ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

Ο ΠΑΠΑ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΜΩΝ




Γνήσια και δυσεύρετα γνωρίσματα ενός αγίου Πνευματικού συναντάμε

 στην μεγάλη μορφή του Αγίου Όρους,τον παπα–Σάββα,

τον-όνομα και πράγμα–«Πνευματικό» (1821–4/4/1908).

Μέρα με την μέρα,

ξεχώριζε σαν σπουδαίος θεραπευτής ψυχών.

Όσοι τον πλησίαζαν, κατενθουσιασμένοι δεν έπαυαν να τον συνιστούν σ’ όλο τον κόσμο.

Η φήμη του,

σαν άριστος Πνευματικός,

δεν άργησε να φτάσει στα πέρατα της Ορθοδοξίας.

Η συγκαταβατικότητά του, η μακροθυμία του, το ευσυμπάθητο του τρόπου του,

η διαγνωστική του δεινότητα, η ικανότητα να παρηγορεί, να ενισχύει και να καθοδηγεί και,

μαζί μ’ αυτά, η αγιότητα του βίου του, τον καταξίωσαν σαν απαράμιλλο Πνευματικό.

Στην συνέχεια, παραθέτουμε ένα από τα χαρακτηριστικά ανέκδοτα που κυκλοφορούν 

ακόμη στον Αγιονορείτικο χώρο γύρω από αυτόν, το οποίο διατρανώνει,

το πόσο υπέροχος και χαρισματικός λευκαντής ψυχών ήταν ο παπα–Σάββας.



Στην Σκήτη της Αγίας Άννης, κάπου ψηλά, είχε την Καλύβη του ένας Πνευματικός. Πνευματικός μεν κι αυτός, αλλά χωρίς την πείρα και την διάκριση του παπα–Σάββα. Μια φορά, κατέφθασε στο εξομολογητήριό του ένας βαριά,πολύ βαριά αμαρτωλός.Άλλος άνθρωπος, με τόσα πολλά κρίματα, δεν του ξανάτυχε.Εκείνος ο φτωχός προσκυνητής του θείου ελέους, σαν «κάλαμος συνετριμμένος», άρχισε την εξαγόρευση. Ο Πνευματικός, καθώς τον άκουγε, κυριεύθηκε από φρίκη. Αναταράχτηκαν τα σωθικά του. «Θεέ μου! Πω, πω, φρικαλεότητες! Τί, ακούω! Τί, σατανάς είναι τούτος!».


Δεν πρόλαβε, ο δυστυχής εξομολογούμενος ν’ αποτελειώσει,κι ο Πνευματικός γεμάτος ταραχή τον διέκοψε: –Σταμάτα! Έχω φρίξει!Θα χάσω το μυαλό μου! Δεν είναι ανθρώπινες αμαρτίες, αυτές!Σατανικές, είναι!Φύγε! Η συγχώρεση, σού ’λειπε! Φύγε! Δεν μπορώ άλλο να σ’ ακούω! Φύγε!... Το μόνο που είχε απομείνει στον κόσμο, για τον άτυχο προσελθόντα,ήταν το έλεος του Θεού. Αφού όμως κι η πόρτα αυτή του ελέους έκλεισε, δεν του απέμενε τίποτε άλλο πια. Αντικρύζοντας κάτω την θάλασσα,σκεφτόταν την μόνη λύση: Να ορμήσει κάτω και να πνιγεί! Να θέσει ένα τέρμα στην τραγωδία του. Ο Θεός όμως είναι μεγάλος. Στην κατάσταση αυτή τον είδε κάποιος Αγιαννανίτης μοναχός που έτυχε να περνάει από ’κει και να του είναι και γνώριμος. –Εε! Τί,συμβαίνει; Πώς, είσαι έτσι; Τί,έχεις; Εκείνος, δεν μιλούσε. –Εε! Τί,έπαθες; Γιατί δεν μιλάς; Με τα πολλά, κατόρθωσε να μάθει τα καθέκαστα.


Στεναχωρήθηκε, πικράθηκε η ψυχή του. Πώς όμως να τον βοηθήσει; Σκέφθηκε πως μία μόνο λύση απέμεινε:να τον οδηγήσει με κάθε τρόπο στον παπα–Σάββα. Κουράστηκε πολύ, αλλά στο τέλος νίκησε... Σαν τον αντίκρυσε, ο παπα–Σάββας, κατάλαβε όλο του το δράμα. «Ο αδελφός μου», σκέφθηκε, «βρίσκεται στην άβυσσο. Για να τον ανεβάσω, χρειάζεται να κατεβώ κι εγώ ως εκεί». –Πνευματικέ, υπάρχει για μένα σωτηρία; –Για σένα, αδελφέ μου; Για όλους, υπάρχει σωτηρία. Η ευσπλαχνία του Θεού, είναι πιο πλατειά κι από τον ουρανό· και πιο βαθειά κι από την άβυσσο! –Μπαα! Για μένα, τον αμαρτωλό, δεν υπάρχει σωτηρία! Αδύνατον! Δεν υπάρχει, σωτηρία για μένα!... –«Για σένα δεν υπάρχει σωτηρία»;! Αστείο, πράγμα!Αφού, να σκεφθείς, υπήρχε για μένα! Για σένα, δεν θα υπάρχει;!... –Και, σαν τί αμαρτίες έκανες εσύ; –Εγώ; Μεγάλες, πολύ μεγάλες αμαρτίες! –Τί «μεγάλες», μου λες;! Ποιος μπορεί να έχει φταίξει στον Θεό τόσο πολύ σαν εμένα τον ταλαίπωρο; –Κι όμως! Να!


Κάποτε, δεν πρόσεξα, παρασύρθηκα κι έπεσα στην τάδε αμαρτία. –Αα,Πνευματικέ μου! Την αμαρτία αυτή, έτσι ακριβώς όπως μου την λες, την έχω κάνει κι εγώ! –Κι εσύ; Αα, μην ανησυχείς τότε! Ο Θεός, θα σε συγχωρέσει τώρα. Αρκεί, που το ομολόγησες. Ο παπα–Σάββας, προχώρησε με τον ίδιο τρόπο. Το αγαθό και ψυχοσωτήριο τέχνασμα, πέτυχε απόλυτα. Ξεθάρρεψε ο δυστυχής και παρουσίασε με κάθε ειλικρίνεια όλο τον θλιβερό κατάλογο των αμαρτιών του. Του έδινε κουράγιο η ιδέα πως και ο Πνευματικός που τον άκουγε, ήταν όμοιός του. Του λέει στο τέλος, ο παπα–Σάββας: –Εγώ, που λες, μετανόησα και έκλαψα πικρά. Κι έχω δυο χρόνια τώρα που άλλαξα ζωή. Μάλιστα δε, μου έβαλαν και «κανόνα» να γίνω Πνευματικός. Τί, να κάνω; Το έκανα κι αυτό! Έκανα ελεημοσύνες, έκανα νηστείες, έγινα άλλος άνθρωπος! –Κι εγώ, Πνευματικέ μου, μετανοώ μ’ όλη μου την ψυχή! –Εε, αφού αποφασίζεις ν’ αλλάξεις κι εσύ ζωή, τότε, έλα να σου διαβάσω και την «Συγχωρητική Ευχή», να σου εξαλείψει ο Θεός όλες σου τις αμαρτίες...


Ύστερα από λίγο, ένας άνθρωπος, ένας άλλος άνθρωπος, φτερούγιζε από χαρά γιατί πέταξε από πάνω του πολλά δυσβάσταχτα φορτία. Συναντώντας στην Σκήτη της Αγίας Άννης τον γνωστό του, του είπε: –Μ’ έσωσες! Έγινα άλλος άνθρωπος! –Να δοξάζεις τον Θεό! –Καλός Πνευματικός! Καλός! Πονετικός. Μόνο που, ο καημένος, έκανε στην ζωή του πολύ χειρότερα πράγματα από μένα!!! Ο γνωστός του, μπήκε αμέσως στο νόημα. –«Χειρότερα από σένα»;! Ας γελάσω!Χριστιανέ μου, αυτός ζει και εγκαταβιώνει από μικρός μέσα στο Όρος και, τόσα χρόνια εδώ πέρα μέσα, έχει γίνει σωστός άγγελος!


Γι’ αυτό και αξιώθηκε να γίνει Ιερεύς και Πνευματικός... Ο άλλος, έμεινε άναυδος. Τί,συνέβαινε; Με τις εξηγήσεις όμως που του έγιναν, κατάλαβε το καλοκάγαθο τέχνασμα της αγάπης. Δοκίμασε μεγάλη έκπληξη. Αλλά, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να σωθεί από το χείλος της αβύσσου.



Δημοσίευση από το βιβλίο του 
Αρχιμανδρίτη Χερουβείμ Καράμπελα:
«Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές-Σάββας ο Πνευματικός»
 (τεύχος 6), σελίδες 49–50,54–57
Ιεράς Μονής Παρακλήτου
Ωρωπός Αττικής 1998
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΑΝ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ, ΓΙΑΤΙ ΦΟΒΟΝΤΟΥΣΑΝ ΟΤΙ ΘΑ ΦΕΡΟΥΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΤΟΣΟ ΚΑΧΥΠΟΨΙΑ, ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

 




Ηγουμένη Αθανασία


«Την πρώτη ημέρα της Αγίας Τριάδας το 1931, προσήλθα στην ηγουμένη Αθανασία, γνωρίζοντας ότι γιόρταζε, ότι δεν ήταν απασχολημένη τις γιορτές και ότι θα χαιρόταν να με δει,- υπενθύμισε ο γιατρός Μιχαήλ Μελέντιεφ. - Την βρήκα δέκα βήματα από το σπίτι της σε ένα μικρό δασάκι. Είχε μόλις βιώσει μια ακόμα πνευμονία, ήταν αδύναμη και όλα γύρω την ευχαριστούσαν με την επιστροφή της στη ζωή. Ήταν μια υπέροχη μέρα, οι μέλισσες βούιζαν, το δάσος μύριζε. Ο κόσμος του Θεού στεκόταν σε όλη του την ομορφάδα. Και μια ώρα αργότερα, όταν έφυγα, ήρθε ένα φορτηγό, μεταφέροντας επιχειρησιακούς πράκτορες του NKVD1, γύρισαν το σπίτι, το έψαξαν, δεν βρήκαν τίποτα και φυσικά πήραν μαζί τους την ηγουμένη Αθανασία...»


H Οσία ομολογήτρια Αθανασία, γεννήθηκε το 1875 στην πόλη της Μόσχας στην οικογένεια εμπόρων του Βασίλι Νικολάεβιτς και της συζύγου του Αλεξάνδρας Γκριγκόριεβνα Λεπιόσκιν και βαφτίστηκε Αλεξάνδρα. Οι γονείς της είχαν δώδεκα παιδιά, αλλά απέμειναν μόνο τρεις κόρες, αφού τα υπόλοιπα πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Οι γονείς προσπάθησαν να δώσουν στα παιδιά τους την καλύτερη εκπαίδευση εκείνης της εποχής. Η Αλεξάνδρα Βασίλιεβνα αποφοίτησε από τη σχολή Τσερνιάβσκυ της Μόσχας και γνώριζε τέλεια γαλλικά και γερμανικά.


Η οικογένεια εμπόρων και βιομηχάνων Λεπιόσκιν ήταν από παλιά γνωστή στη Μόσχα για την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία της. Ο αδελφός του προπάππου της ηγουμένης Αθανασίας, Συμεών Λονγκίνοβιτς Λεπιόσκιν , ήταν ο οικοδόμος της Μονής Αγίας Τριάδας-Οδηγήτριας, ιδρυτής της οποίας ήταν ο μοναχός Ζωσιμάς (Βερχόβσκυ). Ο Συμεών Λονγκίνοβιτς συμμετείχε ενεργά στην κατασκευή της πέτρινης εκκλησίας της Αγίας Τριάδας στη μονή καθώς και των κτιρίων για την διαμονή των αδελφών. Ο πατέρας του, Λονγκίν Κουζμίτς, ήταν ο ανακαινιστής της εκκλησίας του Αγίου Μάρωνα του Ερημίτη2 στο Παλιό αρχοντικό Πάνσκυ της Μόσχας, που καταστράφηκε σχεδόν εκ βάθρων κατά τη διάρκεια της γαλλικής επιδρομής το 1812.


Έγινε, επίσης, ο πρώτος εκκλησιάρχης αυτού του ναού. Όταν πέθανε, ο γιος του Βασίλι, έγινε αρχηγός και ευεργέτης της εκκλησίας, και μετά το θάνατο του Βασίλι Λονγκινόβιτς το 1840, ο γιος του Νικολάι. Μετά το θάνατο του Νικολάι Βασίλιεβιτς, τη φροντίδα του ναού ανέλαβε ο μεγαλύτερος γιος του Βασίλι, ο οποίος ήταν εκκλησιάρχης μέχρι το 1895, ενώ μετά από αυτόν, εκκλησιάρχης ορίστηκε ο αδελφός του, Ιβάν.


Όπως διηγήθηκε αργότερα η ηγουμένη Αθανασία, κατά τη διάρκεια των σπουδών της, ζούσε καλά, ήταν ευχαριστημένη με τα πάντα, ήταν πολύ χαρούμενη, οι συμμαθητές της την αντιμετώπιζαν με μεγάλο σεβασμό, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και πολλοί θαυμαστές της. Αλλά απροσδόκητα για όλους, αφού αποφοίτησε από τη σχολή, έφυγε το 1896 για το μοναστήρι της έρημου Αγίας Τριάδας-Οδηγήτριας του Ζωσιμά. Στην αρχή, της έδωσαν υπακοή να διαβάζει στην εκκλησία, ενώ στη συνέχεια η ηγουμένη της Μονής, Σοφία (Μπίκοβα), έστειλε την υποτακτική της, Αλεξάνδρα, να σπουδάσει αγιογραφία στη Μονή Πανεταέφσκι. Για μισό χρόνο σπούδασε αγιογραφία και, επιστρέφοντας στην έρημο του Ζωσιμά, άρχισε να εκτελεί εικονογραφική υπακοή, ενώ από το 1911 έως το 1919 ήταν επικεφαλής του εργαστηρίου αγιογραφίας εικόνων.


Στις 19 Δεκεμβρίου του 1919, η υποτακτική Αλεξάνδρα εκάρη μοναχή με το όνομα Αθανασία. Στα τολμηρά χρόνια για την Εκκλησία, στις 22 Φεβρουαρίου του 1920, διορίστηκε ηγουμένη της μονής και την επόμενη μέρα χειροτονήθηκε στο βαθμό της ηγουμένης. Στις 15 Μαΐου του ίδιου έτους, ο Πατριάρχης Τύχων της απένειμε ένα χρυσό σταυρό στο θώρακα.


Υπό τη σοβιετική εξουσία, το μοναστήρι μετατράπηκε σε γεωργικό συνεταιρισμό και η ηγουμένη Αθανασία έπρεπε συχνά να αντιμετωπίσει τους εκπροσώπους των αρχών, διαπραγματεύοντας μαζί τους σχετικά με τις οικονομικές δραστηριότητες.


Την ηγουμένη, ως επικεφαλής του συνεταιρισμού, άρχισαν να προσκαλούν στις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής της κομητείας, οι οποίες πραγματοποιούνταν εκείνη την εποχή σε τοπικό σύλλογο. Η εμφάνιση της ηγουμένης, συνοδευόμενη από μια υποτακτική, προκάλεσε αμηχανία στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και μια μέρα, ένας από αυτούς, αποφάσισε να κάνει ένα αστείο και, δείχνοντας ένα πορτρέτο του Μαρξ που κρεμόταν στον τοίχο, είπε:


Να, εδώ, μητερούλα ηγουμένη, είναι ο Μαρξ. Είναι, στην πραγματικότητα, μαθητής του πρώτου σοσιαλιστή, του Χριστού. – Εδώ είναι το πορτρέτο του «μαθητή» που έχετε τοποθετήσει, αλλά γιατί δεν υπάρχει το πορτρέτο του Δασκάλου; – λογικά αντιτάχθηκε, η ηγουμένη. Την εποχή που η ηγουμένη Αθανασία έπρεπε να διαχειριστεί το μοναστήρι, ανάμεσα στις δυσκολίες που προέκυψαν από τη δίωξη της αθεϊστικής εξουσίας, προστέθηκαν και βάσανα από ασθένειες, καθώς για πολλά χρόνια η ηγουμένη υπέφερε από ελονοσία, που δεν θεραπεύθηκε και η ασθένεια, έχοντας πάρει μια χρόνια μορφή, κατέστρεψε την υγεία της.


Την εβδομάδα του Πάσχα του 1925, οι αδελφές εστάλησαν για αναζήτηση γιατρού στο νοσοκομείο Αλαμπίνσκι. «Το νεκροταφείο στο προαύλιο της μονής ήταν μικρό, ήσυχο και έρημο. Στο κέντρο υπήρχε ένας μικρός λευκός ναός που περιβάλετο από επιτάφιους σταυρούς και σε ορισμένα σημεία από αναμμένες λαμπάδες, υπενθύμισε ο γιατρός Μιχαήλ Μιχάηλοβιτς Μελέντιεβ. – Περπατήσαμε κατά μήκος μιας γεφυρούλας στο κτίριο του ηγουμενείου, όπου με συνάντησε μια μικρόσωμη, καμπουριασμένη παλιά μοναχή, στοργική και φιλική. Στο χώρο του κτιρίου υπήρχε κάποια από καιρό μυρωδιά παλιών επίπλων, ψημένου ψωμιού και θυμιάματος. Το ρολόι χτύπησε και υπήρχε μια αδιάκοπη σιωπή. Η μοναχή με κάλεσε στο τραπέζι για φαγητό και πήγε να αναφέρει στην ηγουμένη για την άφιξή μου...



Γυναίκες φυλακισμένες σε στρατόπεδα εργασίας στο Καζακστάν τη δεκαετία του '30.Η υγεία της ηγουμένης αποδείχθηκε σε πολύ κακή κατάσταση. Της είπα, ανοιχτά, για την κατάστασή της και προσφέρθηκα να την πάω σε άλλο μέρος για το επόμενο καλοκαίρι και να προσπαθήσω να θεραπευτεί εκεί. Η κατάσταση με το μοναστήρι ήταν περίπλοκη τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά.


Υπήρχαν μέχρι τριακόσιες αδελφές στο μοναστήρι, συμπεριλαμβανομένων εξήντα ανήμπορων ηλικιωμένων γυναικών. Όλοι τους έπρεπε να τρέφονται, να θερμαίνονται, να ντύνονται και να υποδένονται. Η Ηγουμένη έκλαψε, θρήνησε, και όλα αυτά με αυτοσυγκράτηση, με καθαρή συνείδηση της τεράστιας ευθύνης για τις τριακόσιες ψυχές, και με άφησε να φύγω χωρίς να μου δώσει απάντηση. Ωστόσο, η περαιτέρω επιδείνωση της υγείας της, την ανάγκασε να δεχτεί. Πήρα πάνω μου την ευθύνη για να σηκωθεί στα πόδια της. Ήταν ένα δύσκολο έργο, αλλά ο Θεός με βοήθησε και μέχρι το τέλος του καλοκαιριού η ασθενής μου ήταν τόσο καλά και πιο δυνατή, ώστε μπορούσε να επιστρέψει στον εαυτό της και να ασχοληθεί με τις δουλειές της».


Το 1928, οι αρχές έκλεισαν τελικά το μοναστήρι και η ηγουμένη Αθανασία μετακόμισε στο χωριό Αλάμπινο, όπου εγκαταστάθηκε μαζί με την ηλικιωμένη μοναχή Αντωνία, η οποία ήταν μαζί της από τις πρώτες μέρες της μοναστικής της ζωής, και την υποτακτική Ευδοκία (Μπουτσινιόβα). «Η ηγούμενη Αθανασία λειτουργούσε όλη την ημέρα και αποτελούσε το πνευματικό κέντρο αυτής της μικρής κοινότητας. Αυτή, επίσης, μαζί με τη μητέρα Αντωνία, έραβαν κουβέρτες.


Κατά την πρώτη και τελευταία εβδομάδα της Μεγάλης Σαρακοστής, οι πόρτες της κατοικίας τους ήταν κλειστές για όλους. Αυτές ήταν ημέρες προσευχής και σιωπής. Αλλά και από την άλλη πλευρά, η γιορτή της Ανάστασης ήταν η γιορτή του αληθώς Αναστημένου Χριστού - θυμάται ο Μιχαήλ Μελέντιεφ. Προσέρχονταν σε αυτές για βοήθεια, για συμβουλές, για παρηγοριά, αλλά πήγαιναν το σούρουπο, το βράδυ, τη νύχτα, για να βλέπουν και να μιλάνε λιγότερο. Δεν πήγαιναν σε κανέναν, γιατί φοβόντουσαν, ότι θα φέρουν μαζί τους τόσο καχυποψία, όσο και τιμωρία στην οικογένεια, που θα επισκέπτονταν».


Την πρώτη ημέρα της Αγίας Τριάδας του έτους 1931, αξιωματικοί του NKVD έφτασαν στο Αλάμπινο, έψαξαν το σπίτι των μοναχών και στη συνέχεια πήραν την ηγούμενη Αθανασία μαζί τους στο περιφερειακό κέντρο του Ναρο-Φομίνσκ. Η ηγούμενη κατηγορήθηκε για αντισοβιετικές δραστηριότητες και διαστρεύλωση συνειδήσεων με στόχο να διαταράξει τις δραστηριότητες της σοβιετικής κυβέρνησης στο χωριό, και ιδιαίτερα την κολεκτιβοποίηση. Απαντώντας στις ερωτήσεις του Ανακριτή, η ηγουμένη Αθανασία είπε: «Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στο μοναστήρι, ήμουν σταθερά αφοσιωμένη στον Θεό και είμαι επίσης αφοσιωμένη σε αυτόν κι αυτή τη στιγμή και είμαι έτοιμη να δώσω τη ζωή μου για τον Θεό και για τον Χριστό. Δεν μπορώ να αποδείξω τίποτα περισσότερο».


Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη, η υγεία της ηγουμένης επιδεινώθηκε απότομα και στάλθηκε στο νοσοκομείο. Μαζί με την ηγουμένη Αθανασία, συνελήφθη και η υποτακτική Ευδοκία. Απαντώντας στις ερωτήσεις του ανακριτή, η υποτακτική Ευδοκία είπε: «Μετά το κλείσιμο της μονής, η ηγουμένη κι εγώ εγκατασταθήκαμε στο χωριό Αλάμπινο στην περιοχή Ναρο-Φομίνσκ και μέχρι σήμερα εξακολουθώ να είμαι μαζί της. Ζώντας στο χωριό Αλάμπινο, η ηγουμένη κι εγώ ασχοληθήκαμε με τα εργόχειρα, για το οποία είμασταν εκεί, ενώ άνθρωποι άγνωστοι σε μένα έρχονταν στην ηγουμένη και έφερναν φαγητό. Όσο για τις κατηγορίες εναντίον μου για αντισοβιετική αναταραχή, δεν έχω κάνει ποτέ κάτι τέτοιο και δεν παραδέχομαι τον εαυτό μου ένοχο γι 'αυτό».


Στις 10 Ιουνίου 1931, η τρόικα της ΕΚΠΔ3 καταδίκασε την ηγούμενη Αθανασία (Λεπιόσκινα) και την υποτακτική Ευδοκία (Μπουτσινιόβα) σε πέντε χρόνια εξορίας στο Καζακστάν. Εκεί, δεν τους επέτρεπαν να κινούνται ελεύθερα και τους έστειλαν στην απομόνωση υπό αυστηρή επιτήρηση. Τη δεύτερη μέρα μετά την άφιξή τους στον τόπο της εξορίας, η ηγουμένη Αθανασία πέθανε και την επόμενη μέρα, η υποτακτική της, Ευδοκία.Δεδομένου, ότι η ακριβής ημερομηνία του θανάτου τους είναι άγνωστη, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Οσίων Μαρτύρων Αθανασίας (Λεπιόσκινα) και Ευδοκίας (Μπουτσινιόβα) την ημέρα της Συνόδου των Νέων Μαρτύρων και Ομολογητών της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για το έτος 2023, εορτάζεται στις 5 Φεβρουαρίου.


Απόσπασμα από το πρωτόκολλο –10 Ιουνίου 1931. Η Λεπιόσκινα Αλεξάνδρα Βασίλιεβνα πρόκειται να φυλακιστεί σε στρατόπεδο για περίοδο πέντε ετών με αντικατάσταση και απέλαση μέσω του PP/OGPU στο Καζακστάν για το ίδια χρονική περίοδο, από τις 25 Ιουνίου 1931 και να σταλεί στην απομόνωση.



*Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Κωνσταντίνος Θώδης
foma.ru
3/30/2023


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠΟ ΛΗΣΤΗΣ ΕΓΙΝΕ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ




Από το 1892 έως το 1941 σε ένα από τα ησυχαστήρια της παλιάς Σκήτης του Αγιοβασίλη,

 με πολλή αυταπάρνηση, εγκράτεια και ταπείνωση, έζησε και πνευματικά αγωνίστηκε, 

ο Μοναχός Νικήτας. 



Αυτός κατάγονταν από τα μέρη της Θεσσαλίας και σαν περιβόητος Ληστής που ήταν, 

κυριολεκτικά ελυμαίνονταν την περιοχή. 

Είχε ριμάξει και ταράξει στις ληστείες και στα εγκλήματα όλη την περιφέρεια εκείνη. 


Με τα πολλά κακά που είχε κάνει και γύριζε στην περιοχή αυτή, πληροφορήθηκε για την ενάρετη ζωή και πνευματική προκοπή, του τότε περιβόητου πνευματικού Παπα - Χαρίτωνα, πού κι αυτός κατάγονταν από τα μέρη εκείνα των Τρικάλων. Αναζήτησε και έμαθε, πώς ο πατριώτης του αυτός βρίσκεται στο Αγιον Ορος και ησυχάζει στην έρημο του Αγιοβασίλη. Ο Παπα - Χαρίτων πράγματι τότε βρίσκονταν στον Αγιοβασίλη αλλά μετά έφυγε από εκεί και πήγε στη Σπηλιά του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, όπου και έγραψε μεταξύ των πολλών άλλων συγγραμμάτων και το «ταξίδι στους ουρανούς» (βλεπ. στον Α' τόμον του Γεροντικού του Αγίου Όρους σελ. 186). 


Άμα έμαθε αυτά για τον Παπα - Χαρίτωνα, ξεκίνησε από το λιμέρι του, άφησε τους συντρόφους του και πήγε προς αναζήτησή του. Στό ησυχαστήριο του Αγιοβασίλη όταν τον συνάντησε, με πολλή ταπείνωση, συντριβή καρδιάς και ειλικρινή μετάνοια, εξομολογήθηκε τα κρυπτά της καρδιάς του και τα πολλά του εγκλήματα, με θάρρος και παρρησία, σύμφωνα με το ρητό της Αγίας Γραφής που λέει: «Είπα εξαγορεύσω κατ' εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω και ση άφηκας την ασέβειαν της καρίας μου» (Ψαλμ. ΛΑ' 5). Έτσι με την συμβουλή του αγίου πνευματικού αυτού, έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Νικήτας σε μια από τις Καλύβες του Αγιοβασίλη. 


Ό Μοναχός Νικήτας σε τόση μεταμέλεια και θεοφοβία ήλθε, για τα πολλά κακά και εγκλήματα πού είχε διαπράξει, κατά το διάστημα της ληστρικής του ζωής και δράσεως και επειδή είχε αφαιρέσει πολλές ζωές από ανθρώπους και ζώα, που καθώς ομολόγησε ο ίδιος, με τόση ευκολία σκότωνε τους ανθρώπους, όπως εμείς σκοτώνουμε τους ψύλλους και τις ψείρες. Για τον λόγο αυτό και για κανόνα, είχε τόσο παραμελήσει τον εαυτό του, και είχε τόση απλυσιά, που έπιασε πλήθος πολύ από ψείρες στο σώμα του και άλλα ζωύφια, διότι έβαλε όρο και έκαμε όρκο στον εαυτό του και είπε: «Θεέ μου, όπως σκότωνα εγώ τους ανθρώπους έτσι να φάνε και το σώμα μου οι ψείρες και τα ακάθαρτα ζωύφια». 


Πραγματικά, καθώς με πληροφόρησαν Πατέρες και Μοναχοί, που τον γνώρισαν από πολύ κοντά και τον έζησαν, έπιανε, μου είπαν, τόσες πολλές ψείρες που τις καθάριζαν από το δέρμα του οι Μοναχοί με το μαχαίρι, τόσο που κόβονταν και το δέρμα και πάλι ο οργανισμός του έβγανε άλλες πολύ περισσότερες από τις πρώτες. Τελικά από το πλήθος αυτό των ζωυφίων, πού του απερρόφησαν τελείως το αίμα, παρέδωκε το πνεύμα του, με πραγματική μετάνοια, συντριβή και συχνή εξομολόγηση, στα χέρια του Πανάγαθου και Πολυεύσπλαχνου Θεού, ο οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά ποθεί να έλθη σε επίγνωση αληθείας, να μετανοήσει και να σωθεί. Ο Μοναχός Νικήτας τελείωσε τον παράξενο αυτόν αγώνα της ζωής του το 1941 έτος, με την μεγάλη πείνα της Γερμανικής Κατοχής. 


Αν και οι Πατέρες του προσφέρανε τα απαραίτητα για την συντήρησή του τρόφιμα, αλλά αυτός είχε φτάσει σε τέτοια μέτρα αρετής, από την επίγνωση του εαυτού του, και από την συνεχή και αδιάλειπτη προσευχή, που είχε αποκτήσει βαθειά ταπείνωση. Εργόχειρο δεν γνώριζε κανένα, επειδή μεγάλος πήγε στην Καλογερική, όπως είπαμε από ληστής, γι' αυτό ζούσε από τις ελεημοσύνες των άλλων ερημιτών και συνασκητών του. Επειδή όμως ήταν πολύ χεροδύναμος έκανε διάφορες εργασίες και μεταφορές των άλλων Πατέρων, τους οποίους εξυπηρετούσε δωρεάν όλους εκείνους πού ζητούσαν την βοήθειά του. 



Και όπως έλεγε, για να μην τρώει τον άρτον που του πρόσφεραν δωρεάν, έκανε σ' όλους 

υπακοή και ήθελε να λέει με τον Απόστολο Παϋλο: «Αυτοί γινώσκετε ότι ταις χρείαις μου

 και τοις ούσι μετ' εμού υπηρέτησαν αι χείρες αυταί» (Πράξ. Κ' 34). 

Μ' αυτό έδινε ένα καλό μάθημα σ' όλους μας, για να μη ζούμε σε βάρος των άλλων ανθρώπων,

 αλλά όσο μπορούμε να εργαζόμαστε και πρόθυμα να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας.




Γεροντικόν Αγίου Όρους
Ανδρέα Μοναχού Αγιορείτη


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

ΑΝΗΡ ΑΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘ ΕΑΥΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΟΣ




Ο Μοναχός Ιλαρίων είχε ευστροφία και ετοιμότητα στο μυαλό, ήταν εγκρατής και άκρως ασκητικός, είχε πολύ μελέτη στα Πατερικά βιβλία, έκανε τον Κανόνα του ανελλιπώς και απέφευγε τις συναντήσεις και συναναστροφές με τους άλλους ερημίτες Μοναχούς. Σιγά, σιγά και χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει πίστεψε στην ιδέα και στο λογισμό του, ότι αυτός σαν έξυπνος και μελετηρός που ήταν, δεν είχε ανάγκη από τις συμβουλές των Πατέρων και γι' αυτό τους απέφευγε. Οι Πατέρες τον εκτιμούσαν για την εξυπνάδα του αυτή και τον θεωρούσαν, σαν μεγάλο εργάτη της αρετής και πραγματικά ήταν περιβόητος από όλους και φημισμένος σαν ενάρετος Μοναχός. 


Εκεί κοντά, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» έμενε και με πραγματική ασκητική ζωή, αγωνίζονταν και ο πνευματικός και εξομολόγος Παπα - Ιγνάτιος, με τους επίσης ασκητικούς αδελφούς και υποτακτικούς του, Πατέρα Νεόφυτο και Παπα - Ιγνάτιο τον νεώτερον. Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος παρακολουθούσε, από μακριά βέβαια, με πραγματικό πνευματικό ενδιαφέρον, τη ζωή του ερημίτη και ασκητή μοναχού Ιλαρίωνα, και μια μέρα που πήγε να τον επισκεφθεί άκουσε από έξω από το Καλύβι του να λέει ο Π. Ιλαρίων τα ρητά της αγίας Γραφής: «Τίς ό ανιστάμενός μοι, αντιστήσω μοι άμα», έλεγε και ξανάλεγε φωναχτά τα λόγια αυτά πολλές φορές. Ο πνευματικός νόμισε πώς ο Π. Ιλαρίων μιλούσε με κανένα επισκέπτη αδελφό, ή κανένα γείτονα και γύρισε να φύγει. 


Τότε άκουσε πάλι τον Π. Ιλαρίωνα να λέει τα ίδια λόγια δυνατά και κτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα, χωρίς να παίρνει απάντηση από άλλον αδελφό. Έτσι κατάλαβε ότι κάτι το ιδιαίτερο θα συμβαίνει στον αδελφό και εξαναγκάστηκε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα του και αφού είπε το «Δι' ευχών των αγίων πατέρων...» και περίμενε λίγο να ακούσει «Αμήν», αλλά αντί για απάντηση άκουσε να του λέει ο Μοναχός Ιλαρίων «όποιος κι αν είσαι έλα μέσα δεν φοβάμαι κανέναν». Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος τότε έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα, φαίνεται έλειπαν οι άλλοι αδελφοί και ήταν ο Π. Ιλαρίων μόνος του, και υποδέχθηκε τον πνευματικό με τα ίδια λόγια: «Τίς ό ανιστάμενός μοι αντιστήσω μοι άμα». 


Ο πνευματικός κατάλαβε ότι πρόκειται για σατανική πλάνη και εωσφορική υπερηφάνεια, οπότε με επιτακτικό ύφος του είπε: «Και ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που λες τέτοια πράγματα και φοβερίζεις;» Ο Μοναχός Ιλαρίων, προφανώς υπό την επήρεια του Σατανά βρισκόμενος, με στόμφο και αγριεμένη όψη, αλλά και με πολλή αυθάδεια στον πνευματικό είπε: «Εγώ είμαι η υπερηφάνεια» και σε ερώτηση του Πνευματικού: «Τι είναι και Τι θα πει υπερηφάνεια;» ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός ή μάλλον ο δαίμονας πιεζόμενος από την αρετή και ταπείνωση του Πνευματικού, απάντησε και είπε: «Υπερηφάνεια είναι νους αμεταμέλητος» δηλαδή νους αμετανόητος και αδιόρθωτος. 


Ο Πνευματικός μετά από την απόκριση αυτή του δαιμονισμένου και φαντασμένου εκείνου μοναχού, άρχισε να κλαίει, να εξορκίζει τον δαίμονα και να παρακαλεί τον Μοναχό να εξομολογηθεί, να ταπεινωθεί και να μετανοήσει. Ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός Ιλαρίων, δεν δέχονταν καμία συμβουλή από τον πνευματικό, ο οποίος με πολύ πόνο στην καρδιά και λύπη αφόρητη για την φοβερή εκείνη πλάνη του αδελφού Ιλαρίωνα, είπε τα λόγια αυτά της αγίας Γραφής: «Ανήρ ασύμβουλος καθ' εαυτού πολέμιος» (Σοφ. Σολομώντος) Αλίμονο δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι και μάλιστα οι Μοναχοί ότι η σωτηρία γίνεται εν πολλή βουλή, δηλαδή όπως λέγει και ο άγιος Ηλίας ο Μηνιάτης «ήγουν σωτηρία γίνεται εν πολλή συμβουλή». 


Όταν είπε αυτά ο Πνευματικός έφυγε βαθύτατα συγκινημένος και λυπημένος και άρχισε να κάνει θερμή προσευχή στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό να λυπηθεί το πλάσμα των χειρών Του, να συγχωρέσει τον αδελφό Ιλαρίωνα και να του χαρίσει μετάνοια και ψυχική σωτηρία. Ύστερα από αυτό με ενέργειες του Πνευματικού Παπα - Ιγνάτιου, πήγαν τον αδελφόν αυτόν στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, που έχουν το χέρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, για να θεραπευθεί, επειδή η Αγία αυτή έχει το χάρισμα να βγάνει τα δαιμόνια. 


Εκεί οι Πατέρες με πολλές παρακλήσεις και θείες Λειτουργίες και ακατάπαυστη προσευχή,

 βοήθησαν τον αδελφό Ιλαρίωνα, 

ο οποίος μετανοιωμένος και κάπως διορθωμένος κοιμήθηκε στο Μοναστήρι.




Γεροντικόν Αγίου Όρους
Ανδρέα Μοναχού Αγιορείτη


Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

ΠΑΡΑΚΑΛΕΣΟΝ ΕΝ ΠΑΣΗ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΗ




O Πάτερ Δαμασκηνός, από την έρημο του Αγιοβασίλη, Γέροντας της ασκητικής Καλύβης 

«Εισόδια της Θεοτόκου» είχε την καλοσύνη, προς οικοδομήν των αδελφών, να μου διηγηθεί το ακόλουθο γεγονός: 


Ο Γέρο - Γρηγόρης πολλές φορές συμβούλευε τον υποτακτικό του αυτόν και έκανε μεγάλη υπομονή περιμένοντας την μετάνοια και διόρθωσή του Μονάχου αυτού, αλλά όσο ο καιρός περνούσε τόσο και χειροτέρευε η κατάστασή του. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο υποτακτικός αυτός έπεσε στο κρεββάτι του πόνου βαρειά άρρωστος και έφτασε μέχρι τα πρόθυρα του θανάτου. Επί πολλές ημέρες ξεψυχούσε, αλλά η ψυχή του δεν έβγαινε.


Ο Γέρο - Γρηγόρης τότε κάλεσε τον γιατρό Γέροντα Νικόλαο Μοναχό και αδελφό της Ιεράς Μονής του Γρηγορίου. Ο γιατρός, μόλις εξέτασε τον ασθενή είδε πώς η αρρώστεια του δεν προέρχονταν από φυσιολογική αιτία και αφού πληροφορήθηκε και έμαθε γενικά για την ζωή του Μονάχου αυτού, σαν γιατρός και περισσότερο έμπειρος στα πνευματικά προβλήματα των Μοναχών, διότι ήταν ενάρετος Μοναχός ο γιατρός, και πνευματικός άνθρωπος, (είχε την τιμή και την ευκαιρία να τον γνωρίσει πολύ καλά και ο γράφων τις γρμμές αυτές), είπε στον Γέρο - Γρηγόρη: 


Γέροντά μου, νομίζω οτι εμπόδιο για να παραδώσει ο αδελφός το πνεύμα του— να ξεψυχήσει Μοναχός αυτός, στις καλογερικές υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του, και κυρίως το χρέος που έχει για τον πνευματικό του κανόνα. Επομένως έχω την γνώμη, πώς αν βρεθεί κανένας αδελφός από σας, να αναλάβει την υποχρέωση και να εξοφλήσει τον κανόνα του — τίς μετάνοιες και τα κομβοσχοίνια — πιστεύω οτι θα τον ελευθερώσει ο Θεός από τον αγώνα και την αγωνία που έχει τώρα για να ξεψυχήσει».


Τότε ο Γέρο - Γρηγόρης, σαν πνευματικός πατέρας που ήταν του Μονάχου αυτού και εγγυητής για την πνευματική του ζωή, συγκινημένος πολύ γονάτισε μπροστά σε όλους και με πολύ ταπείνωση και συντριβή καρδιάς, είπε και έδωσε υπόσχεση στο Θεό και ανέλαβε την υποχρέωση να κάνει αυτός τον κανόνα του Μονάχου αυτού και τίς τυχόν ελλείψεις που είχε σαν Μοναχός ο ψυχορραγών υποτακτικός του. 


Μόλις ο Γέρο - Γρηγόρης πρόφερε τα λόγια αυτά, αμέσως ο ασθενής παρέδωσε το πνεύμα και ξεψύχησε ήρεμα και με πολύ γαλήνη μπροστά στο γιατρό και όλους τους αδελφούς. Από το γεγονός αυτό πού ελαβε χώρα κατά το έτος 1935 - 36 μαθαίνουμε οτι και οι γονείς των παιδιών είτε κατά σάρκα ή κατά πνεύμα τοιούτοι είναι, συμμετέχουν και αυτοί στις πράξεις των, είτε καλές ή κακές αν είναι αυτές.


Και έχουν ανάλογη ευθύνη απέναντι Θεού και ανθρώπων ακόμη, διότι είναι άμεσοι εγγυηταί για την περαιτέρω ζωή και πολιτεία τους, και είναι υποχρεωμένοι να εμποδίζουν τα παιδιά τους από τα κακά έργα και να τα νουθετούν και καθοδηγούν πάντοτε στο δρόμο του Θεού, που πρέπει κι αυτοί με το υπόδειγμα της ζωής τους να βαδίζουν πρώτοι στο δρόμο της αρετής και του Κυρίου. 


Αν θέλουν να καυχώνται ότι είναι καλοί και άξιοι γονείς, θα πρέπει τούτο να το αποδείξουν με το έργο και τότε μπορούν να λένε ότι ανέδειξαν και έβγαλαν στον κόσμο καλά παιδιά και χρήσιμα για τη δημιουργία μιας καλής Κοινωνίας και Χριστοπολιτείας.


Για να πετύχουν όμως αυτό οι γονείς πρέπει να κοπιάσουν πολύ, να ιδρώσουν, να θλιβούν στην ανάγκη και να στερηθούν μερικών εξόδων, περιπάτων, απολαύσεων και να εφαρμόσουν με κάθε σχολαστικότητα αυτό που λέγει ο θείος απόστολος των Εθνών μέγας Παύλος ότι, συ ο πατέρας, η μητέρα, ο Επιστάτης, ο διδάσκαλος, ο Δεσπότης και κάθε παιδαγωγός, πρώτα να κηρύξεις το λόγο του Θεού, να δείξεις το δρόμο του καλού και της αρετής και υστέρα «έπίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησαν, νουθέτησον, παρακάλεσον εν πάση μακροθυμία και διδαχή».



Γονείς και διδάσκαλοι και πάσης φύσεως αρχηγοί, μόνον έτσι θα μπορέσετε να επιβληθείτε 

στα παιδιά και τους προστατευομένους σας. (Β' Τιμ. Δ' 2). 




Γεροντικόν Αγίου Όρους

Ανδρέα Μοναχού Αγιορείτη

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Η ΣΠΗΛΙΑ ΠΟΥ ΕΥΩΔΙΑΖΕ ΟΥΡΑΝΙΑ ΕΥΩΔΙΑ




Ο Γέροντας της Καλύβας «Αγία Τριάς», Ζαχαρίας Μοναχός, μας διηγήθηκε το ακόλουθο γεγονός:


Ήταν άνοιξη του 1920, ο Γέρο - Αρτέμιος από τη Σκήτη της «Αγίας Αννης», νέος μοναχός τότε, ξεκίνησε για να πάει με εντολή του Γέροντα του, στο Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας, και πριν να φτάσει στο ησυχαστήριο του «Κυρ - Ησαΐα» έχασε το δρόμο, πήρε άγνωστο μονοπάτι και σε λίγο βρέθηκε μπροστά σε μια σπηλιά. Ήταν ακόμη πρωί, από περιέργεια προχώρησε μέσα στη σπηλιά και κει διέκρινε αχνάρια ανθρώπου. Είπε τη γνωστή προσευχή «Δι' ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών ελέησον ημάς» και περίμενε να ακούσει, όπως συνηθίζουν οο Πατέρες να λένε, το «Αμήν», αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση. 


Προχώρησε περισσότερο μέσα και στο βάθος διέκρινε ένα μικρό σταμνί με λίγο νερό. Σκέφτηκε, πώς κάπου εκεί κοντά θα πρέπει να βρίσκεται κάποιος ασκητής ερημίτης. Περίμενε λίγο, του φάνηκε πώς αισθάνθηκε ευωδιά σαν μοσχολίβανο, αλλά άνθρωπος δε φαινότανε πουθενά. Τότε φώναξε και πάλι το «Δι' ευχών...», αλλά απόκριση δεν πήρε. Για λίγο σκέφτηκε να περιμένει, βγήκε έξω από την σπηλιά, παρατήρησε το μέρος δεξιά - αριστερά, δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτε, μόνον άκουσε ένα μικρό θόρυβο. 


Ξεκίνησε να φύγει, κι όταν -αργά έφτασε στη Λαύρα διηγήθηκε, που παραπλανήθηκε, έχασε το δρόμο, βρέθηκε μπροστά σε σπηλιά και κείνα που είδε. Οι Πατέρες στο Μοναστήρι, που γνώριζαν καλά τα μέρη εκείνα, είπαν στο μοναχό Αρτέμιο, ότι εκτός από την σπηλιά του «Παχωμίου», δεν υπάρχει εκεί άλλη σπηλιά. Την άλλη μέρα, μαζί με άλλους τρεις αδελφούς του Μοναστηριού, πήγαν στο μέρος εκείνο, που την προηγούμενη μέρα είδε ο μοναχός Αρτέμιος την σπηλιά, για να τους δείξει την τοποθεσία, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν τίποτε.



Μόνον σε ένα σημείο αισθάνθηκαν όλοι μια ουράνια ευωδία και άρωμα μοσχολίβανου, 

που πληροφόρησε τους αδελφούς αυτούς, ότι κάτι το υπερφυσικό υπάρχει στο μέρος εκείνο του ευλογημένου Αγίου Όρους!




Γεροντικόν Αγίου Όρους
Ανδρέα Μοναχού Αγιορείτη


Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

ΔΕΧΘΗΚΑ ΕΝΑΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΜΟΥ



Μας διηγήθηκαν απ’ τους πατέρες του Σινά για τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή λέγοντας ότι:



ταν έμενε στο Σινά, ο οικονόμος τον τοποθέτησε στα μουλάρια. Μιά μέρα καθώς επέστρεφε, ένα λιοντάρι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Μόλις το είδαν τα μουλάρια και οι οδηγοί τους ζάρωσαν από το φόβο τους, το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο αββάς Σέργιος αφού πήρε από το σάκκο του ένα κομμάτι ψωμί, πλησίασε το λιοντάρι και του λέει: – Πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από τον δρόμο για να περάσουμε. Αφού πήρε το λιοντάρι την τροφή, έφυγε ''. Για τον ίδιο τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή, μας διηγήθηκε ο μαθητής του, ο αββάς Σέργιος ο Αρμένης ότι: – Με ενοχλούσε πολύ, που ο αββάς Γρηγόριος, ο οποίος ήταν ηγούμενος του μοναστηριού των Φάρων ήθελε να τον πάω στο γέροντα (αββά Σέργιο). Μια μέρα λοιπόν τον πήγα στον γέροντα. Βρισκόταν εκείνη την εποχή ο γέροντας στα μέρη της Νεκράς θάλασσας. Μόλις λοιπόν τον αντίκρυσε ο γέροντας, τον ασπάσθηκε με πάρα πολύ χαρά και αφού έφερε νερό του έπλυνε τα πόδια και ολόκληρη τη μέρα συζητούσε μαζί του για την ωφέλεια της ψυχής. Την επόμενη μέρα τον ξεπροβόδισε. Όταν λοιπόν έφυγε ο αββάς Γρηγόριος, λέω στον γέροντα: – Γνωρίζεις πάτερ, ότι σκανδαλίσθηκα, γιατί ενώ σου έφερα πολλούς επισκόπους και πρεσβύτερους και μερικούς άλλους, ποτέ κανενός απ’ αυτούς δεν έπλυνες τα πόδια παρά μόνο του αββά Γρηγορίου; Τότε μου απαντά ο γέροντας: – Εγώ, ποιός είναι ο αββάς Γρηγόριος δεν γνωρίζω· αυτό μόνο γνωρίζω, ότι πατριάρχη δέχτηκα στη σπηλιά μου. Γιατί είδα να φορά ωμοφόριο και να κρατά το Ευαγγέλιο.



Πράγματι αυτό πραγματοποιήθηκε, γιατί ύστερα από έξι χρόνια αξίωσε ο Θεός τον αββά Γρηγόριο να γίνει πατριάρχης στη Θεούπολη, όπως προέβλεψε ο γέροντας!




Το Γεροντικό του Σινά


Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Η ΑΠΕΡΙΓΡΑΠΤΗ ΥΠΟΤΑΓΗ ΕΝΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ




Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαϊδα που έμενε σ΄ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό μαθητευόμενο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί. Κάποτε συνέβη μερικοί ευλαβείς λαϊκοί, επειδή γνώριζαν τη μεγάλη άσκηση του Γέροντα, να τους επισκεφθούν και να προσφέρουν σ΄αυτούς κάποιο φαγητό να φάνε. Αφού έφυγαν αυτοί, κάθισε πάλι ο Γέροντας το βραδάκι, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον αδελφό. Την ώρα όμως που του μιλούσε,τον πήρε ο ύπνος. Και ο αδελφός έμεινε κοντά του, έως ότου ξυπνήσει και του κάνει την ευχή.

Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από τους λογισμούς του να πάει να κοιμηθεί, χωρίς να του κάνει την απόλυση. Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε στον λογισμό και παρέμεινε. Πάλι όμως ενοχλήθηκε και δεν έφυγε. Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του λέει: –«Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα;» Κι εκείνος είπε: –«Όχι,αββά,γιατί δεν μου΄κανες απόλυση». –«Και γιατί-τον ρωτάει ο Γέροντας δεν με ξύπνησες;» –«Δεν τόλμησα -απαντά ο μαθητής- να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον ύπνο».

Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια. Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε: –«Τίνος είναι αυτά;» Κι εκείνος είπε: –«Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα». Απόρησε ο Γέροντας γι΄αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει: –«Πές μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;». –«Συγχώρα με,αββά-απάντησε εκείνος- δεν έκανα τίποτε».

Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε: –«Δεν θα σ΄αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή». Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά, ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει. Και λέει στον πατέρα:– «Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από λογισμούς επτά φορές να φύγω, χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα».

Όταν τ΄άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό. Στον αδελφό βέβαια δεν είπε τίποτε, αλλά τα διηγήθηκε αυτά σε ανθρώπους πνευματικούς χάριν ωφελείας, για να γνωρίζουμε, ότι και για λογισμούς πού δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο Θεός μας στεφανώνει. Καλό λοιπόν είναι να βιάζουμε πάντοτε τον εαυτό μας από αγάπη για τον Θεό. Γιατί η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και την αρπάζουν αυτοί που αγωνίζονται.



Μεγάλο Γεροντικόν


Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Η ΑΠΟΣΤΑΤΙΚΗ ΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ



Περί Φιλαυτίας - Ἐγωκεντρισμοῦ καί Ἐλευθερίας





Ἄλλωστε ὅλη ἡ ζωὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν μᾶς βοηθάει στὸ θέμα αὐτό; Τὰ Ἅγια Μυστήρια,
οἱ προσευχές, οἱ Λειτουργίες,
αὐτὴ ἡ προσευχή,
τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ»,
ποὺ λέμε στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ θὰ λέτε ἀσφαλῶς καὶ ἐσεῖς ἐδῶ, δὲν εἶναι ἕνας συνεχὴς ἀγώνας 
νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ ἐγωκεντρικὸ καὶ φίλαυτο κλείσιμο στὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ ἀνοιχθοῦμε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας;...


σο πιὸ πολὺ μειώνεται ἡ φιλαυτία μέσα του, τόσο πιὸ πολὺ ἐλεύθερος αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος καὶ ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό. Οἱ ἀγωνιζόμενοι Χριστιανοὶ ἔχουν τὴν ἐμπειρία, ὅτι ὅσο περισσότερο ἀνοίγονται στὸν Θεό, τόσο περισσότερο ὁ Θεὸς ἔρχεται μέσα τους. Καὶ αὐτό, γιατὶ ὁ Θεὸς σέβεται τὴν ἐλευθερία μας.Ὅσο εἴμαστε γεμᾶτοι μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὴν φιλαυτία μας, πῶς θὰ μπῇ ὁ Θεός; Δὲν ἔχει χῶρο νὰ μπῇ. Πρέπει νὰ ἀδειάσουμε, γιὰ νὰ μπῇ ὁ Θεός... Καὶ μὲ τὸν ἀγῶνα αὐτό, νὰ ἀδειάσουμε ἀπὸ τὰ θελήματά μας καὶ ἀπὸ τὰ νοήματά μας, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, ἀπὸ τὴν αὐταρέσκειά μας,ἀπὸ τὴν αὐτάρκειά μας, ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθησί μας, ἀπὸ τὴν αὐτοεμπιστοσύνη μας, καὶ νὰ παραδοθοῦμε στὸν Θεό ,ἔρχεται ὁ Θεὸς μέσα μας.


Μία Μοναχὴ μοῦ ἐξωμολογήθηκε, ὅτι κάποτε ἡ Γερόντισσά της, στὴν ὁποία ἔκανε ὁλόθυμη καὶ ἀδιάκριτη ὑπακοή, τῆς εἶπε:«Παιδί μου, μὲ τὴν ὑπακοή σου μὲ ἀναπαύεις». Καί, τὴν στιγμὴ ποὺ τῆς εἶπε αὐτὸ ἡ Γερόντισσα, αἰσθάνθηκε ὅτι ὅλος ὁ Θεὸς μπῆκε μέσα της. Αὐτὸ ἦταν ἐμπειρία. Βλέπετε;... Εἶχε ἀδειάσει ὅλο τὸν ἑαυτό της, ὅλο τὸ θέλημά της τὸ ἀτομικὸ καὶ ὅλος ὁ Θεὸς μπῆκε μέσα της. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ μὲ ἕνα ἐργάτη χωρικό, ἀπὸ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ ὁποῖος ἐργαζόταν στὸ Μοναστήρι μας ὡς ὑλοτόμος. Κάποτε λοιπόν, ποὺ περνοῦσα ἀπὸ τὸ δάσος τῆς Μονῆς, μὲ χαιρέτησε καὶ μοῦ εἶπε: «Κάτσε, Γέροντα, νὰ σοῦ πῶ ἕνα μεγάλο θαῦμα ποὺ μοῦ ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα, νὰ δῇς πόσο θαυματουργοὶ εἶναι οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα. Πονοῦσε τὸ πόδι μου χρόνια.


Πήγαινα στοὺς γιατρούς, στὰ νοσοκομεῖα, ἀλλὰ τίποτα δὲν μοῦ κάνανε. Καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ ἀγαπῶ πολὺ τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα, πῆγα στὴν Πανήγυρί τους, στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ μου. Ἐκεῖ ἦταν πολὺς κόσμος, γεμάτη ἡ Ἐκκλησία. Μόλις ἔφθασα στὴν Ἐκκλησία, ἀρχίζει νὰ μοῦ πονᾷ πολὺ τὸ πόδι. Τότε λοιπὸν σκέφθηκα νὰ βγῶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ξεκουράσω τὸ πόδι μου. Ἀλλὰ μοῦ εἶπε ὁ λογισμός:'' Ὁ Ἰούδας ἄφησε τὴν Θεία Εὐχαριστία καὶ βγῆκε ἔξω. Ἰούδας θὰ γίνῃς καὶ ἐσύ;... Θὰ μείνῃς μέσα κι ἂς πονᾶς''. Μετὰ ἀπὸ λίγο πονοῦσα πιὸ πολὺ καὶ σκέφθηκα νὰ καθήσω σὲ μία καρέκλα νὰ ξεκουράσω τὸ πόδι μου. 


Τότε ὅμως ἀντίκρυσα τὴν Εἰκόνα τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα, τοὺς εἶδα νὰ παγώνουν μέσα στὴν λίμνη καὶ εἶπα στὸν ἑαυτό μου:'' Αὐτοὶ ἔκαναν τόση ὑπομονὴ καὶ πάγωσαν γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ σταθῇς ὄρθιος;... Θὰ σταθῇς ὄρθιος κι ἂς πεθάνῃς''. Ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ εἶπα αὐτό, ἦλθε ἕνα ρεῦμα, μὲ περιέλουσε ἀπὸ τὸ κεφάλι καὶ πέρασε σ᾿ ὅλο τὸ σῶμα μου μέχρι τὸ πονεμένο πόδι μου. Ἀπὸ τότε ἔγινα καλὰ καὶ δὲν ξαναπόνεσα.Βλέπετε, Γέροντα,πόσο θαυματουργοὶ εἶναι οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα;». Αὐτὸς δέν εἶχε καμμία αἴσθησι ὅτι ἔκανε κάτι ἀξιόμισθο. Πίστευε ὅτι ἦταν θαῦμα τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα.



Ὅμως βλέπουμε,πότε ἔγινε τὸ θαῦμα καὶ πότε ἦλθε ὁ Θεὸς μέσα του; Ὅταν ὁ ἴδιος ἄδειασε τελείως

 ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ἀπὸ τὴν φιλαυτία του καὶ ἀποφάσισε νὰ πεθάνῃ χάριν τὴς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό...






Περιοδικό «Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος»
περίοδος Β'
ἔτος 2010
ἀριθμ. 35
σελ. 104-106
ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

ΠΛΑΝΕΣ ΠΑΓΙΔΕΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ




Έκρουσε κάποτε ένας στο μοναστήρι την πόρτα και άμα βγήκα, είδα έναν που φαινόταν ψηλός και λιγνός.

Έπειτα, καθώς τον ρώτησα:

—Εσύ ποιος είσαι;είπε:

— Εγώ είμαι ό σατανάς. Όταν έπειτα τον ρώτησα: —Γιατί λοιπόν είσαι τώρα εδώ; εκείνος έλεγε:

—Γιατί με κατηγορούν άδικα οι μοναχοί και όλοι οι άλλοι Χριστιανοί;

Γιατί με καταριώνται κάθε ώρα; Όταν δε εγώ του είπα:

—Αλήθεια,γιατί τους ενοχλείς; είπε:

—Δεν είμ' εγώ που τους ενοχλώ, αλλά αυτοί οι ίδιοι ταράσσουν τους εαυτούς των.

Γιατί εγώ κατάντησα ασθενής.

Δεν διάβασαν,

ότι «Χάθηκαν τελείως οι ρομφαίες του εχθρού και κατέστρεψες τις πολιτείες»,ΨΑΛΜΟΣ Θ,7.

Δεν έχω πια τόπο, ούτε βέλος, ούτε πόλιν.

Παντού έχουν γίνει Χριστιανοί, έπειτα και η έρημος έχει γεμίσει μοναχούς.

Τους εαυτούς των να φυλάξουν και να μη καταριώνται εμένα άδικα.

Τότε,

αφού θαύμασα τη χάρη του Κυρίου, του είπα:

—Ενώ είσαι πάντα ψεύτης και ποτέ δεν λες την αλήθεια, όμως τώρα και χωρίς να θέλεις,

αυτό που είπες είναι αληθινό.

Πράγματι ο Χριστός, που κατέβηκε γι' αυτούς στον κόσμο, σε έχει εξασθενίσει,

σ' έβαλε κάτω και σε γύμνωσε (από κάθε δύναμη), αλλά οι ίδιοι οι χριστιανοί μας είναι που σε κάνουν δυνατό...

Εκείνος ακούγοντας το όνομα του Σωτήρος (που τον έκαιγε) και μη υποφέροντας το κάψιμο,έγινε άφαντος...



Από την Σπηλιά του αγίου Ακακίου του νέου στα Καυσοκαλύβια,

ξεκίνησε να πάει κάποτε,

πριν από χρόνια στην έρημο του Αγιοβασίλη,

ο Μοναχός Ακάκιος.

Αλλά ο ευλογημένος αυτός Μοναχός, καθώς είπαν οί Πατέρες,που έζησαν το γεγονός,

το οποίο έλαβε χώρα το 1923-24,

και μάλιστα ο Γέρο-Δαμασκηνός από τον Αγιοβασίλη, και ως εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι,

δεν έκανε τον σταυρό του καθώς ξεκίνησε από την Σπηλιά ή κατά την πορεία του δρόμου,

από άλλες σκέψεις πιθανόν να ξεχάστηκε να λέει την προσευχή και να επαναλαμβάνη την ευχή,

το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» ή κάτι άλλο, προς δοκιμασία 

συνέβη στον αδελφό αυτόν και κατά παραχώρησιν Θεού επηκολούθησε η φανταστική σκηνή του Σατανά.


Δηλαδή, όταν έφτασε ο πάτερ Ακάκιος στο σημείο πού είναι ο Σταυρός, στον δρόμο πού πηγαίνει από τα Κελλιά της Κερασιάς προς τον Αγιοβασίλη, φαίνεται θα ήταν και πολύ κουρασμένος, από την δύσκολη εκείνη διαδρομή, σε καιρό χειμώνας και ενώ έπαιρνε να σκοτεινιάζει, βλέπει, λίγο πιο κάτω από τον Σταυρό, ένα ωραίο δωμάτιο με στρωμένο κρεβάτι, με καθαρά σεντόνια και πολύ αναπαυτικό. Στην αρχή του φάνηκε λίγο περίεργο, πώς βρέθηκε εκεί το δωμάτιο και το κρεβάτι; Άλλα από την πολλή κούραση προφανώς έπεσε επάνω να ξεκουραστεί. Την άλλη μέρα πολύ πρωί περνούσαν απ' εκεί δυο αδελφοί από τον Αγιοβασίλη, οι οποίοι πήγαιναν για την Κερασιά.


Ήταν ακόμη σκοτεινά, αλλά με του Θεού την φώτιση βρήκαν τον αδελφό Ακάκιο να είναι πεσμένος πάνω στα χιόνια και όχι σε κρεββάτι,που του έδειξε ή φαντασία του Σατανά. Ήταν κυριολεκτικά ξεπαγιασμένος από το κρύο, που στο μέρος εκείνο κάνει από το ρεύμα πού σχηματίζεται εκεί. Αναίσθητο τον μετέφεραν στον Αγιοβασίλη που είναι πλησιέστερα και με εντριβές είδαν και έπαθαν να τον συνεφέρουν στην υγειά του, ο οποίος μόλις συνήλθε,διηγήθηκε σε όλους το πάθημα του όπως αρχικά του φάνηκε. Ο σατανάς φανερώνεται με διάφορα πρόσωπα. Ο Προηγούμενος Χριστόφορος, αδελφός της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, περνώντας μια μέρα από το μέρος πού λέγεται «ΒΕΛΛΑΣ» είδε στον δρόμο ένα μικρό και πολύ όμορφο γατάκι.


Επειδή το μέρος εκείνο είναι δασώδες και αρκετά μακριά από το Μοναστήρι, στην αρχή του φάνηκε πολύ περίεργο, πώς βρέθηκε εκεί το γατάκι; Εκείνο μόλις είδε τον Προηγούμενο, άρχισε να φωνάζει, ''νιάου,νιάου'' και με διάφορα ναζιάρικα χάδια και σχήματα πλησίαζε και πήγε κοντά του. Ο Προηγούμενος τότε έσκυψε, το πήρε στα χέρια του και άρχισε να παίζει μαζί του. Εκείνο παίζοντας,άλλοτε έβγανε τα νύχια του κι άλλοτε με τα δόντια δάγκανε και γκριτζιάνιζε τα χέρια του Προηγούμενου Χριστόφορου,παίζοντας μαζί του. Σε μια στιγμή που τον δάγκανε, ο Προηγούμενος, πόνεσε και είπε στο γατάκι χαϊδευτικά: «βλέπω βρε, ότι έχεις δόντια και δαγκώνεις!». Τότε απροσδόκητα και ξαφνικά φούσκωσε ο γάτος κι έγινε σαν μπαλόνι, και με πολύ άγρια φωνή,το φαινόμενο γατάκι είπε: «Έχω ρε! Τί νόμισες, πώς δεν έχω;


Μάλιστα έχω κι άλλα πράγματα...». Κι άμα είπε αυτά έγινε άφαντο το γατάκι, πού στο μεταξύ είχε γίνει γάταρος! Άφησε πολλή βρώμα και δυσοσμία και τον Προηγούμενο εμβρόντητο από το φόβο και τη φρίκη που πήρε. Και όπως μετά ομολόγησε ο ίδιος, σ' όλη του την ζωή δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνη την άγρια φωνή, που έβγαλε και από το αγρίεμα των ματιών του,που του φάνηκε σαν να πέταγαν φωτιές. Ήτανε πολύ τρομερό το φαινόμενο. Παρόμοιο απατηλό φαινόμενο του σατανά. Στην Μονής Μεγίστης Λαύρας, δυο κοινοβίασαν και ζούσαν αρμονικά με πολύν αγώνα στην άσκηση και κάθε είδος αρετής. Ο Ρουμάνος έκανε υπακοή σε όλα στον Πνευματικό και έδειχνε μεγάλη προθυμία στην εγκράτεια και στην άσκηση και ότι εντολή του έδινε ό πνευματικός. Ο Σατανάς όμως πού παρακολουθεί τον άνθρωπο και προσπαθεί να βρει στον καθένα μας όπως λέμε την «αχίλλειο πτέρνα», δηλαδή το πιο αδύνατο σημείο, για να μας πολεμήσει και να μας φέρει με τόση τέχνη και μαεστρία, έτσι πουνα το θέλει, ο άνθρωπος, να κάνη το κακό από μόνος του, και η επιβουλή του διαβόλου να μη φανεί καθόλου.


Έτσι έγινε και με τον αδελφό Ρουμάνο, ο οποίος ενώ στην αρχή ήταν εγκρατής, σιγά,σιγά, όμως χωρίς κι ο ίδιος να το καταλάβει άρχισε να πίνει κρασί τόσο,που έπεφτε στο βαρύ αμάρτημα της μέθης και παραμελούσε τα καλογερικά του καθήκοντα. Ο Πνευματικός, γέροντάς του, με πολύ κόπο, έπεισε τον Ρουμάνο να κόψη το κρασί και με την βοήθεια του Θεού και την ευχή του γέροντα του, ο Ρουμάνος δεν ξανάπιε κρασί, παρά μόνον την θεία Κοινωνία μεταλάμβανε τακτικά, αφού πρώτα ξεπλήρωνε τα πνευματικά του καθήκοντα με άκρα υπακοή. Σε λίγο καιρό ό Πνευματικός κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο και ό Ρουμάνος είχε βάλει όρο να μην βάλει ποτέ στο στόμα του κρασί και φαίνεται πως μέσα του πίστεψε, ότι από δική του θέληση και δύναμη έκοψε το κρασί. Μετά από αρκετά χρόνια έφυγε από την «Βίγλα» και κοινοβίασε στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, πού λέγεται Ρωσική.


Εκεί μια μέρα, παρουσιάστηκε μπροστά του η μορφή του γέροντά του, τουΠνευματικού, ο οποίος είχε πριν από δέκα χρόνια πεθάνει. Η μορφή εκείνη είπε στον Ρουμάνο Μοναχό, «δεν πειράζει τώρα, μπορείς να πίνεις λίγο κρασί για να κόψης το θέλημά σου»... Ο Μοναχός χωρίς να σκεφθεί τον όρο, που μόνος του είχε βάλει στον εαυτό του, ή να κάνη τον Σταυρό του, πίστεψε στα λόγια εκείνα του Σατανά και ήπιε λίγο κρασί... Τότε άκουσε την μορφή εκείνη να του λέει: «ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια σου είπαμε να παραβείς και τον όρκο που είχες κάνει στον εαυτό σου και σε κατάφερα να πιεις κρασί!», και έδειξες πως χαιρόσουν για το κατόρθωμά σου αυτό.


Ο Ρουμάνος γύρισε τότε προς τα αριστερά το κεφάλι του για να ιδή απ' εκεί 

πού ερχότανε ή φωνή και απ' εκείνη την στιγμή έμεινε το κεφάλι του γυρισμένο

 επάνω στον ώμο του,

μέχρι που πέθανε...

Διότι ήταν ο Διάβολος αυτός,

που είχε πάρει την μορφή του Πνευματικού του.

Και με τον τρόπο αυτόν κατάφερε να τον ρίξει στο προτερινό του αμάρτημα την μέθη

 και κυρίως να παραβεί τον όρο,που είχε βάλει μόνος του...!


Print Friendly and PDF