«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ - Η ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ
«Οἱ εὐσεβεῖς δέ, Σοὶ Παράκλητε, βοῶμεν ἐνθέως· Νεουργὲ τοῦ σύμπαντος εὐλογητὸς εἶ»
Η μεγάλη ῾Εορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ὁποία προσφυῶς θεωρεῖται καὶ χαρακτηρίζεται,
ὡς ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς ῾Αγιωτάτης ᾿Εκκλησίας, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐμβαθύνουμε
σὲ ἕνα ἐπίσης μεγάλο Μυστήριο τῶν ᾿Εσχάτων: τὴν ᾿Ανακαίνισι τοῦ Σύμπαντος.
Η ᾿Εκκλησία γεννήθηκε στὸν κόσμο ἀπὸ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα μὲ σκοπὸ νὰ μεταμορφώση τὸν κόσμο σὲ ᾿Εκκλησία·
νὰ βαπτίση τὸν κόσμο στὰ νάματα τῆς ᾿Ενσαρκώσεως τοῦ Λόγου καὶ στὶς πύρινες φλόγες τῆς Πεντηκοστῆς.
῾Η ᾿Ανακαίνισις τοῦ Σύμπαντος ἄρχισε μὲ τὴν ᾿Ενανθρώπησι καὶ τὴν Πεντηκοστή.
Η ᾿Εκκλησία τοῦ Παρακλήτου «εἶναι τὸ ἐσώτατο ὀντολογικὸ μυστήριο, ὁ ἐν τοῖς ἐγκάτοις τοῦ κόσμου κρυμμένος πύρινος σπόρος τῆς ἐσχατολογικῆς μεταμορφώσεώς του». ῞Οπως ὁ ἄνθρωπος, ὁ βασιλεὺς τῆς κτίσεως, ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς ἔπεσε στὴν φθορά, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ κτίσις «τῇ ματαιότητι ὑπετάγη» καὶ εἰς τὴν «δουλείαν τῆς φθορᾶς», «οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα»2.
Στὴν «Συντέλεια» τοῦ κόσμου θὰ γίνη κάτι ἀνάλογο: «ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι ἔχουν νὰ ἀναστηθοῦν ἄφθαρτοι ὑπὸ τῆς δυνάμεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ κτίσις», ἤτοι ὅλη ἡ αἰσθητὴ Δημιουργία (οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα καὶ στοιχεῖα), καὶ «μέλλει νὰ ἔλθῃ πάλιν εἰς τὴν ἀρχαίαν κατάστασιν τῆς ἀφθαρσίας, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ τοῦ νὰ ἐκπέσῃ ὁ ᾿Αδὰμ διὰ τῆς παρακοῆς»3.
᾿Αποτελεῖ κοινὴν διδασκαλία τῶν ῾Αγίων Προφητῶν, ᾿Αποστόλων καὶ Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ὅτι ἡ ἀέναος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος δημιουργικὴ ἐνέργεια, ἡ διαρκῶς ἀνακαινίζουσα τὴν γῆ καὶ τὴν κτίσι, θὰ ἐλευθερώση αὐτὴν ὁριστικὰ ἐν τοῖς ᾿Εσχάτοις «ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»4.
«῎Εσται γὰρ ὁ οὐρανὸς καινὸς καὶ ἡ γῆ καινή»· «καινοὺς δὲ ουρανούς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα Αὐτοῦ (σὐμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσι τοῦ Κυρίου) προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη (ἁγιότης) κατοικεῖ»· «καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον»5. ῾Ο ῞Οσιος καὶ Θεοφόρος Πατὴρ ἡμῶν Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος περιγράφει μὲ θαυμαστὸ τρόπο σὲ εἰδικὸ Λόγο του, «Πῶς αὖθις ἡ κτίσις μέλλει ἀνακαινισθῆναι καὶ γενέσθαι καινοὺς οὐρανοὺς καὶ καινὴν γῆν κατὰ τὸν θεῖον ᾿Απόστολον», καὶ «῾Οποία ἔσται ἡ ἐσχάτη λαμπρότης τῆς κτίσεως»6.
Οἱ ῞Αγιοι τονίζουν ἰδιαιτέρως, ὅτι ὁ ἀνακαινισμὸς καὶ ἀφθαρτισμὸς τῆς κτίσεως ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο:«Πρῶτον θὰ ἀνακαινισθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ θὰ ἀφθαρτισθοῦν διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ ἔπειτα θὰ ἀνακαινισθοῦν καὶ θὰ ἀφθαρτισθοῦν ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ ἡ κτίσις.
῞Ωσπερ γὰρ πρῶτον ἐφθάρη ὁ ἄνθρωπος καὶ ἔπειτα ἐφθάρη καὶ ἡ κτίσις διὰ τὸν ἄνθρωπον, ἔτσι καὶ πρῶτον πάλιν πρέπει νὰ ἀφθαρτισθῇ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἔπειτα διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀφθαρτισθῇ καὶ ἡ κτίσις»7. Τότε, στὴν «Συντέλεια», ὁ ᾿Ανακαινισμὸς τοῦ Σύμπαντος θὰ ἀποτελῆ ἔκφρασι τῆς ἀγάπης τοῦ οὐρανίου Πατρὸς πρὸς τὰ τέκνα Του:
«Καθὼς ἕνας πατὴρ εἰς τὸν καιρὸν τῆς δόξης καὶ χαρᾶς τῶν υἱῶν του στολίζει ἀκόμη καὶ τοὺς δούλους του διὰ περισσοτέραν δόξαν τῶν υἱῶν του, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς εἰς τὸν καιρὸν τῆς δόξης καὶ χαρᾶς καὶ ἀφθαρσίας ἡμῶν τῶν υἱῶν Του, στολίζει καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόδουλον κτίσιν μὲ τὰ κάλλη τῆς ἀφθαρσίας διὰ δόξαν περισσοτέραν ἐδικήν μας»8.
Μετὰ τὸν θαυμαστὸ αὐτὸν ᾿Ανακαινισμὸν καὶ τὴν δικαίαν Κρίσιν, ὁ περιπόθητος καὶ γλυκύτατος Δεσπότης μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς θὰ ἀπονείμη στοὺς Δικαίους, ἀναλόγως μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν λαμπρότητα ἐκ τῶν ἔργων ἑκάστου, τὴν ἀνάλογη διαμονὴ στὴν μία γιὰ ὅλους Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Εκεῖ στὴν Δόξα τῆς Βασιλείας, θὰ βλέπουν ὅλοι τὸν Χριστό μας, τὸν «συμπαρόντα ἑκάστῳ καὶ
συνόντα ἕκαστον Αὐτῷ καὶ ἐν ἑκάστῳ ἐκλάμποντα καὶ ἕκαστον λάμποντα ἐν Αὐτῷ·
ἀλλ᾿ οὐαὶ τοῖς ἔξωθεν τότε τοῦ Οἴκου ἐκείνου εὑρισκομένοις»6.
῏Ω θεῖε Παράκλητε, ἀνακαινιστὰ τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς μας καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου,
«ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν» μονίμως, ἐλευθέρωσέ μας ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς φθορᾶς,
καθάρισέ μας μέσα στὶς φλόγες τῆς Πεντηκοστῆς τῶν Μυστηρίων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἀξίωσέ μας τῆς ᾿Εσχατολογικῆς Λαμπρότητος!..
''Οἱ εὐσεβεῖς δὲ Σοὶ βοῶμεν ἐνθέως· Νεουργὲ τοῦ σύμπαντος, εὐλογητὸς ει.''
Εκ του περιοδικού <<'Αγιος Κυπριανός>>, αριθ. 302/Μάϊος - Ιούνιος 2001, σελ. 33-34.
Παραπομπές:
1.᾿Ιαμβικοῦ Κανόνος Πεντηκοστῆς, ᾿Ωδὴ Ζ´, α´.
2.Ρωμ. η´ 20 καὶ 21.
3.῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, Νέα Κλῖμαξ, σελ. 55 καὶ 56.
4.Ρωμ. η´ 21.
5.῾Ησ. ξε´ 17· πρβλ. ῾Ησ. ξστ´ 22· Β´ Πέτρ. γ´ 13· ᾿Αποκαλ. κα´ 1.
6.Βίβλος ᾿Ηθικῶν, Λόγος Α´, δ´ καὶ ε´.
7.῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, στὸ Β´ Πέτρ. γ´ 10. Πρβλ. ῾Αγίου ᾿Ιωάννου Χρυσοστόμου,
῾Ομιλία ΙΔ´ εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους, § ε´, PG τ. 60, στλ. 530.
8.῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, στὸ Β´ Πέτρ. γ´ 13.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ» (2026)
Κυριακή του Τυφλού 2026
Ετικέτες:
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄,
ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Τρίτη 19 Μαΐου 2026
270 ΕΤΗ ΑΠΟ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ / ΡΑΝΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ
Μία σημαντικὴ ἐπέτειος (1755 / 6-2025 /6)
Τὰ 270 ἔτη ἀπὸ τῆς συνοδικῆς καταδίκης τοῦ βαπτίσματος / ραντίσματος τῶν Λατίνων1
Α´. Τὸ ἔτος 1755 ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΔ´ (1740 -1758) βοῦλλα, ἡ ὁποία ἀνεγνώριζε τὸ ἔγκυρο τῶν Ὀρθοδόξων Μυστηρίων καὶ Τελετῶν, μετὰ ἀπὸ σχετικὴ ὑπόδειξι τῶν Ἰησουϊτῶν καὶ Οὐνιτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἰδιαίτερη ἔντασι ἐδραστηριοποιοῦντο προσηλυτιστικῶς στὴν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολὴν καὶ διέδιδαν, ὅτι δῆθεν δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Λατίνων, ἰδίως μάλιστα στὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, ὥστε νὰ προσελκύουν τοὺς Εὐσεβεῖς στὸν Παπισμό. Ἐν τῷ μεταξύ, εἶχε προηγηθῆ βαθὺς διχασμὸς στὴν Κωνσταντινούπολι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν ἀποδοχῆς τοῦ βαπτίσματος / ραντίσματος τῶν Δυτικῶν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπταν αὐτὸ ὡς «ψευδώνυμον», ἐφ᾿ ὅσον ἐτελεῖτο διὰ ραντισμοῦ καὶ ὄχι διὰ τριῶν πλήρων καταδύσεων.
Ἐξ αἰτίας τῶν μακρῶν καὶ ζωηρῶν ἐρίδων, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε´ (α. 1748-1751, β. 1752-1757), συνεκάλεσε Σύνοδον τὸν Ἰούλιο τοῦ 1755, στὴν ὁποίαν ἔλαβαν μέρος καὶ οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος (1746-1765) καὶ Ἱεροσολύμων Παρθένιος (1737-1766). Ἡ ἱερὰ αὐτὴ Σύνοδος κατεδίκασε καὶ Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις «Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα... Διὰ τοῦτο κἀγὼ ὁ τάλας, δεδοικὼς τὸ Κριτήριον, λαλῶ». (Ὁσ. Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99, 1321) Πάπας Βενέδικτος ΙΔ´ (174-1758) Πατριάρχης ΚΠόλεως Κύριλλος Ε´. 2 ἀπέβαλε τὸ βάπτισμα / ράντισμα τῶν Λατίνων καὶ γενικῶς ὅλων τῶν Δυτικῶν, ἡ δὲ Πρᾶξις αὐτὴ (ὁ σχετικὸς Ὅρος ἐδημοσιεύθη τὸ 1756), εἶναι, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, μέχρι σήμερα ἡ τελευταία σχετικὴ ἐπίσημος ἀπόφασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅτι οἱ καλύτεροι Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (π.χ. Εὐστράτιος Ἀργέντης, Εὐγένιος Βούλγαρις), ὁ Λαὸς καὶ οἱ Μοναχοὶ ἐτάχθησαν ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς στάσεως αὐτῆς τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Κυρίλλου Ε´, ὁ ὁποῖος εἶχε πάντα τὰ γνωρίσματα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου Ἀρχιερέως, ἐνστερνιζόμενος τὴν Ἡσυχαστική-Κολλυβαδικὴ Παράδοσι. Ἐν προκειμένῳ, εἶναι πολὺ σημαντικὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου Ε´ ὑπὸ τοῦ σπουδαίου λογίου τῆς ἐποχῆς του Σεργίου Μακραίου (1735; -1819): «Ἦν ... τὴν γνώμην εὐθύς, τὸν τρόπον ἁπλοῦς, εἰ καί τισι ποικίλος ἐδόκει, πρὸς τὰς πολλὰς μηχανὰς τῶν ἀντιπάλων πολλαχῶς ἀντιτασσόμενος, φιλάρετος, φιλάγαθος, ἐπιεικής, φιλομαθής, τῇ ἀναγνώσει τῶν θείων βιβλίων προσκείμενος, βίον ἡρημένος τὸν τελεώτερον, διὸ καὶ ἀγρυπνίας μείζονας καὶ νηστείας συνεχεστέρας ἐποίει, καὶ ἀκολουθίας ἐκκλησιαστικὰς μακροτέρας ἐφίλει, καὶ πρὸς πάντα γενναῖος ἐδόκει, ὀξύς τε περὶ τὰ πρακτέα, καὶ σφοδρὸς πρὸς τὰ δόξαντα, ἄτρεπτος καὶ ἀδεὴς πρὸς τὰ ἀντιπίπτοντα.
Ἐντεῦθεν καὶ ζηλωτὴς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων διάπυρος ἐγνωρίζετο καὶ παρὰ παντὸς τοῦ λαοῦ διεθρυλεῖτο καὶ διαφερόντως ἠγαπᾶτο, τῇ ἀγλαΐᾳ τῶν ἰδίων ἀρετῶν συμπάντων τὰς ψυχὰς καταθέλγων καὶ ἐφελκόμενος, εἰ καὶ τὸν ἀληθῆ ζῆλον ἀνδρὸς ποικίλως συγκαλύψαι ἐτεχνῶντο οἱ διαβάλλοντες, πανοῦργον αὐτὸν ἀποκαλοῦντες, ὥσπερ οἱ αἱρετικοὶ αἱρετικὸν ἐδυσφήμουν τὸν ὀρθοδοξότατον...»2.
Β´. Στοὺς κόλπους τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως (1920 κ.ἑ.) ἔγιναν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ γίνωνται ἐκτενεῖς συζητήσεις ἰδίως γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, μὲ τὸ Ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ εἴσοδος στὴν Μία καὶ Μοναδικὴ Ἐκκλησία. Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος. 3 Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ στὶς συζητήσεις αὐτὲς δὲν λαμβάνουν ὑπ᾿ ὄψιν τους τὴν Ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια, δὲν ἀκολουθοῦν τὴν Εὐαγγελική, Ἀποστολική, Συνοδικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοσι. Ἔχουν διατυπώσει εὐκρινέστατα τὴν ἀντορθόδοξη ἄποψι καὶ ἐπιμένουν εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ «πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης» μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν Παπικῶν «προέρχεται ἐκ τοῦ μοναδικοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν μυστηριακὴν ζωήν», ἐφ᾿ ὅσον «ὡς ἐκ τοῦ Βαπτίσματός των εἶναι ἐνσωματωμένοι εἰς τὸν Χριστόν»3 ! Ἐπίσης, στὸ Κείμενο τῆς Βελεμενδίου Ἑνώσεως (Λίβανος, Ἰούνιος 1993), ὑπεγράφη ἀπὸ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὰς καὶ τοῦ Βατικανοῦ μεταξὺ ἄλλων καὶ ἡ ἑξῆς δήλωσις, μὲ τὴν ὁποία διεκηρύχθη σαφέστατα ἡ αὐτο-συνειδησία τους, ὅτι Παπισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία εἶναι δῆθεν Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες, ἔχουν δῆθεν Κοινὰ Μυστήρια καὶ ἔχουν δῆθεν Κοινὲς Σωτηριολογικὲς Δυνατότητες:
«Ἐκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Του – ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχὴ εἰς τὰ αὐτὰ μυστήρια, κυρίως εἰς τὴν μίαν ἱερωσύνην τὴν τελοῦσαν τὴν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴν διαδοχὴν τῶν ἐπισκόπων – δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός»4. Εἶναι προφανέστατον, ὅτι ἡ Ἕνωσις τῶν ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν Οἰκουμενιστῶν στὸ Βελεμένδιο τοῦ Λιβάνου ἀπετέλεσε τὸν θρίαμβο τῆς παπικῆς διπλωματίας καὶ ἀπέδειξε μὲ τὸν πλέον ἀναμφισβήτητο τρόπο, ὅτι τὸ ἀρχικῶς θεωρούμενο ὡς μικρὸ καὶ δευτερεῦον ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ὡδήγησε στὴν ἀθέτησι τῶν μεγάλων καὶ πρωτευόντων, δηλαδὴ στὸν πλήρη ἐξοικουμενισμὸ καὶ ἐκλατινισμὸ τῶν ὀρθοδόξων.
Γ´. Εἶναι ὅμως καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο πολὺ ἐπίκαιρος ἡ ἀναδρομὴ στὸν Ὅρον τοῦ 1755 περὶ τοῦ λεγομένου βαπτίσματος τῶν Δυτικῶν, ἐφ᾿ ὅσον τὸ τελούμενο σήμερα βάπτισμα ἀκόμη καὶ στὰ ὅρια τῆς Καινοτομίας, δηλαδὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Νεοημερολογιτισμοῦ, τείνει νὰ καταστῆ κατ᾿ ἀκρίβειαν ράντισμα. Οἱ διαφορὲς ὅμως Βαπτιζομένου καὶ Ραντιζομένου εἶναι ἀγεφύρωτες, ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ τὶς ἐπισημαίνει ὁ ἀείμνηστος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ἐξ Οἰκονόμων (1780-1857): α) Ὁ πρῶτος «ἐνθάπτεται ὡς νεκρὸς ἐν τάφῳ», «καὶ πάλιν ἀνίσταται», εἰς «μίμησιν τοῦ Κυρίου». Ὁ δεύτερος «ἐπιβρεχόμενος, ἵσταται ὄρθιος» καὶ «οὔτε καταβαίνει, οὔτε πάλιν ἀναβαίνει... ὡς ἐκ τάφου». β) Ὁ α´ «διὰ τοῦ ἰδίου σώματος τὴν τριήμερον ταφὴν καὶ ἀνάστασιν ἐξεικονίζει». Ὁ β´ «αὐτὸς μὲν οὐδαμῶς ἐξεικονίζει τὸ μυστήριον», μὴ μετέχων εἰς τὸ γεγονὸς καθ᾿ αὑτό. Διὰ δὲ τοῦ ραντισμοῦ ὑφίσταται «ἀλλόκοτον καὶ παρὰ φύσιν... ἐνταφιασμόν». γ) Ὁ α´ «ἔχει τὸν τάφον... εἰς ὃν... καταβαίνει».
Ὁ β´ «φέρει τὸν τάφον οἷον ἐπικείμενον ἐπὶ κεφαλῆς, κἀκεῖθεν κατερχόμενον μέχρι ποδῶν, οὗ τί ἂν γένοιτο ψευδέστερον;» 5 . Διαπιστώνεται λοιπόν, ὅτι ἦσαν ὄντως θεοφόροι καὶ θεοκίνητοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅταν ὑπεστήριζαν διὰ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ὅτι «ἡ ἐν ὀλίγῳ τῆς ἀληθείας παρατροπή, τῇ ἀσεβείᾳ τὴν πάροδον δέδωκεν» 6. [ ἡ μικρὰ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἔχει δώσει εἴσοδο / δίοδο στὴν ἀσέβεια] . Ὅρος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας περὶ τοῦ βαπτίσματος τῶν Δυτικῶν [ Ἰούλιος 1755 ] † Πολλῶν ὄντων τῶν μέσων, δι᾿ ὧν τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀξιούμεθα καὶ τούτων, ὡς εἰπεῖν, κλιμακηδὸν ἀλληλενδέτων καὶ ἀλληλουχουμένων ὄντων, ἅτε δὴ πάντων πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος ἀφορώντων, πρῶτόν ἐστι τὸ τοῖς ἱεροῖς Ἀποστόλοις θεοπαράδοτον Βάπτισμα, οἷα δὴ τῶν λοιπῶν τούτου χωρὶς ἀπρακτούντων· «ἐὰν γάρ τις μὴ γεννηθῇ, φησίν, ἐξ ὕδατος καὶ πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»· ἔδει καὶ γὰρ ἀναγκαίως, τῆς πρώτης γεννήσεως ἐπὶ τὸν θνητὸν τουτονὶ βίον παραγαγούσης τὸν ἄνθρωπον, γέννησιν ἑτέραν ἐξευρεθῆναι καὶ τρόπον μυστικώτερον, μήτε ἀπὸ φθορᾶς ἀρχόμενον, μήτε εἰς φθορὰν καταλήγοντα, δι᾿ οὗ γένοιτ ᾿ ἂν ἡμῖν δυνατὸν μιμήσασθαι τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
Τὸ γὰρ ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος ἐν τάξει μήτρας λαμβάνεται, καὶ τόκος τῷ τικτομένῳ γίνεται, ἧ φησιν ὁ Χρυσόστομος· τὸ δὲ ἐν τῷ ὕδατι ἐπιφοιτῶν Πνεῦμα ἐν τάξει Θεοῦ τὸ ἔμβρυον διαπλάττοντος· καὶ ὥσπερ Ἐκεῖνος μετὰ τὴν ἐν τάφῳ κατάθεσιν τριταῖος ἐπὶ τὴν ζωὴν ἀνεφοίτησεν, οὕτως οἱ πιστεύοντες, ἀντὶ τῆς γῆς, τὸ ὕδωρ ὑποδυόμενοι, ἐν τρισὶ καταδύσεσι τὴν τριήμερον ἑαυτοῖς χάριν τῆς Ἀναστάσεως ἐξεικονίζουσιν, ἁγιαζομένου τοῦ ὕδατος τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὡς ἂν τῷ μὲν φαινομένῳ ὕδατι τὸ σῶμα φωτίζοιτο, τῷ δὲ ἀοράτῳ Πνεύματι τὸν ἁγιασμὸν ἡ ψυχὴ λήψαιτο· ὡς γὰρ τὸ ἐν τῷ λέβητι ὕδωρ τῆς τοῦ πυρὸς μεταλαμβάνει θερμότητος, οὕτω τὸ ἐν τῇ κολυμβήθρα ὕδωρ τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Πνεύματος εἰς θείαν μεταστοιχειοῦται δύναμιν, καθαῖρον μὲν καὶ υἱοθεσίας ἀξιοῦν τοὺς οὕτω βαπτιζομένους, τοὺς δὲ ἄλλως πως τελουμένους, ἀντὶ καθάρσεως καὶ υἱοθεσίας ἀκαθάρτους καὶ σκότους υἱοὺς ἀποφαῖνον.
Ἐπειδὴ τοιγαροὺν πρὸ χρόνων ἤδη τριῶν ζήτημα ἀνεφύη, εἰ τὰ παρὰ τὴν Παράδοσιν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ θείων Πατέρων καὶ παρὰ τὴν συνήθειαν καὶ διαταγὴν τῆς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελούμενα βαπτίσματα τῶν αἱρετικῶν δεκτά ἐστι, προσερχομένων ἡμῖν, ἡμεῖς, ἅτε θείῳ ἐλέει τῇ ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ἐντραφέντες, καὶ τοῖς Κανόσι τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων καὶ θείων Πατέρων ἑπόμενοι, καὶ μίαν μόνην γινώσκοντες τὴν ἡμετέραν ἁγίαν Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ταύτης τὰ Μυστήρια, ἑπομένως καὶ τὸ θεῖον Βάπτισμα, ἀποδεχόμενοι, τὰ δὲ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν, ὅσα μὴ ὡς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῖς ἱεροῖς Ἀποστόλοις διετάξατο καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι τῆς σήμερον ποιεῖ, ἐπιτελούμενα, ἐφευρέματα ἀνθρώπων διεφθαρμένων ὄντα, ὡς ἀλλόκοτα καὶ τῆς Ἀποστολικῆς ὅλης Παραδόσεως ἀλλότρια γινώσκοντες, ἀποστρεφόμεθα κοινῇ διαγνώσει. Καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσερχομένους ὡς ἀνιέρους καὶ ἀβαπτίστους δεχόμεθα, ἑπόμενοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, τῷ τοῖς Μαθηταῖς αὑτοῦ ἐντειλαμένῳ βαπτίζειν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»·
τοῖς τε ἱεροῖς καὶ θείοις Ἀποστόλοις, διαταττομένοις ἐν τρισὶ καταδύσεσι καὶ ἀναδύσεσι τοὺς προσερχομένους βαπτίζειν καὶ ἐν ἑκάστῃ τῶν καταδύσεων ἓν ὄνομα ἐπιλέγειν τῆς ἁγίας Τριάδος· τῷ τε ἱερῷ καὶ ἰσαποστόλῳ Διονυσίῳ, λέγοντι «τρὶς ἐν κολυμβήθρᾳ ὕδωρ καὶ ἔλαιον ἡγιασμένα ἐχούσῃ τὸν προσερχόμενον παντὸς ἀμφίου γεγυμνωμένον βαπτίζειν, τὴν τρισσὴν τῆς θείας μακαριότητος ἐπιβοήσαντα ὑπόστασιν, καὶ εὐθὺς τῷ θεουργικωτάτῳ Μύρῳ τὸν βαπτισθέντα ἐπισφραγίζειν, καὶ μέτοχον ἀποφαίνειν λοιπὸν τῆς ἱεροτελεστικωτάτης Εὐχαριστίας· τῇ τε Δευτέρᾳ καὶ Πενθέκτῃ ἁγίαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, διαταττομέναις τοὺς μὴ βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις καὶ καταδύσεις καὶ ἐν ἑκάστῃ τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων Ὑποστάσεων μὴ ἐπιβοῶντας, ἀλλ᾿ ἄλλως πως βαπτιζομένους, ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι τῇ Ὀρθοδοξίᾳ προσιόντας. Τούτοις τοίνυν τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς Διατάγμασιν ἑπόμενοι καὶ ἡμεῖς, τὰ μὲν τῶν αἱρετικῶν βαπτίσματα, ὡς ἀπάδοντα καὶ ἀλλότρια τῆς ἀποστολικῆς θείας διατάξεως καὶ ὕδατα ἀνόνητα, ὡς ὁ ἱερὸς Ἀμβρόσιος καὶ ὁ μέγας φησὶν Ἀθανάσιος, καὶ ἁγιασμὸν μηδένα παρέχοντα τοῖς ταῦτα δεχομένοις, καὶ πρὸς κάθαρσιν ἁμαρτημάτων οὐδὲν ὠφελοῦντα, ἀπόβλητα καὶ ἀποτρόπαια ἡγούμεθα.
Τοὺς δ᾿ ἐξ αὐτῶν ἀβαπτίστως βαπτιζομένους ὡς ἀβαπτίστους ἀποδεχόμεθα, προσερχομένους τῇ Ὀρθοδόξῳ Πίστει, καὶ ἀκινδύνως αὐτοὺς βαπτίζομεν, κατὰ τοὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας, οἷς ἀραρότως ἐπιστηρίζεται ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἡ κοινὴ Μήτηρ πάντων ἡμῶν. Καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ κοινῇ ἡμῶν διαγνώσει καὶ ἀποφάνσει σφραγίζομεν τὸν Ὅρον ἡμῶν τοῦτον, ταῖς Ἀποστολικαῖς καὶ Συνοδικαῖς Διαταγαῖς συνάδοντα, διαβεβαιοῦντες αὐτὸν δι ᾿ ἡμετέρων ὑπογραφῶν.
Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳψνε´ .
[1755]
† Κύριλλος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης.
† Ματθαῖος ἐλέῳ Θεοῦ πάπας καὶ πατριάρχης τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας καὶ κριτὴς τῆς Οἰκουμένης.
† Παρθένιος ἐλέῳ Θεοῦ πατριάρχης τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλὴμ καὶ πάσης Παλαιστίνης.
῾Υποσημειώσεις:
1. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανοῦ, 4/ 17.6.2025. ● Κύρια βοηθήματα: α. Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνοῦ, «Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα...», Ἀθῆναι 1983. β. Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα..., τόμος Β´, ἐν Ἀθήναις 1953. γ. Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα..., τ. Ε´, Ἀθήνησιν 1858. δ. Mansi, Sacrorum Conciliorum..., τ. 38, Parisiis 1907. ε. Εὐστρατίου Ἀργέντου, Ἄνθος τῆς Εὐσεβείας, ἔκδ. β´, Λειψία 1757. Ϛ. Εὐαγγέλου Α. Σκουβαρᾶ, Στηλιτευτικὰ Κείμενα τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος (κατὰ τῶν Ἀναβαπτιστῶν), Ἀθῆναι 1967. ζ. Ἑλένης Γ. Γιαννακοπούλου, Τὸ Βάπτισμα τῶν μὴ ὀρθοδόξων, 1453-1756..., ἔκδ. β´, Ἀθήνα 2015. η. Χρήστου Κ. Παπαθανασίου, Τὸ «κατ᾿ ἀκρίβειαν» Βάπτισμα καὶ οἱ ἐξ αὐτοῦ παρεκκλίσεις, Ἀθήνα 2001. ● Ὁ Ὅρος ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον τὸ 1756, στὸ ἔργο «Ραντισμοῦ Στηλίτευσις », σελ. ρογ´- ροϚ´. 2. Π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 62, ὑποσημ. 287. 3. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 18, Ἀθήνα 1997 («Κοινὸ Ἀνακοινωθὲν» πατριάρχου Βαρθολομαίου καὶ πάπα Ἰωάννου Παύλου Β´, Ρώμη 1995. Βλ. περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθμ. 520/31.7.1995, σελ. 20). 4. Ἐφημερ. «Καθολική», ἀριθμ. 2.705/20.7.1993, σελ. 3: «Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ σημερινὴ ἀναζήτησις τῆς πλήρους κοινωνίας», § 13 (Τὸ ἐπίσημο κείμενο τῆς «Ζ´ Ὁλομελείας τῆς Διεθνοῦς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου», Βελεμένδιον Λιβάνου, 17-24.6.1993). 5. Π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 42, ὑποσημ. 184. 6. Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, PG τ. 44, στλ. 1249. *Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, εδώ!
Ετικέτες:
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄,
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Κυριακή 17 Μαΐου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (2026)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης
Φυλή Αττικής
Παρασκευή 15 Μαΐου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': Η ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ
Θεμελιώδεις Ἀρχὲς τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς. Eὐαγγελικὸς Δεκάλογος Μέρος Θ´.
Ἡ Θυσιαστικὴ Ἀγάπη
† Κυριακὴ Θ´ Λουκᾶ, 17η Νοεμβρίου 2025 ἐκ. ἡμ.
† Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανοῦ
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου·
῾ Ο Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν!...
Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι!... Καλὴ Σαρακοστή! Ἡ πορεία μας πρὸς τὸ ταπεινὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ ἔχει ἤδη ἀρχίσει... Εὐχόμεθα νὰ εἶναι τὸ ἀσκητικὸ ταξίδι μας αὐτὸ εἰρηνικὸ καὶ καρποφόρο ἐν Χριστῷ, ὥστε ἡ καρδιά μας νὰ φιλοξενήση τὸν Κύριο καὶ Θεὸ καὶ Σωτῆρα μας! Ἀμήν!... Μὲ τὴν βοήθεια καὶ προστασία τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου, ἡ ἀνάβασίς μας στὴν Οὐρανοδρόμο Κλίμακα συνεχίζεται... Ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐλογία τοῦ Ἀειμνήστου Πατρός, Γέροντος καὶ Μητροπολίτου μας † Κυπριανοῦ, ὡς καὶ τὶς πολύτιμες προσευχές Σας, προκειμένου νὰ ἀνέβουμε ἀπόψε στὴν ἐνάτη βαθμίδα: τὴν Θυσιαστικὴ Ἀγάπη.
«Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου» (Ψαλμ. ν΄ 17). α. Νῆψις-Ἐγρήγορσις Ὑπενθυμίζω εἰσαγωγικῶς, προκειμένου νὰ συνδεθοῦμε μὲ τὴν προηγουμένη Εἰσήγησί μας, ὅτι ὁ Κύριός μας μᾶς ἔδωσε μία καίρια Ἐντολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κινητήρια δύναμι ὅλων τῶν προσπαθειῶν μας, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν Κάθαρσι τῆς Καρδιᾶς μας. Ἡ Ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι ἡ Νῆψις · νὰ προσέχουμε δηλαδὴ ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό μας, νὰ μὴ χαλαρώνουμε, νὰ μὴν ἀφήνουμε τὰ Λυχνάρια μας νὰ σβήσουν... Ὁ ζωντανὸς Χριστιανὸς εὑρίσκεται σὲ συνεχῆ Ἐγρήγορσι... Ἀναμένει τὸν Νυμφίο Χριστό μας, γιὰ νὰ ἑνωθῆ μαζί Του στοὺς Αἰωνίους Γάμους... Ἡ Ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, λησμονημένη, ἐνῶ εἶναι τόσο καίριας σημασίας καὶ σπουδαιότητος.
Ἂς θυμηθοῦμε καὶ πάλι τὰ θεϊκὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε, καὶ προσεύχεσθε...» ( Μάρκ. ιγ΄ 33). «Γρηγορεῖτε... Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἔρχεται» ( Ματθ. κδ΄ 42, 44). «Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι...» ( Λουκ. κα΄ 34). «Ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι» (Λουκ. ιβ΄ 35). «Ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω · Γρηγορεῖτε» (Μάρκ. ιγ΄ 37). «Ἰδού, ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» ( Ἀποκαλ. γ΄ 20). «Ἰδού, ἔρχομαι ὡς κλέπτης. Μακάριος ὁ γρηγορῶν καὶ τηρῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ» ( Ἀποκαλ. ιϚ΄ 15). β. Ἡ Ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης Αὐτὴ λοιπὸν ἡ πολύτιμος Ἐγρήγορσις, αὐτὴ ἡ νηπτικὴ ἐργασία, ἀπαιτεῖται ὁπωσδήποτε στὴν ἄσκησι τῆς θεοποιοῦ Ἀγάπης, τῆς χριστοφόρου αὐτῆς Ἐντολῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλὴ καὶ ἀγαθὴ γῆ τῆς καρδιᾶς τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἄκουσε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου μας καὶ κατέχει καὶ φυλάσσει αὐτὸν καὶ καρποφορεῖ ἐν ὑπομονῇ (πρβλ. Λουκ. η΄ 15).
Ὀφείλω βεβαίως νὰ προλάβω καὶ νὰ ὑπογραμμίσω ἐδῶ, ὅτι ὅταν γίνεται λόγος περὶ Ἀγάπης, δὲν ἐννοοῦμε αὐτὴν ὡς ἕνα ἐπιπόλαιο ἀνθρωποκεντρικὸ συναίσθημα, τὸ ὁποῖο θραύεται καὶ διαλύεται εὔκολα καὶ γρήγορα μὲ τὴν πρώτη δοκιμασία. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀγάπη δὲν εἶναι εὔκολη, διότι ἀπαιτεῖ Αὐταπάρνησι. Τί εἶναι ἡ Αὐταπάρνησις;... Εἶναι μία θυσιαστικὴ ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἄρρωστο ἑαυτό μας, εἶναι μία γενναία καὶ ἡρωϊκὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ Ὑπομονή. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». (Λουκ. κα΄ 19) Γιὰ νὰ κερδίσουμε καὶ σώσουμε τὶς ψυχές μας καὶ νὰ τὶς ὁδηγήσουμε στὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἕνωσί μας μὲ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό, ὀφείλουμε –μὲ ἡρωϊκὴ ὄντως διάθεσι– νὰ φυλάξουμε αὐτὴν ἀπὸ κάθε ἐμπαθῆ ταραχὴ καὶ ἀρνητικὴ διάθεσι. Τὰ πάθη εἶναι γιὰ ὅλους μας πηγὴ θλίψεως... Ἀλλ᾿ ὅμως, μεγαλύτερη θλῖψι αἰσθανόμεθα, ὅταν προσπαθοῦμε νὰ ἀποτινάξουμε τὸν βαρὺ ζυγὸν καὶ τὸ βαρὺ φορτίον τῶν παθῶν μας (πρβλ. Ματθ. ια΄ 30). Παρὰ ταῦτα, ἡ μεγάλη αὐτὴ θλῖψις μᾶς πλήττει συνήθως στὴν ἀρχὴ τῆς ἐν Χριστῷ προσπαθείας μας... Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου μας θὰ μᾶς πλημμυρίζη, θὰ μᾶς ἐνισχύη καὶ θὰ μᾶς παρηγορῆ.
Οἱ Ἐντολὲς τοῦ Σωτῆρος μας, ἰδιαιτέρως μάλιστα ἡ Ἀγάπη, ὅταν ἐφαρμόζωνται ἐν ὑπομονῇ, ἐλευθερώνουν καὶ ζωογονοῦν τὴν ψυχή μας, τὴν γεμίζουν μὲ ἀνέκφραστη γαλήνη, εἰρήνη, εὐωδία καὶ γλυκύτητα... Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν οἱ Ἐντολὲς χαρακτηρίζονται ὡς «ζυγὸς χρηστὸς (ἀπαλός)» καὶ «φορτίον ἐλαφρόν» (Ματθ. ια΄ 30). Εἶναι δὲ τόσο σπουδαία ἡ Ἀγάπη, ἡ Ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον μας, τὸν Ἀδελφό μας, ὥστε τίθεται παραλλήλως καὶ μαζὶ μὲ τὴν Ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό μας καὶ Θεό μας. Στὴν τήρησι τῆς διπλῆς αὐτῆς Ἐντολῆς στηρίζεται τὸ πᾶν, «ὅλος ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆται» (Ματθ. κβ΄ 40), δηλαδὴ ἡ σωτηρία μας. Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα μισοῦν τὴν κορυφαία αὐτὴν Ἐντολὴ καὶ μᾶς ὑποδουλώνουν στὴν Φιλαυτία καὶ μᾶς καταδυναστεύουν, ὥστε νὰ μὴν ἔχουμε διάθεσι γιὰ τὶς θυσίες, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦνται γιὰ τὴν ἔξοδό μας ἀπὸ τὴν φρικτὴ φυλακὴ τοῦ ἀρρώστου καὶ ἐμπαθοῦς ἑαυτοῦ μας. Ἀλλ᾿ ἐμεῖς ἔχουμε μία ἀνεξάντλητη πηγὴ θάρρους... Εἶναι οἱ προτροπὲς τῶν Ἁγίων μας... Ἂς μὴ ραθυμοῦμε, ἂς μὴ λιποψυχοῦμε!... «Ἂς πολεμᾶμε», μᾶς συμβουλεύει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, «τὴν πεσμένη μας φύση, ὅταν αὐτὴ ἐναντιώνεται στὶς εὐαγγελικὲς Ἐντολές, μὴ θέλοντας νὰ ὑποταχθῆ στὸν Θεό.
Ἂς μὴ λιποψυχήσουμε, ὅσο ἄγριος καὶ ἂν εἶναι ὁ πόλεμος, ὅσο πεισματικὴ καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀντίσταση τῆς φύσης μας. Μὲ σκληρὸ ἀγῶνα θὰ κατακτήσουμε τὴν νίκη. Πρέπει νὰ τὴν πάρουμε ὁπωσδήποτε! Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποίησε γιὰ τὸν πόλεμο, ἀλλὰ μᾶς ὑποσχέθηκε καὶ τὴν νίκη. “Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν”, εἶπε, “κερδίζεται μὲ τὴν βία καὶ τὴν κατακτοῦν αὐτοὶ ποὺ ἀσκοῦν βία στὸν ἑαυτό τους” (Ματθ. ια΄ 12)». (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Οἱ Εὐαγγελικὲς Ἐντολές, σελ. 69, ἐκδ. «Ἔαρ», Ἀθήνα 20222) γ. Γιατί «Μακάριος»; Ἐδῶ θὰ ἤθελα, ἐν εἴδει παρενθέσεως, νὰ θέσω ἕνα ἐρώτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντησις θὰ μᾶς βοηθήση νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ εὖρος τῆς Ἐγρηγόρσεως καὶ τὴν διάθεσι γιὰ θυσιαστικοὺς κόπους, μὲ σκοπὸ τὴν ἀπελευθέρωσί μας ἀπὸ τὴν καταθλιπτικὴ φυλακὴ τῆς Φιλαυτίας: Γιατί, ἆρά γε, εἶναι «Μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα» ὁ Ἐρχόμενος Νυμφίος; Ἂς προσέξουμε τὴν ἀπάντησι, ἡ ὁποία ἀναφέρεται σὲ ἑπτὰ βιωματικὲς καταστάσεις, τὶς ἑξῆς: «Πρῶτον: Γιατὶ μελετᾶ τὶς Ἅγιες Γραφὲς καὶ τὰ Κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ προσπαθεῖ νὰ κάμη ὅσα διαβάζει πρᾶξι στὴν ζωή του. Δεύτερον: Γιατὶ ζῆ συνεχῶς μὲ πνεῦμα συντετριμμένο καὶ τεταπεινωμένο.
Τρίτον: Γιατὶ προσπαθεῖ νὰ εἶναι ἕτοιμος στὸ νὰ δώση “ καλὴν ἀπολογίαν ” ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὅταν τὸν καλέση ὁ Κύριος διὰ τοῦ θανάτου, ἀκόμη καὶ τοῦ ξαφνικοῦ. Τέταρτον: Γιατὶ ἀγρυπνᾶ μὲ ταπείνωσι καὶ δάκρυα, συμμαζεύοντας ἔτσι τὸν νοῦ μέσα στὴν καρδιά. Πέμπτον: Γιατὶ ὅλη του ἡ σφοδρὴ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσις στρέφεται πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστὸ καὶ διὰ μέσου Αὐτοῦ πρὸς κάθε ἄνθρωπο καὶ πρὸς ὅλη τὴν κτίσι... Ἕκτον: Γιατὶ τηρεῖ τὸ κατὰ δύναμιν τὶς εὐαγγελικὲς Ἐντολὲς καὶ καλλιεργεῖ τὶς ἀντίστοιχες πρακτικές. Καὶ ἕβδομον: Γιατὶ συμμετέχει μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης στὰ σωστικὰ πανάγια Μυστήρια τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας Κοινωνίας». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Πνευματικὲς Διαδρομὲς στοὺς Μακαρισμούς, σελ. 224, Πειραιὰς 2009) Αὐτὰ τὰ βιώματα εἶναι ὁ μεγαλύτερος πλοῦτος γιὰ τὸν κάθε Χριστιανό, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται ἀνδρείως καὶ βιάζει τὸν ἑαυτόν του « ἐν ὑπομονῇ », γιὰ νὰ κερδίση τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τὸν εὐλογημένο αὐτὸν πιστὸν ὁ Κύριός μας θὰ καταστήση ὄχι μόνο ἐπιστάτη στὴν Οὐράνια Κληρονομία Του καὶ στὰ Ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ Συγκληρονόμον Του (πρβλ. Ρωμ. η΄ 17)... Θὰ μετάσχη τῆς Δόξης Του καὶ θὰ καθίση μαζί Του ἐπὶ τοῦ Θρόνου Του (πρβλ. Ιωάν. ιζ΄ 24 · Ἀποκαλ. γ΄ 21)!...
δ. «Σεῖς ἀγωνισθήκατε...»! Ἂς περάσουμε ὅμως τώρα πλέον, σὲ μερικὰ πρακτικὰ παραδείγματα, προκειμένου νὰ ἀφομοιώσουμε καλύτερα τὸ ἀποψινό μας θέμα. «Κάποτε ὁ Γέρων Δανιὴλ καθάριζε καὶ ἐπεριποιεῖτο τὸ ὀστεοφυλάκιο τῆς Νέας Σκήτης στὸ Ἅγιον Ὄρος, χωρὶς γογγυσμὸ καὶ λογισμούς. Ἐνῶ καθάριζε λέγοντας καὶ τὴν εὐχή, σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπευθύνεται στοὺς κεκοιμημένους, δηλαδὴ στὰ ὀστᾶ τους καὶ στὶς κεφαλές τους, καὶ τοὺς εἶπε: - Σεῖς ἀγωνισθήκατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ στεφανωθήκατε στοὺς Οὐρανούς. Εὔχεσθε καὶ γιὰ μᾶς, ἅγιοι Πατέρες!... Καὶ ἀκούσθηκε φωνὴ μέσα ἀπὸ τὰ ὀστᾶ, ποὺ τοῦ εἶπε: - Νὰ ἔχετε ἀγάπη!... Χωρὶς ἀληθινὴ ἀγάπη, κανένας δὲν σώζεται!...». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Ἐγὼ φταίω... Ἐσύ;, σελ. 201, Πειραιὰς 20192 ) Τί σημαίνουν, ἆρά γε, οἱ φράσεις: «Σεῖς ἀγωνισθήκατε» καὶ «Νὰ ἔχετε ἀγάπη»;... Ποιό εἶναι τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ἐκπληκτικῆς Ἀποκαλύψεως; Θὰ μᾶς βοηθήση ὁ Ἀββᾶς Ἀχιλλᾶς στὴν κατανόησί της. «Παρέβαλέ τις τῶν Γερόντων τῷ Ἀββᾷ Ἀχιλλᾷ καὶ θεωρεῖ αὐτὸν ῥίψαντα αἷμα ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἠρώτησεν αὐτόν· Τί ἐστι τοῦτο, πάτερ; Καὶ εἶπεν ὁ γέρων, ὅτι λόγος ἐστὶν ἀδελφοῦ λελυπηκότος με καὶ ἠγωνισάμην τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι αὐτόν. Καὶ ἐδεήθην τοῦ Θεοῦ, ἵνα ἀρθῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ. Καὶ γέγονεν ὁ λόγος αἷμα ἐν τῷ στόματί μου καὶ ἔπτυσα αὐτὸν καὶ ἀνεπάην καὶ τῆς λύπης ἐπελαθόμην».
«Ἐπισκέφθηκε κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντας τὸν Ἀββᾶ Ἀχιλλᾶ καὶ τὸν εἶδε νὰ φτύνει αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ τὸν ρωτάει: “Τί εἶναι αὐτό, πάτερ;”. Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας: “Εἶναι λόγος Ἀδελφοῦ ποὺ μὲ λύπησε καὶ ἀγωνίσθηκα νὰ μὴν τὸ ἀνακοινώσω. Παρακάλεσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ ἀπαλλάξει ἀπ᾿ αὐτό (τὴν θύμηση τῶν λόγων τοῦ Ἀδελφοῦ). Καὶ ἔγινε ὁ λόγος αἷμα στὸ στόμα μου καὶ τὸν ἔφτυσα. Ἔτσι βρῆκα τὴν ἀνάπαυσή μου καὶ λησμόνησα τὴν λύπη μου”». (Τὸ Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, σελ. 24-25, κεφάλαιο Δ΄, § 12, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 1995) Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ὀνομασία τῆς ἐνάτης βαθμίδος μὲ δύο λέξεις: Θυσιαστικὴ Ἀγάπη, νὰ γίνεται ὅλο καὶ περισσότερο κατανοητή. Ἐν τούτοις, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δύο ἀκόμη σύγχρονά μας γεγονότα θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἀρχίσουμε –ἂν ὄχι ἀπόψε, ἀλλὰ ἀπὸ αὔριο– μία νέα πλέον βίωσι τῆς Ἀγάπης, ἡ ὁποία ἂν δὲν εἶναι ἐφευρετικὰ Θυσιαστική, τότε δὲν εἶναι λυτρωτική, ἀπελευθερωτικὴ καὶ θεραπευτική· δὲν εἶναι χριστοποιὸς καὶ θεοποιός. Διηγεῖται ἕνας Ἱερέας-Ἐξομολόγος· «Πρὶν χρόνια, κάποιος στὴν Ἐξομολόγησι μοῦ εἶχε πεῖ, ὅτι ἔκανε τὸ ἑξῆς: Στὸν γείτονά του ποὺ καταλάβαινε, ὅτι τὸν μισοῦσε καὶ τὸν φθονοῦσε, ἔστελνε κάθε τόσο ἀνωνύμως κάποιο δῶρο, στὸ ὁποῖο ἔγραφε: “Μὲ πολλὴ ἀγάπη”. Αὐτὸ κράτησε περίπου δύο χρόνια. Στὴν ἀρχή, ὅταν περνοῦσε ἀπὸ μπροστά του καὶ τὸν καλημέριζε, ὁ γείτονάς του τὸν ἔβριζε.
Ὅμως ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔβαζε κάτω. Δὲν δίστασε μάλιστα νὰ τὸν βοηθήση καὶ οἰκονομικὰ σὲ κάποιες δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπιζε. Καὶ ἐπειδὴ τίποτα δὲν μένει κρυφὸ μέχρι τέλους, κάποτε ἀποκαλύφθηκε, ὅτι αὐτὸς κρυβόταν πίσω ἀπ᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες. Καὶ ἔτσι λοιπόν, μπροστὰ στὴν Ἀγάπη, τελικὰ ὑποχώρησε ἡ ζήλεια καὶ ὁ φθόνος, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ κάθε κακία, ποὺ σὰν σκοτάδι διαλύεται ἀπὸ τὸ Φῶς τῆς Ἐντολῆς τοῦ Κυρίου μας». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, «Τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς», σελ. 285, Πειραιὰς 20142) ε. Ἡ συνετὴ καὶ ἀνδρεία σύζυγος Θὰ ὁλοκληρώσω, Χάριτι Θεοῦ, τὴν ταπεινή μου προσπάθεια γιὰ ἕναν πρακτικὸ ὑπομνηματισμὸ τοῦ μεγάλου θέματος Θυσιαστικὴ Ἀγάπη μὲ μία ἀκόμη διήγησι, ὥστε νὰ μὴν μείνη καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς Ἀγάπης αὐτῆς δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἄθλημα τῶν Μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ παντὸς Χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ μιμηθῆ τὸν δι᾿ ἡμᾶς Παθόντα καὶ Σταυρωθέντα Σωτῆρα μας Χριστόν. «Ὁ Ὅσιος Παναγῆς Μπασιᾶς (Κεφαλληνία, 1801-1888, † 7η Ἰουνίου) εἶχε βαπτίσει τὴν ἀδελφὴ τοῦ Σπύρου Μηνιάτη, ποὺ λεγόταν Ρουμπῖνα.
Αὐτὴ παντρεύθηκε ἕνα πολὺ σκληρὸ καὶ βάναυσο ἄνδρα, ὁ ὁποῖος τὴν κακομεταχειριζόταν. Ἕνα μεσημέρι ἡ οἰκογένεια τοῦ Σπύρου καθόταν στὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγε. Ξαφνικὰ βλέπουν μπροστά τους ἀναπάντεχα τὸν Ἅγιο, ποὺ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Σπύρο τοῦ εἶπε: - Ἔ! Τί κάθεσαι... Αὐτὴ τὴν στιγμὴ τὴν ἀδελφή σου τὴν Ρουμπῖνα τὴν δέρνει ἀπάνθρωπα ὁ ἄνδρας της. Καὶ δὲν φθάνει αὐτό, ἀλλὰ τῆς ἔσπασε καὶ τὸ χέρι της. Καὶ τὸ χειρότερο: ἔκανε τὰ γαμήλια Στέφανά τους κομμάτια... Καὶ συνέχισε ἀκόμα πιὸ ἔντονα: - Πλὴν ὅμως, ὁ πρῶτος Γάμος εἶναι Μυστήριο! Ἀκοῦς;... Μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ ἔφυγε βιαστικά. Τὸ ἐπεισόδιο ποὺ τοὺς ἀνήγγειλε, γινόταν σ᾿ ἕνα χωριό, σὲ μακρινὴ ἀπόστασι, ἀλλὰ ὁ Σπύρος πίστεψε τὸν Ἅγιο καὶ στενοχωρήθηκε κατάκαρδα γιὰ τὴν ἀδελφή του. Σηκώθηκε ἀμέσως, ἑτοίμασε τὸ μουλάρι του καὶ ἔσπευσε νὰ πάη νὰ δῆ τί γίνεται στὸ σπίτι της. Ὅταν ἐκείνη τὸν εἶδε, τὸν δέχθηκε μὲ χαρὰ καὶ τοῦ εἶπε: - Πῶς, ἀδελφέ μου, τέτοια ὥρα, μεσημέρι μ᾿ αὐτὴ τὴν ζέστη τοῦ Ἰουλίου, ξεκίνησες γιὰ δῶ; Ὁ Σπύρος τὴν ρώτησε: - Ρουμπῖνα, ποῦ εἶναι ὁ ἄνδρας σου;... - Ἄχ, Σπύρο μου, εἶχε ξενύχτι ἀπόψε στὴν δουλειά του καὶ κουράσθηκε καὶ βγῆκε ἔξω νὰ συναντήση κανένα χωριανό, νὰ τοῦ περάση ἡ ὥρα. - Καλά, τὸ χέρι σου, τί ἔχει;... - Ἀδελφέ μου, αὐτὲς οἱ προβατῖνες, ὅταν πρόκειται νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ μανδρί, κάνουν πολλὰ πηδήματα.
Μ᾿ ἔσπρωξαν, ἔπεσα καὶ κτύπησα. Μὰ δὲν εἶναι τίποτα... Ἔλα τώρα πᾶμε νὰ ξεκουρασθῆς καὶ τὸ ἀπόγευμα φεύγεις μὲ τὴν δροσιά. Μπαίνοντας στὸ σπίτι, ὁ Σπύρος ἀμέσως κοίταξε στὰ Εἰκονίσματα, γιατὶ διαρκῶς σκεπτόταν τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου Παναγῆ. - Ρουμπῖνα, ποῦ εἶναι τὰ Στέφανά σου; Δὲν τὰ βλέπω... Ἡ ἀδελφή του, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ διαλύση τὸν Γάμο της, δικαιολογεῖται καὶ λέει: - Σπύρο μου, μὲ τὶς δουλειές μου εἶχα καιρὸ νὰ ξεσκονίσω καὶ τὰ κατέβασα νὰ τὰ καθαρίσω. Ἡ γυναίκα προσπάθησε νὰ κρύψη τὴν ἄθλια συμπεριφορὰ τοῦ συζύγου της καὶ νὰ μὴ φανερώση τὴν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ὁ ἀδελφός της, ποὺ ὅλα τὰ ἤξερε μὲ τὸ διορατικὸ χάρισμα τοῦ Ὁσίου, τῆς εἶπε: - Ἀδελφή μου. Σήκω νὰ φύγουμε, γιατὶ ὁ ἄνδρας σου εἶναι σκληρὸς καὶ σὲ βασανίζει. Ἐγὼ ἦρθα ἐδῶ, γιατὶ μᾶς ἀπεκάλυψε τὴν κατάστασί σου ὁ νουνός σου παπα-Μπασιᾶς. Ἔλα μαζί μου, ἡ ζωή σου ἐδῶ θὰ εἶναι μαρτύριο...
Ἡ Ρουμπῖνα ὅμως, συνετὴ καὶ ἀνδρεία στὴν ἀντιμετώπισι τῶν δυσκολιῶν τῆς ζωῆς, γνώριζε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαλύση τὸ σπιτικό της. - Ἀδελφέ μου, τοῦ ἀπαντᾶ, ὅταν ὁ Θεὸς προστάζη, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένω ὅλα. Ἔτσι ὁ Σπύρος Μηνιάτης ἔφυγε διαπιστώνοντας, ὅτι ὅλα τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου ἦταν ἀληθινά». (Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Χαρίσματα καὶ Χαρισματοῦχοι, τ. Α΄, σελ. 90-92, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 19958).
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· Ζητῶ εἰλικρινὰ συγγνώμην, διότι ἀπόψε Σᾶς κατεπόνησα, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι θὰ αἰσθανθήκατε τὴν σοβαρότητα καὶ βαρύτητα τοῦ θέματός μας, τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσε περισσότερο χρόνο. Εὐχαρίστως τώρα, ἂν ἔχετε κουράγιο, νὰ συζητήσουμε γιὰ τὴν Θυσιαστικὴ Ἀγάπη. Σᾶς εὐχαριστῶ!
Ὁ Μητροπολίτης
† ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸς
* Εκ του περιοδικού της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής «Ορθόδοξος Παρέμβασις», αρ, τεύχους 35, Δεκέμβριος 2025 - Φεβρουάριος 2026, εδώ!
Ετικέτες:
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄,
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Τετάρτη 13 Μαΐου 2026
Δευτέρα 4 Μαΐου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ» 2026
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Παρασκευή 1 Μαΐου 2026
Τρίτη 21 Απριλίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΓΙΑ 40 ΗΜΕΡΕΣ ΤΟ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!»
'Eνας Διευθυντὴς Δημοτικοῦ Σχολείου (Γεώργιος Παπαδόπουλος, † 17.4.2019), προσερχόμενος ἐπὶ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὸ Πάσχα στὸ Σχολεῖο, χαιρετοῦσε τοὺς συναδέλφους του μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν ἡμερῶν «Χριστὸς Ἀνέστη!». Κάποια μέρα τοῦ λέει ὁ Ὑποδιευθυντής του: «Καλά, βρὲ Γιῶργο, δὲν βαρέθηκες ἐπὶ σαράντα ἡμέρες νὰ μᾶς λὲς ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ καὶ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’!...»; Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Διευθυντοῦ: «Πὲς πὼς ἐγὼ βαρέθηκα – ποὺ δὲ βαρέθηκα μὲ τίποτα... Ἐσεῖς δὲν βαρεθήκατε ἐπὶ 365 μέρες τὸ χρόνο νὰ λέτε ‘‘καλημέρα’’ καὶ ‘‘καλημέρα’’, ποὺ δὲν εἶναι καὶ σίγουρο ὅτι θὰ εἶναι καὶ καλή, ἐνῶ τὸ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ ἔχει τὴν σιγουριὰ τῆς αἰωνιότητας…».
Ὁ Ἐρανιστὴς
† ὁ Μητροπολίτης Κυπριανὸς
5.4.2026 ἐκ. ἡμ.,
† Σάββατον Διακαινησίμου † Ἁγίου Μάρτυρος Κλαυδίου
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Παρασκευή 3 Απριλίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΚΑΛΗ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ, ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΒΑΘΕΙΑ ΣΧΕΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΑΣ» 2023
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής
Ετικέτες:
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ,
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΥ - Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΩΣ «ΘΥΣΙΑ» ΣΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΜΑΣ» (2026)
Εἰσήγησις στὴν Δ´ Σύναξι Οἰκοδομητικὴ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας
† Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου 26.1/ 8.2.2026
Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· ῾Ο Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν!... Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι!... Μὲ τὸ «ἄνοιγμα» τοῦ Τριωδίου, τὴν προηγουμένη Κυριακή, ἄρχισε γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς μία νέα πορεία, ἕνα ταξίδι συναρπαστικό, πρὸς τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονοῦμε, ὅτι ὅλη μας ἡ ἐπίγειος ζωὴ ἀποτελεῖ μίαν πορείαν, μίαν συνεχῆ ἐπάνοδο στὸ Φῶς καὶ τὴν Ἀγάπη καὶ τὴν Κοινωνία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ψευδαίσθησις τῶν Πρωτοπλάστων, ὅτι θὰ φθάσουν στὴν Θέωσι μέσῳ τῆς συμβουλῆς τοῦ ὄφεως, ὡδήγησε τὸ Γένος μας στὴν πτῶσι, στὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Φῶς, στὴν εἴσοδο σὲ μία κατάστασι σκότους πνευματικοῦ, σὲ μία –τρόπον τινά– ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὸ Βασίλειο τῆς Ἁγιότητος καὶ τῆς Ἀπαθείας, καὶ ἕναν ἐγκλεισμὸ στὸ βασίλειο τῆς ἐμπαθείας, τοῦ πόνου, τῆς λύπης καὶ τοῦ στεναγμοῦ.
2α. Ἡ ἕλξις τοῦ εἰδώλου μας Στὸ Μήνυμα τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ ἔτους 2018, εἴχαμε ὑπογραμμίσει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἁγία Γέννησις τοῦ Σωτῆρος μας, καὶ ἡ προσωπική μας Ἀναγέννησις ἐν Χριστῷ, μᾶς ὁδηγοῦν ἀπ᾿ εὐθείας ἐνώπιον μιᾶς ἱερᾶς Κλίμακος, μὲ τρεῖς φωτεινὲς Βαθμίδες: “Ἀπαρνησάσθω”: ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας... “ Ἀράτω”: ἀγώνας κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας... “ Ἀκολουθείτω Μοι”: πορεία χωρὶς τὸν ἑαυτό μας...». Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ὁμηρικὴ πάλη μὲ τὸν ἐμπαθῆ ἑαυτό μας, αὐτὴ ἡ ἡρωϊκὴ ἐν Χριστῷ προσπάθεια, προκειμένου νὰ δραπετεύσουμε ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ Φιλαυτία μας, συνιστᾶ μία πορεία λυτρωτική, μία «Εὐλογημένη μυστικὴ ἄρνηση τῆς ἕλξεως ποὺ ἀσκεῖ πάνω μας τὸ εἴδωλό μας».
Αὐτὴ ἡ ἕλξις τοῦ εἰδώλου μας εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς γνησίας ἐν Χριστῷ Ἀγάπης, ἀναιρεῖ τὴν Φιλανθρωπία καὶ τὴν Φιλοθεΐα. Μὲ ὅσα ἔχουμε ἀναφέρει στὶς προηγούμενες ταπεινὲς Ὁμιλίες μας, γιὰ τὶς Θεμελιώδεις Ἀρχὲς τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, οὐσιαστικὰ ὑπογραμμίσαμε, μὲ ἰδιαίτερα μάλιστα ἔμφασι, ὅτι «Ἡ ἀληθινὴ δομὴ τῆς Ἀγάπης εἶναι ὁ Σταυρός. Ὑπάρχει ὁ κάθετος ἄξονας τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό, καὶ ὁ ὁριζόντιος ἄξονας τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν Πλησίον. Πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ δύο ἄξονες, οἱ ὁποῖοι τεμνόμενοι, σχηματίζουν τὸν Σταυρό. Καὶ “Σταυρὸς” σημαίνει “νὰ πεθάνης”. Καὶ ὁ “θάνατος ἀπὸ Ἀγάπη” σημαίνει “Ἀνάστασι καὶ Νέα Ζωή”». Θὰ ἤθελα λοιπὸν ἀπόψε νὰ φωτίσουμε περισσότερο τὸ πάθος τῆς Φιλαυτίας ἢ Αὐταρεσκείας ἢ Αὐτο-ειδωλολατρίας, ἐφ᾿ ὅσον ἡ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ περίφημη Αὐτογνωσία, διὰ τῆς σταυρικῆς Ταπεινώσεως, τῆς βαθειᾶς Αὐτομεμψίας καὶ τῆς ὑψοποιοῦ Μετανοίας, μᾶς ὁδηγεῖ σταδιακὰ στὴν φωτιστικὴ Θεογνωσία, στὴν Θέωσι.
Ἐπικαλοῦμαι, ὅπως πάντα, τὴν εὐλογία τοῦ Ἀειμνήστου Πατρός, Γέροντος καὶ Μητροπολίτου μας † Κυπριανοῦ, ὡς καὶ τὶς πολύτιμες προσευχές Σας, προκειμένου νὰ συμβάλουμε ἀπόψε στὴν αὔξησι τοῦ θεαρέστου ζήλου, τοῦ ζήλου γιὰ τὴν κατεδάφισι τοῦ εἰδώλου τοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ φρικτοῦ πάθους τῆς Φιλαυτίας, τοῦ δαιμονικοῦ Ναρκισσισμοῦ. Ἡ Προστασία τῆς Θεοτόκου νὰ εἶναι μαζί μας!... «Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου». (Ψαλμ. ν΄ 17)
β. Ἀνατομία τοῦ Ναρκισσισμοῦ Ὑποθέτω, ὅτι ὅλοι ἔχετε ὑπ᾿ ὄψιν Σας τὸν μῦθο γιὰ τὸν Νάρκισσο, ἀλλὰ θὰ κάνω μία περιληπτικὴ ἀναφορά, προκειμένου νὰ γίνουν κατανοητὰ ὅσα θὰ ἐπακολουθήσουν. Ὁ Νάρκισσος, σύμφωνα μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Μυθολογία, ἦταν ἕνας πανέμορφος νέος ἀπὸ τὴν Βοιωτία, υἱὸς τῆς Νύμφης Λειριώτης καὶ τοῦ ποταμοῦ Κηφισοῦ. Κάποτε, εἶδε τὸ πρόσωπό του στὰ νερὰ κάποιας πηγῆς στὶς Θεσπιές. Ἔτσι, «ἀνακάλυψε» τὴν ὀμορφιά του, ἡ ὁποία τὸν ἔθελξε τόσο πολύ, ὥστε ἐρωτεύθηκε τὸν ἑαυτό του, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ αὐτοθαυμαζόμενος στὸ κάτοπτρο τῶν ὑδάτων. Βύθισε τὸ χέρι του στὰ νερά, γιὰ νὰ πιάση τὸ εἴδωλό του, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε. Ἀπόμεινε στὴν θέσι αὐτὴ αὐτοθαυμαζόμενος. Τὸ ἀνικανοποίητο πάθος γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν ὡδήγησε στὸν μαρασμὸ καὶ στὸν θάνατο. Στὴν θέσι του φύτρωσε ἕνα ὡραῖο ἄνθος, ὁ νάρκισσος.
Ἀπὸ τὸν μῦθο αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔχει μία ποικιλία ἐκδοχῶν, γεννήθηκε ὁ ὅρος «Ναρκισσισμός», ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διακρίνονται γιὰ τὴν Φιλαυτία τους, τὴν Αὐταρέσκεια, τὸν Αὐτοθαυμασμό, τὴν Αὐτολατρία, τὴν Ἀνθρωπαρέσκεια, τὴν Φιλαρέσκεια, τὴν Mαταιοδοξία, τὴν Ἀλαζονεία, τὸν Ἐγωκεντρισμό, τὴν Ἐγωπάθεια, τὴν Αὐτοπροβολή, τὴν Αὐτο-εξιδανίκευσι, τὴν Αὐτο-απασχόλησι, τὴν Αὐτοκολακεία, τὴν Αὐτο-εκτίμησι, τὴν Ἐγωμανία, τὴν Ἐγωλατρία... Θὰ μποροῦσα νὰ προσθέσω: τὴν Ὑπεροψία, τὴν Ἔπαρσι, τὴν Οἴησι, τὴν Κομπορρημοσύνη, τὴν Μεγαλαυχία, τὴν Ξυπασιά....
Ὁ Ναρκισσισμὸς δὲν εἶναι μία διαστροφή, μὲ τὴν ὁποία ἀσχολοῦνται μόνον οἱ Ψυχίατροι, οἱ Ψυχολόγοι-Ψυχαναλυτὲς καὶ Ψυχοθεραπευτές· εἶναι ἕνα πάθος πολύμορφο, τὸ ὁποῖο ἀναλύουν καὶ ἀνατέμνουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες στὰ θεόπνευστα Κείμενά τους, αἰῶνες πρὶν ἀσχοληθοῦν οἱ σύγχρονοί μας ἐπιστήμονες. Ὁ Ναρκισσισμὸς συνυφαίνεται μὲ κάθε ἐκδήλωσι τῆς ζωῆς, τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἔχη θέσει τὴν σφραγῖδα του σὲ ὅλες τὶς συνιστῶσες τῆς σύγχρονης ζωῆς καὶ νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὸν Πολιτισμὸ τοῦ Ναρκισσισμοῦ, γιὰ τὴν Ἐποχὴ τοῦ Ἐγώ, γιὰ τὴν Ναρκισσιστικὴ Ἰδεολογία, γιὰ τὸν Συλλογικὸ Ναρκισσισμό, γιὰ τὸν Ναρκισσισμὸ στὰ Κοινωνικὰ Δίκτυα, γιὰ τὴν Κουλτούρα τῆς Αὐτολατρίας... Σήμερα τὰ νερὰ τῆς πηγῆς, στὰ ὁποῖα καθρεπτίσθηκε ὁ Νάρκισσος, εἶναι οἱ ὀθόνες, οἱ φορητὲς καὶ οἱ σταθερές, ποὺ ἔχουν κατακλύσει τὸν κόσμο· ὥστε νὰ ἐπαληθεύεται πλήρως ἡ διαπίστωσις τοῦ μακαριστοῦ Παπαδιαμάντη: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρίας».
Μία πρόσφατος ἱσπανικὴ Μελέτη, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε σὲ 591 ἐφήβους καὶ τοὺς γονεῖς τους, ἀπέδειξε ὅτι ὁ Ναρκισσισμὸς ἀποτελεῖ τὸν «σπόρο τῆς βίας ἀπὸ τὰ παιδιὰ πρὸς τοὺς γονεῖς τους». «Ὁ καθρέφτης μετατρέπεται σὲ ἕνα ἀντικείμενο, ποὺ χωρὶς αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν. Ἐρωτεύονται τὸ εἴδωλό τους καὶ πιστεύουν, ὅτι ἀξίζουν εἰδικὴ μεταχείριση, ἐνῶ δὲν διστάζουν νὰ γίνουν ἐπιθετικοί, ἂν δὲν τὴν ἀποκτήσουν». Ἂν εἴχαμε ἐνώπιόν μας ἕνα εἰλικρινὲς θῦμα τοῦ Ναρκισσισμοῦ, θὰ ὁμολογοῦσε –ἴσως καὶ μὲ ἀναιδῆ ἐπιθετικότητα– τὰ ἑξῆς: «Θέλω νὰ πάρω ἀπὸ τὸν ἄλλο τὴν αἴσθησι ὅτι ἀξίζω - ὅτι μὲ θέλει - ὅτι τοῦ εἶμαι ἐπιθυμητός - ὅτι τοῦ εἶμαι ἀναγκαῖος· θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου σημαντικόν· κατὰ βάθος περιφρονῶ - ὑποτιμῶ - ἀπαξιώνω τὸν ἄλλο·
δικαιοῦμαι ἀναγνώρισι καὶ ἰδιαίτερα προνόμια· ὅ,τι προσφέρω στοὺς ἄλλους εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος· ἀπαιτῶ τὴν προσοχή - τὸν θαυμασμό - τὴν ἀναγνώρισι τοῦ περιγύρου μου· ἀναμένω τὴν εὐγνωμοσύνη τῶν ἄλλων· εἶναι αὐτονόητο δικαίωμά μου ἡ εὔνοια τῶν ἄλλων· ἔχω σφοδρὴ ἐπιθυμία γιὰ προσοχὴ καὶ θαυμασμό· περιφρονῶ τοὺς ἄλλους καὶ ἀδιαφορῶ γι᾿ αὐτούς, διότι –ὡς ἀντίπαλοι– φθονοῦν τὴν πολυειδῆ καὶ αὐτονόητη ἀνωτερότητά μου· δὲν χρεωστῶ σὲ κανέναν τίποτε - οἱ πάντες μοῦ 5 ὀφείλουν· ἀπεχθάνομαι ὁποιοδήποτε πλαίσιο ἀμφισβητεῖ τὸ μεγαλειῶδες τῆς προσωπικότητός μου!...». Τελικά, αὐτὴ ἡ ὑπερ-συγκέντρωσις τοῦ ἐμπαθοῦς αὐτοῦ ἀνθρώπου στὸν ἑαυτό του, δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ ναρκισσευόμενος προτιμᾶ τὴν ἀπόσυρσι καὶ τὴν μοναξιά· ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο: «Ἀναζητᾶ τὸ πλῆθος, ἀναζητᾶ θαυμαστές, ἐπιδοκιμαστὲς ἢ ἀκόμη καὶ ἐπικριτὲς τοῦ εἰδώλου του –ἀρκεῖ νὰ ἀσχολοῦνται μ᾿ αὐτόν– γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μόνος».
Ἐν τούτοις, ὁ Νάρκισσος, ὁ Αὐτάρεσκος μένει θλιβερὰ μόνος. «Κανένας δὲν ἑλκύεται ἀπὸ αὐτὸν ποὺ κατασκευάζει “καθρέφτες” γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ βλέπει τοὺς ἄλλους σὰν “καθρέφτες” του». Ἔτσι μόνος καὶ αὐτο-θαυμαζόμενος, διαλύεται στὸν βωμὸ τῆς αὐτο-λατρίας του. Ἐδῶ προλαμβάνω μία ἔνστασι: Μήπως εἶναι ὑπερβολικὲς αὐτὲς οἱ ἀναλυτικὲς ἀναφορὲς στὸν Ναρκισσισμό;...
Μήπως αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ ἀφοροῦν μόνον τὶς ἐπώνυμες διασημότητες, τὴν βιομηχανία τοῦ θεάματος;... Ἀσφαλῶς, ὄχι!... Ὅπως προανέφερα, ὁ Ναρκισσισμὸς δίδει τὸ παρὼν σὲ κάθε ἐκδήλωσι τῆς ζωῆς: «Συχνὰ ἀδιόρατος παρασύρει τὸν ἄνθρωπο ν᾿ ἀντικατοπτρίζει παντοῦ τὸ εἴδωλό του. Ὑστερα τὸν ρίχνει στὴν ἀσφυκτικὴ παγίδα τῆς Αὐταρέσκειας, τῆς Αὐτοϊκανοποίησης καὶ τοῦ Αὐτο-θαυμασμοῦ».
γ. Κενοδοξία καὶ Ὑπερηφάνεια Ὁ Ναρκισσισμὸς εἰσδύει, ἂς μὴ φανῆ ὑπερβολή, ἀκόμη καὶ στὰ ἱερώτερα τῆς ὑπάρξεώς μας: στὴν ἐν Χριστῷ Ζωή, στὴν σχέσι καὶ ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεό. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια περιγράφουν τὶς λεπτὲς ἐκφάνσεις τοῦ συνωνύμου μὲ τὸν Ναρκισσισμὸ πάθους τῆς Κενοδοξίας, τὸ ὁποῖο καλλιεργούμενο φθάνει στὴν μισόθεη Ὑπερηφάνεια. Προτοῦ ὅμως νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ἐνδεικτικὲς πατερικὲς ἀναλύσεις, θὰ Σᾶς διαβάσω ἕνα σύγχρονό μας γεγονός, ἀρκετὰ πρακτικὸ καὶ ὠφέλιμο. «Κάποτε, ἕνας Ἱερεὺς μὲ ἔντονη ἐνοριακὴ δρᾶσι καὶ μὲ πλῆθος ἔργων κοινωνικῆς πρόνοιας, κηρυγμάτων καὶ πολλαπλῆ δημιουργία διαφόρων κύκλων μελέτης Ἁγίας Γραφῆς, διηγήθηκε τὰ ἑξῆς. Εἶχε ἕναν συνάδελφο Λειτουργὸ τοῦ Ὑψίστου, ποὺ ἦταν λίαν κακόφωνος καὶ τὸν ὁποῖον συνεχῶς κορόϊδευε.
Ὁ ἴδιος πίστευε, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἔργου του καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκκλησιαζομένων ὠφείλοντο ἀποκλειστικὰ στὶς δικές του προσπάθειες, καὶ ὑπερηφανευόταν γι᾿ αὐτές. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ ἐν λόγῳ Ἱερεύς, τὸν ὁποῖον κορόϊδευε, εἰρωνευόταν καὶ περιφρονοῦσε, εἶδε στὸν ὕπνο του ὕστερα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἕναν Ἄγγελο Κυρίου νὰ παρουσιάζεται ἐνώπιόν του, νὰ τὸν κοιτάζη μὲ πολλὴ αὐστηρότητα, νὰ τὸν ἁρπάζη ἀπὸ τὰ γένεια, νὰ τὸν ταρακουνᾶ καὶ συγχρόνως νὰ τοῦ λέη: Δὲν ντρέπεσαι; Μάθε το μιὰ γιὰ πάντα: Ὅλη ἡ ἐπιτυχία τῶν δῆθεν ἔργων σου ὠφείλετο στὶς προσευχὲς τοῦ ἀδελφοῦ σου ποὺ περιφρονοῦσες, ὁ ὁποῖος νυχθημερὸν προσευχόταν καὶ γιὰ τὸν φωτισμό σου καὶ γιὰ τὸ ἔργο σου! Ξύπνησε τρομαγμένος, τοῦ ἔκαμε Σαρανταλείτουργο καὶ πήγαινε ἐπὶ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο καὶ κάθε ἡμέρα τοῦ διάβαζε Τρισάγιο.
Ἀπὸ τότε ἄλλαξε στάσι καὶ τὴν νοοτροπία τῶν λογισμῶν του, ὅτι δῆθεν μόνον τὰ ἔργα σώζουν τὸν ἄνθρωπο» [«ἐργοσωτηρία»]. (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, «Τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς», σελ. 198-199, Πειραιὰς 20142 ) •●• 1. Ὅσιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος († 435) Γράφων ὁ περίφημος αὐτὸς Ὅσιος «πρὸς Κάστορα Ἐπίσκοπον περὶ τῶν ὀκτὼ τῆς κακίας Λογισμῶν», ἀναλύει παραστατικώτατα τὸν « ἕβδομον ἡμῖν ἀγῶνα, πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Κενοδοξίας». «Πολύμορφον τοῦτο καὶ λεπτότατον πάθος, καὶ οὐ ταχέως, οὐδὲ ὐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ πειραζομένου, καταλαμβανόμενον. Καὶ γὰρ τῶν ἄλλων παθῶν αἱ προσβολαὶ φανερώτεραι τυγχάνουσιν καὶ εὐκολωτέραν πως τὴν πρὸς αὐτὰς μάχην ἔχουσι, τῆς ψυχῆς ἐπιγινωσκούσης τὸ πολέμιον καὶ διὰ τῆς ἀντιρρήσεως καὶ προσευχῆς τοῦτον εὐθέως ἀνατρεπούσης.
Ἡ δὲ τῆς κενοδοξίας κακία, πολύμορφος οὖσα, καθὰ ἔρχεται, δυσκαταγώνιστος τυγχάνει. Καὶ γὰρ ἐν παντὶ ἐπιτηδεύματι, καὶ ἐν φωνῇ καὶ λόγῳ καὶ σιωπῇ καὶ ἐν ἔργῳ καὶ ἀγρυπνίᾳ καὶ ἐν νηστείαις καὶ ἐν εὐχῇ καὶ ἐν ἀναγνώσεσι καὶ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ μακροθυμίᾳ. Διὰ πάντων γὰρ τούτων ἐπιχειρεῖ τὸν στρατιώτην τοῦ Χριστοῦ κατατοξεύειν. Καὶ γάρ, ὅντινα μὴ δυνηθῇ πολυτελείᾳ ἐνδυμάτων πρὸς κενοδοξίαν ἀπατῆσαι, τοῦτον δι᾿ εὐτελοῦς ἐσθῆτος ἐπιχειρεῖ πειράζειν. Καὶ ὃν οὐκ ἠδυνήθη διὰ τιμῆς ἐπᾶραι, τοῦτον διὰ τοῦ φέρειν δῆθεν ἀτιμίαν εἰς ἀπόνοιαν αἴρει. Καὶ ὃν οὐ ἠδυνήθη πεῖσαι δι᾿ ἐπιστήμην λόγων κενοδοξεῖν, διὰ σιωπῆς ὡς ἥσυχον δῆθεν δελεάζει. Καὶ ὃν οὐκ ἠδυνήθη πεῖσαι διὰ πολυτελείας βρωμάτων χαυνῶσαι, τοῦτον διὰ νηστείας πρὸς ἔπαινον ἐκλύει. Καὶ ἁπλῶς πᾶν ἔργον, πᾶν ἐπιτήδευμα, πρόφασιν πολέμου παρέχει τῷ πονηρῷ τούτω δαίμονι.
Ἔτι δὲ πρὸς τούτοις καὶ κλῆρον φαντάζεσθαι ὑποβάλλει. Μέμνημαι γάρ τινος Γέροντος, ἡνίκα ἐν τῇ Σκήτῃ διέτριβον, ἀπελθόντος εἰς κέλλαν τινὸς ἀδελφοῦ, ἐπισκέψεως χάριν, ὃς πλησιάσας αὐτοῦ τῇ θύρᾳ, ἀκούει ἔνδον λαλοῦντος αὐτοῦ· καὶ νομίσας ὁ Γέρων ἀπὸ Γραφῆς αὐτὸν μελετᾶν, ἔστη ἀκρουώμενος· καὶ αἰσθάνεται παραφρονοῦντος ὑπὸ τῆς κενοδοξίας καὶ ἑαυτὸν χειροτονοῦντος Διάκονον καὶ τοῖς Κατηχουμένοις ἀπόλυσιν παρέχοντος. Ὡς οὖν ἤκουσε τούτων ὁ Γέρων, ὠθήσας τὴν θύραν εἰσῆλθε καὶ ἀπαντήσας αὐτῷ ὁ ἀδελφός, προσεκύνησε κατὰ τὸ ἔθος καὶ ἠξίου μαθεῖν παρ᾿ αὐτοῦ, εἰ πολλὴν ὥραν ἔχει πρὸς τὴν θύραν ἱστάμενος· ὁ δὲ Γέρων χαριέντως πρὸς αὐτὸν ἀπεκρίθη· “Ἄρτι, φησίν, ἦλθον, ὅτε σὺ τὴν ἀπόλυσιν τοῖς Κατηχουμένοις ἐπετέλεις”. Ὁ δὲ Ἀδελφός, ταῦτα ἀκούσας, ἔπεσε παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Γέροντος καὶ παρεκάλει αὐτὸν εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅπως ῥυσθῇ ταύτης τῆς πλάνης. Τούτων δὲ ἐμνήσθην, δεῖξαι βουλόμενος, καὶ εἰς πόσην ἀναισθησίαν φέρει τὸν ἄνθρωπον οὗτος ὁ δαίμων.
Ὁ βουλόμενος τοίνυν τελείως ἀθλῆσαι καὶ τὸν τῆς δικαιοσύνης στέφανον τελείως ἀναδήσασθαι, πᾶσι τρόποις σπουδάσει τὸ πολύμορφον τοῦτον θηρίον νικῆσαι. Πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων πάντοτε τὸ ὑπὸ τοῦ Δαβὶδ εἰρημένον· “Κύριος διεσκόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων”. Καὶ μηδὲν ποιείτω περιβλεπτόμενος τὸ τῶν ἀνθρώπων ἔπαινον. Ἀλλὰ τὸν παρὰ τοῦ Θεοῦ μισθὸν μόνον ἐπιζητείτω· καὶ ἀπορρίπτων ἀεὶ τοὺς ἐπερχομένους ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ λογισμοὺς καὶ ἐπαινοῦντας αὐτόν, ἐξουδενούτω ἑαυτὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· οὕτως γὰρ δυνήσεται, σὺν Θεῷ, ἀπαλλαγῆναι τοῦ πνεύματος τῆς κενοδοξίας». (Φιλοκαλία, τ. Α΄, σελ. 78-79, ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι 1957) «Ἡ κενοδοξία εἶναι πάθος πολύμορφο καὶ πολὺ λεπτὸ καὶ δὲν τὸ ἐννοεῖ γρήγορα οὔτε ἐκεῖνος ποὺ πειράζεται ἀπὸ αὐτό. Ἐπειδὴ οἱ προσβολὲς τῶν ἄλλων παθῶν εἶναι πιὸ φανερὲς καὶ εὐκολότερα καταπολεμοῦνται, καθὼς ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τὸν ἐχθρὸ καὶ μὲ τὴν ἀντίρρηση στὶς προσβολές του καὶ τὴν προσευχή, ἀμέσως τὸν ἀνατρέπει.
Ἡ κενοδοξία ὅμως, μὲ τὸ νὰ εἶναι πολύμορφη ὅπως εἴπαμε, δύσκολα νικιέται. Γιατὶ φανερώνεται σὲ κάθε πράξη καὶ σὲ φωνὴ καὶ σὲ λόγο καὶ σὲ σιωπὴ καὶ σὲ ἔργο καὶ σὲ ἀγρυπνία καὶ σὲ νηστεία καὶ σὲ προσευχὴ καὶ σὲ πνευματικὲς ἀναγνώσεις καὶ σὲ ἡσυχία καὶ σὲ μακροθυμία. Μὲ ὅλα αὐτὰ προσπαθεῖ νὰ προσβάλλει τὸν στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ. Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ ἀπατήσει στὴν κενοδοξία μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν ρούχων, δοκιμάζει νὰ τὸν πειράξει μὲ τὸ φτωχικὸ ροῦχο. Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ πολεμήσει μὲ τὴν τιμή, τὸν πολεμᾶ μὲ τὸ νὰ νομίζει, ὅτι ὑπομένει τὴν ἀτιμία. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ καταφέρει στὴν κενοδοξία μὲ τὴν γνώση τῶν λόγων, τὸν δελεάζει μὲ τὴν σιωπή, νὰ κενοδοξεῖ δῆθεν ὡς ἥσυχος. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ φέρει σὲ χαλαρότητα μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν τροφῶν, τὸν κάνει νὰ ἐπιζητεῖ τὸν ἔπαινο μὲ τὴν νηστεία.
Καὶ γενικὰ κάθε ἔργο, κάθε ἀπασχόληση δίνει ἀφορμὴ στὸν πονηρὸ αὐτὸ δαίμονα. Ἀκόμη αὐτὸς ὑποβάλλει ἐπιθυμία γιὰ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Θυμᾶμαι κάποιον Γέροντα, ὅταν ἤμουν στὴ Σκήτη, ποὺ πῆγε στὸ κελλὶ ἑνὸς ἀδελφοῦ γιὰ ἐπίσκεψη, καὶ ἀφοῦ πλησίασε τὴν πόρτα, τὸν ἄκουσε νὰ μιλάει 9 ἀπὸ μέσα. Ὁ γέροντας νόμισε ὅτι μελετᾶ κάτι ἀπὸ τὴν Γραφὴ καὶ στάθηκε γιὰ νὰ ἀκούσει. Κατάλαβε τότε ὅτι ὁ ἀδελφὸς εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὰ λογικά του ἀπὸ κενοδοξία καὶ χειροτονοῦσε τὸν ἑαυτό του διάκονο καὶ ἔκανε ἀπόλυση τῶν Κατηχουμένων. Ὅταν λοιπὸν ὁ Γέροντας τὰ ἄκουσε αὐτά, ἔσπρωξε τὴν πόρτα καὶ μπῆκε. Ὁ ἀδελφός, ἀφοῦ τὸν ὑποδέχθηκε, τὸν προσκύνησε κατὰ τὴν συνήθεια καὶ τὸν ἐρώτησε νὰ μάθει ἂν στεκόταν πολλὴ ὥρα ἐμπρὸς στὴν πόρτα.
Ὁ Γέροντας μὲ χαριτωμένο τρόπο τοῦ εἶπε: “Τώρα ἦρθα, ὅταν ἔκανες τὴν ἀπόλυση τῶν Κατηχουμένων”. Ὁ ἀδελφὸς μόλις τὸ ἄκουσε, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Γέροντα καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ προσευχηθεῖ γι᾿ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πλάνη. Αὐτὸ τὸ θυμήθηκα γιὰ νὰ δείξω σὲ πόση ἀναισθησία φέρνει τὸν ἄνθρωπο αὐτὸς ὁ δαίμονας. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ πολεμήσει τέλεια καὶ νὰ στεφανωθεῖ μὲ τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ φροντίσει νὰ νικήσει τὸ πολύμορφο αὐτὸ θηρίο, ἔχοντας πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ ρητὸ τοῦ Δαβίδ: “Ὁ Κύριος διασκόρπισε τὰ ὀστᾶ τῶν ἀνθρωπαρέσκων” (Ψαλμ. νβ΄ 6). Καὶ νὰ μὴν κάνει τίποτε ἐπιδιώκοντας τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο, ἀλλὰ νὰ ἐπιζητεῖ τὴν ἀμοιβὴ μόνο ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ ἀποβάλλοντας πάντοτε τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔρχονται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ἐπαινοῦν, νὰ ἐξουθενώνει τὸν ἑαυτό του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θὰ μπορέσει μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς κενοδοξίας». (Φιλοκαλία, τ. Α΄, σελ. 108-109, «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», ἔκδ. δ΄-1993, Θεσσαλονίκη)
Καὶ συνεχίζει ὁ Ὅσιος Κασσιανός, ἀναλύων τὸν «ὄγδοον ἡμῖν ἀγῶνα κατὰ τοῦ πνεύματος τῆς Ὑπερηφανίας». «Χαλεπώτατος οὗτος καὶ πάντων τῶν προτέρων ἀγριώτερος. Τοὺς τελείους μάλιστα πολεμῶν καὶ σχεδὸν τοὺς εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀρετῶν ἀναβεβηκότας ἐπιχειρῶν καταστρέφειν. Καὶ καθάπερ νόσος λοιμικὴ καὶ φθορο- 10 ποιός, οὐχ ἓν μέλος τοῦ σώματος , ἀλλ᾿ ὅλον διαφθείρει· οὕτως ἡ ὑπερηφανία, οὐ μέρος τῆς ψυχῆς , ἀλλὰ πᾶσαν αὐτὴν διαφθείρει. Καὶ τῶν μὲν ἄλλων παθῶν ἕκαστον, εἰ καὶ ταράσσει τὴν ψυχήν, ἀλλὰ πρὸς μίαν τὴν ἀντικειμένην αὐτῷ ἀρετὴν πολεμοῦν καὶ ταύτην νικῆσαι φιλονεικοῦν, ἐκ μέρους ἐπισκοτοῖ τὴν ψυχὴν καὶ ταράσσει αὐτήν· τὸ δὲ τῆς ὑπερηφανίας πάθος πᾶσαν αὐτὴν σκοτοῖ καὶ εἰς ἐσχάτην πτῶσιν κατάγει. Καὶ ἵνα σαφέστερον νοήσωμεν τὸ εἰρημένον, σκοπήσωμεν οὕτως.
Ἡ γαστριμαργία, ἐγκράτειαν σπουδάζει διαφθείρειν· ἡ πορνεία, τὴν σωφροσύνην· ἡ φιλαργυρία, τὴν ἀκτημοσύνην· ὁ θυμός, τὴν πρᾳότητα· καὶ τὰ λοιπὰ τῆς κακίας εἴδη, τὰς ἐναντίας ἀρετάς. Ἡ δὲ τῆς ὑπερηφανίας κακία, ὅταν κυριεύσῃ τῆς ἀθλίας ψυχῆς, ὥσπερ χαλεπώτατος τύραννος, μεγάλην πόλιν καὶ ὑψηλὴν παραλαβών, ὅλην αὐτὴν καταστρέφει καὶ ἕως θεμελίων κατασκάπτει. Καὶ μάρτυς τούτου ὁ Ἄγγελος ἐκεῖνος, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσὼν διὰ τὴν ὑπερηφανίαν· ὃς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κτισθεὶς καὶ πάσῃ ἀρετῇ καὶ σοφίᾳ κατακοσμηθείς, οὐ τῇ τοῦ Δεσπότου Χάριτι ἠβουλήθη ταῦτα ἐπιγράφειν, ἀλλὰ τῇ ἰδίᾳ φύσει. Ὅθεν καὶ ἴσον ἑαυτὸν ὑπελάμβανε τοῦ Θεοῦ εἶναι. Καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἐνθύμησιν ἐλέγχων ὁ Προφήτης ἔλεγεν· Εἶπας ἐν τῇ καρδίᾳ σου, καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ· θήσω τὸν θρόνον μου ἐπὶ τῶν νεφελῶν καὶ ἔσομαι ὅμοιος τῷ ῾Υψίστῳ· σὺ δὲ ἄνθρωπος εἶ καὶ οὐ Θεός. Καὶ πάλιν ἄλλος Προφήτης λέγει·
Τί ἐγκαυχᾷ ἐν κακίᾳ ὁ δυνατός, καὶ τὰ ἑξῆς τοῦ Ψαλμοῦ. Ταῦτα τοίνυν γινώσκοντες, φοβηθῶμεν καὶ πάσῃ φυλακῇ τηρήσωμεν τὴν ἑαυτῶν καρδίαν ἀπὸ τοῦ θανατηφόρου πνεύματος τῆς ὑπερηφανίας· ἐπιλέγοντες ἑαυτοῖς ἀεὶ τὸ τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν ἀρετήν τινα κατορθώσωμεν, τό, οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ Κυρίου εἰρήμενον· ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποεῖν οὐδέν· καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ Προφἠτου εἰρήμενον· Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες. Καὶ τό, οὐ τοῦ θέλοντος, οὔτε τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ. Καὶ γὰρ εἰ καὶ μάλιστα ἔσται τις ζέων τῇ προθυμίᾳ καὶ σπουδαῖος τῇ προαιρέ- 11 σει, σαρκὶ συνδεδεμένος καὶ αἵματι, οὐ δυνήσεται πρὸς τελειότητα φθάσαι, εἰ μὴ τῷ Ἐλέει τοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ Χάριτι Αὐτοῦ. Καὶ γὰρ ὁ Ἰάκωβός φησι, πᾶσα δόσις ἀγαθή, ἄνωθέν ἐστιν. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος·
Τί γὰρ ἔχεις, ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών, ἀλλ᾿ ὡς ἐπὶ ἰδίοις ἐπαιρόμενος; Ὅτι δὲ Χάριτι καὶ Ἐλέει Θεοῦ ἡ σωτηρία ἡμῖν προσγίνεται, μάρτυς ἀληθὴς ὁ λῃστὴς ἐκεῖνος· ὃς οὐκ ἀρετῆς ἆθλον τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἐκομίσατο, ἀλλὰ Χάριτι Θεοῦ καὶ Ἐλέει. Ταῦτα οἱ Πατέρες ἡμῶν ἐπιστάμενοι πάντες, μιᾷ γνώμῃ παραδεδώκασι, μὴ ἄλλως δύνασθαι πρὸς τελείωσιν ἀρετῆς φθάσαι, εἰ μὴ διὰ τῆς ταπεινώσεως· ἥτις ἀπὸ πίστεως καὶ φόβου Θεοῦ καὶ πρᾳότητος καὶ τελείας ἀκτημοσύνης προσγίνεσθαι πέφυκε· δι᾿ ὧν καὶ ἡ τελεία Ἀγάπη κατορθοῦται. Χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ᾯ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν». (ΑΣΤΗΡ, ἐνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 79-80) «Φοβερότατος αὐτὸς ὁ ἀγώνας καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς προηγούμενους ἀγριότερος. Αὐτὸς πολεμᾶ προπάντων τοὺς τέλειους καὶ προσπαθεῖ νὰ καταστρέφει ἐκείνους ποὺ ἀνέβηκαν σχεδὸν στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν. Καὶ ὅπως μιὰ κολλητικὴ καὶ θανατηφόρα ἀρρώστια δὲν καταστρέφει ἕνα μέλος τοῦ σώματος, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ ἡ ὑπερηφάνεια ὄχι μόνον ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν καταστρέφει.
Καὶ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη, ἂν καὶ ταράζει τὴν ψυχή, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ πολεμᾶ μιὰ μόνο ἀρετή, ἐκείνη ποὺ εἶναι ἀντίθετή του, καὶ νὰ προσπαθεῖ αὐτὴ νὰ νικήσει, σκοτίζει καὶ ταράζει τὴν ψυχὴ ἐν μέρει. Ἐνῶ τὸ πάθος τῆς ὑπερηφάνειας σκοτίζει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ρίχνει σὲ τέλεια πτώση. Γιὰ νὰ ἐννοήσουμε καλύτερα τὰ λεγόμενα, ἂς σκεφτοῦμε ὡς ἑξῆς: Ἡ γαστριμαργία προσπαθεῖ νὰ διαφθείρει τὴν ἐγκράτεια· ἡ πορνεία, τὴν σωφροσύνη· ἡ φιλαργυρία τὴν ἀκτημοσύνη· ὁ θυμός, τὴν πραότητα· καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ εἴδη τῆς κακίας, τὶς ἀντίθετες ἀρετές. 12 Ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως, ὅταν κυριεύσει τὴν ἄθλια ψυχή, σὰν φοβερότατος τύρρανος ποὺ κατέλαβε μιὰ μεγάλη καὶ δοξασμένη πόλη, τὴν καταστρέφει ὁλόκληρη καὶ τὴν κατεδαφίζει ἀπὸ τὰ θεμέλια. Μάρτυρας γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὁ ἄγγελος ἐκεῖνος ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειάς του, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στολίστηκε ἀπὸ Αὐτὸν μὲ κάθε ἀρετὴ καὶ σοφία, δὲν θέλησε νὰ τὰ ἀποδίδει ὅλα αὐτὰ στὸν Κύριο, ἀλλὰ στὴν δική του φύση.
Καὶ ἔτσι νόμιζε ὅτι εἶναι ἴσος μὲ τὸν Θεό. Ἐλέγχοντας αὐτὴν τὴν σκέψη του, ὁ Προφήτης ἔλεγε: «Σὺ εἶπες μὲ τὸ νοῦ σου· θὰ καθήσω πάνω σὲ ψηλὸ βουνό, θὰ στήσω τὸ θρόνο μου πάνω στὰ σύννεφα, θὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Ὕψιστο. Καὶ ὅμως ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος καὶ ὄχι θεός» (Ἡσ. ιδ΄ 13). Καὶ πάλι ἄλλος προφήτης λέει: «Γιατί καυχιέται μέσα στὴν κακία του ὁ δυνατός;» (Ψαλμ. να΄ 1). Γνωρίζοντας αὐτά, ἂς φοβηθοῦμε καὶ μὲ κάθε προσοχὴ ἂς φυλάξομε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὸ θανατηφόρο πνεῦμα τῆς ὑπερηφάνειας, λέγοντας πάντοτε στὸν ἑαυτό μας, ὅταν κατορθώσομε κάποια ἀρετή, τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου: «Ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι μαζί μου» (Α΄ Κορινθ. ιε΄ 10), καὶ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ὅτι χωρὶς τὴν βοήθειά Μου, δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε» (Ἰωάν. ιε΄ 5). Ἐπίσης, τὸ λόγο τοῦ Προφήτη: «Ἂν ἕνα σπίτι δὲν τὸ οἰκοδομήσει ὁ Κύριος, μάταια κουράστηκαν οἱ οἰκοδόμοι» (Ψαλμ. ρκϚ΄ 1), καὶ τό: «Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θέλει, οὔτε ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τρέχει, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ θὰ δείξει Ἔλεος» (Ρωμ. θ΄ 16).
Ἐπειδὴ καὶ ἂν ἀκόμη ἔχει κανεὶς ὁλόθερμη προθυμία καὶ ἀποφασισμένη προαίρεση, ἐφόσον εἶναι δεμένος μὲ σάρκα καὶ αἷμα, δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει τὴν τελειότητα, παρὰ μόνο μὲ τὴν Χάρι καὶ τὸ Ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Ἰάκωβος λέει: «Κάθε ὠφέλιμη δωρεὰ προέρχεται ἀπὸ ψηλὰ» (Ἰακ. α΄ 17). Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τί ἔχεις ποὺ δὲν τὸ πῆρες ἀπὸ τὸ Θεό; Κι᾿ ἂν ἔχεις πάρει, γιατί καυχιέσαι σὰν νὰ μὴν πῆρες (Α΄ Κορνθ. δ΄ 7), ἀλλὰ ὑπερηφανεύεσαι σὰν νὰ εἶναι δικά σου;». Ὅτι μὲ τὴν Χάρι καὶ τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἔρχεται ἡ 13 σωτηρία, εἶναι μάρτυρας ἀληθινὸς ἐκεῖνος ὁ ληστής, ὁ ὁποῖος κέρδισε τὴν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ὄχι ὡς ἀνταμοιβὴ τῆς ἀρετῆς του, ἀλλὰ μὲ τὴν Χάρι καὶ τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Λουκ. κγ΄ 43). Γνωρίζοντας αὐτὰ οἱ Πατέρες μας ὅλοι, μὲ μιὰ γνώμη, μᾶς παρέδωσαν, ὅτι δὲν μποροῦμε διαφορετικὰ νὰ φτάσομε στὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, παρὰ μόνο μὲ τὴν ταπείνωση, ἡ ὁποία ἔρχεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν πραότητα καὶ τὴν τέλεια ἀκτημοσύνη. Μὲ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς κατορθώνεται καὶ ἡ τέλεια Ἀγάπη, μὲ τὴν Χάρι καὶ τὴν Φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν». («Περιβόλι τῆς Παναγίας», ἐνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 109-111)
2. Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος († 30.3.600) Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, ὁ καὶ Σιναΐτης, ἀφοῦ στὰ εἰσαγωγικὰ περὶ Κενοδοξίας καὶ Ὑπερηφανίας (Λόγοι ΚΑ΄καὶ ΚΒ΄) προβαίνει σὲ βαθειὲς τομὲς καὶ ἀναλύσεις ἐκπληκτικὲς τοῦ δι-προσώπου αὐτοῦ πάθους τῆς Οἰήσεως καὶ Αὐταρεσκείας, μᾶς παρουσιάζει ἕνα ἰδεατὸ κριτήριο, μία φοβερὴ ἀνάκρισι, τὴν ὁποία θὰ παρακολουθήσουμε ἐν συνεχείᾳ. Ἀξίζει ὅμως προηγουμένως νὰ ἀναφερθῆ, ὅτι ὁ Ὅσιος Πατέρας μας Ἰωάννης ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ «Κενόδοξός ἐστιν εἰδωλολάτρης πιστός»·«Ὑπερηφανία ἐστὶ Θεοῦ ἄρνησις», «Θεοῦ ἀντίπαλος, βλασφημίας ῥίζα», «δαιμονιῶδες ἦθος»· «ὅπου πτῶμα κατέλαβεν, ἐκεῖ Ὑπερηφανία προεσκήνωσεν»· «Ὑπερήφανός ἐστι ῥόα (ρόδι) σεσηπυΐα (σαπισμένο) μὲν ἔσωθεν, ἔξωθεν δὲ τῇ ὥρᾳ ἀποστίλβουσα (ποὺ γυαλίζει τὸ χρῶμα του)». Καὶ συνεχίζει ὁ Ὅσιος· «Σκώληξ πολλάκις αὐξηθείς, πτεροφυήσας ἀνηνέχθη εἰς ὕψος· καὶ Κενοδοξία τελεσθεῖσα Ὑπερηφανίαν ἔτεκε, τὴν πάντων τῶν κακῶν ἀρχηγὸν καὶ τελείωσιν».
«Ὑπάρχει κάποιο σκουλήκι, τὸ ὁποῖο ἀφοῦ αὐξηθῆ, βγάζει φτερὰ καὶ πετᾶ στὰ ὕψη. Ὁμοίως καὶ ἡ Κενοδοξία σὰν αὐξηθῆ, γεννᾶ τὴν Ὑπερηφανία, ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἡ τελείωσις (ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος) ὅλων τῶν κακῶν». 14 ( Κλῖμαξ, Λόγος ΚΑ΄, §§ Ϛ ΄ καὶ λϚ΄ · Λόγος ΚΒ΄, §§ α΄, β΄, ε΄, κε΄, ἔκδ. ε΄-1992, Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς) Τώρα, ἂς παρακολουθήσουμε τὴν φοβερὰν ἀνάκρισιν, ὅπως πολὺ παραστατικὰ μᾶς τὴν περιγράφει ὁ Ὅσιος: «κη΄. Κατείληφά που τὴν ἀκέφαλον πλάνην πέλουσαν ἐν τῇ ἐμῇ καρδίᾳ καὶ ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς οἰκείας μητρὸς ὀχουμένην· ἃς παγιδεύσας δεσμῷ ὑπακοῆς καὶ μάστιγι εὐτελείας μαστιγώσας, τὴν ἐν ἐμοὶ αὐτῶν εἴσοδον ἐξήταζον λέγειν· διὸ καὶ μαστιζόμεναι ἔλεγον: Ἡμεῖς ἀρχὴν οὐκ ἔχομεν οὐδὲ γέννησιν· ἄρχουσαι γὰρ καὶ γεννήτριαι πάντων τῶν παθῶν καθεστήκαμεν. Πολεμεῖ δὲ ἡμᾶς οὐ μετρίως συντριμμὸς καρδίας ἐν ὑποταγῇ τικτόμενος. Ἄρχεσθαι δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνεχόμεθα· διὸ καὶ οὐρανοῖς ἄρχουσαι γεγονυῖαι, ἐκεῖθεν ἀπεστήκαμεν.
Ἡμεῖς πάντων τῶν ἀντιπραττόντων τῇ ταπεινοφροσύνῃ, συλλήβδην εἰπεῖν, γεννήτριαι καθεστήκαμεν· πάντα γὰρ τὰ ἐκείνῃ συνεργοῦντα, ἡμῖν ἀντίκειται· πλὴν εἰ ἐν οὐρανῷ ἰσχύσαμεν, καὶ ποῦ φεύξῃ ἀπὸ προσώπου ἡμῶν; Ἡμεῖς πολλάκις ἐπ᾿ ἀτιμίαις καὶ ὑπακοῇ καὶ ἀοργησίᾳ καὶ ἀμνησικακίᾳ καὶ διακονίᾳ ἐπακολουθεῖν πεφύκαμεν. Ἡμῶν ἔκγονα, πτώματα πνευματικῶν, ὀργή, καταλαλιά, πικρία, θυμός, κραυγή, βλασφημία, ὑπόκρισις, μῖσος, φθόνος, ἀντιλογία, ἰδιορρυθμία, ἀπείθεια. Ἕν ἐστι καὶ μόνον, ἐν ᾧ ἐπειχειρεῖν οὐκ ἔχομεν δύναμιν· καὶ τοῦτό σοι μαστιζόμεναι λέγομεν: Ἐὰν σεαυτὸν ἐνώπιον Κυρίου εἰλικρινῶς καταμεμφόμενος διατελῇς, ἡμᾶς ὡς ἀράχνην ἡγήσῃ· ἵππος γάρ, ὡς ὁρᾷς, ὑπερηφανίας ἡ κενοδοξία, ἐφ᾿ ἧς ἐπιβέβηκα. Ἡ δὲ ὁσία ταπείνωσις καὶ αὐτομεμψία καταγελάσονται ἵππου καὶ τοῦ ἐπιβάτου αὐτοῦ, τὴν ἐπινίκιον ᾠδὴν ἐμμελῶς ᾄδουσαι· ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλλασαν καὶ ἄβυσσον ταπεινώσεως. (Αὐτόθι, Λόγος ΚΒ΄, § κη΄)
«Συνέλαβα κάποτε τούτη τὴν ἀκέφαλο πλάνη [τὴν Ὑπερηφάνεια] νὰ πλησιάζη πρὸς τὴν καρδιά μου, ἀνεβασμένη ἐπάνω στοὺς ὤμους τῆς μητέρας της [τῆς Κενοδοξίας]. 15 Τὶς ἔδεσα καὶ τὶς δύο μὲ τὰ δεσμὰ τῆς ὑπακοῆς, τὶς ἐμαστίγωσα μὲ τὸ μαστίγιο τῆς εὐτελείας, καὶ ἔτσι τὶς ἀνέκρινα μὲ ποιὸν τρόπον εἰσέρχονται μέσα μου. Καὶ αὐτές, καθὼς ἐμαστιγώνονταν, μοῦ ἔλεγαν: “Ἐμεῖς δὲν ἔχομε οὔτε ἀρχὴ οὔτε γέννηση, διότι εἴμαστε ἀρχηγοὶ καὶ γεννήτορες ὅλων τῶν παθῶν. Ἐμᾶς μᾶς πολεμεῖ ὑπερβολικὰ ἡ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὑποταγή. Ἐμεῖς δὲν ἀνεχόμεθα κανένα νὰ μᾶς ἐξουσιάζη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν λάβαμε ἐξουσία στοὺς Οὐρανούς, ἀπεστατήσαμε ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐμεῖς, μὲ ἕνα λόγο, γεννοῦμε ὅλα τὰ πάθη ποὺ ἀντιστρατεύονται στὴν Ταπεινοφροσύνη, διότι ὅλα ὅσα τὴν εὐνοοῦν εἶναι ἀντιμέτωπά μας. Ἀλλὰ ἀφοῦ καὶ στὸν Οὐρανὸ ἐσημειώσαμε νίκη, πῶς μπορεῖς ἐσὺ νὰ μᾶς ξεφύγης; Ἐμεῖς συνηθίζουμε πολλὲς φορὲς νὰ ἐμφανιζώμεθα μετὰ ἀπὸ τὴν ὑπακοή, ἀπὸ τὴν ἀοργησία, ἀπὸ τὴν ἀμνησικακία, ἀπὸ τὴν πρόθυμη διακονία.
Τέκνα ἰδικά μας εἶναι οἱ πτώσεις τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἡ ὀργή, ἡ καταλαλιά, ἡ πικρία, ὁ θυμός, ἡ κραυγή, ἡ βλασφημία, ἡ ὑποκρισία, τὸ μῖσος, ὁ φθόνος, ἡ ἀντιλογία, ἡ ἰδιορρυθμία, ἡ ἀπείθεια. Ἕνα μόνο ὑπάρχει ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ νικήσωμε, καὶ σοῦ τὸ φανερώνομε, ἐπειδὴ μᾶς μαστιγώνεις: Ἐὰν κατηγορῆς διαρκῶς τὸν ἑαυτόν σου ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὲ εἰλικρίνεια, θὰ μᾶς θεωρῆς ὡσὰν ἀράχνη. Ἵππος, ἐπάνω στὸν ὁποῖο εἶμαι ἀνεβασμένη, ἐγὼ ἡ Ὑπερηφάνεια, εἶναι, ὅπως βλέπεις, ἡ Κενοδοξία. Ἡ ὁσία ὅμως Ταπείνωση καὶ ἡ Αὐτομεμψία θὰ περιπαίξουν τὸν ἵππο καὶ τὸν ἀναβάτη του, ψάλλοντας μελωδικὰ τὴν ὠδὴ τῆς νίκης: “ ᾌσωμεν τῷ Κυρίω»· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν” (Ἐξόδ. ιε΄ 1) καὶ εἰς ἄβυσσον Ταπεινώσεως».
δ. Καὶ στὴν Ἐξομολόγησι Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· Ζητῶ συγγνώμην, διότι Σᾶς ἔχω καταπονήσει πάλι ἀπόψε· τὸ 16 θέμα ὅμως τοῦ Ναρκισσισμοῦ εἶναι ἀνεξάντλητο, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔχω περικόψει πλευρὲς καὶ ἐκφράσεις του, ὅσο ἦταν δυνατὸν γιὰ μία ταπεινὴ Ὁμιλία. Ὁ καλοπροαίρετος Χριστιανός, ὁ ὁποῖος μὲ εἰλικρίνεια ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρεθῆ μία λύσι τοῦ ναρκισσιστικοῦ δράματός του, ἂς ζητήση τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου μας διὰ μέσου τοῦ Πνευματικοῦ του καὶ ἂς πράττη αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε ὁ νέος τοῦ μύθου: Νὰ ἀποστρέφη συνεχῶς τὸ πρόσωπό του «ἀπὸ τὰ νερὰ τῆς ἀπάτης, ὅπου καθρεφτίζεται ἡ ἀπατηλὴ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας» καὶ νὰ στρέφεται συνεχῶς «στὸν “Ἀστέρα τὸν Λαμπρὸν τὸν Πρωϊνόν”, στὸ Θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ», στὸν Ἀληθινὸ Καθρέπτη μας, ὅπου ἀναγνωρίζουμε τὴν «χαμένη εἰκόνα τοῦ προσώπου μας». «Αὐτὸς ὁ “Πρωϊνός, Λαμπρὸς Ἀστὴρ” μᾶς δείχνει τὸν δρόμο τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸ πνιγηρὸ σκότος τῆς Αὐτολατρίας, «στὴν ὁλόφωτη ἀγαλλίαση τῆς Λατρείας τοῦ Θεοῦ», στὴν Ἀνέσπερη Ἡμέρα τῆς Αἰώνιας Ζωῆς. Ἂς ἀποφασίσουμε «νὰ σπάζουμε καθημερινὰ τοὺς προσωπικοὺς ἢ ὁμαδικοὺς καθρέφτες»... Ἂς υἱοθετήσουμε τὴν τόσο εὐλογημένη «μυστικὴ ἀπάρνηση τῆς ἕλξεως, ποὺ ἀσκεῖ πάνω μας τὸ εἴδωλό μας »...
Θὰ κλείσω, ὡς συνήθως, μὲ ἕνα σύγχρονό μας γεγονός, τὸ ὁποῖο καταγράφει ἕνας Ἱερέας-Πνευματικὸς καὶ τὸ ὁποῖο ὑπομνηματίζει ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέραμε. Στὴν ἱερὰ Ἐξομολόγησι: «- Πάτερ, εγὼ εἶμαι καλὸς ἄνθρωπος καὶ καλὸς χριστιανός. Ξυπνάω πρωΐ, πάω στὴν Ἐκκλησία, ἐξομολογοῦμαι, κοινωνάω, διαβάζω τὴν Ἁγία Γραφή, κάνω τὴν Παράκλησι, κάνω ἐκεῖνο, κάνω τὸ ἄλλο... Κάνω καὶ ἐλεημοσύνες, πηγαίνω σὲ κύκλους Μελέτης... Κάνω!!! Κάνω!!!... - Τὰ ἴδια, τοῦ ἀπαντῶ, ἔλεγε καὶ ὁ Φαρισαῖος: “Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ ὅσα κτῶμαι καὶ δὲν εἶμαι ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, μοιχοί” καὶ διάφορα ἄλλα... 17 - Θυμώνεις ὅμως! - Ἔ, βέβαια θυμώνω, μπορεῖ νὰ μὴ θυμώνω; Ἄνθρωπος εἶμαι!... - Κάνεις ἐκεῖνο;... - Ἔ... - Κάνεις τὸ ἄλλο;... - Ἔ, φυσικὸ εἶναι αὐτό... Τὸν ἐρωτῶ: - Θὲς νὰ μάθης ποιός ἀκριβῶς εἶσαι; - Ναί!... μοῦ ἀπαντᾶ. - Τί δουλειὰ κάνεις; - Εἶμαι δημόσιος ὑπάλληλος. - Τί θέσι ἔχεις; - Τμηματάρχης Α. - Προϊστάμενος δηλαδή... - Ἐντάξει... Τί μέρα εἶναι σήμερα; Τρίτη.
Θὰ ᾿ρθῆς τὴν ἄλλη Τρίτη. Ἀφοῦ πᾶς νὰ ρωτήσης, μὲ πολλὴ εἰλικρίνεια ὅμως, χωρὶς νὰ δεσμεύσης τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ τοὺς παρακαλέσης μὲ ὅλη τὴ δύναμι τῆς ψυχῆς σου καὶ τῆς καρδιᾶς σου νὰ σοῦ ποῦν πῶς σὲ βλέπουν. Καὶ πρῶτα ἡ γυναίκα σου, ὕστερα τὰ παιδιά σου, στὴν συνέχεια οἱ γείτονές σου στὴν πολυκατοικία. Καὶ κυρίως, πῶς σὲ βλέπουν οἱ ὑφιστάμενοι στὴν ὑπερησία σου. Καὶ ἂν δὲν μποροῦν νὰ σοῦ τὸ ποῦν κατὰ πρόσωπο, ἂς σοῦ τὸ γράψουν σὲ χαρτί. Καὶ τότε ἀκριβῶς θὰ μάθης ποιὸς εἶσαι καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ ἦρθες νὰ μοῦ πῆς ἐδῶ, ὅτι εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος, ὅτι εἶσαι καλὸς χριστιανός, ὅτι πᾶς στὴν Ἐκκλησία, ὅτι ἀγαπᾶς τὸν Θεό, ὅτι δὲν κάνεις ἐκεῖνο, δὲν κάνεις αὐτό, ἀλλὰ κάνεις τὸ ἄλλο. Λοιπόν, γιὰ νὰ μάθης ποιὸς εἶσαι, πρέπει νὰ κάνης αὐτὸ τὸ πρᾶγμα...
Ἔρχεται τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα ὁ ἐν λόγῳ χριστιανὸς σὰν βρεγμένη γάτα! Καὶ δὲν κάθησε στὴν καρέκλα. Γονάτισε καὶ εἶπε: - Πάτερ, συγχώρησέ με, εἶμαι ἁμαρτωλός!... 18 Ἔ, αὐτὸ θέλει ὁ Θεός ! Τό: “Συγχώρησέ με, εἶμαι ἁμαρτωλός”!...». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Γνῶσις καὶ Βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, σελ. 450-451, Πειραιὰς 2005) Μὲ τὴν Χάρι τοῦ Κυρίου μας, ἔχουμε φθάσει στὸ τέλος... Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!... Εὐχαρίστως, ἂν ὁ χρόνος μᾶς τὸ ἐπιτρέπη καὶ ἂν ἔχετε διάθεσι, νὰ συζητήσουμε γιὰ τὸ Πάθος τοῦ Ναρκισσισμοῦ. Σᾶς εὐχαριστῶ!
Ὁ Μητροπολίτης
† ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸς
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

%20(500%20x%20686).jpg)

.jpg)
.jpg)
