ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

ΑΡΚΕΙ ΣΟΙ Η ΧΑΡΙΣ ΜΟΥ - Η ΓΑΡ ΔΥΝΑΜΙΣ ΜΟΥ ΕΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ




σο κι ἄν φαίνεται ἀντιφατικό αὐτό, ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ φανερώνεται μέσα στήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό γράφει ὁ Ἀπ.Παῦλος στούς Κορινθίους. Λίγο πρίν ἀπό τήν περικοπή πού διαβάζεται τήν ημέρα αυτή, ἀπαριθμεῖ ὁ Παῦλος (Β΄ Κορ 11,23-30) τίς πολλές ταλαιπωρίες του ὡς ἀποστόλου τοῦ Χριστοῦ: τίς φυλακίσεις, τίς μαστιγώσεις ἀπό τούς Ἰουδαίους, τόν λιθοβολισμό του, τό ναυάγιο στό πέλαγος ἐπί ἕνα μερόνυχτο, τίς ὁδοιπορίες, τούς κινδύνους ἀπό ληστές, τήν ἔλλειψη τροφῆς, νεροῦ καί ρούχων, τήν καθημερινή πίεση ἀπό αὐτούς πού ἐμπόδιζαν τό ἱεραποστολικό ἔργο του. Ἄν θέλει νά καυχηθεῖ γιά κάτι – ἔτσι τελειώνει ἡ ἑνότητα πού προηγεῖται τοῦ ἀναγνώσματος – εἶναι τά παθήματά του πού μόλις ἀπαρίθμησε. Ἐδῶ ἀρχίζει τό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς πού παραθέτουμε σέ μετάφραση:


«δελφοί, ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ – ἄς εἶναι εὐλογημένο τό ὄνομά του στούς αἰῶνες – ξέρει ὅτι δέν λέω ψέματα. Στή Δαμασκό, ὁ διοικητής-ἐκπρόσωπος τοῦ βασιλιᾶ Ἀρέτα ἔβαλε φρουρούς σέ ὅλη τήν πόλη γιά νά μέ συλλάβει. Μέσα ὅμως ἀπό ἕνα ἄνοιγμα τοῦ τείχους μέ κατέβασαν μέ καλάθι καί ξέφυγα ἀπό τά χέρια του.


Δέν μέ συμφέρει βέβαια νά καυχηθῶ· θά τό κάνω ὅμως, γιατί πρόκειται γιά ὁράματα κι ἀποκαλύψεις πού μοῦ χάρισε ὁ Κύριος. Ξέρω ἕναν ἄνθρωπο πιστό, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό δεκατέσσερα χρόνια ἀνυψώθηκε μέχρι καί τόν τρίτο οὐρανό –δέν ξέρω ἄν ἦταν μέ τό σῶμα του ἤ χωρίς τό σῶμα, αὐτό ὁ Θεός τό ξέρει. Ξέρω ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος – ἤ ἦταν μέ τό σῶμα ἤ χωρίς τό σῶμα δέν τό ξέρω, ὁ Θεός τό ξέρει – μεταφέρθηκε ξαφνικά στόν παράδεισο κι ἄκουσε λόγια πού δέν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νά τά πεῖ ἄνθρωπος. Γι\’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο θά καυχηθῶ· γιά τόν ἑαυτό μου ὅμως δέν θά καυχηθῶ, παρά μόνο γιά τίς ταλαιπωρίες μου. Ἐάν θελήσω, λοιπόν, νά καυχηθῶ, δέν θά φανῶ ἀνόητος, γιατί θά πῶ τήν ἀλήθεια. Τό ἀποφεύγω ὅμως, μήπως ἐξαιτίας τοῦ μεγαλείου τῶν ἀποκαλύψεων, μέ θεωρήσει κανείς παραπάνω ἀπ\’ αὐτό πού βλέπει ἤ ἀκούει ἀπό μένα.


Γιά νά μήν ὑπερηφανεύομαι ὅμως, ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε ἕνα ἀγκάθι στό σῶμα μου, ἕναν ὑπηρέτη τοῦ σατανᾶ νά μέ ταλαιπωρεῖ, ὥστε νά μήν ὑπερηφανεύομαι. Γι\’ αὐτό τό ἀγκάθι τρεῖς φορές παρακάλεσα τόν Κύριο νά τό διώξει ἀπό πάνω μου. Ἡ ἀπάντησή του ἦταν: «Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατί ἡ δύναμή μου φανερώνεται στήν πληρότητά της μέσα σ\’ αὐτή τήν ἀδυναμία σου». Μέ περισσότερη εὐχαρίστηση, λοιπόν, θά καυχηθῶ γιά τίς ταλαιπωρίες μου, γιά νά κατοικήσει μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ 11,31-12,9).


Στήν ἀρχή ἀναφέρεται ὁ Ἀπ.Παῦλος σέ μία ἐκστατική ἐμπειρία του, μιλώντας σέ τρίτο πρόσωπο γιά ἕναν ἄνθρωπο πού πρίν ἀπό δεκατέσσερα χρόνια ἀνυψώθηκε μέχρι καί τόν τρίτο οὐρανό καί ἄκουσε στόν παράδεισο λόγια πού εἶναι ἀδύνατο στόν ἄνθρωπο νά τά ἐκφράσει. Ὁ Θεός ὅμως γιά νά τόν προφυλάξει ἀπό ἐνδεχόμενη ὑπερηφάνεια, τοῦ ἔδωσε «ἕνα ἀγκάθι στό σῶμα του» («σκόλοπα τῇ σαρκί»). Τρεῖς φορές παρακάλεσε τόν Κύριο νά τόν ἀπαλλάξει ἀπ’αὐτό κι ἡ ἀπάντησή του ἦταν: «Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατί ἡ δύναμή μου φανερώνεται στήν πληρότητά της μέσα σ’ αὐτήν τήν ἀδυναμία σου».


πό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἀσχολοῦνται οἱ ἑρμηνευτές τοῦ Ἀπ. Παύλου, τόσο οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί οἱ σύγχρονοι ὀρθόδοξοι καί ἑτερόδοξοι ἑρμηνευτές, μέ τήν ἐξιχνίαση τοῦ μυστηριώδους αὐτοῦ ἀγκαθιοῦ μέσα στό σῶμα τοῦ Παύλου χωρίς νά καταλήξουν σέ ἕνα γενικά ἀποδεκτό συμπέρασμα. Ἦταν κάποια ἀσθένεια στά μάτια ποὺ ὑπαινίσσεται ὁ ἴδιος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του (Γαλ 4,13-15); Ἦταν ἕνας ἐπίμονος πονοκέφαλος, προερχόμενος ἀπό σωματικά αἴτια (π.χ. κόπωση) ἤ ἀπό ψυχολογικές πιέσεις ἀπό αὐτούς ποὺ ἀντιστρατεύονταν στό ἔργο του; Ἦταν ψυχική ἀσθένεια; Ἦταν οἱ διώξεις του ἀπό τίς ἰουδαϊκές ἀρχές; Ἦταν κάποιο ἄλλο νόσημα; Σημαντικό δέν εἶναι νά μάθουμε ποιό ἀκριβῶς ἦταν τό ἀγκάθι πού ὑπαινίσσεται. Σημαντική εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου στό αἴτημα τοῦ Ἀποστόλου γιά θεραπεία: «Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατί ἡ δύναμή μου φανερώνεται στήν πληρότητά της μέσα σ’ αὐτήν τήν ἀδυναμία σου».


Εἶναι δυνατόν μέσα ἀπό τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νά φανερώνεται ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ; Ὅσο κι ἄν αὐτό φαίνεται γιά τήν ἀνθρώπινη λογική ἀντιφατικό, στήν πραγματικότητα δίνει μία ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ κάθε ἀνθρώπου: Γιατί ὑποφέρω; Γιατί ἐγώ; Γιατί σ’ ἐμένα; Ὑπαρξιακά ἐρωτήματα πού χωρίς τήν πίστη στόν Χριστό ἐξουθενώνουν τόν ἄνθρωπο καί τόν ὁδηγοῦν σέ ἀπελπισία. Πολλοί συντρίβονται στήν προσπάθειά τους νά βροῦν μία ἀπάντηση. Μά κι ἀπ’ τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ἀπάντηση πού δίνει ὁ Κύριος στόν Παῦλο, εἶναι τόσο εὔκολο καί ἁπλό νά τήν ἀποδεχτεῖ ὁ ἄνθρωπος;


λύση βρίσκεται στή λέξη χάρη («Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου»). Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα νέο πρίσμα, πάνω ἀπό τήν ἀνθρώπινη λογική, ἡ ὁποία θέλει ὅλα νά τά καταλάβει. Ἕνα πρίσμα μέσα ἀπό τό ὁποῖο βλέπει κανείς τόν πόνο ὡς δωρεά, τήν ἀρρώστια σάν εὐκαιρία γιά πλησίασμα στόν Θεό, τίς ταλαιπωρίες σάν ἀνύψωση σέ μία σφαίρα ἄλλης βιωτῆς. Ὁπωσδήποτε αὐτό δέν εἶναι εὔκολο γιά τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις, μᾶλλον ἀδυναμίες, ἀλλά δυνατό μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. «Χάρη»: μία λέξη φορτισμένη μέ βαθύ θεολογικό ἀλλά καί ὑπαρξιακό περιεχόμενο μέσα στίς ἐπιστολές τοῦ Παύλου, μία λέξη πού συναντᾶται τόσο συχνά στά κείμενά του, ὥστε ὁρισμένοι μελετητές τοῦ Παύλου νά τόν ἀποκαλοῦν «ὁ Ἀπόστολος τῆς χάριτος». Αὐτή τόν μετέβαλε ἀπό φανατικό διώκτη τῶν χριστιανῶν σέ ἔνθερμο κήρυκα τοῦ Σταυρωμένου καί Ἀναστημένου Χριστοῦ, Αὐτή τόν δυνάμωνε στίς ταλαιπωρίες του, Αὐτή τόν ἔκανε νά δεχτεῖ μέ θάρρος τή μαρτυρική ζωή του καί τό μαρτυρικό τέλος του ἐπί Νέρωνος.


Οἱ ἄνθρωποι δικαιολογημένα ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό κάποια ἀσθένεια, ἀπό πόνο ἤ ταλαιπωρία. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπάντηση μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ἀντέξουμε τόν πόνο. Ζητοῦμε κοντά στόν Θεό ἀσφάλεια, δίνοντας στή θρησκευτικότητά μας ἕνα ὠφελιμιστικό χαρακτήρα, στήν πραγματικότητα ὁ Θεός μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ἀντιμετωπίσουμε τήν ἀνασφάλεια.


Τό ἀγκάθι στό σῶμα τοῦ Παύλου, ὅ,τι κι ἄν ἦταν αὐτό, δέν ἐμπόδισε τό ἱεραποστολικό του ἔργο πού ἐκτείνεται σέ ὅλη τήν τότε οἰκουμένη, δέν σταμάτησε τό γράψιμο τῶν ἐπιστολῶν του, Δέν τόν ἐμπόδισε νά ἐπισκεφτεῖ ξανά καί ξανά τίς ἐκκλησίες πού ἵδρυσε. Δέν τόν ἐμπόδισε νά γράφει ἐπαινετικά λόγια γιά τούς χριστιανούς παραλῆπτες τῶν ἐπιστολῶν ἤ γιά τούς συνεργάτες του. Ὁ Παῦλος δέν ἄφησε τήν πικρία του γιά τόν δικό του πόνο νά ἐπηρεάσει τή συμπεριφορά του πρός τούς ἄλλους.


πιστολές φυλακισμένων, καί συνεπῶς ταλαιπωρημένων, τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς (τῶν χρόνων δηλ. τοῦ Ἀπ. Παύλου) πού βρέθηκαν σέ παπύρους, ἐκφράζουν πικρία αὐτῶν πού τίς ἔγραψαν, βαθύ παράπονο, μίσος πρός πάντες, ἀπόγνωση, προσπάθεια εὑρέσεως τρόπου ἐπηρεασμοῦ κάποιου πολιτικοῦ παράγοντα γιά ἀποφυλάκισή τους. Ὁ Παῦλος στίς ἐπιστολές πού ἔγραψε μέσα ἀπό τή φυλακή μιλάει γιά χαρά: «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου» (Κολ 1,24), «χαίρετε ἐν Κυρίῳ, πάλιν ἐρῶ, χαίρετε» (Φιλιπ.4,4).


ντί ἄλλου σχολιασμοῦ γιά αυτό το ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἄς ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας στό μεγαλεῖο τῆς προσωπικότητας τοῦ Παύλου πού γράφει στούς Κορινθίους: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγὼ Χριστοῦ» Αγία Ζώνη.gr: 28 Ιουνίου 2025


Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: Η ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΙΣ




«Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ γνωρίζει, μολονότι ἁγνοεῖ τὰ ἄλλα· ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ γνωρίζει καί σένα καὶ τὰ ἄλλα, μακάριος δὲν εἶναι γι’ αὐτό, ἀλλά μόνο ἐπειδὴ γνωρίζει ἐσένα»


, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία οἱ μακάριοι θὰ εἶναι ὅμοιοι καί ἴσοι μὲ τοὺς Ἀγγέλους καί ὄχι «λίγο κατώτεροι ἀπὸ αὐτούς» καί οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Θὰ εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους καί παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὄντας τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ» (Λουκ. 20,36)· καί ὅπως εἶπε ὁ μακάριος Αὐγουστῖνος· «Ὅταν θὰ δοῦμε τὸ πρόσωπό σου χωρὶς κάλυμμα στὸ πρόσωπο, τότε τί θὰ μᾶς ἐμποδίση ὥστε νὰ εἴμαστε λίγο παρακάτω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους; Μᾶλλον ὅμοιοι κατὰ πάντα καί ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους θὰ εἴμαστε» (Εὐχὴ ιε’ ἡ ζ’). Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία ἡ ζωὴ θὰ εἶναι μόνο ζωὴ χωρὶς θάνατο! Ἡ χαρὰ μόνο χαρὰ χωρὶς λύπη! Ἡ ἡμέρα μόνο ἡμέρα χωρὶς νύκτα! Ἡ εὐτυχία μόνο εὐτυχία χωρὶς δυστυχία! Συνοπτικά, στὴν ὁποία μακαριότητα τὰ καλὰ θὰ εἶναι μόνο καλὰ χωρὶς κανένα κακὸ· γι’ αὐτό, λοιπόν, εἶπε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος: «Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα ὅσα θέλει καί δὲν ἐπιθυμεῖ κανένα φαῦλο».


, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι ἀπὸ αἰσθητὸ ἥλιο καί ἀπὸ αἰσθητὴ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι γι’ αὐτούς ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη αἰώνια: «Δὲν θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ἀκόμη ὁ ἥλιος γιὰ φῶς ἡμέρας, οὔτε ἀνατολὴ σελήνης θὰ σὲ φωτίζη τὴν νύκτα, ἀλλά θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ὁ Κύριος φῶς αἰώνιο καί ὁ Θεὸς ἡ δόξα σου παντοτινὰ» (Ἡσ. 60, 19).


Γι’ αὐτό, λοιπόν, καὶ ὁ θεοφόρος Μάξιμος λύνοντας τὴν ἀπορία μερικῶν, ποὺ ζητοῦσαν νὰ μάθουν ποιὰ διαφορὰ ἔχει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λέει: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι κατανόησις τῆς γνήσιας, προαιώνιας γνώσεως τῶν ὄντων, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τους, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεό. Ἐνῶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μετάδοσις κατὰ χάρι τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεὸ» (κεφ. ψ’ τῆς β’ ἑκατοντ. τῶν θεολογικῶν).


Βλέπε ἐδῶ, ὅτι μόνα τὰ φυσικὰ προσόντα στὸν Θεὸ προστίθενται στοὺς μακάριους πρὸς θέα καὶ γνῶσι καί ἀπόλαυσι, ὄχι, ὅμως καὶ ἡ Θεία οὐσία, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται αὐτὰ φυσικὰ καὶ ἀχώριστα· γιατί αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον ἀκατάληπτη, ἀλλά καί ἐντελῶς ἄγνωστη καί ἀόρατη στοὺς μακάριους.(Ἡσ. 60, 19). Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη πλέον ἀπὸ λύχνο γιὰ νὰ φέγγη τὴν νύκτα, οὔτε σπίτια, γιὰ νὰ κατοικοῦν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη γι’ αὐτοὺς καὶ λύχνος καί κατοικία: «Καὶ νύκτα δὲν θὰ ὑπάρχη καὶ δὲν θὰ χρειάζονται λυχνάρι καί τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, γιατί ὁ Κύριος θὰ τοὺς φωτίζη καί θὰ βασιλεύσουν αἰώνια» (Ἀποκ. 22, 5). Καί πάλι: «Καί ναὸ δὲν εἶδα σ’ αὐτὴν διότι ναὸς της εἶναι ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτορας καί τὸ Ἀρνίο» (Ἀποκ.. 22, 22).


Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι οὔτε ἀπὸ ἀέρα οὔτε ἀπὸ φαγητό, οὔτε ἀπὸ πιοτό, οὔτε ἀπὸ κανένα ἄλλο ἐπιθυμητὸ πράγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη σ’ αὐτούς ἀντὶ γιὰ ὅλα τὰ πράγματα, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ βασιλεύση πλήρως πάνω σὲ ὅλα» (Α’ Κορ. 15, 28), τὸ ὁποῖο ρητὸ ἑρμηνεύοντας ὁ θεολόγος Γρηγόριος λέει: «Στὸν καιρὸ τῆς ἀποκαταστάσεως θὰ εἶναι ὁ Θεὸς πάνω σὲ ὅλα … ὅταν δὲν θὰ εἴμαστε διαμοιρασμένοι σὲ πολλά, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καί τὰ πάθη, μὴ ἔχοντας καθόλου μέσα μας τὸν Θεὸ ἤ ἔχοντάς τον ἐλάχιστα, ἀλλά ὁλόκληροι θὰ εἴμαστε χωρητικοί ὅλου τοῦ Θεοῦ καί μόνου· γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ τελείωσις, πρὸς τὴν ὁποία σπεύδουμε νὰ φθάσουμε» (Λόγ. β’ περί Υἱοῦ).


, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, ἡ ὁποία εἶναι ὁ τελευταῖος καί ἔσχατος σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε μὲ τὴν δημιουργία καί ἀναπλάσθηκε μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία· καί γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία: Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, στὴν ὁποία οἱ μακάριοι βλέποντας στὸ τρισήλιο φῶς τῆς δόξας τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ λένε στὸν Κύριο ἐκεῖνο ποῦ τοῦ εἶπε καί ὁ Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξε μας τὸν Πατέρα καί μας ἀρκεῖ»· καί στὴν ὁποία μακαριότητα βρισκόμενος καί σύ, ἀδελφέ, θὰ εἶσαι ὄχι πλέον μακάριος, ἀλλ’ αὐτὴ σχεδὸν ἡ ἴδια μακαριότητα, ὅπως σοῦ ὑπόσχεται ὁ Κύριος λέγοντας:


«Καί θὰ σοῦ κάνω τὴν ἀγαλλίασι αἰώνια, καύχημα γιὰ ὅλες τὶς γενεὲς» (Ἡσ. 60, 15). Βλέπεις αὐτὴν τὴν μακαριότητα; Αὐτὴ ἀποκτᾶται μὲ κόπους καί μόχθους. Βλέπεις αὐτή τή χαρά; Αὐτή κερδίζεται μέ δάκρυα καί θλίψεις. Βλέπεις αὐτή τή δόξα τοῦ Παραδείσου; Ὁ σπόρος της εἶναι ἡ ἀγάπη. https://www.imaik.gr/


Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

«ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ;»




γιαγιὰ Κωνσταντῖνα φροντίζει τὶς «ὀρφανὲς ψυχοῦλες» Κάθε μέρα, ἀπὸ νωρὶς τὸ πρωΐ, στὰ Κοιμητήρια, μιὰ συμπαθέστατη γιαγιὰ ἔρχεται στὸν ναὸ τὸν Ἁγίων Πάντων καὶ ἀφοῦ περάσει ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι νὰ ἀσπαστεῖ τὴν Εἰκόνα, θὰ ἀνάψει τὰ κεράκια της, θὰ μοῦ δώσει ἐμένα καραμελίτσα, θὰ μοῦ πεῖ «Δόξα τῷ Θεῶ ποὺ ξημέρωσε καὶ σήμερα» καὶ θὰ ἀρχίσει ἕναν σκληρὸ ἀγῶνα προσφορᾶς ἕως καὶ τὸ μεσημέρι, νὰ ἀνάβει τὰ καντηλάκια τῶν κεκοιμημένων μὲ δικό της λάδι καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ αὐτοὺς μὲ τὸν δικό της τρόπο.


Τὴν ἐρώτησα καὶ ἐγὼ μιὰ ἡμέρα μὲ ἀπορία: - Γιαγιά, πόσους συγγενεῖς ἔχεις ἐδῶ;... Μὲ κοίταξε ἡ γιαγιὰ μὲ βλέμμα ἔκπληκτο! - Γιατὶ ρωτᾶς Παππούλη μου; Γιὰ τὰ καντηλάκια ποὺ ἀνάβω; - Ναί, τῆς ἀπαντῶ. - Ὅλοι ἐδῶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι Παππούλη μου, ὅπως καὶ ἐγώ. Συγγενεῖς μου εἶναι ὅλοι! Ἐδῶ ἐγώ, ὅπως καταλάβατε, ἔνιωσα πνευματικὰ πολὺ μικρὸς μπροστά της! Καὶ συνεχίζει ἡ γιαγιά: Ἐγὼ ἀνάβω τὰ καντηλάκια στὶς ψυχοῦλες ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια δὲν ἔρχεται κανεὶς καὶ δὲν ἔχουν κανένα πίσω νὰ τοὺς τὰ ἀνάψει ἢ ποὺ ἀδιαφοροῦν καὶ νὰ τοὺς τὰ ἀνάψουν γιὰ πολλοὺς καὶ διάφορους λόγους. Βλέπω χαλασμένους τάφους ποὺ οὔτε κἂν τὰ ὀνόματά τους δὲν ξεχωρίζουν.


Δὲν δικαιοῦνται καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἕνα κεράκι καὶ μιὰ προσευχούλα, καλέ μου παππούλη; Ἐπειδὴ οἱ δικοί τους τοὺς ξέχασαν; Ἐγώ, Παππούλη μου, πέρασα τὰ 90 χρόνια τῆς ζωῆς μου καὶ ὁ Θεὸς μὲ κρατάει ὄρθια γιὰ αὐτὲς τὶς ὀρφανὲς ψυχοῦλες. Μωράκια, Παππούλη μου, μόλις λίγων μηνῶν, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ζωὴ ἀγγελάκια ποὺ χρόνια τώρα δὲν πατάει κανείς! Στρατιῶτες ποὺ πολέμησαν, γιὰ νὰ εἶμαι σήμερα ἐγὼ ἐδῶ καὶ νὰ σοῦ μιλάω, καὶ δὲν τοὺς ἀνάβει ἕνα κεράκι κανείς. Καὶ πολλὲς ἄλλες ψυχοῦλες. Δὲν δικαιοῦνται ἕνα κεράκι ἀπὸ ἐμᾶς;


πειδή, Παππούλη μου, κάποιοι ἔχουν τὴν συνήθεια νὰ λένε: «Γιατί νὰ πάω στὰ μνήματα νὰ ἀνάψω κερί; Ἐκεῖ εἶναι;». Ὄχι, Παππούλη μου, δὲν εἶναι ἔτσι. Οἱ ψυχὲς τὸ νιώθουν τὸ κεράκι καὶ τὴν παρουσία μας, ἐμεῖς ἁπλὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ συλλάβουμε! Εἶναι σκληρὸς ὁ κόσμος, Παππούλη μου, τρῶμε, πίνουμε, διασκεδάζουμε γιὰ χρόνια μαζὶ καὶ μετὰ ποὺ θὰ ἔρθει ὁ θάνατος δὲν ἐπισκέπτονται τοὺς δικούς τους, γιὰ νὰ μὴν χαλάσει ἡ καρδούλα τους. Μόνο στὰ καλὰ δηλαδή, καὶ στὰ ἄσχημα ὅλα τελειώνουν γιὰ πάντα. Διαγραφή!


Τὸ μόνο ποὺ λυπᾶμαι, Παππούλη μου, ὅταν φύγω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ζωή, ποιός θὰ τοὺς τὰ ἀνάβει; Γι᾿ αὐτό, Παππούλη μου, ἔχω ἕνα τετράδιο καὶ γράφω καθημερινὰ ὅσα ὀνόματα μπορῶ, γιὰ νὰ τὰ δώσω στὶς ἐκκλησίες νὰ τὰ μνημονεύουνε, ὅταν ἐγὼ πλέον δὲν θὰ μπορῶ...


Αὐτὴ εἶναι ἡ γιαγιὰ Κωνσταντῖνα. Ἡ συντροφιὰ τῶν ψυχῶν, τῶν κοιμητηρίων μας, ἡ εὐλογημένη! Εκ του ιστολογίου «e-MHTERIKO» της Δευτέρας 1 Ιουνίου 2020. Επιμέλεια ημετέρα.


Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΔΟΧΕΙΟ



 

Οἱ ἀτέλειες τοῦ διπλανοῦ μας 


Μιὰ γριὰ κινέζα κουβαλοῦσε νερὸ μὲ δύο μεγάλα δοχεῖα, κρεμασμένα ἀπὸ τοὺς ὤμους της. Τὸ ἕνα δοχεῖο ἦταν ἄψογο καὶ μετέφερε πάντα ὅλη τὴν ποσότητα νεροῦ ποὺ ἔπαιρνε. Τὸ ἄλλο εἶχε μιὰ ρωγμὴ καὶ στὸ τέλος τῆς μακριᾶς διαδρομῆς ἀπὸ τὸ ρυάκι στὸ σπίτι ἔφθανε μισο-άδειο.


τσι, γιὰ δύο ὁλόκληρα χρόνια ἡ γριὰ κουβαλοῦσε καθημερινὰ μόνο ἑνάμισι δοχεῖο νερὸ στὸ σπίτι της. Φυσικὰ τὸ τέλειο δοχεῖο ἔνοιωθε ὑπερήφανο ποὺ ἐκπλήρωνε ἀπόλυτα καὶ τέλεια τὸ σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε κατασκευαστεῖ. Τὸ ραγισμένο δοχεῖο ἦταν δυστυχισμένο ποὺ μόλις καὶ μετὰ βίας μετέφερε τὰ μισὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε καὶ ἔνοιωθε ντροπὴ γιὰ τὴν ἀτέλειά του.


στερα ἀπὸ δύο χρόνια, τὸ ραγισμένο δοχεῖο δὲν ἄντεχε πιὰ τὴν κατάσταση αὐτὴ καὶ ἀποφάσισε νὰ μιλήσει στὴν γριά. «Ντρέπομαι τόσο γιὰ τὸν ἑαυτό μου καὶ θέλω νὰ σοῦ ζητήσω συγγνώμη!...». «Μὰ γιατί; », ρώτησε ἡ γριά. «Γιὰ ποιό λόγο νιώθεις ντροπή;!...». «Ἔ, νά!... Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο τὸ μισὸ νερὸ λόγῳ τῆς ρωγμῆς μου καὶ ἐξαιτίας μου κοπιάζεις ἄδικα καὶ ἐσύ!...».


γριὰ χαμογέλασε: «Παρατήρησες, ὅτι στὸ μονοπάτι ὑπάρ- 2 χουν λουλούδια μόνο στὴν δική σου πλευρὰ καὶ ὄχι στὴν μεριὰ τοῦ ἄλλου δοχείου;... Πρόσεξα τὴν ἀτέλειά σου καὶ τὴν ἐκμεταλλεύτηκα. Φύτεψα σπόρους στὴν πλευρά σου καὶ ἐσὺ τοὺς πότιζες!... Ἂν δὲν ἤσουν ἐσύ, αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ δὲν θὰ λάμπρυνε τὸ σπίτι μου!...».


Βέβαια, δὲν ἦταν ἡ ἀτέλεια τοῦ δοχείου ποὺ τὸ ἔκανε ξεχωριστό, ἀλλὰ ἡ ἰδιαίτερη ἱκανότητα τῆς γριᾶς νὰ διακρίνει καὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἀδυναμία του. Ὁ καθένας μας ἔχει τὶς «ρωγμές» του καὶ τὶς «ἀδυναμίες» του ποὺ μποροῦν νὰ γίνουν χρήσιμες καὶ νὰ ὀμορφύνουν τὴν ζωή μας. Κάθε «ρωγμὴ» μπορεῖ νὰ κάνει τὴν ζωή μας πιὸ πλούσια καὶ πιὸ ἐνδιαφέρουσα, ἀρκεῖ νὰ βρεῖ κάποιος τὴν ὀμορφιὰ ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει ἡ ἀτέλειά μας. 


«Ραγισμένοι» φίλοι, μὴν ξεχνᾶτε νὰ σταματᾶτε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ νὰ ἀπολαμβάνετε τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν ποὺ φυτρώνουν στὴν μεριά σας. Ἂν ὁ καθένας μας μετέτρεπε, σὰν τὴν γριά, τὶς ἀτέλειες τοῦ διπλανοῦ του σὲ κάτι χρήσιμο καὶ ὄμορφο, σίγουρα ὁ κόσμος μας θὰ ἦταν καλλίτερος.



Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής 

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΗ: Η ΑΡΕΤΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΓΝΟΟΥΜΕΝΗ





Τον αληθινό άνθρωπο του Θεού όλοι τον ξέρουν και μοναχά ο ίδιος δεν ξέρει τον εαυτό του. Όποιος τον πλησιάζει, τον γνωρίζει, ο ίδιος όμως δεν έχει επίγνωση των προτερημάτων του. Το ακτινοβόλημα της αρετής και των χαρισμάτων του, που πηγάζουν από την θεοφώτιστη και θεοχαρίτωτη ψυχή του, είναι φανερό σ΄ όλους όσοι τον συναναστρέφονται, είναι όμως άγνωστο και αφανέρωτο στον ίδιο.


Οι άλλοι το διακρίνουνε και το τιμούνε και τον δοξάζουνε. Αυτός μονάχα δεν βλέπει τίποτα και νομίζει τον εαυτό του μικρό και ανάξιο και συνηθισμένο΄ «οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17,10). Εσείς δε, όταν τα κατορθώνετε όλα αυτά, να λέτε πως δεν αξίζετε τίποτα.


Ο Μωυσής, όταν ύστερα από την υπερθαύμαστη θεοψία του κατέβηκε έπειτα από σαράντα μέρες από το όρος, κρατώντας στα χέρια του τις πλάκες της θείας Νομοθεσίας, είχε το πρόσωπό του δοξασμένο και καταφώτιστο από τις μαρμαρυγές μιας υπερφυσικής ακτινοβολίας και λαμπρότητας, σε τρόπο που ο Ααρών, ο αδελφός του και οι πρεσβύτεροι του λαού, δεν μπορούσανε να αντικρύσουνε τις ακτίνες που εφωτοστεφάνωναν την όψη του κι έμεναν εκστατικοί κι εφοβούντανε να τον πλησιάσουν.


«Καὶ εἶδεν Ἀαρών καὶ πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ... καὶ πάντες οἱ Ἄρχοντες τῆς Συναγωγῆς... καὶ πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ... καὶ ἥν δεδοξασμένη ἡ ὄψις τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐφοβήθησαν ἐγγίσαι αὐτῷ». (Εξοδ. λδ, 23-22).


Ο αληθινός δούλος του Θεού και γνήσιος εκτελεστής των εντολών του, αν γυρίσει καμιά φορά τα νοητικά του μάτια επάνω του, δεν συλλογιέται τίποτες άλλο, παρά τα ελαττώματά του και την ανημποριά του. Αρετές και ικανότητες εξαιρετικές δεν αναγνωρίζει στον εαυτό του. Και αυτή είναι η διαφορά του κοσμικού από τον πνευματικόν άνθρωπο. Ο κοσμικός κι όταν ακόμη είναι βυθισμένος στην αμαρτία και στην καταισχύνη, δεν το αισθάνεται. Κι αν έχει κάποιο προτέρημα, όλο αυτό προβάλλει κι όλο γι΄ αυτό μιλάει.


Ο πνευματικός άνθρωπος αντίθετα κι όταν ακόμη είναι γεμάτος από δόξα κι από λαμπρότητα, δεν την ξεχωρίζει. Κι αν έχει κάποιο ελάττωμα, όλο σ΄ αυτό έχει τον νου του κι όλο γι΄ αυτό μιλάει, με θλίψη και με πόνο. Την δύναμή του και την δόξα του την βλέπουν οι άλλοι΄ αυτός δεν βλέπει τίποτε άλλο, παρά την ασθένειά του και τις αδυναμίες του.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

«Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΜΠΑΜΠΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΕΣ ΠΟΣΟ ΦΤΩΧΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ...»




Ένας πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να διδάξει στο γιο του τι σημαίνει φτώχεια, τον πήρε μαζί του για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μια οικογένεια που ζούσε στο βουνό.
Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία» απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;» συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
- Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις.
- Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…
- Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…
- Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…
- Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας• αυτοί πάλι, σπέρνουν και θερίζουν γι αυτό…
- Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη συμφωνία από πουλιά, βατράχια, και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται που και που από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…
- Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ό,τι τρώνε έχει αυτή τη θεσπέσια γεύση, μια και μαγειρεύουν στα ξύλα…
- Εμείς, για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…
- Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, «συνδέονται» με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένειά τους.
Ο πατέρας έμεινε έκθαμβος από τις απαντήσεις του γιου του…
Και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:


«Σ’ευχαριστώ, μπαμπά, που μας δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…»


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ




Μία μικρή πινελιά ενθύμησης του πρόσφατα κεκοιμημένου Κώστα Γεωργουσόπουλου, που είχα την ευκαιρία να γευθώ τους λόγους, μα προπάντων το πνεύμα του, δύο σχεδόν δεκαετίες. Καλό Παράδεισο να έχει!


Γ.Δ.


Η προς μητρός μάμμη μου, αρχόντισσα κτηματίας στη Λοκρίδα, κάθε φθινόπωρο μετά τη συγκομιδή, άνοιγε το μυστικό προσωπικό της σεντούκι, έβγαζε το νυφικό της και το σιδέρωνε. Ήταν αυτό που κατ’ επιθυμίαν της θα την κάλυπτε και νεκρή. Μέσα στο σεντούκι είχε και δύο μικρά μπουκαλάκια. Το ένα με λάδι, το άλλο με κρασί. Τα άδειαζε στο νεροχύτη και τα γέμιζε με προϊόντα της νέας σοδειάς. Ήταν οι μέλλουσες χοές της. Οι προσφορές κατά την ώρα της ταφής.


Αυτή η ίδια μακάρια γριούλα μας είχε μάθει να μην πετάμε τη φέτα, το ψωμί με λάδι ή με ζάχαρη που μας έδινε, όταν βγαίναμε στο δρόμο για παιχνίδι. Έπρεπε, όταν χορταίναμε και δεν θέλαμε άλλο, να ανεβαίνουμε με προσοχή στη μάντρα ή στα κεραμίδια της αποθήκης και να αφήνουμε το κομμάτι το ψωμί για να το φάνε τα πετεινά του ουρανού. Πριν το ακουμπήσουμε στη μάντρα έπρεπε να το ασπαστούμε.


Αυτές οι μικρές τελετές ευσέβειας με ακολουθούν έως σήμερα και με παρηγορούν μέσα στο χαώδη κόσμο, τον σκόρπιο, τον ανερμάτιστο που ζούμε. Αυτές οι δύο συνταρακτικές στη σοφία τους και στην απλότητά τους τελετές ερμηνεύουν το ήθος μιας άλλης γενιάς, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν πρότυπα βίου στον απορφανεμένο κόσμο μας.


Ο κόσμος που ζούμε προσβάλλει τη δημιουργία, καταστρατηγεί τους βασικούς νόμους της ζωής και της φύσης και συνεχώς παρεμβαίνει ανατρέποντας την ισορροπία. Κι αυτό γιατί έχει καταληφθεί από το δαίμονα της αδηφαγίας, της λαιμαργίας. Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος ηδονής, χωρίς αγάπη. Ένας κόσμος λαγνείας, χωρίς έρωτα. Ένας κόσμος που εξαντλεί την ευφυΐα του για να φτιάνει μηχανές σπατάλης.


Έλειψε το λειτουργικό ήθος, η εκκλησιαστική ενοριακή αγαπητική σχέση, η μέθεξη, η συγγνώμη και η μετάνοια. Δεν υπάρχει ευχαριστία. Όταν ασπαζόμαστε το κομμάτι του ψωμιού και το αφήναμε στα πουλιά, αυτό κάναμε∙ τελούσαμε μέσα στην καθημερινότητα το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τιμούσαμε τον δημιουργό μέσα στα αγαθά που μας δώρισε. Αισθανόμαστε πως η ύλη είναι δώρο ζωής και την ευλαβούμαστε.


Ο κόσμος σήμερα φοβάται το θάνατο. Τρέχει, ιδρώνει, διαγκωνίζεται, αλληλοϋπονομεύεται, σκοτώνει γιατί φοβάται το θάνατο. Θανατώνοντας τον άλλο, έστω και ψυχικά ή συμβολικά, έχει την ψευδαίσθηση ότι ξεφεύγει από το μοιραίο. Αισθάνεται το θάνατο ως τείχος, ως εμπόδιο αξεπέραστο. Θαρρεί πως ο θάνατος είναι το τέρμα.


Δεν μπορεί να συνηθίσει στην ιδέα του μηδενός, γιατί νομίζει πως η ζωή οδηγείται στο μηδέν και παλεύει να αποφύγει την εκμηδένιση. Η μακάρια γριούλα ήξερε την αλήθεια. Είχε συμβιβαστεί με το θάνατο, γιατί πίστευε στην ανάσταση. Ετοιμαζόταν για την αποδημία γιορτάζοντας και προσέφερε ως θυσία αινέσεως την προκοπή του οίκου της.


Όταν ο κόσμος δεν σέβεται τη δημιουργία και τη σπαταλά, όταν δεν αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει για τη φύση που μας δωρήθηκε, όταν φοβάται το θάνατο και τον αποφεύγει λερώνοντας τη ζωή, εξαγοράζοντάς τη με φθηνά μέσα, η ανθρωπότητα ακυρώνει το λόγο υπάρξεώς της.


Ζούμε σε μιαν εποχή ματαιώσεων, ακυρώσεων, προδοσιών, συνωμοσιών, αχαριστίας και φόβου θανάτου. Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα; Όταν περισσεύει τόση απελπισία, τόσος υπαρξιακός πανικός, τόσος καταναλωτικός θάνατος, φαίνεται να απέλιπε η ελπίδα. Αλλά δεν είναι αλήθεια. Η ελπίδα δεν είναι ούτε ο ορθολογισμός της αλαζονικής επιστήμης, ούτε τα κηρύγματα των ηθικολόγων, ούτε τα συστήματα της φιλοσοφίας.


Η ελπίδα είναι το ήθος της γριούλας μάμμης μου. Είναι η ορθόδοξη ευσέβεια, η αδογμάτιστη, η απέριττη, η ταπεινή, τα μικρά θαύματα της καθημερινότητας, τα τρυφερά αγγίγματα της ανοχής, οι ώρες της αγάπης, της πλησμονής, της ευχαριστίας. Και ξέρουμε ότι υπάρχουν τέτοιες ανθρώπινες στιγμές όπου επικρατεί η χάρις και η χαρά, όπου ο θάνατος αποτάσσεται και μας πλημμυρίζει το χαροποιό πένθος. Όταν τιμάμε τη δημιουργία και προσδοκώμεν την άλλη ζωή ως αυτονόητο δώρο και έρωτα επιστροφής, ως νοσταλγία παραδείσου.


Άσωτοι είμαστε, πλάνητες και φυγάδες θεόθεν, η ατραπός της επιστροφής στο αιώνιο είναι εδώ στην άκρη της ματιάς μας. Εκζητούντες τον Κύριον ουκ έλαττωθησόμεθα παντός αγαθού.


Κώστας Γεωργουσόπουλος



(Ελλάδα και Πολιτισμός, Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, 1995)

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΠΕ Ο ΙΔΙΟΣ ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ;




«
Ποιοί λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ ὁ ἴδιος καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἔχουν πεῖ πολλὰ ταπεινὰ γιὰ αὐτόν; Ὁ πρῶτος λόγος καὶ ὁ σπουδαιότερος εἶναι, τὸ ὅτι αὐτὸς φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα καὶ θέλει νὰ βεβαιώσει καὶ τοὺς τότε καὶ ὅλους τοὺς μεταγενεστέρους, ὅτι αὐτὸ ποὺ βλέπεται δὲν εἶναι οὔτε κάποια σκιά οὔτε ἁπλῶς κάποιο σχῆμα, ἀλλὰ εἶναι πραγματικὴ φύση.


Διότι, ἐάν, μολονότι τόσα πολλὰ ταπεινὰ καὶ ἀνθρώπινα ἔχουν πεῖ γιὰ αὐτὸν, καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅμως κατόρθωσε ὁ διάβολος νὰ πείσει μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἄθλιους καὶ ταλαίπωρους ἀνθρώπους, νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴν αἰτία τῆς κατ’ οἰκονομίαν ἐνανθρωπήσεως αὐτοῦ καὶ νὰ τολμήσουν νὰ ποῦν, ὅτι δὲν ἔλαβε σάρκα, καὶ ἔτσι νὰ βλάψουν τὴν ὅλη ὑπόθεση τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲν ἔλεγε τίποτα ἀπὸ αὐτά, πόσοι δὲν θὰ ἔπεφταν στὸ βάραθρο αὐτὸ τοῦ διαβόλου; Δὲν ἀκοῦς ἀκόμη καὶ τώρα τὸν Μαρκίωνα ποὺ ἀρνεῖται τὴν κατ’ οἰκονομίαν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου, καθὼς καὶ τὸν Μανιχαῖο καὶ τὸν Οὐαλεντίνο καὶ πολλοὺς ἄλλους;


Γιὰ αὐτὸ λέει πολλὰ ἀνθρώπινα καὶ ταπεινά καὶ ὑπολείπονται πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν ἀπόρρητη ἐκείνη οὐσία, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν αἰτία τῆς κατ’ οἰκονομίαν ἐνανθρωπήσεώς του. Καθ’ ὅσον ὁ διάβολος κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες νὰ ξεριζώσει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτὴν τὴν πίστη, γνωρίζοντας ὅτι, ἂν ξεριζώσει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτὴν τὴν πίστη στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου, θὰ ἐξαφανιστεῖ τὸ μεγαλύτερο μέρος ὅλων ἐκείνων ποὺ συνιστοῦν τὴν πίστη μας.


πάρχει καὶ ἄλλη μετὰ ἀπὸ αὐτὴν αἰτία, ἡ πνευματικὴ ἀδυναμία τῶν ἀκροατῶν, καὶ τὸ ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ δεχτοῦν τὶς ὑψηλότερες ἀλήθειες τῆς πίστης, τότε ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπαν καὶ τὸν ἄκουγαν. Καὶ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δική μου σκέψη, θὰ προσπαθήσω νὰ τὸ παρουσιάσω καὶ νὰ τὸ ἀποδείξω ἀπὸ τὶς Γραφές, ὅτι δηλαδὴ, ὅταν κάποτε συνέβαινε καὶ ἔλεγε κάτι τὸ μεγάλο καὶ ὑψηλὸ καὶ ἄξιο τῆς δόξας του. Καὶ γιατί λέω μεγάλο καὶ ὑψηλὸ καὶ ἄξιο τῆς δόξας του;


ὰν κάποτε ἔλεγε κάτι, ποὺ ἦταν ἀπάνω ἀπὸ τὶς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης, θορυβοῦνταν καὶ σκανδαλίζονταν, ἐὰν πάλι κάποτε ἔλεγε κάτι τὸ ταπεινὸ καὶ ἀνθρώπινο, τότε ἔτρεχαν κοντά του καὶ δέχονταν τὰ λόγια του. Καὶ ποῦ, λέει, μποροῦμε νὰ τὸ δοῦμε αὐτό; Κατ’ ἐξοχὴν στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη· διότι, ἀφοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, «ὁ Ἀβραὰμ ὁ πατέρας σας αἰσθάνθηκε ἀγαλλίαση, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ δεῖ τὴν ἡμέρα μου, καὶ τὴν εἶδε καὶ χάρηκε», τοῦ ἀπαντοῦν ἐκεῖνοι· «Δὲν εἶσαι οὔτε σαράντα χρονῶν ἀκόμη καὶ εἶδες τὸν Ἀβραάμ;»(Ιω. 8,56,57).


Βλέπεις, ὅτι συμπεριφέρονταν ἀπέναντί του σὰν νὰ ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος; Τί ἀπαντᾶ λοιπὸν αὐτός; «Ἐγὼ ὑπάρχω», λέει, «προτοῦ γεννηθεῖ ὁ Ἀβραάμ. Καὶ πῆραν πέτρες, γιὰ νὰ τὶς ρίξουν ἐναντίον του»(Ιω. 8,58). Καὶ ὅταν τοὺς ἀπηύθυνε μακροὺς λόγους γιὰ τὰ μυστήρια, λέγοντας, «Καὶ ὁ ἄρτος ποὺ θὰ δώσω ἐγὼ εἶναι ἡ σάρκα μου»(Ιω. 6,51), αὐτοὶ ἔλεγαν· «Εἶναι σκληρὸς αὐτὸς ὁ λόγος· ποιός μπορεῖ νὰ τὸν ἀκούει; Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές του ἔφυγαν καὶ δὲν πήγαιναν πλέον μαζί του» (Ἰω. 6, 60-66). Πές μου λοιπόν, τί ἔπρεπε νὰ κάνει; Νὰ μιλᾶ συνέχεια μὲ ὑψηλοῦ περιεχομένου λόγια, ὥστε νὰ ἀπομακρύνει τὸ θήραμα καὶ ὅλοι νὰ ἀποκρούσουν τὴν διδασκαλία του; Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν γνώρισμα τῆς φιλανθρωπίας του.


Καθ’ ὅσον καὶ πάλι, ἐπειδὴ εἶπε, «Ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει τὸν λόγο μου, δὲν θὰ γευτεῖ θάνατο στὸν αἰῶνα»(Ιω. 8,52), ἔλεγαν ἐκεῖνοι· «Δὲν λέγαμε πολὺ σωστὰ, ὅτι ἔχεις δαιμόνιο; Ὁ Ἀβραὰμ πέθανε καὶ οἱ προφῆτες πέθαναν καὶ σὺ λὲς, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει τὸν λόγο μου δὲν θὰ γευτεῖ ποτὲ θάνατο;» (Ἰω. 8,52-53). Καὶ τί τὸ παράξενο ἐὰν τὸ πλῆθος ἔδειχνε τέτοια συμπεριφορὰ ἀπέναντί του, τὴν στιγμὴ βέβαια, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ ἄρχοντες εἶχαν τὴν ἴδια γνώμη;


Πράγματι λοιπὸν ὁ Νικόδημος, ποὺ ἦταν ἄρχοντας καὶ ἦρθε πρὸς αὐτὸν μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ τοῦ εἶπε, «Γνωρίζουμε ὅτι ἦρθες σὰν δάσκαλος ἀπὸ τὸν Θεό»(Ιω. 3,2), δὲν μπόρεσε νὰ δεχτεῖ τὸ λόγο του γιὰ τὸ βάπτισμα, διότι ἦταν πολὺ πιὸ μεγάλος ἀπὸ τὴν πνευματική του ἀδυναμία. Διότι, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶπε, ὅτι «Ἂν κάποιος δὲν γεννηθεῖ ἀπὸ νερὸ καὶ Πνεῦμα, δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ», σὲ τόσο χαμηλὲς σκέψεις ἔπεσε, ὥστε νὰ πεῖ «Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γεννηθεῖ ἐνῶ εἶναι γέρος; Μήπως μπορεῖ γιὰ δεύτερη φορὰ νὰ μπεῖ στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του καὶ νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν οὐρανό;».


Τί λοιπὸν ἀπαντᾶ ὁ Χριστός; «Ἐὰν σᾶς μίλησα γιὰ τὰ ἐπίγεια καὶ δὲν πιστέψατε, πῶς, ἐὰν σᾶς μιλήσω γιὰ τὰ ἐπουράνια, θὰ πιστεψετε;» (Ἰω. 3,3-4.12). Εἶναι σὰν νὰ ἀπολογεῖται κατὰ κάποιο τρόπο καὶ νὰ λέει, γιὰ ποιό λόγο δὲν τοὺς μιλοῦσε συνέχεια γιὰ τὴν οὐράνια γέννηση. Πάλι κατὰ τὴν ὥρα ἐκείνη τοῦ σταυρικοῦ θανάτου του, μετὰ ἀπὸ ἄπειρα θαύματα, μετὰ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐκείνη ἀπόδειξη τῆς δυνάμεώς του, ὅταν εἶπε,


«Θὰ δεῖτε τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται ἐπάνω στὰ σύννεφα» ((Μάτθ. 26,64), μὴ ὑποφέροντας ὁ ἀρχιερέας τὰ λόγια αὐτά, ξέσχισε τὰ ροῦχα του. Πῶς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ὁμιλεῖ πρὸς αὐτούς, ποὺ δὲν μποροῦσαν τίποτα ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ νὰ ἀνεχτοῦν; Τὸ ὅτι λοιπὸν γενικὰ δὲν εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό του κάτι τὸ μεγάλο καὶ ὑψηλό, δὲν εἶναι καθόλου ἄξιο θαυμασμοῦ, ἐφόσον μιλοῦσε πρὸς ἀνθρώπους ποὺ σύρονταν κάτω καὶ ἦταν τόσο ἀδύναμοι πνευματικά.


Θὰ ἀρκοῦσαν λοιπὸν καὶ τὰ ὅσα ἔχουν λεχθεῖ νὰ δείξουν, ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ αἰτία καὶ ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο τὰ τότε λεγόμενα λέγονταν μὲ τρόπο ταπεινό, ἀλλὰ ἐγὼ θὰ προσπαθήσω νὰ καταστήσω αὐτὸ φανερὸ καὶ μὲ ἄλλον τρόπο. Ὅπως ἀκριβῶς δηλαδὴ εἴδατε αὐτοὺς νὰ σκανδαλίζονται, νὰ θορυβοῦνται, νὰ ἀπομακρύνονται ἀπὸ κοντά του, νὰ τὸν βρίζουν καὶ νὰ φεύγουν, ἐὰν κάποτε ὁ Χριστὸς ἔλεγε κάτι τὸ μεγάλο καὶ ὑψηλό, ἔτσι θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείξω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔτρεχαν κοντά του καὶ δέχονταν τὴν διδασκαλία του, ἐὰν κάποτε ἔλεγε κάτι τὸ ταπεινὸ καὶ εὐτελές.


Διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ κοντά του, ὅταν ἐκεῖνος τοὺς εἶπε πάλι «Τίποτα ἀπὸ μόνος μου δὲν κάνω ἀλλὰ μιλῶ, ὅπως μὲ δίδαξε ὁ Πατέρας μου»(Ιω. 8,28), ἀμέσως ἔτρεξαν κοντά του. Καὶ θέλοντας ὁ εὐαγγελιστὴς νὰ μᾶς δείξει, ὅτι πίστεψαν ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινότητας τῶν λόγων, ἐπισημαίνει αὐτὸ λέγοντας· «Ἀφοῦ αὐτὸς εἶπε αὐτὰ, πολλοὶ πίστεψαν σὲ αὐτόν»(Ιω. 8,30)· καὶ ἀλλοῦ πολλὲς φορὲς θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ βρεῖ νὰ συμβαίνει αὐτό.


Γιὰ αὐτὸ, πολλὰ πολλὲς φορὲς τὰ εἶπε μὲ ἀνθρώπινο τρόπο, καὶ ἄλλοτε πάλι ὄχι μὲ ἀνθρώπινο τρόπο, ἀλλὰ μὲ τρόπο θεοπρεπῆ καὶ ἄξιο τῆς ὑψηλῆς καταγωγῆς του, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος δείχνοντας συγκατάβαση στὴν ἀδυναμία τῶν ἀκροατῶν, ἀπὸ τὸ ἄλλο φροντίζοντας γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν δογμάτων. Γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ, δηλαδή, ἐφαρμόζοντας πάντα τὴν συγκατάβαση στὰ λεγόμενά του, νὰ βλάψει τους μεταγενέστερους ὡς πρὸς τὴν πίστη στὸ ἀξίωμά του, οὔτε γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἔδειξε ἀδιαφορία, ἀλλά, ἂν καὶ γνώριζε ἀπὸ πρίν, ὅτι δὲν θὰ τὰ ἀκούσουν, ἀλλὰ καὶ θὰ τὸν χλευάσουν καὶ θὰ φύγουν ἀπὸ κοντά του, ὅμως τὰ εἶπε, ἐπιδιώκοντας αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ εἶπα καὶ γιὰ νὰ δείξει τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία ἀνέμιξε σὲ αὐτὰ καὶ ταπεινὰ λόγια. Ἡ αἰτία αὐτὴ ἦταν, τὸ ὅτι δὲν μποροῦσαν ἀκόμη νὰ δεχτοῦν τὸ μέγεθος τῶν λεγομένων.


ὰν δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ ἐπιδίωξή του, τότε ἦταν περιττὴ ἡ διδασκαλία τῶν ὑψηλῶν δογμάτων πρὸς ἐκείνους ποὺ δὲν θὰ τὸν ἄκουγαν, οὔτε θὰ τὸν πρόσεχαν. Τώρα ὅμως, ἂν καὶ ἐκείνους δὲν τοὺς ὠφελοῦσε καθόλου, ὅμως δίδασκε ἐμᾶς καὶ μᾶς ἀσκοῦσε νὰ ἔχουμε τὴν πρέπουσα πίστη γιὰ αὐτόν καὶ μᾶς ἔπειθε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν ἀκόμη ἐκεῖνοι νὰ δεχτοῦν τὸ μέγεθος τῶν λεγομένων, μετέφερε τὸ λόγο σὲ ταπεινότερα. Ὅταν λοιπὸν δεῖς αὐτὸν νὰ λέγει ταπεινά, πίστευε, ὅτι ἡ συγκατάβαση δὲν ὀφειλόταν στὴν εὐτέλεια τῆς οὐσίας του ἀλλὰ στὴν πνευματικὴ ἀδυναμία τῶν ἀκροατῶν.


Θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τρίτη αἰτία; Διότι πολλὰ ταπεινὰ ἔκανε καὶ ἔλεγε, ὄχι μόνο διότι φόρεσε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, οὔτε ἐξ αἰτίας τῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας τῶν ἀκροατῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ διδάξει τοὺς ἀκροατές του νὰ δείχνουν ταπεινοφροσύνη. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ τρίτη αἰτία. Διότι ἐκεῖνος ποὺ διδάσκει ταπεινοφροσύνη, διδάσκει αὐτὴν ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς πράξεις, δείχνοντας μετριοφροσύνη καὶ μὲ λόγια καὶ μὲ πράξεις. Διότι λέει «Μάθετε ἀπὸ μένα, ὅτι εἶμαι πρᾶος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά»(Ματθ. 11,29) καὶ πάλι ἀλλοῦ λέει, «Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ὑπηρετηθεῖ ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσει».


κεῖνος λοιπὸν ποὺ διδάσκει νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ, καὶ σὲ καμιὰ περίπτωση νὰ μὴν ἐπιδιώκουμε τὰ πρωτεῖα ἀλλὰ νὰ καταδεχόμαστε παντοῦ νὰ εἴμαστε κατώτεροι, καὶ μᾶς ὁδηγοῦσε σὲ αὐτὸ μὲ λόγια καὶ πράξεις, εἶχε πολλοὺς λόγους ποὺ μιλοῦσε μὲ λόγια ταπεινά.
Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρω καὶ τέταρτη αἰτία, ὄχι κατώτερη ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ προαναφέρθηκαν. Ποιά εἶναι αὐτή; Γιὰ νὰ μὴν φθάσουμε κάποτε νὰ σκεφτοῦμε, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης καὶ ἀπερίγραπτης ἐγγύτητας τῶν ὑποστάσεων τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πατέρα, ὅτι ἕνα εἶναι τὸ πρόσωπο αὐτῶν, τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ καὶ τώρα, ἂν καὶ λίγες μόνο φορὲς, μίλησε γιὰ κάτι παρόμοιο, ἤδη μερικοὶ παρασύρθηκαν πρὸς τὴν ἀσέβεια αὐτή.


Σαβέλλιος δηλαδὴ ὁ Λίβυς, ἐπειδὴ ἄκουσε αὐτὸν νὰ λέει, «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας μου εἴμαστε ἕνα»(Ιω.10,30) καὶ «Ἐκεῖνος ποὺ εἶδε ἐμένα, εἶδε καὶ τὸν Πατέρα»(Ιω. 14,9), ἅρπαξε τὴν ἐγγύτητα αὐτὴ τῶν ὑποστάσεων τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ, καὶ διατύπωσε τὴν ἀσεβῆ σκέψη, ὅτι ἕνα εἶναι τὸ πρόσωπο καὶ μία ἡ ὑπόσταση αὐτῶν. Καὶ δὲν εἶναι βέβαια μόνο αὐτὲς οἱ αἰτίες, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν σκεφτεῖ κανένας, ὅτι αὐτὸς (ὁ Υἱὸς) εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἀγέννητη οὐσία καὶ τὸν θεωρήσει ἔτσι ἀνώτερο ἀπὸ τὸν Πατέρα.


Καθ’ ὅσον καὶ ὁ Παῦλος αὐτὸ ἀκριβῶς φαίνεται νὰ φοβᾶται, μὴ τυχὸν κανεὶς κάποτε σκεφτεῖ αὐτὸ τὸ ἀσεβὲς καὶ πονηρὸ δόγμα. Ἀφοῦ εἶπε δηλαδὴ, «Πρέπει αὐτὸς νὰ βασιλεύει μέχρι ποὺ νὰ θέσει τοὺς ἐχθροὺς κάτω ἀπὸ τὰ πόδια αὐτοῦ», καὶ πρόσθεσε, ὅτι «ὅλα τὰ ὑπέταξε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια αὐτοῦ», συμπλήρωσε λέγοντας, «Ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ὑπέταξε σὲ αὐτὸν τὰ πάντα»(Α Κόρ. 15,25-27)· δὲν θὰ προσέθετε αὐτό, ἐὰν δὲν εἶχε τὸ φόβο, μήπως δημιουργηθεῖ κάποτε αὐτὴ ἡ διαβολικὴ σκέψη.


Καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις καταπραΰνοντας τὸν φθόνο τῶν Ἰουδαίων, κατεβάζει τὸ ὕψος τῶν λεγομένων του, καὶ πολλὲς φορὲς πάλι ἀπαντᾶ, ἀνάλογα μὲ ἐκεῖνα ποὺ σκέφτονταν οἱ ἀκροατὲς τοῦ, ὅπως ὅταν λέει, «Ἐὰν ἐγὼ δίνω μαρτυρία γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἡ μαρτυρία μου δὲν εἶναι ἀληθινή»(Ιω.5,31). Αὐτὸ τὸ εἶπε ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐκεῖνο ποὺ σκέφτονταν· διότι βέβαια δὲν θέλησε νὰ δείξει αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι ἀληθινὴ ἡ μαρτυρία του, ἀλλά, λέει, ὅπως ἐσεῖς νομίζετε καὶ ὑποπτεύεσθε καὶ δὲν θέλετε νὰ μὲ παραδεχτεῖτε, ὅταν μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου.


Μποροῦμε ὅμως καὶ ἄλλες περισσότερες αἰτίες νὰ βροῦμε. Τῆς ταπεινότητας τῶν λόγων του βέβαια θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πολλὲς αἰτίες, σὺ ὅμως πὲς μία ἄλλη ἀκόμη αἰτία τῶν ὑψηλῶν δογμάτων του, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνην ποὺ ἀνέφερα (Καὶ αὐτὴ ἡ αἰτία ἦταν, τὸ ὅτι ἤθελε νὰ μᾶς δείξει τὴν ὑψηλὴ καταγωγή του)· ἀλλὰ ὅμως δὲν θὰ μποροῦσες νὰ πεῖς ἄλλη. Διότι ὁ μεγάλος θὰ μποροῦσε καὶ κάτι μικρὸ νὰ πεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, χωρὶς γιὰ αὐτὸ νὰ μπορεῖ νὰ κατηγορηθεῖ (καθ’ ὅσον αὐτὸ λέγεται ἀπὸ μετριοφροσύνη), ἐνῶ ὁ μικρός, ἐὰν κάποτε πεῖ κάτι τὸ μεγάλο γιὰ τὸν ἑαυτό του, δὲν θὰ ἀποφύγει τὴν κατηγορία (διότι αὐτὸ εἶναι δεῖγμα ἀλαζονείας). Γιὰ αὐτὸ, τὸν μὲν ἀνώτερο ὅλοι τὸν ἐπαινοῦμε, ὅταν λέει ταπεινὰ λόγια γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἐνῶ τὸν ἀσήμαντο κανένας δὲν θὰ τὸν ἐπαινέσει, ἐὰν κάποτε πεῖ κάτι τὸ μεγάλο γιὰ τὸν ἑαυτό του.


πομένως, ἐὰν ὁ Υἱὸς ἦταν πολὺ κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεστε, δὲν ἔπρεπε νὰ λέει αὐτὸς τέτοια λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα ἔδειχνε τὸν ἑαυτό του ἴσο μὲ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε (διότι αὐτὸ ἦταν ἀλαζονεία)· ὅμως τὸ νὰ εἶναι ἴσος μὲ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε καὶ νὰ λέει ὁρισμένα ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ, δὲν ὑπάρχει καμία μομφὴ οὔτε κατηγορία, διότι αὐτὸ εἶναι ἄξιο ἐπαίνου καὶ μεγάλου θαυμασμοῦ». *(Περὶ Ὁμοουσίου Λόγος Ζ, παράγραφος 3-5, σελ. 233-245) Ε.Π.Ε. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τόμος 35ος. *Εκ του ιστολογίου  «orp.gr» της 10.12.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2024

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ!

 


«Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20)


Πρέπει να απεγκλωβιστούμε από την εικόνα που μας έχει δημιουργήσει και μας δημιουργεί ο κόσμος για το τι είμαστε οι άνθρωποι. Γιατί είναι μία εικόνα αλλοιωμένη από την αμαρτία του πεσμένου σ’ αυτήν κόσμου – «ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται». Κόσμος και χριστιανός βρίσκονται κατά τον λόγο του Θεού σε αντιθετική κατάσταση, δεν μπορούν να συνυπάρξουν: «όποιος θέλει να είναι φίλος του κόσμου γίνεται εχθρός του Θεού».


του π. Γεωργίου Δορμπαράκη


Κι εννοείται ότι μιλάμε όχι για τον κόσμο ως δημιουργία του Θεού, αὐτόν στον οποίο ψαύουμε αδιάκοπα τις ενέργειες Εκείνου που μας οδηγούν σε δοξολογική διάθεση απέναντί Του˙ μιλάμε για τον κόσμο που απομακρύνθηκε από τον Θεό, από τον κόσμο που θέλησε να διαγράψει τον Δημιουργό του και γι’ αυτό υποδουλώθηκε στα πάθη και τις διαστροφές του, αποπνέοντας έτσι διαρκώς τη θανατίλα ενός πτώματος! Διότι ο Θεός είναι η Ζωή!


Και ποια εικόνα περί ανθρώπου δημιουργεί ο κόσμος της αμαρτίας; Του αυτοθεοποιημένου όντος που φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι πέραν αυτού δεν υφίσταται τίποτε άλλο – μία «επανάληψη» της στάσης του πρώτου εκείνου αγγέλου, του εωσφόρου, ο οποίος χωρίς καμία λογική πίστεψε ότι αυτός είναι ο θεός, γι' αυτό και η πτώση του, πτώση θανάτου, υπήρξε φοβερή και παταγώδης και χωρίς επιστροφή!


«Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του Ουρανού πεσόντα» (ο Κύριος). Οπότε τα γνωρίσματα του «πτώματος» αυτού ανθρώπου είναι ένας δαιμονικός εγωισμός, μία εχθρική τοποθέτηση μέχρι εξουδενώσεως και εξαφανίσεως απέναντι στον συνάνθρωπό του – εκτός κι αν τον εξυπηρετεί στα συμφέροντά του! -, μία κατακτητική στάση απέναντι στην ίδια τη φύση, την οποία θεωρεί ως την «πηγή» για να ικανοποιεί τις άμετρες και παράλογες ορμές και επιθυμίες του. «Κι επειδή δεν θέλησαν οι άνθρωποι να έχουν τον Θεό με επίγνωση, τους παρέδωσε Αυτός σε αδόκιμο (πλανεμένο) νου, ώστε να πράττουν στη ζωή τους όσα δεν πρέπει» (απ. Παύλος).


Και δεν βλέπουμε τα γνωρίσματα αυτά διαχρονικά μέχρι σήμερα; Όπου υπάρχουν άνθρωποι που τον Θεό, τον αποκαλυμμένο εν προσώπω Ιησού Χριστό, τον έχουνε κάνει πέρα, εκεί αποκαλύπτεται μία κόλαση! Κόλαση πρώτα από όλα για τους ίδιους, γιατί «θλίψη και στενοχώρια ακολουθεί καθένα που εργάζεται το πονηρό», και κόλαση έπειτα και για όλον τον περίγυρό τους, γιατί ό,τι έχει κανείς αυτό και μεταδίδει. Ποιος έχει ζήσει καλά κι έχει αγαθές και ευχάριστες αναμνήσεις από τη συνύπαρξη με άνθρωπο εγωιστή που ζει και κινείται μόνο μέσα στον αστερισμό του εγώ του; Και μόνο η σκέψη γι’ αυτόν και η εικόνα του προκαλεί κύματα αγανάκτησης και οργής, βαθιάς μελαγχολίας που θέλεις ει δυνατόν διαμιάς να τα διαγράψεις από το μυαλό και την καρδιά σου!


Και να, που έρχεται ο απόστολος Παύλος, ο οικουμενικός απόστολος και δάσκαλος, έχοντας «νουν Χριστού», να φανερώσει την εικόνα του αληθινού ανθρώπου που έφερε ο ενανθρωπήσας Θεός. Στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού αποκαλύπτεται όχι μόνον ο αληθινός Θεός αλλά και ο αληθινός άνθρωπος, «τέλειος Αυτός Θεός και τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτίας», που θα πει ότι μαζί Του και ο κάθε πια άνθρωπος, όπου γης και όποιου χρόνου, που θα πιστέψει σ’ Αυτόν, θα ενσωματωθεί στο σώμα Του την Εκκλησία και θα θελήσει να Τον ακολουθήσει τηρώντας τις εντολές Του, ο κάθε λοιπόν άνθρωπος ταυτοχρόνως αποκαλύπτεται και εκείνος αληθινός άνθρωπος. Το όριο του τελείου ανθρώπου, όπως τον θέλησε απαρχής ο Δημιουργός και τον «έδειξε» με τον ερχομό Του, είναι ακριβώς ο Χριστός, αλλά και κάθε στη συνέχεια πιστός Του.


Γιατί τι άλλο είναι ένας πιστός, γνήσιος και αληθινός, παρά μία συνέχεια Χριστού, ένα κλαδί στο αμπέλι που είναι Εκείνος, ένα μίμημα Αυτού; «Εγώ το αμπέλι κι εσείς τα κλήματα» απεκάλυψε το αψευδές στόμα του Θεανθρώπου, «χριστιανός είναι ένα μίμημα Χριστού όσο είναι μπορετό στον άνθρωπο» λέει ο άγιος που απηχεί την ευαγγελική και αποστολική παράδοση (Ιωάννης Κλίμακος), «δεν ζω εγώ αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός» λέει ο απόστολος που ακολούθησε μέχρι θανάτου τον Κύριο.


Βρισκόμαστε σε ατμόσφαιρα πέραν της ανθρώπινης λογικής της πτώσεως, ο απόστολος Παύλος ειδικά, ανοίγοντας την καρδιά του – καρδιά ενός Αγίου της Εκκλησίας μας – μας δίνει το δικαίωμα να «δούμε» τι θα πει άνθρωπος, όπως τον θέλει ο Θεός κι όπως είναι η κλήση του κάθε τελικώς ανθρώπου. Αν συνεχίζουμε να μένουμε, ακόμη και οι «χριστιανοί», στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, την περιορισμένη από τις αισθήσεις μας και τα πλαίσια του κόσμου τούτου, θα ζούμε στο ψέμα και το «σπάραγμα» της πραγματικότητας που μας διαφεύγει παντελώς. Διότι στη θέση των τέκνων του Θεού που είναι η προοπτική μας θα ζούμε με τα «ξυλοκέρατα» της ασωτίας, του «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» - η απώλεια του εαυτού και η νέκρωση θα συνιστούν πάντοτε το βίωμά μας.


Ο απόστολος Παύλος λοιπόν, βαπτισμένος και χρισμένος, μετανοών και αδιάκοπα κοινωνημένος, ντυμένος τον Χριστό, μας λέει ότι στον κόσμο τούτο, μετά τον ερχομό Εκείνου, ο άνθρωπος κείται υπεράνω όλων των Ουρανών και προεκτείνεται έως εσχάτου της γης διαχρονικά και αιωνίως. Γιατί αυτό μας έδωσε ως δωρεά ο Θεός που έγινε άνθρωπος. Το «έγινε άνθρωπος» αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, μέσα στην ανθρώπινη φύση Του ζει και υφίσταται εν χάριτι ο καθένας, με άλλα λόγια ο πιστός που έχει ανοιχτούς τους οφθαλμούς στη βαθειά αυτήν πραγματικότητα είναι ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο. «Εν σαρκί περιπολών Θεός» θα σημειώσει ένας αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας.


Στο πρόσωπο κάθε αγίου της Εκκλησίας «βλέπουμε» τον Ίδιο τον Κύριο, το Εγώ Εκείνου που βιώνεται ως περιεχόμενο και της δικής του ύπαρξης. «Δεν ζω πια εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός». Κι αλλού, γιατί αυτή είναι η ζωή του Παύλου: «Για μένα ζωή είναι ο Χριστός». Και τι εξαγγέλλει; «Αυτό που τώρα ζω με το σώμα μου είναι η πίστη μου στον Υιό του Θεού, ο Οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μου».


Πώς αλλιώς να περιγράψει την υπέρβαση των αισθήσεων και της λογικής με την πίστη; Οι χριστιανοί, οι άνθρωποι δηλαδή που αποδεχτήκαμε την αλήθεια του Χριστού, σπάμε τα στεγανά του κόσμου: Ζούμε μέσα στον Χριστό που είναι η κεφαλή μας, προεκτεινόμαστε λόγω Αυτού οπουδήποτε που ζει Εκείνος. Κι αφού «τα πάντα και εν πάσι Χριστός», κι αφού «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας», κι αφού Εκείνος «αγάπη εστί» που «στεγάζει πάντα», άρα δι’ Αυτού και εν Αυτώ περικλείουμε κι εμείς ό,τι κι Αυτός, έχουμε γίνει και γινόμαστε ό,τι κι Αυτός, όλοι ζούμε μέσα στην πανενότητά Του, την οποία εξέφρασε στην αγωνία Του στη Γεθσημανή: «Θέλω όπου ειμί εγώ, κακείνοι ώσι μετ’ εμού». «Ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν». «Ίνα πάντες εν ώσιν».


Μας άνοιξε τα μάτια ο απόστολος με βάση το ένθεο βίωμά του, αλλά μέχρις εκεί. Γιατί έθεσε και την προϋπόθεση, χωρίς την οποία όχι μόνον το «όραμα» και η προοπτική του Χριστού καθίσταται ανενέργητη, αλλά και λειτουργεί, για όσους είμαστε αμελείς και αδιάφοροι, ενάντια και προς τη δωρεά και το χάρισμα που λάβαμε. Και ποια η προϋπόθεση; Τίποτε άλλο από ό,τι εξάγεται ως συμπέρασμα από την ταύτιση του Χριστιανού με τον Χριστό: η συσταύρωση μαζί Του! Γιατί τι λέει ο απόστολος; Πριν αποκαλύψει το βίωμα τού «ζει εν εμοί Χριστός» ομολογεί: «Χριστώ συνεσταύρωμαι»!


Είμαι σταυρωμένος μαζί με τον Χριστό. Εν χάριτι δηλαδή ζει την αγάπη Εκείνου, σηκώνει κι αυτός όσο του επιτρέπεται μέσα στον Χριστό τα βάρη και τις αμαρτίες της ανθρωπότητας όλης, ταυτίζεται με τον καθένα, η προσευχή του είναι πάντοτε «εκ συνοχής καρδίας», έμπονη και καρδιακή, «είμαι οφειλέτης όλων» σημειώνει. Μας θυμίζει όλους τους μεγάλους μετέπειτα αγίους που προσεύχονταν λέγοντας ότι μετέχουν σ’ ένα μαρτύριο, μαρτύριο αίματος. «Το να προσεύχεσαι αληθινά για τον άλλον είναι σαν να προσφέρεις το αίμα σου γι’ αυτόν!» (άγιος Σιλουανός του Άθω) – ό,τι σημειώνει και για την Παναγία Μητέρα του Κυρίου ο ίδιος και άλλοι διορατικοί άγιοι. Η σύγκριση της ανθρωπολογίας-(θεο)ανθρωπολογίας της χριστιανικής πίστεως με οτιδήποτε άλλο στον κόσμο που κυκλοφορεί ως ανθρωπολογία δεν υφίσταται. *Εκ του ιστολογίου «pgdorbas.blogspot.com» της 16.11.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ «ΥΠΕΡ ΥΓΕΙΑΣ»...




ΚΑΠΟΙΟΣ άρχοντας από τη Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στο θάνατο, κάλεσε τη γυναίκα του για να της εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες:


Την περιουσία μου να τη μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. τους δούλους να τους ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του τη μεγάλη θλίψη ο ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή του Αββά Ησαΐα, ενός Αγίου μοναχού που ασκήτευε κοντά στη Νικομήδεια, και αμέσως – ω του θαύματος! – έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας το Θεό για το μεγάλο θαύμα.


Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποία ώρα συνήλθες από την αρρώστια; – Την ώρα που επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε Εκείνος. Ο όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τι είχε λεχθεί στη διάρκεια της αρρώστιας του και ξαναρώτησε: – Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για τη σωτηρία της ψυχής σου; – Όχι, γέροντα. Τι θα είχα να ωφεληθώ αν τους άφηνα κάτι; δεν θα πήγαινε χαμένο; –Μην το λες αυτό.


Ο αδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις εν υμίν;» Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν το ονόματι του Κυρίου. Και η ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα και εγερεί αυτόν ο Κύριος, καν αμαρτίας η πεποιηκώς, αφεθήσεται αυτώ».” Νά λοιπόν που οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό για λειτουργίες, και θα λάβεις από το Θεό την πρέπουσα πληροφορία.


Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στο σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά.


Κύριοί μου, φώναξε έκπληκτος ο άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού; – Εμείς οι σαράντα, που βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες που έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μας έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Νά, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, που έγιναν για να ενωθεί ο Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.


Ύστερα απ’ αυτά, ο άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν ν’ ανεβάσουν την ψυχή τού ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια. Από το βιβλίο: Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία. ( Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής).


Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ: «ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΗΣΥΧΗ ΗΣΥΧΙΑ»




ν θά μποροῦσε κανείς νά διεισδύσει πραγματικά στόν πυρῆνα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας τοῦ ἀνθρώπου, πού γεννᾷται ἀπό τόν πόθο γιά ἑνότητα, θά ἀνακάλυπτε ἀκριβῶς ὅτι ὁ πόθος αὐτός προδίδει τήν ψυχική δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά ἡσυχία. Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ διασπασμένος καί διχασμένος ἐσωτερικά ἄνθρωπος, ἐκεῖνος τοὐλάχιστον πού βιώνει τήν ἀνάγκη γιά ἑνότητα σάν μιά βασική ἐπιδίωξη τῆς ζωῆς, στό βάθος τῆς ἐσώτερης ψυχικῆς ὑποστάσεώς του λαχταρᾷ τήν ἡσυχία. Ἐξάλλου, ἐάν ἕνας διαταραγμένος ἀπό ἐσωτερικές συγκρούσεις καί διασπάσεις ἄνθρωπος κατέληγε στήν ψυχική του συγκρότηση καί ἑνοποίηση, τό πρῶτο ἀγαθό πού θά γευόταν θάταν ἀσφαλῶς ἡ πνευματική ἡσυχία, σάν ἔκφραση τῆς ἁρμονίας τῶν ψυχικῶν του καταστάσεων καί περιεχομένων.


Γι’ αὐτό τό λόγο τό ἀσκητικό βίωμα, ἡ νηπτική πατερική ἔρημος, θά πρότεινε, σ’ αὐτόν πού διψᾷ τήν ἑνότητα καί τόν πόθο τοῦ ἀπολύτου, νά βιώσει στό ψυχικό χῶρο τῆς μοναξιᾶς τήν ἀσκητική ἡσυχία καί τήν «ἀναχώρηση» ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου. Κι’ ἐδῶ βέβαια θά ἀντιμετώπιζε κανείς μιά «παράλογη» ἴσως πραγματικότητα, μιά ἰδιάζουσα κατάσταση ἡσυχίας καί ψυχικῆς μοναξιᾶς.


Στήν κοινή ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀλλά καί μέσα στό πνεῦμα πολλῶν πού ἀποφασίζουν νά ἐνταχθοῦν στήν ἀσκητική πολιτεία, ἡ ἡσυχία τῆς μοναχικῆς ζωῆς κατανοεῖται σάν ἐγκατάλειψη μιᾶς πραγματικότητος καί σάν παραίτηση ἀπό τήν κοινωνική λειτουργία τῆς ζωῆς. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἡ μοναχική πολιτεία ἐπιλέγεται πολλές φόρες σάν τρόπος ζωῆς κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς ψυχικῆς ἀνάγκης γιά φυγή, γιά «ἐγκατάλειψη», γιά ἀναζήτηση μιᾶς σωματικῆς καί πνευματικῆς ἠρεμίας μέσα στήν ἀπουσία τῶν κοσμικῶν φροντίδων καί θορύβων. Στήν περίπτωση αὐτή, κουρασμένος κανείς ἀπό τή ζωή, ἀπογοητευμένος ἀπό τίς αὐταπάτες πού προσφέρει, ἀηδιασμένος ἀπό τίς ἐπίπλαστες διανθρώπινες σχέσεις ζητεῖ νά προστατευθεῖ καί νά ἡσυχάσει, νά ἀναπαυθεῖ στήν ἀγκαλιά τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀλλά ἐδῶ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ συγκλονιστική παρεξήγηση, τήν ὁποία ἐξαρθρώνει ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος μέ τίς δυνατές του περιγραφές καί τίς διακριτικές του ἀπεικονίσεις.


Κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ τόν Σῦρο, ἡ μοναχική ἤ ἀσκητική ἡσυχία δέν εἶναι μιά ψυχική ἠρεμία πού ἐξασφαλίζει μιά εὐχάριστη, νωχελῆ χαλάρωση τοῦ νευρικοῦ συστήματος καί γενικά τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά ἀμεριμνησία μέσα στά ἡδονικά πλαίσια μιᾶς ἀνατολίτικης ραθυμίας. Εἶναι μιά δυναμική πνευματική διαδικασία πού βιώνεται, τοὐλάχιστον στήν πρώτη φάση της, μέσα στόν ἐξουθενωτικό καί ἐξαντλητικό χῶρο τῆς δοκιμασίας καί τῆς θλίψεως. Μέσα στό πυρακτωμένο καμίνι μιᾶς κυκλικῆς ἐσωτερικότητας, πού ἐξαναλώνει κάθε ἀρνητικά ψυχικό στοιχεῖο καί προετοιμάζει τή λαμπικαρισμένη αὐτοθεώρηση. Στήν περίπτωση αὐτή συναντᾷ κανείς τό «παράλογο» στό βαθύτερο νόημα τῆς μοναχικῆς καί ἀσκητικῆς ἡσυχίας. Δέν εἶναι ἡ ἡσυχία αὐτή μιά ἐγκατάλειψη τῶν ἐγκοσμίων, πού ξεκινᾷ ἀπό τήν ἀσυνείδητη ἐπιθυμία μιᾶς «λιποταξίας», ἀλλά ἡ πιό δυναμική μορφή τῆς ζωῆς τῆς ἀσκήσεως καί τῆς δοκιμασίας. Εἶναι μιά ἀνήσυχη ἡσυχία.


Κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ· «ἡ ἡσυχία τάς αἰσθήσεις τάς ἔξω νεκροί καί τάς ἔσω κινήσεις ἐγείρει. Ἡ δέ ἔξω ἀναστροφή τά ἐναντία τούτων πράττει, ἤγουν τάς ἔξω αἰσθήσεις ἐγείρει καί τάς ἔσω κινήσεις νεκροῖ». Ἡ ἡσυχία δραστηριοποιεῖ τήν ἐσωτερικότητα τῆς προσωπικότητος καί τήν εἰσάγει σ’ ἕνα ἐξαιρετικά δύσκολο καί αἰμάτινο ἀγῶνα. Γι’ αὐτό μόνο ὅποιος συλλάβει πραγματικά τό νόημα τῆς ἡσυχίας, γνωρίζει σέ τί ἔργο πρόκειται νά ἐπιδοθεῖ καί ἡ γνώση αὐτή τόν συντροφεύει σ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἀδιάλειπτου ἀγῶνα, πού καταβάλλει γιά νά βιώσει μέ συνέπεια τίς ἀσκητικές ἀνησυχίες τῆς «ἡσυχίας». Ὅπως ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου προσέχει καί παρατηρεῖ τά ἄστρα γιά νά κρατᾷ τή σωστή πορεία στό σκάφος του «οὕτω προσέχει καί ὁ μοναστής ἐν τῇ ἐσωτέρᾳ θεωρία εἰς ἅπαντα τόν δρόμον τῆς ἑαυτοῦ πορείας ἐν τῷ σκοπῷ, ᾧ ἔλαβεν ἐν τῇ ἑαυτοῦ διανοία· ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτη, ἐν ᾗ ἐξέδωκεν ἑαυτόν πορεύεσθαι ἐν τῇ σκληρά θαλάσση τῆς ἡσυχίας, ἕως ἄν εὕρη τόν μαργαρίτην, δι’ ὅν ἑαυτόν ἐξέπεμψεν εἰς τόν πυθμένα τόν ἀψηλάφητον τῆς θαλάσσης τῆς ἡσυχίας».


βίωση τῆς ἀσκητικῆς ἡσυχίας εἶναι, θά ἔλεγε κανείς, μιά ἐπικίνδυνη προσπάθεια ἐπανειλημμένων καί συνεχῶν καταδύσεων στόν «πυθμένα τόν ἀψηλάφητον» τῆς ἐσωτερικότητας. Εἶναι μιά ἐπίμοχθη προσπάθεια, κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς ἐσωτερικῆς θαλάσσης, πρός ἀνακάλυψη τοῦ μαργαρίτη τῆς αὐτογνωσίας καί τῆς λαμπικαρισμένης αὐτοθεωρίας.


λλά τό μέγεθος καί ἡ ἔκταση αὐτῆς τῆς ἐνδοψυχικῆς προσπάθειας ὑπογραμμίζει ζωηρά, ὅτι ἡ «εἴσοδος» στήν ἡσυχία πρέπει νά θεωρεῖται σάν οὐράνια κλήση. «Τό ἀφιερῶσαι τινά ἑαυτόν τῷ Θεῷ χάρισμα ἐστί», γιά τοῦτο «ἡ εἴσοδός σου ἡ ἐν τῇ ἡσυχίᾳ ἐν διακρίσει ἔστω. Ἐξέτασον περί τῆς ἐργασίας αὐτῆς καί μή δράμῃς ἐξ ὀνόματος». Ὁ πόθος καί ἡ λαχτάρα τῆς ἀσκητικῆς ἡσυχίας πρέπει νά κατανοεῖται σάν μιά κλήση κι’ ἕνα οὐράνιο χάρισμα, σάν μιά μυστηριακή πνευματική πορεία πού εἶναι ἤδη χαραγμένη μπροστά στά πόδια τοῦ ἀληθινοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ, πρίν ξεκινήσει γιά τό δρόμο του. Αὐτός πού εἶναι καλεσμένος «εἰς τήν ἀόρατον μαρτυρίαν τοῦ δέξασθαι τούς στεφάνους τοῦ ἁγιασμοῦ» μέσα στό ἀπερίγραπτο ψυχικό μόχθο τῆς ἔρημου, εἶναι καλεσμένος σ’ ἕνα ἀσταμάτητο ἀγῶνα αὐτογνωσίας καί ψυχικοῦ καθαρμοῦ. Δέν εἶναι λοιπόν προορισμένος νά ἡσυχάσει, ἀλλά νά ἀγωνισθεῖ! Ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἀγωνισθεῖ, θά ἡσυχάσει.


Τό βαθύτερο νόημα τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἡσυχίας εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ἀκώλυτη συνάντηση καί κοινωνία μέ τό Θεό. Ὁ «ἡσυχάζων» δέν ἀναπαύεται γιά νά ἱκανοποιήσει τό ἀνθρώπινο αἴτημα τῆς ψυχικῆς ἠρεμίας. Ἡσυχάζει δυναμικά καί δραστήρια γιά νά βαδίσει ἕνα ἰδιότυπο καί ξεχωριστό πνευματικό δρόμο πού θά τόν φέρει κοντά στό Θεό, θά τόν ἑνώσει μέ τόν «νυμφίον Χριστόν». Ὁ ἀσκητής καί ὁ μοναχός, πού ἐπιδίδονται στήν κάθαρση καί τήν κατάκτηση τῆς ἐσωτερικότητας, πορεύονται ἔτσι μιά νόμιμη ὁδό διαλόγου καί ἑνώσεως μέ τό Θεό.


πωσδήποτε ὅμως ξενίζει τόν ἀνίδεο πνευματικά ἄνθρωπο ἡ αἰμάτινη ὑπογράμμιση τῆς κατακτήσεως τῆς ἐσωτερικότητας, σάν προϋποθέσεως τῆς ἑνώσεως μέ τό Θεό. Ὁ νηπτικός ἀγωνιστής ἔχει διαλέξει ἕνα ἰδιαίτερο ἀλλά καί δύσκολο μονοπάτι γιά νά «πατήσει» τόν οὐρανό! Καί ὁ κοσμικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ἴσως εὔκολα νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό μιά κριτική διάθεση, ὅταν θεωρεῖ τό βάθος καί τήν ἔνταση τῆς ἐσωτερικότητας μέσα στήν ὁποία ὁ ἀσκητής ἀναζητεῖ τόν μαργαρίτην, τήν βίωση τοῦ μυστικοῦ θείου ἔρωτος.


Παρ’ ὅλα αὐτά ἡ ἀσκητική ἐμπειρία τῆς ἐσωτερικότητας, μέσα στόν πνευματικό χῶρο τῆς ἡσυχίας, εἶναι καταπληκτική καί συγκλονιστική γιά τό φθαρμένο ἀπ’ τήν κοσμικότητα πνεῦμα μας. Ἔτσι ὅταν βρισκόμαστε μπροστά στίς ψυχικές καί πνευματικές «εἰκόνες» τῆς ἀσκητικῆς ἡσυχίας ἀπολαμβάνουμε ἕνα μυστηριακό θέαμα, χωρίς νά μποροῦμε νά τό κατανοήσουμε. «Τό τίμιον ἔργον τῆς ἡσυχίας λιμήν τῶν μυστηρίων ἔστι». Καί σ’ αὐτόν τόν λιμένα τῶν μυστηρίων, στή μυστηριακή ἐμπειρία τῆς ἡσυχίας, θαυμάζουμε τό μεγαλεῖο τῆς ἀσκητικῆς ἐσωτερικότητας μέσα στό ὁποῖο κλείνεται πραγματικά ὁ οὐρανός!


ς ἀφουγκραστοῦμε, ἀλήθεια, μέ κατάνυξη τήν ἀσκητική φωνῇ: «Σπούδασον εἰσελθεῖν εἰς τό ταμεῖον τό ἔνδοθέν σου καί ὄψει τό ταμεῖον τό οὐράνιον ἐν γάρ ἔστι τοῦτο κακεῖνο. Καί ἐν μιᾷ εἰσόδῳ θεωρεῖς ἀμφότερα. Ἡ κλῖμαξ τῆς βασιλείας ἐκείνης ἔνδοθέν σου ἔστι, κεκρυμμένη ἐν τῇ ψυχῇ σου. Βάπτισον σεαυτόν ἐν ἔαυτῷ ἐκ τῆς ἁμαρτίας καί εὑρήσεις ἐκεῖ ἀναβάσεις, ἐν αἷς ἀναβαίνειν δυνήση». Ἡ πνευματική αὐτή εἰκόνα τῆς ἐσωτερικεύσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι μιά προχωρημένη ἐμπειρία τῆς ἀσκητικῆς ἡσυχίας. Εἶναι μιά ἔξαρση τῆς πνευματικῆς ἀξίας τῆς αὐτογνωσίας καί αὐτοθεωρήσεως πού ἀποκτήθηκε μέ ἀπερίγραπτο ψυχικό μόχθο καί ἀσκητικές δοκιμασίες. Εἶναι μιά ἀτομίκευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέ τή δύναμη τῆς ἡσυχίας καί τῆς ἀσκήσεως.


ξάλλου ἡ αὐτοθεώρηση, ἡ εἴσοδος στό ταμεῖο τῆς ἐσωτερικότητας, εἶναι ἀκριβῶς μιά «ἐπίσκεψις» τοῦ ἀγωνιζομένου μέσα στήν ἡσυχία, στό ναό πού κατοικεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, δηλ. στό ἐσώτατο βάθος τῆς προσ-ὠπικότητάς του. «Ὁ ἐπισκεπτόμενος τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ἐν πάσῃ ὥρα εὐφραίνεται ἐν ταῖς ἀποκαλύψεσιν ἡ καρδία αὐτοῦ. Καί ὁ συνάγων τήν θεωρίαν τοῦ νοός αὐτοῦ ἔσωθεν αὐτοῦ ἐν αὐτῶ, θεωρεῖ τήν αὐγήν τοῦ πνεύματος. Ὅστις ἐβδελύξατο πάντα μετεωρισμόν, θεωρεῖ τόν δεσπότην αὐτοῦ ἔσωθεν της καρδίας αὐτοῦ. Ἰδού ὁ οὐρανός ἔσωθέν σου, εἰ καθαρός ἔσῃ, καί ἐν σεαυτῷ ὄψει τούς Ἀγγέλους σύν τῷ φωτί αὐτῷν».


βίωση αὐτή τῆς καταπληκτικῆς ἐσωτερικότητας εἶναι μιά αὐτοθεώρηση ἀπολύτου ψυχικῆς ἑνότητος καί εἶναι συγχρόνως ἱκανοποίηση τοῦ πόθου τοῦ ἀπολύτου. Εἶναι λοιπόν ἡ βίωση αὐτή μιά συγκλονιστική ἀντίθεση στήν πνευματική ἐρημιά τοῦ Καμύ καί μιά ἀπάντηση στό σύγχρονο ἄνθρωπο πού ἀναζητεῖ νά συνάξει τήν ψυχή του ἀπ’ τούς πέντε ἀνέμους!


ποιος φεύγει μακριά ἀπό τόν ἑαυτό του, πληθαίνει τίς ἐσωτερικές του διασπάσεις καί παραδίδεται ἀνελέητα σ’ ἕνα ἐξουθενωτικό ἀδιέξοδο. Ἀντίθετα, ἐκεῖνος πού δέχεται νά εἰσέλθει στό «ταμεῖον» του, νά ἐπιστρέψει στόν ἑαυτό του, ἀνακαλύπτει τό μυστικό μονοπάτι τῆς ἑνότητας καί τῆς ψυχικῆς καί πνευματικῆς ἁρμονίας. Πέραν δέ αὐτοῦ, θεωρεῖ μυστήρια ἀνεξιχνίαστα καί ἀπερίγραπτα, γιατί «τῷ γνόντι ἑαυτόν, ἡ γνῶσις τῶν πάντων δίδοται αὐτῷ. Τό γάρ γινώσκειν ἑαυτόν, πλήρωμα τῆς γνώσεως τῶν ἁπάντων ἔστι». Γι’ αὐτό μάλιστα «ὁ ἀξιωθείς ἰδεῖν ἑαυτόν, αὐτός κρείττων ἔστι του ἀξιωθέντος ἰδεῖν τούς Ἀγγέλους». Ἔτσι ἡ γνώση καί ἡ ἑρμηνεία τοῦ κόσμου βιώνεται στόν πυρῆνα τῆς προσωπικότητας καί ἀφοῦ μέσα στήν πνευματική διαδικασία ἔχει πραγματώσει κανείς τήν ἑνότητα τοῦ ἐαυτοῦ του. Στό ἀσκητικό αὐτό νόημα τῆς ἡσυχίας εὑρίσκει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τήν λύσῃ τοῦ αἰνίγματος τοῦ Καμύ.


Αὐτό πού συγκλονίζει τόν Καμύ, πού τόν κάνει νά βιώνει ἕνα ἐξουθενωτικό κενό, εἶναι «ἡ σιωπή τοῦ κόσμου». Ὁ κόσμος δέν τοῦ ὁμιλεῖ. Ἤ γιατί δέν ἔχει τίποτα νά τοῦ πεῖ ἤ γιατί δέν μπορεῖ νά μιλήσει «ἀφ’ ἑαυτοῦ». Λοιπόν, ἡ σιωπή τοῦ κόσμου ἐντείνει τίς ἐσωτερικές διασπάσεις τῆς προσωπικότητας, τήν κάνει νά ἐξανεμίζεται στούς πέντε ἀνέμους, γιατί ἡ ἀναζήτηση τῆς ἑνότητας ἀλλά καί τοῦ νοήματος τοῦ κόσμου διασκορπίζει τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς σ’ ἕνα ἀσταμάτητο ἀγῶνα, στόν ἀγῶνα τοῦ Σίσυφου. Γι’ αὐτό στό μῦθο τοῦ Σίσυφου βλέπει ὁ Καμύ ὅλο τό μυστικό νόημα τοῦ παραλόγου πού «γεννιέται ἀπό τήν ἀντίφαση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στόν πόθο τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παράλογη σιωπή τοῦ κόσμου».


Μιά προσεκτική παρατήρηση τοῦ τεχνολογικοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ ἀνικανοποίητου πόθου του γιά «πρόοδο» καί «τεχνική ἀνάπτυξη» δείχνει ὅτι ἐνσαρκώνει σήμερα τόν πολύπαθο Σίσυφο. Δουλεύει «ψυχαναγκαστικά» στήν προοδευτική διάσπαση τοῦ ἐαυτοῦ του πού τόν παγιδεύει στό παράλογο. Ἡ ἡσυχία ἀποτελεῖ μιά μακρινή ἐμπειρία, μιά νοσταλγία, στά φωτεινά διαλείμματα τῆς «μηχανικῆς» του αὐτοκριτικῆς. Πῶς θά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός νά ἀνακόψει γιά λίγο τό σισυφικό του τρεχαλητό γιά νά ἀφουγκραστεῖ τό μυστικό μήνυμα τῆς ἀσκητικῆς ἡσυχίας;


Νά ἕνας προβληματισμός συγκλονιστικά «ἀνησυχητικός». Από το: «Ἀνταύγειες τῆς Πατερικῆς ἐρήμου μέσα στό σύγχρονο κόσμο», ἐκδ. Π. Πουρναρά, Θέσ/νίκη. *Εκ του ιστολογίου «Αγία Ζώνη» της 16.9.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF