ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

270 ΕΤΗ ΑΠΟ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ / ΡΑΝΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ



Μία σημαντικὴ ἐπέτειος (1755 / 6-2025 /6) 


Τὰ 270 ἔτη ἀπὸ τῆς συνοδικῆς καταδίκης τοῦ βαπτίσματος / ραντίσματος τῶν Λατίνων1 


Α´. Τὸ ἔτος 1755 ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΔ´ (1740 -1758) βοῦλλα, ἡ ὁποία ἀνεγνώριζε τὸ ἔγκυρο τῶν Ὀρθοδόξων Μυστηρίων καὶ Τελετῶν, μετὰ ἀπὸ σχετικὴ ὑπόδειξι τῶν Ἰησουϊτῶν καὶ Οὐνιτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἰδιαίτερη ἔντασι ἐδραστηριοποιοῦντο προσηλυτιστικῶς στὴν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολὴν καὶ διέδιδαν, ὅτι δῆθεν δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Λατίνων, ἰδίως μάλιστα στὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, ὥστε νὰ προσελκύουν τοὺς Εὐσεβεῖς στὸν Παπισμό. Ἐν τῷ μεταξύ, εἶχε προηγηθῆ βαθὺς διχασμὸς στὴν Κωνσταντινούπολι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν ἀποδοχῆς τοῦ βαπτίσματος / ραντίσματος τῶν Δυτικῶν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπταν αὐτὸ ὡς «ψευδώνυμον», ἐφ᾿ ὅσον ἐτελεῖτο διὰ ραντισμοῦ καὶ ὄχι διὰ τριῶν πλήρων καταδύσεων.


ξ αἰτίας τῶν μακρῶν καὶ ζωηρῶν ἐρίδων, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε´ (α. 1748-1751, β. 1752-1757), συνεκάλεσε Σύνοδον τὸν Ἰούλιο τοῦ 1755, στὴν ὁποίαν ἔλαβαν μέρος καὶ οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος (1746-1765) καὶ Ἱεροσολύμων Παρθένιος (1737-1766). Ἡ ἱερὰ αὐτὴ Σύνοδος κατεδίκασε καὶ Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις «Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα... Διὰ τοῦτο κἀγὼ ὁ τάλας, δεδοικὼς τὸ Κριτήριον, λαλῶ». (Ὁσ. Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99, 1321) Πάπας Βενέδικτος ΙΔ´ (174-1758) Πατριάρχης ΚΠόλεως Κύριλλος Ε´. 2 ἀπέβαλε τὸ βάπτισμα / ράντισμα τῶν Λατίνων καὶ γενικῶς ὅλων τῶν Δυτικῶν, ἡ δὲ Πρᾶξις αὐτὴ (ὁ σχετικὸς Ὅρος ἐδημοσιεύθη τὸ 1756), εἶναι, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, μέχρι σήμερα ἡ τελευταία σχετικὴ ἐπίσημος ἀπόφασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 


Εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅτι οἱ καλύτεροι Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (π.χ. Εὐστράτιος Ἀργέντης, Εὐγένιος Βούλγαρις), ὁ Λαὸς καὶ οἱ Μοναχοὶ ἐτάχθησαν ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς στάσεως αὐτῆς τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Κυρίλλου Ε´, ὁ ὁποῖος εἶχε πάντα τὰ γνωρίσματα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου Ἀρχιερέως, ἐνστερνιζόμενος τὴν Ἡσυχαστική-Κολλυβαδικὴ Παράδοσι. Ἐν προκειμένῳ, εἶναι πολὺ σημαντικὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου Ε´ ὑπὸ τοῦ σπουδαίου λογίου τῆς ἐποχῆς του Σεργίου Μακραίου (1735; -1819): «Ἦν ... τὴν γνώμην εὐθύς, τὸν τρόπον ἁπλοῦς, εἰ καί τισι ποικίλος ἐδόκει, πρὸς τὰς πολλὰς μηχανὰς τῶν ἀντιπάλων πολλαχῶς ἀντιτασσόμενος, φιλάρετος, φιλάγαθος, ἐπιεικής, φιλομαθής, τῇ ἀναγνώσει τῶν θείων βιβλίων προσκείμενος, βίον ἡρημένος τὸν τελεώτερον, διὸ καὶ ἀγρυπνίας μείζονας καὶ νηστείας συνεχεστέρας ἐποίει, καὶ ἀκολουθίας ἐκκλησιαστικὰς μακροτέρας ἐφίλει, καὶ πρὸς πάντα γενναῖος ἐδόκει, ὀξύς τε περὶ τὰ πρακτέα, καὶ σφοδρὸς πρὸς τὰ δόξαντα, ἄτρεπτος καὶ ἀδεὴς πρὸς τὰ ἀντιπίπτοντα.


ντεῦθεν καὶ ζηλωτὴς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων διάπυρος ἐγνωρίζετο καὶ παρὰ παντὸς τοῦ λαοῦ διεθρυλεῖτο καὶ διαφερόντως ἠγαπᾶτο, τῇ ἀγλαΐᾳ τῶν ἰδίων ἀρετῶν συμπάντων τὰς ψυχὰς καταθέλγων καὶ ἐφελκόμενος, εἰ καὶ τὸν ἀληθῆ ζῆλον ἀνδρὸς ποικίλως συγκαλύψαι ἐτεχνῶντο οἱ διαβάλλοντες, πανοῦργον αὐτὸν ἀποκαλοῦντες, ὥσπερ οἱ αἱρετικοὶ αἱρετικὸν ἐδυσφήμουν τὸν ὀρθοδοξότατον...»2


Β´. Στοὺς κόλπους τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως (1920 κ.ἑ.) ἔγιναν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ γίνωνται ἐκτενεῖς συζητήσεις ἰδίως γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, μὲ τὸ Ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ εἴσοδος στὴν Μία καὶ Μοναδικὴ Ἐκκλησία. Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος. 3 Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ στὶς συζητήσεις αὐτὲς δὲν λαμβάνουν ὑπ᾿ ὄψιν τους τὴν Ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια, δὲν ἀκολουθοῦν τὴν Εὐαγγελική, Ἀποστολική, Συνοδικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοσι. Ἔχουν διατυπώσει εὐκρινέστατα τὴν ἀντορθόδοξη ἄποψι καὶ ἐπιμένουν εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ «πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης» μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν Παπικῶν «προέρχεται ἐκ τοῦ μοναδικοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν μυστηριακὴν ζωήν», ἐφ᾿ ὅσον «ὡς ἐκ τοῦ Βαπτίσματός των εἶναι ἐνσωματωμένοι εἰς τὸν Χριστόν»3 ! Ἐπίσης, στὸ Κείμενο τῆς Βελεμενδίου Ἑνώσεως (Λίβανος, Ἰούνιος 1993), ὑπεγράφη ἀπὸ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὰς καὶ τοῦ Βατικανοῦ μεταξὺ ἄλλων καὶ ἡ ἑξῆς δήλωσις, μὲ τὴν ὁποία διεκηρύχθη σαφέστατα ἡ αὐτο-συνειδησία τους, ὅτι Παπισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία εἶναι δῆθεν Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες, ἔχουν δῆθεν Κοινὰ Μυστήρια καὶ ἔχουν δῆθεν Κοινὲς Σωτηριολογικὲς Δυνατότητες:


«κατέρωθεν ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Του – ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχὴ εἰς τὰ αὐτὰ μυστήρια, κυρίως εἰς τὴν μίαν ἱερωσύνην τὴν τελοῦσαν τὴν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴν διαδοχὴν τῶν ἐπισκόπων – δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός»4. Εἶναι προφανέστατον, ὅτι ἡ Ἕνωσις τῶν ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν Οἰκουμενιστῶν στὸ Βελεμένδιο τοῦ Λιβάνου ἀπετέλεσε τὸν θρίαμβο τῆς παπικῆς διπλωματίας καὶ ἀπέδειξε μὲ τὸν πλέον ἀναμφισβήτητο τρόπο, ὅτι τὸ ἀρχικῶς θεωρούμενο ὡς μικρὸ καὶ δευτερεῦον ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ὡδήγησε στὴν ἀθέτησι τῶν μεγάλων καὶ πρωτευόντων, δηλαδὴ στὸν πλήρη ἐξοικουμενισμὸ καὶ ἐκλατινισμὸ τῶν ὀρθοδόξων.


Γ´. Εἶναι ὅμως καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο πολὺ ἐπίκαιρος ἡ ἀναδρομὴ στὸν Ὅρον τοῦ 1755 περὶ τοῦ λεγομένου βαπτίσματος τῶν Δυτικῶν, ἐφ᾿ ὅσον τὸ τελούμενο σήμερα βάπτισμα ἀκόμη καὶ στὰ ὅρια τῆς Καινοτομίας, δηλαδὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Νεοημερολογιτισμοῦ, τείνει νὰ καταστῆ κατ᾿ ἀκρίβειαν ράντισμα. Οἱ διαφορὲς ὅμως Βαπτιζομένου καὶ Ραντιζομένου εἶναι ἀγεφύρωτες, ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ τὶς ἐπισημαίνει ὁ ἀείμνηστος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ἐξ Οἰκονόμων (1780-1857): α) Ὁ πρῶτος «ἐνθάπτεται ὡς νεκρὸς ἐν τάφῳ», «καὶ πάλιν ἀνίσταται», εἰς «μίμησιν τοῦ Κυρίου». Ὁ δεύτερος «ἐπιβρεχόμενος, ἵσταται ὄρθιος» καὶ «οὔτε καταβαίνει, οὔτε πάλιν ἀναβαίνει... ὡς ἐκ τάφου». β) Ὁ α´ «διὰ τοῦ ἰδίου σώματος τὴν τριήμερον ταφὴν καὶ ἀνάστασιν ἐξεικονίζει». Ὁ β´ «αὐτὸς μὲν οὐδαμῶς ἐξεικονίζει τὸ μυστήριον», μὴ μετέχων εἰς τὸ γεγονὸς καθ᾿ αὑτό. Διὰ δὲ τοῦ ραντισμοῦ ὑφίσταται «ἀλλόκοτον καὶ παρὰ φύσιν... ἐνταφιασμόν». γ) Ὁ α´ «ἔχει τὸν τάφον... εἰς ὃν... καταβαίνει».


β´ «φέρει τὸν τάφον οἷον ἐπικείμενον ἐπὶ κεφαλῆς, κἀκεῖθεν κατερχόμενον μέχρι ποδῶν, οὗ τί ἂν γένοιτο ψευδέστερον;» 5 . Διαπιστώνεται λοιπόν, ὅτι ἦσαν ὄντως θεοφόροι καὶ θεοκίνητοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅταν ὑπεστήριζαν διὰ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ὅτι  «ἡ ἐν ὀλίγῳ τῆς ἀληθείας παρατροπή, τῇ ἀσεβείᾳ τὴν πάροδον δέδωκεν» 6. [ ἡ μικρὰ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἔχει δώσει εἴσοδο / δίοδο στὴν ἀσέβεια] . Ὅρος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας περὶ τοῦ βαπτίσματος τῶν Δυτικῶν [ Ἰούλιος 1755 ] † Πολλῶν ὄντων τῶν μέσων, δι᾿ ὧν τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀξιούμεθα καὶ τούτων, ὡς εἰπεῖν, κλιμακηδὸν ἀλληλενδέτων καὶ ἀλληλουχουμένων ὄντων, ἅτε δὴ πάντων πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος ἀφορώντων, πρῶτόν ἐστι τὸ τοῖς ἱεροῖς Ἀποστόλοις θεοπαράδοτον Βάπτισμα, οἷα δὴ τῶν λοιπῶν τούτου χωρὶς ἀπρακτούντων· «ἐὰν γάρ τις μὴ γεννηθῇ, φησίν, ἐξ ὕδατος καὶ πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»· ἔδει καὶ γὰρ ἀναγκαίως, τῆς πρώτης γεννήσεως ἐπὶ τὸν θνητὸν τουτονὶ βίον παραγαγούσης τὸν ἄνθρωπον, γέννησιν ἑτέραν ἐξευρεθῆναι καὶ τρόπον μυστικώτερον, μήτε ἀπὸ φθορᾶς ἀρχόμενον, μήτε εἰς φθορὰν καταλήγοντα, δι᾿ οὗ γένοιτ ᾿ ἂν ἡμῖν δυνατὸν μιμήσασθαι τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.


Τὸ γὰρ ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος ἐν τάξει μήτρας λαμβάνεται, καὶ τόκος τῷ τικτομένῳ γίνεται, ἧ φησιν ὁ Χρυσόστομος· τὸ δὲ ἐν τῷ ὕδατι ἐπιφοιτῶν Πνεῦμα ἐν τάξει Θεοῦ τὸ ἔμβρυον διαπλάττοντος· καὶ ὥσπερ Ἐκεῖνος μετὰ τὴν ἐν τάφῳ κατάθεσιν τριταῖος ἐπὶ τὴν ζωὴν ἀνεφοίτησεν, οὕτως οἱ πιστεύοντες, ἀντὶ τῆς γῆς, τὸ ὕδωρ ὑποδυόμενοι, ἐν τρισὶ καταδύσεσι τὴν τριήμερον ἑαυτοῖς χάριν τῆς Ἀναστάσεως ἐξεικονίζουσιν, ἁγιαζομένου τοῦ ὕδατος τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὡς ἂν τῷ μὲν φαινομένῳ ὕδατι τὸ σῶμα φωτίζοιτο, τῷ δὲ ἀοράτῳ Πνεύματι τὸν ἁγιασμὸν ἡ ψυχὴ λήψαιτο· ὡς γὰρ τὸ ἐν τῷ λέβητι ὕδωρ τῆς τοῦ πυρὸς μεταλαμβάνει θερμότητος, οὕτω τὸ ἐν τῇ κολυμβήθρα ὕδωρ τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Πνεύματος εἰς θείαν μεταστοιχειοῦται δύναμιν, καθαῖρον μὲν καὶ υἱοθεσίας ἀξιοῦν τοὺς οὕτω βαπτιζομένους, τοὺς δὲ ἄλλως πως τελουμένους, ἀντὶ καθάρσεως καὶ υἱοθεσίας ἀκαθάρτους καὶ σκότους υἱοὺς ἀποφαῖνον. 


πειδὴ τοιγαροὺν πρὸ χρόνων ἤδη τριῶν ζήτημα ἀνεφύη, εἰ τὰ παρὰ τὴν Παράδοσιν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ θείων Πατέρων καὶ παρὰ τὴν συνήθειαν καὶ διαταγὴν τῆς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελούμενα βαπτίσματα τῶν αἱρετικῶν δεκτά ἐστι, προσερχομένων ἡμῖν, ἡμεῖς, ἅτε θείῳ ἐλέει τῇ ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ἐντραφέντες, καὶ τοῖς Κανόσι τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων καὶ θείων Πατέρων ἑπόμενοι, καὶ μίαν μόνην γινώσκοντες τὴν ἡμετέραν ἁγίαν Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ταύτης τὰ Μυστήρια, ἑπομένως καὶ τὸ θεῖον Βάπτισμα, ἀποδεχόμενοι, τὰ δὲ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν, ὅσα μὴ ὡς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῖς ἱεροῖς Ἀποστόλοις διετάξατο καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι τῆς σήμερον ποιεῖ, ἐπιτελούμενα, ἐφευρέματα ἀνθρώπων διεφθαρμένων ὄντα, ὡς ἀλλόκοτα καὶ τῆς Ἀποστολικῆς ὅλης Παραδόσεως ἀλλότρια γινώσκοντες, ἀποστρεφόμεθα κοινῇ διαγνώσει. Καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσερχομένους ὡς ἀνιέρους καὶ ἀβαπτίστους δεχόμεθα, ἑπόμενοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ,  τῷ τοῖς Μαθηταῖς αὑτοῦ ἐντειλαμένῳ βαπτίζειν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»· 


τοῖς τε ἱεροῖς καὶ θείοις Ἀποστόλοις, διαταττομένοις ἐν τρισὶ καταδύσεσι καὶ ἀναδύσεσι τοὺς προσερχομένους βαπτίζειν καὶ ἐν ἑκάστῃ τῶν καταδύσεων ἓν ὄνομα ἐπιλέγειν τῆς ἁγίας Τριάδος· τῷ τε ἱερῷ καὶ ἰσαποστόλῳ Διονυσίῳ, λέγοντι «τρὶς ἐν κολυμβήθρᾳ ὕδωρ καὶ ἔλαιον ἡγιασμένα ἐχούσῃ τὸν προσερχόμενον παντὸς ἀμφίου γεγυμνωμένον βαπτίζειν, τὴν τρισσὴν τῆς θείας μακαριότητος ἐπιβοήσαντα ὑπόστασιν, καὶ εὐθὺς τῷ θεουργικωτάτῳ Μύρῳ τὸν βαπτισθέντα ἐπισφραγίζειν, καὶ μέτοχον ἀποφαίνειν λοιπὸν τῆς ἱεροτελεστικωτάτης Εὐχαριστίας· τῇ τε Δευτέρᾳ καὶ Πενθέκτῃ ἁγίαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, διαταττομέναις τοὺς μὴ βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις καὶ καταδύσεις καὶ ἐν ἑκάστῃ τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων Ὑποστάσεων μὴ ἐπιβοῶντας, ἀλλ᾿ ἄλλως πως βαπτιζομένους, ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι τῇ Ὀρθοδοξίᾳ προσιόντας. Τούτοις τοίνυν τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς Διατάγμασιν ἑπόμενοι καὶ ἡμεῖς, τὰ μὲν τῶν αἱρετικῶν βαπτίσματα, ὡς ἀπάδοντα καὶ ἀλλότρια τῆς ἀποστολικῆς θείας διατάξεως καὶ ὕδατα ἀνόνητα, ὡς ὁ ἱερὸς Ἀμβρόσιος καὶ ὁ μέγας φησὶν Ἀθανάσιος, καὶ ἁγιασμὸν μηδένα παρέχοντα τοῖς ταῦτα δεχομένοις, καὶ πρὸς κάθαρσιν ἁμαρτημάτων οὐδὲν ὠφελοῦντα, ἀπόβλητα καὶ ἀποτρόπαια ἡγούμεθα.


Τοὺς δ᾿ ἐξ αὐτῶν ἀβαπτίστως βαπτιζομένους ὡς ἀβαπτίστους ἀποδεχόμεθα, προσερχομένους τῇ Ὀρθοδόξῳ Πίστει, καὶ ἀκινδύνως αὐτοὺς βαπτίζομεν, κατὰ τοὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας, οἷς ἀραρότως ἐπιστηρίζεται ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἡ κοινὴ Μήτηρ πάντων ἡμῶν. Καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ κοινῇ ἡμῶν διαγνώσει καὶ ἀποφάνσει σφραγίζομεν τὸν Ὅρον ἡμῶν τοῦτον, ταῖς Ἀποστολικαῖς καὶ Συνοδικαῖς Διαταγαῖς συνάδοντα, διαβεβαιοῦντες αὐτὸν δι ᾿ ἡμετέρων ὑπογραφῶν.



Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳψνε´ .


 [1755] 


† Κύριλλος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης.


† Ματθαῖος ἐλέῳ Θεοῦ πάπας καὶ πατριάρχης τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας καὶ κριτὴς τῆς Οἰκουμένης.


† Παρθένιος ἐλέῳ Θεοῦ πατριάρχης τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλὴμ καὶ πάσης Παλαιστίνης.  




῾Υποσημειώσεις:


1. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανοῦ, 4/ 17.6.2025. ● Κύρια βοηθήματα: α. Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνοῦ, «Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα...», Ἀθῆναι 1983. β. Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα..., τόμος Β´, ἐν Ἀθήναις 1953. γ. Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα..., τ. Ε´, Ἀθήνησιν 1858. δ. Mansi, Sacrorum Conciliorum..., τ. 38, Parisiis 1907. ε. Εὐστρατίου Ἀργέντου, Ἄνθος τῆς Εὐσεβείας, ἔκδ. β´, Λειψία 1757. Ϛ. Εὐαγγέλου Α. Σκουβαρᾶ, Στηλιτευτικὰ Κείμενα τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος (κατὰ τῶν Ἀναβαπτιστῶν), Ἀθῆναι 1967. ζ. Ἑλένης Γ. Γιαννακοπούλου, Τὸ Βάπτισμα τῶν μὴ ὀρθοδόξων, 1453-1756..., ἔκδ. β´, Ἀθήνα 2015. η. Χρήστου Κ. Παπαθανασίου, Τὸ «κατ᾿ ἀκρίβειαν» Βάπτισμα καὶ οἱ ἐξ αὐτοῦ παρεκκλίσεις, Ἀθήνα 2001. ● Ὁ Ὅρος ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον τὸ 1756, στὸ ἔργο «Ραντισμοῦ Στηλίτευσις », σελ. ρογ´- ροϚ´. 2. Π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 62, ὑποσημ. 287. 3. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 18, Ἀθήνα 1997 («Κοινὸ Ἀνακοινωθὲν» πατριάρχου Βαρθολομαίου καὶ πάπα Ἰωάννου Παύλου Β´, Ρώμη 1995. Βλ. περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθμ. 520/31.7.1995, σελ. 20). 4. Ἐφημερ. «Καθολική», ἀριθμ. 2.705/20.7.1993, σελ. 3: «Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ σημερινὴ ἀναζήτησις τῆς πλήρους κοινωνίας», § 13 (Τὸ ἐπίσημο κείμενο τῆς «Ζ´ Ὁλομελείας τῆς Διεθνοῦς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου», Βελεμένδιον Λιβάνου, 17-24.6.1993). 5. Π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 42, ὑποσημ. 184. 6. Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, PG τ. 44, στλ. 1249. *Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, εδώ!


Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': Η ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ




Θεμελιώδεις Ἀρχὲς τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς. Eὐαγγελικὸς Δεκάλογος Μέρος Θ´.
Ἡ Θυσιαστικὴ Ἀγάπη 



† Κυριακὴ Θ´ Λουκᾶ, 17η Νοεμβρίου 2025 ἐκ. ἡμ.

† Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανοῦ



Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· 


῾ Ο Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν!... 


Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι!... Καλὴ Σαρακοστή! Ἡ πορεία μας πρὸς τὸ ταπεινὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ ἔχει ἤδη ἀρχίσει... Εὐχόμεθα νὰ εἶναι τὸ ἀσκητικὸ ταξίδι μας αὐτὸ εἰρηνικὸ καὶ καρποφόρο ἐν Χριστῷ, ὥστε ἡ καρδιά μας νὰ φιλοξενήση τὸν Κύριο καὶ Θεὸ καὶ Σωτῆρα μας! Ἀμήν!... Μὲ τὴν βοήθεια καὶ προστασία τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου, ἡ ἀνάβασίς μας στὴν Οὐρανοδρόμο Κλίμακα συνεχίζεται... Ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐλογία τοῦ Ἀειμνήστου Πατρός, Γέροντος καὶ Μητροπολίτου μας † Κυπριανοῦ, ὡς καὶ τὶς πολύτιμες προσευχές Σας, προκειμένου νὰ ἀνέβουμε ἀπόψε στὴν ἐνάτη βαθμίδα: τὴν Θυσιαστικὴ Ἀγάπη.


«Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου» (Ψαλμ. ν΄ 17). α. Νῆψις-Ἐγρήγορσις Ὑπενθυμίζω εἰσαγωγικῶς, προκειμένου νὰ συνδεθοῦμε μὲ τὴν προηγουμένη Εἰσήγησί μας, ὅτι ὁ Κύριός μας μᾶς ἔδωσε μία καίρια Ἐντολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κινητήρια δύναμι ὅλων τῶν προσπαθειῶν μας, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν Κάθαρσι τῆς Καρδιᾶς μας. Ἡ Ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι ἡ Νῆψις · νὰ προσέχουμε δηλαδὴ ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό μας, νὰ μὴ χαλαρώνουμε, νὰ μὴν ἀφήνουμε τὰ Λυχνάρια μας νὰ σβήσουν... Ὁ ζωντανὸς Χριστιανὸς εὑρίσκεται σὲ συνεχῆ Ἐγρήγορσι... Ἀναμένει τὸν Νυμφίο Χριστό μας, γιὰ νὰ ἑνωθῆ μαζί Του στοὺς Αἰωνίους Γάμους... Ἡ Ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, λησμονημένη, ἐνῶ εἶναι τόσο καίριας σημασίας καὶ σπουδαιότητος.


ς θυμηθοῦμε καὶ πάλι τὰ θεϊκὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε, καὶ προσεύχεσθε...» ( Μάρκ. ιγ΄ 33). «Γρηγορεῖτε... Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἔρχεται» ( Ματθ. κδ΄ 42, 44). «Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι...» ( Λουκ. κα΄ 34). «Ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι» (Λουκ. ιβ΄ 35). «Ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω · Γρηγορεῖτε» (Μάρκ. ιγ΄ 37). «Ἰδού, ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» ( Ἀποκαλ. γ΄ 20). «Ἰδού, ἔρχομαι ὡς κλέπτης. Μακάριος ὁ γρηγορῶν καὶ τηρῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ» ( Ἀποκαλ. ιϚ΄ 15). β. Ἡ Ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης Αὐτὴ λοιπὸν ἡ πολύτιμος Ἐγρήγορσις, αὐτὴ ἡ νηπτικὴ ἐργασία, ἀπαιτεῖται ὁπωσδήποτε στὴν ἄσκησι τῆς θεοποιοῦ Ἀγάπης, τῆς χριστοφόρου αὐτῆς Ἐντολῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλὴ καὶ ἀγαθὴ γῆ τῆς καρδιᾶς τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἄκουσε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου μας καὶ κατέχει καὶ φυλάσσει αὐτὸν καὶ καρποφορεῖ ἐν ὑπομονῇ (πρβλ. Λουκ. η΄ 15).


φείλω βεβαίως νὰ προλάβω καὶ νὰ ὑπογραμμίσω ἐδῶ, ὅτι ὅταν γίνεται λόγος περὶ Ἀγάπης, δὲν ἐννοοῦμε αὐτὴν ὡς ἕνα ἐπιπόλαιο ἀνθρωποκεντρικὸ συναίσθημα, τὸ ὁποῖο θραύεται καὶ διαλύεται εὔκολα καὶ γρήγορα μὲ τὴν πρώτη δοκιμασία. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀγάπη δὲν εἶναι εὔκολη, διότι ἀπαιτεῖ Αὐταπάρνησι. Τί εἶναι ἡ Αὐταπάρνησις;... Εἶναι μία θυσιαστικὴ ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἄρρωστο ἑαυτό μας, εἶναι μία γενναία καὶ ἡρωϊκὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ Ὑπομονή. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». (Λουκ. κα΄ 19) Γιὰ νὰ κερδίσουμε καὶ σώσουμε τὶς ψυχές μας καὶ νὰ τὶς ὁδηγήσουμε στὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἕνωσί μας μὲ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό, ὀφείλουμε –μὲ ἡρωϊκὴ ὄντως διάθεσι– νὰ φυλάξουμε αὐτὴν ἀπὸ κάθε ἐμπαθῆ ταραχὴ καὶ ἀρνητικὴ διάθεσι. Τὰ πάθη εἶναι γιὰ ὅλους μας πηγὴ θλίψεως... Ἀλλ᾿ ὅμως, μεγαλύτερη θλῖψι αἰσθανόμεθα, ὅταν προσπαθοῦμε νὰ ἀποτινάξουμε τὸν βαρὺ ζυγὸν καὶ τὸ βαρὺ φορτίον τῶν παθῶν μας (πρβλ. Ματθ. ια΄ 30). Παρὰ ταῦτα, ἡ μεγάλη αὐτὴ θλῖψις μᾶς πλήττει συνήθως στὴν ἀρχὴ τῆς ἐν Χριστῷ προσπαθείας μας... Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου μας θὰ μᾶς πλημμυρίζη, θὰ μᾶς ἐνισχύη καὶ θὰ μᾶς παρηγορῆ.


Οἱ Ἐντολὲς τοῦ Σωτῆρος μας, ἰδιαιτέρως μάλιστα ἡ Ἀγάπη, ὅταν ἐφαρμόζωνται ἐν ὑπομονῇ, ἐλευθερώνουν καὶ ζωογονοῦν τὴν ψυχή μας, τὴν γεμίζουν μὲ ἀνέκφραστη γαλήνη, εἰρήνη, εὐωδία καὶ γλυκύτητα... Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν οἱ Ἐντολὲς χαρακτηρίζονται ὡς «ζυγὸς χρηστὸς (ἀπαλός)» καὶ «φορτίον ἐλαφρόν» (Ματθ. ια΄ 30). Εἶναι δὲ τόσο σπουδαία ἡ Ἀγάπη, ἡ Ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον μας, τὸν Ἀδελφό μας, ὥστε τίθεται παραλλήλως καὶ μαζὶ μὲ τὴν Ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό μας καὶ Θεό μας. Στὴν τήρησι τῆς διπλῆς αὐτῆς Ἐντολῆς στηρίζεται τὸ πᾶν, «ὅλος ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆται» (Ματθ. κβ΄ 40), δηλαδὴ ἡ σωτηρία μας. Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα μισοῦν τὴν κορυφαία αὐτὴν Ἐντολὴ καὶ μᾶς ὑποδουλώνουν στὴν Φιλαυτία καὶ μᾶς καταδυναστεύουν, ὥστε νὰ μὴν ἔχουμε διάθεσι γιὰ τὶς θυσίες, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦνται γιὰ τὴν ἔξοδό μας ἀπὸ τὴν φρικτὴ φυλακὴ τοῦ ἀρρώστου καὶ ἐμπαθοῦς ἑαυτοῦ μας. Ἀλλ᾿ ἐμεῖς ἔχουμε μία ἀνεξάντλητη πηγὴ θάρρους... Εἶναι οἱ προτροπὲς τῶν Ἁγίων μας... Ἂς μὴ ραθυμοῦμε, ἂς μὴ λιποψυχοῦμε!... «Ἂς πολεμᾶμε», μᾶς συμβουλεύει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, «τὴν πεσμένη μας φύση, ὅταν αὐτὴ ἐναντιώνεται στὶς εὐαγγελικὲς Ἐντολές, μὴ θέλοντας νὰ ὑποταχθῆ στὸν Θεό.


ς μὴ λιποψυχήσουμε, ὅσο ἄγριος καὶ ἂν εἶναι ὁ πόλεμος, ὅσο πεισματικὴ καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀντίσταση τῆς φύσης μας. Μὲ σκληρὸ ἀγῶνα θὰ κατακτήσουμε τὴν νίκη. Πρέπει νὰ τὴν πάρουμε ὁπωσδήποτε! Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποίησε γιὰ τὸν πόλεμο, ἀλλὰ μᾶς ὑποσχέθηκε καὶ τὴν νίκη. “Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν”, εἶπε, “κερδίζεται μὲ τὴν βία καὶ τὴν κατακτοῦν αὐτοὶ ποὺ ἀσκοῦν βία στὸν ἑαυτό τους” (Ματθ. ια΄ 12)». (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Οἱ Εὐαγγελικὲς Ἐντολές, σελ. 69, ἐκδ. «Ἔαρ», Ἀθήνα 20222) γ. Γιατί «Μακάριος»; Ἐδῶ θὰ ἤθελα, ἐν εἴδει παρενθέσεως, νὰ θέσω ἕνα ἐρώτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντησις θὰ μᾶς βοηθήση νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ εὖρος τῆς Ἐγρηγόρσεως καὶ τὴν διάθεσι γιὰ θυσιαστικοὺς κόπους, μὲ σκοπὸ τὴν ἀπελευθέρωσί μας ἀπὸ τὴν καταθλιπτικὴ φυλακὴ τῆς Φιλαυτίας: Γιατί, ἆρά γε, εἶναι «Μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα» ὁ Ἐρχόμενος Νυμφίος; Ἂς προσέξουμε τὴν ἀπάντησι, ἡ ὁποία ἀναφέρεται σὲ ἑπτὰ βιωματικὲς καταστάσεις, τὶς ἑξῆς: «Πρῶτον: Γιατὶ μελετᾶ τὶς Ἅγιες Γραφὲς καὶ τὰ Κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ προσπαθεῖ νὰ κάμη ὅσα διαβάζει πρᾶξι στὴν ζωή του. Δεύτερον: Γιατὶ ζῆ συνεχῶς μὲ πνεῦμα συντετριμμένο καὶ τεταπεινωμένο.


Τρίτον: Γιατὶ προσπαθεῖ νὰ εἶναι ἕτοιμος στὸ νὰ δώση “ καλὴν ἀπολογίαν ” ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὅταν τὸν καλέση ὁ Κύριος διὰ τοῦ θανάτου, ἀκόμη καὶ τοῦ ξαφνικοῦ.  Τέταρτον: Γιατὶ ἀγρυπνᾶ μὲ ταπείνωσι καὶ δάκρυα, συμμαζεύοντας ἔτσι τὸν νοῦ μέσα στὴν καρδιά. Πέμπτον: Γιατὶ ὅλη του ἡ σφοδρὴ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσις στρέφεται πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστὸ καὶ διὰ μέσου Αὐτοῦ πρὸς κάθε ἄνθρωπο καὶ πρὸς ὅλη τὴν κτίσι... Ἕκτον: Γιατὶ τηρεῖ τὸ κατὰ δύναμιν τὶς εὐαγγελικὲς Ἐντολὲς καὶ καλλιεργεῖ τὶς ἀντίστοιχες πρακτικές. Καὶ ἕβδομον: Γιατὶ συμμετέχει μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης στὰ σωστικὰ πανάγια Μυστήρια τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας Κοινωνίας». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Πνευματικὲς Διαδρομὲς στοὺς Μακαρισμούς, σελ. 224, Πειραιὰς 2009) Αὐτὰ τὰ βιώματα εἶναι ὁ μεγαλύτερος πλοῦτος γιὰ τὸν κάθε Χριστιανό, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται ἀνδρείως καὶ βιάζει τὸν ἑαυτόν του « ἐν ὑπομονῇ », γιὰ νὰ κερδίση τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τὸν εὐλογημένο αὐτὸν πιστὸν ὁ Κύριός μας θὰ καταστήση ὄχι μόνο ἐπιστάτη στὴν Οὐράνια Κληρονομία Του καὶ στὰ Ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ Συγκληρονόμον Του (πρβλ. Ρωμ. η΄ 17)... Θὰ μετάσχη τῆς Δόξης Του καὶ θὰ καθίση μαζί Του ἐπὶ τοῦ Θρόνου Του (πρβλ. Ιωάν. ιζ΄ 24 · Ἀποκαλ. γ΄ 21)!... 


δ. «Σεῖς ἀγωνισθήκατε...»! Ἂς περάσουμε ὅμως τώρα πλέον, σὲ μερικὰ πρακτικὰ παραδείγματα, προκειμένου νὰ ἀφομοιώσουμε καλύτερα τὸ ἀποψινό μας θέμα. «Κάποτε ὁ Γέρων Δανιὴλ καθάριζε καὶ ἐπεριποιεῖτο τὸ ὀστεοφυλάκιο τῆς Νέας Σκήτης στὸ Ἅγιον Ὄρος, χωρὶς γογγυσμὸ καὶ λογισμούς. Ἐνῶ καθάριζε λέγοντας καὶ τὴν εὐχή, σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπευθύνεται στοὺς κεκοιμημένους, δηλαδὴ στὰ ὀστᾶ τους καὶ στὶς κεφαλές τους, καὶ τοὺς εἶπε: - Σεῖς ἀγωνισθήκατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ στεφανωθήκατε στοὺς Οὐρανούς. Εὔχεσθε καὶ γιὰ μᾶς, ἅγιοι Πατέρες!... Καὶ ἀκούσθηκε φωνὴ μέσα ἀπὸ τὰ ὀστᾶ, ποὺ τοῦ εἶπε: - Νὰ ἔχετε ἀγάπη!... Χωρὶς ἀληθινὴ ἀγάπη, κανένας δὲν σώζεται!...». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Ἐγὼ φταίω... Ἐσύ;, σελ. 201, Πειραιὰς 20192 ) Τί σημαίνουν, ἆρά γε, οἱ φράσεις: «Σεῖς ἀγωνισθήκατε» καὶ «Νὰ ἔχετε ἀγάπη»;... Ποιό εἶναι τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ἐκπληκτικῆς Ἀποκαλύψεως; Θὰ μᾶς βοηθήση ὁ Ἀββᾶς Ἀχιλλᾶς στὴν κατανόησί της. «Παρέβαλέ τις τῶν Γερόντων τῷ Ἀββᾷ Ἀχιλλᾷ καὶ θεωρεῖ αὐτὸν ῥίψαντα αἷμα ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἠρώτησεν αὐτόν· Τί ἐστι τοῦτο, πάτερ; Καὶ εἶπεν ὁ γέρων, ὅτι λόγος ἐστὶν ἀδελφοῦ λελυπηκότος με καὶ ἠγωνισάμην τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι αὐτόν. Καὶ ἐδεήθην τοῦ Θεοῦ, ἵνα ἀρθῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ. Καὶ γέγονεν ὁ λόγος αἷμα ἐν τῷ στόματί μου καὶ ἔπτυσα αὐτὸν καὶ ἀνεπάην καὶ τῆς λύπης ἐπελαθόμην». 


«πισκέφθηκε κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντας τὸν Ἀββᾶ Ἀχιλλᾶ καὶ τὸν εἶδε νὰ φτύνει αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ τὸν ρωτάει: “Τί εἶναι αὐτό, πάτερ;”. Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας: “Εἶναι λόγος Ἀδελφοῦ ποὺ μὲ λύπησε καὶ ἀγωνίσθηκα νὰ μὴν τὸ ἀνακοινώσω. Παρακάλεσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ ἀπαλλάξει ἀπ᾿ αὐτό (τὴν θύμηση τῶν λόγων τοῦ Ἀδελφοῦ). Καὶ ἔγινε ὁ λόγος αἷμα στὸ στόμα μου καὶ τὸν ἔφτυσα. Ἔτσι βρῆκα τὴν ἀνάπαυσή μου καὶ λησμόνησα τὴν λύπη μου”». (Τὸ Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, σελ. 24-25, κεφάλαιο Δ΄, § 12, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 1995) Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ὀνομασία τῆς ἐνάτης βαθμίδος μὲ δύο λέξεις: Θυσιαστικὴ Ἀγάπη, νὰ γίνεται ὅλο καὶ περισσότερο κατανοητή. Ἐν τούτοις, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δύο ἀκόμη σύγχρονά μας γεγονότα θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἀρχίσουμε –ἂν ὄχι ἀπόψε, ἀλλὰ ἀπὸ αὔριο– μία νέα πλέον βίωσι τῆς Ἀγάπης, ἡ ὁποία ἂν δὲν εἶναι ἐφευρετικὰ Θυσιαστική, τότε δὲν εἶναι λυτρωτική, ἀπελευθερωτικὴ καὶ θεραπευτική· δὲν εἶναι χριστοποιὸς καὶ θεοποιός. Διηγεῖται ἕνας Ἱερέας-Ἐξομολόγος· «Πρὶν χρόνια, κάποιος στὴν Ἐξομολόγησι μοῦ εἶχε πεῖ, ὅτι ἔκανε τὸ ἑξῆς: Στὸν γείτονά του ποὺ καταλάβαινε, ὅτι τὸν μισοῦσε καὶ τὸν φθονοῦσε, ἔστελνε κάθε τόσο ἀνωνύμως κάποιο δῶρο, στὸ ὁποῖο ἔγραφε: “Μὲ πολλὴ ἀγάπη”. Αὐτὸ κράτησε περίπου δύο χρόνια. Στὴν ἀρχή, ὅταν περνοῦσε ἀπὸ μπροστά του καὶ τὸν καλημέριζε, ὁ γείτονάς του τὸν ἔβριζε. 


μως ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔβαζε κάτω. Δὲν δίστασε μάλιστα νὰ τὸν βοηθήση καὶ οἰκονομικὰ σὲ κάποιες δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπιζε. Καὶ ἐπειδὴ τίποτα δὲν μένει κρυφὸ μέχρι τέλους, κάποτε ἀποκαλύφθηκε, ὅτι αὐτὸς κρυβόταν πίσω ἀπ᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες. Καὶ ἔτσι λοιπόν, μπροστὰ στὴν Ἀγάπη, τελικὰ ὑποχώρησε ἡ ζήλεια καὶ ὁ φθόνος, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ κάθε κακία, ποὺ σὰν σκοτάδι διαλύεται ἀπὸ τὸ Φῶς τῆς Ἐντολῆς τοῦ Κυρίου μας». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, «Τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς», σελ. 285, Πειραιὰς 20142) ε. Ἡ συνετὴ καὶ ἀνδρεία σύζυγος Θὰ ὁλοκληρώσω, Χάριτι Θεοῦ, τὴν ταπεινή μου προσπάθεια γιὰ ἕναν πρακτικὸ ὑπομνηματισμὸ τοῦ μεγάλου θέματος Θυσιαστικὴ Ἀγάπη μὲ μία ἀκόμη διήγησι, ὥστε νὰ μὴν μείνη καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς Ἀγάπης αὐτῆς δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἄθλημα τῶν Μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ παντὸς Χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ μιμηθῆ τὸν δι᾿ ἡμᾶς Παθόντα καὶ Σταυρωθέντα Σωτῆρα μας Χριστόν. «Ὁ Ὅσιος Παναγῆς Μπασιᾶς (Κεφαλληνία, 1801-1888, † 7η Ἰουνίου) εἶχε βαπτίσει τὴν ἀδελφὴ τοῦ Σπύρου Μηνιάτη, ποὺ λεγόταν Ρουμπῖνα.


Αὐτὴ παντρεύθηκε ἕνα πολὺ σκληρὸ καὶ βάναυσο ἄνδρα, ὁ ὁποῖος τὴν κακομεταχειριζόταν. Ἕνα μεσημέρι ἡ οἰκογένεια τοῦ Σπύρου καθόταν στὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγε. Ξαφνικὰ βλέπουν μπροστά τους ἀναπάντεχα τὸν Ἅγιο, ποὺ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Σπύρο τοῦ εἶπε: - Ἔ! Τί κάθεσαι... Αὐτὴ τὴν στιγμὴ τὴν ἀδελφή σου τὴν Ρουμπῖνα τὴν δέρνει ἀπάνθρωπα ὁ ἄνδρας της. Καὶ δὲν φθάνει αὐτό, ἀλλὰ τῆς ἔσπασε καὶ τὸ χέρι της. Καὶ τὸ χειρότερο: ἔκανε τὰ γαμήλια Στέφανά τους κομμάτια... Καὶ συνέχισε ἀκόμα πιὸ ἔντονα: - Πλὴν ὅμως, ὁ πρῶτος Γάμος εἶναι Μυστήριο! Ἀκοῦς;... Μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ ἔφυγε βιαστικά. Τὸ ἐπεισόδιο ποὺ τοὺς ἀνήγγειλε, γινόταν σ᾿ ἕνα χωριό, σὲ μακρινὴ ἀπόστασι, ἀλλὰ ὁ Σπύρος πίστεψε τὸν Ἅγιο καὶ στενοχωρήθηκε κατάκαρδα γιὰ τὴν ἀδελφή του. Σηκώθηκε ἀμέσως, ἑτοίμασε τὸ μουλάρι του καὶ ἔσπευσε νὰ πάη νὰ δῆ τί γίνεται στὸ σπίτι της. Ὅταν ἐκείνη τὸν εἶδε, τὸν δέχθηκε μὲ χαρὰ καὶ τοῦ εἶπε: - Πῶς, ἀδελφέ μου, τέτοια ὥρα, μεσημέρι μ᾿ αὐτὴ τὴν ζέστη τοῦ Ἰουλίου, ξεκίνησες γιὰ δῶ; Ὁ Σπύρος τὴν ρώτησε: - Ρουμπῖνα, ποῦ εἶναι ὁ ἄνδρας σου;... - Ἄχ, Σπύρο μου, εἶχε ξενύχτι ἀπόψε στὴν δουλειά του καὶ κουράσθηκε καὶ βγῆκε ἔξω νὰ συναντήση κανένα χωριανό, νὰ τοῦ περάση ἡ ὥρα. - Καλά, τὸ χέρι σου, τί ἔχει;... - Ἀδελφέ μου, αὐτὲς οἱ προβατῖνες, ὅταν πρόκειται νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ μανδρί, κάνουν πολλὰ πηδήματα.


Μ᾿ ἔσπρωξαν, ἔπεσα καὶ κτύπησα. Μὰ δὲν εἶναι τίποτα... Ἔλα τώρα πᾶμε νὰ ξεκουρασθῆς καὶ τὸ ἀπόγευμα φεύγεις μὲ τὴν δροσιά. Μπαίνοντας στὸ σπίτι, ὁ Σπύρος ἀμέσως κοίταξε στὰ Εἰκονίσματα, γιατὶ διαρκῶς σκεπτόταν τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου Παναγῆ. - Ρουμπῖνα, ποῦ εἶναι τὰ Στέφανά σου; Δὲν τὰ βλέπω... Ἡ ἀδελφή του, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ διαλύση τὸν Γάμο της, δικαιολογεῖται καὶ λέει: - Σπύρο μου, μὲ τὶς δουλειές μου εἶχα καιρὸ νὰ ξεσκονίσω καὶ τὰ κατέβασα νὰ τὰ καθαρίσω. Ἡ γυναίκα προσπάθησε νὰ κρύψη τὴν ἄθλια συμπεριφορὰ τοῦ συζύγου της καὶ νὰ μὴ φανερώση τὴν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ὁ ἀδελφός της, ποὺ ὅλα τὰ ἤξερε μὲ τὸ διορατικὸ χάρισμα τοῦ Ὁσίου, τῆς εἶπε: - Ἀδελφή μου. Σήκω νὰ φύγουμε, γιατὶ ὁ ἄνδρας σου εἶναι σκληρὸς καὶ σὲ βασανίζει. Ἐγὼ ἦρθα ἐδῶ, γιατὶ μᾶς ἀπεκάλυψε τὴν κατάστασί σου ὁ νουνός σου παπα-Μπασιᾶς. Ἔλα μαζί μου, ἡ ζωή σου ἐδῶ θὰ εἶναι μαρτύριο...


Ρουμπῖνα ὅμως, συνετὴ καὶ ἀνδρεία στὴν ἀντιμετώπισι τῶν δυσκολιῶν τῆς ζωῆς, γνώριζε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαλύση τὸ σπιτικό της. - Ἀδελφέ μου, τοῦ ἀπαντᾶ, ὅταν ὁ Θεὸς προστάζη, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένω ὅλα. Ἔτσι ὁ Σπύρος Μηνιάτης ἔφυγε διαπιστώνοντας, ὅτι ὅλα τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου ἦταν ἀληθινά». (Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Χαρίσματα καὶ Χαρισματοῦχοι, τ. Α΄, σελ. 90-92, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 19958).


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· Ζητῶ εἰλικρινὰ συγγνώμην, διότι ἀπόψε Σᾶς κατεπόνησα, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι θὰ αἰσθανθήκατε τὴν σοβαρότητα καὶ βαρύτητα τοῦ θέματός μας, τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσε περισσότερο χρόνο. Εὐχαρίστως τώρα, ἂν ἔχετε κουράγιο, νὰ συζητήσουμε γιὰ τὴν Θυσιαστικὴ Ἀγάπη. Σᾶς εὐχαριστῶ!



Ὁ Μητροπολίτης 


† ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸς



* Εκ του περιοδικού της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής «Ορθόδοξος Παρέμβασις», αρ, τεύχους 35, Δεκέμβριος 2025 - Φεβρουάριος 2026, εδώ!


Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΥΨΩΣΙΣ» (2016)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,

Φυλή Αττικής


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ» 2026




Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΓΙΑ 40 ΗΜΕΡΕΣ ΤΟ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!»




'Eνας Διευθυντὴς Δημοτικοῦ Σχολείου (Γεώργιος Παπαδόπουλος, † 17.4.2019), προσερχόμενος ἐπὶ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὸ Πάσχα στὸ Σχολεῖο, χαιρετοῦσε τοὺς συναδέλφους του μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν ἡμερῶν «Χριστὸς Ἀνέστη!». Κάποια μέρα τοῦ λέει ὁ Ὑποδιευθυντής του: «Καλά, βρὲ Γιῶργο, δὲν βαρέθηκες ἐπὶ σαράντα ἡμέρες νὰ μᾶς λὲς ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ καὶ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’!...»; Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Διευθυντοῦ: «Πὲς πὼς ἐγὼ βαρέθηκα – ποὺ δὲ βαρέθηκα μὲ τίποτα... Ἐσεῖς δὲν βαρεθήκατε ἐπὶ 365 μέρες τὸ χρόνο νὰ λέτε ‘‘καλημέρα’’ καὶ ‘‘καλημέρα’’, ποὺ δὲν εἶναι καὶ σίγουρο ὅτι θὰ εἶναι καὶ καλή, ἐνῶ τὸ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ ἔχει τὴν σιγουριὰ τῆς αἰωνιότητας…».


Ὁ Ἐρανιστὴς


† ὁ Μητροπολίτης Κυπριανὸς


5.4.2026 ἐκ. ἡμ.,


† Σάββατον Διακαινησίμου † Ἁγίου Μάρτυρος Κλαυδίου




Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ, Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΥΓΕΝΗΣ» (2017)





Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΠΩΣ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ «ΣΙΝΔΟΝΙ ΚΑΘΑΡΑ» ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ» (2024)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής


Print Friendly and PDF