ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΘΝΗΤΟ ΚΑΙ ΑΝΑΛΩΣΙΜΟ ΣΩΜΑ





{...} Όταν ο πρώην τυφλός έλαβε το φως του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονόμασε πλέον υιό Δαβίδ, αλλά τον ομολόγησε Υιό Θεού και τον προσκύνησε». 

Αυτά λοιπόν τα διάβασε ο νέος εκείνος και τα θαύμασε, και πίστεψε ότι με την επιμέλεια της συνειδήσεως θα βρει ωφέλεια και με την εργασία των εντολών θα δεχτεί συνειδητά 

την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και με τη χάρη Του θ΄ ανοίξουν τα νοερά του μάτια και θα δει τον Κύριο. 

Και πληγωμένος από την αγάπη και την επιθυμία του Κυρίου, ζητούσε πλέον το Πρώτο Κάλλος, το αόρατο. 

Τίποτε άλλο όμως δεν έκανε, καθώς με βεβαίωσε ύστερα με όρκους, παρά μόνο εκτελούσε κάθε βράδυ 

το σύντομο κανόνα πού του όρισε ο άγιος εκείνος γέρων, και τότε πλάγιαζε και κοιμόταν. 

Και καθώς η συνείδηση του έλεγε: 

«Κάνε κι άλλες μετάνοιες, πρόσθεσε κι άλλους ψαλμούς, πες κι άλλο το Κύριε ελέησον, αφού μπορείς», 

αυτός υπάκουε σ΄ αυτήν πρόθυμα κι αδίστακτα κι έτσι έπραττε, σαν να τα έλεγε ο ίδιος ο Θεός. 

Και από τότε πλέον δεν κοιμήθηκε ποτέ με τη συνείδηση να τον ελέγχει και να λέει: 

«Αυτό γιατί δεν το έκανες;». 


Κι έτσι, υπακούοντας αυτός χωρίς παράλειψη στη συνείδησή του κι εκείνη προσθέτοντας μέρα με τη μέρα περισσότερο, σε λίγες μέρες αυξήθηκε πολύ η εσπερινή προσευχή του. Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε την επιστασία του σπιτιού ενός πατρικίου κι είχε πολλές βιοτικές φροντίδες και πήγαινε κάθε μέρα στο Παλάτι· έτσι κανείς δεν αντιλήφθηκε όσα αυτός έπραττε το βράδυ. Αλλά κάθε βράδυ έτρεχαν από τα μάτια του δάκρυα κι έκανε πολλές γονυκλισίες και μετάνοιες και όταν στεκόταν σε προσευχή είχε τα πόδια κολλημένα μεταξύ τους και ακίνητα και διάβαζε ευχές στη Θεοτόκο με πόνο και στεναγμούς και δάκρυα και, σαν να ήταν ο Κύριος παρών σωματικά, έτσι έπεφτε εμπρός στα άχραντα πόδια Του και ως τυφλός του ζητούσε να τον σπλαχνιστεί και να του χαρίσει το φως των ματιών της ψυχής του.


Και καθώς πλήθαινε κάθε βράδυ η προσευχή, κρατούσε ως τα μεσάνυχτα, κι όση ώρα προσευχόταν, στεκόταν όρθιος σαν κολόνα η σαν ασώματος, χωρίς διόλου να χαλαρώνει η να ραθυμεί η έστω να κινεί κανένα μέλος του σώματός του, μήτε τα μάτια του να στρέψει η να τα σηκώσει.


Ένα βράδυ λοιπόν, πού ήταν όρθιος κι έλεγε το « Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ» με το νου μάλλον παρά με το στόμα, έξαφνα φανερώθηκε πλούσια από ψηλά μια έλλαμψη θεϊκή και γέμισε από φως όλο τον τόπο και ο νέος αγνόησε και λησμόνησε αν βρισκόταν μέσα σε σπίτι η αν ήταν κάτω από στέγη, γιατί παντού έβλεπε μόνο φως και δεν ήξερε μήτε αν πατούσε στη γη. Ούτε φόβο είχε μήπως πέσει, ούτε καμία φροντίδα του κόσμου, ούτε τίποτε άλλο από όσα ταιριάζουν σε ανθρώπους πού έχουν σώμα περνούσε από το λογισμό του. Αλλά μένοντας τελείως μέσα στο άϋλο φως, του φαινόταν πώς έγινε και αυτός φως και λησμόνησε όλο τον κόσμο κι ήταν όλος γεμάτος από δάκρυα κι από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση. Και ύστερα από τούτο ανέβηκε ο νους του στον ουρανό κι εκεί είδε άλλο φως λαμπρότερο από το γύρω του· και κοντά σ΄ εκείνο το φως του φάνηκε να στέκεται ο άγιος και ισάγγελος εκείνος γέροντας πού του έδωσε, όπως είπαμε, την εντολή και το βιβλίο.


Εγώ λοιπόν, καθώς τʼ άκουσα από το νέο, σκέφτηκα ότι και η πρεσβεία του αγίου εκείνου θα είχε συνεργήσει πολύ σε τούτο και ότι ο Θεός πάλι θα οικονόμησε να δείξει στο νέο σε ποιο ύψος αρετής βρισκόταν ο άγιος εκείνος. Όταν πέρασε αυτή η θεωρία και ήρθε πάλι στον εαυτό του ο νέος εκείνος, όπως έλεγε, ήταν γεμάτος από χαρά και θαυμασμό και έκπληξη και δάκρυζε από την καρδιά του· και μαζί με τα δάκρυα ακολουθούσε και μία γλυκύτητα. Τέλος, πλάγιασε να κοιμηθεί και την ίδια ώρα λάλησε ο πετεινός, δείχνοντας τη μέση της νύχτας· και σε λίγο σήμαναν οι εκκλησίες για το Όρθρο. Και σηκώθηκε ο νέος για να ψάλλει κατά τη συνήθειά του, χωρίς να σκεφτεί καθόλου τον ύπνο εκείνη τη νύχτα.


Αυτά έγιναν όπως ο Θεός γνωρίζει, ο οποίος και τα πραγματοποίησε για λόγους πού μόνο Εκείνος ξέρει, ενώ ο νέος δεν έκανε τίποτε περισσότερο από όσα ακούσατε, πλην είχε ορθή πίστη και αδίστακτη ελπίδα. Και μην πει κανείς, πώς εκείνος τα έκανε αυτά για να δοκιμάσει· γιατί αυτός μήτε με το λογισμό του είπε μήτε καν σκέφτηκε κάτι τέτοιο -επειδή όποιος δοκιμάζει η πειράζει το Θεό, δεν έχει πίστη. Αλλά απορρίπτοντας ο νέος εκείνος κάθε άλλον εμπαθή και φιλήδονο λογισμό, φρόντιζε τόσο πολύ -όπως έλεγε με όρκο- να πραγματοποιεί εκείνα πού του έλεγε η συνείδησή του, ώστε σε όλα τα άλλα αισθητά πράγματα του κόσμου να είναι σαν αναίσθητος και δεν ήθελε μήτε να φάει η να πιει ηδονικά η συχνότερα.


Ακούσατε, αδελφοί μου, τι κατορθώνει η πίστη στο Θεό, όταν βεβαιώνεται με τα έργα; Καταλάβατε πώς μήτε η νεότητα είναι απορριπτέα, μήτε το γήρας ωφέλιμο, αν λείπει η σύνεση και ο φόβος του Θεού; Μάθατε ότι μήτε η παραμονή στην πόλη μας εμποδίζει να εργαστούμε τις εντολές του Θεού, αν έχουμε προθυμία και εγρήγορση, μήτε η ησυχία και η αναχώρηση από τον κόσμο μας ωφελούν αν βρισκόμαστε σε ραθυμία και αμέλεια; Όλοι μας ακούμε για τον Δαβίδ και θαυμάζομε και λέμε ότι ένας Δαβίδ έγινε κι όχι άλλος· και να πού σε τούτο το νέο συνέβη κάτι περισσότερο από το Δαβίδ. Γιατί ο Δαβίδ έλαβε τη μαρτυρία από τον ίδιο το Θεό, χρίστηκε προφήτης και βασιλιάς, έγινε μέτοχος του Αγίου Πνεύματος κι είχε λάβει πολλές αποδείξεις περί Θεού. 


Όταν λοιπόν αμάρτησε κι έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και το αξίωμα της προφητείας και αποξενώθηκε από τη συναναστροφή του Θεού, τι το παράδοξο πού τα ζήτησε πάλι, όταν έφερε στο νου του τη χάρη από την οποία ξέπεσε; Ο νέος όμως αυτός τίποτε τέτοιο δεν είχε σκεφτεί ποτέ, αλλά ήταν προσηλωμένος μόνο στα κοσμικά πράγματα κι έβλεπε μόνο τα πρόσκαιρα και η διάνοιά του δεν είχε φανταστεί τίποτε ανώτερο από τα γήινα· και -τι θαυμαστά τα κρίματά Σου,Κύριε!- μόνο άκουσε γι΄ αυτά κι ευθύς πίστεψε. 



Και τόσο πολύ πίστεψε, ώστε να παρουσιάσει και έργα πού αρμόζουν στην πίστη, με τα όποια η διάνοιά του πήρε φτερά και έφτασε στους ουρανούς κι έκανε 

τη Μητέρα του Χριστού να τον ευσπλαχνιστεί και με την πρεσβεία της εξιλέωσε το Θεό και κατέβασε ως αυτόν τη χάρη του Πνεύματος· 

και αυτή τον δυνάμωσε να φτάσει 

ως τον ουρανό και τον αξίωσε να δει φως, το οποίο όλοι το επιθυμούν μα πολύ λίγοι το πετυχαίνουν. 

Ο νέος αυτός πού μήτε χρόνους πολλούς νήστεψε, μήτε ποτέ κοιμήθηκε στο έδαφος, μήτε φόρεσε τρίχινα ρούχα, μήτε τη μοναχική κουρά έλαβε, μήτε από τον κόσμο 

αναχώρησε σωματικά, αλλά μόνο πνευματικά· μόνο αγρύπνησε λίγο, και φάνηκε ανώτερος από τον Λώτ στα Σόδομα. 

Η μάλλον, έγινε άγγελος μέσα σε σώμα, πού ενώ οι άλλοι τον ψηλαφούσαν και τον έβλεπαν, 

ήταν εντούτοις ακράτητος και ασύλληπτος, άνθρωπος στο φαινόμενο και άσαρκος στο νοούμενο, βλεπόμενος από όλους και μόνος ευρισκόμενος με μόνο τον παντογνώστη Θεό. 

Γι΄ αυτό και με τη δύση του αισθητού ηλίου τον έλουσε το γλυκύ φως του νοητού Ηλίου, και πολύ εύλογα· 

γιατί η αγάπη του προς τον ζητούμενο Θεό τον έβγαλε τελείως από τον κόσμο και από την ίδια του τη φύση και από όλα τα πράγματα και τον έκανε όλον πνευματικό 

και όλον φως, και μάλιστα ενώ κατοικούσε μέσα στην πόλη κι είχε την επιστασία ενός αρχοντικού 

και φρόντιζε για δούλους και ελεύθερους και έκανε και έπραττε όλα όσα αρμόζουν στο βίο.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα κειμένου του Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου
εκ της ''Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών'' σε μετάφραση του Αντωνίου Γαλίτη, 
εκδόσεις ''Το περιβόλι της Παναγίας'', 1986, τόμος ε'.
Agiografy by Alexander Soldatov

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

ΑΡΠΑΧΘΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ




Ο αυτός (ἀββᾶς Σιλουανός) καθεζόμενός ποτε μετά ἀδελφῶν͵ ἐγένετο ἐν ἐκστάσει͵ καί πίπτει ἐπί πρόσωπον·
καί μετά πολύ ἀναστάς ἔκλαιε.
Καί παρεκάλεσαν αὐτόν οἱ ἀδελφοί͵ λέγοντες·
Τί ἔχεις͵ Πάτερ;
Ὁ δέ ἐσιώπα κα ἔκλαιεν.
Ἀναγκαζόντων δέ αὐτῶν εἰπεῖν͵ εἶπεν·
Ἐγώ εἰς τήν κρίσιν ἡρπάγην·
καί εἶδον πολλούς τοῦ γένους ἡμῶν ἀπερχομένους εἰς κόλασιν͵ καί πολλούς τῶν κοσμικῶν ἀπερχομένους εἰς βασιλείαν.
Καί ἐπένθει ὁ γέρων καί οὐκ ἤθελεν ἐξελθεῖν ἐκ τοῦ κελλίου αὐτοῦ.
Εἰ δέ καί ἠναγκάζετο ἐξελθεῖν͵ ἔσκεπε τῷ κουκουλίῳ τό πρόσωπον αὐτοῦ͵ λέγων·
Τί θέλω ἰδεῖν τό φῶς τοῦτο τό πρόσκαιρον καί οὐδέν ἔχον ὄφελος;


Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών


Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Η ΑΓΑΠΗ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΚΠΙΠΤΕΙ



Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου: 

Λόγος προς τον ηγούμενο Λεόντιο, για τους αγίους Πατέρες της Σκήτης και για την διάκριση.



 Από το χρέος που υποσχέθηκα στον μακαριότατο αρχιεπίσκοπο Κάστορα 

για την διήγηση του βίου των αγίων πατέρων και της διδασκαλίας τους,
απέδωσα ένα μέρος, αγιότατε Λεόντιε, με όσα του έγραψα
περί διαμορφώσεως των κοινοβίων και περί των οχτώ λογισμών της κακίας.
Τώρα έβαλα σκοπό να το εξοφλήσω.
Επειδή λοιπόν έμαθα, ότι ο αρχιερέας που προανέφερα μας άφησε
και απήλθε προς το Χριστό, έκρινα αναγκαίο, σε σένα που διαδέχθηκες την αρετή του
και με τη βοήθεια του Θεού την φροντίδα του μοναστηριού,
να σου γράψω τα υπόλοιπα της διηγήσεως.
Πήγαμε λοιπόν στην έρημο της σκήτης, όπου ζούσαν οι πιο δόκιμοι και αξιόλογοι πατέρες,
εγώ και ο άγιος Γερμανός, ο οποίος από την παιδική ηλικία έγινε πνευματικός μου φίλος
και στο σχολείο και στο στρατό και στη μοναχική ζωή.


Εκεί είδαμε τον αββά Μωυσή, άγιον άνθρωπο, ο οποίος έλαμπε μεταξύ των άλλων, όχι μόνο στις πρακτικές αρετές αλλά και στην πνευματική θεωρία. Τον παρακαλούσαμε λοιπόν με δάκρυα να μας πει ένα λόγο πνευματικής ωφέλειας, με τον οποίο να μπορέσομε να φτάσομε στην τελειότητα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, μας είπε: «Παιδιά μου, όλες οι αρετές και τα έργα έχουν κάποιο σκοπό, κι εκείνοι που αποβλέπουν σ’ αυτόν τακτοποιούν τον εαυτό τους και φτάνουν στον ποθούμενο στόχο. 


Όπως ο γεωργός υποφέρει και τη ζέστη και το κρύο, δουλεύοντας με προθυμία τη γη, έχοντας σκοπό να την καθαρίσει από αγκάθια και ξένα χόρτα και στόχο την απόλαυση των καρπών. Και ο έμπορος χωρίς να λογαριάζει τους κινδύνους ούτε της θάλασσας, ούτε της ξηράς, προχωρεί στο εμπόριο, έχοντας σκοπό το εμπορικό κέρδος και στόχο την απόλαυση του κέρδους. Επίσης και εκείνος που κατατάσσεται στο στρατό, ούτε τους κινδύνους του πολέμου λογαριάζει ούτε την ταλαιπωρία της ξενιτειάς, αλλά έχει σκοπό την απόκτηση αξιωμάτων λόγω ανδραγαθίας και στόχο το κέρδος από το αξίωμα. 


Έχει λοιπόν και η δική μας προσπάθεια δικό της σκοπό και στόχο, για χάρη του οποίου υποφέρομε με προθυμία κάθε κόπο και κούραση. Γι’ αυτό η αποχή τροφών κατά τις νηστείες δεν μας καταβάλλει, ο κόπος των αγρυπνιών μάς ευχαριστεί, η ανάγνωση και η μελέτη των Γραφών γίνεται με προθυμία και ο κόπος της εργασίας και η υπακοή και η απογύμνωση απ’ όλα τα γήινα πράγματα και η παραμονή μας στην έρημο, γίνονται με ευχαρίστηση. Αλλά και σεις, που καταφρονήσατε και την πατρίδα και την οικογένειά σας και όλο τον κόσμο και ξενιτευτήκατε και ήρθατε τώρα σε μένα που είμαι άνθρωπος χωρικός και αμαθής, πέστε μου ποιος είναι ο σκοπός σας; Και σε ποιο στόχο αποβλέπετε;» 


Τότε του αποκριθήκαμε: «Στη βασιλεία των ουρανών». Σ’ αυτό ο αββάς Μωυσής απάντησε: «Ορθά αποκριθήκατε για το στόχο σας. Αλλά δεν μου είπατε, ποιος είναι ο σκοπός, προς τον οποίο αν αποβλέπομε, χωρίς να ξεφεύγομε από τον ίσιο δρόμο, μπορούμε να επιτύχομε την βασιλεία των ουρανών». Και τότε, αφού ομολογήσαμε, ότι δεν γνωρίζομε, ο γέροντας αποκρίθηκε: «Στόχος λοιπόν της μοναχικής μας ζωής, όπως είπατε, είναι η βασιλεία του Θεού. Και σκοπός η καθαρότητα της ψυχής, χωρίς την οποία είναι αδύνατο να φτάσομε σ’ εκείνο το στόχο. 


Σ’ αυτόν το σκοπό λοιπόν να είναι πάντοτε ο νους μας. Και αν ποτέ συμβεί για λίγο να ξεφύγει η καρδιά μας από τον ίσιο δρόμο, αμέσως να την επαναφέρομε και να την ευθυγραμμίζομε, σαν με αλφάδι, με το σκοπό μας. Γνωρίζοντας αυτό ο μακάριος Παύλος, λέει: «Λησμονώ όσα έγιναν στο παρελθόν, κι απλώνομαι διαρκώς προς τα εμπρός και τρέχω προς το τέρμα, για το ουράνιο βραβείο που μας κάλεσε ο Θεός» (Φιλιπ. 3, 14). Γι’ αυτόν τον σκοπό λοιπόν κι εμείς κάνομε τα πάντα, γι’ αυτόν όλα τα περιφρονούμε, και την πατρίδα και την οικογένεια και τα χρήματα και όλο τον κόσμο, για ν’ αποκτήσομε την καθαρότητα της καρδιάς. 


Αν λησμονήσομε αυτό το σκοπό, κατ’ ανάγκην, καθώς περπατούμε στο σκοτάδι και βαδίζομε έξω από τον ίσιο δρόμο, θα σκοντάφτομε συχνά και πολύ θα πλανιόμαστε. Αυτό έγινε σε πολλούς, οι οποίοι στην αρχή της αποταγής τους καταφρόνησαν και πλούτο και χρήματα και όλον τον κόσμο, ύστερα όμως για χάρη ενός δικελιού ή μιας βελόνας ή για ένα καλάμι ή για ένα βιβλίο, θύμωναν και οργίζονταν, πράγμα που δεν θα το πάθαιναν αν θυμούνταν τον σκοπό για τον οποίο καταφρόνησαν τα πάντα. Επειδή για χάρη της αγάπης του πλησίον καταφρονούμε τον πλούτο, για να μην φιλονικούμε γι’ αυτόν και, μεγαλώνοντας την διάθεση της οργής, ξεπέσομε από την αγάπη. Όταν λοιπόν για μηδαμινά πράγματα φανερώνομε στον αδελφό την διάθεση της οργής, έχομε ξεπέσει από τον σκοπό μας και δεν έχομε καμιά ωφέλεια από την αποταγή μας. 


Όπως λέει κι ο Απόστολος: «Ακόμα κι αν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, και δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε» (Α΄ Κορ. 13, 3). Από αυτό μαθαίνομε, ότι η τελειότητα δεν έρχεται αμέσως με τη γύμνωση και την απάρνηση του κόσμου, αλλά, αφού κατορθώσομε την αγάπη, της οποίας τις ιδιότητες περιγράφει ο ίδιος ο Απόστολος λέγοντας: «Η αγάπη δεν είναι ζηλότυπη, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δεν οργίζεται, δεν φθονεί, δεν καυχιέται, δε σκέφτεται το κακό» (Α΄ Κορ. 13, 4-5). 


Όλα αυτά αποτελούν την καθαρότητα της καρδιάς. Γι’ αυτήν πρέπει να κάνομε τα πάντα, και τα χρήματα να τα καταφρονούμε, και νηστείες και αγρυπνίες ευχαρίστως να υπομένομε, και με αναγνώσματα και ψαλμούς να σχολούμαστε, χωρίς να την παραμελούμε όμως, αν συμβεί ποτέ εξαιτίας αναγκαίας και κατά Θεόν απασχολήσεως να εμποδιστούμε από την συνηθισμένη νηστεία και ανάγνωση.


Επειδή δεν είναι τόση η ωφέλεια της νηστείας, όση η βλάβη της οργής, 

ούτε τόση η ωφέλεια από την ανάγνωση, 

όση η ζημία από το να περιφρονήσομε τον αδελφό και να τον λυπήσομε. 

Γιατί, όπως είπαμε, οι νηστείες, οι αγρυπνίες, η μελέτη των Γραφών 

και η απογύμνωση από τον πλούτο και η απάρνηση όλου του κόσμου, 

δεν είναι η τελειότητα, αλλά εργαλεία για την τελειότητα, 

επειδή δεν βρίσκεται σ’ αυτά η τελειότητα, αλλά με αυτά κατορθώνεται. 

Μάταια λοιπόν καυχιόμαστε για νηστεία και αγρυπνία και ακτημοσύνη και ανάγνωση Γραφών, 

όταν δεν κατορθώσομε την αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. 



Απόσπασμα εκ της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών, 
''Λόγος προς τον ηγούμενο Λεόντιο, για τους αγίους Πατέρες της Σκήτης και για την διάκριση'' 
του Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου. 
Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος


Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΤΗΣ ΕΩΣΦΟΡΙΚΗΣ ΕΠΙΝΟΗΣΕΩΣ




Ο διάβολος, 

επειδή έχασε τη γνώση του Θεού από αγνωμοσύνη και υπερηφάνεια, 

έμεινε αναγκαστικά χωρίς γνώση. 

Γι' αυτό δε γνωρίζει από μόνος του τι να κάνει, 

αλλά βλέπει τι κάνει ο Θεός για να μας σώσει 

και πονηρεύεται και κάνει τα αντίθετα για να χαθούμε. 

Γιατί μισεί το Θεό και μη μπορώντας να τον πολεμήσει, 

πολεμά εμάς, που είμαστε «κατ' εικόνα Θεού», 

νομίζοντας ότι με αυτό θα εκδικηθεί το Θεό, 

και μας βρίσκει υπάκουους στο θέλημά του, 

όπως λέει ο Χρυσόστομος.


Αφού δηλαδή είδε το Θεό που έπλασε την Εύα για βοήθεια του Αδάμ, ο διάβολος την έκανε συνεργό της παρακοής και της παραβάσεως. Έδωσε ο Θεός εντολή στον Αδάμ, ώστε με την τήρησή της να θυμάται τις τόσες δωρεές και να ευγνωμονεί τον Ευεργέτη, κι ο διάβολος έκανε την εντολή να γίνει αφορμή παρακοής και θανάτου. Αντί προφήτες, ο διάβολος κάνει ψευδοπροφήτες. Αντί Αποστόλους, ψευδαποστόλους. Αντί νόμο, παρανομία. Αντί αρετές, κακίες. Αντί εντολές, παραβάσεις. 


Αντί δικαιοσύνη, σιχαμερές αιρέσεις. Και πάλι βλέποντας το Χριστό να δίνει συγκατάβαση, από άκρα αγαθότητα, και να εμφανίζεται στους αγίους Μάρτυρες και τους οσίους Πατέρες είτε ο ίδιος, είτε μέσω Αγγέλων, είτε με κάποια άλλη ανέκφραστη οικονομία, όπως είπε, άρχισε και ο διάβολος να δείχνει σε μερικούς πολλές πλάνες, για να τους οδηγήσει στην απώλεια. Και γι' αυτό έγραψαν οι Πατέρες που είχαν διάκριση, ότι αυτά δεν πρέπει να τα δεχόμαστε, είτε με εικόνες φανερώνονται, είτε με φως ή με φωτιά, είτε με άλλη πλάνη. Γιατί μηχανεύεται ο πονηρός να μας πλανήσει μ' αυτά είτε στον ύπνο, είτε στην εγρήγορση. 


Κι αν τα δεχόμαστε, τότε κάνει το νου από υπερηφάνεια και τέλεια αγνωσία να ζωγραφίσει σχήματα ή χρώματα, για να νομίσει ότι είναι φανερώσεις Θεού ή Άγγελου. Πολλές φορές πάλι δείχνει και δαίμονες στον ύπνο ή και στην εγρήγορση, να φεύγουν δήθεν νικημένοι, και γενικά μηχανεύεται τα πάντα για την απώλειά μας όταν πειθόμαστε σ' αυτόν. 


Μπορεί να τα κάνει όλα αυτά ο διάβολος και ν' αποτύχει, αν ακούμε τους αγίους Πατέρες που λένε ότι στην ώρα της προσευχής πρέπει να έχομε το νου άμορφο, ασχημάτιστο, άχρωμο, να μη δέχεται τίποτε, είτε φως, είτε φωτιά, ή ο,τιδήποτε άλλο ολωσδιόλου, αλλά μ' όλη μας τη δύναμη να προσηλώνομε τη διάνοια σ' εκείνα που λέμε, γιατί εκείνος που προσεύχεται μόνο με το στόμα, προσεύχεται στον αέρα και όχι στο Θεό επειδή ο Θεός προσέχει στο νου και όχι στα λόγια όπως οι άνθρωποι. Όπως λέει και η Γραφή: «Πρέπει να προσκυνούμε το Θεό πνευματικά και αληθινά», και: «Προτιμώ να πω πέντε λόγια με το νου μου, παρά μύρια λίγα με τη γλώσσα». 


Όταν λοιπόν ο διάβολος αποτύχει, τότε, μη μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο μας φέρνει λογισμό απογνώσεως, ότι «Άλλοι καιροί ήταν εκείνοι και άλλοι οι άνθρωποι στους οποίους ο Θεός έδειξε θαύματα για να πιστέψουν. Τώρα δεν είναι ανάγκη να κοπιάσομε. Χριστιανοί είμαστε όλοι και έχομε βαπτιστεί, κι όπως λέει η Γραφή, όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί. 


Τι ανάγκη λοιπόν έχομε;» Αν πεισθούμε και μείνομε σ' αυτά, θα βρεθούμε έρημοι, έχοντας μόνο το όνομα του χριστιανού και αγνοώντας ότι αυτός που πίστεψε και βαπτίσθηκε, οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Χριστού και, όταν κατορθώσει τα πάντα, να λέει ότι «είμαι άχρηστος δούλος». Ο Κύριος είπε στους Αποστόλους, να διδάσκουν στους ανθρώπους να τηρούν όλα όσα τους διέταξε.



Και καθένας που βαπτίζεται, λέει: 

«Αποτάσσομαι το σατανά και πάσι τοις έργοις αυτού 

και συντάσσομαι τω Χριστώ και πάσι τοις έργοις Αυτού». 

Που είναι η αποταγή μας, 

αν δεν αφήσομε κάθε πάθος και κάθε αμαρτία που θέλει ο διάβολος; 

Ή μάλλον, 

αν δεν τον μισήσομε με την ψυχή μας 

και δεν αγαπήσομε το Χριστό με την τήρηση των εντολών Του; 

Και, πως θα τηρήσομε τις εντολές Του, 

αν δεν αρνηθούμε κάθε δικό μας νόημα και θέλημα; ">Εισαγωγή στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το βιβλίο: ''Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών.'' 



Μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης. Εκδόσεις: ''Το περιβόλι της Παναγίας.'' 
Αναδημοσίευση εκ του Ιστολογίου ''Πατερική Θεολογία'' 
 Απόσπασμα από τον λόγο 
''Περί του πένθους ως δεύτερης εντολής'' 
του Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού. 
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η εικόνα της ανάρτησης ανήκει στον Ρουμάνο αγιογράφο Cotoc Dan


Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός


Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Η ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ




Το βρέφος,

 ακόμα κι αν δεν έχει τη δύναμη να κάνει τίποτα και δεν μπορεί να πάει μόνο του 

στη μητέρα του, 

όμως στριφογυρίζει και φωνάζει και κλαίει, 

ζητώντας τη με πόνο και φωνή και μη μπορώντας να πάει κοντά της. 

Και, με τα πολλά του παρακάλια, η ίδια η μητέρα,

 που την κρατάει αιχμάλωτη η αγάπη της για το παιδί της, πάει κοντά του, το παίρνει στην αγκαλιά της, 

και με πολλή στοργή το φροντίζει και το ταΐζει. 

Αυτό κάνει και ο φιλάνθρωπος Θεός με την ψυχή που Τον πλησιάζει και Τον ζητάει με μεγάλη επιθυμία. 


Και πολύ περισσότερο ακόμα ο Θεός, που κινείται από τη δική Του αγάπη και τη δική Του καλοσύνη, δένεται με την ψυχή αυτή και γίνεται μαζί της ένα πνεύμα, όπως λέει ο απόστολος. Όταν η ψυχή προσκολληθεί στον Κύριο, τότε και ο Κύριος, με το έλεος και την αγάπη Του, θα έρθει κοντά της και θα προσκολληθεί σε αυτήν. Και η σκέψη θα μένει, από κει και πέρα, αδιάλειπτα μέσα στη Χάρη του Κυρίου. Τότε η ψυχή και ο Κύριος γίνονται ένα πνεύμα, μια ένωση, μια σκέψη. Και το σώμα του ανθρώπου βρίσκεται κάτω στη γη, αλλά η ψυχή του ζει ολόκληρη στην Ουράνια Βασιλεία. 


Ψηλά ως τον τρίτο ουρανό ανεβαίνει και ενώνεται με τον Κύριο και εκεί Του προσφέρει τις υπηρεσίες της η ψυχή του ανθρώπου. Και Αυτός, που κάθεται στον ψηλό θρόνο της μεγαλοσύνης Του, στην πόλη του ουρανού, είναι ταυτόχρονα όλος κοντά της, στο σώμα της. Έβαλε την εικόνα της ψυχής αυτής στην ουράνια πόλη των αγίων, και τη δική Του εικόνα, την εικόνα του άφατου φωτός της θεότητας, την τοποθέτησε μέσα στο σώμα της. Αυτός την υπηρετεί στην πόλη του σώματος και εκείνη Τον υπηρετεί στην πόλη τ’ ουρανού. 


Η ψυχή παίρνει τα πλούτη που έχει ο Θεός στον ουρανό και Αυτός παίρνει την περιουσία που έχει εκείνη στη γη, γιατί ο Κύριος γίνεται κληρονόμος της ψυχής και η ψυχή κληρονόμος του Κυρίου. Η σκέψη και ο νους, και των αμαρτωλών ακόμα ανθρώπων, που ζουν στο σκοτάδι, μπορεί να ταξιδεύει και να πηγαίνει πολύ μακριά από το σώμα, μπορεί μέσα σε μια στιγμή να βρεθεί στις πιο μακρινές πατρίδες. Και πολλές φορές, ενώ το σώμα είναι στη γη, η σκέψη είναι σε άλλο τόπο, κοντά στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη και βλέπει πως ζει εκεί μαζί του.



Αν λοιπόν του αμαρτωλού η ψυχή είναι τόσο ανάλαφρη κι έχει φτερά και δε σταματούν 

το νου οι μακρινές αποστάσεις, σκέψου την ψυχή που φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα,

 που είδαν το επουράνιο φως τα νοερά της μάτια και λυτρώθηκε τελείως από τα ανάξια πάθη, 

την ψυχή που η Χάρη τη δούλεψε και την καθάρισε. 

Η ψυχή αυτή είναι ολόκληρη στον ουρανό, μέσω του Πνεύματος, και υπηρετεί τον Κύριο

 και είναι ολόκληρη στο σώμα και Τον υπηρετεί και πάλι. 

Και τόσο διευρύνεται πνευματικά, 

ώστε είναι παντού αυτή η ψυχή, παντού όπου θέλει κι όπου επιθυμεί να υπηρετεί το Χριστό.



Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος


Κυριακή 3 Απριλίου 2016

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων

Ερώτηση πρός τον ιερό συγγραφέα



Καλά έκανες, Πάτερ, που μου παράθεσες και τους λόγους των Αγίων για το ζήτημά μας. 


Ακούγοντάς σε να λύνεις τις απορίες μου θαύμαζα πώς γινόταν η αλήθεια ολοφάνερη· 


μου ερχόταν όμως στο νου, αφού κάθε λόγος αντικρούεται με λόγο, όπως είπες και συ ο ίδιος, 


μήπως υπάρχει κάποια αντιλογία και για όσα υποστηρίζεις εσύ. Μα επειδή γνωρίζω

 

ότι μόνο η έμπρακτη μαρτυρία είναι αναμφισβήτητη, κι έχω ακούσει και τους Αγίους


 να λένε τα ίδια μ’ εσένα, δε φοβάμαι πιά τίποτα τέτοιο. 


Γιατί όποιος δεν πείθεται στους Αγίους, πώς θα είναι αξιόπιστος ο ίδιος;


Και πώς δε θα αθετεί το Θεό των Αγίων; Γιατί Αυτός ο ίδιος είπε στους Αποστόλους και μέσω αυτών στους μετέπειτα Αγίους: «Όποιος αθετεί εσάς, αθετεί εμένα»(Λουκ. 10, 16), δηλαδή την ίδια την αλήθεια. Πώς λοιπόν θα γίνει αποδεκτός από εκείνους που ζητούν την αλήθεια, ο αντίπαλος της αλήθειας; Γι’ αυτό σε παρακαλώ, Πάτερ, να με ακούσεις να σου εκθέσω και το καθένα από τα άλλα όσα άκουσα από τους ανθρώπους εκείνους που ασχολούνται όλη τους τη ζωή με την ελληνική παιδεία. 


Και τότε να μου πεις κι εσύ τη δική σου γνώμη σχετικά μ’ αυτά και να προσθέσεις και τις σχετικές γνώμες των Αγίων. Οι αντίθετοι δηλαδή υποστηρίζουν ότι κακώς κάνομε που προσπαθούμε να κλείνομε το νου μας μέσα στο σώμα. Μάλλον, λένε, πρέπει να προσπαθούμε να τον εξωθούμε με κάθε τρόπο έξω από το σώμα. Γι’ αυτό και διασύρουν πολύ μερικούς από τους δικούς μας και γράφουν εναντίον τους, επειδή συμβουλεύουν τους αρχαρίους να κοιτάζουν το σώμα τους και να οδηγούν μέσα τους με την αναπνοή το νου τους, λέγοντας ότι δεν είναι χωρισμένος ο νους από την ψυχή. Αφού λοιπόν δεν είναι χωρισμένος, πώς να τον στείλει κανείς εκεί που βρίσκεται; Ακόμη ισχυρίζονται ότι τάχα οι δικοί μας λένε πως και τη θεία χάρη την εισάγουν μέσα τους από τα ρουθούνια. Εγώ όμως, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι συκοφαντία, γιατί κάτι τέτοιο δεν άκουσα από κανένα δικό μας, έβγαλα το συμπέρασμα ότι και για τα υπόλοιπα επιτίθενται από κακία. Γιατί αυτοί συνηθίζουν και για ανύπαρκτα να κατηγορούν τους ανθρώπους, και τα υπαρκτά να διαστρέφουν. 


Εσύ όμως, Πάτερ, δίδαξέ με, για ποιο λόγο φροντίζομε να φέρνομε μέσα μας με κάθε επιμέλεια το νου, και δεν το νομίζομε κακό να τον περικλείομε στο σώμα. Απόκριση, ότι για κείνους που διάλεξαν να προσέχουν τον εαυτό τους στην ησυχία, δεν είναι ανώφελο να προσπαθούν να συγκρατούν το νου τους μέσα στο σώμα. Αδελφέ, δεν ακούς τον Απόστολο που λέει ότι τα σώματά μας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα μας(Α΄ Κορ. 6, 19); Και πάλι, ότι είμαστε οίκος του Θεού, όπως λέει ο Θεός: «Θα κατοικήσω και θα περπατήσω μέσα τους και θα είμαι Θεός τους»(Β΄ Κορ. 6, 16); Αφού λοιπόν το σώμα εκ φύσεως είναι φτιαγμένο για να γίνει κατοικητήριο του Θεού, ποιος λογικός άνθρωπος θα έκρινε ανάξιο κόπο το να εγκαταστήσει το νου του μέσα σ’ αυτό; Γιατί κι ο Θεός έβαλε το νου εξαρχής να κατοικήσει μέσα στο σώμα; Άραγε κι Αυτός κακώς έπραξε; Αυτά τα λόγια, αδελφέ, αρμόζει να λέμε στους αιρετικούς, που υποστηρίζουν ότι το σώμα είναι κακό και δημιούργημα του πονηρού. Εμείς όμως νομίζομε κακό να είναι ο νους στα σαρκικά φρονήματα, και όχι κακό να είναι μέσα στο σώμα, αφού ούτε το σώμα είναι κακό. 


Γι’ αυτό εκείνοι που έχουν στραμμένη σ’ όλη τους τη ζωή την ύπαρξή τους στο Θεό, αναφωνούν μαζί με το Δαβίδ προς το Θεό: «Δίψασε για Σένα η ψυχή μου, αλλά πόσες φορές κι η σάρκα μου!»(Ψαλμ. 62, 2), και: «Η καρδιά μου και η σάρκα μου αναγάλλιασαν με την παρουσία του ζώντος Θεού»(Ψαλμ. 83, 3). Και προσθέτουν μαζί με τον Ησαΐα: «Η κοιλιά μου θα αντηχήσει σαν κιθάρα και τα σπλάχνα μου σαν χάλκινο τείχος που εγκαινίασες Εσύ»(Ησ. 16, 11), και: «Από το φόβο Σου, Κύριε, λάβαμε μέσα μας το Πνεύμα της σωτηρίας Σου, κι έχοντας σ’ Αυτό την πεποίθησή μας δε θα πέσομε, αλλά θα πέσουν εκείνοι που μιλούν εμπνεόμενοι από τη γη(Ησ. 26, 17-18) και κατηγορούν ψευδώς τα επουράνια λόγια και βιώματα ως γήινα». Γιατί αν και ο Απόστολος ονομάζει το σώμα θάνατο λέγοντας «Ποιος θα με λυτρώσει από το σώμα τούτο του θανάτου;»(Ρωμ. 7, 24), αλλ’ αυτό το λέει απλώς γιατί το πρόσυλο και σωματικό φρόνημα είναι σωματοειδές. Γι’ αυτό παραβάλλοντάς το με το πνευματικό και θείο φρόνημα, δίκαια το ονόμασε σώμα· και όχι απλώς σώμα, αλλά θάνατο σώματος. 


Και λίγο παραπάνω, φανερώνοντας σαφέστερα ότι δεν κατηγορεί τη σάρκα, αλλά την αμαρτητική ροπή που εισήλθε σ’ αυτήν με την παράβαση του Αδάμ, λέει: «Είμαι δούλος πουλημένος στην αμαρτία»(Ρωμ. 7, 14)· κι ο πουλημένος, δεν είναι γεννημένος δούλος. Και πάλι λέει: «Γνωρίζω ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή στη σάρκα μου, το αγαθό»(Ρωμ. 7, 18). Βλέπεις λοιπόν, ότι δε λέει τη σάρκα, αλλά το κακό που κατοικεί μέσα της. Επομένως, αυτός ο νόμος που βρίσκεται στα μέλη μας κι αντιστρατεύεται στο νόμο του νου(Ρωμ. 7, 23) είναι κακό να κατοικεί μέσα στο σώμα, και όχι ο νους. Γι’ αυτό κι εμείς αντιπαρατασσόμαστε σ’ αυτόν το νόμο της αμαρτίας, προσπαθούμε να τον διώξομε από το σώμα και εγκαθιστούμε μέσα σ’ αυτό την επιτήρηση του νου, με την οποία νομοθετούμε το πρέπον σε κάθε δύναμη της ψυχής και σε κάθε μέλος του σώματος. Στις αισθήσεις, ποιά να αντιλαμβάνονται και σε τι βαθμό· το έργο αυτό του πνευματικού νόμου λέγεται εγκράτεια. Στο παθητικό μέρος της ψυχής, εισάγομε την άριστη έξη, η οποία λέγεται αγάπη. Αλλά με το νόμο αυτό βελτιώνομε και το λογιστικό, απομακρύνοντας κάθε τί που εμποδίζει τη διάνοια να ανυψωθεί στο Θεό· το μέρος αυτό τούτου του νόμου το λέμε νήψη. 


Αφού τώρα καθαρίσει κανείς το σώμα του με την εγκράτεια και κάνει το θυμό και την επιθυμία αφορμές αρετών με την αγάπη και παρουσιάσει καθαρό το νου του με την προσευχή στο Θεό, τότε αποκτά και βλέπει μέσα του τη χάρη που υποσχέθηκε ο Κύριος στους καθαρούς στην καρδιά. Και τότε θα μπορέσει να πει μαζί με τον Παύλο: «Ο Θεός που είπε να λάμψει το φως μέσα από το σκοτάδι, Αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσομε τη δόξα του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Έχομε όμως το θησαυρό αυτό μέσα σε πήλινα δοχεία, δηλαδή στα σώματά μας»(Β΄ Κορ. 4, 6-7). Αν λοιπόν κρατήσομε το νου μας μέσα στο σώμα, αυτό θα είναι ανάξιο της μεγαλοσύνης του νου; Ποιος μπορεί να προβάλει κάτι τέτοιο, όχι πνευματικός, αλλά ένας με νου, γυμνό από τη θεία χάρη, νου όμως άνθρωπου; Η ψυχή μας είναι μία οντότητα πολυδύναμη και χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα που δημιουργήθηκε να ζει μαζί της. Ποιά λοιπόν είναι τα μέλη που χρησιμοποιεί ως όργανα για να ενεργεί η δύναμή της εκείνη που ονομάζομε νου; Αλλά, βέβαια, κανείς δεν υπέθεσε ποτέ ότι η διάνοια είναι εγκατεστημένη στα νύχια, ούτε στα βλέφαρα, ούτε στα ρουθούνια ή στα χείλη. Όλοι συμφωνούν ότι είναι μέσα μας, διαφωνούν όμως μερικοί ως προς το πρώτο από τα μέσα μας που μεταχειρίζεται ως όργανο. 


Άλλοι θεωρούν ότι είναι εγκατεστημένη, σαν μέσα σε ακρόπολη, στον εγκέφαλο. Άλλοι πάλι παραχωρούν στη διάνοια σαν όχημα, το κέντρο της καρδιάς και το ψυχικό πνεύμα που βρίσκεται καθαρότατο εκεί. Εμείς τώρα, γνωρίζομε με ακρίβεια ότι το λογιστικό βρίσκεται στην καρδιά σαν σε όργανο, όχι όμως μέσα σ’ αυτήν όπως σε δοχείο, γιατί είναι ασώματο, ούτε έξω, γιατί είναι ενωμένο με αυτήν. Και τούτο δεν το διδαχτήκαμε από άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον Πλάστη του ανθρώπου, που λέει στα Ευαγγέλια ότι δεν είναι τα εισερχόμενα από το στόμα, αλλά τα εξερχόμενα που μολύνουν τον άνθρωπο· γιατί από την καρδιά βγαίνουν οι λογισμοί(Ματθ. 15, 11 και 19). Παρόμοια λέει και ο μέγας Μακάριος: «Η καρδιά είναι ο ηγεμόνας όλης της υπάρξεως. Κι όταν κυριαρχήσει η χάρη σ’ όλα τα μέρη της καρδιάς, τότε βασιλεύει πάνω σε όλους τους λογισμούς και σ’ όλα τα μέλη. Γιατί εκεί είναι ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής». Η καρδιά μας λοιπόν είναι το ταμείο των λογισμών και το πρώτο σαρκικό όργανο του λογιστικού. 


Όταν λοιπόν φροντίζομε να εξετάζομε και να διορθώνομε το λογιστικό μας με ακριβή νήψη, με ποιο άλλο τρόπο θα το πετύχομε αυτό, παρά αφού συγκεντρώσομε το νου μας που είναι διασκορπισμένος έξω με τις αισθήσεις και τον ξαναφέρομε μέσα μας και μάλιστα στην καρδιά μας, στο ταμείο των λογισμών; Γι’ αυτό και ο Μακάριος —όνομα και πράγμα—, αμέσως στη συνέχεια όσων είπε παραπάνω, προσθέτει: «Εκεί λοιπόν πρέπει να προσέχομε, αν η χάρη έγραψε τους νόμους του Πνεύματος». Πού εκεί; Στο ηγεμονικό όργανο, στο θρόνο της χάρης, όπου ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής, δηλαδή στην καρδιά. Βλέπεις ότι είναι πολύ μεγάλη ανάγκη, αυτοί που διάλεξαν να προσέχουν στην ησυχία τον εαυτό τους, να επαναφέρουν και να περικλείουν μέσα στο σώμα το νου, και μάλιστα στο ενδότατο σώμα του σώματος, αυτό δηλαδή που αποκαλούμε καρδιά; Αν, κατά τον Δαβίδ, όλη η δόξα της θυγατέρας του Βασιλιά βρίσκεται μέσα της(Ψαλμ. 44, 14), πώς εμείς θα τη ζητήσομε κάπου έξω; Κι αν, κατά τον Απόστολο, ο Θεός έδωσε το Πνεύμα Του στις καρδιές μας να κράζει· «Αββά, Πατέρα!»(Γαλ. 4, 6), πώς εμείς δε θα προσευχόμαστε μέσα σ’ αυτές μαζί με το Πνεύμα; 


Κι αν, κατά τον Κύριο των Προφητών και των Αποστόλων, η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας(Λουκ. 17, 21), πώς δε θα βρεθεί έξω από τη βασιλεία των ουρανών εκείνος που προσπαθεί να βγάλει το νου του από μέσα του; Κι ο σοφός Σολομών λέει: «Η υγιής καρδιά επιζητεί αίσθηση»(Παροιμ. 15, 14), την οποία ο ίδιος σε άλλο μέρος την ονόμασε νοερή και θεία. Προς αυτήν και οι Πατέρες μάς προτρέπουν όλους και λένε: «Ο νοερός νους έχει οπωσδήποτε και νοερή αίσθηση· αυτή, που είναι και δεν είναι μέσα μας, να μη σταματήσομε να επιζητούμε ποτέ». Βλέπεις λοιπόν ότι κι αν κανείς προθυμοποιηθεί να παλαίψει κατά της αμαρτίας και να κάνει κτήμα του την αρετή, κι αν επιζητήσει να βρει το βραβείο του αγώνα της αρετής, ή μάλλον τον αρραβώνα του βραβείου της αρετής, δηλαδή τη νοερή αίσθηση, ότι είναι απαραίτητο να επαναφέρει το νου του μέσα και στο σώμα και στον εαυτό του; Το να οδηγούμε το νου όχι έξω από το σωματικό φρόνημα, αλλά έξω από αυτό το σώμα, για να πετύχει τάχα εκεί νοερά θεάματα, αυτό είναι η μεγαλύτερη ελληνική πλάνη, η ρίζα και η πηγή κάθε κακοδοξίας, εφεύρεση και μάθημα δαιμόνων, γεννά την ανοησία και γεννιέται από την παραφροσύνη. 


Γι’ αυτό κι εκείνοι που μιλούν έτσι με την έμπνευση των δαιμόνων, έχουν χάσει τα λογικά τους και δεν εννοούν ούτε εκείνα που λένε. Εμείς όμως επαναφέρομε το νου όχι μόνο μέσα στο σώμα και στην καρδιά, αλλά και μέσα στον εαυτό του. Ας κατηγορούν λοιπόν εκείνοι που λένε ότι, αφού δεν είναι χωρισμένος ο νους, αλλά βρίσκεται μέσα στην ψυχή, πώς θα τον στείλει κανείς πάλι μέσα; Όπως φαίνεται, αγνοούν ότι άλλο είναι η ουσία του νου και άλλο η ενέργεια. Ή μάλλον, αν και ξέρουν, πήγαν με το μέρος των απατεώνων θεληματικά, ξεγελώντας με την ομωνυμία. Επειδή δηλαδή δεν καταδέχονται την απλότητα της πνευματικής διδασκαλίας, εκείνοι που είναι ακονισμένοι για αντιλογίες από τη διαλεκτική —σύμφωνα με τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου—, ανατρέπουν τη δύναμη της αλήθειας με τις εναντιώσεις της ψευδώνυμης γνώσεως και με την πιθανοφάνεια των σοφισμάτων. Τέτοιοι πρέπει να είναι οι μη πνευματικοί που έχουν την αξίωση να κρίνουν τα πνευματικά και να διδάσκουν. Γιατί βέβαια δεν τους διαφεύγει τούτο- ότι ο νους δεν είναι όπως τα μάτια που βλέπουν τα άλλα ορατά, αλλά δε βλέπουν τον εαυτό τους. 


Ο νους ενεργεί παρατηρώντας τα άλλα, όσα χρειάζεται, κι αυτό το ονομάζει «κατ’ ευθείαν κίνηση του νου» ο Μέγας Διονύσιος· επανέρχεται όμως στον εαυτό του και ενεργεί καθ’ εαυτόν, όταν βλέπει τον εαυτό του. Αυτό το ονομάζει «κυκλική κίνηση του νου» ο ίδιος Διονύσιος. Αυτή η ενέργεια του νου είναι η ανώτερη και κατεξοχήν ταιριαστή σ’ αυτόν, με την οποία, ξεπερνώντας καμιά φορά τον εαυτό του συναντά το Θεό. Γιατί λέει ο Μέγας Βασίλειος: «Ο νους που δε διασκορπίζεται προς τα έξω…». Βλέπεις από αυτό ότι ο νους βγαίνει από μέσα; Έχει λοιπόν ανάγκη να επιστρέψει. Γι’ αυτό συνεχίζει ο Μέγας Βασίλειος: «…επιστρέφει πρός τον εαυτό του, και δια μέσου του εαυτού του ανεβαίνει στο Θεό σαν από δρόμο χωρίς κίνδυνο πλάνης». Γιατί αυτού του είδους η κίνηση του νου, όπως λέει και ο απλανής εκείνος θεωρός των νοερών Διονύσιος, είναι αδύνατον να περιπέσει σε οποιαδήποτε πλάνη. Από την κίνηση λοιπόν αυτή ο πατέρας της πλάνης, ο διάβολος, θέλοντας πάντοτε να απομακρύνει τον άνθρωπο και να τον οδηγεί σ’ εκείνην που επιτρέπει είσοδο στις πλάνες του, δε βρήκε ποτέ μέχρι σήμερα, απ’ όσο γνωρίζω, κανένα συνεργό που να αγωνίζεται με ωραία λόγια να τραβά τους άλλους σ’ αυτή. 


Τώρα φαίνεται ότι βρήκε βοηθούς, αν όπως είπες, υπάρχουν τέτοιοι. Αυτοί λοιπόν και λόγους συγγράφουν που οδηγούν σ’ αυτές τις απόψεις τους και προσπαθούν να πείσουν τους πολλούς ότι είναι καλύτερο να κρατούν έξω από το σώμα το νου όταν προσεύχονται, ακόμα κι εκείνους που ασπάσθηκαν τον ανώτερο και ησυχαστικό βίο. Και δε σέβονται ούτε το χαρακτηριστικό ορισμό που έδωσε ο Ιωάννης, ο οποίος κατασκεύασε με λόγους για μας την Κλίμακα που ανεβάζει στον ουρανό, ότι δηλαδή, ησυχαστής είναι αυτός που αγωνίζεται να περιορίσει τον ασώματο νου μέσα στο σώμα. Τα ίδια μας δίδαξαν και οι πνευματικοί μας πατέρες, και ευλόγως. Αν δηλαδή δεν περιορίσει το νου μέσα στο σώμα, πώς θα τον έχει μέσα του, αυτόν που είναι ντυμένος με το σώμα και που σαν χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσεως απλώνεται μέσα σ’ όλη αυτή τη μορφοποιημένη ύλη; Η καθορισμένη εξωτερική επιφάνεια της ύλης αυτής (του σώματος) δεν μπορεί να δεχτεί την ουσία του νου όσο καιρό ζει παίρνοντας μορφή ζωής κατάλληλη πρός τη συνάφειά της με το νου. 


Βλέπεις λοιπόν, αδελφέ, πώς όχι μόνο πνευματικά, αλλά και από την ανθρώπινη πλευρά εξετάζοντας τα πράγματα, αποδείχτηκε ότι είναι αναγκαιότατο να οδηγούν ή να κατέχουν το νου μέσα στο σώμα όσοι αποφάσισαν να γίνουν αληθινά κύριοι του εαυτού τους και Μοναχοί κατά τον εσωτερικό άνθρωπο; Δεν είναι λοιπόν ανάρμοστο να διδάσκει κανείς τους αρχαρίους να βλέπουν κυρίως στον εαυτό τους και με την αναπνοή να στέλνουν μέσα τους το νου. Γιατί εκείνον, που δεν έγινε ακόμη θεωρός του εαυτού του, κανείς φρόνιμος δε θα τον εμποδίσει να συγκεντρώνει μέσα του το νου του με διάφορες επινοήσεις. Ο νους λοιπόν εκείνων που μόλις πριν από λίγο μπήκαν σ’ αυτόν τον αγώνα, και όταν συγκεντρώνεται, δραπετεύει συνεχώς και πρέπει αυτοί να προσπαθούν συνεχώς να τον επαναφέρουν, τους διαφεύγει όμως καθώς είναι αγύμναστοι, γιατί είναι πάρα πολύ δυσκολοπαρατήρητος και πιο ευκίνητος από ο,τιδήποτε άλλο. 


Γι’ αυτό υπάρχουν εκείνοι που τους συμβουλεύουν να προσέχουν στην αναπνοή που συνέχεια διαχέεται και ξαναμαζεύεται, και να την κρατούν για λίγο, ώστε μαζί με αυτήν να συγκρατούν και το νου, μέχρις ότου, προχωρώντας με τη βοήθεια του Θεού στο καλύτερο και κάνοντας το νου τους ακίνητο προς τα γύρω του και καθαρό απ’ όλα, μπορέσουν να τον συγκεντρώσουν σε ενοειδή συνέλιξη *. Αυτό μπορεί να το δει κανείς να επακολουθεί αυτόματα στην προσοχή του νου· γιατί αυτή η πνοή εισέρχεται κι εξέρχεται με ηρεμία και σε κάθε προσπάθεια που απαιτεί συγκέντρωση, ιδιαίτερα σ’ όσους ησυχάζουν κατά το σώμα και τη διάνοια. Αυτοί δηλαδή, σαββατίζοντας πνευματικά και παύοντας —όσο είναι εφικτό— όλα τα έργα τους, απορρίπτουν κάθε έργο των ψυχικών δυνάμεων μεταβατικό και εξωτερικό και σχετιζόμενο με τις διάφορες γνώσεις, όπως επίσης κι όλες τις μέσω των αισθήσεων αντιλήψεις και γενικά κάθε ενέργεια του σώματος που υπόκειται στην εξουσία μας. Ακόμη, απορρίπτουν και όποια δεν υπόκειται τελείως στην εξουσία μας, όπως για παράδειγμα την αναπνοή, σε όσο βαθμό μπορούν. 


Όλα αυτά γίνονται χωρίς κόπο και φροντίδα σ’ εκείνους που πρόκοψαν στο έργο της ησυχίας. Γιατί κατ’ ανάγκην συμβαίνουν αυτόματα όλα αυτά με την τέλεια είσοδο της ψυχής στον εαυτό της. Στους αρχαρίους όμως δε θα δεις κανένα από τα παραπάνω να γίνεται χωρίς κόπο. Όπως λοιπόν στην αγάπη ακολουθεί η υπομονή, —γιατί η αγάπη τα στέργει όλα(Α΄ Κορ. 13, 7)—, κι εμείς διδασκόμαστε να βιάζομε τον εαυτό μας για να κατορθώνομε την υπομονή, ώστε να φτάσομε μέσω αυτής στην αγάπη, έτσι είναι και στα παραπάνω. Και τι άλλο περισσότερο να πούμε; Όλοι οι πεπειραμένοι γελούν μ’ εκείνους που από απειρία νομοθετούν τα αντίθετα. Γιατί δάσκαλος των πραγμάτων αυτών δεν είναι ο λόγος, αλλά ο κόπος και η πείρα έπειτα από κόπους, η οποία και το συμφέρον καρπώνεται, και αποστρέφεται τους άκαρπους λόγους των φιλονείκων και επιδεικτικών. Κι αφού, όπως λέει κάποιος από τους μεγάλους Πατέρες σχετικά μ’ αυτά, ο εσωτερικός άνθρωπος, μετά την παράβαση του Αδάμ, συνηθίζει να εξομοιώνεται με τα εξωτερικά σχήματα, πώς δε θα βοηθήσει πολύ εκείνον που καταγίνεται με προθυμία να στρέψει το νου του στον εαυτό του, έτσι που να μην ακολουθεί την «κατ’ ευθείαν», αλλά την κυκλική κίνηση που είναι απλανής, το να μην περιφέρει τα μάτια του εδώ κι εκεί, αλλά να τα στηρίζει όπως σε κάποιο στήριγμα στο στήθος του ή στον ομφαλό; 


Συστρέφοντας δηλαδή όσο μπορεί εξωτερικά τον εαυτό του σαν κύκλο, παρόμοια με την κυκλική κίνηση του νου που επιδιώκει μέσα του, με το σχήμα αυτό του σώματος θα στείλει μέσα στην καρδιά του και τη δύναμη του νου που διαχέεται έξω με την όραση. Αν τώρα και του νοητού θηρίου η δύναμη είναι στον ομφαλό της κοιλιάς(Ιώβ 40, 16), γιατί εκεί είναι και η δύναμη του νόμου της αμαρτίας και του παραχωρεί τόπο, γιατί κι εμείς να μη στήσομε στο ίδιο σημείο, οπλισμένο με την προσευχή, τον πνευματικό νόμο που αντιστρατεύεται στο νόμο αυτό(Ρωμ. 7, 23); Κι αυτό, ώστε το πονηρό πνεύμα που εκδιώχθηκε με το λουτρό της παλιγγενεσίας, να μην ξαναγυρίσει μαζί με άλλα επτά πνεύματα πονηρότερα και κατοικήσει πάλι μέσα και γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα(Ματθ. 12, 45). «Πρόσεχε στον εαυτό σου»(Δευτ. 15, 9), λέει ο Μωυσής, δηλαδή σε όλα σου, όχι σε μερικά μόνο και σε άλλα ν’ αδιαφορείς. Με ποιό μέσο να προσέχεις; Φυσικά με το νου σου, γιατί με τίποτε άλλο δεν μπορείς να προσέχεις τον εαυτό σου σε όλα. 


Αυτή λοιπόν τη φύλαξη βάλε στη ψυχή και στο σώμα σου, και με αυτή θ’ απαλλαγείς εύκολα από τα πονηρά σωματικά και ψυχικά πάθη. Προστάτεψε λοιπόν τον εαυτό σου, κυβέρνησέ τον, επίβλεψέ τον ή μάλλον, πάντοτε να τον προστατεύεις και να τον παρακολουθείς και να τον εξετάζεις. Έτσι θα υποτάξεις στο πνεύμα τη σάρκα που αφηνιάζει, και ποτέ δε θα γίνει κρυφό αμάρτημα μέσα στην καρδιά σου(Δευτ. 15, 9). Αν, όπως λέει ο Εκκλησιαστής, το πνεύμα που εξουσιάζει τα πονηρά πνεύματα και πάθη ορθωθεί εναντίον σου, μην αφήσεις τον τόπο σου(Εκκλ. 10, 4), δηλαδή μην αφήσεις ούτε μέρος της ψυχής ούτε μέλος του σώματος χωρίς επιτήρηση. Έτσι και τα πονηρά πνεύματα που σε πειράζουν θα νικήσεις, και σ’ Εκείνον που εξετάζει καρδιές και νεφρούς(Ψαλμ. 7, 10) θα παρουσιαστείς με παρρησία χωρίς εξέταση, αφού εσύ τα εξέτασες πρωτύτερα. «Αν κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δε θα κρινόμασταν από το Θεό»(Α΄ Κορ. 11, 31), λέει ο Παύλος. Κι αφού δοκιμάσεις το μακάριο πάθος του Δαβίδ, θα πεις κι εσύ στο Θεό: «Το σκοτάδι δε θα σκοτισθεί από Σένα, Κύριε, και η νύχτα θα μου φωτιστεί σαν ημέρα· γιατί Εσύ έκανες κτήμα Σου τους νεφρούς μου»(Ψαλμ. 138, 12-13). 


Δεν έκανες, λέει, δικό Σου ολόκληρο το επιθυμητικό της ψυχής μου μόνο, αλλά οποιαδήποτε σπίθα της επιθυμίας αυτής μέσα στο σώμα, αφού επέστρεψε στην καρδιά που τη δημιουργεί, διά μέσου αυτής πέταξε ψηλά σε Σένα και από Σένα έχει κρεμαστεί και σε Σένα είναι προσκολλημένη. Όπως δηλαδή το επιθυμητικό της ψυχής εκείνων που είναι προσηλωμένοι στις αισθητές και φθαρτές ηδονές, κενώνεται ολόκληρο προς τη σάρκα και γι’ αυτό γίνονται ολόκληροι σάρκες και το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να παραμείνει σ’ αυτούς(Γεν. 6, 3), έτσι και εκείνων που ανύψωσαν το νου στο Θεό και έχουν εξαρτήσει την ψυχή τους από το θείο πόθο, η σάρκα μεταποιείται και ανυψώνεται μαζί με την ψυχή και απολαμβάνει μαζί της τη θεία ένωση και γίνεται κτήμα και κατοικία του Θεού, μη έχοντας πιά μέσα της φωλιασμένη την έχθρα εναντίον του Θεού, μήτε επιθυμώντας αντίθετα με το Πνεύμα(Γαλ. 5, 17). Ποιος είναι ο πιο αρμόδιος τόπος για το πονηρό πνεύμα που επιτίθεται από κάτω στη σάρκα και το νου μας; Δεν είναι η σάρκα, μέσα στην οποία, όπως λέει ο Απόστολος, δεν κατοικεί κανένα αγαθό, προτού εγκατασταθεί μέσα της ο νόμος της ζωής(Ρωμ. 7, 18); Αυτή λοιπόν τη σάρκα δεν πρέπει ποτέ να την αφήνομε χωρίς να την προσέχομε. 


Πώς λοιπόν θα ήταν δική μας; Και πώς δε θα την αφήσομε; Ή πώς θα αποκρούσομε την ανάβαση του πονηρού εναντίον της, και μάλιστα όσοι δε γνωρίζομε ακόμη να αντιμετωπίζομε πνευματικά τα πονηρά πνεύματα; Πώς αλλιώς, παρά αν και με το εξωτερικό σχήμα εξασκηθούμε να προσέχομε στους εαυτούς μας; Και γιατί αναφέρω τους αρχαρίους, όταν υπάρχουν και μερικοί από τους τελειότερους, οι οποίοι χρησιμοποίησαν αυτό το σχήμα στην προσευχή κι έκαναν το Θεό να τους ακούσει. Κι αυτοί δεν είναι μόνο μετά Χριστόν, αλλά και πριν από την έλευσή Του σ’ εμάς. Κι ο ίδιος ο τελειότατος στη θεοπτία Ηλίας, αφού στήριξε το κεφάλι του στα γόνατα και συγκέντρωσε έτσι με μεγαλύτερη φιλοπονία το νου στον εαυτό του και στο Θεό, έλυσε την πολύχρονη εκείνη ανομβρία(Γ΄ Βασ. 18, 42). 


Αυτοί, αδελφέ, από τους οποίους λες ότι τ’ άκουσες αυτά, μου φαίνεται ότι πάσχουν από τη νόσο των Φαρισαίων. Γι’ αυτό και δε θέλουν να παρατηρούν και να καθαρίζουν το εσωτερικό του ποτηριού(Ματθ. 23, 25), δηλαδή την καρδιά τους. Και δεν ακολουθούν τις παραδόσεις των Πατέρων, αλλά σπεύδουν να καθίσουν πιο μπροστά απ’ όλους σαν νέοι νομοδιδάσκαλοι. Δεν καταδέχονται το σχήμα της τελωνικής προσευχής που οδήγησε σε δικαίωση, και παρακινούν και τους άλλους που προσεύχονται να μην ασπάζονται αυτό που περιέγραψε ο Κύριος στα Ευαγγέλια λέγοντας ότι ο τελώνης δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό(Λουκ. 18, 13). Αντίθετα, τον τελώνη φιλοτιμούνται να μιμηθούν εκείνοι που όταν προσεύχονται έχουν στραμμένο προσεκτικά το βλέμμα τους στον εαυτό τους. Κι όσοι τους ονομάζουν ομφαλοψύχους, τους συκοφαντούν απροκάλυπτα— γιατί ποιος από αυτούς είπε ποτέ ότι η ψυχή είναι στον ομφαλό; 


Εκτός λοιπόν που ξεσκεπάστηκαν ότι επιτίθενται συκοφαντικά, αποδείχτηκαν και υβριστές των αξιέπαινων εκείνων κι όχι διορθωτές κάποιων που σφάλλουν, και ότι γράφουν για χάρη όχι της ησυχίας και της αλήθειας, αλλά της κενοδοξίας, και ούτε για να οδηγήσουν στη νήψη, αλλά για να απομακρύνουν από αυτή. Γιατί και την εργασία αυτή κι εκείνους που με επιμέλεια την έχουν αναλάβει, προσπαθούν να εξευτελίσουν με κάθε τρόπο, κατηγορώντας την κατάλληλη αυτή τεχνική που χρησιμοποιείται. Και δε θα δυσκολεύονταν να ονομάσουν κοιλιοψύχους ούτε το Δαβίδ που είπε ότι «ο νόμος του Θεού είναι στο μέσο της κοιλιάς μου»(Ψαλμ. 39, 9), ούτε τον Ησαΐα που είπε στο Θεό ότι «η κοιλιά μου θ’ αντηχήσει σαν κιθάρα και τα σπλάχνα μου σαν χάλκινο τείχος που εγκαινίασες εσύ»(Ησ. 16, 11), και γενικά να διαβάλουν όλους εκείνους που με σωματικά σύμβολα υποδηλώνουν και ονομάζουν και ανιχνεύουν τα νοερά και θεία και πνευματικά. Αλλά αυτοί σ’ εκείνους δε θα προξενήσουν καμία βλάβη, ή μάλλον θα τους προξενήσουν και μακαρισμούς και περισσότερη προσθήκη των ουρανίων στεφάνων. Οι ίδιοι όμως θα μείνουν έξω από τα ιερά παραπετάσματα και ούτε τις σκιές της αλήθειας δε θα μπορέσουν να ατενίζουν. 


Και υπάρχει μεγάλος φόβος μήπως λάβουν και αιώνια τιμωρία, επειδή όχι μόνο ξεχώρισαν τους εαυτούς των από τους Αγίους, αλλά και επετέθηκαν με λόγια εναντίον τους. Γνωρίζεις βέβαια το βίο του Συμεών του Νέου Θεολόγου· ένα θαύμα ήταν ολόκληρος σχεδόν κι είχε δοξαστεί από το Θεό με υπερφυσικά θαύματα. Ξέρεις και τα συγγράμματά του, που αν τα πει κανείς συγγράμματα ζωής δε θα σφάλει. Γνωρίζεις επίσης και τον όσιο εκείνο Νικηφόρο, ο οποίος αφού έζησε πολλά χρόνια στην ηρεμία και την ησυχία, ύστερα αποσύρθηκε στα πιο ερημικά μέρη του Αγίου Όρους και ασχολήθηκε με τη συλλογή όλων των πατερικών αποσπασμάτων που αναφέρονται στη νηπτική εργασία, τα οποία μας τα παρέδωσε σ’ ένα λόγο του. Οι δύο αυτοί Άγιοι σαφώς συμβουλεύουν σ’ όσους θέλουν, αυτό το οποίο λες ότι μερικοί προσπαθούν να ανατρέψουν. Και γιατί ν’ αναφέρω τους παλιούς Αγίους; Άνδρες λίγο πριν από εμάς, μαρτυρημένοι και αποδεδειγμένοι με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, μας τα παρέδωσαν όλα αυτά με το στόμα τους. Και τον Θεολόγο τούτον (τον Συμεών) τον ανεκήρυτταν αληθινό θεολόγο και ασφαλή επόπτη της αλήθειας των μυστηρίων του Θεού. 


Έχεις ακούσει για τον όνομα και πράγμα Θεόληπτο, τον επίσκοπο Φιλαδέλφειας, από την οποία σαν από λυχνία φώτισε όλο τον κόσμο· για τον Αθανάσιο που στόλισε τον πατριαρχικό θρόνο για πολλά χρόνια και που το λείψανό του τίμησε ο Θεός· τον Νείλο εκείνο τον Ιταλό, το ζηλωτή του Μεγάλου Νείλου· το Σελιώτη και τον Ηλία, οι οποίοι δεν είναι καθόλου κατώτεροι από τον προηγούμενο· τον Γαβριήλ και τον Αθανάσιο, οι οποίοι είχαν αξιωθεί να λάβουν και προφητικό χάρισμα. Έχεις ακούσει γι’ αυτούς και για πολλούς άλλους πριν από αυτούς και μαζί με αυτούς και μετά από αυτούς, που επαινούν και παρακινούν όσους θέλουν να κρατούν αυτή την παράδοση, την οποία οι νέοι δάσκαλοι της ησυχίας, χωρίς να γνωρίζουν ίχνος ησυχίας, και συμβουλεύοντας όχι από πείρα, αλλά από διάθεση φλυαρίας, δοκιμάζουν να αθετούν και να διδάσκουν άλλα και να την εξευτελίζουν, χωρίς καμιά ωφέλεια των ακροατών. 



Εμείς όμως, με μερικούς από τους Αγίους αυτούς και προσωπικά μιλήσαμε και 

τους είχαμε δασκάλους. 

Πώς λοιπόν ν’ αγνοήσομε αυτούς που έχουν διδαχτεί από τη χάρη και την πείρα, 

και να στραφούμε σ’ εκείνους που προχώρησαν στη διδασκαλία από οίηση και αγάπη λογομαχίας; 

Δεν είναι βέβαια δυνατό κάτι τέτοιο. 

Και συ λοιπόν να τους αποφεύγεις αυτούς, αναφωνώντας με σύνεση μαζί με τον Δαβίδ: 

«Ευλόγει, ψυχή μου, τον Κύριο, και όλα τα εντός μου ευλογείτε το άγιο όνομά Του»(Ψαλμ. 102, 1).

 Και παρέχοντας τον εαυτό σου πειθήνιο στους Πατέρες, άκουγέ τους πώς μας προτρέπουν

 να στέλνομε πάντοτε μέσα μας το νου.




Μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης
εκδόσεις ''Το περιβόλι της Παναγίας''
 1986, δ΄τόμος, (σελ. 279 - 288)



Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών


Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

ΜΟΝΑΧΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ ΚΛΙΜΑΚΑ ΘΕΙΩΝ ΧΑΡΙΤΩΝ




Οικτρός μοναχός, 

λεγόμενος Θεοφάνης, 

Κλίμακα θείων χαρίτων σου εκθέτω,

 αυτήν που η πείρα δίδαξε στους θεοφόρους. 

Η καθαρότατη προσευχή είναι το πρώτο. 

Απ’ αυτήν πηγάζει κάποια καρδιακή θέρμη κι ακολουθεί ενέργεια παράδοξη κι αγία.


Κατόπιν τα θεία δάκρυα της καρδιάς κι από αυτά η ειρήνη λογισμών κάθε είδους. Από αυτήν, η κάθαρση του νου αναβλύζει και η θεωρία των άνω μυστηρίων, και μετά έλλαμψη παράδοξη μ’ άρρητο τρόπο κι ανείπωτος φωτισμός της καρδιάς από τούτη και από δω πάλι, τελειότητα χωρίς τέλος. Πλάτος λοιπόν απέραντο έχει κάθε σκαλί της, κι ας περιλαμβάνεται σ’ ένα στίχο μόνο. Στην κλίμακα αυτήν, το κάτω σκαλοπάτι την καθαρή προσευχή μόνο υπογραμμίζει, της οποίας είναι πολλά, αμέτρητα τα είδη. Κι αν θέλαμε να κάνομε ένα κατάλογό τους ο λόγος θα τραβούσε πολύ σε μάκρος. Το ίδιο σκέψου, αγαπητέ, και στ’ άλλα που δάσκαλός τους είναι η πείρα, όχι ο λόγος. Κλίμακα ασυνήθιστη, στα ουράνια υψωμένη. 


Δέκα σκαλιά, που παράδοξα ψυχές ζωογονούνε. δέκα σκαλιά που τη ζωή της ψυχής κηρύττουν. Και λέει κάπου ένας θεοφόρος πατέρας: « Όποιος δεν τρέχει εδώ, ζωή ν’ αποκτήσει της ψυχής, ας μην ξεγελά με κούφιες ελπίδες τον εαυτό του, πως θα την βρει εκεί πάνω» Δέκα σκαλιά, θεία φιλοσοφία δέκα σκαλιά, καρπός όλων των βιβλίων δέκα σκαλιά, πού το τέλειο δείχνουν δέκα σκαλιά, στους ουρανούς π’ ανεβάζουν δέκα σκαλιά, πού σε κάνουν το Θεό να γνωρίζεις. Η κλίμακα φαίνεται πολύ μικρή στο μήκος αν όμως τη δοκιμάσει κανείς μεσ’ στην καρδιά του, πλούτο θα βρει που ο κόσμος δε χωράει και θεία πηγή που ζωή άγνωστη αναβλύζει. 


Άριστος δάσκαλος η κλίμακα τούτη είναι, για να γνωρίσει καθαρά τα μέτρα του ο καθένας -Τη θεία κλίμακα βλέποντας των δέκα χαρίτων, αν σταθερά επάνω της βρίσκεται νομίζεις, πές μας σε ποιο σκαλί της έχεις φτάσει, ώστε κι εμείς οι ράθυμοι να ωφεληθούμε; -Αγαπητέ, αν θέλεις γι’ αυτά κάτι να μάθεις, γίνε αμέριμνος για κάθε πράγμα είτε παράλογο, είτε εύλογο το βρίσκεις. Αδύνατο να μάθεις χωρίς αμεριμνία, κι αυτά μαθαίνονται με πείρα όχι με λόγο. Τούτο σου λέω ως υπενθύμιση μόνο (ο λόγος είναι αγίων πατέρων θεοφόρων, Αν και θα φανεί βαρύς στην ακοή σου): «Όποιος δε βρεθεί σε κάποιο απ’ τα σκαλιά της, ή δεν έχει αυτά παντοτινή μελέτη, στο τέλος της ζωής, στην ώρα του θανάτου, θα κυριευτεί από φόβο και τρόμο μεγάλο κι από δειλία απέραντη, τη σωτηρία μη χάσει». 


Οι στίχοι μου κατέληξαν να φοβερίσουν, όμως αυτό έγινε προς ψυχικό συμφέρον. Δεν είναι με τα ήπια μάλλον που οδηγούνται στην μετάνοια και στην καλοκαγαθία οι πιο σκληροί-εγώ ανάμεσά τους πρώτος-, όσο είναι με τα φοβερά που δέος προκαλούνε. Άς ακούει όποιος τ’ αυτιά έχει για ν’ ακούει(1). -Άκου κι εσύ που τα ‘γραψες αυτά, και πρόσεξέ το. 


Πώς τόλμησες εσύ ν’ αρθρώσεις τέτοια λόγια, εσύ που τίποτα απ’ αυτά δεν έχεις απολύτως; Πως δεν δοκίμασες φρίκη που τα διδάσκεις; Δεν άκουσες τι έπαθε παλιά ο Ζαν εκείνος, όταν τη θεία Κιβωτό θέλησε να στηρίξει;



-Μη νομίζεις πως αυτά τα λέω για να διδάσκω. τον εαυτό μου στηλιτεύω με τούτα, βλέποντας των αγωνιστών τα έξοχα βραβεία και τη δική μου ακαρπία σε όλα.


Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών


Print Friendly and PDF