ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΛΟΥΚΑ




Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Μὲ ὅλη μας τὴν ψυχὴ πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεό, καθώς, σὺν τοῖς ἄλλοις, μᾶς ἀξίωσε καὶ μᾶς ἀξιώνει νὰ ἀκοῦμε αὐτὰ ποὺ πολλοὶ προφῆτες, βασιλιάδες καὶ δίκαιοι ἤθελαν νὰ ἀκούσουν στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχή, ἀλλὰ δὲν ἄκουσαν. Καὶ τί ἀκοῦμε; Ἀκοῦμε τὴν ἴδια τὴν πηγὴ τῆς σοφίας νὰ μᾶς διδάσκει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ καλύπτει μὲ τὴν ἐξουσία τὴν ὁποία μόνο Ἐκεῖνος διαθέτει, τὰ λεγόμενα «ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα», ἢ τὶς ἀπορίες μας γιὰ τὴν μετὰ θάνατον ζωή. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, ὡστόσο, ὅτι ὁ Κύριός μας σὲ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρθηκε στὴν μετὰ θάνατον ζωὴ ἐλάχιστες φορές. Στὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Χριστὸς μᾶς διδάσκει πώς πρέπει νὰ ζήσουμε σὲ αὐτὴ τὴν ζωὴ γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε ὅταν πεθάνουμε.


Μία ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες ἀναφορὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν μέλλουσα ζωὴ γίνεται στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου. Ἡ διήγηση αὐτὴ ἀπὸ ἄλλους θεωρεῖται παραβολή, καθὼς μοιάζει μὲ τὶς ὑπόλοιπες εὐαγγελικὲς παραβολές, ἐνῶ ἀπὸ ἄλλους ὄχι, διότι σὲ ὅλες τὶς ἄλλες παραβολὲς προηγεῖται τὸ «εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην», ἐνῶ ἐδὼ ἀπουσιάζει ἡ φράση αὐτή. Ἐπίσης, ἡ σημερινὴ διήγηση ἀναφέρεται σὲ κάποιο πρόσωπο μὲ τὸ ὄνομα «Λάζαρος» καὶ εἶναι σὰν μία προοικονομία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Δικαίου Λαζάρου ποὺ συνέβη λίγο καιρὸ ἀργότερα.


ναφέρει, λοιπόν, ὁ Κύριος ὅτι κάποιος πλούσιος ἄνθρωπος φοροῦσε πολύτιμα ἐνδύματα καὶ κάθε μέρα «εὐφραινόταν λαμπρῶς».Ἦταν κοντὰ στὸν πλούσιο καὶ ἕνας φτωχὸς μὲ τὸ ὄνομα «Λάζαρος», ὁ ὁποῖος θρεφόταν μὲ τὰ ἀποφάγια ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου καὶ τὰ σκυλιὰ ἔγλιφαν τὶς πληγές του. Πέθαναν κάποτε οἱ δύο ἄνθρωποι καὶ ὁ μὲν Λάζαρος πῆγε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ δὲ πλούσιος στὸν Ἅδη.


Καθὼς βασανιζόταν στὸν Ἅδη, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε τὸν φτωχὸ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατριάρχη καὶ εἶπε: «πάτερ Ἀβραάμ, στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βάλει τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου του στὸ νερὸ καὶ νὰ βρέξει τὰ χείλη μου, γιατὶ αἰσθάνομαι ὀδύνη μέσα σὲ αὐτὴ τὴν φλόγα». 


Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησε «θυμήσου, παιδί μου, ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες τὰ ἀγαθὰ ὅσο ζοῦσες καὶ ὁ Λάζαρος, ὁμοίως, τὰ κακά. Τώρα, λοιπόν, ἐκεῖνος παρηγορεῖται καὶ ἐσὺ βασανίζεσαι. Ἄλλωστε, ὑπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ μας, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν οἱ ἀπὸ ἐδὼ νὰ πάνε ἐκεῖ, οὔτε οἱ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἔρθουν ἐδώ». Εἶπε πάλι ὁ πλούσιος «σὲ παρακαλῶ, πάτερ, στεῖλε τὸν Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου γιατὶ ἔχω πέντε ἀδελφούς· νὰ τοὺς μαρτυρήσει τὴν μεταθανάτια κατάσταση γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν καὶ αὐτοὶ στὸν τόπο τῆς βασάνου».


Ἀβραὰμ ἀπάντησε: «ἔχουν τὰ βιβλία τοῦ Μωϋσῆ καὶ τῶν προφητῶν, ἂς ἀκούσουν αὐτούς». «Ὄχι πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλὰ ἂν κάποιος ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ μετανοήσουν». Εἶπε, κλείνοντας ὁ Ἀβραάμ: «ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, οὔτε ἂν κάποιος ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς θὰ πεισθοῦν».


χοντας ἀκούσει ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστῆ τὰ παραπάνω, θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω μία ἀπορία: «Ποιά ἁμαρτία, τελικά, ἔκανε ὁ πλούσιος γιὰ νὰ κολαστεῖ στὸν τόπο τῆς βασάνου;». Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἔκανε κάποια ἁμαρτία, οὔτε ὅτι ἀπέκτησε παράνομα τὴν περιουσία του. Ἀναφέρεται μόνο ὅτι εὐφραινόταν κάθε μέρα λαμπρῶς. Μήπως καταδικάσθηκε ἐπειδὴ ἦταν πλούσιος καὶ ἀπολάμβανε τὶς ἀνέσεις ποὺ ἀναλογοῦσαν στὴν οἰκονομική του κατάσταση; Μὰ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀβραὰμ ἦταν ἀπὸ τοὺς πλουσιωτέρους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὡστόσο ἡ ἀγκαλιά του ἔγινε ὁ τόπος ἀνάπαυσης τῶν Δικαίων, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση. Ἑπομένως, ἡ Κόλαση ἢ ὁ παράδεισος δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὰ πλούτη.


πλούσιος τῆς περικοπῆς κολάσθηκε διότι τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔστεκε πεσμένος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ χόρταινε ἀπὸ τὰ ἀποφάγια του, τὴν πονεμένη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ταλαιπωρημένο Λάζαρο, ποτὲ δὲν τοῦ ἔδωσε σημασία, ποτὲ δὲν γύρισε νὰ τὸν κοιτάξει καὶ ἂν ὄχι νὰ τὸν ταΐσει, τουλάχιστον νὰ τοῦ πεῖ ἕναν συμπονετικὸ λόγο. Μάλλον σὲ αὐτὴ τὴν σκληροκαρδία ὀφείλονται οἱ ὑπέρμετρες ἐπίγειες ἠδονὲς τὶς ὁποῖες ἀπολάμβανε. Ἡ πρόσκαιρη ἠδονὴ ἔφερε τὴν σκληροκαρδία καὶ αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της τὴν αἰώνια ὀδύνη.


σον ἀφορᾶ τὸν Λάζαρο, αὐτὸς δὲν σώθηκε ἐπειδὴ ἦταν φτωχὸς καὶ ἐπειδὴ ταλαιπωρήθηκε. Ἡ ἔλλειψη τῶν χρημάτων δὲν συνεπάγεται τὴν σωτηρία μας. Αὐτὸ ποὺ ὁδήγησε τὸν Λάζαρο στὸν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, ἦταν ἡ ἀγόγγυση ὑπομονή του. Ποτέ του δὲν κίνησε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, οὔτε σκέφθηκε νὰ διαπράξει κάποια παρανομία, οὔτε ἀκόμη κακολόγησε ποτὲ τὸν πλούσιο ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἦταν εὐκατάστατος ἐνῶ ὁ ἴδιος ὄχι. Ἀντιθέτως, δόξαζε τὸν Θεὸ καὶ παρέμενε πράος καὶ ἀνεξίκακος. Κατ’ ἀντιστοιχία μὲ ὅσα ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ἀντιμετώπιση τῆς πρόσκαιρης ὀδύνης ἐξασφαλίζει τὴν αἰώνια ἠδονή.


Σημαντικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ Πατριάρχη Ἀβραὰμ στὸ μεγάλο χάσμα ποὺ χωρίζει τὴν Κόλαση ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι Κόλαση καὶ Παράδεισος εἶναι, ἀντιστοίχως, κατάσταση σκότους καὶ κατάσταση φωτός, κατάσταση λύπης καὶ κατάσταση χαρᾶς. Καὶ οἱ καταστάσεις αὐτὲς εἶναι αἰώνιες, δηλαδὴ δὲν ἔχουν τέλος.


Γιὰ νὰ καταλάβουμε κάπως τὴν αἰωνιότητα, ἀρκεῖ νὰ φαντασθοῦμε ἕνα μικρὸ πουλάκι νὰ χτυπάει μὲ τὸ ράμφος του μία φορὰ στὰ δέκα χιλιάδες χρόνια τὸ ὄρος Ἔβερεστ. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτὸ κάποια στιγμὴ θὰ γίνει θρίψαλα. Ὁ Παράδεισος, ὅμως, καὶ ἡ Κόλαση δὲν θὰ τελειώσουν ποτὲ καὶ κανεὶς δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μεταβεῖ οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν μία κατάσταση στὴν ἄλλη. Τὰ γήινα χρόνια ποὺ μᾶς δίνει ὁ Κύριος εἶναι ὑπεραρκετὰ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουμε τὸν Παράδεισο ἢ τὸν Ἅδη.


Γιὰ αὐτὲς τὶς ἀλήθειες παρακαλεῖ ὁ βασανισμένος πλούσιος τὸν Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο πίσω στὴ γῆ. Γιὰ νὰ τὶς μαρτυρήσει στοὺς ἀδελφούς του ποὺ ζοῦν στὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ μετανιώσουν καὶ νὰ μὴν ἔλθουν καὶ ἐκεῖνοι στὰ βάσανα. Ὁ Ἀβραάμ, ὅμως, ἀρνεῖται καὶ λέει ὅτι ἐφόσον ἔχουν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τὸν τηροῦν, οὔτε ὁ ἀναστημένος θὰ μπορέσει νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ μετάνοια. Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ πλουσίου πάσχουν ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο κακό, τὴν ψυχικὴ πόρωση. Οἱ ἁμαρτίες τοὺς ἔχουν καταστήσει τυφλοὺς καὶ ἐνῶ βλέπουν, δὲν βλέπουν. Ἔχουν πνίξει κάθε ἔλεγχο τῆς συνείδησης, ἔχουν τόσο ἐθιστεῖ στὰ πάθη, ποὺ ἀκόμη καὶ ἡ θέα ἑνὸς ἀναστημένου δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς διορθώσει.


Ἀβραὰμ μίλησε ἀπόλυτα ὅταν εἶπε ὅτι οὔτε ὁ ἀναστημένος δὲν μπορεῖ νὰ διορθώσει τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ πλουσίου. Ναί, ὅμως, δὲν θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἔστελνε ὁ Θεὸς πίσω τὸν Λάζαρο νὰ κηρύξει μετάνοια ὡς μία δεύτερη εὐκαιρία; Κι ὅμως, τὸ ἔκανε λίγο καιρὸ ἀργότερα. Ἀνέστησε τὸν τετραήμερο Λάζαρο, ὁ ὁποῖος μίλησε γιὰ ὅσα βίωσε μετὰ θάνατον. Ὡστόσο, οἱ Ἰσραηλίτες δὲν ἄλλαξαν ριζικά. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου σκέφτηκαν νὰ φονεύσουν καὶ τὸν Χριστὸ (τὸ ὁποῖο ἔκαναν) καὶ τὸν Λάζαρο. Παρέμειναν, δηλαδή, ἴδιοι.


ν κατακλείδι, ἡ ἰδιότητα τοῦ Χριστιανοῦ ποὺ φέρουμε μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, μᾶς ἐπιφορτίζει μὲ τὸ καθῆκον νὰ μὴν παραβλέπουμε τοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε πρὸς ὅλους «οἰκτίρμονες (δηλαδὴ ἐλεήμονες), ὅπως καὶ ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας οἰκτίρμων ἐστί».


λεημοσύνη δὲν εἶναι μόνο τὸ νὰ δίνουμε χρήματα. Ἐλεημοσύνη εἶναι, ἐπίσης, τὸ νὰ ποῦμε τὸν καλὸ λόγο, νὰ προσευχηθοῦμε γιὰ τὸν ἀδελφό μας, νὰ τὸν παρηγορήσουμε, νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε στὴν ἀσθένειά του, ἢ ἀκόμα καὶ νὰ τὸν ἐλέγξουμε, ἂν χρειαστεῖ, πρὸς ὄφελος τῆς ψυχῆς του. Ἂν ἔτσι ζήσουμε, θὰ χαιρόμαστε ἀκούοντας τὸ «μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται». Ἀμήν! 



Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος




Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΛΟΥΚΑ (2024)




Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Κύριός μας εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, εἶναι ὁ «πράος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Ἡ πραότητα, ὡστόσο, δὲν Τὸν ἐμπόδισε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν μάχαιρα τῆς δικαιοσύνης γιὰ νὰ ἐλέγξει τὰ κακῶς κείμενα. Στὶς ἐλάχιστες φορὲς ποὺ ὁ Κύριος ὕψωσε τὴ φωνή Του, πού ἀπευθύνθηκε; Στὸν τελώνη; Στὴν πόρνη; Μήπως στὴν μοιχαλίδα; Ὄχι. Αὐτοὺς πνευματικὰ τοὺς ἀγκάλιασε καὶ τοὺς ἔσωσε μὲ τὴν ἀγάπη Του, ἐπειδὴ δέχθηκαν αὐτὴ τὴν ἀγάπη στὴ ζωή τους. Αὐτοὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ποτὲ δὲν ἄκουσαν ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο τὰ φοβερὰ «οὐαί», τὰ «ἀλίμονο». Ἀντιθέτως, αὐτὰ τὰ ἄκουσαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Δίκαιου Κριτῆ οἱ δῆθεν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, οἱ ὑποκριτὲς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι. Κάτι ἀνάλογο συνέβη καὶ στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.


Κύριος ἦταν, κάποιο Σάββατο, στὴν συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων καὶ δίδασκε τὸν λαό, κατὰ τὴν συνήθειά Του. Τὸ Σάββατο ἦταν καὶ εἶναι γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἡμέρα ἱερή, ἡμέρα ἀργίας, κάτι σὰν τὴν δική μας Κυριακή. Εἶχαν, λοιπόν, τὴν ἡμέρα αὐτὴ τὴν τακτική τους σύναξη, προκειμένου νὰ ἀκούσουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προσευχηθοῦν. Κάποια στιγμή, ὁ Ἰησοῦς παρατήρησε ὅτι βρισκόταν ἐκεῖ μία γυναίκα συγκύπτουσα.


γυναίκα αὐτή, δεκαοκτὼ ὁλόκληρα ἔτη ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ κύρτωση τοῦ σώματος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἀτενίσει τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους της, παρὰ μόνο τὴ γῆ. Ἀξίζει νὰ παραδειγματισθοῦμε ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ αὐτὴ γυναίκα. Παρὰ τὸ σοβαρὸ πρόβλημα ὑγείας ποὺ ἀντιμετώπιζε, μὲ καρτερία καὶ πίστη δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὴν τακτικὴ σύναξη, σὲ ἀντίθεση μὲ πολλοὺς ἐκ τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι προφασίζονται προφάσεις γιὰ νὰ λείψουν ἀπὸ τὸν ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ψυχὴ ἐκκλησιασμὸ τῆς Κυριακῆς. Αὐτοὶ ἀψηφοῦν καὶ χάνουν τὴν εὐλογία, ἡ δὲ γυναίκα, ἡ ὁποία κυνηγοῦσε τὴν εὐλογία, κέρδισε ὡς ἀνταπόδοση καὶ τὴν σωματικὴ θεραπεία ἀπὸ τὸν Ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων, Χριστό.


Πάντες χάρηκαν γιὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας. Ἤ, μάλλον, σχεδὸν πάντες. Ὁ ἀρχισυνάγωγος, βλέποντας τὸν Ἰησοῦ νὰ λαμβάνει τόση δόξα ἀπὸ τὸν κόσμο, Τὸν φθόνησε, διότι ἤθελε ἐκεῖνος νὰ εἶναι στὰ μάτια τοῦ κόσμου ὁ «σωτῆρας», ὁ «ἅγιος», ὁ «γέροντας». Γιὰ νὰ κάνει, λοιπόν, αἰσθητὴ τὴν παρουσία του προσπαθώντας νὰ μειώσει τὸν Ἰησοῦ καὶ δῆθεν γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸν νόμο τοῦ Μωϋσέως, ὑποκρίθηκε τὸν μεγάλο εὐσεβῆ καὶ εἶπε μὲ ἀγανάκτηση στὸν κόσμο τὸ ἑξῆς: «Ἕξι εἶναι οἱ ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος. Σὲ αὐτὲς νὰ ἔρχεστε νὰ θεραπεύεσθε καὶ ὄχι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου».


Κύριος, μὴν ἀφήνοντάς του περιθώριο, ἀπάντησε λέγοντας: «Ὑποκριτή, καθένας ἀπὸ ἐσᾶς τὸ Σάββατο δὲν λύνει τὸ μοσχάρι ἢ τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ τὴν φάτνη γιὰ νὰ τὸ ποτίσει; Καὶ αὐτὴ ποὺ εἶναι θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, τὴν ὁποία βασάνισε ὁ σατανὰς δεκαοκτὼ ὁλόκληρα ἔτη δὲν ἔπρεπε νὰ λυθεῖ ἀπὸ τὸν δεσμὸ αὐτὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;». Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια καταντροπιάζονταν πάντες οἱ ἐχθροί Του, ἐνῶ ὁ ἁπλὸς κόσμος χαιρόταν μὲ ὅσα γίνονταν ἀπὸ Αὐτόν.


Μέσα ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα ἐπιστρέφουμε πάλι στὸ θέμα τῆς τυπολατρείας, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ διαχρονικὸ φαινόμενο καὶ ταλαιπωρεῖ ἀρκετὰ τὸ ἅγιο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ τυπολατρεία καθιστᾶ σκοπὸ τῆς ζωῆς τὸν τύπο. Ὁ ἀρχισυνάγωγος πίστευε πὼς θὰ σωζόταν ἂν τηροῦσε ἐπακριβῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Στὴν προσπάθεια αὐτή, ὅμως, ξεχνοῦσε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ ἦταν ἔτοιμος νὰ ἐπιτεθεῖ καὶ νὰ κατασπαράξει σὰν θηρίο ἐκεῖνον τὸν ὁποῖο θεωροῦσε ὡς ἀπειλὴ γιὰ τὴν δική του εὐσεβοφάνεια, ὅταν ὁ τελευταῖος θὰ ἔκανε κάτι ἐκτὸς τοῦ νόμου.


τήρηση τοῦ νόμου ἦταν γιὰ ἐκεῖνον ὄχι ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν Θεό, ἀλλά μάλλον μία καταπιεστικὴ συνήθεια. Ἦταν, ἐπίσης, ἕνας τρόπος νὰ φανεῖ σημαντικὸς στὰ μάτια τῶν ἁπλῶν εὐλαβῶν ἀνθρώπων. Σὰν τὸν ἀρχισυνάγωγο συμπεριφέρονται, δυστυχῶς, καὶ κοσμικοὶ καὶ κληρικοί. Ἂν τὸ γνωρίζουν καὶ προσπαθοῦν μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μετανοήσουν, βαδίζουν σὲ καλὸ δρόμο. Ἂν τὸ ἀγνοοῦν, τότε ταλαιπωροῦνται ἀδίκως καὶ ταλαιπωροῦν τὴν Ἐκκλησία.


μεῖς ὡς Χριστιανοί, ὅ,τι κάνουμε, πρέπει νὰ τὸ κάνουμε ἐπειδὴ τὸ ἀγαπᾶμε, ἐπειδὴ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό. Ἂν ἀγαπᾶμε, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ κρίνουμε κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι πιὸ χαλαρὸς στὰ πνευματικά, οὔτε πάλι νὰ φθονήσουμε κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι πιὸ προχωρημένος.


Εἰδικὰ τώρα ποὺ πλησιάζει ἡ μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ κατανοήσουμε τὴν διαφορὰ τοῦ τύπου ἀπὸ τὴν οὐσία. Ὁ περισσότερος κόσμος βυθίζεται στοὺς τύπους, προσπαθεῖ νὰ αἰσθανθεῖ τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων μέσα ἀπὸ τὰ λαμπάκια, τὰ στολίδια, τὰ ρεβεγιὸν ἢ τὰ δῶρα. Ὅταν, ὅμως, περάσουν οἱ γιορτές, καταλαβαίνει ἕνα τεράστιο κενό.


λλο τόσο κενὸ αἰσθάνονται καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ναὶ μὲν ἀπέχουν ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἀσκοῦν, ὅμως, τὰ καθήκοντά τους τυπολατρικὰ καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης. Ἀντιθέτως, ὅσοι προσεγγίζουν τὰ Χριστούγεννα μὲ νηστεία, καθαρὴ ἐξομολόγηση, συνειδητὴ προσευχὴ καὶ μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, μὲ κρυφὴ ἐλεημοσύνη καὶ εἰλικρινῆ ἀγάπη, μιμούμενοι τὴν ἀγάπη, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς ἔγινε Ἄνθρωπος, κάνουν τὴν ψυχή τους φάτνη γιὰ νὰ κατοικήσει ὁ Σωτῆρας. Καὶ ὅταν περάσουν οἱ γιορτές, καταλαβαίνουν τὴν φωτιστικὴ παρουσία τοῦ Γεννηθέντος Χριστοῦ στὴν καθημερινότητά τους.


Τὸ νόημα τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος, ἀδελφοί, εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται στὴν ἀγάπη, ὄχι στὸν τύπο. Ἀγαπάω; Σώθηκα. Δὲν ἀγαπάω; Ὅσα κομποσκοίνια καὶ νὰ κάνω, ὅσες μετάνοιες, ὅσες ξηροφαγίες, ἂν δεν μὲ βοηθήσουν νὰ ἀγαπήσω, ματαίως τὰ πράττω. Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ ἅρμα. Ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τοὺς ἴππους, τὰ ἄλογα. Χωρὶς τοὺς ἴππους, τὸ ἅρμα εἶναι ἁπλῶς ἕνα ὄμορφο θέαμα χωρὶς χρήση. Χωρὶς τὸ ἅρμα, οἱ ἴπποι παραμένουν χρήσιμοι καὶ μποροῦν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὸν Θεό.


Μαθαίνουμε, ἐπίσης, ὅτι δὲν ὑπάρχει φραγμὸς καὶ ὅριο στὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Κανένα Σάββατο καὶ καμία τυπικὴ διάταξη δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀπαγορεύσει νὰ κάνουμε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ἂν κάποιος πιστεύει τὸ ἀντίθετο, ἂς εἶναι ἔτοιμος γιὰ τὰ «οὐαὶ» καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ ἀποκόμισαν οἱ ὑποκριτές. Σὲ αὐτοὺς ὁ Κύριος εἶπε πάλι: «ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν». Σὲ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.



Μετ᾽ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος



Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)




Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


ταν ὅλοι μας λάβαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ πολύτιμο ἀγαθὸ τῆς ζωῆς, παράλληλα στολισθήκαμε καὶ μὲ κάποιες ξεχωριστὲς ἱκανότητες, οἱ ὁποῖες μᾶς χαρίσθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ αὐτὸ καὶ ὀνομάζονται «χαρίσματα». Σὲ αὐτὰ τὰ χαρίσματα, καὶ ἰδιαίτερα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ τὰ ἀξιοποιήσουμε, ἀναφέρθηκε ὁ Κύριος μέσα στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.


Κάποιος ἄνθρωπος, καθὼς ἐπρόκειτο νὰ φύγει μακριά, κάλεσε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τοὺς ἐμπιστεύθηκε τὰ ὑπάρχοντά του. Δὲν ἔδωσε σὲ ὅλους τὰ ἴσα, ἀλλὰ κρίνοντας κατὰ τὴν δύναμη τοῦ καθενός, προσέφερε στὸν ἕναν πέντε τάλαντα, στὸν ἄλλον δύο καὶ στὸν τελευταῖο ἕνα. Ἕνα τάλαντο ἀντιστοιχεῖ, στὴν παραβολή, σὲ μία συγκεκριμένη ποσότητα ἀσημιοῦ. Μετὰ ἀπὸ πολὺ καιρό, ὁ ἄνθρωπος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ ταξίδι του καὶ θέλησε νὰ δεῖ πώς οἱ ὑπηρέτες του διαχειρίσθηκαν τὰ τάλαντα ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκε. Ὁ πρῶτος ἐργάσθηκε ὥστε τᾶ πέντε τάλαντα νὰ τὰ κάνει δέκα. Ὁ δεύτερος κατόρθωσε μὲ ἐπιμέλεια νὰ αὐξήσει τὰ δύο σὲ τέσσερα.


δὲ τρίτος, κυριευμένος ἀπὸ τὴν ὀκνηρία, δὲν ἀσχολήθηκε καθόλου μὲ τὸ τάλαντο ποὺ ἔλαβε. Παρὰ μόνο, τὸ ἔκρυψε στὴ γῆ καὶ τὴν κατάλληλη ὥρα τὸ ἐπέστρεψε στὸν κύριό του. Δὲν σεβάσθηκε τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ τοῦ ἔδειξε, οὔτε φιλοτιμήθηκε νὰ κάνει ἔστω κάτι ἐλάχιστο γιὰ νὰ φανεῖ ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τοῦ κυρίου του. Ὡς ἀποτέλεσμα, οἱ πρῶτοι δύο ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν συμμέτοχοι τῆς χαρᾶς τοῦ κυρίου, ἐνῶ ὁ τρίτος κατέληξε στὸ ἀτέρμονο σκοτάδι, τὸ δὲ τάλαντό του δόθηκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ κατεῖχε τὰ δέκα.


Αὐτὸ ποὺ ἀρχικὰ μᾶς διδάσκει ἡ παραβολὴ εἶναι κάτι ποὺ ἀκούγεται βέβαια πολὺ ἁπλὸ καὶ δεδομένο, ἀλλά, δυστυχῶς, πολλοὶ τὸ ἀγνοοῦν: ὅτι ὅλοι ἔχουμε τάλαντα, ὅλοι ἔχουμε χαρίσματα. Τὰ χαρίσματα μᾶς τὰ δίνει ὁ Θεὸς προκειμένου νὰ ἐργασθοῦμε μὲ αὐτὰ γιὰ τὴν ἐπιβίωσή μας, νὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν ἕνωσή μας μὲ Ἐκεῖνον καὶ νὰ στηρίξουμε τὴν κοινωνία τῶν συνανθρώπων μας.


Τὰ χαρίσματα δὲν δίνονται σὲ ὅλους στὸν ἴδιο βαθμό. Ἂς πάρουμε ὡς παράδειγμα τὴν ζωγραφική. Κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ ζωγραφίζει καλύτερα, ἐνῶ ἄλλος ὄχι καὶ τόσο καλά. Μπορεῖ, ὅμως, νὰ συμβαίνει τὸ ἀντίθετο σὲ κάποια ἄλλη ἱκανότητα, ὅπως, παραδείγματος χάριν, στὴν διοίκηση. Αὐτὸς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ζωγραφίσει καλά, ἐνδεχομένως νὰ εἶναι καλύτερος στὴν διοίκηση ἀπὸ τὸν ἱκανό ζωγράφο.


ταν οἱ ἄνθρωποι λειτουργοῦμε μεταξύ μας μὲ ἀγάπη καὶ προωθοῦμε τὴν συνεργατικότητα, τότε γίνονται «θαύματα», τὰ κενὰ καὶ οἱ ἀδυναμίες καλύπτονται μὲ τὴν ἱκανότητα τοῦ πλησίον, καὶ ἔτσι προάγεται τὸ κοινὸ συμφέρον. Εἴμαστε πλασμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἔχουμε ἀνάγκη ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἀναφέρει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι ὁ Θεὸς σκόπιμα δὲν μᾶς ἔκανε τέλειους σὲ ὅλα, διότι τότε θὰ ἐγκλωβιζόμασταν στοὺς ἑαυτούς μας. Τώρα, ὅμως, ὁ Θεὸς μᾶς ὠθεῖ στὸ νὰ ἀγαποῦμε ἐκ φύσεως τοὺς συνανθρώπους μας, γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς αὐτοὺς δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιβιώσουμε.


Σχετικὰ μὲ τὴν διαχείριση τῶν χαρισμάτων μας, αὐτὸ ποὺ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ προηγηθεῖ εἶναι νὰ γνωρίσουμε τὶ χαρίσματα μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ὅταν ρωτῶνται «ποιό εἶναι τὸ χάρισμά σου;», δὲν ξέρουν νὰ ἀπαντήσουν, θεωρῶντας ὅτι μάλλον δὲν ἔχουν κανένα χάρισμα. Αὐτὸ εἶναι, ἴσως, τὸ μεγαλύτερο ψέμα ποὺ κάποιος μπορεῖ νὰ πεῖ στὸν ἑαυτό του. Σίγουρα, ἂν ὁ ἄνθρωπος ὅλη μέρα δὲν κάνει τίποτα, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ γνωρίσει σὲ τὶ εἶναι καλός. Γιὰ νὰ διαπιστώσει κάτι τέτοιο, ὀφείλει νὰ ἐργασθεῖ, νὰ προσπαθήσει, νὰ δοκιμάσει. «Πάντα δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε», μᾶς προτρέπει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.


κτὸς ἀπὸ ὅσους ἀγνοοῦν τὰ χαρίσματά τους, ὑπάρχει καὶ μία ἀκόμη κατηγορία ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται ὅτι ἔχουν κάποιο χάρισμα, τὴν στιγμὴ ποὺ κάποιος ἔμπειρος διακρίνει ὅτι τὸ ἔχουν. Ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα θὰ ἀναφέρω. Κάποιος δάσκαλος μουσικῆς δοκίμασε κάποτε ἕναν νέο γιὰ νὰ δεῖ ἂν ἔχει μουσικὴ ἀντίληψη. Ὁ δάσκαλος διέκρινε ὅτι ὁ νέος, πράγματι, εἶχε μουσικὸ τάλαντο. Ὡστόσο, ὁ νέος, ἴσως ἐξαιτίας τῆς ντροπῆς του, ἴσως ἐξαιτίας τῆς ἀδιαφορίας του, ἀρνήθηκε ὅτι ἔχει τὸ μουσικὸ χάρισμα.


ταν κάποιος ἀρνεῖται ὅτι ἔχει ἕνα χάρισμα τὸ ὁποῖο ἔχει, ἢ ὅταν κάποιος γνωρίζει ὅτι ἔχει χάρισμα σὲ κάτι, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα τὸ ἀφήνει ἀναξιοποίητο, ὁμοιάζει μὲ τὸν ἀνάξιο δοῦλο τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Αὐτὸς γνώριζε ὅτι ἔχει τὸ ἕνα τάλαντο. Καὶ τί ἔκανε; Δὲν θέλησε νὰ ἐργασθεῖ γιὰ νὰ τὸ αὐξήσει. Προτίμησε νὰ τὸ κρύψει στὴ γῆ καὶ νὰ ζήσει τὴν ζωή του ἀναπαυτικά. Τί κατάφερε, τελικά; Νὰ κερδίσει τὴν ἀπόλυτη καταστροφή του.


Θεὸς ἐμπιστεύθηκε στὸν καθένα μας ἕνα ἢ περισσότερα χαρίσματα. Προσέξτε τὴν λέξη ποὺ χρησιμοποίησα: «μᾶς ἐμπιστεύθηκε»! Μᾶς τίμησε μὲ τὶς δωρεές Του. Ποιά θὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στὸν Θεὸ ποὺ λατρεύουμε; Θὰ περιμένουμε ἄπρακτοι νὰ Τοῦ ἐπιστρέψουμε ἀκέραιο τὸ χάρισμα κατὰ τὴν δευτέρα ἔλευσή Του ἢ θὰ ἀγωνισθοῦμε μὲ φιλότιμο νὰ ἀναδειχθοῦμε ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης Του; Ὁ Θεὸς ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἐργασθοῦμε ὥστε μὲ τὰ τάλαντά μας νὰ προσφέρουμε στὴν κοινωνία. Διαφορετικά, δὲν θὰ ἢταν τόσο ἀπόλυτος μὲ τὸν πονηρὸ ἐκεῖνο δοῦλο, τοῦ ὁποίου -σημειωτέον- τὸ ἔγκλημα δὲν ἦταν ὅτι ἔχασε τὸ τάλαντό του, ἀλλὰ ἁπλῶς ὅτι δὲν φρόντισε νὰ τὸ αὐξήσει.


Γιὰ νὰ ἐργασθοῦμε μὲ τὰ τάλαντά μας χρειάζεται ἀπὸ ἐμᾶς τόλμη καὶ θάρρος. Χρειάζεται νὰ πετάξουμε μακριὰ τὴν μιζέρια καὶ τὴν ἠττοπάθεια καὶ νὰ ποῦμε στὸν ἑαυτό μας ὅτι ἐφόσον ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε τάλαντο, σήμαίνει ὅτι μὲ τὴν Χάρη Του μπορῶ, ἔχω τὴν δύναμη, ἔχω τὴν ἱκανότητα νὰ προσφέρω.


νάμεσα σὲ ἐσᾶς ποὺ ἀκοῦτε αὐτὸ τὸ μήνυμα ὑπάρχουν Πλάτωνες, Λεωνίδες, Μεγαλέξανδροι, Παῦλοι, Χρυσόστομοι, Κολοκοτρώνηδες, Καποδίστριες, Μακρίνες, Κασσιανές, Μπουμπουλίνες. Μὴν παραξενεύεστε· αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου ὑπερβολή. Ἂν οἱ μεγάλοι αὐτοὶ τῆς ἱστορίας ἔθαβαν ἀδιάφορα τὰ χαρίσματά τους, σήμερα κανένας δὲν θὰ τοὺς μνημόνευε. Πέτυχαν νὰ ὠφελήσουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ μείνουν στὴν ἱστορία διότι θέλησαν νὰ φανοῦν ἀντάξιοι τῶν δωρεῶν καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Θεοῦ.


ς φερθοῦμε ἔξυπνα. Ἂν ἔχουμε πολλὰ καὶ ἐργαζόμαστε μὲ αὐτά, ἀκόμη περισσότερα θὰ λάβουμε. Ἂν ἔχουμε λίγα καὶ τὰ περιφρονοῦμε, καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε, ἀλλοῦ θὰ καταλήξουν.


Μετ᾽ εὐχῶν,



ὁ Ἐπίσκοπός σας,



† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος



Ιερά Μητρόπολη Αττκής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΛΟΥΚΑ (2024)





Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


ν τίποτα δὲν γνωρίζαμε ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας, παρὰ μόνο τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση, αὐτὴ θὰ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὸ πνεῦμα τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ.


φηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πὼς κάποιος διδάσκαλος τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου προσέγγισε τὸν Χριστὸ κάνοντας τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: «Διδάσκαλε, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;». Μακάρι καὶ ἐμεῖς μὲ συνειδητὴ ἐπίγνωση νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴν ἐρώτηση γιὰ νὰ ἐργαζόμαστε ἄφοβα στὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μὲ ἐρώτηση ἀπαντᾶ ὁ Κύριος: «Τί εἶναι γραμμένο στὸν νόμο;».


νομικὸς ἀπαντᾶ ἱκανοποιητικά: «Νὰ ἀγαπήσεις τὸν Θεὸ μὲ ὅλη σου τὴν δύναμη, τὴν ψυχή, τὴν διάνοια καὶ τὴν καρδιά, καὶ τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου». Ἀφοῦ, λοιπόν, τὴν γνώριζε τὴν ἀπάντηση, τότε γιατί ρώτησε; Φάνηκε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ πονηρή του διάθεση νὰ πειράξει τὸν Ἰησοῦ. Ἀλλὰ τοῦ διέφυγε τὸ «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου εἰς τὸν αἰῶνα». Γιὰ νὰ δικαιολογήσει, τότε, τὴν ἐρώτησή του, κάνει ἄλλη μία πολὺ οὐσιαστικὴ ἐρώτηση: «Καί ποιὸς μοῦ εἶναι πλησίον;». Ἡ ἀπορία αὐτὴ δίνει τὴν ἀφορμὴ στὸν Κύριο νὰ διηγηθεῖ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη.


Κάποιος ἄνθρωπος καθὼς κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴν Ἱεριχώ, δέχθηκε ἐπίθεση ἀπὸ ληστές, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν ἔκλεψαν, τὸν ἄφησαν ἐτοιμοθάνατο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὁμοιάζει μὲ ἐμᾶς. Καθὼς κὶ ἐμεῖς ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ θέλημα τοῦ κόσμου ἢ τοῦ ἑαυτοῦ μας, οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις ἐπιτίθενται στὴν ψυχή, τὴν τραυματίζουν καὶ τὴν ἀφήνουν νὰ κείτεται στὴν ἀπώλεια.


Πέρασε, τότε, μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἕνας Ἱερέας καί, ἀργότερα, ἕνας Λευίτης. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦταν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ. Ὡστόσο, προσπέρασαν τὸν ἄνθρωπο μὴ δίνοντάς του τὴν φιλάνθρωπη χείρα βοηθείας. Ἀπὸ ὅ,τι φάνηκε, ἦταν ὑποδουλωμένοι στὸν τύπο. Λάτρευαν τὸν Θεὸ τυπικὰ καὶ ὄχι οὐσιαστικά, μόνο γιὰ τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις. Ὁ τύπος αὐτὸς ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι τηροῦν μόνο τὸ τυπικὸ μέρος τῆς χριστιανικῆς τους ἰδιότητας, δίχως νὰ πηγάζουν οἱ πράξεις τους ἀπὸ τὴν καρδιακὴ ἀγάπη, εἶναι διαχρονικὸς καὶ πολὺ προβληματικός.


Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πάσχουν ἀπὸ τὴν λεγόμενη οἴηση. Θεωροῦν τοὺς ἑαυτούς τους καλύτερους ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, τοὺς ὁποίους βλέπουν ὑποτιμητικά. Θεωροῦν ὅτι μὲ τὶς αὐστηρὲς νηστεῖες καὶ τὰ πολλὰ κομποσκοίνια, μὰ δίχως τὴν γνήσια ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, εὐαρεστοῦν τὸν Θεό. Ὄχι. Δὲν εὐαρεστεῖται ἔτσι ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς θέλει καὶ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς νηστεῖες, ἀρκεῖ νὰ ἀποτελοῦν καρδιακὸ βίωμα καὶ νὰ μὴν μᾶς προκαλοῦν τὴν ἐντύπωση ὅτι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ πιὸ πνευματικοί, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι οἱ ἁμαρτωλοί.


Στὴ συνέχεια τῆς παραβολῆς βλέπουμε τὶ πραγματικὰ εὐαρεστεῖ τὸν Θεό: ἡ θυσία καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν συνάνθρωπο, ἡ ἀλληλεγγύη. Μετὰ τοὺς δῆθεν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, μπροστὰ ἀπὸ τὸν τραυματισμένο Ἰουδαῖο πέρασε ἕνας Σαμαρείτης. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἡ σχέση Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν ἦταν ἐχθρική, καθὼς οἱ πρῶτοι θεωροῦσαν τοὺς δευτέρους εἰδωλολάτρες καὶ ξένους.


Αὐτός, λοιπόν, ὁ ξένος, σπλαχνίσθηκε τὸν τραυματισμένο, τὸν περιποιήθηκε μὲ λάδι καὶ κρασί, θυσίασε τὴν κούραση τῆς ὁδοιπορίας, τὸν ἔβαλε πάνω στὸ γαϊδουράκι του, καὶ τὸν ὁδήγησε σὲ ἕνα κοντινὸ πανδοχεῖο. Ἀφοῦ τὸν ἐπιμελήθηκε, τὴν ἑπόμενη μέρα ἔδωσε δύο νομίσματα στὸν πανδοχέα, παραγγέλοντάς του νὰ φροντίσει τὸν τραυματία, καὶ ἂν ξοδέψει περισσότερα, θὰ τοῦ τὰ ἀποδώσει στὸν ἑπόμενο ἐρχομό του.


Μὲ τὸ ἄκουσμα τῆς παραβολῆς, μᾶς γίνεται ξεκάθαρο ὅτι Καλὸς Σαμαρείτης εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ Ὁποῖος, ὅπως ψάλλουμε στὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, εἶναι ὁ «ξένος, ὅστις οἶδε ξενίζειν (δηλαδὴ ξέρει νὰ φιλοξενεῖ) τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους».


Κύριός μας, βλέποντάς μας κατάκοιτους καὶ τραυματισμένους ἀπὸ τὸν μισόκαλο τῆς ψυχῆς, μᾶς πλησιάζει μὲ εὐσπλαχνία, περιποιεῖται τὶς πληγές μας μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ πανδοχεῖο ποὺ δέχεται τοὺς πάντες, τὴν Ἐκκλησία Του.


Μᾶς φροντίζει καὶ μᾶς δίνει νὰ νιώσουμε τὴν γλυκύτητα τῆς παρουσίας Του. Ὕστερα, μᾶς ἐμπιστεύεται στὸν πανδοχέα, δηλαδὴ στὸν ἄξιο Κληρικό, χορηγῶντας του τὶς δύο Διαθῆκες, ὥστε μέσῳ αὐτῶν νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν θεραπεία καί, τελικά, στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό, καὶ βεβαιώνοντάς τον ὅτι ἂν θυσιάσει κάτι ἀπὸ τὴν προσωπικότητά του ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος, θὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσει κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία.


παραβολὴ κλείνει μὲ ἐρώτηση ἀπὸ τὸν Κύριο πρὸς τὸν νομικό: «ποιός ἀπὸ τοὺς τρεῖς πιστεύεις ὅτι ἔγινε πλησίον γιὰ τὸν πάσχοντα;», γιὰ νὰ λάβει τὴν ἀπάντηση: «ἐκεῖνος ποὺ τὸν σπλαχνίσθηκε», μὴν ἀναφέροντας κὰν τὴ λέξη «Σαμαρείτης». «Πορεύου καὶ σὺ πράττε ὅμοια», τὸν συμβουλεύει ὁ Θεάνθρωπος.


Μιμούμενοι, λοιπόν, τὸν Κύριό μας, ἔχουμε καθῆκον νὰ φροντίζουμε καὶ νὰ γινόμαστε κὶ ἐμεῖς θυσία γιὰ τοὺς πάσχοντες συνανθρώπους μας. Δὲν ἀπαιτοῦνται πολλὰ γιὰ νὰ δώσουμε χαρὰ καὶ παρηγοριὰ στὸν πάσχοντα. Ἡ ἐλεημοσύνη συμβαίνει ὄχι μόνο μὲ τὰ χρήματα. Κὶ αὐτὰ χρήσιμα εἶναι καὶ στηρίζουν, ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦν τὴν μοναδικὴ ἔνδειξη ἐλεημοσύνης. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρόποι: αἱμοδοσία, ἐθελοντισμός, ἐπίσκεψη στὴν κλίνη τῆς ἀσθενείας ἤ, ἀκόμη, ἕνας καλὸς λόγος. Ἂν οὔτε αὐτὰ μποροῦμε νὰ προσφέρουμε, ἡ προσευχὴ γιὰ τὸν συνάνθρωπό μας ἔχει τὴν δύναμη νὰ τὰ ἀναπληρώσει ὅλα.


στόσο, αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ τῆς παραβολῆς, ἐπιφορτίζει τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴν ἀνάγκη νὰ γίνει ὁ Καλὸς Σαμαρείτης, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀνώτερος, φροντίζει τοὺς πάσχοντες. Ἐν μέρει εἶναι σωστὴ ἡ ὁπτικὴ αὐτή. Ἐν μέρει, ὥστε νὰ προσφέρουμε ἀγάπη πρὸς πάντας ἀνεξαιρέτως. Πρέπει, ὅμως, νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι δὲν εἴμαστε ἐμεῖς οἱ σωτῆρες, ἀλλὰ οἱ πάσχοντες. Γιὰ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀναφέρει ὅτι πλησίον δὲν ἦταν ὁ ἐμπεσὼν εἰς τοὺς ληστάς, ἀλλὰ ὁ Καλὸς Σαμαρείτης, ὁ ἀνώτερος μας, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀγαποῦμε σὰν τὸν ἑαυτό μας. Τὰ μεγαλύτερα κακὰ στὴν Ἐκκλησία ἔχουν γίνει διότι κάποιοι πίστεψαν ὅτι οἱ ἴδιοι εἶναι οἱ καλοὶ Σαμαρεῖτες, ἀγνοῶντας ὅτι στὴν πραγματικότητα ἦταν οἱ πάσχοντες, μὲ ἀποτέλεσμα τοὺς ἀνωτέρους τους νὰ μὴν τοὺς παραδέχονται, ἀλλὰ νὰ πιστεύουν ὅτι οἱ πάντες εἶναι κατώτεροί τους.



Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,


ντὸς ὀλίγου, ξεκινᾶ μία περίοδος ἰδανικὴ γιὰ νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Καλὸ Σαμαρείτη, Χριστό. Ξεκινᾶ ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων. Καιρὸς νὰ ἐλαττώσουμε καὶ νὰ ἀποφύγουμε τὰ πάθη μας, καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ εὐαρεστήσουμε τὸν Κύριο μὲ τὴν νηστεία ἀπὸ τὶς τροφὲς καὶ κάθε κακό, μὲ ἐντατικότερη προσευχή, μὲ συμμετοχὴ -γιὰ ὅσους δύνανται- στὸ Ἱερὸ Σαρανταλείτουργο, μὲ ἐξομολόγηση καὶ ἐλεημοσύνη. Βέβαια, αὐτὰ εἶναι μόνιμα γνωρίσματα τοῦ χριστιανικοῦ βίου. Ἡ περίοδος τῆς νηστείας, ὅμως, εἶναι μία καλὴ εὐκαιρία νὰ ἀγωνισθοῦμε ἐντονώτερα ὑπὲρ τῆς ψυχῆς, ὥστε νὰ γίνει φάτνη λογική, ἄξια νὰ δεχθεῖ τὸ Θεῖο Βρέφος τῆς Βηθλεέμ. Καλὴ Σαρακοστή, ἀδελφοί μου!



Ὁ Ἐπίσκοπός σας,


† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος



Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (2024)





Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Βασικὴ θέση στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ ἱστορία, τὴν ὁποία ἀκούσαμε καὶ ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστῆ Ματθαῖο τὴν Ε΄ Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή, κατέχει ἡ ἔννοια τῆς παρανομίας. Ὅλοι κατανοοῦμε καὶ γνωρίζουμε ὅτι παρανομία εἶναι ἡ ἀπείθεια πρὸς τοὺς νόμους, εἴτε τοὺς θείους, εἴτε τοὺς κοσμικούς, ἡ ὁποία δέχεται -κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο- «τὴν ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, πολλὰ συστήματα ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης θέσπισαν μέτρα κατὰ τῆς παρανομίας γιὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξη. Γιατί, ὅμως, ἡ παρανομία συνεχίζει νὰ ὑφίσταται; Δὲν ἀντιλαμβάνονται οἱ ἄνθρωποι τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματά της;


Μέσα ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν Γαδαρηνῶν λαμβάνουμε τὶς κατάλληλες ἀπαντήσεις. Μᾶς ἐξιστορεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπισκέφθηκε τὴν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν καὶ συνάντησε ἕναν ἄνθρωπο πολὺ ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα. Ὁ Κύριός μας τὸν σπλαχνίσθηκε καὶ ἔβγαλε ἀπὸ αὐτὸν τὴν λεγεώνα τῶν δαιμονίων, στὰ ὁποῖα ἐπέτρεψε νὰ εἰσέλθουν στὸ κοπάδι τῶν χοίρων ποὺ ἔβοσκε στὴν περιοχή. Στὴ συνέχεια, μπροστὰ στὰ μάτια τῶν βοσκῶν, οἱ χοῖροι ὅρμησαν στὸν γκρεμὸ καὶ πνίγηκαν στὴν θάλασσα.


Οἱ βοσκοί, τότε, ἔτρεξαν ἀμέσως νὰ κάνουν γνωστὸ τὸ γεγονός. Μαζεύτηκε, ἔπειτα, πλῆθος κόσμου ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, ὅπου εἶδαν τὸν πρώην δαιμονισμένο ἤρεμο, ντυμένο καὶ κόσμιο. Καὶ τί εἶπαν στὸν Χριστό; «Σὲ εὐχαριστοῦμε πολὺ ποὺ εὐεργέτησες τὸν πάσχοντα συνάνθρωπό μας»; «Εὐχαριστοῦμε ποὺ λύτρωσες τὴν πόλη μας ἀπὸ τὶς ζημιὲς τῶν πονηρῶν πνευμάτων»; «Σὲ παρακαλοῦμε, μεῖνε κοντά μας νὰ μᾶς διδάξεις καὶ νὰ θεραπεύσεις καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀρρώστους»; Ὄχι. Τίποτα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶπαν. Καὶ τί εἶπαν; «Φύγε ἀπὸ τὴν πόλη μας», διότι φοβήθηκαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ ἔβλαπτε τὰ συμφέροντά τους, τὰ ὁποῖα βασίζονταν στὴν παρανομία, καθὼς ἦταν παράνομη, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ἡ ἐκτροφὴ καὶ ἡ βρώση χοιρινοῦ κρέατος.


ἄνθρωπος ὁδηγεῖται στὴν παρανομία γιὰ διάφορους λόγους. Ὁ εὔκολος πλουτισμὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὅπως εἴδαμε ἀπὸ τοὺς Γαδαρηνούς. Βέβαια, γιὰ τὸν εὔκολο πλουτισμὸ κάποιοι προβαίνουν καὶ σὲ ληστεῖες, σκεπτόμενοι: «Γιατί νὰ χρειαστεῖ νὰ καταβάλω τίμια καὶ κοπιαστικὴ ἐργασία προκειμένου νὰ βγάλω τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ὅταν μία ληστεία μερικῶν ὡρῶν μπορεῖ νὰ μὲ κάνει πλούσιο;».


λλος λόγος εἶναι οἱ κακὲς ἐπιθυμίες, αὐτὰ τὰ ἀνεξέλεγκτα «θέλω» ποὺ πολλὲς φορὲς κατευθύνουν τὴ ζωή μας, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν κατευθύνει ὁ στόχος μας νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό. Τέλος, στὴν παρανομία ὁδηγοῦν οἱ κακὲς συνήθειες καὶ ἡ προβληματικὴ ἀγωγή. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔχει μεγαλώσει μὲ τὸ ἐλεύθερο ἀπὸ τοὺς γονεῖς του νὰ κάνει παρανομίες, ἢ ὅταν ἔχει μάθει νὰ ζεῖ κάνοντας παράνομες πράξεις, τότε, καθὼς δὲν ὑπάρχει πιὰ γιὰ ἐκεῖνον οὔτε ὁ ἔλεγχος τῆς συνείδησης, μὲ μεγάλη δυσκολία θὰ κατάφέρει νὰ ζήσει σύμφωνα πρὸς τοὺς νόμους.


ἔννομη ζωὴ εἶναι γιὰ τοὺς παράνομους «ἀνοησία». Σίγουρα, ὅμως, θὰ ἄλλαζαν γνώμη ἂν λάμβαναν σοβαρὰ ὑπ΄ ὄψιν τὶς συνέπειες τῆς παρανομίας, πρωτίστως στὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό. Τὸ μεγαλύτερο κακὸ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει ὁ παράνομος δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἄλλωστε μᾶς δίδαξε καὶ ὁ Χριστὸς σήμερα, φεύγοντας ἀπὸ τοὺς Γαδαρηνοὺς καὶ ἀφήνοντάς τους στὸ πνευματικὸ σκοτάδι καὶ στὸν ψυχικὸ θάνατο. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, ἂν δὲν εἶναι δίπλα μας ὁ Θεὸς νὰ μᾶς κατευθύνει, τότε ἀναμφίβολα, ὅσο ψηλὰ καὶ νὰ φτάσουμε στὰ μάτια τοῦ κόσμου, στὴν πραγματικότητα ὁδηγούμαστε στὴν καταστροφή.


ν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη ὅτι «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον», καὶ ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», τότε διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ αὐτομάτως φέρνει τὸν φόβο στὴ ζωὴ τοῦ παρανόμου. Πράγματι, ὁ παράνομος, ἀκόμη καὶ ἂν τὸ κρύβει καλά, διακατέχεται ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ φόβου, διότι ἀνὰ πάσα ὥρα καὶ στιγμὴ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἢ τοῦ κράτους μποροῦν νὰ ἀνατρέψουν τὴν κατάσταση τῆς ζωῆς του. Ποιός, θὰ ἤθελε μία ζωὴ μέσα στὸν φόβο; Κανείς; Κι ὅμως, οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐπιλέγουν νὰ κάνουν τὴν παρανομία, ἐπιλέγουν νὰ ζήσουν μὲ φόβο τὸ ὑπόλοιπο τῆς σύντομης ζωῆς τους. Συγγενικὸ αἴσθημα μὲ αὐτὸ τοῦ φόβου εἶναι καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς συνείδησης.


ἔλεγχος τῆς συνείδησης γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μὲ ἁπλὰ λόγια, εἶναι ἡ καλὴ φωνὴ μέσα μας ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε τὸ κακό, ἐνῶ ἂν δὲν τὴν ἀκούσουμε καὶ τὸ κάνουμε, μᾶς ἐλέγχει καὶ τραυματίζει τὴν καλὴ ψυχική μας διάθεση. Ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς συνείδησης γλιτώνει αὐτὸς ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ, ἐνῶ τραυματίζει τὸν ἔλεγχο τῆς συνείδησης αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀποβάλει τελείως τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴ ζωή του καὶ ἔχει καταντήσει «κτηνώδης ἢ δαιμωνιώδης». Ὡστόσο, γιὰ νὰ μὴν μακρυγοροῦμε, ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρουμε τὰ λόγια τοῦ προφήτη Δαυίδ: «οἱ […] παράνομοι ἐξολοθρευθήσονται ἐπὶ τὸ αὐτό».


Αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ τοὺς παρανόμους. Οἱ συνέπειες, ὅμως, τῆς παρανομίας, ἔχουν ἀντίκτυπο καὶ στὴν κοινωνία. Ἡ διαταραχὴ τῆς τάξης καὶ τῆς ἀσφάλειας εἶναι τὸ πρῶτο καὶ ἂν σκεφτοῦμε ὅτι τὰ δύο αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν πρόοδο καὶ τὴν εἰρηνικὴ ζωή, τότε κατανοοῦμε ὅτι ἡ παρανομία τραυματίζει τὴν ἴδια τὴν πρόοδο καὶ τὴν εἰρήνη τῆς κοινωνίας. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφτανε αὐτό, ἡ παρανομία ὁδηγεῖ σὲ περισσότερη παρανομία.


Αὐτὸ συμβαίνει πρῶτον διότι ὁ παράνομος γίνεται τὸ κακὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖο, δυστυχῶς κάποιοι ποὺ δὲν ἔχουν ἰσχυρὰ ψυχικὰ ἀποθέματα, σπεύδουν νὰ μιμηθοῦν. Καὶ δεύτερον, διότι ὅταν ὑπάρχουν πολλὰ φαινόμενα παρανομίας σὲ μία κοινωνία, κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν τὴν προδιάθεση καὶ τὴν ροπὴ στὴν παρανομία, αἰσθάνονται πιὸ ἄνετα νὰ παρανομήσουν καὶ οἱ ἴδιοι, ὅπως ὅταν σὲ μία μαζικὴ πορεία ὁ ἕνας βλέπει τὸν ἄλλο νὰ βανδαλίζει σπίτια ἢ καταστήματα, καὶ παίρνει θάρρος νὰ κάνει τὸ ἴδιο.


κούοντας ὅλα τὰ ἀνωτέρω, οἱ περισσότεροι σκεφτόμαστε: «γνωστὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ἐμεῖς τί σχέση ἔχουμε μὲ τὴν παρανομία, μιᾶς ποὺ εἴμαστε νομοταγεῖς πολίτες καὶ καλοὶ Χριστιανοί;». Κι ὅμως, ἂν κοιτάξουμε καλὰ μέσα μας, ἴσως διαπιστώσουμε ὅτι κι ἐμεῖς συχνὰ παραβαίνουμε τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς κάνει μία παρατήρηση ὁ ἀδερφὸς καὶ ἀμέσως ἀπαντοῦμε εἰρωνικὰ ἢ σκεφτόμαστε πὼς θὰ τὸν μειώσουμε. Κοιτᾶμε πὼς θὰ ἐκδικηθοῦμε γιὰ κάποια ἀδικία ποὺ μᾶς ἔγινε.


Κρίνουμε τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο. Εἶναι ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ; Ὄχι. Ἄρα εἴμαστε παράνομοι ἐνώπιόν Του. Εἴμαστε παράνομοι ἐνώπιον Ἐκείνου ποὺ ἔγινε Ἄνθρωπος γιὰ ἐμᾶς, ἔπαθε γιὰ ἐμᾶς καὶ σταυρώθηκε. Ἄρα, κρύβεται ἴσως καὶ λίγη ἀγνωμοσύνη ἐνώπιόν Του. Ἑπομένως, ἂν θέλουμε καρδιακὰ νὰ πάψουν οἱ παρανομίες ποὺ συμβαίνουν στὴν κοινωνία καὶ διαταράζουν τὴν ἡρεμία μας, ἂν θέλουμε ἀκόμα τὰ παιδιὰ νὰ ὑπακοῦν τοὺς γονεῖς, καὶ γενικότερα νὰ ὑπάρχει ἡ εὐταξία καὶ ἡ πρόοδος, τότε πρέπει πρῶτα ἐμεῖς νὰ φροντίσουμε νὰ εἴμαστε ὑπάκουοι στοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ. 


Σημειωτέον ὅτι ὅπως διδάσκει ὁ Ἀποστολο-ἐπίσκοπος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, «ἂν κάποιος τηρήσει ὅλον τὸν νόμο, ἀλλὰ παραβεῖ μία ἐντολή, θεωρεῖται παραβάτης ὅλου τοῦ νόμου». Θέλουμε νὰ ἀφήσουμε πίσω κάθε παράβαση καὶ νὰ ἀσκήσουμε τὴν ἀρετή; Ἔχουμε τὴν δυνατότητα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Μᾶς φαίνεται δύσκολο νὰ ἐφαρμόσουμε τέλεια τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ; Τουλάχιστον ἂς ταπεινωθοῦμε ἐνώπιόν Του, καὶ ἂς μὴν κρίνουμε κανένα, διότι ἐκεῖνος ποὺ δὲν κρίνει, δὲν θὰ κριθεῖ. Καὶ ὅταν ἐμεῖς κάνουμε αὐτὴ τὴ μικρὴ θυσία στὸν Θεό, Ἐκεῖνος θὰ μᾶς εὐλογήσει γιὰ νὰ γίνουμε καὶ στὰ ὑπόλοιπα ὅπως πρέπει.



Ὁ Θεὸς μαζί μας!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος



Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΛΟΥΚΑ (2024)





Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


λόγος τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπο τὸν ὁποῖο βρίσκεται στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας ἔχει τὴν δύναμη νὰ τὸν μεταμορφώσει καὶ ἀπὸ σκοτεινὸ νὰ τὸν καταστήσει φωτεινό, ἀπὸ ἄγριο, Θεὸ κατὰ χάριν. Τότε, θὰ ρωτήσει καλοπροαίρετα κάποιος, γιατί ἡ κοινωνία μας βρίσκεται σὲ αὐτὸ τὸ χάος τῆς ἁμαρτίας; Μὴπως τάχα οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν ἀκούσει ποτὲ τὸν θεῖο λόγο, ἢ κάτι ἄλλο συμβαίνει; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν δίνει σήμερα ὁ Χριστὸς μέσα ἀπὸ τὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως.


Παραβολὴ εἶναι μία μικρὴ ἱστορία μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὴν καθημερινότητά μας, ἡ ὁποία μᾶς βοηθᾶ νὰ κατανοήσουμε μεγάλες ἀλήθειες καὶ σημαντικὰ πνευματικὰ νοήματα. Τὸν παραβολικὸ τρόπο διδασκαλίας τὸν χρησιμοποιοῦσε συχνὰ ὁ Κύριός μας, προκειμένου νὰ γίνεται ἀντιληπτὸς ὁ λόγος Του ἀπὸ τὸν μικρότερο ἕως τὸν μεγαλύτερο, ἀπὸ τὸν πιὸ μορφωμένο, ἕως τὸν ἀγράμματο. Ὅλοι ὅσοι διακονοῦμε τὸν θεῖο λόγο πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ λαμβάνουμε πολὺ σοβαρὰ ὑπ΄ ὄψιν, νὰ φροντίζουμε δηλαδὴ ὁ λόγος μας νὰ διακρίνεται ἀπὸ ἁπλότητα καὶ ἐγκαρδιότητα καὶ ὄχι ἀπὸ διάθεση ἐπίδειξης, ὥστε νὰ γίνει ὁ λόγος ἀπόλυτα κατανοητὸς ἀπὸ ὅλους.


Ξεκινᾶ, λοιπόν, ὁ Χριστὸς τὴν παραβολὴ λέγοντας ὅτι ὁ σπορέας βγῆκε στὸ χωράφι γιὰ νὰ σπείρει τὸν σπόρο του καὶ ἐξηγεῖ ὕστερα στοὺς Μαθητές Του ὅτι ὁ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἐκ πρώτης ὄψεως, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητος ἕνας σπόρος; Ἔστω ὅτι εἴμαστε πεινασμένοι. Δὲν θὰ προτιμούσαμε μάλλον ἕναν ὥριμο καρπό, ἀπὸ ἕναν σπόρο, ὁ ὁποῖος, ἄλλωστε, συνεπάγεται κόπο, μόχθο καὶ σκληρὴ ἐργασία γιὰ νὰ αὐξηθεῖ; Σωστά. Ὡστόσο, τρώγοντας στὸ παρὸν τὸν καρπό, μετὰ μένουμε χωρὶς τροφή. Ἀντιθέτως, ἐπιλέγοντας τὸν σπόρο, ἐξασφαλίζουμε πολλαπλάσιους καρποὺς γιὰ τὸ μέλλον.


Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πνευματικὰ πεινασμένοι καὶ ψάχνουν ἀπὸ ἐδὼ κι ἀπὸ ἐκεὶ νὰ βροῦν «τροφή». Ὁ Χριστὸς προσφέρει τὸν σπόρο, τὸν λόγο Του. Αὐτός, ὅμως, στοὺς πολλοὺς δὲν φαίνεται ἑλκυστικός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταφεύγουν σὲ πιὸ πρόχειρες καὶ προσωρινὲς λύσεις, οἱ ὁποῖες, ὅμως, δὲν λύνουν μόνιμα τὸ πρόβλημα τῆς «πείνας». Αὐτὸς ποὺ μπορεῖ γιὰ πάντα νὰ λύσει αὐτὸ τὸ πρόβλημα καὶ νὰ καλύψει ὅλα τὰ κενὰ τῆς ψυχῆς μας εἶναι μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ αὐτὸ ὁ Κύριός μας τὸν παρομοιάζει μὲ τὸν μικρὸ σπόρο μὲ τὴ μεγάλη δύναμη.


πιστρέφοντας στὴν παραβολή, μαθαίνουμε ὅτι κατὰ τὴν διαδικασία τῆς σπορᾶς, ἕνας σπόρος ἔπεσε στὴν ὁδὸ καὶ ἦλθαν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν ἔφαγαν. Πρόκειται γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μένουν παντελῶς ἀσυγκίνητοι καὶ ἀδιάφοροι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ νὰ ἁρπάζει τὸν σπόρο ἀπὸ τὴν καρδιά τους. Ἕτερος σπόρος ἔπεσε στὶς πέτρες καὶ μὲ τὸ ποὺ φύτρωσε ξεράθηκε, διότι δὲν εἶχε ὑγρασία, συμβολίζοντας τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δέχονται μὲ ἐνθουσιασμὸ τὸν θεϊκὸ λόγο, ἀλλὰ ἐπιφανειακά, χωρὶς νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ ριζώσει, νὰ ἐπιβιώσει καὶ νὰ καρποφορήσει. Ἄλλος σπόρος ἔπεσε ἀνάμεσα στὰ ἀγκάθια καὶ ἐνῶ φύτρωσε καὶ ρίζωσε, ὕστερα ἀπὸ λίγο τὰ ἀγκάθια ἔπνιξαν τὸ φύτρο.


γκάθια εἶναι τὰ ἀνθρώπινα πάθη, οἱ ἐπίγειες μέριμνες καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν ἐπιθυμία μας νὰ κάνουμε πράξη τὰ εὐαγγελικὰ διδάγματα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποτρέπουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ νὰ καρποφορήσει. Τέλος, ἕνας ἄλλος σπόρος ἔπεσε στὴ γῆ τὴν ἀγαθή, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο τὸν καλοπροαίρετο, τὸν ταπεινό, ὁ ὁποῖος εἶναι καταδεκτικὸς στὴν ἀλήθεια, παρὰ τὶς ὅποιες ἀδυναμίες του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καρποφορεῖ ἑκατὸ φορὲς περισσότερο καὶ μεταμορφώνει ριζικὰ τὴ ζωή του.


Τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς μας σὲ τί κατάσταση βρίσκεται, ἀγαπητοί; Οὐσιαστικά, ἡ σημερινὴ παραβολὴ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση μᾶς καλεῖ νὰ ἀπαντήσουμε, γεγονὸς ποὺ ἀπαιτεῖ αὐτογνωσία. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ ἰδίως στὴν Ἑλλάδα, πολλοὶ σοφοὶ μίλησαν γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας, τὸ λεγόμενο «γνῶθι σαὐτόν». Πρόκειται, πραγματικά, γιὰ πολὺ μεγάλη ἀνάγκη ἂν θέλουμε νὰ προοδεύσουμε στὴν κατὰ Θεὸν ζωή, διότι μᾶς παρέχει σημαντικὰ ὀφέλη.


γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μᾶς βοηθάει νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν πλάνη ποὺ ἀφορᾶ τὸ «ἐγώ» μας καὶ νὰ προσεγγίσουμε τὴν πραγματικότητα. Μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε σὲ ποιὸ σημεῖο τοῦ χαρακτήρα μας νὰ δώσουμε περισσότερη βαρύτητα. Ὡς ἄλλη διάγνωση, μᾶς δείχνει ἂν ὑπάρχει κάποια ἀρρώστια καὶ μᾶς πληροφορεῖ μὲ τὶ φάρμακα χρειάζεται νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε. Μᾶς διδάσκει ἂν ἀκολουθοῦμε σωστὴ πορεία, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἀλλάξουμε διαδρομή. Μᾶς παρουσιάζει τὶς δυνατότητες καὶ τὶς ἀδυναμίες μας. Μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωση, στὸν σεβασμὸ καὶ στὴν ἀγάπη. Τελικά, λοιπόν, ἐτοιμάζει καὶ τὸ χωράφι γιὰ νὰ πέσει ὁ σπόρος.


Εἶναι γεγονός, ὅτι καμία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἄκαρπες περιπτώσεις ποὺ παρουσιάζει ὁ Χριστὸς στὴν παραβολὴ εἶναι καταδικασμένη νὰ μείνει γιὰ πάντα ἄκαρπη. Ἁπλῶς, κάθε περίπτωση χρειάζεται τὴν δυναμικὴ ἀντιμετώπισή μας. Εἶναι ἡ ψυχή μας σὰν τὸν χιλιοπατημένο δρόμο, σκληρὴ καὶ ἄγονη; Μὴν ἀπελπιζόμαστε! Μποροῦμε νὰ τὴν ὀργώσουμε σὲ βάθος καὶ τότε θὰ μπορεῖ νὰ ἐνεργοποιήσει τὸν σπόρο. Εἶναι ἡ ψυχή μας γεμάτη πέτρες καὶ δέχεται μόνο επιφανειακὰ τὸν σπόρο; Μποροῦμε νὰ τὶς ἀφαιρέσουμε μιὰ γιὰ πάντα, κάνοντας ὑπομονὴ στὶς δοκιμασίες γιὰ νὰ δώσουμε στὸν σπόρο τὸν χρόνο νὰ ριζώσει καλὰ μέσα μας. Εἶναι ἡ ψυχή μας γεμάτη ἀγκάθια, γεμάτη κοσμικὲς μέριμνες γιὰ πλούτη καὶ ἠδονές; Μποροῦμε καὶ αὐτὰ νὰ τὰ ἀφαιρέσουμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τότε τίποτα δὲν θὰ ἐμποδίσει τὴν καρποφορία τοῦ σπόρου.


δηγούμαστε, τελικά, στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κοινωνία μας βρίσκεται σὲ αὐτὸ τὸ χάος -παρ’ ὅλο ποὺ ἔχει ἀκούσει κάποιες φορὲς τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ- ὄχι διότι εἶναι προβληματικὸς ἢ ξεπερασμένος ὁ ἴδιος ὁ λόγος. Ὁ θεῖος λόγος ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀγγίζει ψυχὲς καὶ αὐτὴ ἡ δύναμη εἶναι διαχρονική. Τὸν ἴδιο λόγο ποὺ ἀκοῦμε σήμερα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν ἄκουσαν ληστὲς καὶ ἐπέστρεψαν τὰ κλοπιμαῖα, πόρνες καὶ ἀγάπησαν τὴν σεμνότητα καὶ τὴν ἁγνότητα, φονεῖς καὶ ἔχυσαν δάκρυα γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους.


Αὐτοὶ μεταμορφώθηκαν διότι ἔδιωξαν τὶς πέτρες, ἀφαίρεσαν τὰ ἀγκάθια, ὄργωσαν τὸ χωράφι καὶ ἐπέτρεψαν στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ ἀναπαυθεῖ στὴν ψυχή τους. Ἂν τὰ κατάφεραν ἐκεῖνοι, πολὺ περισσότερο ὀφείλουμε νὰ τὰ καταφέρουμε κι ἐμεῖς ποὺ ξεγελοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας πιστεύοντας ἴσως πὼς βρισκόμαστε ἀπὸ ἐκείνους σὲ καλύτερη θέση.



Μετ’ εὐχῶν,



ὁ Ἐπίσκοπός σας,



† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος



Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ Γ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ (2024)





γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Οἱ ἄνθρωποι πλασθήκαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ γίνουμε συμμέτοχοι τῆς χαρᾶς Του. Μετὰ τὴν ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων, ὡστόσο, βρεθήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸ φυσικό μας περιβάλλον, τὸν Παράδεισο. Καὶ ἐφόσον στερηθήκαμε τὴν χαρὰ τοῦ Παραδείσου, ἄρχισαν νὰ δημιουργοῦνται μέσα μας ὁ στεναγμός, ἡ λύπη καὶ ὁ πόνος, ἐνῶ ἐπίσης γίναμε ἀπόλυτοι κληρονόμοι τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη αἰτία τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, διότι σημαίνει στέρηση, σημαίνει ὅτι ἕνα ἀγαπητό μας πρόσωπο ἔκλεισε τὸν κύκλο του καὶ δὲν θὰ μποροῦμε πλέον νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν παρουσία του στὴ ζωή μας. Ὁ πιὸ ὀδυνηρὸς πόνος ποὺ μπορεῖ νὰ προκαλέσει ὁ θάνατος εἶναι αὐτὸς τῆς μητέρας ὅταν θάβει τὸ παιδί της, πόσο μάλλον ὅταν αὐτὴ ἡ μητέρα εἶναι καὶ χήρα καὶ δὲν ἔχει ἄλλα παιδιὰ ὡς στηρίγματα.


Τέτοια ἦταν ἡ μητέρα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Τὴν εἶδε ὁ Κύριός μας ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη Ναΐν, τὴν ὥρα ποὺ μὲ πλῆθος κόσμου ἡ μάνα ἐκείνη πορευόταν πρὸς τὸ νεκροταφεῖο γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ μοναχογιοῦ της. Τί νὰ πεῖ κανεὶς σὲ μία τέτοια μάνα ποὺ κλαίει καὶ θρηνεῖ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της; Μὲ ποιὰ δύναμη μπορεῖ κάποιος νὰ ἀρθρώσει λόγο προσπαθῶντας νὰ τὴν παρηγορήσει; Εἶναι δυνατὸν νὰ τῆς ἀπαλύνει τὸν πόνο, ἢ ἀκόμη περισσότερο νὰ τῆς ὑποδείξει νὰ ἠρεμήσει καὶ νὰ ἡσυχάσει; Δὲν γίνεται κάτι τέτοιο. Δὲν τὸ ἐπιτρέπει ἡ ἀνθρώπινη λογική, διότι ἡ μάνα γνωρίζει ὅτι πλέον δὲν θὰ ξανὰ δεῖ τὸν ἀγαπημένο γιό της.


Σωστὰ ὅλα αὐτά. Ὅμως, ἦρθε ὁ Χριστὸς ἀνάμεσά μας καὶ ἔφερε τὴν ἀνατροπή. Ὁ Κύριος βλέποντας τὴν γυναίκα νὰ κλαίει καὶ νὰ ὀδύρεται, τὴν σπλαχνίσθηκε, τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε μὲ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ποὺ μόνο Ἐκεῖνος ἔχει: «Μὴν κλαῖς». Πού ἀκούσθηκε ξανὰ στὴν ἱστορία μία τέτοια φράση; Πουθενά. Καὶ αὐτὸ διότι μόνο ὁ Ἄρχοντας τῆς Ζωῆς, μόνο ἡ προσωποποίηση τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Ἀνάστασης μποροῦσε νὰ πεῖ κάτι τέτοιο. Καὶ ἀφοῦ τῆς εἶπε νὰ μὴν κλαίει, τῆς ἀπέδειξε ὅτι ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν εἶναι τὸ ὁριστικὸ τέλος, ἀλλὰ κοίμηση, ἀγγίζοντας τὸν νεκρὸ νέο καὶ διατάζοντάς τον: «Νεανίσκε, σὲ σένα λέω, σήκω». Καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε ὁ νέος, ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του νὰ τὴν στηρίζει. Οὐσιαστικά, ὅμως, τῆς προσέφερε κάτι πολὺ μεγαλύτερο∙ τὴν βεβαιότητα πὼς ὅ,τι καὶ νὰ γίνει πιά, ὁ θάνατος χωρίζει μόνο προσωρινὰ τοὺς ἀνθρώπους.


Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος λόγος ποὺ βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι ὅλοι μιὰ μέρα θὰ ἀναστηθοῦμε καὶ οἱ μὲν δίκαιοι θὰ κληρονομήσουν τὴν αἰώνια ζωή, οἱ δὲ ἄδικοι τὸ σκοτάδι τοῦ Ἅδη. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ βεβαιότητα μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε ὅ,τι καὶ νὰ συμβεῖ γύρω μας. Ἐπιβάλλει ἀκόμη καὶ στὴ μάνα νὰ μὴν ἀπελπιστεῖ ἀκόμη καὶ ἂν δεῖ τὸν υἱό της νεκρό, διότι θὰ ἔρθει ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν ξανὰ συναντήσει. Ἂν δὲν ἠλπίζαμε στὴν Ἀνάσταση, δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ βαπτισθοῦμε Χριστιανοί. Ἂν δὲν ἤμασταν Μαθητὲς Ἐκείνου, μόνο τότε θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπελπιστοῦμε, διότι θάνατος θὰ σήμαινε τέλος ὁριστικό. Γιὰ ἐμᾶς, ὅμως, θάνατος σημαίνει μετάβαση στὴν ἀληθινὴ ζωή. Εἶναι δὲ ἡ μετὰ θάνατον ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἐπίγεια, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἐπίγεια ἀπὸ τὴν ζωὴ μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας.


Στὸ σημεῖο αὐτὸ, λαμβάνοντας τὴν ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας σπλαχνίσθηκε καὶ ἔσπευσε νὰ παρηγορήσει τὴν γυναίκα ἐκείνη μὲ τὸν δικό Του θεϊκὸ τρόπο, ἀναρωτιέμαι: ἐμεῖς, σήμερα, πῶς συμμετέχουμε στὸ πένθος τῶν συνανθρώπων μας; Ὅταν μαθαίνουμε γιὰ τὸν θάνατο κάποιου ἀδελφοῦ, πηγαίνουμε στὸ σπίτι καὶ συλλυπούμαστε. Προσευχόμαστε καὶ στηρίζουμε μὲ δύο καλὰ λόγια τοὺς οἰκείους, ἢ βρίσκουμε εὐκαιρία γιὰ ἀργολογίες; Ὕστερα, πηγαίνουμε στὴν κηδεία ἀπὸ φιλάνθρωπα καὶ φιλάδελφα αἰσθήματα, ἢ ὡς ἕνα ἀναγκαστικὸ κοινωνικὸ γεγονός; Ἡ κηδεία τελείωσε. Ὁ νεκρὸς ἔχει φύγει. Οἱ οἰκεῖοι, ὅμως, εἶναι ἀκόμη ἐδὼ καὶ πονοῦν. Ὁ νεκρὸς ζητᾶ τὶς προσευχές μας καὶ τὴν ἐλεημοσύνη μας γιὰ τὴν ἀνάπαυσή του.


Οἱ οἰκεῖοι, ἄσχετα ἂν μπορεῖ νὰ μὴν τὸ παραδέχονται, ἢ νὰ μὴν τὸ συνειδητοποιοῦν, θέλουν τὴν στήριξη μας, τὴν στήριξη τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν τους. Δὲν εἴμαστε Χριστιανοὶ μόνο γιὰ νὰ ἰδωθοῦμε καὶ νὰ συμπροσευχηθοῦμε τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συντρέχουμε στὶς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν στηρίζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἂν παρουσιασθοῦμε μόνο στὴν κηδεία καὶ μετὰ ἀδιαφορήσουμε, σίγουρα δὲν φερόμαστε κατὰ τὸ Θέλημα τοῦ Κυρίου. Οἱ οἰκεῖοι πονοῦν. Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε; Μποροῦμε νὰ τοὺς ἐπισκεπτόμαστε τακτικὰ μεταφέροντάς τους λόγια Χριστοῦ; Μποροῦμε νὰ πάμε νὰ προσευχηθοῦμε μαζί τους; Μποροῦμε νὰ τοὺς μαγειρέψουμε τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ ἀκόμη οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τὸ κάνουν; Μποροῦμε νὰ κλέψουμε λίγο χρόνο νὰ τοὺς βοηθήσουμε σὲ τυχὸν ἐργασίες, ἐκκρεμότητες ἢ ἐτοιμασίες γιὰ τὰ ἐννιάμερα ἢ τὰ σαρὰντα; Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλοϊκὰ γιὰ κάποιους, σίγουρα, ὅμως ὁ Θεὸς ἀναπαύεται σὲ αὐτὲς τὶς πράξεις ἀγάπης καὶ ἐνισχύει τὴν παρηγοριὰ στοὺς πενθοῦντας.


ν κατακλείδι, ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ τὸ κλείσιμο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ περιγράφει τὴν στάση τοῦ κόσμου ἀπέναντι στὸ θαῦμα. Ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «ὅλους τοὺς κατέλαβε φόβος καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ λέγοντας ὅτι μεγάλος Προφήτης ἀναδείχθηκε ἀνάμεσά μας καὶ ὅτι ἐπισκέφθηκε ὁ Θεὸς τὸν λαό Του». Καὶ γιατὶ προκαλοῦν αὐτὰ ἐντύπωση; Διότι ἔχουμε ἀπὸ τὴ μία τὸν ἁπλὸ ὄχλο νὰ βλέπει, νὰ διακρίνει καὶ νὰ κατανοεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ «Προφήτης μέγας», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς εὐσεβιστὲς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους νὰ Τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὶς θαυματουργίες τὶς κατορθώνει «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων», ἢ νὰ Τὸν συκοφαντοῦν, νὰ διασπείρουν ψεύδη ἐναντίον Του, νὰ σκέφτονται ὅτι «κάποιον δόλο ἢ σκοπιμότητα θὰ ἔχει γιὰ νὰ λέει καὶ νὰ κάνει ὅλα αὐτά, νὰ Τὸν θεωροῦν «ἄνθρωπο ἁμαρτωλό» καί, τέλος, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν θανάτωσή Του.


Οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραμματεῖς ἔκριναν ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια. Δὲν μιλοῦσαν γιὰ νὰ προστατέψουν τὸ ποίμνιο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔπασχαν ἀπὸ τὸν θανάσιμο φθόνο τους, καθὼς ἔβλεπαν ὅτι τὸ ποίμνιο πηγαίνει πρὸς τὸν ἀληθινὸ Ποιμένα, τὸν Κύριό μας, καὶ ὅτι ἔχαναν τοὺς ὀπαδούς τους. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται διαχρονικά. Στὸ τέλος, αὐτοὶ ποὺ μένουν εἶναι ὅσοι ὑπηρέτησαν τὴν Ἀλήθεια. Οἱ λοιποὶ ἐξαφανίζονται. Ὁ νοῦς μας, ἀγαπητοί, μιᾶς καὶ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ ὑπηρετοῦμε Χριστό, νὰ εἶναι στραμμένος ὄχι δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀλλὰ σὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή. Τότε, ὅ,τι κακὸ καὶ νὰ συμβεῖ, θὰ μᾶς πλησιάσει καὶ θὰ μᾶς πεῖ: «Μὴν κλαῖς, εἶμαι δίπλα σου».


Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος



Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΛΟΥΚΑ (2024)





Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, δυστυχῶς, ἔχουμε πέσει στὴν πλάνη νὰ πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε πνευματικοὶ ἄνθρωποι καὶ καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔχοντας, λοιπόν, πιστέψει αὐτό, μὲ κάποιο πνεῦμα ἀνωτερότητας ἀσχολούμαστε καὶ ἐξετάζουμε προσεκτικὰ τὶς διεθνεῖς ὑποθέσεις, ἐνημερώνουμε τοὺς συνανθρώπους μας γιὰ ὅ,τι κακὸ πρόκειται νὰ ἔρθει, καὶ ψάχνουμε τὴν παραμικρὴ εὐκαιρία νὰ παρουσιασθοῦμε ὡς ὁμολογητὲς καὶ ἀγωνιστὲς γιὰ νὰ κερδίσουμε τὶς ἐντυπώσεις.


Καὶ ἂν μᾶς ρωτήσει κάποιος: «ἀδελφέ, πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα διαβάζεις τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο;», ἡ ἀπάντηση εἶναι: «καμία». Κι ὅμως, ἀγαπητοί, αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ θὰ ὠφελήσει τὴν ψυχή μας εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο πολλοὶ δὲν δίνουν σημασία, τὸ Εὐαγγέλιο. Σίγουρα εἶναι καλὸ νὰ ἐνημερωνόμαστε γιὰ τὸ τὶ γίνεται στὸν κόσμο, διότι εἴμαστε κάτοικοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πάντα ὅμως τηρῶντας τὸ μέτρο καὶ θέτοντας τὶς προτεραιότητες.


Προτεραιότητα γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς εἶναι νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀρέσουμε σὲ Ἐκεῖνον, νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ γίνουμε ἀληθινὰ Χριστιανοί. Σήμερα, ὁ Χριστὸς στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μὲ μόλις λίγες φράσεις μᾶς δίδαξε τὴν οὐσία τῆς πίστης μας. Ἀλήθεια, ἐμεῖς ποὺ διαβάζουμε πλήθη βιβλίων, ἢ ἀκοῦμε ὁμιλίες καὶ ἀναλύσεις στὸ διαδίκτυο, σὲ αὐτὲς τὶς λίγες φράσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουμε δώσει σημασία; Πολὺ δὲ περισσότερο, τὶς ἔχουμε ἐφαρμόσει; Αὐτὰ τὰ λιγοστὰ λόγια εἶναι ἕνας πολύτιμος καθρέφτης ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ἂν εἴμαστε ἀληθινοὶ Μαθητὲς Ἐκείνου. Τί μᾶς λέει, λοιπόν;


«Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς κάνουν, αὐτὸ νὰ κάνετε κι ἐσεῖς. Ὑπάρχει πιὸ σοφὸς καὶ δίκαιος νόμος ἀπὸ αὐτόν; Θέλεις, ἀδελφέ μου, νὰ σὲ βρίζουν, νὰ σὲ συκοφαντοῦν, νὰ σὲ ζηλεύουν, νὰ σὲ ὑποτιμοῦν, νὰ σὲ κρίνουν; Ὄχι. Γιατί δὲν τὰ θές; Γιατὶ δὲν εἶναι ἠθικὰ ὅλα αὐτά. Τότε, οὔτε ἐσὺ μὴν τὰ κάνεις στὸν ἀδελφό σου, οὔτε στὸν πατέρα σου, σὲ κανέναν. Βάλε τὸν ἑαυτό σου στὴν θέση ἐκείνου ποὺ θὰ ἤθελες νὰ πληγώσεις, καὶ ἴσως εὐαισθητοποιηθεῖς καὶ δὲν τὸ κάνεις.


λη ἡ σοφία τοῦ κόσμου περικλείεται μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης. Ἂν μέσα σὲ μία κοινωνία οἱ ἄνθρωποι ἐφάρμοζαν τὴν ἐντολὴ αὐτή, δὲν θὰ ὑπῆρχε κακία, ἀχαριστία, κλοπή, δόλος, φθόνος καὶ φόνος. Γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο πραγματικότητα, μὴν περιμένουμε νὰ κάνουν τὴν ἀρχὴ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Τὴν ἀρχὴ ὀφείλω νὰ τὴν κάνω ἐγώ, δηλαδὴ ὁ καθένας. Καὶ ἂν ἕνα μόλις πρόσωπο καταφέρει νὰ βάλει στὴ ζωή του αὐτὴ τὴν ἀρχή, στοχεύοντας στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό, τότε θὰ μπορέσει νὰ μεταμορφώσει ὁλόκληρη κοινωνία.


λήθεια, ἀμέτρητοι ἄνθρωποι σοφοὶ κι ἐπιστήμονες πέρασαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ποιός, ὅμως, κατάφερε νὰ δώσει θεραπεία στὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἄδικα ὑπέφεραν, ποὺ ἄδικα διώχθηκαν, ποὺ ἄδικα κλείσθηκαν στὴ φυλακή, ποὺ τοὺς σκότωσαν ἀγαπημένα πρόσωπα, ἢ ἀκόμα ποὺ ἄδικα καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο; Ἡ σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ ὁρίζει τὴν ἐκδίκηση γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ τὸ δίκαιο μέσα ἀπὸ τὴν τιμωρία. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ κόσμος, διακηρύσσει: «μισοῦμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀγαποῦμε τοὺς φίλους». Ἔτσι, ὅμως, ποιά ἡ διαφορὰ τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς;


Χριστός, ἀπέναντι σὲ αὐτὸν τὸν ἀνθρώπινο κανόνα, προτάσσει τὸ πιὸ ἐπαναστατικὸ κήρυγμα: «νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς κάνουν κακό». Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐεργεσία στοὺς ἐχθροὺς εἶναι σφραγίδα Χριστοῦ. Γιὰ αὐτή του τὴν ἰδιότητα διαφέρει ὁ Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἐντολῆς ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πιστεύει στὸν Χριστὸ βγαίνει πάντα νικητής, διότι ἡ ἀκεραιότητα καὶ ἡ μεγαλοψυχία εἶναι μεγάλη νίκη ποὺ κάνει τὸν ἐχθρὸ νὰ αἰσθάνεται ἡττημένος, ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις μπορεῖ μέχρι καὶ νὰ τὸν σωφρονίσει.


ναρωτήθηκα παραπάνω ποιὸς ἔδωσε γιατρειὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο τῆς ἀδικίας. Μόνο ὁ Χριστός! Ἄνθρωποι ἀδικημένοι ἀποφάσισαν νὰ ἀφήσουν πίσω τὴν ἀρχικὴ ὀργή τους (διότι ἡ ὀργὴ δὲν φέρνει λύση, παρὰ μόνο περισσότερη ὀργή) καὶ ὄχι μόνο ἀπάλυναν τὸν πόνο τους, ἀλλὰ ἔγιναν καὶ πιὸ δυνατοὶ ὅταν συγχώρεσαν τὸν ἐχθρό τους καὶ ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δέχθηκαν πλούσια τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους καὶ θεώρησαν ὅλες τὶς ἀδικίες καὶ δυσκολίες ποὺ ὑπέφεραν ὡς εὐλογία Θεοῦ. Ἄλλωστε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παίρνει στὰ χέρια του τὴν εὐθύνη ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν αὐτοδικία, οὐσιαστικὰ ἀφήνει τὸν Θεὸ στὴν ἄκρη.


ναφορὰ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο γίνεται καὶ στὸν δανεισμό, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θέλει νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς, λέγοντας: «ἂν δανείζετε μόνο σὲ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένετε νὰ λάβετε τὰ ἴσα, τί κερδίζετε γιὰ τὴν ψυχή σας;». Ἡ πράξη τοῦ δανεισμοῦ ἀποτελεῖ ἐλεημοσύνη, ὅπως καὶ ἡ εὐεργεσία ἀποτελεῖ ἔνδειξη ἀγάπης ὅταν δὲν ἀναμένουμε τὴν ἀνταπόδοση, διότι δανεισμὸς καὶ ἀγάπη ποὺ βασίζονται στὸ συμφέρον καὶ ὄχι στὴ θυσία, εἶναι πλαστὰ στοιχεῖα. Ὁ Χριστὸς θυσιάσθηκε γιὰ ἐμᾶς μὴν περιμένοντας ἀνταπόδοση.


Θὰ ρωτήσει κανεὶς δικαιολογημένα: «ἂν ἐμεῖς δὲν περιμένουμε κάποια ἀνταπόδοση, τότε γιατί νὰ θυσιασθοῦμε ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθρούς μας καὶ δανείζοντας χωρὶς νὰ λαμβάνουμε;». Εἶναι ἀπόλυτα φυσικὸ ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ξεκινᾶ κάτι ἂν δὲν ἐλπίζει ὅτι θὰ κερδίσει καὶ ὁ ἴδιος. Ἡ ἀγάπη στὸν ἐχθρὸ καὶ ὁ δανεισμὸς στοὺς πτωχούς, οὐσιαστικὰ ἡ ἐλεημοσύνη, εἶναι μεγάλος ἀγώνας καὶ ὅπως κάθε ἀγώνας, ἔτσι καὶ αὐτὸς ἔχει κάποιο βραβεῖο. Μᾶς τὸ ἀναφέρει ξεκάθαρα ὁ Χριστός: «ἂν κάνετε αὐτά, ὁ μισθός σας θὰ εἶναι μεγάλος καὶ θὰ γίνετε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου». Ἂν, λοιπόν, ἑμεῖς γίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποιόν ἢ τί θὰ φοβηθοῦμε; Κανέναν καὶ τίποτα, διότι μᾶς προστατεύει ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας.


γαπητοὶ ἀδελφοί,


ταν ὁ Κύριος λέει ὅτι εἴμαστε τὸ «ἀλάτι τῆς γῆς», τὸ λέει γιατὶ ὁ ἀληθινὸς Χριστιανὸς ἔχει ὡς βίωμα τὴν ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς, τὴν εὐεργεσία στοὺς κακοὺς καὶ τὸν δανεισμὸ στοὺς πτωχοὺς μὲ ἀπόλυτη ἀνιδιοτέλεια καὶ αὐταπάρνηση. Αὐτὲς οἱ πράξεις διατηροῦν τὸ ἀλάτι ποὺ θὰ κάνει νόστιμες τὶς ζωὲς τῶν συνανθρώπων μας, καὶ τῶν ἐχθρῶν μας ἀκόμα. Δίχως αὐτὲς τὶς πράξεις, τὸ ἀλάτι χάνει τὴν οὐσία του, δηλαδὴ μένει μόνο στὸ ὄνομα «ἀλάτι» καὶ εἶναι οὐσιαστικὰ ἄχρηστο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προσφέρει τὶς καλές του ἰδιότητες. Ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ συντηρήσουμε, κάνοντας πράξη ὅσα ἀκούσαμε σήμερα, τὸ πολύτιμο ἀλάτι τῆς ψυχῆς μας.



Μετ’ εὐχῶν,


ὁ Ἐπίσκοπός σας,


† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος



Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Print Friendly and PDF