«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΕΓΕΡΤΙΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΕΓΕΡΤΙΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017
Πέμπτη 19 Μαΐου 2016
ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΕΝ ΤΗ ΜΑΝΔΡΑ
Όταν ο Όσιος Συμεών σοφίστηκε τον πρωτόγνωρο (για την εποχή του) τρόπο ασκήσεως
πάνω στο στύλο και διαδόθηκε έντονα η φήμη του παντού, οι ερημίτες πατέρες ξαφνιάστηκαν
από το ασυνήθιστο και παράδοξο αυτό εγχείρημα.
Του στέλνουν λοιπόν κάποιους με την εντολή να τον επιπλήξουν για την περίεργη επινόησή του
και να του συστήσουν ν΄ ακολουθήσει χωρίς περιφρόνηση τον συνηθισμένο και δοκιμασμένο
από τους αγίους δρόμο,
όπου βαδίζοντας τόσα πλήθη μακαρίων (ανδρών), ανέβηκαν ως τα επουράνια και κατοίκησαν σ΄ εκείνα τα αιώνια σκηνώματα.
Έπειτα όμως, από φόβο μήπως η σκέψη (του οσίου) ήταν θεάρεστη και εκείνοι αντιμετώπιζαν την υπόθεση ανθρώπινα, έδωσαν στους απεσταλμένους κι αυτή την παραγγελία: Αν μεν δουν τον άνδρα ν΄ αρνείται το θέλημά του και να κατεβαίνει από κει (που είχε ανέβει, υπακούοντας σ΄ αυτούς), να τον συγκρατήσουν αμέσως και να τον προτρέψουν να μείνει σταθερός στην απόφασή του, γιατί έτσι θα θεωρούσαν ότι πρόκειται για θεία οικονομία, και δεν θα είχαν πια για το μέλλον το φόβο, ότι μια τέτοια αρχή δεν θα καταλήξει και σε καλό τέλος.
Αν πάλι (ο όσιος) δυσφορούσε και δεν ανεχόταν ούτε λίγες συμβουλές (ν΄ ακούσει), αλλά πεισματικά και ασυλλόγιστα ακολουθούσε το δικό του θέλημα, τότε θα γινόταν οπωσδήποτε φανερό, έλεγαν, ότι βρίσκεται μακριά από την ταπεινοφροσύνη – οπότε ποιος δεν θα έλεγε ότι ο πονηρός του είχε βάλει αυτούς τους λογισμούς; Σ΄ αυτή την περίπτωση πρόσταζαν (οι πατέρες τους απεσταλμένους τους) να τον τραβήξουν κάτω και να τον κατεβάσουν από το στύλο ακόμα και με τη βία. Φτάνοντας λοιπόν οι απεσταλμένοι με τέτοια εντολή στον πατέρα της ταπεινοφροσύνης και της υπακοής Συμεών, κυριεύθηκαν από σεβασμό απέναντί του μόλις κιόλας τον είδαν και τον χαιρέτισαν.
Δεν μπορούσαν ούτε να τον κοιτάξουν στο πρόσωπο. Όμως, για την εντολή των πατέρων πού τους έστειλαν και γι αυτό καθεαυτό το καλό της εκπληρώσεώς της, του λένε χωρίς περιστροφές όλα όσα τους είχαν πει εκείνοι. Κι ο αληθινά πράος και ταπεινός στην καρδιά (Συμεών), δέχθηκε με πραότητα την επιτίμησή τους. Δεν αντιμίλησε, δεν αγανάκτησε, δεν τη συζήτησε, δεν είπε τίποτα, ούτε πολλά ούτε λίγα.
Απεναντίας μάλιστα, αφού δέχθηκε την επιτίμηση με ιλαρό βλέμμα και χαμηλωμένα μάτια, έκανε να κατεβεί από το στύλο, ευχαριστώντας το Θεό και ευγνωμονώντας τους πατέρες για την φροντίδα τους. Αμέσως τότε οι απεσταλμένοι τον σταματούν και του φανερώνουν την κρίση των πατέρων.
Ύστερα, αφού ευχήθηκαν στο Συμεών να μείνει μόνιμα και σταθερά πάνω στο στύλο,
να έχει καλό τέλος και (ν΄αξιωθεί)
με ασφάλεια την ανάπαυση από τους συνεχείς κόπους του,
αναχώρησαν.
Ευεγερτινός
Τετάρτη 18 Μαΐου 2016
ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ: ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗ ΚΑΡΔΙΑ
Μακάριοι είναι εκείνοι πού ζώστηκαν την υπομονή και την ελπίδα και ρίχθηκαν στη
θάλασσα των θλίψεων για την αγάπη του Θεού με απλότητα, χωρίς να το πολυεξετάσουν,
χωρίς να δειλιάσουν από το σάλο και τα κύματα,
που σηκώνονται μπροστά τους, και χωρίς να λιποψυχήσουν από τη θαλασσοταραχή.
Αυτοί βρίσκουν γρήγορα σωτηρία στο λιμάνι της βασιλείας και αναπαύονται στα σκηνώματα
εκείνων πού κοπίασαν με καλό τρόπο και αγάλλονται μέσα στην ευφροσύνη
– γέννημα της ελπίδας τους.
Όσοι τρέχουν με ελπίδα στον ανώμαλο και δύσκολο δρόμο (της σωτηρίας), δεν γυρίζουν πίσω ούτε χρονοτριβούν για να εξετάσουν την αιτία της δυσκολίας. Όταν πια περάσουν το δρόμο και φτάσουν καλά στο τέρμα, τότε μόνο σκέφτονται τις δυσκολίες και τις ανωμαλίες του δρόμου και ευχαριστούν το Θεό, πού τους γλίτωσε από τόσα και μεγάλα κακά, χωρίς και οι ίδιοι να γνωρίζουν το πώς.
Αντίθετα, από αυτούς που κάνουν πολλές σκέψεις και θέλουν τόσο πολύ να πιστεύουν πώς είναι σοφοί και παραδίνονται στις περιπλανήσεις των λογισμών τους και προπαρασκευάζονται με τη δειλία και θέλουν να προβλέψουν τις αιτίες πού ίσως θα τους προξενήσουν βλάβη, οι περισσότεροι (λέω απ΄ αυτούς) βρίσκονται να κάθονται πάντα στην εξώπορτα των σπιτιών τους. Πραγματικά, για κάτι τέτοιους είναι πού λέει η Γραφή: «Λέγει οκνηρός αποστελλόμενος είς οδόν, λέων εν ταίς οδοίς, έν δε ταίς πλατείαις φονευταί» (Παροιμ. 26:13). Είναι σαν κι αυτούς που είπαν: «Εκεί εωράκαμε τους γίγαντας και ήμεν ενώπιον αυτών ωσεί ακρίδες» (Αριθ. 13:34). Αυτοί είναι πού θέλουν πάντα να παρουσιάζονται σοφοί, αρχή όμως ποτέ δεν αποφασίζουν να βάλουν.
Η πολλή σοφία να μη γίνει παγίδα μπροστά σου και αιτία να γλιστρήσεις. Στήριξε το θάρρος σου στο Θεό, πλησίασε και άρχισε να βαδίζεις με τον πρώτο θερμό ζήλο σου πάνω στον αιματοβαμμένο δρόμο, χωρίς να φροντίζεις καθόλου για το σώμα σου και χωρίς να εξετάζεις περιττές λεπτομέρειες, για να μη βρεθείς γυμνός από τη γνώση του Θεού. Γιατί και ο γεωργός πού φοβάται ή περιμένει να έρθουν (ευνοϊκοί) άνεμοι, ποτέ δεν θα σπείρει. Προτιμότερος είναι ο θάνατος για χάρη του Θεού, παρά μια ζωή γεμάτη ντροπή και οκνηρία. Εσύ λοιπόν, όταν θελήσεις ν΄ αρχίσεις έργο Θεού, πρώτα να δώσεις υπόσχεση στο Θεό, σαν να μην έχεις πια ζωή σ΄ αυτόν τον κόσμο, σαν ετοιμασμένος για θάνατο, σαν άνθρωπος πού έχει χάσει κάθε ελπίδα στην παρούσα ζωή.
Αυτό να κρατάς στο νου σου, κι έτσι θα μπορέσεις, με τη βοήθεια του Θεού, ν΄ αγωνιστείς και να νικήσεις. Γιατί η ελπίδα της ζωής αυτής δημιουργεί στο λογισμό χαύνωση, και δεν αφήνει τον άνθρωπο να προκόψει σε τίποτα καλό. Να μην αρχίσεις, επομένως, την εργασία του καλού έργου με διψυχία, πού οδηγεί στη χαυνότητα, για να μη φτάσει να γίνει ανώφελος ο κόπος σου και αφόρητη η εργασία της (πνευματικής) καλλιέργειάς σου. Άρχισε το αγαθό με ανδρεία και αδίστακτη πίστη στο Θεό, αφού γνωρίζεις ότι ο Κύριος είναι ελεήμων και έτοιμος πάντα να βοηθήσει αυτούς πού Τον επιζητούν.
Μα και γενναιόδωρος μισθαποδότης γίνεται, δίνοντάς μας τη χάρη Του όχι ανάλογα με την εργασία μας, αλλ΄ ανάλογα με την προθυμία και την πίστη των ψυχών μας. Γιατί Αυτός είναι που λέει: «Ως επίστευσας γενηθήτω σοι» (Ματθ. 8:13).
Όποιος λοιπόν θέλει να έρθει πίσω Του, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, όπως είπε Εκείνος (Ματθ. 16:24),
και έτσι μόνο θα μπορέσει να σηκώσει το σταυρό και να Τον ακολουθήσει.
Γιατί ο σταυρός αυτό φανερώνει,
ότι δηλαδή είμαστε έτοιμοι για κάθε θλίψη και για κάθε κακοπάθεια, ακόμα και γι αυτόν το θάνατο.
Ευεγερτινός
Πέμπτη 7 Απριλίου 2016
ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ
Όταν ο άγιος Κλήμης ήταν ακόμα νήπιο, πέθανε ο πατέρας του. Η μητέρα του λοιπόν,
μένοντας έρημη από άντρα και στηρίζοντας πια όλες της τις ελπίδες, μετά το Θεό,
στο παιδί της μονάχα,
του αφοσιώθηκε με τόση φροντίδα, πού έγινε γι αυτό τα πάντα, και πατέρας και μητέρα και δάσκαλος.
Ενώ λοιπόν ο Κλήμης βρισκόταν μέσα σε τέτοια χέρια και μεγάλωνε με καλή ανατροφή
από μητέρα φιλόστοργη, εκείνη προαισθάνθηκε ότι πλησίαζε το τέλος της.
Αγκάλιασε τότε με τρυφερότητα και πόθο το παιδί της, πού δεν είχε κλείσει ακόμα τα δέκα του χρόνια, το φιλούσε γλυκά-γλυκά και, καθώς βιαζόταν να το κάνει όχι τόσο διάδοχο στα δικά της πλούτη όσο κληρονόμο των θησαυρών του ουρανού, του έδινε (συμβουλές και) παραγγελίες σαν κι αυτές: - Παιδί μου! Παιδί μου πολυαγαπημένο! Παιδί μου, πού, πριν γνωρίσεις τον πατέρα σου, γνώρισες την ορφάνια, μα πλούτισες, κάνοντας το Θεό πατέρα και χρησιμοποιώντας την ορφάνια για την ευτυχία σου! Εγώ μεν σε γέννησα σωματικά, μα ο Χριστός σε μεγάλωσε πνευματικά.
Γνώρισε λοιπόν τον Πατέρα σου. Μη διαψεύσεις τ΄ όνομα του γιου. Το Χριστό μονάχα λάτρευε. Στο Χριστό μονάχα έχε εμπιστοσύνη. Αυτός είναι, πραγματικά, η αθανασία. Αυτός είναι η σωτηρία. Αυτός, που κατέβηκε για μας από τα ουράνια και μας ανέβασε μαζί Του και μας έκανε παιδιά Του και θεούς. Όποιος λοιπόν μπαίνει στην υπηρεσία αυτού του Δεσπότη, θα ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες, και όχι μόνο θα νικήσει τους τυράννους και τους βασιλιάδες πού προσκυνούν τα είδωλα, μα και θα ντροπιάσει ακόμα κι αυτούς τους δαίμονες, που τιμούν εκείνοι, και τον αρχηγό και προστάτη τους διάβολο… Εκεί πού μιλούσε, τα μάτια της βούρκωσαν. Και γεμίζοντας από τη χάρη, είδε θεία θεωρία και άρχισε να διηγείται προφητικά τα μελλούμενά του. - … Και σε παρακαλώ, έλεγε, γιε μου πολυαγαπημένε, σε παρακαλώ να μου κάνεις μια χάρη για όλα (όσα εγώ έκανα για σένα).
Επειδή έφτασαν καιροί δύσκολοι, επειδή φυσάει φοβερός ο άνεμος του διωγμού της ασέβειας και επειδή ξέρω πώς κι εσύ θα οδηγηθείς, όπως είπε ο Δεσπότης μας, «επί βασιλείς και ηγεμόνας» για χάρη Του (Λουκ. 21:12), κάνε μου, παιδί μου, αυτή την τιμή: Αντιστάσου γενναία για χάρη Του και κράτησε σταθερή για χάρη μου την ομολογία σου ως το τέλος. Και πιστεύω πώς ο Χριστός μου, σπλάχνο μου, πιστεύω πώς και στο δικό σου κεφάλι θα κάνει ν΄ ανθήσει σύντομα το μαρτυρικό στεφάνι. Να ετοιμάζεις λοιπόν τον εαυτό σου και να παρακινείς την ψυχή σου σε αντρειοσύνη, για να μη βρεθείς απροετοίμαστος στους αγώνες. Γιατί δεν θα παλέψεις με τυχαίους εχθρούς ή για τυχαία πράγματα… «Τιποτένιο είναι, γιε μου, το να πεθαίνουν θεληματικά οι στρατιώτες για έναν ομόδουλο και θνητό βασιλιά, κι εμείς να μη σηκώνουμε το θάνατο, όπως εκείνοι, για Βασιλιά αθάνατο.
Και μάλιστα, όταν εκείνοι δεν παίρνουν απ΄ αυτόν κανένα αντάλλαγμα άξιο μιας τέτοιας αφοσιώσεως. Γιατί ποιο δώρο είναι ισάξιο με τη ζωή; Ή ποια από τις μεταθανάτιες τιμές γίνεται αισθητή (στον σκοτωμένο στρατιώτη); Αν όμως πεθάνεις για τον κοινό Δεσπότη όλων, το Χριστό, αντί για την πρόσκαιρη ζωή θ΄ αποκτήσεις την αθάνατη. Αντί για τη φευγαλέα απόλαυση και τη δόξα και τον πλούτο, θ΄ απολαύσεις την αιώνια μακαριότητα. 22 Τι λοιπόν; Κι αν δεν πεθάνουμε τώρα, δεν θα πεθάνουμε πάντως μετά από λίγο, πληρώνοντας το κοινό χρέος όλων; Άλλωστε, ο θάνατος για το Χριστό δεν είναι σωστό να θεωρείται θάνατος. Γιατί πάντοτε, με την ανώτερη ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, χάνεται η αίσθηση (κι αυτού του θανάτου)… Μ΄ αυτά τον εμψύχωνε η μητέρα του, έχοντας το Πνεύμα της αληθινής Σοφίας, πού μιλούσε με το στόμα της, μια που ο γιος της ήταν κιόλας –πριν την ώρα του- συνετός σαν γέροντας, και είχε ανάγκη από σοβαρότερες παραινέσεις.
Στο τέλος μάλιστα πρόσθετε και τούτα: - Τέτοια αμοιβή για την ανατροφή σου δώσε, παιδί μου, σε μένα, τη μάνα σου. Αυτός ας γίνει ο μισθός μου, γιε μου γλυκύτατε, για τους πόνους πού δοκίμασα στη γέννα σου, για να σωθώ κι εγώ, σύμφωνα με τον Παύλο, «δια της τεκνογονίας» (Α΄Τιμ. 2:15) και να δοξαστώ με τα μέλη του παιδιού μου. Γιατί να, παιδί μου, εγώ φεύγω κιόλας με τη δύναμη της θείας χάριτος –αισθανόταν, βλέπετε, πως πέθαινε- και το αισθητό τούτο φως δεν θα με φωτίσει το πρωί. Εσύ όμως θα είσαι για μένα φως εν Χριστώ και ζωή. Σε παρακαλώ λοιπόν, σπλάχνο μου, να μη διαψεύσεις τις ελπίδες πού στήριξα πάνω σου.
Μια Εβραία γυναίκα ανέδειξε κάποτε εφτά γιους μάρτυρες. Και ήταν σαν ν΄ αθλείσαι κι η ίδια με εφτά σώματα, τα σώματά τους. Μα σε μένα είσαι αρκετός εσύ μονάχα για να δοξαστώ. Και είμαι ευτυχισμένη μέσα στις μανάδες εγώ, επειδή ακριβώς θα γίνω ένδοξη εξαιτίας σου. Να, θα προχωρήσω μπροστά σου, γιε μου. Σωματικά μεν χωρίζομαι σήμερα κιόλας από τα ποθεινά σου μάτια. Η ψυχή μου όμως –πίστευέ το-, μόλις πεθάνω, θα κρεμαστεί για πάντα πάνω στη δική σου ψυχή. Μαζί της θα προσκυνήσω με παρρησία στο βήμα του Χριστού. Και θα καμαρώνω για τα παθήματά σου. Και θα είμαι στολισμένη με τις πληγές σου.
Και θα έχω μερίδιο στα πολύτιμα εκείνα βραβεία και στη χαρά σου. Αυτά έλεγε η μάνα στο γιο. Και καταφιλούσε όλα μαζί τα μέλη του, λέγοντας πάλι η μακάρια: - Μαρτυρικά μέλη φιλώ, μέλη που θα προσφερθούν θυσία στο Χριστό. Ενώ λοιπόν έτσι τον αγκάλιαζε και του γλυκομιλούσε, αναπαύθηκε πραγματικά τη μακάρια ανάπαυση, παραδίνοντας το πνεύμα στο Θεό και το σώμα στα γλυκύτατα χέρια του παιδιού της.
Εκείνος πάλι έκανε όσα έπρεπε, σαν γιος που αγαπούσε τη φιλόστοργη μητέρα του.
Και αφού παρέδωσε το σώμα της στη γη, ο ίδιος διάλεξε τον μοναχικό βίο,
εκπληρώνοντας αμέσως τις μητρικές παραγγελίες με τούτο πρώτα, τη φυγή
δηλαδή από τον κόσμο για το Χριστό, πού για χάρη Του θα έφευγε αργότερα κι από τη ζωή.
Ευεγερτινός
Τρίτη 5 Απριλίου 2016
ΛΟΓΟΣ ΨΥΧΟΦΕΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΙΑΣ ΠΟΡΝΗΣ
Ο Μέγας Εφραίμ, που ήταν πάντα αφοσιωμένος σε θεϊκές σκέψεις και
σχεδόν ακατάπαυστα είχε νοερά μπροστά στα μάτια του την ημέρα της Κρίσεως
και συνεχώς πενθούσε, «εμάκρυνε φυγαδεύων» κι αυτός, όπως ο ψαλμωδός,
«και ηυλίσθη έν τη ερήμω» (Ψαλμ. 54:8),
αποφεύγοντας κάθε θόρυβο και φασαρία και ζάλη της ζωής.
Καθώς λοιπόν πήγαινε από τόπο σε τόπο, για να ωφελήσει και να οικοδομήσει ψυχές – γιατί σ΄ αυτό τον κινούσε το Άγιο Πνεύμα-, άφησε κάποτε την πατρίδα του (Νίσιβη της Μεσοποταμίας) με εντολή του Θεού, όπως ο Αβραάμ (Γεν. 12:1), και ήρθε στην πόλη των Εδεσσηνών, τόσο για να προσκυνήσει τα τίμια λείψανα (του αποστόλου Θαδδαίου) και τους ιερούς τόπους, όσο και για να συναντήσει κάποιον λόγιο άνδρα, πού θα του έδινε καρπό γνώσεως.
Γι αυτό και παρακάλεσε το Θεό: «Ιησού Χριστέ, Δέσποτα και Κύριε όλων, αξίωσέ με, μόλις θα μπω στην πόλη Έδεσσα, να συναντήσω έναν τέτοιον άνδρα, πού θα είναι ικανός να μιλήσει μαζί μου για την ωφέλεια και την οικοδομή της ψυχής μου». Μετά από αυτή την προσευχή, καθώς βρισκόταν ήδη στην είσοδο της πόλης και περνούσε την πύλη της, ήταν συλλογισμένος και προσεκτικός και όλος φροντίδα, ψάχνοντας, θαρρείς, για το πώς θ΄ αντάμωνε εκείνον τον άνθρωπο και τι θα τον ρωτούσε και ποια ωφέλεια θα κέρδιζε (από τη συνάντηση αυτή).
Έτσι λοιπόν βάδιζε στην άκρη της πόλης, όταν ξαφνικά τον συναντάει μια γυναίκα, που ήταν μάλιστα πόρνη. Αυτό πάντως ήταν από το Θεό, πού πολλές φορές, μυστικά και ανεξερεύνητα, οικονομεί (τις περιστάσεις, για να πετύχει) από τα (φαινομενικά) αντίθετα πράγματα τα αντίθετά τους. Ο ιερός Εφραίμ λοιπόν, αφού έτσι ανέλπιστα συνάντησε την πόρνη, στάθηκε αντίκρυ της και την κοίταζε κατάματα, όλος απορία, ενώ η ψυχή του ήταν γεμάτη ένταση και ταραχή, επειδή όχι μόνο δεν είχε πραγματοποιηθεί ό,τι είχε ζητήσει από το Θεό, αλλά το εντελώς αντίθετο.
Η γυναίκα πάλι, βλέποντάς τον να την παρατηρεί τόσο επίμονα, ρίχνει κι αυτή επίμονη τη ματιά της επάνω του. Αρκετή ώρα κοιτάζονταν έτσι μεταξύ τους. Έπειτα ο μεγάλος (Εφραίμ) θέλησε να την κάνει να ντραπεί και ν΄ αποκτήσει τη σεμνότητα πού αρμόζει στις γυναίκες. Και της λέει: -Τι λοιπόν, κυρά μου; Δεν κοκκινίζεις, έχοντας έτσι καρφωμένα τα μάτια σου επάνω μου; Μα εκείνη αποκρίθηκε: - Σε μένα όμως ταιριάζει να σε βλέπω έτσι, γιατί έχω πλαστεί από σένα, από τη δική σου πλευρά. Εσύ, αντίθετα, δεν πρέπει να κοιτάζεις εμένα, αλλά τη γη, από την οποία πλάστηκες.
Όταν ο Εφραίμ άκουσε αυτά τα εντελώς απροσδόκητα λόγια, και τη γυναίκα ευγνωμονούσε
πολύ για την ωφέλεια (πού του χάρισε),
αλλά και το Θεό ευχαριστούσε θερμά, πού πολλές φορές μπορεί να μας
ωφελήσει πολύ περισσότερο με γεγονότα και πρόσωπα πού δεν περιμένουμε,
παρά με άλλα που περιμένουμε.
Ευεγερτινός
Κυριακή 3 Απριλίου 2016
ΑΚΑΘΑΡΤΟΣ ΠΑΡΑ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΣ ΣΚΛΗΡΟΚΑΡΔΙΟΣ
Ο Μέγας Παχώμιος χαιρόταν πολύ, διαπιστώνοντας ότι ο μαθητής του Θεόδωρος
ήταν σε όλα συνετός,
και ότι, μολονότι νέος,
όχι μόνο δεν είχε την (ανώριμη) σκέψη των νέων,
αλλά στήριζε στην άσκηση και άλλους, τους πιο αδύνατους.
Καθώς λοιπόν είχαν συνήθεια να συγκεντρώνονται όλοι (οι μοναχοί) κάθε βράδυ σ΄ ένα σημείο της μονής και ν΄ ακούνε τη διδαχή του μεγάλου (Παχωμίου), (κάποια φορά), όταν όλοι είχαν μαζευτεί γι αυτό, προστάζει εκείνος το Θεόδωρο – νέον, όπως είπαμε, όχι πάνω από είκοσι χρονών – να κηρύξει στους αδελφούς το λόγο του Θεού. Κι αυτός αμέσως, χωρίς καμιά αντιλογία ή παρακοή, άνοιξε το στόμα του και τους είπε πολλά ωφέλιμα. Μερικοί όμως από τους γεροντότερους, βλέποντας αυτό το πράγμα, δεν θέλησαν να τον ακούσουν. «Θα μας διδάξει αυτός ο αρχάριος;», είπαν μεταξύ τους. «Δεν θα τον ακούσουμε!». Άφησαν λοιπόν τη σύναξη κι έφυγαν ο καθένας για το κελλί του.
Όταν τέλειωσε η διδασκαλία, ο μέγας (Παχώμιος) έστειλε και τους κάλεσε. Και μόλις ήρθαν, τους ρώτησε: - Για ποιο λόγο αφήσατε το κήρυγμα και φύγατε για τα κελλιά σας; - Καλά, αποκρίθηκαν, έβαλες ένα παιδί να κάνει το δάσκαλο σε τόσους γέροντες, πού πέρασαν μια ζωή μέσα στο μοναστήρι; Όταν τους άκουσε (ο όσιος), σκυθρώπιασε και αναστέναξε βαθιά. - Ξέρετε, είπε, από πού άρχισαν να μπαίνουν τα κακά στον κόσμο; - Από πού; ρώτησαν εκείνοι. - Από την υπερηφάνεια! Εξαιτίας της «εξέπεσεν έκ του ουρανού ο εωσφόρος, ο πρωί ανατέλλων» και «συνετρίβη είς την γήν» (Ησ. 14:12). Εξαιτίας της κατοίκησε μαζί με τα θηρία και ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (Δαν. 4:25-30).
Η μήπως δεν ακούσατε τι λέει η Γραφή, ότι «ακάθαρτος παρά Θεώ πάς υψηλοκάρδιος» (Παροιμ. 16:5), και ότι «πάς ό υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ό ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14:11); Επειδή λοιπόν δεν τα λογαριάσατε αυτά, νικηθήκατε από το διάβολο και χάσατε όλη σας την αρετή, γιατί η υπερηφάνεια είναι μητέρα και αρχή όλων των κακών. Φεύγοντας, δεν απομακρυνθήκατε από το Θεόδωρο, αλλά χωριστήκατε από το Άγιο Πνεύμα, καθώς στερηθήκατε το λόγο του Θεού. Είστε πραγματικά αξιολύπητοι. Πώς δεν καταλάβατε, ότι ο σατανάς ήταν πού σας παρακίνησε να φτάσετε σ΄ αυτό (το κατάντημα;)
Ω, τι παράδοξο! Ο Θεός «εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρις θανάτου» (Φιλιπ. 2:8) για μας, κι εμείς, αν και από τη φύση μας ταπεινοί 46 έχουμε έπαρση! Ο από τη φύση Του υψηλός και άπειρος, πού με το βλέμμα Του και μόνο μπορεί να κατακάψει τα πάντα, έσωσε τον κόσμο με την ταπείνωση, κι εμείς, που είμαστε χώμα και στάχτη και ακόμα πιο τιποτένιοι από αυτά, φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, αγνοώντας ότι καταποντιζόμαστε έτσι στα κατάβαθα της γης. Δεν είδατε εμένα, με πόση προσοχή παρακολουθούσα (την ομιλία του Θεόδωρου;) Σας βεβαιώνω, ότι εγώ πάρα πολύ ωφελήθηκα πού τον άκουσα.
Γιατί δεν του επέτρεψα να σας κηρύξει για να σας δοκιμάσω, αλλά γιατί ήθελα κι εγώ ο ίδιος να ωφεληθώ. Πόσο περισσότερο λοιπόν εσείς έπρεπε να τον ακούσετε με πολλή ταπεινοφροσύνη; Αλήθεια σας λέω, ότι εγώ, ο εν Κυρίω πνευματικός πατέρας σας, ήμουν κρεμασμένος απ΄ το στόμα του, σαν να μη γνώριζα τη δεξιά και την αριστερή (στράτα).
Σας λέω λοιπόν ενώπιον του Θεού, ότι, αν δεν δείξετε πολύ μεγάλη μετάνοια γι αυτό το σφάλμα σας, ώστε να σας συγχωρηθεί η πτώση, θα χάσετε την ψυχή σας, και τούτο γιατί, μετά από αυτή την τόσο κακή αρχή, δεν θα σταματήσετε, ώσπου να φτάσετε στην έσχατη απόφαση της καταδίκης σας.
Με αυτά τα λόγια τους νουθετούσε (ο όσιος) καυτηριάζοντας αρκετά το πάθος της υπερηφάνειας,
κι έτσι γιάτρεψε αποτελεσματικά την (πνευματική) αρρώστια τους. Γιατί ήταν και σκληρός,
όποτε χρειαζόταν, αλλά και ήπιος πάλι, όταν το καλούσε η περίσταση,
άλλοτε ελέγχοντας και άλλοτε παρακινώντας προς το αγαθό εκείνους που αμάρταναν.
ΕΥΕΓΕΡΤΙΝΟΣ
Παρασκευή 1 Απριλίου 2016
ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΔΙΑ ΠΟΥ ΤΡΩΝΕ ΤΟΝ ΝΟΥ
Επισκεφθήκαμε κάποτε έναν από τους πατέρες και τον ρωτήσαμε: - Αν κάποιος,
πού πειράζεται από έναν λογισμό και βλέπει ότι νικιέται,
διαβάζει συχνά-πυκνά όσα είπαν οι πατέρες για το λογισμό αυτό και προσπαθεί να τα εφαρμόσει,
χωρίς όμως να το κατορθώνει απόλυτα, τι είναι προτιμότερο,
να φανερώσει σε κάποιον από τους πατέρες το λογισμό του ή να προσπαθήσει
μόνος του να εφαρμόσει όσα διάβασε και να περιοριστεί στην πληροφορία της δικής του συνειδήσεως;
Έχει υποχρέωση, απάντησε ο γέροντας, να φανερώσει το λογισμό του σε άνθρωπο πού θα μπορέσει να τον ωφελήσει, και να μη βασιστεί μόνο στον εαυτό του. Γιατί δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει τον εαυτό του, όταν μάλιστα ταλαιπωρείται από τα πάθη. Να τι συνέβη σε μένα όταν ήμουνα νέος: Είχα ένα ψυχικό πάθος πού με νικούσε. Ακούγοντας λοιπόν ότι ο αββάς Ζήνων είχε θεραπεύσει πολλούς, πού ήταν σε παρόμοια κατάσταση, αποφάσισα να πάω και να του μιλήσω. Ο σατανάς όμως με εμπόδιζε, βάζοντάς μου τη σκέψη: «Αφού ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, εφάρμοσε όσα διαβάζεις, γιατί να πας και να ενοχλήσεις το γέροντα;» Κάθε φορά που αποφάσιζα, ωστόσο, να επισκεφθώ το γέροντα και να του μιλήσω, ο πόλεμος του πάθους υποχωρούσε, με τέχνασμα του πονηρού, για να μην πάω. Και όταν έπαιρνα την απόφαση να μην πάω, κυριευόμουνα πάλι από το πάθος.
Σ΄ αυτή την παγίδα μ΄ έριχνε πολύ καιρό ο εχθρός, πού δεν ήθελε να φανερώσω το πάθος στο γέροντα. Αλλά και πολλές φορές, που πήγα αποφασισμένος να του πω το λογισμό μου, ο εχθρός δεν με άφηνε, γεννώντας μέσα στη καρδιά μου ντροπή και λέγοντάς μου μυστικά: «Αφού ξέρεις πως πρέπει να θεραπευθείς, τι χρειάζεται να μιλήσεις σε κάποιον σχετικά; Άλλωστε εσύ δεν αδιαφορείς για τον εαυτό σου. Ξέρεις τι είπαν οι Πατέρες». Αυτά μου έβαζε στο νου ο αντίπαλος, για να μη φανερώσω το πάθος στο γιατρό και θεραπευθώ. Ο γέροντας, από την άλλη μεριά, ενώ καταλάβαινε ότι είχα λογισμούς, δεν μου έκανε παρατήρηση, περιμένοντας να τους φανερώσω ο ίδιος.
Με δίδασκε μόνο για τον σωστό τρόπο ζωής, και με άφηνε να φύγω. Κάποτε όμως, γεμάτος θλίψη, είπα μέσα μου: «Ως πότε, ταλαίπωρη ψυχή μου, δεν θα θέλεις να γιατρευτείς; Άλλοι έρχονται στο γέροντα από μακριά και θεραπεύονται, κι εσύ δεν ντρέπεσαι, να έχεις κοντά σου το γιατρό και να μη γίνεσαι καλά;» Ζεστάθηκε έτσι η καρδιά μου και είπα μέσα μου: «Ας πάω στο γέροντα, κι αν δεν βρω κανέναν (άλλον) εκεί, θα καταλάβω πως είναι θέλημα Θεού να του αποκαλύψω το λογισμό μου». Πράγματι, πήγα και δεν βρήκα κανέναν. Ο γέροντας, όπως συνήθιζε, με νουθέτησε γύρω από τη σωτηρία της ψυχής και για το πώς θα καθαρθεί κανείς από τους ρυπαρούς λογισμούς. Εγώ από ντροπή δεν του φανέρωσα πάλι τίποτα, κι ετοιμαζόμουνα να φύγω. Σηκώθηκε, έκανε ευχή και με ξεπροβόδιζε, βαδίζοντας μπροστά μου, ως την εξώπορτα. Τον ακολουθούσα από κοντά, ενώ με βασάνιζαν οι λογισμοί: Να μιλήσω ή να μη μιλήσω στο γέροντα;
Εκείνος στράφηκε, είδε πόσο βασανιζόμουν από τους λογισμούς, με χτύπησε στο στήθος και μου είπε: «Τι έχεις; Άνθρωπος είμαι κι εγώ!». Μόλις είπε αυτά τα λόγια, νόμισα πώς η καρδιά μου ανοίχτηκε. Πέφτω με το πρόσωπο στα πόδια του, παρακαλώντας τον με δάκρυα: «Ελέησέ με!». «Τι έχεις;», μου λέει ο γέροντας. «Δεν ξέρεις τι έχω;», αποκρίθηκα. «Εσύ πρέπει να το πεις!», είπε εκείνος. Τότε λοιπόν, με πολλή ντροπή, του εξομολογήθηκα το πάθος μου. Και μου λέει: «Γιατί ντρεπόσουνα να μου το πεις τόσον καιρό; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος; Θέλεις λοιπόν να σου φανερώσω αυτό που ξέρω; Δεν έχεις ήδη τρία χρόνια, που έρχεσαι εδώ μ΄ αυτούς τους λογισμούς, και δεν τους αναφέρεις;» Το ομολόγησα, κι έπεσα πάλι μπροστά του, παρακαλώντας τον: «Ελέησέ με, για τον Κύριο!» «Πήγαινε», μου είπε, «μην παραμελείς την προσευχή σου και μην κατακρίνεις κανέναν». Πήγα πράγματι στο κελί μου και αφοσιώθηκα με επιμέλεια στην προσευχή μου.
Με τη χάρη του Χριστού και τις ευχές του γέροντα, ποτέ πια δεν ενοχλήθηκα από το πάθος εκείνο. Είπε ο αββάς Αντώνιος: - Ξέρω μοναχούς, πού έπεσαν μετά από πολλούς ασκητικούς κόπους κι έφτασαν ως την παράκρουση, επειδή στήριξαν τις ελπίδες τους μόνο στον αγώνα τους και δεν έδωσαν σημασία στην εντολή Εκείνου, που είπε: «Επερώτησον τον πατέρα σου, και αναγγελεί σοι, τους πρεσβυτέρους σου, και ερουσί σοι» (Δευτ. 32:7). Είπε ο αββάς Μωϋσής: - Ο μοναχός που έχει πνευματικό πατέρα, δεν έχει όμως υπακοή και ταπείνωση, και αυτόβουλα νηστεύει ή κάνει οτιδήποτε άλλο που θεωρεί καλό, δεν θ΄ αποκτήσει ποτέ καμία αρετή ούτε ξέρει τι είναι μοναχός. Ένας γέροντας είπε: - Αν σ΄ ενοχλούν ακάθαρτοι λογισμοί, μην τους κρύψεις, αλλά πες τους αμέσως στον πνευματικό σου πατέρα και έλεγξέ τους.
Γιατί όσο κρύβει ο άνθρωπος τους λογισμούς του, τόσο πληθαίνουν και δυναμώνουν.
Όπως δηλαδή το φίδι, μόλις βγει από τη φωλιά του, αμέσως φεύγει, έτσι
και ο πονηρός λογισμός, μόλις φανερωθεί, αμέσως χάνεται.
Και όπως το σκουλήκι τρώει το ξύλο,
έτσι και ο πονηρός λογισμός αφανίζει την καρδιά.
Όποιος φανερώνει τους λογισμούς του, γρήγορα θεραπεύεται.
Όποιος όμως τους κρύβει, πάσχει από υπερηφάνεια.
Ευεγερτινός
Τρίτη 29 Μαρτίου 2016
ΤΟ ΧΑΛΙΝΑΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Η ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΛΥΠΗ
Ένας αδελφός έκανε συνεχώς αυτή την προσευχή στο Θεό:
- Κύριε, δεν έχω φόβο Θεού!
Στείλε μου λοιπόν κεραυνό ή καμιάν άλλη τιμωρία ή αρρώστια ή δαιμόνιο,
μήπως κι έτσι έρθει σε φόβο η πωρωμένη μου ψυχή.
Άλλοτε πάλι παρακαλούσε κι έλεγε: - Ξέρω πώς έχω πολύ αμαρτήσει ενώπιόν Σου, Δέσποτα, και πώς είναι αναρίθμητα τα σφάλματά μου. Γι αυτό και δεν τολμώ να Σου ζητήσω να με συγχωρέσεις. Αν όμως είναι δυνατόν, συγχώρεσέ με για την ευσπλαχνία Σου. Αν πάλι είναι αδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στη ζωή αυτή και μη με κολάσεις στην άλλη. Κι αν είναι και τούτο ακόμη αδύνατον, στείλε μου εδώ ένα μέρος της τιμωρίας και αλάφρωσέ μου εκεί την κόλαση. Άρχισε μόνο από τώρα να με τιμωρείς. Αλλά τιμώρησέ με σπλαχνικά, όχι με την οργή Σου, Δέσποτα. Έτσι λοιπόν μετανοούσε έναν ολόκληρο χρόνο κι αυτά έλεγε με δάκρυα ικετευτικά, ολόθερμα και ολόψυχα, λιώνοντας και τσακίζοντας σώμα και ψυχή με νηστεία και αγρυπνία και άλλες κακουχίες.
Μια μέρα καθώς καθόταν καταγής, όπως συνήθιζε, θρηνώντας και φωνάζοντας σπαραχτικά, από την πολλή του λύπη, νύσταξε κι αποκοιμήθηκε. Και να! Παρουσιάζεται μπροστά του ο Χριστός και του λέει με φωνή γεμάτη ιλαρότητα: - Τι έχεις, άνθρωπέ μου; Γιατί κλαίς έτσι; Ο αδελφός Τον αναγνώρισε και αποκρίθηκε έντρομος: - Γιατί έπεσα, Κύριε! - Έ, σήκω! - Δεν μπορώ, Δέσποτα, αν δεν μου δώσεις το χέρι Σου! Τότε Εκείνος άπλωσε το χέρι Του, έπιασε τον αδελφό και τον σήκωσε. Μα κι όταν αυτός σηκώθηκε, συνέχισε να θρηνεί. - Γιατί κλαις, άνθρωπέ μου; Γιατί είσαι λυπημένος; του ξαναλέει ο Κύριος με απαλή και ιλαρή πάλι φωνή. - Δεν θέλεις, Κύριε, να κλαίω και να λυπάμαι, απάντησε ο αδελφός, πού τόσο πολύ Σε πίκρανα, αν και απόλαυσα τόσα αγαθά από Σένα; Εκείνος άπλωσε ξανά το χέρι Του, τ΄ ακούμπησε στο κεφάλι του αδελφού και του είπε: - Μη λυπάσαι πια.
Γιατί αν έδωσα το αίμα μου για σένα, πολύ περισσότερο θα δώσω συγχώρηση και σε σένα και σε κάθε άλλη ψυχή που γνήσια μετανοεί. Μόλις συνήλθε ο αδελφός από την οπτασία, ένιωσε την καρδιά του γεμάτη χαρά. Έτσι πληροφορήθηκε πώς ο Θεός τον ελέησε. Κι από τότε ζούσε με πολλή ταπείνωση, ευχαριστώντας Τον. Είπε ένας γέροντας: Αν πέσεις σε μια αμαρτία και σηκωθείς κι αρχίσεις να θλίβεσαι και να μετανοείς γι αυτήν, πρόσεξε να μη σταματήσεις τη λύπη και τους στεναγμούς ενώπιον του Κυρίου ως την ημέρα του θανάτου σου. Αλλιώς θα πέσεις πάλι γρήγορα στον ίδιο βόθρο.
Η κατά Θεόν λύπη είναι για την ψυχή χαλινάρι, πού δεν την αφήνει να πέσει. Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: - Αββά, ήταν δύο άνθρωποι, ο ένας μοναχός και ο άλλος κοσμικός. Μια νύχτα ο μοναχός αποφάσισε να πετάξει το σχήμα του μόλις θα ξημέρωνε. Ο κοσμικός πάλι αποφάσισε να γίνει μοναχός. Και οι δυο όμως πέθαναν την ίδια νύχτα, κι έτσι δεν πρόφτασαν να πραγματοποιήσουν τις προθέσεις τους. Σαν τι θα θεωρηθούν άραγε;
Και ο γέροντας αποκρίθηκε. - Ο μοναχός πέθανε σαν μοναχός και ο κοσμικός πέθανε σαν κοσμικός. Γιατί έφυγαν στην κατάσταση πού βρέθηκαν.
Μικρός Ευεγερτινός
Κυριακή 27 Μαρτίου 2016
ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗΣ
Τις αμελείς και ράθυμες ψυχές, έλεγε η μακάρια Συγκλητική, κι εκείνες
πού από νωθρότητα δεν καταφέρνουν να προκόψουν στην αρετή,
καθώς και όσες κυριεύονται εύκολα από την απόγνωση,
πρέπει να τις ενθαρρύνουμε.
Αν μάλιστα παρουσιάσουν ακόμα κι ένα μικρό καλό, να το θαυμάζουμε και να το μεγαλοποιούμε. Απεναντίας, και τα πιο σοβαρά και μεγάλα σφάλματά τους, να τα χαρακτηρίζουμε μπροστά τους σαν πολύ μικρά κι ασήμαντα. Γιατί ο διάβολος, πού θέλει όλα να τα διαστρέφει για να μας κολάσει, προσπαθεί να κρύβει από τους αγωνιστές και τους επιμελείς στην άσκηση τις αμαρτίες τους, κάνοντάς τους να τις ξεχνούν, για να τους ρίξει έτσι στην υπερηφάνεια. Ενώ, αντίθετα, στις αρχάριες και αστερέωτες ψυχές παρουσιάζει εξογκωμένα τα αμαρτήματά τους, για να τις ρίξει σε απελπισία.
Να πώς πρέπει λοιπόν να παρηγορούμε τις ψυχές αυτές που κλονίζονται: Να τους θυμίζουμε την απέραντη συμπάθεια και αγαθότητα του Θεού. Να τις βεβαιώνουμε πώς ο Κύριός μας είναι πολυέλεος και σπλαχνικός και μακρόθυμος, έτοιμος πάντα να ανακαλέσει την καταδίκη των αμαρτωλών ανθρώπων (πρβλ. Ιωήλ 2:13). Σ΄ αυτές τις ψυχές να φέρνουμε και μαρτυρίες από τις άγιες Γραφές, πού να φανερώνουν την απροσμέτρητη συμπάθεια του Θεού σ΄ εκείνους πού αμάρτησαν και μετανόησαν. Να τους λέμε, για παράδειγμα: Πώς η Ραάβ ήταν πόρνη, αλλά σώθηκε χάρη στην πίστη της (Ιησ. Ναυή 2:1 κ.ε. Εβρ. 11:31). Πως ο Παύλος ήταν διώκτης, έγινε όμως σκεύος εκλογής (Πράξ. 9:1 κ.ε.). Και πώς ο ληστής λεηλατούσε και σκότωνε, αλλά μ΄ έναν του μόνο λόγο άνοιξε πρώτος τη θύρα του παραδείσου (Λουκ. 23:39-43).
Να τους λέμε ακόμα για τον ευαγγελιστή Ματθαίο (Ματθ. 9:9-13) και τον τελώνη (Λουκ. 18:9-14) και τον άσωτο (Λουκ. 15:11-32) και κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση. Και με όλ΄ αυτά να στηρίζουμε τις αδύνατες ψυχές, γλιτώνοντάς τες από την απόγνωση. Τις ψυχές πάλι που κυριεύονται από την υπερηφάνεια, να τις διορθώνουμε με πιο εντυπωσιακά παραδείγματα.
Να ενεργούμε δηλαδή σαν τους πολύ έμπειρους κηπουρούς, πού, όταν δουν ένα φυτό καχεκτικό και ασθενικό, το ποτίζουν με άφθονο νερό και το περιποιούνται με πολλή φροντίδα, για ν΄ αναπτυχθεί και να δυναμώσει.
Ενώ, αντίθετα,
όταν δουν σ΄ ένα φυτό πρόωρα βλαστάρια, κλαδεύουν τα περιττά, για να μην ξεραθούν σύντομα.
Αλλά και οι γιατροί,
σ΄ άλλους αρρώστους συνιστούν πολυφαγία και κινητικότητα,
ενώ σ΄ άλλους επιβάλλουν μακρόχρονη δίαιτα και ακινησία».
Μικρός Ευεγερτινός
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016
Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΒΕΛΙΑΡ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΛΥΠΗ
Πρόσεχε, αδελφέ, το πονηρό πνεύμα, πού φέρνει τη λύπη στον άνθρωπο.
Γιατί είναι φοβερή η καταδίωξη πού σου κάνει, μέχρι να σε ρίξει κάτω.
Η κατά Θεόν λύπη, αντίθετα, είναι χαρά για σένα,
γιατί βλέπεις τον εαυτό σου να στέκεται στο θέλημα του Θεού. Εκείνος πού σου λέει:
«Πού θα πάς για να ξεφύγεις;
Μετάνοια δεν έχεις!», αυτός είναι εχθρός,
πού πασχίζει να κάνει τον άνθρωπο να εγκαταλείψει την εγκράτεια.
Γιατί η κατά Θεόν λύπη δεν έρχεται στον άνθρωπο με επιθετική ορμή, αλλά ειρηνικά, και του λέει: «Μη φοβάσαι. Έλα πάλι». Γνωρίζει, βλέπεις, ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατος, και τον δυναμώνει. Με γενναιοφροσύνη αντιμετώπιζε τους λογισμούς, και θα σου γίνουν ελαφρότεροι. Γιατί όποιον τους φοβάται, τον λυγίζουν κάτω από το βάρος τους. Η δύναμη εκείνων πού θέλουν ν΄ αποκτήσουν τις αρετές, φανερώνεται σε τούτο:
Να μη μικροψυχήσουν αν συμβεί να πέσουν, αλλά πάλι να ρίχνονται στον αγώνα. Και η αγαθότητα του Θεού φανερώνεται σε τούτο: Οποιαδήποτε ώρα επιστρέψει ο άνθρωπος από τις αμαρτίες του, τον υποδέχεται με χαρά, χωρίς να του λογαριάζει τα προηγούμενα σφάλματά του, όπως είναι γραμμένο για τον άσωτο υιό (Λουκ. 15:11-32). Αυτός άφησε την τροφή των χοίρων, δηλαδή τα σαρκικά του θελήματα, και γύρισε ταπεινωμένος στον πατέρα του. Γι αυτό κι εκείνος τον δέχθηκε, προστάζοντας αμέσως να του φορέσουν τη στολή της αγνότητας και τον αρραβώνα της υιοθεσίας, πού χαρίζει το Άγιο Πνεύμα. (πρβλ. Ρωμ. 8:15, 23. Β΄Κορ. 1:22, 5:5. Εφ. 1:13-14).
Γιατί ο Κύριός μας είναι ελεήμων και θέλει την επιστροφή του ανθρώπου, καθώς είπε: «Αμήν αμήν λέγω υμίν, χαρά γίνεται έν τώ ουρανώ, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (πρβλ. Λουκ. 15:7). Αφού λοιπόν, αδελφοί, έχουμε το τόσο μεγάλο έλεός Του και τον πλούτο της ευσπλαχνίας Του, ας επιστρέψουμε κοντά Του μ΄ όλη μας την καρδιά. Κι Αυτός θα μας δεχθεί φιλάνθρωπα και θα μας κάνει κοινωνούς της αιώνιας ζωής. Αφού όμως επιστρέψεις, να κυριαρχείς στην καρδιά σου και να μην πέσεις σε ακηδία (δηλαδή σε πνευματική χαυνότητα) λέγοντας, «Πώς μπορώ εγώ, ένας αμαρτωλός άνθρωπος, να φυλάξω όλες τις αρετές;».
Η μετάνοια όμως δεν σου ζητάει κάτι τέτοιο. Γιατί όταν ο άνθρωπος αφήσει τις αμαρτίες του και επιστρέψει στο Θεό, αμέσως η μετάνοια του τον αναγεννάει και του δίνει, σαν σε βρέφος, γάλα από τους άγιους μαστούς της, και τον ανατρέφει σαν στοργική μάνα. Γιατί όσο το βρέφος βρίσκεται στην αγκαλιά της μητέρας του, εκείνη το φυλάει κάθε στιγμή από κάθε κακό. Κι όταν κλάψει, του δίνει αμέσως το μαστό της. Μετά, ανάλογα με την αντοχή του, το χτυπάει λίγο-λίγο και το φοβερίζει, για να δεχθεί έστω κι από φόβο το γάλα της και να μην έχει καρδιά ανυπότακτη.
Αν όμως βάλει τα κλάματα, το σπλαχνίζεται –γιατί από τα σπλάχνα της βγήκε- και αρχίζει να το παρηγορεί και να το φιλάει και να το καλοπιάνει, ώσπου να δεχθεί το μαστό της. Αν κάποιος δείξει στο βρέφος χρυσάφι ή ασήμι ή μαργαριτάρια ή άλλα πράγματα του κόσμου τούτου, εκείνο τα παρατηρεί βέβαια με προσοχή, όσο όμως βρίσκεται στην αγκαλιά της μάνας του, όλα τα παραβλέπει προκειμένου να θηλάσει. Κι εμείς λοιπόν, αδελφοί, ας φροντίσουμε για τους εαυτούς μας.
Ας μείνουμε κάτω από τη σκέπη της μετάνοιας και ας θηλάσουμε γάλα από τους άγιους μαστούς της.
Ας την αφήσουμε να μας θρέψει κι ας σηκώσουμε τον παιδευτικό ζυγό της,
ώσπου ν΄ αναγεννηθούμε από το Θεό,
για να κάνουμε πια το θέλημά Του και να φτάσουμε «είς άνδρα τέλειον,
είς μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4:13).
Μικρός Ευεγερτινός
Σάββατο 12 Μαρτίου 2016
ΧΑΡΑ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΕΠΙ ΕΝΙ ΑΜΑΡΤΩΛΩ ΜΕΤΑΝΟΟΥΝΤΙ
Πρόσεχε, αδελφέ, το πονηρό πνεύμα, πού φέρνει τη λύπη στον άνθρωπο.
Γιατί είναι φοβερή η καταδίωξη πού σου κάνει, μέχρι να σε ρίξει κάτω.
Η κατά Θεόν λύπη, αντίθετα, είναι χαρά για σένα, γιατί βλέπεις τον εαυτό σου να στέκεται στο θέλημα του Θεού.
του Αββά Ησαία
Εκείνος πού σου λέει: «Πού θα πάς για να ξεφύγεις; Μετάνοια δεν έχεις!», αυτός είναι εχθρός, πού πασχίζει να κάνει τον άνθρωπο να εγκαταλείψει την εγκράτεια. Γιατί η κατά Θεόν λύπη δεν έρχεται στον άνθρωπο με επιθετική ορμή, αλλά ειρηνικά, και του λέει: «Μη φοβάσαι. Έλα πάλι». Γνωρίζει, βλέπεις, ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατος, και τον δυναμώνει. Με γενναιοφροσύνη αντιμετώπιζε τους λογισμούς, και θα σου γίνουν ελαφρότεροι. Γιατί όποιον τους φοβάται, τον λυγίζουν κάτω από το βάρος τους. Η δύναμη εκείνων πού θέλουν ν΄ αποκτήσουν τις αρετές, φανερώνεται σε τούτο: Να μη μικροψυχήσουν αν συμβεί να πέσουν, αλλά πάλι να ρίχνονται στον αγώνα. Και η αγαθότητα του Θεού φανερώνεται σε τούτο:
Οποιαδήποτε ώρα επιστρέψει ο άνθρωπος από τις αμαρτίες του, τον υποδέχεται με χαρά, χωρίς να του λογαριάζει τα προηγούμενα σφάλματά του, όπως είναι γραμμένο για τον άσωτο υιό (Λουκ. 15:11-32). Αυτός άφησε την τροφή των χοίρων, δηλαδή τα σαρκικά του θελήματα, και γύρισε ταπεινωμένος στον πατέρα του. Γι αυτό κι εκείνος τον δέχθηκε, προστάζοντας αμέσως να του φορέσουν τη στολή της αγνότητας και τον αρραβώνα της υιοθεσίας, πού χαρίζει το Άγιο Πνεύμα. (πρβλ. Ρωμ. 8:15, 23. Β΄Κορ. 1:22, 5:5. Εφ. 1:13-14). Γιατί ο Κύριός μας είναι ελεήμων και θέλει την επιστροφή του ανθρώπου, καθώς είπε: «Αμήν αμήν λέγω υμίν, χαρά γίνεται έν τώ ουρανώ, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (πρβλ. Λουκ. 15:7). Αφού λοιπόν, αδελφοί, έχουμε το τόσο μεγάλο έλεός Του και τον πλούτο της ευσπλαχνίας Του, ας επιστρέψουμε κοντά Του μ΄ όλη μας την καρδιά. Κι Αυτός θα μας δεχθεί φιλάνθρωπα και θα μας κάνει κοινωνούς της αιώνιας ζωής.
Αφού όμως επιστρέψεις, να κυριαρχείς στην καρδιά σου και να μην πέσεις σε ακηδία (δηλαδή σε πνευματική χαυνότητα) λέγοντας, «Πώς μπορώ εγώ, ένας αμαρτωλός άνθρωπος, να φυλάξω όλες τις αρετές;». Η μετάνοια όμως δεν σου ζητάει κάτι τέτοιο. Γιατί όταν ο άνθρωπος αφήσει τις αμαρτίες του και επιστρέψει στο Θεό, αμέσως η μετάνοια του τον αναγεννάει και του δίνει, σαν σε βρέφος, γάλα από τους άγιους μαστούς της, και τον ανατρέφει σαν στοργική μάνα. Γιατί όσο το βρέφος βρίσκεται στην αγκαλιά της μητέρας του, εκείνη το φυλάει κάθε στιγμή από κάθε κακό.
Κι όταν κλάψει, του δίνει αμέσως το μαστό της. Μετά, ανάλογα με την αντοχή του, το χτυπάει λίγο-λίγο και το φοβερίζει, για να δεχθεί έστω κι από φόβο το γάλα της και να μην έχει καρδιά ανυπότακτη. Αν όμως βάλει τα κλάματα, το σπλαχνίζεται –γιατί από τα σπλάχνα της βγήκε- και αρχίζει να το παρηγορεί και να το φιλάει και να το καλοπιάνει, ώσπου να δεχθεί το μαστό της. Αν κάποιος δείξει στο βρέφος χρυσάφι ή ασήμι ή μαργαριτάρια ή άλλα πράγματα του κόσμου τούτου, εκείνο τα παρατηρεί βέβαια με προσοχή, όσο όμως βρίσκεται στην αγκαλιά της μάνας του, όλα τα παραβλέπει προκειμένου να θηλάσει. Κι εμείς λοιπόν, αδελφοί, ας φροντίσουμε για τους εαυτούς μας.
Ας μείνουμε κάτω από τη σκέπη της μετάνοιας και ας θηλάσουμε γάλα από τους άγιους μαστούς της.
Ας την αφήσουμε να μας θρέψει κι ας σηκώσουμε τον παιδευτικό ζυγό της, ώσπου ν΄ αναγεννηθούμε από το Θεό,
για να κάνουμε πια το θέλημά Του και να φτάσουμε «είς άνδρα τέλειον, είς μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»
(Εφ. 4:13).
Μικρός Ευεγερτινός
Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016
ΤΡΑΒΑ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Ὁ μεγάλος Ἀλύπιος, ἔχοντας τὴν καρδιὰ πυρωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη στὸ Θεό, προβληματιζόταν
τί νὰ κάνει στὴν παροῦσα ζωή,
γιὰ νὰ κατορθώσει τὴν ὁλοκληρωτικὴ καὶ παντοτινὴ συμβίωσή του μὲ Αὐτὸν ποὺ ποθοῦσε,
τὴν ὁλοκάθαρη θεωρία Ἐκείνου μὲ ὅλο του τὸ νοῦ καὶ τὴ γνήσια ἕνωση μαζί Του.
Ἀποφάσισε λοιπὸν ν᾿ ἀπαρνηθεῖ τὰ πάντα καὶ νὰ φύγει, φυσικὰ μακριὰ ἀπὸ φίλους, συγγενεῖς, γνωστούς, κι ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ μάνα, διαλέγοντας τὸν ἀγαθὸ δρόμο τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Τὴν ἀπόφασή του τὴν ἐμπιστεύθηκε μόνο στὴ μητέρα του. -Μάνα, τῆς εἶπε, μὲ κυρίεψε πόθος φλογερὸς νὰ πάω κατὰ τὴν Ἀνατολή, ὅπου πολλοὶ ἔζησαν θεάρεστα καὶ μακάρια, διαλέγοντας τὸν ἡσυχαστικὸ βίο. Κατευόδωσέ με λοιπὸν σ᾿ αὐτὸν τὸ δρόμο καὶ δῶσε μου τὶς εὐχές σου σὰν φυλαχτό. Σὰν ἄκουσε ἐκείνη αὐτὰ τὰ λόγια, δὲν ἔπαθε τίποτε ἀπ᾿ ὅσα παθαίνουν οἱ γυναῖκες (συνήθως, ὅταν ἀκοῦνε παρόμοιες ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν τους). Δὲν πρόβαλε σὰν ἐμπόδιο τὴ χηρεία της οὔτε τὴ μοναξιά της.
Δὲν εἶπε πὼς εἶναι πρᾶγμα ἀσήκωτο γιὰ τὶς μανάδες νὰ χάνουν ἕνα γιὸ τόσο καλὸ οὔτε κάτι ἄλλο παρόμοιο. Δὲν προσπάθησε νὰ ματαιώσει τὴν πρόθεση τοῦ ἀγαπημένου της παιδιοῦ. Ποθοῦσε, βλέπετε, πραγματικὰ τὸ συμφέρον τοῦ γιοῦ της πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ δικό της. Ἀντίθετα, σήκωσε τὰ μάτια, ἅπλωσε τὰ χέρια καὶ συγκέντρωσε ὅλη της τὴ σκέψη σὲ προσευχή. Ὕστερα εἶπε: -Πήγαινε, παιδί μου. Πήγαινε ἐκεῖ ποὺ σὲ ὁδηγεῖ ἡ κλήση τοῦ (Ἁγίου) Πνεύματος. Νά, ὁ Θεός, ποὺ σ᾿ Αὐτὸν μέσα ζοῦμε καὶ σ᾿ Αὐτὸν σὲ παραδίνω, θὰ στείλει τὸν ἄγγελό Του μπροστά σου (Ἐξ. 23:20), γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει ὅπου εἶναι τὸ θέλημά Του.
Ἄμποτε νὰ σοῦ στείλει βοήθεια ἀπὸ τὸ ἅγιο κατοικητήριό Του καὶ νὰ σὲ προστατέψει ἀπὸ τὴν οὐράνια Σιών (Ψαλμ. 19:3). Νὰ σοῦ φορέσει σὰν θώρακα τὴ δικαιοσύνη καὶ νὰ σοῦ βάλει τὴν περικεφαλαία τῆς σωτηρίας (Ἡσ. 59:17. Ἐφ. 6:14-17). Σὰν ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ νὰ λάμψει ἡ ἀρετὴ στὰ ἔργα σου (πρβλ. Ψαλμ. 36:6), ποὺ χάρη σ᾿ αὐτὰ ἀγάπησες τὸ Δεσπότη περισσότερο κι ἀπὸ γονεῖς κι ἀπὸ πατρίδα. Ἦταν ἐκείνη γνήσια μάνα ἑνὸς τέτοιου γιοῦ. Καὶ γι᾿ αὐτό, βάζοντας τὴν ἀρετὴ πιὸ πάνω ἀπὸ τὴ φύση, δὲν προσπάθησε νὰ κάνει ἢ νὰ πεῖ τίποτε ἀνάξιό της. Ἔπειτα, μετὰ τὴν εὐχή, ὁ γιὸς τυλίχθηκε στὸ λαιμὸ τῆς μάνας κι ἡ μάνα ἀγκάλιασε μὲ λαχτάρα τὸ γιό, ἐνῷ βρέχονταν καὶ οἱ δυό τους μὲ θερμὰ δάκρυα. Καὶ ἀφοῦ καταφιλήθηκαν, χωρίστηκαν.
Ἡ μάνα κίνησε γιά τό σπίτι, καί ὁ γιός πῆρε τό δρόμο πού ποθοῦσε.
Μικρός Ευεγερτινός
Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013
Ο ΘΕΟΣ ΤΟ ΕΚΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΗΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΦΑΝΑ
Έλεγε ο αββάς Σισώης:- Όταν ήμουν στη Σκήτη με τον Μακάριο πήγαμε να θερίσουμε μαζί του επτά μοναχοί. Και να πίσω μας μια χήρα σταχομαζώχτρα, που έκλαιγε ασταμάτητα. Φώναξε ο γέροντας τον ιδιοκτήτη του χωραφιού και τον ρώτησε: - Τι έχει αυτή η γριά και κλαίει συνεχώς;
Αυτός απαντά: -Ο άνδρας της φύλαγε κάτι πολύτιμο που του εμπιστεύθηκαν σαν παρακαταθήκη, αλλά πέθανε ξαφνικά και δεν είπε που το έκρυψε και ο ιδιοκτήτης της παρακαταθήκης θέλει να πάρει δούλους αυτήν και τα παιδιά της. Του λέει ο γέροντας. - Πες της να ρθει σε μας εκεί που αναπαυόμαστε από τη ζέστη.Όταν ήλθε η γυναίκα της λέει ο γέροντας:- Γιατί κλαις συνέχεια; Κι αυτή είπε: - Ο άνδρας μου πέθανε ενώ είχε την παρακαταθήκη κάποιου και πεθαίνοντας δεν είπε που την έβαλε.
Της είπε ο γέροντας: - Έλα δείξε μου που τον έθαψες. Τότε πήρε τους αδελφούς του και βγήκε μαζί της. Όταν έφτασε στον τόπο του μνήματος της λέει: - Πήγαινε σπίτι σου. Τότε προσευχήθηκαν αυτοί και ο γέροντας φώναξε στο νεκρό: - Ε, συ, που έβαλες τη ξένη παρακαταθήκη; Αυτός απάντησε: - Είναι κρυμμένη στο σπίτι μου κάτω από το πόδι του κρεβατιού. Του λέει τότε ο γέροντας: Κοιμήσου πάλι ως την ημέρα της αναστάσεως.
Όταν είδαν αυτά οι αδελφοί έπεσαν από φόβο στα πόδια του. Και τους είπε ο γέροντας: - Αυτό δεν έγινε για μένα, γιατί δεν έχω τίποτε, αλλά ο Θεός το έκανε για την χήρα και τα ορφανά. Αυτό είναι το σπουδαίο επειδή ο Θεός θέλει τη ψυχή αναμάρτητη και ό,τι ζητήσει το παίρνει. Και πήγε και ανήγγειλε στη χήρα που βρίσκεται η παρακαταθήκη. Αυτή την πήρε και την έδωσε στον ιδιοκτήτη της και ελευθέρωσε τα παιδιά της. Και όλοι όσοι το άκουσαν, δόξασαν τον Θεό!
Ευεγερτινός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















