φρόντιζε είτε ν’ απέχεις εντελώς από το να μιλάς ή, όταν διακόπτεις τη σιωπή σου, να λες μόνο όσα αναφέρονται στη δόξα του Θεού και τη σωτηρία των ανθρώπων. Μα και με την καρδιά σου το ίδιο πρέπει να κάνεις. Ν’ απέχεις από το φθόνο και την κακία, τη ζήλεια και την υπερηφάνεια, τις βλασφημίες και τις ύβρεις εναντίον του Θεού και των ανθρώπων, από κάθε αμαρτία ή και αμαρτωλή επιθυμία, από κάθε πάθος και λαγνεία. Φυλάξου απ’ όλ’ αυτά και άφησε ελεύθερο το Άγιο Πνεύμα να φυτέψει στην καρδιά σου κάθε αγαθό και θεϊκό δέντρο, κάθε θεάρεστο και ουράνιο άνθος. Με τον ίδιο τρόπο να χρησιμοποιήσεις τη θέληση της ψυχής σου. Νήστεψε από κάθε αμαρτωλή κλίση, από κάθε αμαρτωλή πράξη, φύλαξε τον εαυτό σου από κάθε πονηρό. Έτσι θα επιτρέψεις στο Άγιο Πνεύμα να χρίσει τη σκληρυμένη καρδιά σου με το άγιο μύρο, να γειάνει τις πληγές της, να τη στρέψει προς έργα αγαθά και να τη γεμίσει με πόθο για οτιδήποτε καλό και θεάρεστο.


Αυτό είναι το νόημα της φράσης ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν. Με άλλα λόγια μας λέει ο Χριστός πως πρέπει να χαλιναγωγήσουμε και να περιορίσουμε από κάθε κακία τον εσωτερικό μας άνθρωπο, που αξίζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, και να τον στρέψουμε προς κάθε αγαθό. Τώρα, τί σημαίνουν τα λόγια καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι; Το πρόσωπο υποδηλώνει τον εξωτερικό, τον σωματικό και αισθησιακό άνθρωπο – το σώμα του άνθρωπου. Ή ψυχή αποκαλύπτεται στον κόσμο μέσα από το σώμα. Για το Θεό, πρόσωπο του άνθρωπου είναι η ψυχή, για τον κόσμο όμως είναι το σώμα. Με τις σωματικές αισθήσεις και τα αισθητήρια όργανα δείχνουμε στον κόσμο τι σκεφτόμαστε, τι νιώθουμε και τι θέλουμε. Η γλώσσα λέει όσα ο νους σκέφτεται, τα μάτια δείχνουν τα αισθήματα της καρδιάς και τα πόδια οδηγούν εκεί που η ψυχή θέλει.


Τὸ πρόσωπόν σου νίψαι σημαίνει: Να καθαρίσεις το σώμα σου από τη διάπραξη κάθε αμαρτίας, κάθε ακαθαρσίας και κάθε πονηρίας. Φύλαξε τις αισθήσεις σου από κάθε τι το επιπόλαιο και επικίνδυνο. Περιόρισε τα μάτια σου ώστε να μην περιεργάζονται διαρκώς τα περίεργα αυτού του κόσμου. Περιόρισε τ’ αυτιά σου να μην ακούνε αυτά που δε συντελούν στην ψυχική σου σωτηρία. Περιόρισε τη μύτη σου, ώστε η ψυχή σου να μην οσμίζεται το άρωμα αυτού του κόσμου, που γρήγορα μεταβάλλεται σε βρωμιά. Περιόρισε το στομάχι σου, για να μην επιθυμεί συνέχεια περισσότερη τροφή και ποτό. Χαλιναγώγησε το σώμα σου ολόκληρο, να μη γίνει ευαίσθητο και απαιτεί από σένα περισσότερα από εκείνα που είναι απαραίτητα για την επιβίωση του. Πρέπει να συγκρατήσεις τα χέρια σου ώστε να μη χτυπάνε και βασανίζουν ανθρώπους ή και ζώα. Συγκράτησε τα πόδια σου για να μη σε οδηγούν στην αμαρτία, σε ανόητες ψυχαγωγίες και άθεες διασκεδάσεις, σε τσακωμούς και σε κλοπές. Σε αντίθεση προς όλ’ αυτά πρέπει ν’ αλλάξεις το σώμα σου ολόκληρο, να το κάνεις πραγματικό ναό της ψυχής κι όχι ταβέρνα όπου συχνάζουν οι ληστές για να μοιράσουν τα κλοπιμαία τους και να σχεδιάσουν καινούργιες εξορμήσεις. Το σώμα σου πρέπει να το κάνεις ναό του Ζώντος Θεού.


Αυτό το νόημα έχουν τα λόγια τὸ πρόσωπόν σου νίψαι. Αυτή είναι ή νηστεία που οδηγεί στη σωτηρία. Αυτή τη νηστεία συνιστά ο Κύριος. Μια νηστεία που είναι ελεύθερη από υποκρισία, που εκβάλλει τα πονηρά πνεύματα και βοήθα τον άνθρωπο να καταγάγει ένδοξη νίκη, που θα του αποφέρει πλούσιους καρπούς, τόσο στην παρούσα ζωή όσο και στη μέλλουσα. Αξίζει να επισημάνουμε πως ο Κύριος μιλάει πρώτα για το κεφάλι κι υστέρα για το πρόσωπο, πρώτα για την ψυχή κι ύστερα για το σώμα. Οι υποκριτές νήστευαν μόνο σωματικά κι έδειχναν τη νηστεία τους στους ανθρώπους με σωματικά μέσα. Ο Χριστός αντίθετα, βάζει την πνευματική νηστεία στην πρώτη θέση. Πρώτη τοποθετεί τη νηστεία της ψυχής κι έπειτα την εξωτερική, του σώματος. Μ’ αυτό δε θέλει να υποβαθμίσει τη σωματική νηστεία -αφού κι ο ίδιος άσκησε τη νηστεία αυτή- αλλά για να καθαρίσει πρώτα την ψυχή κι έπειτα τον καθρέφτη της ψυχής.


Ο άνθρωπος πρέπει ν’ αγωνιστεί, να ενστερνιστεί τη νηστεία πρώτα με το νου, την καρδιά και τη θέλησή του και μετά να την εφαρμόσει πρόθυμα με το σώμα, όπως κάνει κι ο καλλιτέχνης, που πρώτα μορφώνει την εικόνα στην ψυχή του και μετά την πραγματοποιεί με τα χέρια του. Η σωματική νηστεία πρέπει να γίνεται με χαρά, όχι με λύπη. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος χρησιμοποιεί τις λέξεις ἄλειψαι και νίψον. Όπως οι ουσίες αυτές δίνουν ευχαρίστηση και ξεκούραση στο σώμα έτσι και η νηστεία, τόσο η σωματική όσο κι η ψυχική, πρέπει να δίνει χαρά κι ευχαρίστηση στην ψυχή του ανθρώπου. Η νηστεία είναι όπλο, ένα πολύ δυνατό όπλο στον πόλεμο με τα πονηρά πνεύματα. Ο στρατιώτης που την ώρα της μάχης θα χάσει το όπλο του πέφτει κάτω, γιατί δεν έχει άλλη επιλογή. Είτε θα τραπεί σε φυγή, είτε θα παραδοθεί. Όταν όμως του δώσουν όπλα χαίρεται, γιατί τότε μπορεί να σταθεί στη θέση του και ν’ αποκρούσει τον εχθρό. Πώς μπορεί να μη χαρεί ο χριστιανός όταν οπλίζεται με τη νηστεία εναντίον των πιο φοβερών αντιπάλων του; Πώς να μη σκιρτήσει από χαρά ή καρδιά του και να μη λάμψει το πρόσωπο του όταν κρατά στα χέρια του ένα όπλο, που με το που το βλέπουν οι εχθροί του συγχύζονται και το βάζουν στα πόδια;


Η λαιμαργία κάνει μελαγχολικό τον άνθρωπο, τον φοβίζει, ενώ η νηστεία τον ευφραίνει, του δίνει κουράγιο. Η λαιμαργία προκαλεί κι άλλη λαιμαργία, ακόμα μεγαλύτερη, ενώ η νηστεία ενισχύει την αντοχή, την κάνει πιο ισχυρή. Ο βασιλιάς Δαβίδ άσκησε τη νηστεία τόσο πολύ, ώστε αναφωνούσε ο ίδιος: «τὰ γόνατά μου ἠσθένησαν ἀπὸ νηστείας» (Ψαλμ. ρη΄ 24). Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη χάρη που λαμβάνει από τη νηστεία, τότε θέλει να νηστεύει όλο και περισσότερο. Κι οι δωρεές που φέρνει η νηστεία είναι αμέτρητες. Με τη νηστεία ο άνθρωπος ελαφραίνει και το σώμα και το πνεύμα του από το βάρος του πνευματικού σκότους και παχύτητας. Το σώμα του γίνεται ελαφρύ, ζωντανό και το πνεύμα του φωτεινό και καθαρό. Με τη νηστεία ο άνθρωπος υψώνει την ψυχή του πάνω από τα γήινα δεσμά και εισχωρεί μέσα από το σκότος της κτηνώδους ζωής στο φως της βασιλείας του Θεού, στην αληθινή του πατρίδα.


Η νηστεία ενισχύει τον άνθρωπο, τον κάνει αποφασιστικό και θαρραλέο μπροστά σε δαίμονες και ανθρώπους. Η νηστεία κάνει τον άνθρωπο γενναιόδωρο, πράο, εύσπλαχνο και υπάκουο». Με τη νηστεία ο Μωυσής αξιώθηκε να λάβει τις δέκα εντολές από τον ίδιο τον Θεό Με τη νηστεία ο Ηλίας έκλεισε τους ουρανούς και δεν έβρεξε για τρία χρόνια. Με τη νηστεία προκάλεσε τη φωτιά που έπεσε από τον ουρανό πάνω στους ειδωλολάτρες. Με τη νηστεία εξαγνίστηκε τόσο πολύ, ώστε αξιώθηκε να συνομιλήσει στο όρος Χωρήβ με τον Θεό. Με τη νηστεία ο Δανιήλ σώθηκε από τα δόντια των λεόντων και οι τρεις παίδες γλύτωσαν από την κάμινο του πυρός. Με τη νηστεία ο Βασιλιάς Δαβίδ ύψωσε την καρδιά του στον Κύριο και η χάρη του Θεού τον επισκίασε. Έτσι έγραψε και έψαλε τους γλυκύτατους και ανυπέρβλητους ψαλμούς που ανύψωναν όλους τους προ Χριστού ανθρώπους στον Θεό. Με τη νηστεία ο βασιλιάς Ιωσαφάτ κατατρόπωσε τους εχθρούς του, τους Αμμωχήτες και τους Μωαβίτες. Με τη νηστεία οι Εβραίοι σώθηκαν από την καταδίωξη του Αμάν (βλ. Εσθήρ κεφ. δ΄). Με τη νηστεία η πόλη της Νινευί σώθηκε από την καταστροφή που είχε προφητέψει ο προφήτης Ιωνάς. Με τη νηστεία ο Ιωάννης ο Βαπτιστής έγινε ο «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν».


Οπλισμένος με τη νηστεία ο όσιος Αντώνιος συνέτριψε τις ορδές των δαιμόνων και τις εκδίωξε. Αλλά τι λέω; Μόνο ο όσιος Αντώνιος; Αμέτρητο πλήθος χριστιανών αγίων, άνδρες και γυναίκες, εξαγνίστηκαν με τη νηστεία, ενδυναμώθηκαν με τη νηστεία και έγιναν οι μεγαλύτεροι ήρωες στην ανθρώπινη ιστορία. Γιατί κατόρθωσαν να κατανικήσουν εκείνον που ήταν ο ανυπέρβλητος εχθρός τους: τον εαυτό τους. Και με τη νίκη κατά του εαυτού τους, κατατρόπωσαν ταυτόχρονα τον κόσμο και τον σατανά. Ο Άγιος Βασίλειος λέει: «Η νηστεία ενδυναμώνει το νου». Ο Άγιος Διόδωρος: «Οι πραγματικοί ασκητές απέχουν από τροφές όχι επειδή λογαριάζουν τις ίδιες σαν κάτι κακό, αλλά επειδή με την αποχή και την εγκράτεια θέλουν να χαλιναγωγήσουν τα φλεγόμενα μέλη τους». Κι ο Άγιος Ιερώνυμος: «Στο Θεό, το Δημιουργό και Κύριο του Σύμπαντος, ο ήχος του στομάχου που γουργουρίζει δεν είναι απαραίτητος, χωρίς αυτόν όμως δεν μπορεί να υπάρξει αγνότητα».


Και σε τελευταία ανάλυση, ο ίδιος ο Κύριος δεν ξεκίνησε το θείο έργο της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους με μια μακρά, σαρανταήμερη νηστεία; Μ’ αυτόν τον τρόπο δε μας έδειξε καθαρά πως, σαν χριστιανοί πρέπει να κάνουμε σοβαρό ξεκίνημα με τη νηστεία; Πρώτα η νηστεία. Και μετά όλα τ’ άλλα έρχονται μαζί της. Με το δικό Του παράδειγμα ο Κύριος μας δίδαξε πόσο σπουδαίο όπλο είναι η νηστεία. Με το όπλο αυτό κατατρόπωσε το σατανά στην έρημο και αντιμετώπισε τα τρία σατανικά πάθη με τα οποία τον πείραξε ο διάβολος, δηλαδή τα πάθη της άνεσης, της φιλοδοξίας και της φιλαργυρίας. Αυτές είναι οι τρεις ολέθριες πλεονεξίες, οι τρεις μεγαλύτερες παγίδες που μέσα τους προσπαθεί ο εχθρός του ανθρώπινου γένους να παγιδεύσει τους στρατιώτες του Χριστού. Η φιλαργυρία ανοίγει την πόρτα και σε άλλα πάθη. Σύμφωνα με τα λόγια του αποστόλου, είναι «ρίζα πάντων τῶν κακῶν» (Α΄ Τιμ. στ΄ 10).


Γι’ αυτό κι ο Κύριος τελειώνει τη διδαχή Του για τη νηστεία με την προειδοποίηση να μην αγαπάμε το χρήμα, ν’ αποφεύγουμε την ολέθρια συγκέντρωση υλικών αγαθών, που απομακρύνει την καρδιά μας από το Θεό και την προσκολλά στη γη. «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει καὶ κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι· θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν. ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. στ΄ 19-21). Μη μαζεύετε θησαυρούς στη γη, που κινδυνεύουν να καταστραφούν από το σκόρο ή να κλαπούν από τους ληστές. Είναι καλύτερα να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν κινδυνεύουν ούτε από σκόρο ούτε από ληστές. Γιατί εκεί που βρίσκεται ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι προσκολλημένη κι η καρδιά σας.


Όποιος συνάζει επίγεια αγαθά, είναι σα να συγκεντρώνει φόβο και βάσανα. Χάνεται ο ίδιος μέσα στους θησαυρούς του, η καρδιά του μοιάζει να ’ναι καλυμμένη με σκόνη. Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός λέει: «Πολλοί άγιοι τον παλιό καιρό, είναι αλήθεια ότι κατείχαν μεγάλα πλούτη, όπως ο Αβραάμ, ο Ιώβ, ο Δαβίδ και πολλοί άλλοι. Δεν είχαν όμως το πάθος του πλουτισμού, γιατί λογάριαζαν όλα τα πλούτη τους σαν αγαθά και υπάρχοντα του Θεού». Βρισκόμαστε πάντα μαζί με τους θησαυρούς μας, είτε αυτοί βρίσκονται στη γη είτε στον ουρανό. Η σκέψη μας είναι στους θησαυρούς μας, η καρδιά μας επίσης, το ίδιο κι η θέλησή μας – είτε στη γη είτε στον ουρανό. Είμαστε τόσο δεμένοι με τους θησαυρούς μας, όσο κι ένα ποτάμι με τον παραπόταμό του –είτε στη γη είτε στον ουρανό. Αν συγκεντρώνουμε θησαυρούς στη γη, για κάποιο διάστημα θα είμαστε πλούσιοι, στην αιωνιότητα όμως θα ’μαστε φτωχοί. Αν συνάζουμε θησαυρούς στον ουρανό, θα ’μαστε στερημένοι για κάποιο διάστημα στη γη, αλλά πλούσιοι στην αιωνιότητα. Στη θέλησή μας απόκειται να διαλέξουμε το ένα ή το άλλο. Στην ελευθερία της επιλογής αυτής βρίσκεται η δόξα μας, καθώς και τα βάσανά μας. Αν διαλέξουμε τους αιώνιους θησαυρούς, που δεν κινδυνεύουν ούτε από το σκόρο ούτε από τους ληστές, η δόξα μας θα ’ναι αιώνια. Αν όμως διαλέξουμε τους άλλους θησαυρούς, που πρέπει να τους προστατεύουμε από το σκόρο και τους ληστές, αιώνια θα είναι τα βάσανά μας.


Το βαθύτερο νόημα των επίγειων θησαυρών περιλαμβάνει βέβαια και κάθε εγκόσμια γνώση, επιστήμη και πολιτισμό, όταν αυτά διαχωρίζονται από το Θεό και το ευαγγέλιο. Η λήθη καταστρέφει το θησαυρό αυτόν όπως ο σκόρος, οι δυστυχίες και τα βάσανα της ζωής τον σαπίζουν όπως η σκουριά, και το πονηρό πνεύμα τον υποσκάπτει και τον κλέβει σαν κλέφτης και ληστής. Το να διαλέξουμε τον ουράνιο θησαυρό, σύμφωνα με το βαθύτερο νόημα των λόγων του Κυρίου, σημαίνει να εμπλουτίσουμε το νου μας με τη γνώση της ύπαρξης του Θεού και του θελήματός Του, να γεμίσουμε τις καρδιές και τις ψυχές μας με τη γνώση του ευαγγελίου, αφού τέτοιος θησαυρός δεν εκτίθεται για να φθαρεί ή να κλαπεί. Όταν αποκτήσουμε τέτοιο θησαυρό, τον αποθέτουμε αμέσως στα χέρια του Θεού για ασφαλή φύλαξη. Και ό,τι φυλάει ο Θεός, δεν έχει κίνδυνο ούτε από σκόρο ούτε κι από ληστές.


Τον θησαυρό αυτό ο Θεός τον έχει έτοιμο για να μας προϋπαντήσει όταν, μετά το θάνατό μας, πορευτούμε να τον συναντήσουμε. Ο θησαυρός αυτός θα μας οδηγήσει μπροστά στο Θεό. Όλοι οι άλλοι θησαυροί που είχαμε αποκτήσει στη γη και που μας χώριζαν ή μας απομάκρυναν από κοντά Του, θα μας χωρίσουν και θα μας απομακρύνουν από Εκείνον στον ουρανό αιώνια. Αφού οι καρδιές μας προσκολλήθηκαν στους επίγειους θησαυρούς, οι ψυχές μας παραδόθηκαν στο σατανά. Θα γίνουμε τότε σαν τους στρατιώτες που δεν πίστευαν στο σκοπό τους κι έτσι παραδόθηκαν στους μανιασμένους και ύπουλους εχθρούς τους. Όσο έχουμε ακόμα καιρό, ας ανοίξουμε τα μάτια μας. Ας πιστέψουμε με σιγουριά πως η τελική νίκη δεν ανήκει στο σατανά και τους υπηρέτες του, αλλά στο Χριστό, το βασιλιά και αρχηγό μας. Ας κάνουμε γρήγορα λοιπόν, ας αναλάβουμε το νικηφόρο όπλο με το οποίο μας όπλισε ο Χριστός για τη μάχη, την πολύτιμη νηστεία. Το όπλο αυτό που έχουμε στα χέρια μας, το λαμπρό, που εμείς το κουβαλάμε με καμάρι, αλλά για τον εχθρό μας είναι φοβερό και τρομερό.


Ας αποφύγουμε το υπερβολικό φαγητό και ποτό για να μην αποκάμει η καρδιά μας, για να μη βυθιστεί στο σκοτάδι και τη φθορά. Ας μην επιδιώξουμε επίγειους θησαυρούς, για να μην επιτρέψουμε στο σατανά να μας κάνει να παραιτηθούμε από τη μάχη και να μας απομακρύνει από το Χριστό. Κι όταν νηστεύουμε, ας μην το κάνουμε για να μας επαινέσουν οι άνθρωποι αλλά για τη σωτηρία της ψυχής μας και για τη δόξα του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, που τον δοξολογούν οι άγγελοι στον ουρανό και οι όσιοι και δίκαιοι στη γη, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



*Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010. *Εκ του ιστολογίου  «Κηρύγματα» της 1.3.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF