ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ




Είδες πώς φανερώνει συγχρόνως και τη σοβαρότητα και την πατρική φροντίδα του και τον φιλόσοφο νου του; Είδες πώς αφαιρεί την αλαζονεία; «Δοκῶ γάρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις


(:κάθε άλλο όμως παρά βασιλεία απολαμβάνουμε εμείς οι απόστολοι· διότι νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους απόστολους μας παρουσίασε δημόσια και στα μάτια όλων ως τελευταίους, ως καταδίκους που πρόκειται να θανατωθούν· διότι γίναμε θέαμα σε όλο τον κόσμο, και στους αγγέλους και στους ανθρώπους. Και από τη μια μας θαυμάζουν οι ενάρετοι άνθρωποι ενώ, από την άλλη, μας περιφρονούν και μας χλευάζουν οι άλλοι)» [Α΄Κορ.4,9], δείχνει πάλι πολλή έμφαση και βαρύτητα με το να πει «ἡμᾶς».


Και δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό, αλλά προσθέτει και το αξίωμα, ελέγχοντας έντονα τους Κορίνθιους προς τους οποίους απευθυνόταν η επιστολή: «ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους(:εμάς τους αποστόλους)», δηλαδή εμάς οι οποίοι υπομένουμε μύρια κακά, που σπείρουμε το κήρυγμα της ευσεβείας, που σας οδηγούμε σε αυτήν την φιλοσοφία[:ως φιλοσοφία για τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς νοείται γενικά η χριστιανική θεολογία και η κατά Χριστό άσκηση και ζωή], σε αυτήν τη φιλοσοφημένη χριστιανική ζωή που θα σας χαρίσει τα αιώνια ουράνια αγαθά· αυτούς, τους Αποστόλους δηλαδή, τους παρουσίασε δημοσίως ως τελευταίους στη σειρά ανθρώπους, ως μελλοθάνατους, δηλαδή ως καταδίκους.


Επειδή δηλαδή παραπάνω ο Παύλος τούς είχε πει ελέγχοντάς τους για την αλαζονεία καθώς και για τη λανθασμένη συμπεριφορά τους, τη φράση: «ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν (:για να είμαστε και εμείς βασιλείς μαζί σας)» [βλ. Α΄Κορ.4,8: «ἤδη κεκορεσμένοι ἐστέ, ἤδη ἐπλουτήσατε, χωρὶς ἡμῶν ἐβασιλεύσατε· καὶ ὄφελόν γε ἐβασιλεύσατε, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν(:και εσείς οι Κορίνθιοι έχετε αυτήν την ιδέα, ότι είστε μεγάλοι και επίσημοι. Τώρα πλέον είστε χορτασμένοι από όλα! Τώρα πλέον έχετε πλουτίσει από τις πνευματικές δωρεές! Χωρίς να έχετε μαζί σας εμάς, τους διδασκάλους σας, έχετε πλέον μόνοι σας κατακτήσει τη βασιλεία των ουρανών! Και μακάρι να βασιλεύατε, για να βασιλεύσουμε και εμείς μαζί σας...)»] και μείωσε με τον λόγο αυτό την αυστηρότητα του ελέγχου, για να μην τους κάνει να χαλαρώσουν, επανέρχεται πάλι σε αυτό με περισσότερη πικρία και λέει: «διότι νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους αποστόλους μας έδειξε τελευταίους ως μελλοθάνατους». Δηλαδή «από ό,τι βλέπω», λέγει, «και από ό,τι εσείς λέγετε, οι πλέον περιφρονημένοι και καταδικασμένοι είμαστε εμείς, οι οποίοι πάντοτε είμαστε εκτεθειμένοι στις ταλαιπωρίες, ενώ εσείς φαντάζεστε ήδη κατακτημένη τη βασιλεία και τις τιμές και τα έπαθλα».


Και επειδή ήθελε με τον λόγο του να δείξει ότι η κατάσταση είναι παράλογη και υπερβολικά απίθανη δεν είπε απλώς ότι εμείς είμαστε οι τελευταίοι, αλλά ότι «ο Θεός μας έκανε τελευταίους». ότι «εμείς είμαστε οι έσχατοι» αλλά ότι «ο Θεός μάς έκανε εσχάτους». Και δεν αρκέστηκε στο να πει «εσχάτους», αλλά πρόσθεσε και «μελλοθανάτους», για να δει και ο πλέον ανόητος το απίθανο των όσων ειπώθηκαν και ότι τα λεγόμενα προέρχονταν από άνθρωπο πολύ στενοχωρημένο, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους κάνει να ντραπούν. Και κοίταξε τη σύνεση του Παύλου. Με τους ίδιους λόγους, που όταν το απαιτεί η περίσταση, υψώνει τον εαυτό του και τον παρουσιάζει σπουδαίο και μέγα, με τους λόγους αυτούς τώρα ελέγχει εκείνους ονομάζοντας τον εαυτό του ‘’κατάδικο’’. Έτσι είναι δυνατόν να κάνει τα πάντα, όταν το καλεί η περίσταση. Εδώ βεβαίως ‘’επιθανατίους’’ ονομάζει τους καταδίκους, που είναι άξιοι μυρίων θανάτων. «ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις(:διότι γίναμε θέαμα σε όλο τον κόσμο, και στους αγγέλους και στους ανθρώπους)».


Τι σημαίνει «γίναμε θέατρα στον κόσμο»; «Δεν υποφέρουμε», λέγει, «αυτά σε μία γωνιά ούτε σε ένα μικρό μέρος της οικουμένης, αλλά παντού και επί πάντων». Τι σημαίνει όμως και το «και στους αγγέλους»; Είναι δυνατόν να είμαστε θέαμα για τους ανθρώπους και όχι για τους αγγέλους, όταν όσα συμβαίνουν είναι ευτελή· οι δικοί μας όμως αγώνες είναι τέτοιοι, ώστε αξίζουν να τους βλέπουν και οι άγγελοι. Κοίταξε πώς, ενώ εξευτελίζει τον εαυτό του, πάλι τον παρουσιάζει μέγα· ενώ επίσης εκείνοι υπερηφανεύονται, πώς τους παρουσιάζει ευτελείς. Επειδή δηλαδή εθεωρείτο ότι ήταν ευτελέστερο το να είναι μωροί από το να φαίνονται φρόνιμοι και το να είναι αδύνατοι από το να γίνονται ισχυροί και το να είναι περιφρονημένοι από το να είναι ένδοξοι και φημισμένοι, και επειδή πρόκειται να αποδώσει τα μεν δεύτερα σε εκείνους τα δε πρώτα τα δέχτηκε για τον εαυτό του, δείχνει ότι αυτά είναι ανώτερα από εκείνα, εφόσον χάρη σε αυτά πέτυχε να τους βλέπουν όχι μόνο όλοι οι άνθρωποι, αλλά και το σύνολο των αγγέλων· «διότι η δική μας πάλη δεν είναι μόνο προς ανθρώπους, αλλά και προς τις ασώματες δυνάμεις. Για τούτο γίνεται και μέγα θέαμα».


«μεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι(:εμείς οι απόστολοι θεωρούμαστε από τους απίστους μωροί και ανόητοι για το όνομα του Χριστού· εσείς όμως είστε συνετοί εν Χριστώ. Εμείς είμαστε ασθενείς και καταδιωκόμαστε από τους ανθρώπους· εσείς όμως είστε ισχυροί, διότι δεν σας βρήκε κάποιος πειρασμός. Εσείς είστε ένδοξοι, εμείς όμως είμαστε άτιμοι και περιφρονημένοι)»[Α’ Κορ.4,10]. Πάλι και τούτο το είπε, για να προκαλέσει ντροπή, δείχνοντας ότι είναι δυνατόν να συνέρχονται στον ίδιο τόπο άνθρωποι που απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους. «Πώς δηλαδή είναι δυνατόν», λέγει, «σε θέματα που αφορούν στον Χριστό, εσείς μεν να είστε φρόνιμοι, ενώ εμείς άφρονες και μωροί;». Επειδή δηλαδή τους Αποστόλους μεν τους έδερναν και τους καταφρονούσαν οι άπιστοι άνθρωποι και τους ατίμαζαν και τους θεωρούσαν τιποτένιους, ενώ εκείνοι οι Κορίνθιοι απολάμβαναν τιμής και μερικοί μάλιστα θεωρούνταν σοφοί και συνετοί από πολλούς, για τούτο τα λέγει αυτά· ότι δηλαδή πώς είναι δυνατόν εκείνοι που κηρύττουν αυτά να θεωρούνται ότι είναι τα αντίθετα;


«μεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί (:εμείς είμαστε ασθενείς και καταδιωκόμαστε από τους ανθρώπους· εσείς όμως είστε ισχυροί διότι δεν σας βρήκε κάποιος πειρασμός)». Δηλαδή «εμείς εκδιωκόμαστε, καταδιωκόμαστε, εσείς όμως δεν φοβάστε τίποτε και σας περιποιούνται». Αλλά τούτο δεν το ανέχεται η φύση του κηρύγματος. «Ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι(:εσείς είστε ένδοξοι εμείς όμως είμαστε άτιμοι και περιφρονημένοι)».Εδώ απευθύνεται προς όσους έχουν ευγενή καταγωγή και υπερηφανεύονται για τα κοσμικά. «ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί (:μέχρι την ώρα αυτή που σας γράφω, και πεινάμε και υποφέρουμε από δίψα στις περιοδείες μας, και δεν έχουμε αρκετά ρούχα, όταν στη μέση των ταξιδιών μας, μάς πιάνει ξαφνικά ο χειμώνας· και δεχόμαστε χτυπήματα και κακομεταχειρίσεις, και δεν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, αλλά διαρκώς φεύγουμε εδώ και εκεί) «καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί (:και κοπιάζουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια)»[Α΄ Κορ. 4,11-12], δηλαδή δεν διηγούμαι παλαιά, αλλά πράγματα για τα οποία έχω μάρτυρα την παρούσα πραγματικότητα· διότι «δεν ομιλούμε καθόλου για τα ανθρώπινα ούτε για την δόξα του κόσμου, αλλά αποβλέπουμε μόνο στον Θεό, και αυτό ακριβώς είναι ανάγκη να κάνουμε και εμείς παντού· καθόσον δεν βλέπουν τούτο μόνο οι άγγελοι, αλλά και πριν από εκείνους ο Αγωνοθέτης».


«μεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι (:εμείς οι απόστολοι θεωρούμαστε από τους απίστους ηλίθιοι και ανόητοι για το όνομα του Χριστού, εσείς όμως είστε συνετοί εν Χριστώ. Εμείς είμαστε ασθενείς και καταδιωκόμαστε από τους ανθρώπους· εσείς όμως είστε ισχυροί διότι δεν σας βρήκε κάποιος πειρασμός. Εσείς είστε ένδοξοι εμείς όμως είμαστε άτιμοι και περιφρονημένοι)» [Α΄Κορ.4,10]. Αφού γέμισε τον λόγο του με πολλή βαρύτητα-πράγμα το οποίο πλήττει περισσότερο από κάθε κατηγορία- και αφού είπε ότι «γίνατε βασιλείς χωρίς εμάς» και ότι «ο Θεός μας έδειξε στα μάτια όλων τελευταίους ως μελλοθανάτους», στη συνέχεια δείχνει πως είναι όπως οι καταδικασμένοι σε θάνατο λέγοντας: «Ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί(:εμείς είμαστε ασθενείς και αδύνατοι. Εσείς όμως είστε ισχυροί και ακατανίκητοι! Εσείς είστε ένδοξοι, εμείς όμως περιφρονημένοι και εξουθενωμένοι. Από την ημέρα που λάβαμε το αποστολικό αξίωμα και μέχρις αυτής της ώρας, ζούμε ανάμεσα στο πλήθος από ταλαιπωρίες και περιπέτειες. Και πεινούμε και διψούμε· και δεν έχουμε ρούχα για να προφυλαχθούμε από τις κακοκαιρίες και δεχόμαστε ραπίσματα και γρονθοκοπήματα, και συνεχώς μετακινούμαστε από τόπου σε τόπο, χωρίς να έχουμε πουθενά σταθερή παραμονή. Και κοπιάζουμε εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια)»[Α΄Κορ.4,10-11], τα οποία ήσαν, ως γνωστόν, αποδείξεις γνησίων διδασκάλων και αποστόλων.


Αλλά εκείνοι οι Κορίνθιοι Χριστιανοί όμως που δεν είχαν αποβάλει ακόμα εντελώς τα κοσμικά φρονήματα, υπερηφανεύονταν για τα αντίθετα, για σοφία, για δόξα, για πλούτο, για τιμές. Επειδή λοιπόν ήθελε να αφαιρέσει την αλαζονεία τους και να τους δείξει ότι γι' αυτό όχι μόνο δεν πρέπει να καυχώνται, αλλά και να ντρέπονται, κατά πρώτον μεν τους διακωμωδεί λέγοντας: «Γίνατε βασιλείς χωρίς εμάς». «Δηλαδή, εγώ μεν υποστηρίζω», λέγει, «ότι ο παρών καιρός δεν είναι για τιμή και δόξα, των οποίων εσείς απολαμβάνετε, αλλά και διώξεις και ύβρεις, τις οποίες εμείς πάσχουμε. Εάν όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα, αλλά αυτός είναι ο καιρός των αμοιβών, όπως βλέπω- και τούτο το λέγει ειρωνευόμενος- εσείς μεν είστε οι μαθητές κι όμως είστε ήδη βασιλείς, εμείς όμως οι διδάσκαλοι και απόστολοι, που προπάντων έπρεπε να λάβουμε τον μισθό, όχι μόνο έχουμε γίνει οι έσχατοι από εσάς, αλλά ζούμε και ως μελλοθάνατοι, δηλαδή ως κατάδικοι συνεχώς με ατιμώσεις και κινδύνους και πείνα και υβριζόμενοι ως μωροί και εκδιωκόμενοι και υπομένοντες τα πάνδεινα…».


Και αυτά τα έλεγε, για να κάνει και αυτούς να κατανικήσουν με αυτά τα πάθη τους, ότι οφείλουν να ποθούν με ζήλο τα παθήματα των αποστόλων στον κόσμο αυτόν, δηλαδή τους κινδύνους και τις ύβρεις, όχι τις τιμές και τις δόξες, διότι το χριστιανικό κήρυγμα αυτά απαιτεί και όχι εκείνα. Αλλά δεν τα λέγει έτσι απευθείας, ώστε να μη φανεί σε αυτούς φορτικός, αλλά κάνει την επίπληξη αυτήν έτσι, όπως έπρεπε στην περίπτωση. Εάν δηλαδή απροκάλυπτα ομιλούσε, θα έλεγε ως εξής: «Πλανάστε και απατάστε και έχετε πολύ απομακρυνθεί από την αποστολική νομοθεσία· διότι ο απόστολος και διάκονος του Χριστού πρέπει να φαίνεται ότι είναι ανόητος στα μάτια του κόσμου που δεν έχει εγκαταλείψει τα σαρκικά φρονήματα και να ζει σε θλίψη και περιφρόνηση, κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε εμείς· σε εσάς όμως συμβαίνουν τα αντίθετα». Αλλά έτσι τα λεγόμενα θα φαίνονταν σε αυτούς ότι είναι εγκώμια των αποστόλων και εκείνους θα τους έκαναν θρασύτερους, διότι δήθεν θα συκοφαντούνταν για ραθυμία και ματαιοδοξία και τρυφηλότητα. Γι’ αυτό δεν ακολουθεί μεν αυτόν τον τρόπο σε όσα είπε, αλλά άλλο εντονότερο μεν, αλλά λιγότερο ενοχλητικό.


Για τον λόγο αυτόν ομιλεί με κάποια ειρωνεία λέγοντας: «Εσείς όμως θεωρείστε ισχυροί και ένδοξοι». Ενώ, εάν δεν χρησιμοποιούσε ειρωνεία, θα μπορούσε να τους πει τα εξής: «Δεν είναι δυνατόν άλλος μεν να θεωρείται ανόητος, άλλος δε φρόνιμος, άλλος μεν ισχυρός, άλλος δε ασθενής, τη στιγμή που το κήρυγμα του Χριστού απαιτεί άλλα. «Δηλαδή, εάν επιτρεπόταν άλλοι μεν να είναι τούτο, άλλοι δε εκείνο, ίσως θα είχαν κάποια δικαίωση τα λεγόμενα από εσάς· τώρα όμως δεν επιτρέπεται να φαίνεται κανείς ότι είναι φρόνιμος, ένδοξος και ότι έχει απαλλαγεί από κινδύνους. Ειδάλλως, είναι επόμενο ότι ο Θεός έχει προτιμήσει εσάς από εμάς, εσάς τους μαθητές από εμάς τους διδασκάλους που μύρια υποφέρουμε. Και αν κανείς δεν θα μπορούσε να πει αυτό, απομένει εσείς να ακολουθείτε επίμονα τη δική μας ζωή». «Και ας μη φανταστεί κανείς», λέγει, «ότι αναφέρομαι μόνο σε πράγματα του παρελθόντος»· «ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν (:μέχρι την ώρα αυτή που σας γράφω, και πεινάμε και υποφέρουμε από δίψα στις περιοδείες μας, και δεν έχουμε αρκετά ρούχα, όταν στη μέση των ταξιδιών μας, μάς πιάνει ξαφνικά ο χειμώνας· και δεχόμαστε χτυπήματα και κακομεταχειρίσεις, και δεν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, αλλά διαρκώς φεύγουμε εδώ και εκεί)»[Α΄Κορ.4,11]. Βλέπεις ότι τέτοιος πρέπει να είναι όλος ο βίος των Χριστιανών, και όχι μία ή δύο μόνο ημέρες; Διότι ούτε αν είναι κάποιος αθλητής στεφανώνεται, αν κερδίσει μία μονάχα νίκη και κατόπιν ηττηθεί. «Και πεινάμε», κατ’ αντίθεση προς όσους ζουν τρυφηλή ζωή· «και μας κακομεταχειρίζονται» κατ’ αντίθεση προς τους αλαζόνες· «και περιπλανιόμαστε», διότι εκδιωκόμαστε, λέγει· «και έχουμε ελλείψεις σε ρουχισμό», κατ’ αντίθεση προς όσους είναι πλούσιοι· «και κοπιάζουμε» κατ’ αντίθεση πλέον προς τους ψευδαποστόλους, που δεν ανέχονται ούτε να εργάζονται ούτε να κινδυνεύουν, αλλά οι ίδιοι να καρπούνται.


«Όμως εμείς», λέγει, «δεν είμαστε τέτοιοι, αλλά μαζί με τους εξωτερικούς κινδύνους που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, και οι ίδιοι με τη συνεχή εργασία θέτουμε σε συνεχή δραστηριοποίηση τους εαυτούς μας. Και το σπουδαιότερο είναι ότι κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δυσανασχετούμε γι' αυτά, διότι ανταμείβουμε με τα αντίθετα εκείνους που μας κάνουν αυτά». Μέγα δηλαδή είναι τούτο, όχι η κακοπάθεια- διότι αυτή είναι κοινή μοίρα όλων- αλλά το να μην αναστατωνόμαστε ούτε να δυσανασχετούμε, όταν πάσχουμε. Εμείς όμως όχι μόνο δεν δυσανασχετούμε, αλλά και ευφραινόμαστε, και απόδειξη τούτου είναι το ότι εκείνους που μας βλάπτουν τους αμείβουμε με ευεργεσίες. Και ότι τούτο ακριβώς έκαναν οι Απόστολοι, άκουσε τα επόμενα: «Λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι(:και κοπιάζουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Την ώρα που μας βρίζουν εκείνοι που απιστούν στο ευαγγέλιο και μας περιγελούν, εμείς ευχόμαστε το καλό τους. Ενώ μας καταδιώκουν, δείχνουμε ανοχή στους διώκτες μας, ενώ μας δυσφημούν και μας συκοφαντούν, απαντάμε με λόγια γλυκά και παρηγορητικά. Σαν καθάρματα και σκουπίδια του κόσμου γίναμε, αποβράσματα ακάθαρτα της κοινωνίας στα μάτια όλων μέχρι τη στιγμή αυτή)»[Α΄Κορ. 4,12-13], δηλαδή μωροί για τον Χριστό· διότι εκείνος που βλάπτεται και όμως ούτε εκδικείται ούτε θλίβεται, φαίνεται στους απίστους ότι είναι ανόητος και περιφρονημένος και αδύνατος. Και για να μην κάνει τον λόγο του ενοχλητικότερο με το να περιορίσει τα πάθη μονάχα στη δική τους πόλη, τι λέγει; «Γίναμε σαν σκουπίδια και αποβράσματα όχι της πόλεώς σας, αλλά του κόσμου όλου»· και πάλι· «Γίναμε ως ακαθαρσία όλων»· όχι μόνο δική σας, αλλά όλων.


Όπως ακριβώς λοιπόν, όταν ομιλεί περί της προνοίας του Χριστού, αφού αφήσει τη γη, τον ουρανό, όλη την κτίση, φέρει τον Σταυρό ως απόδειξη, έτσι και όταν θελήσει να επισύρει την προσοχή στον εαυτό του, αποσιωπά τα θαυματουργικά σημεία που έκανε με τη χάρη του Θεού και αναφέρει τα όσα έπαθε προς χάριν αυτών. Έτσι και εμείς, όταν αδικούμαστε από κάποιους και καταφρονούμαστε, συνηθίζουμε να αναφέρουμε όσα πάθαμε προς χάριν τους. «Γίναμε ως ακαθαρσία όλων έως τώρα». Έδωσε δυνατό χτύπημα στο τέλος. «Όλων δε», λέγει, «όχι των διωκόντων, αλλά αυτών, εξαιτίας των οποίων πάσχουμε αυτά· δηλαδή χρωστώ πολλή ευγνωμοσύνη σε αυτούς». Τα λεγόμενα δείχνουν άνθρωπο που βαρυθυμεί, όμως δε θλίβεται ο ίδιος, αλλά που θέλει εκείνους να πλήξει. Αυτός δηλαδή έχει μυρίους λόγους να τους κατηγορήσει, και όμως τους ασπάζεται. Για τον λόγο αυτό και ο Χριστός παραγγέλλει να υπομένουμε τις ύβρεις με πραότητα, για να ζούμε και εμείς οι ίδιοι με φιλοσοφία[ στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ο όρος ‘’φιλοσοφία’’ σημαίνει γενικώς τη χριστιανική θεολογία και την κατά Χριστόν άσκηση και ζωή] και για να κάνουμε εκείνους να ντρέπονται περισσότερο· διότι τούτο το επιτυγχάνει κανείς όχι τόσο με ύβρεις, όσο με τη σιωπή.


Έπειτα, επειδή είδε ότι η πληγή ήταν αφόρητη, ταχέως τη θεράπευσε με το να πει: «Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ (:δεν θέλω με αυτά που σας γράφω να σας ντροπιάσω, αλλά σαν παιδιά μου αγαπητά σας συμβουλεύω)»[Α΄Κορ.4,14]. «Δηλαδή, δεν τα λέγω αυτά», λέγει, «για να σας ντροπιάσω». Αυτό που έκανε με τα λόγια ισχυρίζεται ότι δεν το έχει κάνει, μάλλον δε λέγει ότι το έχει κάνει μεν, αλλά όμως όχι με κακή διάθεση και εμπάθεια· διότι είναι άριστη η θεραπεία αυτή, δηλαδή, αφού είπε κανείς ό,τι θέλει, να προσθέσει την δικαιολόγηση της σκέψεώς του· διότι, το να μην ομιλήσει δεν ήταν δυνατό, επειδή θα παρέμεναν αδιόρθωτοι, το να ομιλήσει όμως και να αφήσει πάλι ανίατη την πληγή θα ήταν φοβερό· για τον λόγο αυτόν απολογείται με σοβαρότητα. Και αυτό όχι μόνο δε ματαιώνει την τομή, αλλά την κάνει να πάει βαθύτερα στην πληγή, καθώς μετριάζει όλο τον πόνο· διότι εκείνος που άκουσε ότι τα λέγει αυτά όχι από διάθεση χλευασμού αλλά από αγάπη, δέχεται περισσότερο την διόρθωση. Και εδώ επίσης υπάρχει πολλή σοβαρότητα και ντροπή. Δηλαδή δεν είπε ως διδάσκαλος ούτε ως απόστολος, ούτε ως μαθητές που τους είχε- πράγμα το οποίο το άξιζε- αλλά «σας συμβουλεύω ως τέκνα μου αγαπητά»· και δεν τους ονόμασε απλώς τέκνα, αλλά ποθητά τέκνα. «Συγχωρήστε με», τους λέγει, «και αν έχω πει κάτι βαρύ, το είπα από αγάπη». Και δεν είπε «σας επικρίνω», αλλά «σας συμβουλεύω». Και ποιος δε θα δεχόταν να ακούσει έναν πατέρα που στενοχωριέται και συμβουλεύει τα πρέποντα; Για τον λόγο αυτόν δεν είπε τούτο προηγουμένως, αλλά αφού τους επέπληξε. «Τι λοιπόν;», θα έλεγε κάποιος, «δεν ενδιαφέρονται για μας οι άλλοι διδάσκαλοι;». Δεν εννοώ τούτο, αλλά δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ. Αλλά τούτο μεν δεν το είπε αμέσως, το υποδήλωσε όμως με την ιδιότητα και το όνομα με το να χρησιμοποιήσει τις λέξεις «παιδαγωγόν» και «πατέρα».


Καθόσον, λέγει: «ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας (:Ναι. Σας συμβουλεύω με πατρική λαχτάρα και στοργή· διότι εάν έχετε πάρα πολλούς παιδαγωγούς και διδασκάλους εν Χριστώ, δεν έχετε όμως πολλούς πατέρες)»[Α΄Κορ. 4,15]. Εδώ δεν υποδηλώνει το αξίωμα, αλλά το υπερβολικό μέγεθος της αγάπης. Και με το να προσθέσει το «ἐν Χριστῷ», δεν έθιξε εκείνους, αλλά και ενθάρρυνε αυτούς με το να ονομάσει όχι κόλακες, αλλά παιδαγωγούς εκείνους, οι οποίοι εργάζονταν με προθυμία και αναλάμβαναν τους κόπους· συγχρόνως υποδήλωσε και τη δική του φροντίδα. Και δεν είπε: «αλλά όμως δεν έχετε πολλούς διδασκάλους», αλλά είπε «δεν έχετε πολλούς πατέρες». Έτσι δεν ήθελε να αναφέρει το αξίωμά του ούτε να υπενθυμίσει ότι από αυτόν είχαν ωφεληθεί περισσότερο, αλλά, αφού συγχώρησε εκείνους για το ότι πολύ είχε κοπιάσει προς χάριν τους- διότι τέτοιος πρέπει να είναι ο παιδαγωγός- κρατεί για τον εαυτό του την υπερβολική αγάπη· διότι τέτοιος πρέπει να είναι ο πατέρας. Και δεν λέγει ότι «κανείς δεν σας αγαπά τόσο πολύ», πράγμα το οποίο θα ήταν ανεύθυνο, αλλά αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο γεγονός. Ποιο λοιπόν είναι αυτό; «Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα(:ένα και μόνο πνευματικό πατέρα έχετε, εμένα· διότι εγώ με το κήρυγμα του ευαγγελίου σάς γέννησα πνευματικά, με την χάρη που μου έδωσε η κοινωνία και η σχέση μου με τον Χριστό )»[Α΄Κορ.4,15]. «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»· «δεν το θεωρώ έργο δικό μου». Πάλι πλήττει εκείνους οι οποίοι αποδίδουν σε αυτόν την επιτυχία της διδασκαλίας. «Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ (:εάν για άλλους δεν είμαι απόστολος τουλάχιστον όμως για εσάς είμαι απόστολος· διότι η σφραγίδα με την οποία πιστοποιείται επίσημα το αποστολικό μου αξίωμα, με την χάρη του Κυρίου, τους οποίους οδήγησα στον Χριστό)»[Α΄Κορ. 9,2].


Και πάλι λέγει «εγώ σας φύτευσα» και «εγώ σας γέννησα». Δεν είπε: «κήρυξα το Ευαγγέλιο σε σας», αλλά «εγώ σας γέννησα», χρησιμοποιώντας όρους της φύσεως. Δηλαδή, για ένα πράγμα φρόντιζε συνεχώς, να δείξει την αγάπη, την οποία έτρεφε για αυτούς. Δηλαδή, εκείνοι μεν, αφού σας παρέλαβαν από εμένα, συνέχισαν την καθοδήγησή σας· δηλαδή είπε «ως τέκνα», για να μην τονίσει ότι το είπε, για να τους κολακεύσει, αναφέρει και την αιτία: «παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ(:αφού λοιπόν είμαι πατέρας σας, σας παρακαλώ να γίνεστε μιμητές μου)» [Α΄Κορ.4,16] ·[πρβλ. και Α΄Κορ.11,1: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ (:να γίνεται μιμητές μου, όπως και εγώ έγινα μιμητής του Χριστού)»]. Πω πω, πόση είναι η παρρησία του διδασκάλου· πόσο σαφής είναι η εικόνα εφόσον και άλλους παρακαλεί γι’ αυτό! και δεν το κάνει αυτό από υπερηφάνεια αλλά δείχνει ότι είναι εύκολη η αρετή. «Μη μου πεις λοιπόν ότι δεν μπορώ να σε μιμηθώ, διότι εσύ είσαι ο δάσκαλος και μέγας’’. Η απόσταση μεταξύ μας δεν είναι τόσο μεγάλη όσο μεταξύ Χριστού και εμένα· και όμως εγώ μιμήθηκα Εκείνον». Όταν μεν γράφει προς τους Εφεσίους, δεν θέτει τον εαυτό του στο μέσο, αλλά κατευθείαν όλους αυτούς τους οδηγεί εκεί λέγοντας: «Γίνεσθε οὖν μιμηταὶ τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά(:αφού λοιπόν ο Θεός σάς συγχώρεσε, να γίνεστε και εσείς μιμητές του Θεού ως παιδιά Του αγαπητά)»[Εφ.5,1]· εδώ όμως, επειδή απευθυνόταν προς αδύνατους στην πίστη, παρενέβαλε τον εαυτό του. Αλλά πάντως δείχνει ότι και έτσι είναι δυνατό να μιμηθούν τον Χριστό, διότι εκείνος που μιμήθηκε την ακριβή σφραγίδα, μιμήθηκε το πρωτότυπο.


Ας δούμε λοιπόν πώς μιμήθηκε τον Χριστό ο απόστολος Παύλος· διότι η μίμηση αυτή δεν χρειάζεται χρόνους και τέχνη, αλλά μόνο διάθεση. Εάν δηλαδή εισέλθουμε σε εργαστήριο ζωγράφου, δεν θα μπορέσουμε να μιμηθούμε την εικόνα, ακόμη και αν την δούμε μύριες φορές· τούτον όμως μπορούμε να τον μιμηθούμε και μόνο εξ ακροάσεως. Θέλετε λοιπόν να φέρουμε τον πίνακα στο μέσο και σχεδιάσουμε επάνω σας την πολιτεία του Παύλου; Ας τεθεί λοιπόν εμπρός ο πίνακας που είναι πολύ λαμπρότερος από τις βασιλικές εικόνες. Αυτό λοιπόν που βρίσκεται εμπρός μας δεν είναι σανίδες κολλημένες ούτε ύφασμα τοποθετημένο επάνω σε αυτές, αλλά τούτο εδώ εμπρός μας είναι έργο Θεού, διότι είναι ψυχή και σώμα. Η ψυχή είναι έργο του Θεού, όχι ανθρώπων, όπως επίσης και το σώμα. Χειροκροτήσατε στο σημείο αυτό; Όμως δεν είναι εδώ καιρός για χειροκροτήματα, αλλά χρειάζεται να χειροκροτήσετε και να ποθήσετε με ζήλο τα εξής: Κατά πρώτον, η ύλη είναι κατώτερη, εφόσον είναι κοινή σε όλους. Μία ψυχή δηλαδή δεν διαφέρει καθόλου από άλλη ψυχή, επειδή είναι και αυτή ψυχή, αλλά η διάθεση δείχνει την διαφορά. Όπως ακριβώς δηλαδή ένα σώμα δεν διαφέρει από άλλο σώμα- διότι και αυτό είναι σώμα- αλλά είναι όμοιο το σώμα και του Παύλου και των πολλών ανθρώπων, και μάλιστα οι κίνδυνοι κάνουν αυτό λαμπρότερο από εκείνο, έτσι συμβαίνει και με την ψυχή. Ας τεθεί λοιπόν ενώπιόν μας ο πίνακας, η ψυχή του Παύλου. Αυτός ο πίνακας προηγουμένως ήταν μαυρισμένος, γεμάτος με αράχνες, διότι δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τη βλασφημία. Όταν όμως ήλθε Εκείνος που μεταμορφώνει τα πάντα και είδε ότι ο Παύλος διαμορφώθηκε έτσι όχι από ραθυμία και μωρία, αλλά από απειρία και από έλλειψη ανθέων της ευσεβείας- διότι είχε μεν ζήλο, αλλά τα άνθη δεν είχαν χρώματα, εφόσον ο ζήλος του δεν ήταν κατ’ επίγνωση- του δίνει το άνθος της αληθείας, δηλαδή τη χάρη, και αμέσως έκανε βασιλική την εικόνα.


Αφού δηλαδή έλαβε τα χρώματα και αφού έμαθε όσα αγνοούσε, δεν έχασε χρόνο, αλλά αμέσως αποδείχτηκε τεχνίτης άριστος. Και κατά πρώτον με το να κηρύττει τον Χριστό δείχνει ότι η κεφαλή του είναι βασιλική· έπειτα ότι και το υπόλοιπο σώμα ανήκει στην πολιτεία την ακριβή. Λοιπόν, οι μεν ζωγράφοι, αφού κλειστούν καλώς μέσα στην οικία τους με πολλή ησυχία και ακρίβεια εργάζονται όλο το έργο χωρίς να ανοίγουν σε κανένα τις θύρες· αυτός όμως, αφού τοποθέτησε τον πίνακα στο μέσο της οικουμένης και ενώ όλοι εναντιώνονταν, θορυβούσαν, προκαλούσαν ταραχή, ζωγράφιζε έτσι αυτήν τη βασιλική εικόνα χωρίς κανένα εμπόδιο. Για τον λόγο αυτό και έλεγε: «Γίναμε θέαμα στον κόσμο», στο μέσο της γης και της θάλασσας και του ουρανού και όλης της οικουμένης και του κόσμου και του αισθητού και του νοητού, καθώς ζωγράφιζε την εικόνα. Θέλετε να δείτε και τα υπόλοιπα μέρη αυτής κάτω από την κεφαλή; Ή θέλετε να αρχίσουμε από κάτω προς τα επάνω; Κοιτάξετε λοιπόν με θαυμασμό ένα χρυσό ανδριάντα, μάλλον δε πολυτιμότερο και από αυτόν, που θα έπρεπε να είχε στηθεί στον ουρανό, και όμως δεν είναι ντυμένος με μόλυβδο, ούτε τοποθετημένος σε έναν τόπο, αλλά τρέχει από την Ιερουσαλήμ μέχρι του Ιλλυρικού και στην Ισπανία, πηγαίνει και σε όλα τα μέρη της οικουμένης έρχεται σαν να έχει φτερά. Τι θα μπορούσε να υπάρξει ωραιότερο από αυτά τα πόδια, τα οποία βάδισαν σε όλη τη γη, που βρίσκεται κάτω από τον ήλιο; Αυτήν την ωραιότητα διακηρύσσει από την παλαιά εποχή και ο προφήτης λέγοντας: «ὡς ὥρα ἐπὶ τῶν ὀρέων, ὡς πόδες εὐαγγελιζομένου ἀκοὴν εἰρήνης(:όπως το έαρ επάνω στα όρη, όπως τα πόδια εκείνου ο οποίος σπεύδει να αναγγείλει το χαρμόσυνο μήνυμα της ειρήνης)»[ Ησ. 52,7]. Είδες γιατί είναι καλά τα πόδια;
Θέλεις να δεις και το στήθος;


Έλα εδώ να σου δείξω και τούτο και θα δεις ότι είναι πολύ λαμπρότερο από τους ωραίους αυτούς πόδες και από το ίδιο το στήθος του παλαιού νομοθέτου. Ο Μωυσής μεν βάσταζε λίθινες πλάκες, αυτός όμως είχε μέσα του τον ίδιο τον Χριστό, είχε την ίδια την εικόνα του βασιλέως και για τον λόγο αυτόν ήταν σεβαστότερος και από το ‘’Ιλαστήριον’’[:το κάλυμμα της Κιβωτού στα Άγια των Αγίων· βλ. Εξ.25,16: «καὶ ἐμβαλεῖς εἰς τὴν κιβωτὸν τὰ μαρτύρια, ἃ ἂν δῷ σοι καὶ ποιήσεις ἱλαστήριον ἐπίθεμα χρυσίου καθαροῦ, δύο πήχεων καὶ ἡμίσους τὸ μῆκος καί πήχεως καὶ ἡμίσους τὸ πλάτος (:μέσα δε στην κιβωτό θα θέσεις αντικείμενα, που μαρτυρούν την Παρουσία μου και τα οποία Εγώ θα σου δώσω και θα κατασκευάσεις το σκέπασμα της κιβωτού, το ιλαστήριο, από καθαρό χρυσό. Θα έχει μήκος μεν δύο και ήμισυ πήχεις, πλάτος δε ένα και ήμισυ πήχυ)»... και Λευιτ. 16,2: «καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· λάλησον πρὸς Ἀαρὼν τὸν ἀδελφόν σου, καὶ μὴ εἰσπορευέσθω πᾶσαν ὥραν εἰς τὸ ἅγιον ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος εἰς πρόσωπον τοῦ ἱλαστηρίου, ὅ ἐστιν ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ τοῦ μαρτυρίου, καὶ οὐκ ἀποθανεῖται· ἐν γὰρ νεφέλῃ ὀφθήσομαι ἐπὶ τοῦ ἱλαστηρίου(:και είπε ο Κύριος προς τον Μωυσή:· “πες στον αδελφό σου τον Ααρών να μην εισέρχεται κατά οποιανδήποτε ώρα και ημέρα στα Άγια των Αγίων, στο εσωτερικό του καταπετάσματος, ενώπιον του ιλαστηρίου, το οποίο βρίσκεται επάνω στην Κιβωτό του Μαρτυρίου, για να μη τιμωρηθεί με θάνατο. Διότι εγώ θα παρουσιάζομαι επί του ιλαστηρίου δια νεφέλης)»] και από τα Χερουβίμ· διότι από εκεί δεν προερχόταν τέτοια φωνή όπως από εδώ, αλλά η μεν φωνή εκείνων ομιλούσε κυρίως περί αισθητών πραγμάτων, η γλώσσα όμως του Παύλου ομιλούσε για τα ουράνια πράγματα· και η μεν φωνή που προερχόταν από το Ιλαστήριο δίδασκε τους Ιουδαίους μόνο, η φωνή όμως του Παύλου κήρυττε σε όλη την οικουμένη· εκείνη μεν η φωνή ομιλούσε με άψυχα μέσα, αυτή εδώ όμως η φωνή ομιλούσε με ενάρετη ψυχή.


Τούτο το ιλαστήριο ήταν λαμπρότερο και από τον ουρανό, όχι διότι άστραπτε από την ποικιλία των άστρων ούτε από τις ηλιακές ακτίνες, αλλά διότι είχε τον ίδιο τον ήλιο της δικαιοσύνης που εξέπεμπε από εκεί τις ακτίνες. Και τούτον μεν τον ουρανό, εάν ποτέ τον καλύψει ένα σύννεφο, τον κάνει σκυθρωπότερο, εκείνο όμως το στήθος καμία τέτοια κακοκαιρία ποτέ δεν κατέλαβε· μάλλον όμως πολλές φορές πολλοί χειμώνες το έπληξαν το φως όμως δεν το επισκότισαν, αλλά μέσα στον πειρασμό και τους κινδύνους τούτο το φως έλαμπε ακτινοβόλο. Για τον λόγο αυτόν και ενώ ο ίδιος ήταν δεμένος με αλυσίδες φώναζε: «ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ' ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται(:για το οποίο Ευαγγέλιο κακοπαθώ μέχρι τα δεσμά σαν κακούργος, αλλά ο λόγος του Θεού δεν έχει δεθεί)» [Β΄Τιμ.2,9]. Έτσι πάντοτε με εκείνη τη γλώσσα εξέπεμπε τις ακτίνες και ούτε φόβος ούτε κίνδυνος έκανε σκυθρωπό το στήθος εκείνο. Ίσως φαίνεται ότι το στήθος είναι ανώτερο από τους πόδες, αλλά και εκείνοι ως πόδες είναι καλοί και τούτο ως στήθος είναι καλό. Θέλεις να δεις και κοιλία ωραία; Άκουσε τι λέγει περί αυτής: «διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω(:γι’ αυτό λοιπόν εάν αυτό που τρώω γίνεται αιτία σκανδάλου και αμαρτίας για τον αδελφό μου, δεν θα φάω ποτέ οποιοδήποτε είδος κρέατος, για να μην σκανδαλίσω τον αδερφό μου. Και έρχομαι τώρα να σας δείξω ότι για τους αδύναμους αδελφούς έκανα και εξακολουθώ να κάνω θυσίες των δικαιωμάτων μου)» [Α΄Κορ.8,13].


Επίσης σε άλλη επιστολή λέγει αντιστοίχως: «Καλὸν τὸ μὴ φαγεῖν κρέα μηδὲ πιεῖν οἶνον μηδὲ ἐν ᾧ ὁ ἀδελφός σου προσκόπτει ἢ σκανδαλίζεται ἢ ἀσθενεῖ(:γι' αυτό, παρά την ελευθερία που έχουμε, καλό και προτιμότερο είναι να μη φας κρέατα και να μην πιεις οίνο και να μην κάνεις καμία πράξη, εξαιτίας της οποίας σκοντάφτει ή σκανδαλίζεται ή καταβάλλεται ο αδελφός σου)» [Ρωμ. 14,21]· και: «τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι(:τα φαγητά έχουν γίνει για την κοιλιά και η κοιλιά για τα φαγητά. Ο Θεός όμως θα καταργήσει στην άλλη ζωή και αυτά και εκείνα. Μπορείτε λοιπόν να τρώτε ότι θέλετε αρκεί μόνο να μην γίνεστε δούλοι του φαγητού και της κοιλιάς. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με την γενετήσια επιθυμία· διότι το σώμα δεν έχει γίνει για την πορνεία αλλά για τον Κύριο, για να Του ανήκει ως μέλος Του. Και ο Κύριος είναι για το σώμα για να ανήκει σε Αυτόν)» [Α΄Κορ.6,13]. Τι θα μπορούσε να υπάρξει ωραιότερο από αυτήν την κοιλία, η οποία είχε ασκηθεί να παραμένει ήρεμη, έχει διδαχθεί όλη τη σωφροσύνη και η οποία γνώριζε και να πεινά και να λιμοκτονεί και να διψά; Όπως ακριβώς δηλαδή βαδίζει ένας πειθαρχημένος ίππος, αν του θέσουν χρυσά ηνία, έτσι και αυτή η κοιλία λειτουργούσε εύρυθμα, αφού νίκησε την ανάγκη που υπαγορεύει η φύση, διότι ο Χριστός βάδιζε μέσα σε αυτήν. Και εφόσον αυτή είχε τόση σωφροσύνη, ήταν ολοφάνερο ότι κατανικώνταν και όλα τα άλλα μειονεκτήματα. Θέλεις να δεις και τα χέρια όπως είναι τώρα; Ή θέλεις καταρχήν να θαυμάσεις τα κακά έργα αυτών των χεριών κατά το παρελθόν; Αυτός εισερχόμενος στις οικίες κατά το παρελθόν έσυρε άντρες και γυναίκες, διότι είχε χέρια, όχι ανθρώπου, αλλά κάποιου άγριου θηρίου. Όταν όμως έλαβε τα χρώματα της αλήθειας και την πνευματική εμπειρία, τα χέρια αυτά πλέον δεν ήσαν ανθρώπου, αλλά πνευματικά χέρια που καθημερινά ήσαν δεμένα με αλυσίδες· και δεν έπληξαν μεν κανένα, επλήγησαν όμως μύριες φορές. Ακόμη και έχιδνα σεβάστηκε κάποτε αυτά τα χέρια, διότι δεν ήσαν πλέον χέρια ενός απλού ανθρώπου· για τον λόγο αυτόν ούτε τα άγγιξε.


Θέλεις να δεις και τα νώτα που ομοιάζουν με τα υπόλοιπα μέλη; Άκουσε τι λέγει και περί αυτών: «ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον, τρὶς ἐῤῥαβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα(:από τους Ιουδαίους πέντε φορές μαστιγώθηκα με σαράντα παρά μία μαστιγώσεις κάθε φορά. Τρεις φορές χτυπήθηκα με ράβδους· μια φορά λιθοβολήθηκα· τρεις φορές ναυάγησα· επί ένα ημερονύκτιο έμεινα ναυαγός στη θάλασσα)» [Β΄Κορ.11,24-25]. Αλλά για να μην πέσουμε και εμείς σε βυθό άπειρο και πάθουμε πολλά, ενώ εξετάζουμε ένα προς ένα τα μέλη του, εμπρός, αφού αφήσουμε το σώμα, ας δούμε άλλο κάλλος, το κάλλος των ενδυμάτων του, το οποίο ακόμη και οι δαίμονες το σεβάστηκαν· για τον λόγο αυτόν και αυτοί οι ίδιοι έφευγαν μακριά, και νοσήματα θεραπεύονταν. Και όπου τυχόν εμφανιζόταν ο Παύλος, τα πάντα υποχωρούσαν και τρέπονταν σε φυγή σαν να διερχόταν πλησίον τους ο άριστος της οικουμένης. Και όπως ακριβώς εκείνοι που δέχτηκαν πολλές πληγές σε πόλεμο αισθάνονται φρίκη, όταν δουν και το όπλο μόνο εκείνου που τους πλήγωσε, έτσι ακριβώς και οι δαίμονες· αν έβλεπαν και μόνο τη ζώνη του απομακρύνονταν. Πού είναι τώρα οι πλούσιοι, που υπερηφανεύονταν για τα χρήματά τους; Πού είναι όσοι απαριθμούσαν τα αξιώματα και τα πολυτελή τους ενδύματα; Αν συγκρίνουν τους εαυτούς τους με αυτά, θα δουν ότι όλα τα δικά τους είναι πηλός και βούρκος. Και γιατί αναφέρω τα ενδύματα και τα χρυσά κοσμήματα, διότι αν κάποιος μου έδινε την εξουσία όλης της οικουμένης, θα θεωρούσα το νύχι και μόνο του Παύλου ισχυρότερο εκείνης της βασιλικής εξουσίας, την πενία του ισχυρότερη κάθε τρυφής, την αδοξία του ισχυρότερη κάθε δόξης, την γύμνωσή του ισχυρότερη κάθε πλούτου, το ράπισμα της ιερής εκείνης κεφαλής ισχυρότερο κάθε αφοβίας, τους λίθους τους οποίους δέχτηκε ισχυρότερους κάθε διαδήματος.


Αυτόν τον στέφανο του αποστόλου Παύλου, αγαπητοί μου, ας ποθήσουμε και αν δεν συμβαίνει τώρα διωγμός, ας προετοιμάσουμε εν τω μεταξύ τους εαυτούς μας· διότι αυτός δεν αναδείχτηκε λαμπρός άντρας μόνο από τους διωγμούς, καθόσον μάλιστα έλεγε: «ἀλλ᾿ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι(:αλλά ταλαιπωρώ το σώμα μου και το μεταχειρίζομαι ως δούλο, για να μην αποδοκιμαστώ και αποδειχτώ ανάξιος του βραβείου εγώ ο ίδιος που κήρυξα σε άλλους και με τη δική μου προτροπή και διδασκαλία αυτοί πήραν το βραβείο)» [Α΄Κορ. 9,27]· πρβλ. Ρωμ.8,13-14:«εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δὲ Πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε. ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ(:διότι, εάν ζείτε κατά τις επιθυμίες της σάρκας, μέλλετε να αποθάνετε τον αιώνιο θάνατο. Εάν όμως, με τις πνευματικές δυνάμεις που χαρίζει το άγιο Πνεύμα, αποστρέφεστε και νεκρώνετε τις κακές πράξεις του σώματος, θα ζήσετε αιωνίως πλησίον του Θεού· διότι, όσοι οδηγούνται και κατευθύνονται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι οι πραγματικοί υιοί του Θεού)»· τούτο μάλιστα είναι δυνατόν να κατορθωθεί και χωρίς διωγμό. Προέτρεπε επίσης να μη φροντίζουμε για τη σάρκα έτσι ώστε να της αυξάνουμε τις επιθυμίες. Και πάλι έλεγε: «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα(:αν έχουμε λοιπόν διατροφές και σκεπάσματα, σε αυτά ας αρκεστούμε)» [Α΄Τιμ. 6,8]. Γι' αυτά δηλαδή δεν απαιτούνται διωγμοί. Και τους απόρους επίσης προσπαθούσε να τους σωφρονίσει λέγοντας: «οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν(:εκείνοι όμως που θέλουν να πλουτίζουν πέφτουν σε πειρασμό)»[Α΄Τιμ. 6,9]. Εάν λοιπόν και εμείς ασκήσουμε έτσι τους εαυτούς μας, αφού εισέλθουμε στον αγώνα, θα στεφανωθούμε και ενώ δεν είναι περίοδος διωγμού, θα λάβουμε πολλά βραβεία για τους εαυτούς μας· εάν όμως λιπαίνουμε το σώμα και ζούμε βίο χοίρων, ακόμη και σε περίοδο ειρήνης θα αμαρτήσουμε σε πολλά και θα καταισχυνθούμε.


Δεν βλέπεις εναντίον ποιων είναι η πάλη μας; Εναντίον των ασωμάτων δυνάμεων. Πώς λοιπόν θα νικήσουμε αυτές, ενώ είμαστε σάρκες; Διότι εφόσον πρέπει να τρώγει με σωφροσύνη κάποιος, εάν παλεύει με ανθρώπους, πολύ περισσότερο, όταν παλεύει με δαίμονες. Όταν όμως εκτός της πολυσαρκίας είμαστε προσδεμένοι και στον πλούτο, πώς θα νικήσουμε τους αντιπάλους; Διότι ο πλούτος είναι δεσμά, δεσμά βαρέα για όσους δε γνωρίζουν να τον χρησιμοποιούν καλώς, τύραννος ωμός και απάνθρωπος, του οποίου όλα τα προστάγματα καταλήγουν στην καταστροφή των δούλων του. Αλλά εάν θέλουμε, θα ρίξουμε από τον θρόνο του τον πικρό αυτόν τύραννο και θα τον κάνουμε να υπακούει σε εμάς και όχι να μας διατάσσει. Πώς λοιπόν θα γίνει αυτό; Όταν μοιράζουμε τον πλούτο σε όλους. Διότι εφόσον είναι μόνος σε μεμονωμένους ανθρώπους, μηχανεύεται όλα τα κακά, όπως ένας ληστής, που βρίσκεται σε ερημικό τόπο· όταν όμως τον φέρουμε στο μέσο των ανθρώπων, δε θα μας νικά πλέον, διότι όλοι από παντού θα τον κρατούν δέσμιο. Και τα λέγω αυτά, όχι επειδή είναι αμαρτία τα χρήματα· αμαρτία είναι το να μη διανέμει κανείς αυτά στους πτωχούς κα το να μην κάνει καλή χρήση αυτών. Ο Θεός δηλαδή δεν έκανε τίποτε κακό, αλλά όλα τα έκανε πολύ καλά· επομένως και τα χρήματα είναι καλά, αλλά εάν δεν κυβερνούν τους κατόχους τους, εάν εξαφανίζουν την πενία των πλησίον. Δεν είναι δηλαδή φως καλό εκείνο που δεν εξαφανίζει το σκοτάδι, αλλά και το επιτείνει, και ούτε θα μπορούσα να ονομάσω «πλούτο» αυτόν που δεν εξαφανίζει την πενία, αλλά αυτόν που την αυξάνει· διότι ο αληθώς πλούσιος δεν ζητεί να λαμβάνει από άλλους, αλλά να βοηθεί άλλους· εκείνος πάλι που επιζητεί να λαμβάνει από άλλους, δεν είναι πλέον πλούσιος, αλλά ο ίδιος είναι ο πτωχός.


Ώστε δεν είναι κακό τα χρήματα, αλλά η πενιχρή διάνοια, η οποία οδηγεί τον πλούτο σε πενία. Αυτού του είδους οι άνθρωποι, που είναι μέσα στα μεταξωτά και λαμπρά ενδύματα, είναι αθλιότεροι και από τους επαίτες των στενωπών, οι οποίοι έχουν ένα σάκο και σώματα ακρωτηριασμένα και περιβεβλημένα ράκη· αυτοί που περιπατούν με μεγαλοπρέπεια στην αγορά είναι δυστυχέστεροι από τους επαίτες εκείνους, οι οποίοι βαδίζουν στις συνοικίες, εισέρχονται στις αυλές των οικιών, φωνάζουν από κάτω και επαιτούν· διότι αυτοί μεν ανυμνούν τον Θεό και λέγουν λόγια ευσπλαχνίας και φιλοσοφίας πολλής, για τούτο και τους ευσπλαχνιζόμαστε και τους δίνουμε ελεημοσύνη και ουδέποτε τους κατηγορούμε. Εκείνοι όμως που πλουτίζουν κακώς εκστομίζουν λόγους ωμότητας και απανθρωπιάς, αρπαγής και σατανικής επιθυμίας, και για τον λόγο αυτόν είναι από όλους μισητοί και καταγέλαστοι. Πρόσεξε επίσης το εξής: Τι θεωρούν όλοι οι άνθρωποι ότι είναι αισχρό, το να ζητεί κανείς να λάβει από τους πλουσίους ή από τους απόρους; Νομίζω ότι στα πάντα είναι φανερό ότι είναι αισχρό να ζητεί κανένας να λάβει κάτι από τους απόρους συνανθρώπους του. Τούτο λοιπόν κάνουν οι πλούσιοι, διότι δεν θα τολμούσαν να προσέλθουν στους πλουσιότερους, ενώ οι επαίτες ζητούν ελεημοσύνη από τους εύπορους· διότι ο επαίτης δεν θα ζητήσει από τον επαίτη, αλλά από τον εύπορο, ενώ ο πλούσιος κατασπαράσσει τον πτωχό.


Πες μου επίσης, τι είναι αξιοπρεπέστερο, το να λάβει κανείς κάτι από ανθρώπους με τη θέλησή τους, που χρεωστούν ευγνωμοσύνη ή το να αναγκάζει και να ενοχλεί ανθρώπους που δεν θέλουν να του δώσουν; Αλλά και τούτο το κάνουν οι πλούσιοι. Οι μεν πτωχοί δηλαδή λαμβάνουν από ανθρώπους, οι οποίοι θέλουν να προσφέρουν και οι οποίοι χρεωστούν ευγνωμοσύνη, ενώ οι πλούσιοι λαμβάνουν από ανθρώπους που δεν θέλουν και είναι πρόθυμοι να δώσουν, πράγμα το οποίο είναι απόδειξη μεγαλύτερης πενίας. Εφόσον δηλαδή ούτε σε πρόγευμα θα ήθελε κανείς να πάει, εάν αυτός που τον καλούσε δεν αισθανόταν οικειότητα προς τον καλούμενο, πώς είναι καλό να λάβει κανείς χρήματα εκβιαστικά; Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν αποστρεφόμαστε τους σκύλους και δεν αποφεύγουμε εκείνους που γαυγίζουν, διότι με την πολλή επιμονή τους να μένουν πλησίον μας μάς εκβιάζουν; Αυτό το κάνουν και οι πλούσιοι. Αλλά είναι αξιοπρεπέστερο, η προσφορά να συνυπάρχει με φόβο. Τούτο όμως που συμβαίνει είναι το αισχρότερο όλων, διότι αυτός που κάνει τα πάντα, για να λάβει κάτι, δεν θα είναι ο γελοιωδέστερος όλων; Και πράγματι, πολλές φορές από φόβο προς τους σκύλους εγκαταλείψαμε ό,τι έχουμε μαζί μας. Πες μου επίσης τι είναι αισχρότερο, να ζητεί να λάβει κάποιος περιβεβλημένος ράκη ή φορώντας μεταξωτά ενδύματα; Όταν δηλαδή κάποιος πλούσιος περιποιείται πτωχούς γέροντες, για να λάβει την περιουσία τους, ενώ εκείνοι έχουν δικά τους παιδιά, είναι άξιος καμίας συγνώμης; Και αν θέλετε, ας εξετάσουμε και τα ίδια τα λόγια, τι λέγουν οι πλούσιοι, όταν επαιτούν, και τι λέγουν οι πτωχοί. Τι λέγει λοιπόν ο πτωχός; Λέγει ότι εκείνος που δίδει ελεημοσύνη ποτέ δεν θα στερηθεί ό,τι δίδει από αυτά που του χάρισε ο Θεός, ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και ότι θα του ανταποδώσει περισσότερα· και όλα αυτά είναι λόγια φιλοσοφίας και παραινέσεως καις συμβουλής, διότι σε βοηθεί να δεις προς τον Κύριο και σου αφαιρεί τον φόβο της μελλούσης πενίας· επομένως είναι δυνατόν κανείς να δει πολλή διδασκαλία στα λόγια των επαιτών.


Τι είδους όμως είναι τα λόγια των πλουσίων; Είναι λόγια χοίρων και σκύλων και λύκων και των άλλων θηρίων. Δηλαδή, άλλοι μεν από αυτούς συνεχώς συζητούν περί τραπεζών και τροφών και καρυκευμάτων και οίνου πάσης προελεύσεως και περί μύρων και ιματίων και της άλλης ασωτίας, άλλοι δε συζητούν περί τόκων και δανεισμών και επινοούν την ύπαρξη βιβλίων λογαριασμών και αναφέρουν αφόρητο όγκο χρεών, τα οποία κληρονόμησαν από τους πατέρες ή παππούδες τους, και έτσι αφαιρούν από άλλον μεν την οικία του, από άλλον τον αγρό του, από άλλον τον δούλο του και όλα τα υπάρχοντά του. Τι να αναφέρει κανείς τις διαθήκες, οι οποίες έχουν γραφεί με μαύρο αίμα; Αφού δηλαδή παρουσιάσουν ότι διατρέχουν αφόρητο κίνδυνο ή αφού καταγοητεύσουν με μερικές μικρές υποσχέσεις, όσους δουν να έχουν μικρή περιουσία, συνήθως τους πείθουν να αδιαφορήσουν μεν για όλους τους συγγενείς τους, που πολλές φορές υποφέρουν από πενία, και αντί εκείνων να κληροδοτήσουν σε αυτούς την περιουσία τους. Αυτά λοιπόν ποιων θηρίων μανία και αγριότητα δεν κρύπτουν;


Για τούτο, σας παρακαλώ, ας αποφύγουμε κάθε πλούτο αυτού του είδους, που είναι αισχρός και γεμάτος από φόνους και ας αποκτήσουμε τον πνευματικό πλούτο και ας επιζητήσουμε τους θησαυρούς των ουρανών· διότι εκείνοι που έχουν αυτούς, εκείνοι είναι οι πλούσιοι, εκείνοι είναι οι εύποροι που απολαμβάνουν όλων των αγαθών και της επιγείου και της αιωνίου ζωής. Εκείνος δηλαδή που θέλει να είναι πτωχός κατά τον λόγο του Θεού βρίσκει ανοικτές τις οικίες όλων· διότι σε εκείνον, ο οποίος δεν έχει τίποτε χάριν του Θεού, ο καθένας είναι δυνατόν να προσφέρει τα υπάρχοντά του· για εκείνον όμως ο οποίος θέλει να έχει με αδικία έστω και ολίγα, συνήθως κλείνονται οι θύρες όλων. Για να αποκτήσουμε λοιπόν και τα επίγεια και τα ουράνια αγαθά, ας προτιμήσουμε τον σταθερό πλούτο, την αθάνατη ευπορία· μακάρι όλοι εμείς να την αποκτήσουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.




ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος









ΠΗΓΕΣ:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-i-ad-corinthios.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Α΄ Προς Κορινθίους επιστολήν, ομιλίες ΙΒ΄ και ΙΓ΄[επιλεγμένα αποσπάσματα], πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2015, τόμος 18, σελίδες 327-329 και 354-379 αντίστοιχα.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
Liddell & Scott, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007),
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html *Εκ του ιστολογίου  «Ακτίνες» της 11.8.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΙΑΖΟΜΕΝΟΥ ΝΕΟΥ




Ματθ. ιζ 14-23


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.



ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2022


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΑΓΑΠΗ ΧΑΡΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΘΛΙΜΜΕΝΗ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι' ΛΟΥΚΑ (2024)


ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2011)


ΟΜΙΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΟ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΙΑΖΟΜΕΝΟΥ ΝΕΟΥ


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΑΝΑΓΚΗ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΔΙΑΚΡΙΤΟΥ (1983)


ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΝΑ ΣΕΛΗΝΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΝΑ ΠΑΣΧΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ


''ΕΠΕΤΙΜΗΣΕΝ ΑΥΤΩ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΙ ΕΞΗΛΘΕΝ ΑΠ' ΑΥΤΟΥ ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ ΚΑΙ ΕΘΕΡΑΠΕΥΘΗ Ο ΠΑΙΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΩΡΑΣ ΕΚΕΙΝΗΣ''


ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


''ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΟΥ ΤΟΝ ΥΙΟΝ... ΠΡΟΣΗΝΕΓΚΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΙΣ ΜΑΘΗΤΑΙΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΟΥΚ ΗΔΥΝΗΘΗΣΑΝ ΑΥΤΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΣΑΙ''


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ



ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΙΑΖΟΜΕΝΟΥ ΝΕΟΥ




«Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι


(:και όταν κατέβηκαν από το όρος της Μεταμορφώσεως και ήλθαν προς το πλήθος, πλησίασε Αυτόν ένας άνθρωπος, που γονάτισε εμπρός Του και είπε: “Κύριε, σπλαχνίσου το παιδί μου, διότι σεληνιάζεται, ταλαιπωρείται και υποφέρει άσχημα, αλλά και κινδυνεύει τον έσχατο κίνδυνο· διότι πολλές φορές πέφτει στη φωτιά και πολλές φορές στο νερό, και κινδυνεύει έτσι να καεί ή να πνιγεί. Και έφερα αυτόν προς τους μαθητές Σου με την παράκληση να τον θεραπεύσουν και αυτοί δεν μπόρεσαν να του χαρίσουν την θεραπεία”)»[Ματθ.17,14-16].


Αυτόν τον άνθρωπο η Γραφή μάς τον παρουσιάζει πάρα πολύ ασθενή ως προς την πίστη· και τούτο είναι φανερό από πολλά σημεία, και από αυτό το οποίο είπε ο Χριστός: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (:εάν εσύ μπορείς να πιστέψεις, θα γίνει ό,τι καλό επιθυμείς, επειδή σε εκείνον που πιστεύει όλα είναι δυνατά)»[Μάρκ.9,23] και από αυτό το οποίο είπε ο πατέρας αυτός που προσήλθε στον Κύριο: «βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ (:“Πιστεύω, Κύριε, ότι έχεις τη δύναμη να με βοηθήσεις. Βοήθησέ με να απαλλαγώ απ’ την ολιγοπιστία μου και αναπλήρωσε εσύ την έλλειψη της πίστεώς μου”)»[Μάρκ.9,24]· και από το να διατάξει ο Χριστός τον δαίμονα να μην εισέλθει πλέον σε αυτόν· και από το να πει πάλι ο άνθρωπος στον Χριστό: «εἴ τι δύνασαι(:εάν μπορείς να κάνεις κάτι)»[Μάρκ.9,22].


«Και γιατί κατηγορεί τους μαθητές», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, «εάν η απιστία η δική του υπήρξε η αιτία του να μην εξέλθει ο δαίμονας από το παιδί του;». Για να δείξει ότι είναι δυνατόν σε αυτούς, εάν έχουν πίστη, να θεραπεύσουν πολλές φορές τους ασθενείς, ακόμη και αν αυτοί που επιζητούσαν τη θεραπεία για τους δικούς τους δεν είχαν οι ίδιοι την απαραίτητη πίστη· διότι όπως ακριβώς αρκούσε πολλές φορές η πίστη αυτού που προσέρχονταν στο να λάβει βοήθεια και από μικρότερο ως προς το αξίωμα ακόμη, έτσι πολλές φορές υπήρξε αρκετή η δύναμη και η πίστη αυτών που διενεργούσαν τις θαυματουργικές θεραπείες, στο να θαυματουργήσουν και χωρίς να πιστεύουν οι προσευχόμενοι.


Οι θείες Γραφές πιστοποιούν και τα δύο αυτά· διότι και όσοι βρίσκονταν κοντά στον Κορνήλιο[Πράξ. 10,1 κ.ε.] εξαιτίας της πίστεώς τους προσείλκυσαν τη θεία χάρη· και ακόμη και στην περίπτωση του Ελισαίου, χωρίς κανείς να πιστέψει, αναστήθηκε ένας νεκρός· διότι εκείνοι οι οποίοι έριξαν το νεκρό σώμα μέσα στον τάφο του προφήτη Ελισαίου, όχι εξαιτίας της πίστεως, αλλά εξαιτίας της δειλίας τους το έριξαν απλώς και ως έτυχε, επειδή φοβήθηκαν τον βασανισμό για τον φόνο που είχε γίνει και έφυγαν· και αυτός που ρίχτηκε εκεί μέσα στον τάφο του Ελισαίου είχε πεθάνει και από μόνης της δύναμης του αγίου σώματος του προφήτη αναστήθηκε ο νεκρός[βλ. Δ΄Βασ. 13,20-21:«καὶ ἀπέθανεν Ἑλισαιέ, καὶ ἔθαψαν αὐτόν. καὶ μονόζωνοι Μωὰβ ἦλθον ἐν τῇ γῇ ἐλθόντος τοῦ ἐνιαυτοῦ·


καὶ ἐγένετο αὐτῶν θαπτόντων τὸν ἄνδρα, καὶ ἰδοὺ εἶδον τὸν μονόζωνον καὶ ἔῤῥιψαν τὸν ἄνδρα ἐν τῷ τάφῳ Ἑλισαιέ, καὶ ἐπορεύθη καὶ ἥψατο τῶν ὀστέων Ἑλισαιὲ καὶ ἔζησε καὶ ἀνέστη ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ(:ο Ελισαίος πέθανε και τον ενταφίασαν. Κατά το επόμενο έτος εισέβαλαν στην χώρα των Ισραηλιτών επιδρομείς Μωαβίτες. Ενώ λοιπόν οι Ισραηλίτες έθαπταν ένα νεκρό, φάνηκαν από μακριά ερχόμενοι οι επιδρομείς Μωαβίτες. Κατελήφθησαν από τρόμο οι Ισραηλίτες και έριξαν τον νεκρό άνδρα στον ανοικτό τάφο του Ελισαίου και τράπηκαν σε φυγή. Ο νεκρός μόλις άγγιξε τα οστά του Ελισαίου, ανέζησε και ανορθώθηκε στα πόδια του)»].Επομένως είναι φανερό ότι στην περίπτωση αυτήν οι μαθητές φάνηκαν ασθενείς στην πίστη, αλλά όχι όλοι· διότι οι στύλοι[δηλαδή ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Ο πατέρας εκείνος έφερε τον ασθενή του υιό στους άλλους μαθητές, όταν οι τρεις μαθητές βρίσκονταν στο όρος της Μεταμορφώσεως] δεν παρευρίσκονταν εκεί.


Αλλά και από την άλλη πλευρά πρόσεχε και την αγνωμοσύνη του ανθρώπου αυτού, πώς δηλαδή συναντά τον Ιησού ενώπιον του λαού και ομιλεί εναντίον των μαθητών Του λέγοντας ότι «καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι(:και έφερα αυτόν προς τους μαθητές Σου με την παράκληση να τον θεραπεύσουν και αυτοί δεν μπόρεσαν να του χαρίσουν τη θεραπεία)». Ωστόσο, ο Χριστός, απαλλάσσοντας τους μαθητές από τις κατηγορίες ενώπιον του λαού, επιρρίπτει σε εκείνον τη μεγαλύτερη ευθύνη: «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν;(: ω γενεά άπιστη και διεστραμμένη από την κακία! Έως πότε θα είμαι μαζί σας; Έως πότε θα σας ανέχομαι;)»[Ματθ.17,17], μη απευθυνόμενος μόνο στο πρόσωπο του πατέρα, για να μη φέρει σε δύσκολη θέση τον άνθρωπο αυτόν, αλλά και σε όλους τους Ιουδαίους· διότι φυσικό ήταν να σκανδαλιστούν πολλοί από τους παρόντες και να σκεφτούν περί των μαθητών πράγματα που δεν άρμοζαν.


Και όταν λέγει «έως πότε θα είμαι μαζί σας;», αποδεικνύει πάλι ότι είναι ευπρόσδεκτος σε Αυτόν ο θάνατος και κάτι το επιθυμητό, και λίαν αγαπητή η αναχώρηση από αυτήν τη ζωή· και ότι όχι το να σταυρωθεί, αλλά το να είναι μαζί τους είναι βαρύ.


Αλλά όμως δεν σταμάτησε μόνο στις κατηγορίες, αλλά τι λέγει; «Φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε(:φέρετέ μου αυτόν εδώ)». Και ο Ίδιος ρωτά τον πατέρα για πόσο χρόνο είναι ο υιός του ασθενής, και τους μαθητές δικαιολογώντας, και εκείνον οδηγώντας σε καλή ελπίδα, και στο να πιστέψει, ότι θα απαλλαγεί από το κακό. Και αφήνει τον νέο να σπαράζει ακόμη, όχι προς επίδειξη (καθόσον και τον επιτίμησε επειδή συγκεντρωνόταν πολύ πλήθος) αλλά για αυτόν τον πατέρα, ώστε όταν δει το δαιμόνιο να ταράσσεται εξαιτίας του ότι προσκλήθηκε και μόνο ενώπιον του Χριστού, έτσι τουλάχιστον να οδηγηθεί στην πίστη για το επικείμενο θαύμα. Επειδή λοιπόν εκείνος είπε ότι «παιδιόθεν(:από την παιδική του ηλικία)»[Μάρκ.9,21] και ότι «εάν μπορείς, βοήθησέ με», ο Χριστός λέγει «σε εκείνον που πιστεύει όλα είναι δυνατά»[Μάρκ.9,22-23], επιρρίπτοντας πάλι την κατηγορία σε αυτόν.


Και όταν μεν ο λεπρός έλεγε «Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι(:Κύριε, πιστεύω ότι, εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις από τη λέπρα)»[Λουκ.5,12], μαρτυρώντας με τα λόγια του αυτά τη δύναμη του Κυρίου, ο Χριστός για να επιβεβαιώσει το λεχθέν και να τον επαινέσει έλεγε: «Θέλω, καθαρίσθητι (:Θέλω να καθαριστείς από τη λέπρα, καθαρίσου)»[Λουκ. 5,13]. Όταν όμως αυτός ο πατέρας δεν είπε τίποτε αντάξιο της δυνάμεώς Του με το να πει «εάν δύνασαι, βοήθησέ με», βλέπε πώς το διορθώνει, επειδή δεν ειπώθηκε καλώς. Τι λέγει λοιπόν; «Εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει»· αυτό σημαίνει: «Έχω τόσο μεγάλο πλούτο δυνάμεως και εξουσίας, ώστε μπορώ να καταστήσω ικανούς και άλλους να επιτελούν αυτά τα θαύματα. Επομένως εάν πιστεύεις όπως πρέπει», λέγει, «και ο ίδιος μπορείς να θεραπεύσεις και αυτόν και άλλους πολλούς».


Και αφού είπε αυτά, ελευθέρωσε τον δαιμονιζόμενο. Εσύ πάλι μην σκέπτεσαι μόνο από αυτό την πρόνοια και την ευεργεσία Του, αλλά και από τον χρόνο εκείνον κατά τον οποίο επέτρεψε την εντός του ανθρώπου παραμονή του δαίμονος· διότι εάν και τότε δεν εκδηλωνόταν στον νέο αυτόν σε τόσο μεγάλο βαθμό η πρόνοια του Θεού, θα είχε προ πολλού απολεσθεί. Καθόσον, όπως λέγει ο δυστυχής εκείνος πατέρας, «το δαιμόνιο ρίχνει τον γιο του άλλοτε στη φωτιά και άλλοτε στο νερό». Και εκείνος ο δαίμονας που αποτολμούσε τέτοια πράγματα σε βάρος του νέου αυτού, ασφαλώς και θα τον οδηγούσε στο θάνατο, εάν ο Θεός δεν του συγκρατούσε τη μεγάλη μανία με ισχυρό χαλινό· όπως ακριβώς συνέβη αυτό και στην περίπτωση των δύο εκείνων γυμνών (δαιμονιζομένων), οι οποίοι έτρεχαν στις ερήμους, και κατέκοπταν τα σώματά τους με πέτρες[Ματθ.8,28 κ.ε.].


Μη θορυβηθείς επίσης, εάν τον αποκαλεί «σεληνιαζόμενο», διότι η ονομασία αυτή ανήκει στον πατέρα του δαιμονιζόμενου. Πώς όμως ο Ευαγγελιστής λέγει ότι «καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς(:διαδόθηκε λοιπόν η φήμη Του σε όλη τη Συρία. Και έφεραν μπροστά Του όλους όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και κατέχονταν από βασανιστικές ασθένειες, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλύτους, και τους θεράπευε.)»[Ματθ.4,24].Τους ονομάζει έτσι στηριζόμενος στην αντίληψη των πολλών[κατά τη λαϊκή αντίληψη επί της ασθενείας αυτής ασκούν επίδραση οι φάσεις της σελήνης. Κάποιες μορφές της νόσου κατά την Αγία Γραφή οφείλονται στην επενέργεια των ακαθάρτων πνευμάτων]· διότι ο διάβολος για να διαβάλει το φυσικό στοιχείο, κάνει τους δαιμονιζόμενους να καταλαμβάνονται από κρίσεις και πάλι τους ελευθερώνει κατά τις περιστροφές της σελήνης· όχι διότι εκείνη επενεργεί, μη γένοιτο· αλλά ο διάβολος διαπράττει την κακουργία αυτήν, προς διαβολή του φυσικού στοιχείου. Γι' αυτό και επικράτησε μεταξύ των ανόητων η εσφαλμένη αυτή αντίληψη, και εξαπατώμενοι αποκαλούν «σεληνιαζομένους» τους δαιμονιζόμενους.


«Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;(:τότε οι μαθητές πλησίασαν ιδιαιτέρως τον Ιησού κα του είπαν: “Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το δαιμόνιο αυτό;” (Και αυτό το είπαν, διότι σε άλλες περιστάσεις είχαν εκδιώξει δαιμόνια)»][Ματθ. 17,19]. Σε εμένα φαίνονται ότι αγωνιούν και φοβούνται μην τυχόν έχασαν τη χάρη, την οποία τους είχε εμπιστευθεί ο Θεός· διότι έλαβαν εξουσία κατά δαιμόνων ακαθάρτων[Ματθ.10,8: «ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε(:και για να επιβεβαιώνεται το κήρυγμά σας, σας δίνω εξουσία και δύναμη να θεραπεύετε ασθενείς, να καθαρίζετε λεπρούς, να ανασταίνετε νεκρούς, να βγάζετε δαιμόνια. Τη χάρη αυτή της θαυματουργίας τη λάβατε δωρεάν, δωρεάν δώστε την και εσείς, χωρίς να παίρνετε χρήματα)»].Γι’ αυτό και ρωτούν, αφού Τον πλησίασαν ιδιαιτέρως, χωρίς να ντρέπονται (διότι εφόσον συνέβη ό,τι συνέβη, και ελέγχθηκαν, ήταν περιττό να ντρέπονται στο εξής να ομολογήσουν με τα λόγια την αδυναμία τους), αλλά επειδή επρόκειτο να Τον ρωτήσουν περί μυστικού και μεγάλου πράγματος.


Τι είπε λοιπόν ο Χριστός; «Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν· ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν(:επειδή σας λείπει η πίστη· διότι αληθινά σας λέω, εάν έχετε πίστη θερμή και δυνατή σαν το μικρό σπόρο του σιναπιού, θα πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί, και θα μετακινηθεί. Και τίποτε δεν θα είναι αδύνατο σε σας)»[Ματθ.17,20]. Εάν όμως ρωτάς «σε ποια περίπτωση μετακίνησαν όρος;», θα σου απαντήσω ότι πραγματοποίησαν πολύ μεγαλύτερα θαύματα, ανασταίνοντας μυρίους νεκρούς· διότι δεν είναι ίσο το να μετακινήσεις όρος και να διώξεις τον θάνατο από ένα νεκρό σώμα. Αναφέρονται δε μετά τους αποστόλους ως άγιοι μερικοί πολύ μικρότεροι ως προς το αξίωμα από εκείνους, οι οποίοι και όταν παρέστη ανάγκη να μετακινήσουν όρη, τα μετακίνησαν[Και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός σε κήρυγμά του για τη δύναμη της πίστεως, μάς αναφέρει για τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ιωακείμ(1487-1563),ότι επιτέλεσε παρόμοιο θαύμα:«… Εις την Αλεξάνδρειαν ήτον ένας Πατριάρχης, το όνομά του Ιωακείμ, αγιότατος άνθρωπος, σοφός και ενάρετος. Ακούγοντας ο βασιλεύς τον Πατριάρχην πως ήτον άγιος άνθρωπος, τον αγάπα κατά πολλά.


Λέγει ο Εβραίος του βασιλέως: ‘’Κάτι πολλήν αγάπην έχεις με τον Πατριάρχην’’. Του λέγει ο Βασιλεύς: ‘’ο Ιωακείμ, ο Πατριάρχης, είναι καλός, δίκαιος άνθρωπος’’. Του λέγει ο Εβραίος, σαν βεζύρης οπού ήτον: ‘’Κράξε, Βασιλεύ, τον Πατριάρχην να έλθη’’. ..Λέγει ο Εβραίος του Πατριάρχου:’’ τι θέλομεν να φιλονικώμεν; Εγώ ακούω, οπού λέγει ο Χριστός σας εις το ευαγγέλιον πως όποιος έχει πίστιν όσον με ένα σπυρί σινάπι μετατοπά ένα βουνό από τον τόπον του και πηγαίνει σ’ άλλο μέρος’’. Λέγει ο Πατριάρχης: ‘’Αληθινά, έτσι το λέγει το ευαγγέλιον’’. Λέγει του ο Εβραίος: ‘’λοιπόν, αν είσαι άξιος, πρόσταξε και συ να σηκωθή από τον τόπον του το βουνό και τότε να πιστεύσω’’. ….Ήτον ένα βουνό από την Αίγυπτον έως τρεις ώρες μακριά. Λέγει ο Εβραίος: ‘’Βασιλέα, πρόσταξε τον Πατριάρχη να σηκώση εκείνο το βουνό να πιστεύσωμεν και εμείς’’. Τότε πιάνει ο Πατριάρχης και θυμιάζει από μακριά εκείνο το βουνό και κάμνοντας τον Σταυρόν του τρεις φορές, λέγοντας και το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. ‘’Σε προστάζω εσέ βουνό να σηκωθής και να έρθης εδώ’’. Και, ω του θαύματος! Ευθύς εσηκώθη εκείνο το βουνό και έγινε τρία, εις τύπον της Αγίας Τριάδος, και εκίνησε και ερχόταν. Φωνάζει ο βασιλεύς και λέγει: ‘’για το όνομα του Θεού! Βοήθησέ μας και εχαθήκαμε!’’. Ερχόταν απάνω τους το βουνό. Και κάνοντας πάλιν δέησιν ο Πατριάρχης εστάθη το βουνό έως έξι μίλια μακριά από την Αίγυπτον και το ωνόμασαν Ντουρ νταγ· θέλει να ειπή: « στάσου βουνό πάλιν».


Ο Εβραίος δεν επίστευσεν και λέγει: ‘’Πάλιν λέγει το Ευαγγέλιον πως όποιος έχει πίστιν, ανίσως και τύχη ανάγκη να πιή θανάσιμον φαρμάκι, δεν αποθαίνει. Λοιπόν πρόσταξε τον Πατριάρχην να του κάμω ένα φαρμάκι να το πίη’’… Ο Εβραίος παρεσκεύασε ιδίαις χερσίν ένα φαρμάκι, το οποίο μόνο να το ήγγιζες στα χείλη θα απέθνησκες. Ο Πατριάρχης ήπιε όλο το ποτήρι και δεν έπαθε τίποτε. Και λέγει τώρα στον βασιλιά: «Πες του να ξεπλύνη τώρα το ποτήρι και να πιη το ξέπλυμα». Και μόλις το ήπιε ο Εβραίος πέθανε μπροστά σε όλους!»]. Επομένως είναι φανερό ότι και οι απόστολοι θα τα μετακινούσαν εάν παρίστατο ανάγκη. Και εάν τότε δεν παρέστη τέτοια ανάγκη, μην κατηγορείς. Εξάλλου και ο Χριστός δεν είπε ότι «οπωσδήποτε θα μετακινήσετε όρη, αλλά θα μπορέσετε να πράξετε και αυτό». Αν όμως δεν μετακίνησαν όρη (τούτο συνέβη όχι διότι δεν μπόρεσαν - πώς ήταν δυνατόν αφού κατόρθωσαν τα μεγαλύτερα) αλλά επειδή δεν θέλησαν, για το ότι δεν παρέστη ανάγκη. Φυσικό επίσης ήταν και να έχει συμβεί αυτό, και να μην έχει γραφεί· καθόσον δεν έγραψαν οι Ευαγγελιστές όλα τα θαύματα που επιτελέστηκαν από τους μαθητές του Κυρίου. Αλλά βέβαια τότε ήσαν ακόμη πολύ ατελείς πνευματικά.


Τι λοιπόν; Δεν είχαν τότε ούτε αυτήν την πίστη, δηλαδή σαν το σπόρο του σιναπιού; Και βέβαια δεν την είχαν· διότι δεν ήσαν πάντοτε οι ίδιοι· για τούτο και ο Πέτρος άλλοτε μεν μακαρίζεται από τον Κύριο, άλλοτε όμως επιτιμάται. Αλλά και οι υπόλοιποι μαθητές κατηγορούνται από τον Κύριο για πνευματική ατέλεια, όταν δεν αντιλήφθηκαν τον λόγο Του σχετικά με τη ζύμη[βλ. Ματθ.16,6-12].Συνέβη λοιπόν και τότε να φανούν πνευματικά αδύνατοι· διότι ήσαν πνευματικά πάρα πολύ ατελείς πριν από τη σταύρωσή Του. Στην περίπτωση μάλιστα αυτήν ‘’πίστη’’ εννοεί εκείνη με την οποία μπορούσαν να κάνουν θαύματα και αναφέρει τον κόκκο του σιναπιού, για να φανερώσει την απερίγραπτη δύναμη της πίστεως· διότι μολονότι το σινάπι φαίνεται ως προς το μέγεθος μικρό, όμως έχει την πιο μεγάλη δύναμη από όλα. Για να δείξει λοιπόν ότι και ελάχιστη ακόμη, αλλά γνήσια πίστη, μπορεί μεγάλα πράγματα να επιτύχει, ανέφερε το σινάπι· και δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό, αλλά πρόσθεσε και όρη και προχώρησε ακόμη περισσότερο· διότι, λέγει «τίποτε δεν θα σας είναι αδύνατο». Εσύ όμως θαύμασε από όλα αυτά και τη φιλοσοφία τους και τη δύναμη του Πνεύματος. Την μεν φιλοσοφία τους, επειδή δεν έκρυψαν το ελάττωμά τους, ενώ τη δύναμη του Πνεύματος, διότι τόσο πολύ αναβίβασε, σιγά σιγά, εκείνους που δεν είχαν πίστη ούτε σαν τον κόκκο του σιναπιού, ώστε να πηγάσουν από αυτούς ποταμοί και πηγές πίστεως. «Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ(:αυτό όμως το είδος των δαιμόνων δεν βγαίνει από τον άνθρωπο που έχει καταληφθεί από αυτό, παρά μόνο με προσευχή που συνοδεύεται και με νηστεία, ώστε η προσευχή να γίνεται με διάνοια όσο δυνατόν ελαφρότερη και περισσότερο προσηλωμένη στον Θεό)»[Ματθ.17,21].


Με τα λόγια αυτά ο Κύριος εννοούσε όχι μόνο τους δαίμονες που κατέχουν τους σεληνιαζομένους, αλλά όλο το γένος των δαιμόνων. Βλέπεις πως τώρα με τα λόγια Του αυτά τους προετοιμάζει για να ακούσουν τα σχετικά με τη νηστεία; Μη μου αναφέρεις βέβαια τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που ορισμένοι εξέβαλαν δαιμόνια και χωρίς νηστεία. Εάν όμως θελήσει κάποιος να το προβάλει αυτό και για εκείνους που επιτιμούν ένα και ενδεχομένως και δύο, αλλά όμως είναι αδύνατον, κάποιος που πάσχει και κάνει τρυφηλή ζωή, να απαλλαγεί κάποτε από αυτήν τη μανία· διότι αυτός που υποφέρει από αυτήν την ασθένεια, αυτός κατεξοχήν έχει ανάγκη από αυτό το πράγμα. «Αλλά όμως», θα πει κάποιος, «εάν έχουμε πίστη, τι χρειάζεται η νηστεία;».


Χρειάζεται επειδή και η νηστεία μαζί με την πίστη προσφέρει πολύ μεγάλη δύναμη. Καθόσον προσφέρει πολλή ευσέβεια στον άνθρωπο και τον μεταβάλλει από άνθρωπο σε άγγελο και τον κάνει να αγωνίζεται εναντίον των ασωμάτων δυνάμεων. Αυτό όμως δεν μπορεί να το κάνει μόνη της, αλλά χρειάζεται και προσευχή και μάλιστα η προσευχή κατέχει την πρώτη θέση. Πρόσεχε λοιπόν πόσα είναι τα αγαθά που προέρχονται από αυτές τις δύο αρετές· διότι αυτός που προσεύχεται και νηστεύει όπως πρέπει, δεν χρειάζεται πολλά πράγματα, και αυτός που δεν χρειάζεται πολλά πράγματα, δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει φιλοχρήματος και αυτός που δεν είναι φιλοχρήματος, είναι περισσότερο πρόθυμος για ελεημοσύνη. Αυτός που νηστεύει είναι απαλλαγμένος από βάρη, έχει πτερά και προσεύχεται με καθαρή καρδιά, σβήνει τις πονηρές επιθυμίες και εξευμενίζει τον Θεό και ταπεινώνει την υπερηφανευόμενη ψυχή του.


Για τον λόγο αυτόν και οι Απόστολοι σχεδόν πάντοτε νήστευαν. Αυτός που προσεύχεται και νηστεύει έχει διπλές φτερούγες, πιο ελαφρές και από τους ίδιους τους ανέμους· διότι δεν χασμουριέται κατά την ώρα της προσευχής, ούτε τεντώνεται, ούτε βυθίζεται σε ύπνο-πράγμα που το παθαίνουν οι περισσότεροι- αλλά έχει μεγαλύτερη δύναμη από τη φωτιά και είναι ανώτερος από τα γήινα πράγματα. Και για τον λόγο αυτόν ο άνθρωπος αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός και πολέμιος των δαιμόνων· καθόσον τίποτε δεν υπάρχει πιο δυνατό από τον άνθρωπο εκείνο που η προσευχή του είναι ειλικρινής· διότι εάν γυναίκα κατόρθωσε να κάμψει κάποιον άρχοντα που δεν φοβόταν ούτε τον Θεό, ούτε και τον άνθρωπο ντρεπόταν, πολύ πιο εύκολα θα προσελκύσει τον Θεό εκείνος που επιμένει διαρκώς στην προσευχή του προς Αυτόν και εξουσιάζει την κοιλιά του και αποφεύγει την τρυφηλή ζωή. Εάν όμως το σώμα σου είναι ασθενές, ώστε να μην μπορείς να νηστεύεις συνεχώς, αλλά όμως δεν είναι ασθενές και για την προσευχή, ούτε ανίσχυρο για να περιφρονήσει και την κοιλιά· διότι εάν δεν μπορείς να νηστεύεις, όμως μπορείς να μην κάνεις τρυφηλή ζωή. Δεν είναι και αυτό μικρό πράγμα, ούτε απέχει πολύ από τη νηστεία, αλλά είναι ικανό και αυτό να καταβάλει την μανία του διαβόλου· καθόσον τίποτε δεν είναι τόσο αγαπητό στον δαίμονα εκείνο, όσο η τρυφηλή ζωή και η μέθη, διότι είναι η πηγή και η μητέρα όλων των κακών.


«ναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα(:και ενώ αυτοί περιόδευαν στη Γαλιλαία, τους είπε ο Ιησούς: “Ο Yιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί πολύ σύντομα σε χέρια ανθρώπων, και θα Tον θανατώσουν, και την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Tου θα αναστηθεί”. Και οι μαθητές λυπήθηκαν πάρα πολύ)»[Ματθ.17,22-23]. Για να μην αναρωτιούνται λοιπόν για ποιο λόγο μένουν συνεχώς εκεί, Τους ομιλεί και πάλι για το πάθος Του· αυτό ακριβώς ακούγοντας δεν ήθελαν να δουν τα Ιεροσόλυμα. Πρόσεχε λοιπόν πως μολονότι και ο Πέτρος επιτιμήθηκε, και συνομίλησαν με Αυτόν ο Μωυσής και ο Ηλίας περί του πράγματος αυτού, και ονόμασαν δόξα τον θάνατό Του, και άφησε ο Πατήρ Του από τον ουρανό να ακουστεί η φωνή Του[Λουκά 9,30-36: «καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας, οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ. ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ εἶπεν ὁ Πέτρος πρὸς τὸν Ἰησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ, μὴ εἰδὼς ὃ λέγει. ταῦτα δὲ αὐτοῦ λέγοντος ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν αὐτούς· 


φοβήθησαν δὲ ἐν τῷ εἰσελθεῖν ἐκείνους εἰς τὴν νεφέλην· καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε. καὶ ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος. καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν καὶ οὐδενὶ ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν(:Και ιδού δύο άνδρες συνομιλούσαν μαζί Του. Και αυτοί ήσαν ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι οποίοι παρουσιάστηκαν με δόξα και έλεγαν για την έξοδό Του, για την αναχώρησή Του από τον κόσμο αυτό, την οποία σύμφωνα με τις προφητείες έμελλε να εκπληρώσει στην Ιερουσαλήμ. Ο δε Πέτρος και οι δύο άλλοι μαθητές είχαν καταληφτεί από βαρύ ύπνο. Όταν όμως ξύπνησαν, είδαν την δόξα Του και τους δύο άνδρες, που στέκονταν μαζί Του. Και συνέβη, όταν οι δύο άνδρες ετοιμάζονταν να χωριστούν από τον Ιησού, είπε ο Πέτρος προς Αυτόν· “Διδάσκαλε, είναι καλά να μένουμε εδώ· ας κάνουμε τρεις σκηνές, μία για Εσένα, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία”.


Και τα έλεγε αυτά, χωρίς να καταλαβαίνει καλά-καλά, τι είναι αυτό που έλεγε. Ενώ λοιπόν ο Πέτρος έλεγε αυτά, ήλθε ένα σύννεφο και τους σκέπασε. Και φοβήθηκαν ο Πέτρος και οι δύο άλλοι μαθητές, όταν ο Ιησούς και οι δύο προφήτες εισήλθαν στην παράδοξη εκείνη νεφέλη, η οποία ήταν σημείο της παρουσίας του Θεού, όπως και άλλοτε στο όρος Σινά. Και ακούστηκε φωνή από την νεφέλη, η οποία έλεγε· “Αυτός είναι ο μονογενής Υιός μου, ο κατεξοχήν αγαπητός, που Τον έστειλα Σωτήρα του κόσμου. Αυτόν να ακούτε”. Και αφού έγινε αυτή η φωνή, βρέθηκε ο Ιησούς μόνος· και οι τρεις μαθητές κράτησαν σιγή για το γεγονός και σε κανέναν εκείνες τις μέρες δεν ανακοίνωσαν τίποτε από όσα είδαν)»], και τόσα θαύματα έγιναν, και βρισκόταν προ των θυρών η Ανάστασή Του (διότι δεν είπε ότι θα μείνει επί πολύ χρόνο στον θάνατο, αλλά είπε ότι θα αναστηθεί την τρίτη ημέρα), ούτε και έτσι μπόρεσαν να υποφέρουν το πράγμα, αλλά λυπήθηκαν· και όχι απλώς λυπήθηκαν, αλλά σε βαθμό υπερβολικό.


Και συνέβη αυτό επειδή δεν ήσαν σε θέση ακόμη να αντιληφθούν τη δύναμη των όσων λέγονταν. Και ακριβώς αυτό υπαινισσόμενοι ο Μάρκος και ο Λουκάς έλεγαν· ο Μάρκος ότι: «οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι(:αυτοί όμως δεν καταλάβαιναν τον λόγο αυτό για την ανάσταση και απέφευγαν να Του ζητήσουν εξηγήσεις επειδή φοβούνταν μήπως ακούσουν απ’ Αυτόν κάτι άλλο πιο δυσάρεστο ή και επιτιμήσεις· διότι δεν είχαν ακόμη καταλάβει αυτό για το οποίο τους είχε μιλήσει επανειλημμένα)»[Μάρκ.9,32], ενώ ο Λουκάς ότι: «οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ᾿ αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου(:Αυτοί όμως δεν κατάλαβαν ποια σημασία είχαν αυτά τα λόγια Του˙ το νόημά τους παρέμενε κρυμμένο απ’ αυτούς, για να μην το κατανοήσουν· διότι δεν ήταν ακόμη καιρός να φωτίσει ο Θεός τον νου τους για να κατανοούν τις Γραφές. Εάν το κατανοούσαν παράκαιρα, ήταν επόμενο να κυριεύονται από διαρκή κατήφεια και αποθάρρυνση. Και από ευλάβεια φοβούνταν να Τον ρωτήσουν και δεν είχαν το θάρρος να Του ζητήσουν εξηγήσεις για τα λόγια Του αυτά)»[Λουκ.9,45].


Αλλά όμως εάν δεν εννόησαν τη σημασία του λόγου αυτού πώς τότε λυπήθηκαν; Διότι δεν τους ήταν όλα άγνωστα, αλλά το ότι επρόκειτο να πεθάνει το γνώριζαν, διότι το άκουγαν συνέχεια αυτό, τι τέλος πάντων όμως ήταν αυτός ο θάνατος και ότι θα πάψει πολύ γρήγορα η ισχύς του και ότι θα επιφέρει αμέτρητα αγαθά, αυτό δεν το γνώριζαν ακόμη με απόλυτη ακρίβεια· ακόμη δεν γνώριζαν ούτε και αυτή η ανάστασή Του τι τέλος πάντων ήταν, αλλά την αγνοούσαν και αυτήν. Για τον λόγο αυτό λυπούνταν· καθόσον ήταν μεγάλη η αφοσίωσή τους προς τον Διδάσκαλό τους.





ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος








ΠΗΓΕΣ:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλίες ΝΖ΄και ΝΗ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 17-31 και 40-43.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67, σελ. 108- 109 και σελ. 115-116
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου  «Ακτίνες» της 11.8.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΝΑ ΣΕΛΗΝΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΝΑ ΠΑΣΧΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ






Κυριακή Ι’ Ματθαίου:
Λόγος εις το ότι το να σεληνιάζεται κανείς και να πάσχει από τον δαίμονα,
σημαίνει την υποδούλωσι στα θελήματα της σαρκός, όπως η πορνεία και άλλα
(Αγ. Μακάριος ο Πάτμιος)



Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.



Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφ. Ιζ. 14 – 23



Και ελθόντων αυτών προς τον όχλον, προσήλθεν Αυτώ άνθρωπος γονυπετών αυτόν και λέγων: Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται, και κακώς πάσχει’ πολλάκις γάρ πίπτει εις το πύρ και πολλάκις εις το ύδωρ. Και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς Σου, και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι. Αποκριθείς δέ ο Ιησούς είπεν: ώ γενεά άπιστος και διεστραμμένη! 


Έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; Έως πότε ανέξομαι υμών; Φέρετέ μοι αυτόν ώδε. Και επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς, και εξήλθεν απ’ αυτού το δαιμόνιον, και εθεραπεύθη ο παίς απο της ώρας εκείνης. Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τω Ιησού κατ’ ιδίαν είπον: διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό; Ο δέ Ιησούς είπεν αυτοίς: δια την απιστίαν υμών. 


Αμήν γάρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν. Τούτο δέ το γένος ουκ εκπορεύεται, ει μή εν προσευχή και νηστεία. 


Αναστρεφομένων δέ αυτών εις την Γαλιλαίαν είπεν αυτοίς ο Ιησούς: μέλλει ο υιός του ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται. Και ελυπήθησαν σφόδρα.



Ομιλία του Αγίου Μακαρίου του Πατμίου, σχετικά με το ότι το να σεληνιάζεται κανείς και να πάσχει από τον δαίμονα, 

σημαίνει την υποδούλωση στα θελήματα της σαρκός, όπως κυρίως η πορνεία.


ξιος αληθώς πολλών επαίνων είναι ο σημερινός πατέρας —αν και ολιγόπιστος κατά έναν τρόπον— διότι εσυμπόνεσε τη δυστυχία του υιού του, δεν υπέφερε άλλο τα βάσανα, τους κινδύνους και τους πειρασμούς τους οποίους καθημερινώς του προξενούσε ο κοινός και αδιάλλακτος εχθρός. Είναι και κατ’ άλλον τρόπον επαινετός, για το ότι δεν προσέτρεξε σε ανθρώπινα νοσοκομεία, αλλά σε Αυτόν τον άμισθον ιατρόν των ψυχών και των σωμάτων. Και για να ειπώ εν ολίγοις, όσον υπερβολικά αξιοκατάκριτος θα ήταν ο πατέρας αυτού του δαιμονισμένου υιού, αν, βλέποντάς τον να κρημνίζεται πότε στα ύδατα και πότε στη φωτιά από τον δαίμονα, σφάλιζε τους οφθαλμούς, και του στερούσε έτσι τη δυνατότητα της θεραπείας, τόσον αξιέπαινος είναι τώρα, διότι έδειξε στον υιό του ευσπλαχνία πατρική. 


Γι’ αυτό και ο μισθαποδότης των καλών Θεός, μολονότι στην αρχή τον πλήγωσε με τον πικρόν έλεγχον της απιστίας, λέγοντας: «ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! ως πότε έσομαι μεθ’ υμών; Έως πότε ανέξομαι υμίν»; πλην όμως ταχέως ιάτρευσε και την απιστία του, μα και τη βαρύτατη ασθένεια του υιού του. Και εκτός αυτού του έδωσε χάρη να δει οφθαλμοφανώς εκείνα που επεθύμησαν Πατριάρχες και Προφήτες να ιδούν, έστω και αινιγματωδώς. Τοιαύτα είναι τα κέρδη, τόσον υψηλά και μεγάλα τα στεφάνια, τόσες πολλές οι αμοιβές του Θεού προς τους πατέρες οι οποίοι φροντίζουν τη σωτηρία και υγεία των παιδιών τους. Και επειδή αυτή η αλήθεια είναι αναμφίβολος, δεν ηξεύρω πώς να απαριθμήσω τις κολάσεις που επικρέμανται στις κεφαλές εκείνων, που σφαλίζουν τους οφθαλμούς και δεν βλέπουν τα πάθη και τις αδυναμίες που καταδυναστεύουν τις ψυχές των αθλίων τους τέκνων. 


Στις εξωτερικές ασθένειες είναι πολυόμματοι, ενώ σε εκείνες που ημπορούν να τους προξενήσουν και θάνατον αιώνιον και παντοτεινή κόλαση και ατιμία ασύγκριτη, αποκοιμώνται, δεν έχουν καμία συμπάθεια και πατρική ευσπλαχνία. Ποίος πατέρας, ποία μητέρα είναι τόσον άσπλαχνος, τόσον ασυμπαθής, ώστε, βλέποντας τον υιόν ή τη θυγατέρα του να έχει ριφθεί από τον δαίμονα πότε στην φωτιά, πότε στα ύδατα, δεν πονά η ψυχή του, δεν σαλεύει η καρδία του, δεν ζητεί την ελευθερία του πάθους, δεν φροντίζει για ιατρό; Και όμως, ο πραγματικός δαιμονισμένος είναι αυτός που έχει την ψυχή του τόσο υποδουλωμένη στα θελήματα της σαρκός ώστε να κρημνίζεται πότε σε τούτο και πότε σε εκείνο το πάθος. 


Αυτό είναι ουσιαστικά το να καταληφθεί κανείς από δαιμόνιο, αυτός είναι ο βαρύτερος σεληνιασμός, αυτό είναι το βλαπτικότερο δαιμόνιο. Και όμως, ο πατέρας και η μητέρα δεν έχουν σπλάγχνα πατρικά σε τέτοια φοβερά και φριχτά πάθη των τέκνων τους, και αυτό οφείλεται ή στο ότι είναι εντελώς άπιστοι ή στο ότι δεν γνωρίζουν ότι περισσότερη ζημία προξενεί στον άνθρωπο ένα ψυχικό πάθος, παρά ο σεληνιασμός. Και για να γίνει αυτό φανερό, πρέπει να φέρωμε πάλι στο μέσον το πάθος της πορνείας. Και προσέχετε.


Κάποιος από τους παλαιούς χριστιανούς ηρώτησε τον αδελφό του Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγόριον: αφού ο πανάγαθος Θεός με τόσην άκραν και ακατανόητον συγκατάβασιν ήλθε στη γη για να καταπαύσει τη δύναμη και την εξουσία του διαβόλου, πώς ευρίσκονται πάλι στον κόσμο φόνοι, πορνείες και μοιχείες; Έπρεπε να βγει εντελώς από τη μέση η ενέργεια του δαίμονος. Αποκρίνεται ο Άγιος με τη συνηθισμένη του ευγλωττία και λέγει: καθώς όταν χτυπήσει κάποιος έναν όφι στην κεφαλή, εκείνη συντρίβεται, αλλά το υπόλοιπο μέρος του παραμένει ζωντανό, έτσι και ο καθαιρέτης του δράκοντος, αφού κατέστρεψε την κεφαλή του, δηλαδή την καταστρεπτική των καλών δύναμη, δεν προχώρησε στον πλήρη αφανισμό του, για να γυμνάζονται οι μεταγενέστεροι. 


Συνέτριψε, λέγει, ο Πανάγαθος Θεός την κεφαλήν του δαίμονος, αλλά το υπόλοιπο μέρος το άφησε να σαλεύει, για να έχουν οι άνθρωποι άθλημα, ώστε αγωνιζόμενοι να διακριθούν οι δυνατοί, από τους αδυνάτους. Επαινώ την παρομοίωση του Αγίου, προσκυνώ τους λόγους του και τους τιμώ ως χρησμούς, πλην όμως, αναλογιζόμενος τις πολλές και αναρίθμητες συμφορές στις οποίες κρημνίζει καθημερινώς τους ανθρώπους ο νοητός εκείνος δράκοντας με τη συντριμμένη κεφαλή του δια μέσου μιας γυναικός πόρνης, θα έλεγα ότι αυτή αναπληρώνει την δύναμη της κεφαλής, και ακολούθως συμπεραίνω, ότι περισσότερη ζημία προξενεί στην ψυχή ο ακέφαλος εκείνος δράκοντας δια μέσου της γυναικός, παρά εάν είχε την κεφαλήν ζωντανή, όπως πριν την ένσαρκον οικονομίαν. 


Είναι λοιπόν ολιγότερος ο κίνδυνος σε εκείνον που θα κυριευθεί σωματικώς από τον νοητό δράκοντα, ή και από αυτόν τον ίδιο τον νοητό, παρά από γυναίκα. Ευρίσκεται τάχα πατέρας τόσο πτωχός σε φρόνηση, τόσον αναίσθητος, ο οποίος βλέπει τον υιό του να ευρίσκεται σε κάποιο θανάσιμο πάθος, όπως είναι η κλοπή ή η ιεροσυλία, και δεν αγανακτεί, δεν τον επιπλήττει με αυστηρούς λόγους, δεν φροντίζει για την επιστροφή του από τόσο μεγάλο κακό, με όποιον τρόπον ημπορεί, και με γλυκείς και πικρούς λόγους;… 


Λοιπόν, πόσης κατηγορίας, πόσης κολάσεως είναι άξιοι οι γονείς εκείνοι που βλέπουν τα τέκνα τους κυλιόμενα μέσα στα σαρκικά πάθη, σε πορνείες και μοιχείες, τα οποία είναι αμαρτήματα βαρύτερα και από την κλοπή και την ιεροσυλία, και όμως αμελούν, παραβλέπουν, περιφρονούν τη διόρθωση των τέκνων, ενώ γνωρίζουν ότι, καθώς προείπα, αυτά τα αμαρτήματα είναι βαρύτερα και από την κλοπή, όπως ολοφάνερα το κηρύττει ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και Μάρτυς.


Και ο πατέρας δεν φωνάζει, πρὀσεχε υιέ μου, μην εισέλθεις σε αυτό το διαβολικό σπίτι, το πορνείο. Όποιος άνθρωπος εισέλθει εκεί μέσα, δεν εξέρχεται πλέον άνθρωπος αλλά ζώον άλογον… Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να πέσει κάποιος σε έρωτα γυναικός πόρνης. Και λοιπόν, αν εσύ έχεις σπλάχνα πατρικά, πώς δεν φωνάζεις όταν βλέπεις το παιδί σου σε τοιούτον κίνδυνον; Πώς δεν του λέγεις μαζί με τον Χρυσόστομον, φεύγε, υιέ μου, από γυναίκα πόρνη, διότι αυτή είναι βέλος που λαβώνει χωρίς σίδερο, αυτή είναι ο ιξός των νέων, το ακόνι της επιθυμίας, η καπηλεία του σώματος, η επιζήμιος πραγματεία, το δίκτυον της νεότητος, η ασκέπαστος παγίδα, η πολυκέφαλος λέαινα, η δυσωδία της πόλεως, η επιδημία που έρποντας μολύνει κάθε αίσθηση.


Ναι, αποκρίνονται, του είπα πολλές φορές, αλλά δεν με άκουσε, επειδή το κάλλος του σώματος κυρίευσε τις αισθήσεις του υιού μου, και δεν έχει την δύναμη να υπακούσει. Ίσως να λέγεις αλήθεια, πλην όμως συ είσαι η αιτία της παρακοής του υιού σου. Επειδή ποτέ δεν του φανέρωσες τι είναι κάλλος γυναικός, ποτέ δεν σε άκουσε να του λέγεις τι έχει μέσα του αυτό το δέρμα που λάμπει στο πρόσωπο της πόρνης. Δεν του είπες ποτέ ότι η υπόστασις του βλεπομένου κάλλους δεν είναι τίποτε άλλο, όπως το περιγράφει το πάνχρυσο στόμα της Εκκλησίας, παρά φλέγμα, ρεύμα, αίμα και χυλός από σαπισμένη τροφή… Αν είχες οφθαλμούς να δεις μέσα από αυτό το δέρμα, θα έλεγες ότι το σώμα το λαμπρόν της πόρνης δεν είναι παρά ένας τάφος ασβεστωμένος… Και από τοιαύτην ακαθαρσίαν είναι γεμάτα όλα τα μέλη της πόρνης. 


Είπες ποτέ λόγια σαν αυτά στον υιό σου;… Πότε του είπες, υιέ μου, μην πλανάσαι από αυτό το εξωτερικόν κάλλος που βλέπεις, διότι είναι πλαστόν, είναι νόθον, είναι κατασκευαστόν. Και αν θέλεις να γνωρίσεις τι είναι αυτό που επιθυμείς, βλέπε το στο γήρας, βλέπε το στον καιρό της ασθενείας, βλέπε το μέσα στους τάφους. Και αν, υποθετικώς, και σε αυτή την αλήθεια δεν πείθεται, αλλά όλως δι’ όλου κατά το προφητικόν «εταπεινώθη εις χουν η ψυχή, εκολλήθη εις γην η γαστήρ» του υιού σου και ηχμαλωτίσθη όλως δι’ όλου από τον πηλόν του φαινομένου κάλλους, υπεδουλώθη στη στάχτη και στη λάσπη, μεταχειρίσου άλλον τρόπον, απαρίθμησε του τις συμφορές, τις πτωχείες, την περιφρόνηση και πολλές φορές τους αιφνιδίους θανάτους που συνέβησαν σ’ εκείνους που κυριεύθησαν από τοιούτον πάθος. 


Είπες ποτέ συ ο καλός πατέρας τέτοιους λόγους, για να διορθώσεις τον υιό σου;… Δεν ακούεις κάθε ημέρα τον θεόσοφον Λουκά, που φωνάζει στις Πράξεις «απέχεσθαι ειδωλοθύτων και πορνείας»; Δεν σου κηρύττει ο μακάριος Παύλος, ότι είναι φανερά τα έργα της σαρκός, τα οποία είναι η πορνεία, η μοιχεία, η ακολασία και η ασέλγεια; Δεν προστάζει ο ίδιος τους Εφεσίους ότι δεν πρέπει όχι μόνον να ευρίσκεται τοιούτον πάθος στις πολιτείες των Χριστιανών, αλλά ούτε καν το όνομά του να ακούεται; «Πορνεία δε και ακαθαρσία μηδέ ονομαζέσθω εν υμίν, καθώς πρέπει αγίοις». Δεν δίδει την απόφασιν ο ίδιος Απόστολος, ότι όσοι μολύνουν το βάπτισμα με τοιούτο πάθος, είναι απόκληροι της Βασιλείας των ουρανών; «μη πλανάσθε, ούτε πόρνοι, μαλακοί, και αρσενοκοίται, βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι». 


Δεν άκουσες από την Παλαιάν Γραφήν ότι το βδελυρό αυτό αμάρτημα εθανάτωσε σε μία ημέρα είκοσι τρεις χιλιάδες υιούς του Ισραήλ; Δεν παραγγέλλει ο μακάριος Πέτρος να απέχουν οι χριστιανοί από αυτές τις σαρκικές επιθυμίες, επειδή προξενούν θάνατο στην ψυχή; «Αγαπητοί, παρακαλώ ως παροίκους και παρεπιδήμους, απέχεσθαι των σαρκικών επιθυμιών, αίτινες στρατεύονται κατά της ψυχής». Αυτά ούτε οι πατέρες τα ακούουν ούτε οι υιοί, και αιτία είναι το διαβολικό πάθος της πορνείας, που τυφλώνει το νου, κλείνει τα ώτα και απονεκρώνει τις αισθήσεις υπερβολικά, περισσότερο από όσο κατορθώνει ένα δαιμόνιο που κατά παραχώρηση κυριεύει τον άνθρωπο.


Ας εξορίσουμε λοιπόν μέσα από την καρδία μας κάθε είδος πορνείας, ας αποστείλωμε πρέσβη στον ιατρό ψυχών και σωμάτων, στον γλυκύτατον Ιησούν, την αποχή των προτέρων κακών, τη μετάνοια συντροφιασμένη με το αληθινό βάλσαμο της ψυχής, που είναι τα θερμά δάκρυα. Ας ακολουθήσει και η συντριβή της καρδίας, που είναι το αψευδέστατο σημείον όσων μετανοούν αληθινά. Αυτά ας αποστείλωμε, σαν άλλον πατέρα και μεσίτη, προς τον Θεόν. Και εάν μεν ελέγξει την απιστία μας λέγοντας: «ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη, έως πότε έσομαι μεθ’ υμών, έως πότε ανέξομαι υμάς», έως πότε θα υποφέρω την αχαριστίαν που δεικνύετε στους νόμους μου, έως πότε θα βλέπω την εικόνα μου μολυσμένην από τις σαρκικές σας επιθυμίες, έως πότε θα βλέπω το Ευαγγέλιό μου περιφρονημένο, το αίμα μου ματαίως για σας χυμένο, το σώμα μου με τα ακάθαρτά σας χείλη μασημένο; 


Με αυτά και μύρια άλλα αν μας ελέγξει ο καρδιογνώστης Θεός, θα αποκριθεί η μετάνοιά μας λέγοντας: «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία». Δεν το αρνούμεθα, Κύριέ μου, ότι εμείς σε καταφρονήσαμε περισσότερο, παρά η σκληροκάρδιος γενεά των Ιουδαίων. Το ομολογούμε, ότι κλίνουμε περισσότερο στα θελήματα της σαρκός, παρά στην προσταγή των δικών σου αγίων νόμων. Πλην παρακαλούμε την αγαθότητά σου, λυπήσου το πλάσμα σου, σπλαγχνίσου τα έργα των χειρών σου, ελέησον τους βαπτισμένους στο όνομά σου, ενθυμήσου ότι ήλθες στη γη για τους αμαρτωλούς και όχι για τους δίκαιους. Μη δεις εκείνα που ζητεί η δικαιοσύνη σου, αλλά εκείνο που χρειάζεται η αδυναμία μας. Εξόρισε, λοιπόν, τα πονηρά πάθη που κατακυριεύουν την ψυχή μας, σπλαγχνίσου και εμάς όπως κάποτε τον δαιμονιζόμενο, για να δοξάζεται το πανάγιον όνομά Σου στους απεράντους αιώνας. Αμήν. 




18ος αιών, Ευαγγελική Σάλπιγξ, σελ. 18.
Αποσπάσματα από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 217 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς.
Πηγή ηλ. κειμένου: "Ορθόδοξη Πορεία"



'Αγιος Μακάριος ο Πάτμιος


Print Friendly and PDF