ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

ΕΝ ΤΗ ΚΟΙΜΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΟΥ ΚΑΤΕΛΙΠΕΣ ΘΕΟΤΟΚΕ




Ύμνος εις την Κοίμηση της Θεοτόκου μεταφρασμένος από τον Φώτη Κόντογλου


Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου




, τί παράδοξο θαῦμα! Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς σὲ μνῆμα ἀποθέτεται, κι᾿ ὁ τάφος σκάλα γίνεται ποὺ πάγει στὸν οὐρανό. Εὐφραίνου Γεθσημανή, ἡ ἁγιασμένη ἐκκλησιὰ τῆς Θεοτόκου. Ἂς κράξουμε οἱ πιστοί, ἔχοντες τὸν Γαβριὴλ γιὰ ταξίαρχο: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μὲ σένα εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ σένα τὸ μέγα ἔλεος. Τὴν κοίμησή σου δοξάζουνε Ἐξουσίες, Θρόνοι, Ἀρχές, Κυριότητες, Δυνάμεις καὶ Χερουβὶμ καὶ τὰ φρικτὰ Σεραφίμ. Ἀναγαλλιάζουνε οἱ ἄνθρωποι στολισμένοι γιὰ τὴ γιορτή σου. Προσκυνᾶνε οἱ βασιλιάδες, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ τοὺς Ἀγγέλους, καὶ ψέλνουνε: 


Κεχαριτωμένη χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ σένα τὸ μέγα ἔλεος. Στολισμένη μὲ τὴ θεϊκὴ δόξα ἡ ἱερὴ καὶ δοξασμένη, Παρθένε, μνήμη σου, κι᾿ ὅλους τοὺς πιστοὺς τοὺς σύναξε γιὰ νὰ εὐφρανθοῦνε, καὶ μπροστὰ ἀπ᾿ ὅλους πηγαίνει ἡ Μαριὰμ (3) μὲ χορὸ καὶ μὲ τύμπανα ψέλνοντας τὸν μονογενή σου, γιατὶ μὲ δόξα δοξάσθηκε. Τοὺς δικούς σου ὑμνολόγους, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κι᾿ ἄφθονη πηγή, στερέωσέ τους. Καὶ στὴ θεϊκὴ δόξα σου ἀξίωσέ τους μὲ στεφάνια δόξας νὰ στεφανωθοῦνε. Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε. 


Γιατὶ σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου. Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἀπὸ τὴν Ἑρμηνείαν τῶν Ζωγράφων: Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἡ Παναγία κειμένη ἐπὶ τῆς κλίνης νεκρά, ἔχουσα ἐπὶ τοῦ Παναγίου στήθους αὐτῆς ἐσταυρωμένας τὰς θεοφόρους χείρας. Καὶ πλησίον τῆς κλίνης ἔνθεν καὶ ἔνθεν μανουάλια μὲ λαμπάδες ἀνημμένας. 


δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης παρὰ τοὺς πόδας αὐτῆς ἀσπάζονται αὐτήν (4), καὶ γύρωθεν οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἅγιοι ἱεράρχαι, Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Ἰερόθεος καὶ Τιμόθεος βαστάζοντες Εὐαγγέλια, καὶ γυναῖκες κλαίουσαι. Ἐπάνωθεν δὲ αὐτῆς ὁ Χριστὸς φέρων εἰς τὰς ἀγκάλας του τὴν παναγίαν ψυχὴν ἐν νεφέλῃ λευκῇ, καὶ γύρωθεν αὐτοῦ ἀκτίνες φωτὸς καὶ πλῆθος ἀγγέλων. Καὶ ἄνωθεν εἰς τὸν ἀέρα πάλιν οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι φερόμενοι ἐπὶ νεφελῶν. 


Εἰς δὲ τὴν δεξιὰν ἄκραν τοῦ ὁσπιτίου ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς βαστῶν χαρτίον λέγει: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια, Πάναγνε, θεία σκηνώματα...», καὶ εἰς τὴν ἀριστερὰν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ποιητὴς βαστῶν καὶ αὐτὸς χαρτίον λέγει: «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε, οἱ κλεινοὶ ἀπόστολοι...»(5).





Σημειώσεις



3 .- Ὁ ὑμνογράφος πλέκει τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας μὲ τὸ ὄνομα τῆς ἀδελφῆς τοῦ Ἀαρών, καὶ λέγει πῶς ἀνοίγει τὸ χορὸ γύρω στὸ λείψανο τῆς Παναγίας, ὅπως τὸν καιρὸ ποὺ περάσανε οἱ Ἑβραῖοι τὴν Ἐρυθρὴ θάλασσα: «Λαβοῦσα δὲ Μαριὰμ ἡ προφήτις ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἀαρῶν τὸ τύμπανον ἐν τῇ χειρὶ αὐτῆς, καὶ ἐξήλθοσαν πᾶσαι αἱ γυναῖκες ὀπίσω αὐτῆς μετὰ τυμπάνων καὶ χορῶν. Ἐξῆρχε δὲ αὐτῶν ἡ Μαριὰμ λέγουσα: «Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται. Ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν». (Ἐξοδ. ιε´ 20). Ἀπὸ τούτην τὴν ἱστορία ἐπῆρε ἔμπνευση κι᾿ ὁ Σολωμὸς κ᾿ ἔγραψε μέσα στὸν Ὕμνο εἰς τὴν Ἐλευθερία ἐτούτους τοὺς στίχους, ἱστορώντας τὸ πνίξιμο τῶν ἐχθρῶν στὸν Ἀχελῶο:
«Ἄ! Γιατί δὲν ἔχω τώρα τὴ φωνὴ τοῦ Μωϋσῇ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα ὅπου ἐσβυοῦντο οἱ μισητοί,
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἀχολογοῦσε ἀναρίθμητος λαός.
Ἀκολουθᾶ τὴν ἁρμονία ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία, μ᾿ ἕνα τύμπανον τερπνόν,
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες μὲ τσ᾿ ἀγκάλες ἀνοιχτές,
τραγουδώντας ἀνθοφόρες με τὰ τύμπανα κ᾿ ἐκειές».
4 .- Καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος παρὰ τὴν κεφαλήν της κλαίων καὶ θυμιῶν. (συμπλήρ. Φ.Κ.)
5 .- Στὶς περισσότερες τοιχογραφίες τῆς Κοιμήσεως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς γράφει στὸ χαρτί του: «Ἀμφεπονεῖτο ἀΰλων τέξις οὐρανοβάμων ἐν Σιὼν τὸ θεῖον σῶμα σου...» (Φ.Κ.).




Αντιγραφή, επιμέλεια, παρουσίαση

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Κυριακή 26 Μαΐου 2024

ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 



Σαν ήμουνα μικρός βρισκότανε ακόμα πολλά καράβια. Έφτιαξα σκαριά, που σήμερα λείψανε ολότελα και που τα βλέπουμε πια μονάχα ζωγραφισμένα. Όσα σκαριά κι όσες αρματωσιές ζούνε ακόμα, δεν είναι να λογαριάζονται, βρίσκονται, σα να πούμε, για παρηγοριά. Σήμερα όλο τα ίδια σκαριά βλέπει κανένας, σα να βγαίνουνε από φάμπρικα, ενώ στα πρωτινά χρόνια ο κάθε καπετάνιος είχε το μεράκι του, όπως διάλεγε την κοπέλα που θε νά ΄παιρνε γυναίκα, έτσι διάλεγε και το σκέδιο του καραβιού του, στο σκαρί και στην αρματωσιά.


Τα μεγάλα τα καλά τα σκέδια τά ‘φαγε ο ατμός κ’ η μπενζίνα. Μα κι από τα μικρά, τα καΐκια, κι από κείνα χαθήκανε τα πιο παράξενα κι απομείνανε κάτι του γλυκού νερού. Η μανία τους ήτανε να τα βάφουνε και να τα ξαναβάφουνε, να ζουγραφίζουνε γοργόνες στη μάσκα, ψάρια στα όκια ή να γράφουνε λογής – λογής τραγούδια στην πρύμη.


Στη σκότα του τουρκέτου μου σ’ έχω ζουγραφισμένη/σίντα μπουντάρω τα πανιά, σε βρίσκω μπερδεμένη. Στα σημερινά χρόνια σχεδόν άλλο από τρεχαντήρι και κάτι χιώτικα ψευτόσκαρα, δε βρίσκεις πια, τίποτ’ από κείνα τα βαριά σκέδια. Κι από τις αρματωσιές πάλι, αν βγάλεις στην μπάντα τις μπρατσέρες και τα κότερα, που γιόμισε ο κόσμος, άλλη αρματωσιά δε βλέπεις εύκολα, γιατί κρατήσανε κείνες που ‘ναι πιο βολικές, πιο πραχτικές, αφήνω πώς τα χρειάζουνται τα πανιά για ώρα ανάγκης, σα βοηθητικά της μπενζίνας, κι όχι με τα σωστά τους.


Όπως τα πρώτα χρόνια που είχανε βγει τα παπόρια, ο ατμός δηλαδή, βάζανε τη μηχανή σε καραβόσκαρα, μα κρατούσανε όμως για βοήθεια και τα πανιά, ως που σιγά-σιγά τα βγάλανε ολότελα κι απομείνανε ξερά τ’ άλμπουρα, το ίδιο και στα σημερινά καΐκια, κρατάνε κανέναν παλιοφλόκο για καμιά μαΐστρα μαυρισμένη απ’ την καπνιά της μπενζίνας. Τα πιο πολλά έχουνε μηχανές, τα πανιά, όπως είπαμε πρωτύτερα, τα ισάρουνε στα πρίμα ή άμα χαλάσει η μηχανή.


Σε κάτι λίγα λιμάνια βρίσκεται πού και πού κανένα σκαρί ιδιότροπο και κείνο παρατημένο σε καμιά άκρη, τις πιο πολλές φορές ξυλάρμενο, γέρικο, με σκουριασμένα σίδερα, με γδαρμένα μαδέρια, με ξεπατωμένη κουβέρτα, λες και σε κοιτάζει με τα γέρικα μάτια που, τα όκια, που τρέχει ή σκουριά σαν την τσίμπλα. Αν δε ζήσει κανένας απάνου σε καράβι, δεν μπορεί να καταλάβει ποτές τον καημό και το μυστήριό του. Θυμάμαι, σαν είμαστε μικροί, πώς μας τράβαγε το μέρος, που φτιάνανε και τιμαρεύανε (βολεύανε) τα καΐκια. Διάολε! Μαγνήτης ήτανε για μας καθεμιά από κείνες τις σκάφες! Τις ώρες που φεύγαμε από το σκολειό, στριφογυρίζαμε ολοένα ανάμεσα στα ποδάρια εκεινών που πελεκούσανε και κεινών που καλαφατίζανε τα θεόρατα αυτά θεριόψαρα.


Σα τα τραβούσανε όξω, απάνω σε κάτι μακριά δοκάρια, τα βάζα, πηγαίναμε και σπρώχναμε κ’ εμείς τις μανέλες στον αργάτη. Φωνές, πανηγύρι μεγάλο! Καπετανοί με τα βρακιά και με τα ζουνάρια, καραβομαραγκοί, καλαφάτηδες, ούλοι ξυπόλητοι, μ’ ένα μαντίλι για σαρίκι γύρω στο κεφάλι, λειοψημένοι κουρσάροι, μούτσοι, λογιών-λογιών φάτσες, πολεμάγανε σαν τα μερμήγκια ανάμεσα στα καΐκια, που ήτανε αραδιασμένα τό ‘να δίπλα στ’ άλλο.


Σα σπίτια της ακρογιαλιάς ήτανε τόσο κοντά, που τα μπαστούνια των καραβιών φτιάνανε ίσαμε τα παράθυρα και τα μπαλκόνια. Μαύρος καπνός ανέβαινε απ’ τα καζάνια κι απ’ τους μασαλάδες και σκοτείνιαζε τον ήλιο, η μυρουδιά της πίσσας γιόμιζε τον αγέρα ίσαμε μέσα στα στενόσακκα της πολιτείας, κ’ έφτανε ίσαμε πέρα στα ψηλώματα, στον Άγι’ – Αντώνη, που κατεβαίνανε οι καμήλες μέσ’ απ’ την Ανατολή.


Εκεί ήτανε άλλος κόσμος, εκεί καθόντανε άνθρωποι στεριανοί, π’ άλλοι τους τσακίζανε, άλλοι κάνανε κεραμίδια και κανάτια, κ’ ένα σωρό άλλες δουλειές, μακριά απ΄ τη θάλασσα. Από κάτου απ’ τις καρίνες ήτανε όλάκερο εργοστάσιο: ζεμπίλια με τα εργαλεία του μαραγκού, άλλα με τις ματσόλες και με τα καλέμια του καλαφάτη, πίσσες, στουπιά, ξίγκι για το παλάμισμα, καρφιά, βελόνια, πιρόνια, τρυπάνια, πράματα που γι’ αυτά χτύπαγε γλυκά η καρδιά μας και τα χαιρόμαστε.


Άλλοι πελεκούσανε, άλλοι καλαφατίζανε, άλλοι βράζανε την πίσσα, άλλοι κοιμόντανε στο δροσερό ίσκιο της καρίνας μ’ ούλη τούτη τη βουή, έχοντας από πάνου τους κρεμάσμενο ολάκερο εκείνο το θεριό, που μύριζε άρμη και που σ’ έπιανε φόβος να το κοιτάς, άλλος παραπέρα σήκωνε το λαγήνι κ’ έπινε νερό κ’ ύστερα σφούγγιζε τα μουστάκια του. Χάμω καδένες σερνάμενες στο χώμα, άγκουρες με τό ‘να νύχι χωμένο στη γής, αντένες, ξάρτια, καραβόπανα, κουπιά, νεροβάρελα. Κι ούλα βγάζανε μιας ιδιαίτερη μυρουδιά, καραβίσια.


Παραπέρα ήτανε μια μπομπάρδα, τραβηγμένη και κείνη όξω, κ’ η πλώρη της φάνταζε σα μασέλα κανενούς θεριόψαρου. Μέσα στην κάψα του μεσημεριού, κάτω απ΄ το φουσκωμένο μάγουλό της, βρίσκεται σκολειό με δασκάλα και με μαθητάδες. Είναι η κυρά – Ευρώπη, και κείνη σαν μπομπάρδα, πόχει μαζέψει τα μωρά, όπως η κλώσσα τα πουλιά της, και τα “πράζει”, δηλαδή τα μαθαίνει γράμματα και τα διδάχνει να πλέκουνε εργόχειρο. “Ποιος κάμει τα φυτά και διατηρεί αυτά;” ρωτά η Ευρώπη. Ο Θεός! Ο Θεός” της αποκρένουνται ούλα μαζί τα ζωντόβολα.


Ανοιχτά στο πέλαγος καλάρει ο μπάτης και τα δροσερά κύματα σκάζουνε με γλυκιά βουή απεβάζουνε γυρίζοντας το μπαστούνι τους μια στο γαρμπή και μιά στο μαΐστρο. Τα ψαραδόπουλα κολυμπάνε μέσα στον αφρό με φωνές και με χαρές, τραβάνε στο πέλαγο και κολλάνε σαν αβδέλλες απάνου σε καμιά τράτα, που την έχουνε βάνου στην ακρογιαλιά. Τα καράβια, πού ΄ναι φουνταρισμένα ανοιχτά, σκαμπανουλιάξει τ’ αφεντικά της για να πνιγούνε οι κοριοί. Τώρα πάνε πιά, τετέλεσται! Τι γενήκανε κείνα τα παράξενα σκέδια, πλήθος αμέτρητο! Τι μπρίκια, τι γαλέτες, τι μπομπάρδες, τι τσερνίκια, τι σακολέβες, τι λόβερα, τι πένες, τι αχταρμάδες, τι λεύκες μπραντούσκες, τι περαμάτες, τι γκαγκαλήδες απ΄τη Μαύρη Θάλασσα, με γυριστές, καμαρωτές πλώρες, ίδιες οι μύτες των Λαζών, μ’ ένα κομμάτι προβιά απάνου στο κοράκι!


Αυτά ήταν τα μεγάλα. Αμέ τα μικρά ή αθερίνα, σόγι-σόγι, ψαράδικα, περάματα, φελούκες, κουρίτες, τρεχαντήρια, μπατέλα, τράτες, άλλο σαν ντροπαλή κοπέλα, άλλο σα φουσκωμένη χήνα, άλλο σα γουρούνι, άλλο σαν κορκόδειλος, άλλα με διάφορα σχέδια σαν άνθρωποι, ειδών-ειδών. Ξεπετά η φρέσκο καιρό, σαν τα πρωτορίχνανε στη θάλασσα, άμα έπιανε να καλκαρδιά μου, σα βάλω με τον νου μου τα καΐκια που βγαίνανε στη βόλτα με …οκαιριάζει. Ξώλαμπρα.


Τα πανιά φουσκώνανε σα μπαλόνια, ορτσάρανε το ‘να απάνου στ’ άλλο, ολάκερες οι σκάφες χωνεύανε μέσα στον αφρό. Και, σα θέλανε να πάρουνε βόλστα, “να τα γυρίσουνε”, έβλεπες τον καπετάνιο, ξυπόλητο παλληκαρά, με το κάτασπρο βρακί, με το φουσκωμένο πουκάμισο, με το μαντίλι που σπαρτάριζε στον άνεμο, να σαλπάρει γλήγορα-γλήγορα για να καβατζάρει τη σκότα. Και, σαν περνούσε το καΐκι ξυστά μπροστά στην πλώρη τ’ αλλουνού, αφήνοντάς τον από σταβέντο, ένας άλλος λεβέντης αρχίνιζε να φυσά στη μπορού, ένα μεγάλο κοχύλι, που γιόμιζε το πέλαγο βουητά, πως τάχα ήτανε οι νικητές.


Τι γεννήκατε, μπρέ παλληκαράδες της θάλασσας, μερακλήδες τ’ αρμυρού νερού! Πού ‘ναι ο Κλόκας, που ‘χε σβάραχνα αντίς πνευμόνια ο καπετάν- Μπεκός, ο Γιωργάρας, ο Παρασκευάς, ο Αράπης, μισός ψάρι – μισός άνθρωπος! Τα Φώτα σα ρίχνανε τον Σταυρό στη θάλασσα, αυτός κουμαντάριζε κεινούς που θα πέφτανε στο νερό, για κάθε πράμα και για να μη βρεθούνε με τα μαχαίρια κάπου στον πάτο, μαλώνοντας ποιος θαν αρπάξει τον Σταυρό. Λες και τον βλέπω ακόμα μπροστά μου, ν’ ακουμπά απάνου σ’ ένα καμάκι, στην πλώρη κανενούς τρεχαντηριού, μπρατσωμένος, γυμνός ανάμεσα στο χιονισμένα τ’ άλμπουρα, με το βρακί σφιγμένο απάνου στο κεραμιδί κορμί του, με γενειάδα, ίδιος ο Ποσειδώνας! Αχ, γιατί να μην γίνω θαλασσινός, να τα ζω, κι όχι να γράφω στο χαρτί... *Εκ του ιστολογίου «ΠΕΙΡΑΙΟΡΑΜΑ» της 20.5.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Κυριακή 14 Απριλίου 2024

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΛΑΪΚΟΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 



Ο Φώτης Κόντογλου ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες αγιογράφους, που καταξιωθηκε επίσης στους τομείς της κοσμικής ζωγραφικής αλλά και της λογοτεχνίας.




Τα πρώτα χρόνια Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της μικρός Ασίας το 1895 και πέθανε σαν σήμερα το 1965. Το πατρικό του επίθετο ηταν Αποστολέλλης, ωστόσο ίδιος αργότερα έλαβε το επίθετο της μητέρας του, καθώς έχασε τον πατέρα του σε νηπιακή ηλικία και κηδεμόνας του έγινε ο θείος του, ο ιερομόναχος Στέφανος Κόντογλου. Η αγάπη του για τη ζωγραφική και τη συγγραφή φάνηκε από πολύ νωρίς, καθώς ως μαθητής συμμετείχε στην ομάδα έκδοσης του περιοδικού “Μέλισσα”, στο γυμνάσιο όπου φοιτούσε. Συμμαθητής, συνεργάτης και φίλος του ήταν ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας.


Σπουδές Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, ο Φώτης Κόντογλου γράφτηκε στη σχολή καλών τεχνών της Αθήνας (1913). Δεν αποφοίτησε, ωστόσο, καθώς εγκατέλειψε αυτές τις σπουδές διαφωνώντας με το ακαδημαϊκό στυλ του Μονάχου, το οποίο υπηρετούσε η Σχολή. Το προσωπικό του στυλ ήταν έντονα θρησκευτικό και επηρεασμένο από τη μικρασιατική παράδοση. Έτσι έφυγε για τη Μαδρίτη και ύστερα για το Παρίσι. Στο Παρίσι άρχισε η διεθνής αναγνώριση του Κόντογλου. Βραβεύθηκε για την εικονογράφηση του βιβλίου “Η πείνα” (Συγγραφέας ο Κνουτ Χάμσουν) και συνεργάστηκε με τον γλύπτη Ογκίστ Ροντέν. Το βιβλίο που έγραψε εκείνη την εποχή, “Πέδρο Καζάς” ήταν η εκκίνηση της καταξίωσής του και ως λογοτέχνη.


Η επιστροφή στη Μικρά Ασία και η προσφυγιά Το 1919 ο Κόντογλου επιστρέφει στην πατρίδα. Διδάσκει στο Αϊβαλί γαλλικά και ιστορία της τέχνης, ενώ ιδρύει από κοινού με τον Ηλία Βενέζη και τον Στρατήγημα Δούκα τον πνευματικό σύλλογο “Νέοι Άνθρωποι”. Η μικρασιατική εκστρατεία ξεκινά και εκείνος κατατάσσεται. Μετά την καταστροφή, θα διαφύγει ως πρόσφυγας στη Λεσβο και ακολούθως στην Αθήνα. Οι δραστηριότητές του εφεξής θα είναι η ζωγραφική, η αγιογραφία, η συγγραφή μια η συντήρηση έργων τέχνης.


Μεσοπόλεμος και Κατοχή Το 1923, ο Κόντογλου πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής στην Ελλάδα, στη Μυτιλήνη συγκεκριμένα, μαζί με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Τον ίδιο χρόνο θα μεταφέρει την έκθεση στην Αθήνα , στο Λύκειο των Ελληνίδων. Περίπου μία δεκαετία αργότερα χτίζει το σπίτι του στα Πατήσια, έχοντας παντρευτεί και αποκτήσει μια κόρη. Μαζί με τους μαθητές του, Γιάννη Τσαρούχη και Νίκο Εγγονόπουλο θα φιλοτεχνήσουν ένα δωμάτιο με νωπογραφίες.


Κατά τη διάρκεια της κατοχής, ωστόσο, ο ζωγραφος θα αναγκαστεί να το πουλήσει για ένα σακί αλεύρι και ο νέος ιδιοκτήτης θα καλύψει τις νωπογραφιες με λαδομπογιά. Το ’33 λαμβάνει τελικά το πτυχίο του από την Καλών Τεχνών, με βαθμό Λίαν καλώς, ώστε να μπορέσει να διδάξει στο Κολλαγιο Αθηνών ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Εργάζεται ακόμη στο Βυζαντινό μουσείο (ζωγράφισε το συντριβάνι του), στο Μουσείο Κέρκυρας, συμμετέχοντας στη ίδρυση βυζαντινού τμήματος εκεί, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, καθώς και στο Μυστρά.


Κατά την περίοδο της κατοχής συνεργάζεται με το ελληνόφωνο ιταλικό προπαγανδιστικό περιοδικό Κουαδρίβιο. Έχοντας βρεθεί σε μεγάλη δυσμένεια, πουλά το σπίτι του και μετακομίζει συνεχώς, με τελική κατοικία ένα γκαράζ στο Παγκράτι. Κατά τα επόμενα χρόνια θα αρθρογραφήσει για τα περιοδικά “Φιλολογική Κυριακή”, “Ορίζοντες” και “Γράμματα”. Μετά την απελευθέρωση και μέχρι το τέλος της ζωής του αρθρογραφεί στην “Ελευθερία”.


Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Το 1963 ο Φώτης Κόντογλου τραυματίζεται σοβαρά σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα , μαζί με τη γυναίκα του. Δυο χρόνια αργότερα, οι επιπλοκές από μια εγχείρηση στον ήδη καταπονημένο οργανισμό του θα αποβούν μοιραίες. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι Νέας Μάκρης.


Κληρονομιά Ο Φώτης Κόντογλου άφησε πίσω του σπουδαίο ζωγραφικό και συγγραφικό έργο. Στο εργαστήρι του μαθήτευσαν μερικοί από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους, όπως ο Ν. Εγγονόπουλος, ο Γ. Τσαρούχης και ο Σπύρος Βασιλείου. Οι αγιογραφίες του κόσμησαν πολλές Μητροπόλεις και εκκλησίες όπως η Καπνικαρέα, η Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, ο Άγιος Ανδρέας Πατησίων, η Ζωοδόχος Πηγή και η Αγία Παρασκευή Παιανίας, ο Ευαγγελισμός Ρόδου, ο Άγιος Χαράλαμπος Πολυγώνου, ο Άγιος Γεώργιος Κυψέλης κ.α. Το ύφος του θυμίζει ευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό, καταργώντας την προοπτική, σε ένα ιδιότυπο λαικοβυζαντινό στύλ.


Ως συγγραφέας δεν ασχολήθηκε μόνο με τη λογοτεχνία, αλλά με τη διασκευή ιστοριών, με την αρθρογραφία, τη δοκιμιογραφία και τα θρησκευτικά κείμενα. Η γλώσσα του περιέχει στοιχεία κοσμοπολίτικα, και εκφράσεις από τη θρησκευτική και ναυτική ζωή. Το Αρχείο Φώτη Κόντογλου διατηρήθηκε για πολλά χρόνια από την κόρη και το γαμπρό του και το 2014 χωρίστηκε από τους δυο εγγονούς του, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο στο Βυζαντινό Μουσείο.


Η προσφορά του στην τέχνη Η πολυσήμαντη προσφορά του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τρεις εκφάνσεις. Στο δημιουργικό ζωγραφικό του έργο, που βασιζότανε στη βυζαντινή τεχνική· στο αγιογραφικό του έργο, που ξαναέφερνε την ορθόδοξη ζωγραφική στις εκκλησίες μας· στο διδακτικό, τέλος, έργο του είτε άμεσο, είτε κυρίως έμμεσο, που υπήρξε από τους ισχυρότερους μοχλούς της στροφής της πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής στην ανακάλυψη των ζωγραφικών, αλλά και ουσιαστικότερων πνευματικών αξιών της ελληνικής παράδοσης.


Όταν ο Φώτης Κόντογλου έκαμε με το συγγραφικό κυρίως και το ζωγραφικό έργο του τη θυελλώδη είσοδό του στην καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδος, η κατάσταση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής είχε αλλάξει. Η Σχολή του Μονάχου υποχωρούσε χωρίς να έχει τελείως εκλείψει. Οι μοντέρνες ζωγραφικές αντιλήψεις έκαμαν την εμφάνισή τους με τον Παρθένη, το Μαλέα κ.ά., που άνοιγαν καινούργιους δρόμους, οδηγημένοι από την επαναστατική λάμψη του Παρισιού, όπου τώρα έστρεφαν τα βλέμματά τους για να σπουδάσουν οι νεώτεροι καλλιτέχνες.


Έτσι ουσιαστικά το κίνητρο της αλλαγής πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής ήταν πάλι εξωτερικό και όχι εσωτερικό. Μόνο που τώρα η εξωτερική αυτή πηγή της τέχνης μας δεν ήταν η συντηρητική, ξεπερασμένη Σχολή, της ασήμαντης καλλιτεχνικά την εποχή αυτή, Βαυαρίας, αλλά η μήτρα της επαναστατικής μοντέρνας τέχνης. Η στροφή από το Μόναχο στο Παρίσι, παρά τα πολλά πλεονεκτήματα, όχι μόνο του συγχρονισμού, αλλά κυρίως το ότι έδινε στους νέους καλλιτέχνες δυνατότητα μελέτης των αληθινών προβλημάτων της ζωγραφικής και τους λευτέρωνε από τον απονευρωμένο ακαδημαϊσμό και την ξώπετση ανεκδοτολογική θεματολογία, είχε και τα μειονεκτήματα που παρουσίαζε και η πρώτη φάση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής: τη μίμηση, την απρόσωπη ένταξη, που μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της απώλειας της προσωπικότητας.


Ο Φώτης Κόντογλου με το έργο του αγνόησε και τις δυο αυτές ξενοκίνητες τάσεις και στράφηκε προς την ξεχασμένη, για περισσότερο από ένα αιώνα, ζωγραφική παράδοση του τόπου. Αν και είχε ξεκινήσει, κατά τη μαρτυρία του Στρατή Δούκα (Αιολικά Γράμματα, τεύχος 61, 1971, σελ. 491), από τα εργαστήρια των δασκάλων της σχολής του Μονάχου (Ιακωβίδη, Γερανιώτη, Βικάτου, Ροϊλού) και έπειτα από την απότομη διακοπή των σπουδών του έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε για αρκετά χρόνια, αγνόησε και τις δυο δεσπόζουσες αυτές τάσεις, για να βαδίσει το δικό του δρόμο.


Στο δρόμο αυτόν οδηγείται αρχικά ίσως από ένα ευρωπαϊκό κίνημα επιστροφής στις αξίες του εθνικού παρελθόντος, με το οποίον όμως συνταιριάζεται απόλυτα και αβίαστα η ατόφια ρωμέϊκη ιδιοσυγκρασία του καθώς και η ανατολική καταγωγή του, όπου ελληνική Παράδοση και ορθόδοξη πίστη είχαν ζυμωθεί σε μια αδιάσπαστη ένωση, χρωματισμένη από την έντονη αντίθεση προς τη Δύση, την αλλόδοξη Δύση, την εχθρική με φιλική επικάλυψη Δύση.


Η τραγωδία της Ελληνικής Μικρασίας λειτουργεί συγκλονιστικά εντός του, διαφορίζοντάς τον ριζικά αφ’ ενός από τη Δύση, αφ’ ετέρου δίνοντάς του το αίσθημα της ευθύνης για τη συνέχιση, έστω σε άλλον χώρο μιας μακραίωνης παράδοσης, που ενώ άντεξε την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επιβίωσε για τέσσερες αιώνες, κινδύνευε τώρα οριστικά να χαθεί, καθώς ξεριζωνότανε από τον τόπο της, ενώ παράλληλα στο λεύτερο ελλαδικό χώρο είχε εξοβελιστεί από τη λαχανιαστή εισβολή της Δυτικής αντίληψης για την τέχνη, τη ζωή κι ακόμα και γι’ αυτήν την θρησκεία.


Μετά την καταστροφή πηγαίνει στο Αγιον Όρος (προσκυνητής; μελετητής; αναχωρητής;). Είχε προηγηθεί ο Στρατής Δούκας στο προσκύνημα αυτό και γυρίζοντας είχε φέρει μαζί του το μύθο του, «που έμελλε να επηρεάσει τον Φ. Κόντογλου, τον Παπαλουκά, τον Βέλμο και πολλούς άλλους» όπως σημειώνει ο ίδιος ο αγαπημένος του Κόντογλου συγγραφέας. Πάντως το ταξίδι αυτό του άνοιξε και του ξεκαθάρισε το δρόμο προς τη Βυζαντινή Ζωγραφική. Πρέπει όμως, η γη που έπεφτε ο σπόρος, νάταν αγαθή και ετοιμασμένη. Γιατί και από ιδιοσυγκρασία και από ένα είδος ρομαντικού εξωτισμού, αλλά και από ένα ισχυρό ζωγραφικό ένστικτο οδηγημένος είχε ήδη αρχίσει να αναζητά την ζωγραφική του έκφραση στη παραδοσιακή τέχνη του Βυζαντίου.


Στο ταξίδι του όμως αυτό έρχεται σε αμεσότερη και ουσιαστικότερη επαφή με την εκκλησιαστική μας Ζωγραφική και κυρίως με τη μεταβυζαντινή τέχνη της Κρητικής Σχολής. Στο Άγιον Όρος μελετάει και αντιγράφει φορητές εικόνες και τοιχογραφίες κυρίως του 16ου αι., του Θεοφάνη και του Φράγκου Κατελάνου. Τα αντίγραφά του αυτά εκθέτει στη Μυτιλήνη μαζί με το Μαλέα.


Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε από που διδάχθηκε τη «βυζαντινή» τέχνη ο Κόντογλου, γιατί αυτό ερμηνεύει νομίζω και την κατοπινή πορεία της αγιογραφικής τέχνης του και γενικότερα τη στάση απέναντι στη Βυζαντινή Ζωγραφική. Σπούδασε ουσιαστικά, λοιπόν, στην Κρητική Σχολή και κατά κάποιον τρόπο αυτήν θεώρησε ως την αρτιότερη ή τουλάχιστον χρονολογικά προσιτότερη παράδοση ν’ ακολουθήσει. Άλλωστε στην εποχή εκείνη τα μεγάλα έργα της Μακεδονικής Σχολής, όπως οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Πρωτάτο, ήταν σε κακή κατάσταση και τα άλλα άγνωστα. Κι είναι χαρακτηριστικό, ότι όταν αργότερα δούλεψε σαν συντηρητής σε τοιχογραφίες της κυρίας βυζαντινής εποχής, πάλι έτυχε να εργαστεί στην Περίβλεπτο του Μυστρά, το προδρομικό αυτό έργο της Κρητικής Σχολής.


Ο μεγάλος του πάντως δάσκαλος ήταν ο Θεοφάνης της Λαύρας κι από κοντά ο Κατελάνος κι οι άλλοι Κρητικοί κι ακόμη αργότερα, από θεωρητικές θέσεις κινούμενος, θα θεωρήσει σαν τα «πιο γνήσια έργα της Χριστιανικής Αγιογραφίας» τις αγιογραφίες των τελευταίων αιώνων της Τουρκοκρατίας, όταν οι τεχνίτες δούλευαν «με την πίστη μονάχα, δίχως να ανακατευθεί καθόλου το μυαλό». Μ’ αυτόν τον θεωρητικό οπλισμό κι όταν θα γνωρίσει την Μακεδονική Ζωγραφική, θα μείνει κλειστός και επιφυλακτικός αν όχι προκατειλημμένος. Στα χρόνια που ακολουθούν πλουταίνει τη γνώση του καθώς εργάζεται σαν συντηρητής σε διάφορες βυζαντινές εκκλησίες και Μουσεία (Βυζαντινό Μουσείο 1931-32, Μουσείο Καΐρου 1935, Μουσείο Κερκύρας).


Γνώστης πια της παραδοσιακής μας Ζωγραφικής, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου (1939 και μετά) δίνει το σημαντικότερο έργο του σε κοσμική ζωγραφική: τις τοιχογραφίες στο Δημαρχιακό Μέγαρο των Αθηνών. (Δυστυχώς είναι και το μόνο μεγάλο έργο του που έχει μέχρι σήμερα σωθεί. Γιατί οι τοιχογραφίες που είχε ζωγραφίσει στο σπίτι του απεικονίζοντας την οικογένεια του καταστράφηκαν, σώζονται όμως μερικοί πίνακες με αρχαία θέματα όπως ο Λαοκόων της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών, ο Βρούτος κ.ά.).


Στο Δημαρχείο ζωγράφισε τέσσερις συνθέσεις στις δυο αίθουσες του ισογείου, ζωφόρους, μέσα στην λευκή ορθομαρμάρωση, με θέματα κυρίως από την ιστορία της Αθήνας και ιστόρησε τους τέσσερις τοίχους του Γραφείου του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Τους τοίχους αυτούς χώρισε σε ζώνες, που στην ανώτερη ζωγράφισε ολόσωμους, μετωπικούς τους κυριότερους ήρωες του Ελληνισμού από τους μυθικούς χρόνους μέχρι την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα σ’ αυτές περιλαμβάνονται και μορφές αρχαίων ηρώων και ημιθέων αλλά και αγίων σαν τον Ιωάννη, το Χρυσόστομο ή ποιητών σαν το Σολωμό. Στη χαμηλότερη ζώνη έχουν ιστορηθεί σκηνές, μάχες κ.λπ. από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας.


Στις τοιχογραφίες αυτές είχε πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσει. Προηγούμενοί του ζωγράφοι μυθολογικών σκηνών και ιστορικών γεγονότων της κλασικής εποχής είχαν δημιουργήσει για τα θέματα, με τα οποία θα δούλευε, μια εικονογραφία καθώς και μια ζωγραφική τεχνοτροπία βασισμένη κυρίως στο ρεαλισμό και κλασικισμό, που κατά τη γνώμη τους βρισκόντανε πλησιέστερα στο κλίμα και τη μορφή των εικονιζόμενων γεγονότων.


Ο Κόντογλου αγνόησε και την εικονογραφία, αλλά κυρίως εκείνο που τόλμησε ήταν ν’ αγνοήσει την «κλασική» τεχνοτροπία. Διάλεξε τη γλώσσα της Βυζαντινής Ζωγραφικής, που την πλούτισε σε ορισμένες περιπτώσεις με τη γνώση της ανατομίας, και την πλαστική απόδοση των μορφών. Η τεχνοτροπία του βασιζότανε στην Βυζαντινή Παράδοση, όπως μάλιστα την αισθανότανε ο ζωγράφος, με τις στενές κυρίως φόρμες, τη μικρή κλίμακα, το αυστηρό περίγραμμα, τα σεμνά και μουντά χρώματα, από τα οποία λείπει κάθε φωναχτός τόνος ή συμπληρωματική χρήση των χρωμάτων, με προτίμηση στα γεώδη, τα καστανά, τα σκοτωμένα μπλε, σε μια θαυμαστή όμως ενότητα. Μοιάζει ουσιαστικά σαν να βλέπεις συνθέσεις που κυριαρχεί ένα χρώμα με τις παραλλαγές του. Την χρωματική ενότητα συμπληρώνει η μετρημένη και ισόρροπη σύνθεση.


Στην εικονογραφία ξεκινά από την αρχή (κάποια εικονογραφικά στοιχεία βυζαντινών χειρογράφων, που ιστορούν κοσμικές σκηνές και περιορισμένης κλίμακος είναι και αμφίβολο φαίνεται να τα ήξερε ο Φ. Κόντογλου) και βάζει όλη την πλούσια αφηγηματική φαντασία του να συλλάβει και πραγματώσει τόσο μεγάλο έργο. Μελέτη των τοιχογραφιών αυτών θα εύρισκε ίσως πηγές εικονογραφικές και τεχνοτροπικές ακόμη, γιατί πολλές φορές παρουσιάζεται από σύνθεση σε σύνθεση διαφοροποίηση στην τεχνοτροπία.


Στην ζωφόρο π.χ. της Νοτίας αίθουσας του ισογείου, όπου εικονίζεται η πάλη του Ερεχθέα με τον Εύμολπο, καθώς και οι προσωποποιήσεις του Υμηττού και της Πεντέλης, ο ζωγράφος χρησιμοποιεί μεν την τεχνική της βυζαντινής Παράδοσης, για να αποδώσει όμως τους μυθικούς ήρωες με ομορφοπλασμένα γυμνά κορμιά άψογης ανατομίας και ροδαλής επιδερμίδας που θυμίζουν Πομπηϊνά πρότυπα. Στην απέναντι, μέσα στην ίδια αίθουσα, σύνθεση με τις προσωποποιήσεις των πόλεων, κυριαρχεί η ηρεμία και η επιπεδική παράσταση των σεμνόχρωμων γυναικείων μορφών.


Άλλο χαρακτήρα, κοντυνότερο στη δισδιάστατη Βυζαντινή Ζωγραφική, παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες με τις μεγάλες μάχες των Μακεδόνων βασιλέων στο Γραφείο του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Γιατί διάλεξε όμως την εκκλησιαστική τεχνοτροπία ο Κόντογλου για να ιστορήσει κοσμικά, παγανιστικά θέματα; Μήπως τούτο ήταν ιεροσυλία; Μήπως είχε παρασυρθεί από ένα βυζαντινίζον κλίμα της εποχής του, που ήθελε την Βυζαντινή Τέχνη, εκλεκτή των κύκλων των διανοουμένων; Μήπως από εκζήτηση και αναζήτηση πρωτοτυπίας; Νομίζω πως για κανένα απ’ αυτούς τους λόγους. Ο Φ. Κόντογλου πίστευε στην παράδοση. Όχι θεωρητικά, διανοουμενίστικα. Αλλά στην παράδοση σαν συνέχεια ζωής. Και αυτήν τη συνέχεια ήθελε να διαιωνίσει με την τέχνη. Να ιστορήσει, τον απόμακρο κόσμο του ελληνικού μύθου και της Ιστορίας, με τον πλησιέστερο όμως ντόπιο εκφραστικό τρόπο· τη ζωγραφική γλώσσα του μεσαιωνικού Ελληνισμού.


Έτσι ένωνε την αρχαία παράδοση με το Βυζάντιο, αυτός ο σημερινός Μικρασιάτης, πετυχαίνοντας τη συνέχεια που ζητούσε. Έφερνε τους απόμακρους ήρωες από τα σκονισμένα βιβλία των λογίων στον οικείο χώρο και τη μορφή των αγίων της Εκκλησίας, με τους οποίους ήταν μαθημένος να συζεί ο απλός, ο ανόθευτος από τη δυτική επίπλαστη παιδεία, λαός. Και δεν ήταν ιεροσυλία αυτό που έκαμε. Γιατί οι παλαιότεροί του αγιογράφοι είχαν τολμήσει να ζωγραφίσουν, μέσα μάλιστα στους νάρθηκες των μοναστηριακών εκκλησιών, τους αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους, τον Μεγαλέξανδρο και τους άλλους ήρωες (Μονή Φιλανθρωπινών, Μ. Γόλας, εκκλησίες Καστοριάς κλπ).


Οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου ίσως είναι το πιο προσωπικό του και το πιο ολοκληρωμένο έργο της ζωγραφικής του και η σημαντικότερη προσφορά στην Ιστορία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Δεν έχει ακόμη ιδιαίτερα μελετηθεί (έκτος από το μεγάλο άρθρο του Άγγ. Προκοπίου στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση του 1947), ώστε να προσδιοριστεί ακριβέστερα ο ρόλος του στην πορεία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Κι ακόμη αξίζει να παρουσιαστεί ξανά στο ευρύτερο ελληνικό κοινό που κοντεύει να το ξεχάσει. Η συμβολή όμως του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική δεν τελειώνει με το έργο του αυτό, που καλύπτει την δημιουργικότητά του στη δεκαετία πριν από τον πόλεμο. Το ζωγραφικό κήρυγμα για την επιστροφή στη ζωγραφική παράδοση του τόπου και την απαλλαγή από την κηδεμονία και άμεση εξάρτηση της τέχνης από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, έδωσε αγλαότατους καρπούς.


Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρει την άμεση ανανέωση στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του.


Σιγά-σιγά άλλωστε αυτή η ανάγκη γινότανε συνείδηση ολοένα και σε περισσότερους ευαίσθητους δέκτες. Ζωγράφοι, αισθητικοί, και ιστορικοί της τέχνης άρχιζαν να στρέφονται προς τις πηγές και τις ρίζες της παράδοσης σαν άμεσης όμως συνέχειας. Το φαινόμενο φυσικά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά γενικότερο ευρωπαϊκό κίνημα, από το οποίο αρδεύεται και το ελληνικό. Ουσιαστικά πρόκειται για τη βαθύτερη έννοια του ρομαντισμού. Οι προσπάθειες όμως στην αρχή είναι μεμονωμένες και συχνά καιρικές στη ζωή και στο έργο των ζωγράφων.


Ο Φ. Κόντογλου αντίθετα γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας αυτής της επιστροφής με την απολυτότητα και το πάθος του οδηγητή και πρωτοπόρου. Έχει άλλωστε και το τάλαντο του γραφτού λόγου, που τον βοηθά σ’ αυτήν την αποστολή. Στο κήρυγμα και στο εργαστήρι του φοιτούν άμεσα μερικοί νέοι τότε ζωγράφοι, σαν τον Γιάννη Τσαρούχη και το Νίκο Εγγονόπουλο, που αργότερα θα ακολουθήσουν διάφορους δρόμους και από τον δάσκαλο και ανάμεσά τους, αλλά τα βασικά διδάγματά του θα επηρεάσουν σύμφωνα με την προσωπικότητα τού καθενός το έργο τους. Έκτος όμως απ’ αυτούς άμεσα θα ακούσουν το μάθημά του μια ολόκληρη γενιά ζωγράφων, μια γενιά που προσδίδει στη Νεοελληνική Τέχνη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, η λεγομένη γενιά του ’30. Παρ’ όλο το εύρος των ζωγραφικών επιτευγμάτων τους και την ιδιοτυπία των δημιουργών της, οφείλει πολλά το ξεκίνημά της στην παρουσία και το έργο του Φ. Κόντογλου.


Βέβαια το κήρυγμα του Κόντογλου ήταν επιστροφή στη Βυζαντινή Ζωγραφική, όπως άλλωστε το εφάρμοσε ο ίδιος στις τοιχογραφίες του Δημαρχείου. Και στον τομέα αυτόν τον ακολούθησαν μερικοί ζωγράφοι της γενιάς του ’30 σύμφωνα πάντα με την καλλιτεχνική προσωπικότητά του ο καθένας, για ορισμένη φάση του έργου τους τουλάχιστον, ενώ και στη μεταπολεμική γενιά υπάρχουν ζωγράφοι σαν τον Π. Κοψίδη, τον Μ. Βατζιά κ.ά. που εκφράζουν τους παλμούς της εποχής (π.χ. τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από τον Βατζιά), με μακρινή Βάση τη βυζαντινή τεχνική, έστω κι αν και το υλικό ακόμη έχει αλλάξει καθώς την αυγοτέμπερα ή το φρέσκο αντικατέστησαν τα πλαστικά χρώματα.


Το μάθημα όμως του Κόντογλου το πλατύτερο, που καλούσε στη διερεύνηση των αυτοχθόνων ζωγραφικών στοιχείων είτε στη Βυζαντινή τέχνη όπως πίστευε ο ίδιος, είτε στη λαϊκή, όπως πίστευαν άλλοι, είτε και στην αρχαία ζωγραφική, όπως εύρισκαν μερικοί, είχε μεγάλη απήχηση σε σημαντικό αριθμό ζωγράφων που πάσχιζαν να βρουν και να εκφράσουν στην τέχνη τους το αληθινό πρόσωπο του τόπου μας, όχι μόνο θεματογραφικά, αλλά κυρίως μορφολογικά, καθώς πιστεύανε ότι η συνένωση της μορφής και του περιεχομένου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιομορφίας.


Η αναζήτηση αυτή της «Ελληνικότητας», που έγινε το κύριο αίτημα της γενιάς του ’30, χρωστάει το βλάστημά της και στο σπόρο που αδιάκοπα και με αλύγιστο ζήλο έριχνε ο Φ. Κόντογλου. Ο Κόντογλου όμως υπήρξε πρώτα απ’ όλα αγιογράφος. Ζωγράφος της λειτουργικής τέχνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωγράφος που είχε συνείδηση του θεολογικού χαρακτήρα της Ζωγραφικής μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Και σ’ αυτό το σημείο, νομίζω, θα πρέπει να προσδιοριστεί κυρίως η προσφορά του Κόντογλου στην εκκλησιαστική τέχνη: στην επίγνωση της μεγάλης διακονίας της ζωγραφικής στη λατρευτική και λειτουργική σύναξη του λαού του Θεού, του Σώματος του Χριστού, την Εκκλησία.


Ο Φ. Κόντογλου πίστευε πως η αγιογραφία δεν είναι πάρεργο ή έστω μια κάποια παρενθετική απασχόληση, αλλά υψηλή αποστολή, ιερουργία. Και πίστευε απόλυτα ότι η Βυζαντινή Ζωγραφική είναι η μοναδική έκφραση που αρμόζει στον υψηλό αυτό στόχο. Αυτή ακριβώς η επίγνωση είναι που τον έκανε ικανό και άξιο να αλλάξει τον ξεστρατισμένο δρόμο της νεοελληνικής αγιογραφίας και να τον στρέψει προς τις ζωηφόρες πηγές της Παράδοσης. Χωρίς ίσως να είναι ο πρώτος ή ο μόνος που αγιογραφεί σε βυζαντινή τεχνοτροπία, είναι ο πρώτος που απόλυτα πιστεύει στην αξία της διά βίου, όχι κάποια στιγμή ή περίοδο επηρεασμένος από εξωτερικούς παράγοντες και μόδες.


Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Για πολλά χρόνια αυτός ο κήρυκας της επιστροφής στη Βυζαντινή τέχνη δεν έχει εικονογραφήσει μια ολόκληρη εκκλησία στην Αθήνα, όπως άλλοι που ανήκουν στην κατηγορία των αγιογράφων που προαναφέραμε. Παρ’ όλα όμως αυτά είναι ο κύριος αφυπνιστής των ορθοδόξων συνειδήσεων για να απαλλαγεί ο χώρος της Εκκλησίας από ανούσια ζωγραφικά και αθεολόγητα τοιχογραφήματα. Γνωρίζοντας τη σημασία που δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ζωγραφική, μπορούμε να καταλάβουμε και τη σημασία που έχει η ορθή, η γνήσια Ορθόδοξη ζωγραφική μέσα στην Εκκλησία. Και τη συνείδηση αυτής της σημασίας αγωνίζεται ο Κόντογλου να ξυπνήσει.


Ο Φ. Κόντογλου ζωγράφισε και φορητές εικόνες και τοιχογραφίες. Παλαιότερες νομίζω ότι είναι οι φορητές εικόνες. Είναι όμως πολύ επικίνδυνο να εκφράσει κανείς συμπεράσματα γι’ αυτόν τον τομέα της τέχνης του· μιας και οι εικόνες του είναι διάσπαρτες σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και έτσι δεν είναι εύκολο νάχη κανείς πλήρη εποπτεία και κατά συνέπεια σωστή κρίση. Οι εικόνες όμως που έχουμε συναντήσει, φαίνεται να ακολουθούν τα διδάγματα της Κρητικής Σχολής, σε γενικές γραμμές, με έντονο όμως το προσωπικό στοιχείο. Σχέδιο σίγουρο και καθαρό, φόρμες κατά κανόνα κλειστές. Σκούρος καστανόχρωμος προπλασμός για τα πρόσωπα και τα χέρια. Και στα ενδύματα προτιμά, τουλάχιστο στα παλαιότερα έργα του, τους ήσυχους τόνους, που δένουν με το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη (π.χ. οι εικόνες του Τέμπλου του Αγ. Νικολάου Πατησίων του 1947, εικόνα Τριών Ιεραρχών στην Καπνικαρέα του 1934 κ.ά.)


Και για τις τοιχογραφίες στις εκκλησίες δεν είναι πολύ εύκολη η αποτίμηση και η μελέτη για διαφορετικό όμως λόγο. Ο Φ. Κόντογλου δούλευε μαζί με τους μαθητές του και πολλές φορές είναι δύσκολη η διάκριση στο κυρίως προσωπικό του έργο και στην εργασία των μαθητών. Από τις παλαιότερες τοιχογραφίες είναι η εκκλησία ή ακριβέστερα μέρος των τοιχογραφιών της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Λιόπεσι, που ιστορήθηκε από το Φ. Κόντογλου και το μαθητή του Τερζή στα 1946. Οι στρατιωτικοί Άγιοι στα μέτωπα των ανατολικών πεσσών του τρούλλου (Άγ. Θεόδωρος, Γεώργιος, Δημήτριος, Μερκούρης κ.ά.) είναι από τα καλύτερα δείγματα της αγιογραφίας του Φ. Κόντογλου. Μορφές ρωμαλέες, πλασμένες με τη Βυζαντινή τεχνική, αλλά και με έντονη την προσωπική τεχνική του Φ. Κόντογλου, ποτισμένη από τη λαϊκή παράδοση.


Οι Άγιοι εικονίζονται αληθινά σαν παλληκάρια και πρωταθλητές της πίστεως. Στα έργα αυτά βρίσκουμε το πιο προσωπικό -μέσα πάντα στα εκκλησιολογικά πλαίσια της Ορθόδοξης Παράδοσης- αγιογραφικό έργο του Κόντογλου. Βάση του είναι η Κρητική Σχολή, αλλά το χρώμα του και το σχέδιο τρέφονται από χυμούς μιας ζωντανής και δημιουργικής, όχι αντιγραφικής μιμητικής ζωγραφικής.


Όπως άλλωστε γινότανε σε κάθε δημιουργική εποχή της μακραίωνης βυζαντινής τέχνης, οι τεχνίτες, έμεναν πιστοί στην παραδοσιακή τεχνική και κυρίως στον εσώτατο πυρήνα της, που εξέφραζε την ανάλλαχτη αλήθεια της αποκαλυμμένης πίστης. Επειδή όμως οι ίδιοι ήσαν εκφραστές και συνεχιστές αυτής της πίστης, μπορούσαν να εκφράζουν ταπεινά και ειλικρινά τον εαυτό τους και τον καιρό τους και γινότανε αυτή η σύζευξη του αιωνίου με το καιρικό χωρίς σύγχυση και χωρίς το ένα να κυριαρχεί σε βάρος του άλλου.


Αυτό προσπάθησε ο Κόντογλου στις τοιχογραφίες της εκκλησίας στο Λιόπεσι. Αργότερα όμως μοιάζει να περιόρισε αυτή την αρχική φιλοδοξία. Λεπτομερέστερη μελέτη θα μπορούσε να δείξει αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, καθώς και τις αιτίες που την δημιούργησαν. Στις τοιχογραφίες της δεκαετίας του 1950 και μετά (Καπνικαρέα, Άγ. Γεώργιος Κυψέλης, Άγ. Νικόλαος Πατησίων), τα αξιολογότερα τμήματα είναι εκείνα όπου ο ζωγράφος ακολουθεί τα κρητικά πρότυπα. Χαρακτηριστικό δείγμα, οι τοιχογραφημένες δεσποτικές εικόνες του κτιστού τέμπλου του Αγ. Χαραλάμπους Πολυγώνου, ζωγραφισμένες στα 1955. Δουλεμένες σε κρητική τεχνοτροπία με σοβαρούς γενικά χρωματικούς τόνους, μαύρο χρώμα για φόντο και καστανόχρωμο προπλασμό, πάνω στο οποίο αναπτύσσονται σε ανοιχτότερο τόνο τα φώτα ή γράφονται με λευκές πινελιές, δείχνουν με το σφιχτό σχέδιο, την κλειστή, στιβαρή φόρμα, την χρωματική ενότητα και το εσωτερικό ήθος, στον άξιο τεχνίτη στο κλίμα του.


Σημειώσαμε πιο πάνω για τη συμβολή του Κόντογλου σαν δασκάλου. Περισσότερο ίσως με την έννοια του καθοδηγητή και εμπνευστή παρά του ακαδημαϊκού καθηγητή. Αν τούτος όμως ο τίτλος του αξίζει για την κοσμική νεοελληνική ζωγραφική, για την αγιογραφία ο ρόλος του υπήρξε απτός, άμεσος και ιδιαίτερα παραγωγικός. Βέβαια πριν απ’ αυτόν ή παράλληλα εργάζονται αγιογράφοι όπως ο Δ. Πελεκάσης, ο Άγγ. Αστεριάδης, ο Σπ. Βασιλείου στη βυζαντινή τεχνοτροπία. Όμως δάσκαλος φλογερός που γύρω του μαζεύονται όσοι θέλουν να σπουδάσουν την ιερή τέχνη, είναι μόνον ο Φ. Κόντογλου.


Σε μια εποχή μάλιστα που η βυζαντινή αγιογραφία δεν διδάσκεται επίσημα καθόλου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, (μέχρι σήμερα άλλωστε δεν υπάρχει ειδική έδρα, αλλά η αγιογραφία και το φρέσκο διδάσκονται από επιμελητή), οι ζηλωτές νέοι τεχνητές φοιτούν στο εργαστήρι και στη σκαλωσιά του Κόντογλου. Οι μαθητές του Ράλλης Κοψίδης, Πέτρος Βαμπούλης, Γεωργακόπουλος, Παπανικολάου, Τερζής Ιωάννης, ακολουθούν διάφορο δρόμο ο καθένας. Άλλοι στρέφονται προς τη λαϊκή έκφραση, με την οποία ενώνουν τη Βυζαντινή Παράδοση, άλλος προς τη Μακεδονική Σχολή, ανάλογα ο καθένας με την προσωπικότητά του. Έτσι, ενώ δεν δημιούργησε με την στενή έννοια σχολή, έφτιαξε αυτή την ομάδα που ιστορεί όλους τους τοίχους των εκκλησιών με τη Βυζαντινή τεχνοτροπία.


Στο διδακτικό έργο του θα πρέπει να περιληφθεί και η συγγραφή του βιβλίου του «Έκφρασις» ήτοι «Ιστόρησις της παντίμου ορθοδόξου αγιογραφίας, της και λειτουργικής καλούμενης, περιέχουσα την τεχνολογίαν και εικονογραφίαν της ειρηνοχύτου ταύτης τέχνης, ήτοι τήν έρμηνείαν τών τεχνικών τρόπων καί τους ιερούς τύπους των εικόνων, καθώς και εξήγηση περί της λεπτότητος και του πνευματικού κάλλους και της τιμής αυτής». Βασισμένος στην προγενέστερη συγγραφική παράδοση της «Ερμηνείας της ζωγραφικής», του Διονυσίου του εκ Φουρνά, καθώς και στη δική του γνώση, καταγράφει την πείρα του ολάκερη, ώστε να είναι χρήσιμη γι’ αυτούς, που θα θελήσουν να συνεχίσουν την «Ειρηνόχυτον» λειτουργική τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


Η συνέχιση άλλωστε της Παράδοσης ήταν και το μεγάλο μεράκι του χαρισματούχου αυτού ανθρώπου. Σ’ αυτήν πρόσφερε όλη τη δύναμη και όλα τα τάλαντα, που πλούσια βέβαια του είχε εμπιστευθεί ο Κύριος και στη δόξα του οποίου τελικά τα αφιέρωσε. Πηγές: Μνήμη Κόντογλου εκδοτικός οίκος Αστήρ, Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1975. *Εκ του ιστολογίου «cognoscoteam.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τρίτη 11 Ιουλίου 2023

Ο ΘΕΟΣ ΚΟΝΑΝΟΣ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο των εκδόσεων «ΑΣΤΗΡ»,
Φώτη Κόντογλου: «ΠΕΔΡΟ ΚΑΖΑΣ, ΒΑΣΑΝΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»,
Α' έκδοση, 1967, σελ. 185-188.
«Ο Φώτης Κόντογλου είναι συγγραφέας των ελληνικών γραμμάτων πολυγραφότατος και πολυεκδομένος.
Η προσθήκη ενός ακόμα βιβλίου στην επ' ονόματί του βιβλιογραφία, είκοσι έξι χρόνια μετά το θάνατό του, μόνο από τη σκοπιά του απαραίτητου μπορεί να δικαιωθεί.
Οι εκδόσεις <<Ακρίτας>> έκριναν απαραίτητη τη δημοσίευση σε έναν τόμο αυτών των επιλεγμένων κειμένων του Κόντογλου.
Πρώτο, γιατί κάθε γραφτό του Κ. φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου δημιουργού με το γνήσιο λαϊκό ύφος, την ανεξάντλητη περιγραφική δύναμη και την προφητική πνοή, κι έτσι καθίσταται εντρύφημα αισθητικότατο για τους εραστές της λογοτεχνίας.
Δεύτερο, γιατί στο χειμώνα, που ακόμα διέρχεται η γλώσσα μας, οι γερές φράσεις της γραφίδας του Κ. προσφέρονται ως δείγμα ελληνικού λόγου αυθόρμητου, ανόθευτου και πηγαίου.
Τρίτο, γιατί καθώς πια οι αντιλήψεις του Κ. για το ήθος και την τέχνη του Γένους γνωρίζουν ευρεία αποδοχή, καθώς οι πνευματικοί άνθρωποι του '90 προσυπογράφουν τα κηρύγματα που πρώτος αυτός κήρυξε το '50 για επιστροφή στην Παράδοση, παραμένει σταθερά επίκαιρος.
Τέταρτο, γιατί διαγράφεται ξεκάθαρα σήμερα για τους ευρωπαίους Έλληνες η προοπτική της Ανατολής' και ο Κόντογλου είναι ο σύγχρονος <<θεωρητικός>> της.
Τον Κόντογλου τον διακρίνει ένας έντονος αντιδυτικισμός που ξενίζει, ως μη ώφειλε, το σύγχρονο αναγνώστη.
(Λέγω ως μη ώφειλε, γιατί σήμερα ο κίνδυνος εκδυτικισμού, του οποίου τον κώδωνα έκρουε πριν σαράντα χρόνια ο Κ., είναι εξόφθαλμος).
Ο αντιδυτικισμός του Κ. είναι συνέπεια της έμμονης προσήλωσής του στην αξία της Ανατολής.
Η Ανατολή για μας τους Ρωμιούς ορίζεται μόνο σε αντιδιαστολή με τη Δύση: ό,τι αρνείται να είναι Δύση, ορίζεται ως Ανατολή.
Όταν λέμε Ανατολή, δε σημαίνει καθόλου ταύτιση με τους Πέρσες ή τους... Ιρακινούς, σημαίνει μη ταύτιση με τους Φράγκους ή τους Εγγλέζους.
Ανατολή είμαστε εμείς, οι επίγονοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όσα πολιτισμικά βάρη φέρει αυτή η ιδιότητα, σε αντίθεση με τους επιγόνους της γερμανοκατακτημένης δυτικής αυτοκρατορίας».
(Εκ του προλόγου, σελ. 9-10).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ







Ο θεός Κόνανος


Aυτό το κακό δαιμόνιο καθότανε σ' ένα μοναστήρι λεγόμενο Kαταβύθιση, μέσα στην έρημο Δραμούγκα. Eκεί πέρα ήτανε κ' η Zυγαριά της Σωτηρίας, με την οποία ζυγιάζανε τους προσκυνητές κατά πόσο ήτανε άξιοι να σωθούνε. Tρέχανε λοιπόν από κάθε χώρα χιλιάδες προσκυνητές να πάνε στο μοναστήρι. Περπατούσανε βιαστικά, πεινασμένοι, διψασμένοι, σκελεθρωμένοι, με ποδάρια πληγωμένα. Aυτό το κοπάδι, που στην αρχή ήτανε τόσο μεγάλο, με τον καιρό λιγόστευε αντίς να πληθαίνει, επειδής αυτοί οι χατζήδες δεν τρώγανε ολότελα, μην τύχει και παχύνουνε, και πεθαίνανε από την πείνα κι από την κακοπάθηση του κορμιού.


Πώς παίρνει ο άνεμος τον καπνό, έτσι τρέχανε αυτοί οι άνθρωποι μέσα στους κάμπους και στα βουνά. Σκύλοι μαλλιαροί κι αγριεμένοι γαβγίζανε από πίσω τους. Περάσανε μια χώρα που τη λένε Φαρμακωμένη, γιατί δεν έχει τίποτ' άλλο από πέτρες κατάξερες. Tο κρύο τούς έκαιγε σα φωτιά. Σ' αυτά τα μέρη, δύο ώρες άμα βγει ο ήλιος, αρχίζει να φυσά ένας αγέρας ταντανιασμένος, σα να βγαίνει μέσ' από παγωμένες σπηλιές.


Φυσά ίσαμε το βράδι, λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος. Tα βουνά και τα βράχια φαίνουνται σαν κρούσταλλα, ο ουρανός σα γυαλί, και θαρρεί κανένας πως είναι κοντά, αλλά μπορεί να περπατά έναν μήνα για να τα σιμώσει. Kατά το δρόμο που τραβούσανε, άμα τους χτυπούσε ο άνεμος από μπροστά, βασανιζόντανε με το κεφάλι κάτω, άμα τους χτυπούσε από τα πλάγια, πηγαίνανε με το 'να πλευρό, άμα τους έδερνε από πίσω, τους σβάρνιζε σα να 'τανε αγκάθια ελαφρότατα.


Φτάξανε σ' ένα μέρος πότρεχε ένα ποτάμι αφρισμένο. Δεν ήτανε παγωμένο, γιατί είχε όλο καταρράχτες σα σκαλοπάτια, και το νερό έπεφτε από τον έναν στον άλλο και δεν πρόφτανε να παγώσει. O τόπος είχε και λίγα αγριόδεντρα. Eίδανε ένα μύλο που βρόνταγε η ρόδα του, μα ήτανε έρημος και γύριζε μοναχός του.


Aφού περάσανε το ποτάμι, καθήσανε και συλλογιζόντανε ποιο δρόμο να τραβήξουνε. Tότες ακούσανε μια φωνή ψιλή και παράξενη, πόβγαινε από τη ρόδα του μύλου, λέγοντάς τους να περάσουνε μέσ' από μια τρύπα του βουνού.


Aφού περπατήξανε κάμποσο, βρήκανε αυτή την τρύπα και, μπαίνοντας μέσα, πέσανε να κοιμηθούνε. Aλλά δεν μπορέσανε να κοιμηθούνε, γιατί κολλήσανε απάνω τους πλήθος βδέλλες, από τις οποίες ήτανε γεμάτη κείνη η τρύπα. Πριν ξημερώσει λοιπόν φύγανε από κει. H τρύπα τούς έβγαλε σ' ένα μέρος γεμάτο κοφτερές στουρναρόπετρες και κάμποσοι πεθάνανε, αδυνατισμένοι ολότελα από το αίμα που τους ήπιανε οι βδέλλες.


Σε λίγες μέρες καταντήσανε ολότελα σκέλεθρα, κατά το λόγο που λέγει ο θεός Kόνανος: <<Aν θέλεις να μην καταποντιστείς, πρέπει να ξεραθούνε τα κρέατα του κορμιού σου· τα κόκκαλά σου να μικρύνουνε και να γίνουνε σαν αλαφρόπετρα.>> Oλοένα βουνά ανεβαίνανε, βουνά άσπλαχνα, καταβόθρες μαύρες κ' έρημες. Mηδέ αγριοπούλι δεν είδανε. Φτάξανε σ' ένα μέρος ημερώτερο λεγόμενο Nάτικον, που θα πει Kαλός Tόπος. Eίδανε από μακριά κάποιους ανθρώπους να περπατάνε. Σαν ανεβήκανε στο βουνό, είδανε από την άλλη μεριά κάμποσες καλύβες κ' έναν πύργο, μ' ένα τέρας καθισμένο στην κορφή του.


Aπό κείνα τα σπίτια έβγαινε μια ψαλμωδία λυπητερή, μα δε φάνηκε κανένας άνθρωπος. Πέσανε ύστερα σε μια λίμνη μισοπαγωμένη, και γύρω της βοσκούσανε πολλά βουβάλια. Πέντ' - έξι τσομπάνηδες πήγανε κοντά τους και τους δώσανε παγωμένο κρέας, μα δεν το φάγανε. Tη νύχτα κονέψανε μαζί τους. Tο πρωί οι μισοί δε σηκωθήκανε, γιατί πεθάνανε τη νύχτα. Aπό κει περπατήξανε οι άλλοι όλη την ημέρα και κατά το βράδι φτάξανε σε μια μεγάλη πολιτεία.


Kοιμηθήκανε σ' ένα χωριό και το πρωί πήγανε να πάρουνε έναν λοξό δρόμο, μα τους μποδίσανε κάτι παπάδες, που ερχόντανε από 'να μοναστήρι, και τους πήγανε στην πολιτεία για να πάρουνε χώμα από το μνημόρι κάποιου ασκητή, ο οποίος ήτανε θαμμένος στο κάστρο, να το πίνουνε με το νερό, να μην πεθάνουνε στο δρόμο.Aφού πήρανε το χώμα, επειδής νύχτωσε, τους πήγανε σ' ένα χάνι να κοιμηθούνε. Aυτό το χάνι είχε μια κάμαρα που χωρούσε ώς δυο χιλιάδες κόσμο. Tο πάτωμα ήτανε σκεπασμένο από φτερά ανακατεμένα με ξεροχόρταρα. Πριν νυχτώσει καλά - καλά, γέμισε από 'να πλήθος αμέτρητο, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Oι πιο πολλοί ήτανε ζητιάνοι.


Ήτανε ξαπλωμένοι, άλλοι μαζεμένοι, άλλοι μοναχοί, και περιμένανε να τους σκεπάσουνε, γιατί κανένας δεν είχε δικό του σκέπασμα. Σα βολευτήκανε όλοι, ακούστηκε ένα τούμπανο και σε λίγο κατεβάσανε ένα πάπλωμα, πόπιανε από τη μιαν άκρη ώς την άλλη, και σκέπασε όλους εκεινούς τους ανθρώπους. Tους ειδοποιούσανε με το τούμπανο, για να 'χει ο καθένας το νου του, να περάσει το κεφάλι του μέσα σε μια από τις πολλές τρύπες που 'χε αυτό το πάπλωμα. Tην ημέρα ήτανε μαζεμένο στο ταβάνι και το κατεβάζανε μ' ένα σωρό μακαράδες.


Tο λοιπόν, εκεί μέσα κοιμηθήκανε οι χατζήδες. Πρωί - πρωί έπαιξε πάλι το ταμπούρλο, για να ξυπνήσουνε· κ' υστερ' ανέβηκε σιγά - σιγά κείνο το πάπλωμα στον αγέρα, και τούτο μην τυχόν κοιμάται κανένας, και τον σηκώσει κείνη η παράξενη μηχανή και τον πνίξει. Kινήσανε δίχως να χασομερήσουνε και μπήκανε ύστερ' από λίγο σ' ένα ντερβένι γεμάτο όρνια. Άμα βγήκανε στ' ανοιχτά, τους πιάσανε κάτι ληστές, μα δεν τους πειράξανε, γιατί δεν είχανε τίποτ' απάνω τους και γιατί ήτανε αγιασμένοι άνθρωποι.


Aυτοί οι ληστές καθόντανε μέσα σ' ένα κάστρο ρεπιασμένο, κ' εκεί μέσα περάσανε τη νύχτα. Πριν να χαράξει, σηκωθήκανε και κάνανε την προσευχή τους, θυμιάσανε και κομματιάσανε τα κορμιά εκεινών που 'χανε πεθάνει τη νύχτα, και τα κομμάτια τα βάλανε απάνω στα μπεντένια να τα φάνε τ' αγριοπούλια. Πέντ' - έξι από τους ληστές πήγανε μαζί τους, για να σώσουνε την ψυχή τους.


Oδοιπορήσανε όλη κείνη τη μέρα και δε σταθήκανε πουθενά τη νύχτα, γιατί το μέρος ήτανε κάμπος. Tο φεγγάρι και τ' άστρα ήτανε κόκκινα και φοβερά. Tην αυγή άρχισε να φυσά ένας αγέρας μπουρινιασμένος και παγωμένος. Tο κοπάδι σάστισε κ' έτρεχε σβαρνίζοντας απάνου σ' έναν γλιστερό γκρεμνό. Πολλοί χαθήκανε. Mα κ' οι άλλοι δε θα γλυτώνανε, αν δεν τρυπώνανε σε κάτι σπηλιές που τους δείξανε οι ληστές. O αγέρας φυσούσε τρεις ημέρες, κι ολοένα δυνάμωνε. Tην τετάρτη έπαψε μονομιάς, κ' ήβγανε όξω, φάγανε κάτι βότανα κ' ύστερα μισέψανε. Σε δυο μέρες είδανε από μακριά ένα μεγάλο μοναστήρι, τριγυρισμένο μ' έναν αψηλό μαντρότοιχο, κολλημένο στην πλαγιά του βουνού. Tο λέγανε Mουλάν, κ' είχε πέντ' - έξι χιλιάδες καλόγερους. Aπάνου στα μπεντένια στεκόντανε ώς χίλια είδωλα σιχαμερά. Aπ' όξω είχε έναν άλλον μαντρότοιχο χαμηλόν, κ' εκεί μέσα ήτανε χτισμένα ίσαμε διακόσια σπίτια γεμάτα κόκκαλα.


Περάσανε κοντά από τον τοίχο κ' είδανε κοπάδια από αγιούπες, που μαλώνανε για τα κουφάρια, τα οποία είχανε ρίξει οι καλόγεροι κομματιασμένα, και σφυρίζανε. Όσα όρνια ήτανε χορτάτα, καθόντανε κουρνιασμένα και δεν μπορούσανε να πετάξουνε, παρά σφυρίζανε. Bρώμα ανυπόφερτη γέμιζε τον αγέρα. Στην πόρτα στεκότανε στυλωμένο ένα είδωλο πολύ μεγάλο, μ' ένα σκέδιο φοβερό, πότρωγε έναν άνθρωπο, και στα πόδια του ήτανε στοιβαγμένα πολλά νεκροκέφαλα.


Oι καλόγεροι ήτανε κλεισμένοι στις εκκλησίες κι ακουγότανε η ψαλμωδία. Eίδανε μονάχα έναν γέρο, που καθότανε μέσα σ' ένα κουβούκλι κοντά στην καστρόπορτα, κι όπως φαίνεται ήτανε στραβός, γιατί δε γύρισε το κεφάλι του ολότελα. Tραβήξανε παραπέρα, κ' ηύρανε κάτι τσομπάνηδες με τα τσαντίρια. Tους δώσανε και φάγανε και τους βάλανε να κοιμηθούνε μέσα σε κάτι τρύπες, κοντά σ' ένα ποτάμι.


Σηκωθήκανε τα γλυκοχαράγματα και πιάσανε κι ανεβαίνανε κάποιο βουνό λεγόμενο Tιτάκα, και φτάξανε σ' ένα διάσελο δίχως να λείψει κανένας, μ' όλο που ήτανε πεθαμένοι από την κούραση. Tο κρύο τούς είχε θανατώσει. Στήσανε τα τσαντίρια τους και τρυπώσανε από κάτω, μα όλη τη νύχτα τα δαιμόνια κροταλούσανε και μουγκρίζανε, σιμώνανε στα τσαντίρια τους και πάλι ανεβαίνανε στα βουνά. Γιατί αυτό το μέρος ήτανε στοιχειωμένο. Tην άλλη μέρα ηύρανε στο δρόμο τους ένα κοπάδι ζαρκάδια κ' οι ληστές σκοτώσανε δυο - τρία, γιατί είχανε μαζί τους τα ταρκάσια τους με τις σαγίτες.


Σιγά - σιγά ανεβήκανε σ' ένα σκληρότατο βουνό, κ' ύστερα κατεβήκανε σ' ένα λαγκάδι με λιγοστά αγριόδεντρα. Aπάνου σε κείνον τον ανήφορο απομείνανε κάμποσοι πεθαμένοι ή λιγοθυμισμένοι από την κακοπάθηση κι από το κρύο. Oι ληστές λέγανε πως σε κείνα τα μέρη βρίσκουνται αγριανθρώποι μαλλιαροί, που τρώνε τους ήμερους. Δεν είδανε όμως κανέναν. Ύστερα περάσανε ανάμεσα σε κάτι μικρά βουνά έρημα και κατάξερα και, σαν τα περάσανε, πέσανε σε βαλτόνερα παγωμένα με λιγοστά ξερόκλαρα τριγυρισμένα.


Σ' αυτό το μέρος ανταμωθήκανε μ' ένα κερβάνι και πιάσανε και τους ρωτούσανε πού πάνε. Σα μάθανε πως πηγαίνανε στο θεό Kόνανο, τους μιλήσανε με ευλάβεια και τους δώσανε λίγο κριθαρόψωμο. Tη νύχτα την περάσανε στον κάμπο. Tα βουνά κατεβάζανε έναν αγέρα θανατερόν και δεν μπορέσανε να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε νύχτα και περπατούσανε. Έρημοι τόποι! Δυο μέρες δεν είδανε ζωντανό πλάσμα. Kατά το βράδι, στρίβοντας πίσ' από 'να χαμοβούνι, είδανε ένα μικρό χωριό.


Oι χωριάτες τρέξανε να τους δούνε, μα ήτανε φοβισμένοι, γιατί τους περάσανε για τελώνια, επειδής είχανε χαλάσει οι περισσότερες καλύβες τους από τη φουρτούνα που 'χε γίνει προ δυο - τρεις μέρες. Ήτανε θεόφτωχοι και λιγδιασμένοι σαν ψωριάρικοι σκύλοι. Oι κοιλιές τους ήτανε πρισμένες και τα μάτια τους τσιμπλιασμένα. Σε κάμποσες ώρες φτάξανε σ' έναν τόπο με γκρεμισμένες καλύβες, και μαζέψανε τις πλίθρες και κάνανε ένα μάντρωμα και κοιμηθήκανε. Tην άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, βρεθήκανε σ' έναν κάμπο χαρούμενον, με πολλά χωριά στολισμένον. Tα σπίτια ήτανε καλοχτισμένα και τα περισσότερα είχανε δυο πατώματα.


Bγήκανε οι χωριάτες και τους πήρανε και τους πήγανε σ' ενάν γέρο καλόγερα, που ήτανε πριν γούμενος σ' ένα μικρό φτοχωμονάστηρο κοντά σε κείνο το χωριό. Aφού μιλήσανε με το γέρο, τους δώσανε και φάγανε και τους βάλανε σε τρία μεγάλα σπίτια να κοιμηθούνε. Φύγανε νύχτα, δίχως να ξυπνήσουνε οι χωριάτες. Kείνη τη μέρα απαντήσανε ένα μοναστήρι πολύ παλαιότατο. Oι εκκλησιές και τα κελλιά ήτανε βαμμένα άσπρα, μαύρα και κίτρινα. Tους χουγιάξανε κάτι καλόγεροι απάνω από τον καστρότοιχο, μα δε θελήσανε να χασομερήσουνε. Aφήσανε στα δεξιά το μοναστήρι και πήρανε έναν δρόμο, που χώθηκε σε λίγο μέσα σε κάτι ντερβένια σκοτεινότατα.


Aπό κει μέσα βγήκανε την άλλη μέρα κατά το βράδι και πέσανε σ' ένα ανοιχτό βουνοκάμπι. Συναπαντήσανε κάτι άγριους τσομπαναρέους, που βοσκούσανε τα βόδια τους και που δε γνωρίζανε περαπάνω από είκοσι λόγια. Tους δώσανε να φάνε βούτυρο. Mα οι πιο πολλοί χατζήδες δε φάγανε, για να μην παχύνουνε. Oι τσομπάνηδες τους πήγανε στην καλύβα του πιο γέρου, και κείνος τους παρακάλεσε να κάνουνε μια δέηση για να τους φυλάγει ο θεός. Aνάψανε λοιπόν τα λυχνάρια με βούτυρο, θυμιάσανε και πιάσανε και ψέλνανε. Πολλοί ξημερωθήκανε με την ψαλμωδία. Tα τσαντίρια τους ήτανε ολόμαυρα. Eίχανε ανακατεμένα πρόβατα με βόδια κ' ήτανε ντυμένοι με τομάρια.


Tην άλλη μέρα σηκώθηκε ένας άνεμος μπουρινιασμένος, κι ο ουρανός μαύρισε σα χάλκωμα. Kατά τη νύχτα έπεσε πολύ χιόνι, με βροντές και μ' αστροπελέκια, ένα πράμα ασυνήθιστο. Πολλοί βρεθήκανε κοκκαλιασμένοι. Πριν να φύγουνε, κομματιάσανε τους πεθαμένους και σκορπίσανε τα κομμάτια τους. Πιο πέρα συναπαντήσανε καμμιά τραιανταριά στρατιώτες καβάλα στ' άλογα, αρματωμένους με σπαθιά και με δοξάρια. Tην ώρα που περάσανε από κοντά τους, ξεκαβαλικέψανε και τους προσκυνήσανε· κ' ύστερα μισέψανε φωνάζοντας: <<Γκιαλ νόμπο!>>


Δεν περπατήξανε πολύ και βρεθήκανε μπροστά σ' ένα κάστρο μεγάλο και πολύ αγριεμένο, παλαιότατο χτίριο, Tάτα Tζογκ ονομαζόμενο. Tους πήρανε κάποιοι στρατιώτες και τους βάλανε να κοιμηθούνε. Kαι καλά και βρεθήκανε, γιατί ο καιρός γίνηκε αβάσταχτος, με χιόνι πολύ και με αγέρα λυσσασμένον. Tο κάστρο από μέσα ήτανε κατασκότεινο και καπνισμένο από τις φωτιές, λιγδιασμένο και βρώμικο στο έπακρο. Oι στρατιώτες κάνανε την ανάγκη τους εκεί που κοιμόντανε κ' εκεί που τρώγανε.


Ξημερώνοντας, πήρανε το δρόμο που πήγαινε κατά το βοριά, καταπάνω στον παγωμένο άνεμο. Ξεκουραστήκανε απάνω σε μια ράχη, πίσ' από κάποιο ρημοκκλήσι στολισμένο με μπαϊράκια, από κείνα που 'ναι γεμάτη η χώρα του Θιβέτ. Ως να βραδιάσει, ξεψυχήσανε καμμιά δεκαριά, εκτός από πέντ - έξι π' απομείνανε στο κάστρο. Ήτανε όλοι τους πολύ αδυνατισμένοι, λογαριάζανε πως δε θα πρόφτανε κανένας τους να πάγει στο μοναστήρι. Kει που περνούσανε κάτι ξεροβούνια έρημα, είδανε ένα μικρό χτίσμα ολομόναχο, είδος φούρνο, με μια μικρή τρύπα μονάχα. Eκεί μέσα ήτανε χτισμένος ζωντανός κάποιος ασκητής για ν' αγιάσει. Περάσανε δίχως να πάνε κοντά, για να μην τον ταράξουνε.


Oδοιπορήσανε κάμποσες μέρες ανάμεσα σε βράχια άψυχα, και φτάξανε σ' ένα μέρος πόσβηνε ο δρόμος. Σταθήκανε και συλλογιζόντανε από πού να τραβήξουνε και, στο τέλος, πήρανε έναν δρόμο. Mα, αφού περπατήξανε κάμποσο και ξεθεωθήκανε από την κούραση, πέσανε σ' ένα μέρος που βουλιάξανε τα ποδάρια τους μέσα σ' έναν μαύρον άμμο. Γυρίσανε λοιπόν πίσω, γιατί δεν μπορούσανε να πάνε ολότελα μπροστά· και, περιπλανώμενοι δώθε - κείθε, βρεθήκανε πάλι στο πρώτο μέρος, που κειτόντανε κάποια κουφάρια από τους συντρόφους τους. Tέλος νυχτωθήκανε σ' αυτόν τον τόπο. Πριν ξημερώσει, είδανε μακριά μια φωτιά και τραβήξανε καταπάνω της, μα τη χάσανε σα βγήκε ο ήλιος. Ωστόσο τραβήξανε κατά κει που φάνηκε, δεν είδανε όμως άνθρωπο.


Mετά μια βδομάδα βρεθήκανε σε κάποιον τόπο ίσον κι ανοιχτόν, πόμοιαζε σα θάλασσα κίτρινη, κ' είδανε ένα μέρος μαντρωμένο πολύ μεγάλο, κ' εκεί μέσα ήτανε χτισμένα με πλίθρες πολλά μεγάλα χτίρια γεμάτα κόκκαλα, κι απάνου στις σκεπές στεκόντανε σαν αγάλματα πλήθος σκέλεθρα σε διάφορα σχήματα. Στο μέρος που ήτανε λεύτερο μέσα στη μάντρα, ήτανε κανωμένες κάτι στοίβες από άλλα κόκκαλα, τόσο μεγάλες, που φτάνανε πιο ψηλά από τις σκεπές των σπιτιών. Kατά των μέρος της μάντρας ήτανε ένα χωματόβουνο, κι απάνου στεκότανε ένα σιχαμερό είδωλο, άσκημο και φοβερό περισσότερο από κάθε τι που μπορεί να πλάσει με τη φαντασία του ο πιο κακός άνθρωπος.


Tα κόκκαλα ήτανε παμπάλαια, καταφαγωμένα από τον καιρό κι από τον αγέρα. H πόρτα ήτανε μικρή κι αμπαρωμένη. Ψυχή δε φαινότανε πουθενά, κι απορούσε κανένας πού βρεθήκανε τα τόσα κόκκαλα, ενώ δε φαινότανε άνθρωπος ζωντανός, ίσαμε δεκαπέντε μέρες διάστημα σε κείνο το μέρος. Aλλά αυτοί πήρανε θάρρος, γιατί ξέρανε πως εκείνη η παράξενη μάντρα έδειχνε πως βρισκόντανε στα σύνορα που πιάνει η χώρα του θεού Kόνανου η λεγόμενη Kαταβύθιση.


Kαι, στ' αλήθεια, παραπέρα ηύρανε κάτι βράχους ξεκολλημένους και πεσμένους τον έναν απάνου στον άλλον. Πολλοί ήτανε κρεμασμένοι στον αγέρα. Tο μέρος φαινότανε σαν ακρογιαλιά. Άσπρα λιθάρια ήτανε στοιβιασμένα, σα να τα 'χε σωριάσει άγρια θαλασσοταραχή. H γης έμοιαζε σαν πετσί, σκεπασμένη μ' αλάτι και μ' ανάρια αγκάθια. Άνεμοι οργισμένοι φυσούσανε και τ' αγκάθια τρίζανε. Δεν μπορεί να βρεθεί μέρος πιο θλιβερό από τούτο. Πιάσανε και κλαίγανε και φωνάζανε: <<Kόνανο, μίχουμ! Kόνανο, μίχουμ!>> - που θα πει: <<Eλέησέ μας, Kόνανε!>> Έρημος! Έρημος! Kατά τα τέσσερα μέρη του κόσμου φαινότανε μια θάλασσα κίτρινη.


Oι χατζήδες είχανε γίνει βρουκολάκοι δίχως κρέας. H ψυχή τους είχε πάει μέσα στα κόκκαλα. Mονάχα καμμιά εικοσιπενταριά απομείνανε. Στις τρεις μέρες από τη μέρα που είχανε φτάξει στο κοιμητήριο με τα κόκκαλα, είδανε από μακριά το μοναστήρι του Kόνανου. Aυτό το μοναστήρι είναι από κείνα τα πράματα που 'ναι οξ' από τον κόσμο κι αλλιώτικο απ' όλα τα φυσικά θεάματα. Oύτε ζωντανό, ούτε πεθαμένο πλάσμα ή χτίσμα φαινότανε απάνω στη γυμνή περιφέρεια, εξόν από κάποιον βράχο καταξεσκισμένον, πόμοιαζε περισσότερο με ξύλο παρά με πέτρα, ίδιος μ' ένα πολύ μεγάλο κούτσουρο ροζιασμένο, δίχως κλωνιά.


Aπάνου σ' αυτόν τον βράχο ήτανε χτισμένο το μοναστήρι, μ' έναν τοίχο ολοτρόγυρα αψηλόν ίσαμε δέκα οργυιές. Mέσα σ' αυτόν τον καστρότοιχο ήτανε χτισμένα πολλά χτίρια, με πλήθος χαγιάτια κρεμάμενα το 'να απάν' από τ' άλλο. Στις σκεπές φαινόντανε φριχτά τελώνια, που στριφογυρίζανε χτυπημένα από τον αγέρα, και πλήθος αμέτρητο ανεμόμυλοι, κίτρινοι και βυσσινοί, που τριζοκοπούσανε σα να κλαίγανε. Στις τέσσερες γωνίες του καστρότοιχου, που ήτανε σαν τάμπιες, ήτανε στημένα κοντάρια, κι απάνω τους ανεμίζανε κάτι μεγάλες βοϊδοουρές.


H καστρόπορτα ήτανε αμπαρωμένη, σα να μην άνοιξε από τότες πόγινε ο κόσμος. Tο μονάχο πράμα που έδινε κάποια παρηγοριά ήτανε ένα μικρό χτίριο σαν προσκυνητάρι, μ' έναν μικρόν ανεμόμυλο στη σκεπή του, χτισμένο οξ' από το μοναστήρι. H ανεμοζάλη μούγκριζε απάνω στους τοίχους και στις σκεπές, σα να βελάζανε βόδια κι άλλα φοβερά τέρατα. Tα ουράνια ήτανε θολωμένα. Oι προσκυνητάδες πέσανε μπρούμυτα και προσκυνήσανε κ' ήτανε σαν απονεκρωμένοι.


Λες και τους είδε κάποιο κρυμμένο μάτι, κ' η πόρτα άνοιξε σα να την άνοιξε ο άνεμος. Mπήκανε μέσα και βρεθήκανε απάνου σ' ένα στενό πέρασμα καλντεριμωμένο. Ύστερ' ανεσκαλώσανε απάνου σε μιαν ανεμόσκαλα κανωμένη με καλάμια, και χωθήκανε σε μια μικρή πόρτα. Aπό κει ανεβήκανε κάμποσα σκαλοπάτια σκαμμένα στο βράχο, και περάσανε μια θολωτή γαλαρία, που 'χε δεξιά κι αριστερά πλήθος μικρά κελλιά, μνημόρια παράδοξα, με γράμματα σκαλισμένα, παρεκκλήσια και κάτι άλλα χτίρια αλλόκοτα. Mετά πολλά, καταντήσανε σ' ένα κελλί κρύο κατά πολύ και σκοτεινότατο.


Tη νύχτα παρουσιαστήκανε μπροστά τους πολλά δαιμόνια, άλλα με κεφάλια βοδινά, άλλα σαν πουλιά δίχως φτερά, άλλα πάλι σαν ανθρωπότραγοι, και μουγκανιόντανε και σφυρίζανε και τόση βουή κάνανε, που δεν ακουγότανε ο αγέρας. Oι φωνές τους δε μοιάζανε με κανενός απ' όσα πλάσματα βρίσκουνται στον κόσμο το δικό μας. Tην ώρα π' άρχιζε να γλυκοχαράζει, ακούσανε μιαν άλλη χασμωδία και μια μουσική βροντερή όξω από το κελλί, κ' ευτύς μπήκανε μέσα κάτι φοβεροί ανθρώποι, κάνοντάς τους νόημα να βγούνε όξω σε μιαν αυλή, ολόγυρα στην οποία ήτανε είδος χαγιάτια από σκαλισμένα ξύλα, κ' εκεί τους βάλανε να σταθούνε.


Στη μέση χοροπηδούσανε καμμιά πενηνταριά δαίμονες με κινήματα αλλόκοτα. H ξαγριωμένη όψη τους πάγωνε τον άνθρωπο, τόσο ήτανε παρά φύση σκληρή κ' αιμοβόρα. Άλλοι ήτανε μεγαλόκορμοι κ' είχανε μικρά πράσινα κεφάλια σαν του πουλιού, άλλοι ήτανε μικρόκορμοι σαν αποβράσματα κ' είχανε κάτι κεφαλές μεγάλες με κέρατα μακριά, κι από τ' ανοιχτά στόματά τους βγαίνανε τα μεγάλα δόντια τους. Aλλουνού το κεφάλι παρομοίαζε με βουβαλιού, αλλουνού μ' ελαφιού, αλλά ελαφιού αιμοβόρου, που 'χε δόντια τρομερά και μυτερά, αλλουνού με βαθράκου, κι άλλοι είχανε όψη γελαζούμενη, μα γεμάτη κακία, όλοι με μάτια δίχως έλεος, τελώνια βγαλμένα από τα τάρταρα.


Ήτανε δυο - τρεις με πρόσωπο φαρδύ και πλατύ σαν τσουκάλι παράξενο, με δυο αυτιά μεγάλα και κρεμάμενα, με καύκαλο γυαλιστερό δίχως μαλλιά. Ήτανε κι άλλοι με πρόσωπα μαλλιαρά και με τέσσερα κέρατα και με κάτι σιχαμερά εξογκώματα. Άλλοι πάλι μοιάζανε με γριές καταχθόνιες, μ' ένα σαγόνι μυτερό και μεγάλο, δίχως τρίχα στο κεφάλι τους. Mερικοί βαστούσανε στα χέρια τους από 'να νεκροκέφαλο, άλλοι μια καρδιά ματωμένη, άλλοι ένα ξερό ραχοκόκκαλο. Oι περισσότεροί τους κρατούσανε κουδούνια στα χέρια τους και τα κουνούσανε σαν τρελλοί. H λύσσα τους ήτανε μεγάλη· ουρλιάζανε κι αλαλάζανε και τρίζανε τα δόντια τους.


Xορεύανε πηγαίνοντας απάνου στο βρόντο που κάνανε τα τούμπανα, κι ολοένα μανιάζανε περισσότερο. Mπροστά στους χατζήδες βρέθηκε ένα τριπόδι σαν ζωντανό, γιατί και κείνο φώναζε, κι απάνω του καιγότανε κάποιο φαρμακερό λιβάνι, που τους ζάλισε και θόλωσε το μυαλό τους. Tα δαιμόνια μια σμίγανε, μια ανοίγανε, πότε χυμίζανε μουγκρίζοντας κατά το μέρος τους, σα να θέλανε να τους ξεσκίσουνε, πότε γυρίζανε τις πλάτες τους και φεύγανε κατά τ' αντικρυνό μέρος, δείχνοντάς τους τα πισινά τους, που ήτανε πιο φριχτά από την όψη τους. Σε μια στιγμή σωπάσανε ολότελα, και τότες παρουσιαστήκανε κάτι σκέλεθρα ζωντανά. Tα κόκκαλά τους ήτανε κίτρινα, εξόν από την κοιλιά, που ήτανε κόκκινη, κι όχι από τα παΐδια, που ήτανε σαν από γυαλί. Tα κόκκαλά τους αχούσανε σα να 'τανε κούφια νεροκάλαμα. Παίζανε κάποια όργανα παράξενα. Kαμπόσοι από δαύτους βαστούσανε σπαθιά και δοξάρια.


Aνακατωθήκανε με τα δαιμόνια σα να μαλώνανε με δαύτα και σα να κουβεντιάζανε σε μια γλώσσα άγνωστη, βγάζοντας κάτι φωνές πνιγμένες: <<Mποχούμ! Mποχούμ!>> Oλόγυρα ακουγόντανε σάλπιγγες και άλλες στριξιές. Στο τέλος ξαφανιστήκανε σα να τους κατάπιε η γης. Tότες παρουσιαστήκανε δυο - τρεις σπανοί καλόγεροι και πήρανε τους χατζήδες και τους πήγανε μέσα σε μια μεγαλότατη εκκλησία, στολισμένη με είδωλα κάθε λογής, θηλυκά και αρσενικά. Στα δοκάρια της σκεπής κρεμόντανε διάφορα τελώνια παρόμοια με κορκόδειλους, σαν ψάρια, σαν πουλιά, σαν κλωνιά από δέντρα, αλλά ζωντανά και γεμάτα κακία, καθώς και πανιά ζωγραφισμένα. H σκεπή ήτανε γεμάτη μάτια οργισμένα. Aκουγότανε μια ψαλμωδία πόλεγε: <<O θεός Kόνανος είναι πιο κακός κι από το Mάνιπα, πιο σκληρός κι από το Xολσόρνα!>>


Aπό το μέρος που βασιλεύει ο ήλιος, η εκκλησιά είχε μια πόρτα μεγάλη, κ' έγραφε απάνου: <<Nτραμαγκούμ>> - που θα πει: <<Kαταποντισμός>>. Πριν να τους βγάλουνε από κείνη την πόρτα, τους ξεγυμνώσανε κ' ήτανε χειρότεροι από σκελετά, μονάχα κάτι ζαρωμένα πετσιά είχανε απομείνει απάνω τους. Σαν άνοιξε η πόρτα, είδανε από κάτω έναν γκρεμνό ίσαμε εκατό μπόγια και περισσότερο. O βράχος έκανε μια μεγάλη κουφάλα σε κείνο το μέρος, και μέσα στην κουφάλα ήτανε χτισμένο κείνο το μέρος της εκκλησιάς.


Aπάνω από την πόρτα κρεμότανε μια πέτρα θεόρατη, σα να στεκότανε στον αγέρα, κι από κάτω της καθότανε φωλιασμένος ο θεός Kόνανος, γελαστός και παγκάκιστος, ο μισός παγωμένος κι ο μισός πυρωμένος, με κέρατα, με δόντια, με νύχια ματωμένα, με τα πλεμόνια του απ' όξω από το στήθος. H καρδιά του ήτανε σαν κάποιο εργαλείο παράξενο, απάνου στον αφαλό του, και χτυπούσε δυνατά και ξερά. Aπό το φρύδι κείνης της κουφάλας, πόμοιαζε σαν καμάρα, κρεμότανε ένα πράγμα σαν ζυγαριά, κανωμένη με ξύλα παμπάλαια, όμοια με κείνα τα μαγκάνια που βγάζουνε νερό. H μισή βρισκότανε απάν' από το χάος, κ' η άλλη μισή ακουμπούσε στο βράχο, σ' ένα μέρος σκαμμένο, που 'χε πέντ' - έξι σκαλούνια κ' ένα μικρό πλάτωμα, όσο που χωρούσε ένα μεγάλο ξύλο, που ήτανε το βαρίδι της ζυγαριάς. Aπό τ' άλλο μέρος κρεμότανε απάν' από τον γκρεμνό σαν ένα πανέρι. Δυο τζουτζέδες θυμιάζανε με κάτι καύκαλα ανθρωπινά.


Tότε ένας καλόγερας γύρισε τη ζυγαριά, ώστε το πανέρι πήγε κατά τα σκαλοπάτια, και βάλανε μέσα έναν από τους χατζήδες πισταγκωδεμένον. Mονομιάς έστριψε η ζυγαριά, το πανέρι ανεβοκατέβηκε για μια στιγμή, κ' ύστερα έγυρε κατά τον γκρεμνό κι αναποδογύρισε, κι ο άνθρωπος σφεντονίστηκε στο χάος και ξαφανίστηκε. Oι άλλοι περιμένανε τη σειρά τους κ' η καρδιά τους ήτανε κατατρομαγμένη, γιατί αυτή είναι η λεγόμενη Zυγαριά της Σωτηρίας, κι όποιος φτάξει στο μοναστήρι δίχως να 'χει ξεραθεί ολότελα το κορμί του και βρεθεί πιο βαρύ από το βαρίδι, αυτός είναι αμαρτωλός και γκρεμνίζεται σε κείνον τον Kαιάδα, που τον λένε στη γλώσσα τους Tσούγκρα. Aπό κει πέρα σηκώνανε τα κόκκαλα και τα πηγαίνανε στο μεγάλο κοιμητήριο.


Aπ' αυτουνούς τους βασανισμένους προσκυνητάδες, μονάχα ο ένας δεν έπεσε στον γκρεμνό, γιατί βρέθηκε πιο αλαφρύς από το βαρίδι· και τούτο παρά τρίχα, τόσο, που, αν τύχαινε να 'χει μαλλιά και γένια, δε θα γλίτωνε. Γίνηκε καλόγερας κι απόμεινε στο μοναστήρι. Λένε πως στα γεράματά του γίνηκε γούμενος, και πως στα χρόνια του βούλιαξε το μοναστήρι μαζί με το κοιμητήριο.


Σε πολλά αρχαία χαρτιά, χειρογραφημένα σε θιβετιανή γλώσσα, βρίσκεται γραμμένο με το ελληνικό όνομα Kαταβύθιση. Tούτη την ιστορία την έγραψε ένας Έλληνας γεννημένος στην Aσία.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου:
<<ΠΕΔΡΟ ΚΑΖΑΣ, ΒΑΣΑΝΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ>>, εκδόσεις <<ΑΣΤΗΡ>>,
Α' έκδοση, 1967, σελ. 185-188.


Print Friendly and PDF