ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΩΡΩΝ - Ο ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗΣ (2020)




Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Αχαρνών.

Η Ακολουθία των Βασιλικών Ωρών - Ο Εσπερινός της Αποκαθήλωσης.

Χοροστατούνος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αττικής και Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου.


Κυριακή 12 Απριλίου 2020

ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΒΑΪΑ




Χαῖρε μέ ἀσυγκράτητη χαρά, θυγατέρα τῆς Σιών. Ἀπόλαυσε βαθιά χαρά καί ἀναγάλλιασε, ὁλόκληρη τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία. Ἔρχεται πάλι σέ σένα ὁ Βασιλιάς. Ὁ νυμφίος σου ἔρχεται καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἄς βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε. Ἄς βιαστοῦμε νά δοῦμε τή δόξα Του. Ἄς προλάβωμε νά τιμήσωμε τόν ἐρχομό Του μέ χαρά. Ἄλλη μιά φορά σωτηρία στόν κόσμο, πάλι ὁ Θεός ἔρχεται γιά νά σταυρωθῆ.


Βασιλιάς τῆς Σιών, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ξαναέρχεται σ᾽ αὐτήν καί χαρίζει πάλι τή σωτηρία στόν κόσμο. Τό φῶς ἄλλη μιά φορά μᾶς ἐπισκέπτεται καί ἡ πλάνη διαλύεται, ἡ ἀλήθεια λουλουδίζει, χορεύει ἡ Ἐκκλησία καί χηρεύει ἡ Συναγωγή. Πάλι ντροπιάζονται οἱ δαίμονες, σκορπίζει ἡ κατάρα, καί πάλι ταράζονται οἱ Ἑβραῖοι, συντρίβεται ὁ δράκοντας, χαίρονται τά Ἔθνη καί ἡ Σιών στολίζεται. Ἔρχεται ὁ Χριστός καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἀναγαλλιάστε οὐρανοί. Ὑμνῆστε Ἄγγελοι. Εὐφρανθῆτε τά βουνά. Σκιρτῆστε λόφοι. Παφλάστε ποταμοί. Ὁ λαός τῆς Σιών χορέψετε, οἱ Ἐκκλησίες χαρῆτε.


Ψάλλετε Ἱερεῖς, προφῆτες ἐλᾶτε πρῶτοι, εὐαγγελιστῆτε μαθηταί, ὑποδεχθῆτε λαοί. Τρέξτε μαζί καί οἱ γέροντες, χορέψετε μητέρες καί τά νήπια τραγουδῆστε. Φωνάξτε νέοι, οἱ φυλές μαζευτῆτε. Κάθε πλάσμα, κάθε ὕπαρξη, κάθε τάξη, κάθε τι πού ἀναπνέει, ὅλη ἡ γῆ, κάθε ἀξίωμα, ὅλες οἱ ἡλικίες, ὅλες οἱ ἀρχές τῶν ἐθνῶν, ὅλες οἱ βασιλεῖες, ἄς ὑποδεχθοῦν βασιλικά τό βασιλιά τῶν βασιλέων, δεσποτικά τῶν δεσποτῶν τό Δεσπότη. Ἄς προσκυνήσωμε, ἄς τραγουδήσωμε θεϊκά τραγούδια στό Θεό τῶν Θεῶν, στόν αἰώνιο νυμφίο θεϊκούς νυφιάτικους χορούς, ἄς χορέψωμε. Χαρούμενοι ἄς ἀνάψωμε τίς χαρωπές λαμπάδες μας, τούς χιτῶνες τῶν ψυχῶν μας, ὅπως ταιριάζει γιά νά τιμήσουμε τόν Θεό, ἄς ἀλλάξωμε.


ς ἑτοιμάσωμε ὄμορφα τούς δρόμους τῆς ζωῆς, τά βαΐα τῆς νίκης ἄς κρατήσωμε γιά τό νικητή τοῦ θανάτου. Καί ἄς σείσωμε τούς βλαστούς τῆς ἐλιᾶς στό βλαστό τῆς Μαρίας. Ἀγγελικά ἄς ὑμνήσουμε τό Θεό τῶν Ἀγγέλων. Ἄς κραυγάσωμε μαζί μέ τά παιδιά, ὅπως πρέπει στό Θεό. Μαζί μέ τό πλῆθος καί ἐμεῖς τήν κραυγή τοῦ πλήθους ἄς ποῦμε: «Ὡσαννά, στόν οὐρανό. Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ». Ὁ Θεός καί ὁ Κύριος φάνηκε σάν φῶς, ἔλαμψε σ᾽ ἐμᾶς πού καθόμασταν στό σκότος καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Ἐφάνηκε ἡ ἐπανόρθωση γιά ὅσους ἔπεσαν, φάνηκε ἡ σωτηρία τῶν αἰχμαλώτων, φάνηκε ἡ ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν, φάνηκε ἡ παρηγορία γιά ὅσους πενθοῦν, φάνηκε ἡ ἀνάπαυση ὅσων κοπιάζουν. Φάνηκε τῶν διψασμένων τό ξεδίψασμα.


Φάνηκε ἡ δικαίωση τῶν ἀδικημένων. Φάνηκε τῶν ἀπελπισμένων ἡ λύτρωση. Φάνηκε ἡ ἕνωση τῶν χωρισμένων. Φάνηκε ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν. Φάνηκε ἡ γαλήνη ὅσων εἶχαν βρεθῆ σέ τρικυμία. Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς μαζί μέ τό πλῆθος ἄς φωνάξωμε σήμερα στό Χριστό:«Ὡσαννά», πού θά πεῖ «Σῶσε μας ὁ οὐράνιος Θεός». Ὤ καινούργια πράγματα, θαύματα ἀνέλπιστα! Χτές ὁ Χριστός ἀνέστησε τό Λάζαρο, σήμερα ὁ Ἴδιος βαδίζει πρός τό θάνατο. Σέ ἄλλον χτές, σάν Ζωή, τή ζωή ἐχάρισε καί σήμερα ὁ ζωοδότης ἔρχεται στό θάνατο. Χτές ἔλυσε τά σάβανα τοῦ Λαζάρου, σήμερα ἔρχεται νά τυλιχτῆ στά σάβανα ὁ Ἴδιος, θεληματικά. Χτές ἀπό τό σκοτάδι ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο.


Σήμερα γιά τόν ἄνθρωπο ἔρχεται νά μπῆ στά σκότη καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Χτές, ἕξι μέρες πρίν ἀπό τό Πάσχα, ζωντανό καί μέ τίς πέντε αἰσθήσεις, τόν τετραήμερο ὁ Τριήμερος, στίς δυό ἀδελφές τόν ἕνα ἀδελφό τους χαρίζει. Καί σήμερα βαδίζει στό Σταυρό. Στή Μαρία τόν τετραήμερο νεκρό χαρίζει, ἐνῶ στήν Ἐκκλησία τριήμερο χαρίζει τόν Ἑαυτό Του ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μόνο ἡ Βηθανία θαυμάζει. Ἐδῶ ἑορτάζει ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ἑορτάζει τήν ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἔχοντας στό μέσο τό βασιλιά τῶν ἀΰλων Δυνάμεων, ὡς Νυμφίο μαζί καί Βασιλιά. Ἑορτάζει ἑορτή, σάν ἐλιά κατάκαρπη στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ, πού πυκνόφυλλη πάντα σκιάζει. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία ἑορτή, καί εἶναι σάν κρίνο ἀνοιξιάτικο, ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀληθινό κρίνο, τό θαλερό, πού δέν κρίνει ἀλλά σώζει τόν κόσμο.


που ὁ Χριστός εἶναι τό γιατρευτικό βότανο, πού γιατρεύει ἀληθινά τά πάθη τῶν ἀρρώστων. Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀμπέλι πού λέει: «Ἐγώ εἶμαι τό ἀμπέλι τό ἀληθινό.» Ὅπου ὁ ἐλαιώνας ὁ Ὁποῖος ἀληθινά ἐλεεῖ ὅσους ἐλπίζουν σ᾽ Αὐτόν. Ἐκεῖ εἶναι ὅπου ἐβλάστησε ὁ κλάδος ὁ προαιώνιος ἀπό τή ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, χωρίς νά καλλιεργήση καί νά σκάψη ὁ γεωργός. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ ἀέναη πηγή. Ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει Φυσών καί Γεών, Τίγρις καί Εὐφράτης, ἀλλά Ματθαῖος, Μᾶρκος, Λουκᾶς καί Ἰωάννης, πού ποτίζουν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τό περιβόλι. Ἐκεῖ ὅπου ὅλη σήμερα ἡ νεολαία, καθώς ἐλαία κατάκαρπη γεμάτη ἀπό ἐλιές, τόν ἐλεήμονα Χριστό παρακαλοῦμε. Φυτεμένοι στό κτῆμα τοῦ Χριστοῦ, ἀνοιξιάτικα μέσα στόν κῆπο Του ἀνθισμένοι, ἑορτάζομε τήν ἑορτή μας, βλέποντας ὅτι ἔχει ὑποχωρήσει ἡ χειμωνιά τοῦ Νόμου.


Γιόρταζε, Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι τυπικά καί σωματικά, ἀλλά χορεύοντας χορό πνευματικό. Γιόρταζε τή γιορτή σου, βλέποντας τήν πτώση τῶν εἰδώλων καί ζώντας τή δική σου ἀνάσταση. Προσθέτω τή φωνή μου στήν ἱερή καί ἰσχυρή φωνή τοῦ Παύλου: «Πέρασαν τά παλιά΄ ὅλα ἰδού, ἔχουν γίνει καινούργια». Ἀλλά καί ἀνέλπιστα. Γι᾽ αὐτό χαρῆτε, χαρῆτε, νεολαία τοῦ Χριστοῦ. Εἶστε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιόρταζε, ἡ Ἐκκλησία, ἡ κόρη τοῦ Θεοῦ καί ἀγαλλίασε. Δική σου εἶναι ἀκέραια ἡ δόξα, γνήσια κόρη τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ. Καί δέν εἶσαι ἡ χήρα κάποιου ἀλλά τοῦ Θεοῦ ἡ σύζυγος, πού ἀνθίζεις, ὄχι στ᾽ ἀριστερά τοῦ Θεοῦ γιά τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά στά δεξιά.


Εἶσαι τό λουλούδι τῆς θεογνωσίας. Δέν σέ μολύνει αἷμα δουλικό, ἀλλά τοῦ Θεοῦ τό Αἷμα σέ σφραγίζει. Δέν λατρεύεις τόν Ὠβήλ ἀλλά τόν Ἐμμανουήλ. Δέν ἀνυμνεῖς τήν Τρωάδα ἀλλά τήν Τριάδα. Δέν τιμᾶς τόν Πλάτωνα παρά τόν Παντοκράτορα Θεό μας. Δέν τιμᾶς τόν ἀλεξίκακο Ἡρακλῆ, ἀλλά τόν Παράκλητο, τόν ποιητή τῶν ὅλων. Δέν προσκυνεῖς τόν Ἀριστοτέλη πού σ᾽ ἔκαμε σοφό, ἀλλά τόν Θεό πού σ᾽ ἔσωσε γιά ὅλους τούς αἰῶνες. Ἔπεσε ὁ Κρόνος γιατί προσέλαβε σάρκα ὁ Θεός Λόγος. Δέν γεννήθηκε μέ συνέργεια ἀνδρός ἀλλά γεννήθηκε μέ δύναμη Θεοῦ ἀπό τή Μαρία. Προσέξετε τή χάρη τῆς ἡμέρας. Δῆτε τή λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς. Χαῖρε λοιπόν καί ἀγαλλίασε, τῆς Σιών κόρη. Γέμισε εὐφροσύνη καί ἀναγάλλιασε ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.


Γύρισε γύρω τά μάτια σου καί κοίταξε μαζεμένα τώρα, τά σκορπισμένα πρῶτα στά ἔθνη παιδιά σου. Δές τῆς γιορτῆς τήν εὐλάβεια. Δές τοῦ λαοῦ τούς σύμφωνους ὕμνους. Δές ὅλες τίς γλῶσσες ἑνωμένες, ὅλα τά στόματα σάν νά ᾽ναι ἕνα νά ἀναπέμπουν δοξολογικά τόν ἴδιο ὕμνο. Δές τά πρόβατα πού πρῶτα εἶχαν ξεγλιστρίσει ἔξω ἀπό τήν πόρτα σου νά εἶναι τώρα στήν ἀγκαλιά σου. Ἄκουσε τῶν ἐθνῶν τήν ἐπιφήμιση, πού εἶναι τῶν ἀσωμάτων Ἀγγέλων ἡ μίμηση. Πρόσεξε τήν ἁρμονία τῶν ἀγγελικῶν χορῶν. Πρόσεξε ἀνθρώπων πλῆθος πού μοιάζει μέ παρατάξεις Ἀγγέλων. Θεώρησε τούς ψαλμούς σάν ὕμνους Ἀγγέλων καί τά παιδιά σάν ἄκακα ἀρνάκια πού ψάλλουν στό Χριστό καί λένε: «Ὡσαννά στόν οὐράνιο Θεό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται.» Μαζί τους χτύπησε χαρούμενα καί πανηγυρικά καί τό χέρι σου καί φώναξε μέ καθαρή καί λιονταρήσια φωνή λόγους ἑόρτιους καί εὐχαριστήριους.


δού ἐγώ καί τά παιδιά πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, σ᾽ ἐμένα πού ἤμουν κάποτε ἄτεκνη καί ἀσήμαντη στεῖρα. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε, ἀλλά καί πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Θεός μας καί Κύριος εἶναι καί φάνηκε γιά μᾶς Αὐτός πού ἔρχεται καί πού ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν μπορεῖ νά Τόν περικλείσει. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται χωρίς νά ἀπομακρύνεται ἀπό τόν οὐρανό. Εὐλογημένος ἄς εἶναι Αὐτός πού ἔρχεται ὡς ἄνθρωπος, καί πού θά ἔρθει πάλι ὡς Θεός. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε σ᾽ ἐμένα συμβολικά καβαλλικεύοντας σέ γαϊδουράκι σάν νά ᾽ταν πάνω σέ Χερουβίμ. Ἄκουσε τί μᾶς λέει ὁ ἱεροκήρυκας Εὐαγγελιστής τῆς ἑορτῆς. Ὅταν πλησίαζε ὁ Κύριος στή Βηθφαγή καί στή Βηθανία, κοντά στό βουνό πού λέγεται τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπό τούς μαθητάς Του παραγγέλλοντάς τους: «Πηγαίνετε στό ἀπέναντι χωριό καί καθώς μπαίνετε θά βρῆτε γαϊδουράκι δεμένο. Λύστε το καί φέρτε το ἐδῶ.» 


καμαν οἱ Μαθηταί ὅπως τούς παράγγειλε ὁ Ἰησοῦς. Ἔστρωσαν τά ροῦχα τους στό γαϊδουράκι καί καβαλλίκεψε ὁ Ἰησοῦς. Καί ὅταν ἔφτασε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὁ κόσμος πού εἶχε συναχτῆ γιά τήν ἑορτή, πῆραν κλαδιά φοινίκων καί βγῆκαν νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἰησοῦ. Καί ὅσοι πήγαιναν μπροστά καί ὅσοι ἀκολουθοῦσαν φώναζαν: «Ὡσαννά στό γιό τοῦ Δαυΐδ, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου.» Αὐτή εἶναι ἡ Δεσποτική παρουσία στήν παροῦσα ἑορτή μας. Αὐτή εἶναι ἡ παλαιά καί ἡ νέα παραμονή στήν Σιών τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλέων. Αὐτή εἶναι ἡ πανηγυρική καί πάνδημη ἔλευση τῆς σημερινῆς ἡμέρας τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ὅλων. Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, τώρα, ὅλο τό πλῆθος πού ἤρθαμε στήν ἑορτή, ἄς βγοῦμε νά Τόν ὑποδεχτοῦμε, ὁρατοί καί ἀόρατοι ἑορτασταί, οἱ προφῆτες πού προηγοῦνται χρονικά, καί οἱ διδάσκαλοι καί ὅσοι ἀκολουθοῦν τό γαϊδουράκι, ὅλοι ὅσους δένει ἀναμεταξύ τους ἡ πίστη στό Θεό. Σήμερα τά οὐράνια μέ τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια μαζί ἄς ψάλλουν. 


Κάθε στόμα καί πνεῦμα ἄς ἀνοίξη γιά τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τά Χερουβίμ βροντοφωνῆστε: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος ὁ Τρισάγιος, Σαβαώθ• ἀπό τή δόξα Του γεμᾶτος ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ.» Σεραφείμ, ὑμνῆστε, προφῆτες, κηρύξετε. Ἄς λέη ὁ ἄλλος:«Χαῖρε, Κόρη τῆς Σιών, διαλάλησε, Κόρη τῆς Ἱερουσαλήμ.» Καί ὁ ἄλλος ἄς κραυγάση ἀτενίζοντας τό βασιλέα Χριστό: «Ἰδού τό ἀρνί τοῦ Θεοῦ, πού σηκώνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.» Κι ἄλλος ἄς διαλαλήση γιά τόν Ἴδιο τόν Κύριο: «Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας• δέν θά σταθῆ ἄλλος κοντά Του.» Καί κάποιος ἄλλος ἄς προσθέση: « Ἰδού ὁ ἄνθρωπος μαζί καί Θεός, Ἀνατολή εἶναι τό ὄνομά Του.» Καί ὁ Δαυΐδ ἀτενίζοντας τό Χριστό πού προῆλθε ἀπό τή γενιά του, ἄς ψάλλη: « Εἶναι Θεός καί Κύριός μας καί παρουσιάστηκε γιά μᾶς.» Κάποιος ἄλλος τό γόνυ κλίνοντας ἄς πῆ στό Χριστό: «Ὁλόκληρη ἡ γῆ ἄς σέ προσκυνήση.» Καί ἄλλος ἄς προτρέψη τούς λαούς: «Συγκροτῆστε γιορτή στόν ἴσκιο ὡς τίς ἄκρες τοῦ θυσιαστηρίου.»


τσι γινόταν παλαιά ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου μας μέ τό πουλάρι στή Σιών. Πάνδημη ὁμόνοια, οἱ χοροί τῶν Πατέρων, τῶν δικαίων ὁ λαός, τά πνεύματα τῶν προφητῶν, τά παιδιά τῶν Ἑβραίων, τά νήπια τῶν μητέρων, τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων. Ἄλλοι ἅπλωναν τίς φτεροῦγες τους, ἄλλοι κρατοῦσαν τά βάγια κι ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν. Τοῦτοι ἔκοβαν κλαδιά, ἐκεῖνοι ἔπλεκαν στεφάνια, αὐτοί ἔλυναν τό γαϊδουράκι, ἄλλοι ἔστρωναν τά ροῦχα τους, ἄλλοι ἄνοιγαν τίς πύλες κι ἄλλοι καθάριζαν τού δρόμους. Αὐτοί ἑτοίμαζαν τό γαϊδουράκι κι ἐκεῖνοι διαλαλοῦσαν τή νίκη, ἄλλοι κουνοῦσαν τά κλαδιά κι ἄλλοι ἔλεγαν στά νήπια: «Ὑμνῆστε, παιδιά, τό Κύριο». Τά παιδιά ἀποκρίνονταν: «Ὡσαννά, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου.» Ὤ καινούργια πράγματα κι ἀνέλπιστα θαύματα τῆς ἑορτῆς. Τά παιδιά σάν θεολόγοι χαρακτηρίζουν ὡς Θεό τό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς τόν ὑβρίζουν. Τόν προσκυνοῦν παιδιά πού θηλάζουν, καί δείχνουν ἀσέβεια οἱ διδάσκαλοι.


Τά παιδιά τραγουδοῦν «Ὡσαννά» καί οἱ Ἑβραῖοι κραυγάζουν νά σταυρωθῆ. Αὐτά ἔρχονται μέ τά βάγια στό Χριστό κι ἐκεῖνοι Τόν ζυγώνουν μέ μαχαίρια. Αὐτά κόβουν κλαδιά κι ἐκεῖνοι ἑτοιμάζουν τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Τά παιδιά στρώνουν τά ροῦχα τους στό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς σκίζουν τά ροῦχα τοῦ Χριστοῦ. Τά παιδιά ἀνεβάζουν τό Χριστό στό γαϊδουράκι κι οἱ γέροντες ἀνεβάζουν τό Χριστό στό Σταυρό. Τά παιδιά προσκύνησαν τά πόδια τοῦ Χριστοῦ κι ἐκεῖνοι κάρφωσαν μέ τά καρφιά τά πόδια τοῦ Χριστοῦ.Τά παιδιά Τοῦ ἀφιερώνουν τόν ὕμνο κι αὐτοί Τοῦ προσφέρουν τό ξίδι. Τά παιδιά τήν τιμή καί τή χολή ἐκεῖνοι. Τά παιδιά κουνοῦν τά βάγια κι αὐτοί μέ τή ρομφαία Τόν τρυποῦν. Τά παιδιά ὑμνοῦν τό Χριστό πάνω στό πουλάρι κι αὐτοί Τόν ἀναβάτη τοῦ πουλαριοῦ πουλοῦν. «Τό βόδι κατάλαβε τόν Κύριό του, ὅταν πλησίασε στή φάτνη Του κι οἱ λαοί ἀναγνώρισαν τόν κατακτητή τους. Ὁ Ἰσραήλ μόνο δέν ἀναγνώρισε τό Χριστό τό Θεό του.»


Οἱ ἄγριες κάποτε φυλές, θεοφίλητες ἔγιναν, οἱ ἄνομοι ἔννομοι καί οἱ ἔννομοι παράνομοι. Ἄς εἶναι. Δέν ντράπηκες τούς προφῆτες, σκότωσες τούς ἱερεῖς, διέστρεψες τίς Γραφές, κατέλυσες τό Νόμο, καταπριόνισες τούς δικαίους, ἀψήφησες τό Μωυσῆ, κατέσφαξες τούς γιούς, ἐβεβήλωσες τό Ναό, παράτησες τό Θεό, δέν ἐπίστεψες στό Χριστό, ἐξευτέλισες τά θαύματα, δυσπίστησες γιά τό Λάζαρο, δέν ἐπίστεψες στούς τυφλούς πού ξαναβρῆκαν τό φῶς τους. Καλά ὅλα αὐτά. Τί ἔχεις ὅμως νά πῆς γι᾽ αὐτά τά παιδιά; Τί δογματίζεις γιά τόν ὕμνο τῶν νηπίων; Πές μου ποιός τά ἐφώτισε; Ποιός τά ἐδίδαξε; Ἤ ποιός τά παρώτρυνε καί τούς ἔδωσε τή γνώση; Ποιός ξαφνικά στ᾽ ἀμάθητα παιδιά ἔδωσε τό λόγο, ἄν ὄχι ὁ Χριστός ὁ προαιώνιος Λόγος;


Τώρα οἱ νέοι καί τά παιδιά καί τά νήπια, πού μέ τό ἕνα χέρι κρατοῦν τό μητρικό μαστό, τόν ἀγγελικό ὕμνο ἀναμέλπουν. Κρατοῦνε τό μαστό μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο κουνοῦνε τά κλαδιά στό Χριστό. Τά παιδιά, ἡ φύση χωρίς νά ἔχη πεῖρα τοῦ λόγου, θεολογοῦν: ἀμέσως τό λόγο τόν προφητικό, τῶν Ἀγγέλων τόν ὕμνο προσφέρουν, σάν δῶρο στό Θεό καί κραυγάζουν : «Ὡσαννά στόν οὐρανό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα Κυρίου. Εἶναι ὁ Θεός καί Κύριός μας κι ἦρθε γιά μᾶς.» Μέσα στό ξέσπασμα τῆς χαρᾶς καί τῆς ἑορτῆς, παίρνοντας θάρρος ἀπευθύνω τίς ἐρωτήσεις μου σ᾽ αὐτά τά ἔνθεα παιδιά. Τί λέτε, παιδιά τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ ὑμνολόγοι. Πῶς συγχρονίζετε τίς φωνές σας μέ τόν ὕμνο τῶν Χερουβίμ; Καί πῶς, ἐνῶ σάν ἄνθρωπο βλέπετε τό Χριστό στό γαϊδουράκι, κραυγάζετε ὅπως ταιριάζει στό Θεό «Ὡσαννά στόν οὐράνιο»; Ναί, μᾶς λένε τά παιδιά μέ τή θεία γλῶσσα. Στό γαϊδουράκι κάθεται ὁ Χριστός, χωρίς νά ἀπομακρύνεται καθόλου ἀπό τόν πατρικό κόλπο.


Στό γαϊδουράκι κάθεται, ἀλλά τό θρόνο τῶν Χερουβίμ δέν ἐγκαταλείπει. Ἀλλά Αὐτός ὁ ἔνσαρκος πού ζεῖ ἀνάμεσα στούς θνητούς, ὁ Ἴδιος συγχρόνως καί στόν οὐρανό ὑπάρχει ἀληθινός Θεός, ὁ Κύριος τῶν πάντων, τοῦ κόσμου, τῶν ἐθνῶν. Εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ δωρητής. Εἶναι ὁ δημιουργός καί ὁ ὁδηγός καί ὁ Σωτήρας ὅλων. Αὐτός κάμει τήν εἴσοδό Του στήν κάτω Ἱερουσαλήμ καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀνωτέρω. Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός τῶν αἰώνων. Ἔρχεται ἀπό τήν αἰωνιότητα καί πορεύεται στήν αἰωνιότητα. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος δημιουργός τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτός βαδίζει στή θάλασσα σάν νά εἶναι στή γῆ. Αὐτός τυλίγει τή θάλασσα μέ τήν ὁμίχλη. Αὐτός ἔβαλε κορωνίδα τοῦ κόσμου τόν ἄνθρωπο. Αὐτός ἐρρύθμισε τά ὅρια τῶν θαλασσῶν.


Αὐτός ἅπλωσε τή γῆ μετέωρη στό κενό. Αὐτός φρόντισε τήν ὀμορφιά τῶν λουλουδιῶν. Αὐτός ἅπλωσε σάν ροῦχο τόν οὐρανό καί μέ λαμπρά τόν ἐστόλισε ἀστέρια. Αὐτόν τρέμουν τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ φοβοῦνται. Αὐτόν ὑμνεῖ ὁ ἥλιος καί δοξολογεῖ ἡ σελήνη. Αὐτόν ψάλλουν τά ἄστρα κι ὑπηρετοῦν οἱ πηγές. Αὐτόν φοβοῦνται οἱ ἄβυσσοι, μπροστά Του τά τάρταρα δειλιάζουν. Σ᾽ Αὐτόν ὑπακούουν τά θηρία τῆς θάλασσας κι οἱ δράκοντες τρέμουν. Αὐτόν ὑπηρετοῦν οἱ βροχές καί τά πνεύματα σέβονται. Αὐτός ἔδωσε στόν καθένα τό φυσικό του, ἐδημιούργησε τά πλάσματα, χώρισε τίς τάξεις. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός τῶν ὄντων τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ, ὁ Θεός καί Κύριός μας. Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν



Πηγή: www.imaik.gr



Άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ




«Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα, πῆραν κλαδιὰ φοινικιᾶς, καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη νὰ τὸν προϋπαντήσουν, καὶ κραύγαζαν: «Δόξα στὸν Θεό! Εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο! Εὐλογημένος ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ» (Ἰωάν. ιβ, 12-13). Τὴν ἑπόμενη μέρα τοῦ δείπνου τῆς Βηθανίας, ὁ Κύριος ξεκίνησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν πόλη ποὺ θανάτωσε τοὺς προφῆτες. Ἡ Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦταν τόπος ὅπου κατοικοῦσαν μόνο οἱ στενόμυαλοι φαρισαῖοι, οἱ ἀλαζόνες γραμματεῖς καὶ οἱ θεομίσητοι ἀρχιερεῖς. Ἦταν καὶ μία μυρμηγκοφωλιὰ τῆς ἀνθρωπότητας.


ταν ἕνας τεράστιος τόπος ὅπου μαζεύονταν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη προσκυνητές, καθὼς καὶ ἀφοσιωμένοι ἄνθρωποι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Πάσχα ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶχε τόσους κατοίκους ὅσους περίπου καὶ ἡ Ρώμη, ποὺ τότε ἦταν πρωτεύουσα τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων συγκεντρωνόταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ πλησιάσει περισσότερο τὸν Θεό. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶχαν τὴν ἀντίληψη κάποιας μυστηριώδους προσέγγισης τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶδαν τὸν ἀπὸ πολλοῦ ἀναμενόμενο Βασιλιὰ τοῦ Οἴκου Δαβίδ. Ἔτσι, σὰν εἶδαν τὸν Κύριο νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, oι ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔτρεξαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν.


Μερικοὶ ἔστρωσαν τὰ ροῦχα τους στὸ δρόμο μπροστά Του, ἄλλοι ἔκοβαν κλαδιὰ ἀπὸ τὶς φοινικιὲς καὶ μ’ αὐτὰ στόλιζαν τὸ δρόμο. Ὅλοι τους ἔκραζαν μὲ χαρά: «Δόξα στὸν Υἱὸ τοῦ Δαβίδ· εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ». Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν πὼς ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε κάποιο θαῦμα ποὺ θ’ ἄλλαζε τὴν ἀφόρητη κατάστασή τους. Κι αὐτὸ παρὰ τὴ σιδερένια γροθιὰ τῆς Ρώμης ποὺ τοὺς δυνάστευε καὶ σὲ πεῖσμα τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς μικροψυχίας τῶν πρεσβυτέρων. Ἔνιωθαν πὼς ἡ πηγὴ τοῦ θαύματος ἦταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ γι’ αὐτὸ τοῦ ἐπιφύλαξαν τέτοια ὑποδοχή. Τὸ πῶς θ’ ἀντιδροῦσε ὁ ἴδιος στὴν θεμελιακὴ αὐτὴ μεταβολὴ τῆς ροῆς τῶν γεγονότων, ὁ κόσμος δὲν τὸ ἤξερε. Εἶχαν μάθει νὰ περιμένουν ἕναν μόνο ἀποτελεσματικὸ τρόπο. Κι αὐτὸς ἦταν ἡ βοήθεια κάποιου βασιλιᾶ ἀπὸ τὸν οἶκο Δαβίδ, ποὺ θὰ βασίλευε στὴν Ἱερουσαλήμ, στὸ θρόνο τοῦ Δαβίδ.


Οἱ ἄνθρωποι εἶδαν ἔτσι τὸν Ἰησοῦ σὰν βασιλιὰ καὶ τὸν ὑποδέχτηκαν μὲ χαρὰ κι ἐλπίδα. Πίστεψαν πὼς τώρα θὰ βασιλέψει στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ θ’ ἀντισταθεῖ τόσο στὴ Ρώμη ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Ἡ πεποίθηση αὐτὴ τῶν ἀνθρώπων ὅμως προκάλεσε φόβο στοὺς φαρισαίους. Ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου ξεσήκωσε τὴν ὀργή τους. Μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς εἰδοποίησαν τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς σταματήσει ἀπὸ τὶς ἐπευφημίες αὐτές. Ὁ ταπεινὸς Κύριος ὅμως, ποὺ γνώριζε πὼς ἡ δύναμή Του ἦταν ἀκαταμάχητη, τοὺς ἀπάντησε: «Σᾶς λέγω , ὅτι ἐὰν αὐτοὶ σιωπήσουν, θὰ φωνάξουν οἱ πέτρες» (Λουκ. ιθ΄, 40). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ βασιλιᾶ τῶν βασιλιάδων, ποὺ ἦταν ντυμένος σὰν φτωχὸς ἄνθρωπος καὶ καβαλοῦσε ἕνα γαϊδουράκι, ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής:


Ἰησοῦς εἶχε βρεῖ ἕνα γαϊδουράκι καὶ κάθισε πάνω του, ὅπως λέει ἡ Γραφή: «Μὴ φοβᾶσαι θυγατέρα μου, πόλη Σιών· νὰ ποὺ ἔρχεται σ’ ἐσένα ὁ βασιλιάς σου, σὲ γαϊδουράκι πάνω καθισμένος» (Ἰωάν. Ιβ΄,14-15). Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστὲς περιγράφουν μὲ λεπτομέρειες πὼς ὁ Κύριος, ποὺ ἦταν φτωχὸς καὶ δὲν εἶχε τίποτα στὴ κατοχή Του, ἀπόκτησε γαϊδουράκι. Γι’ αὐτὸ κι ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης τὸ προσπερνάει αὐτό, μὲ τὴ σιγουριὰ πὼς εἶναι γνωστό, καὶ λέει μόνο πὼς βρῆκε ἕνα γαϊδουράκι. Ὁ Λουκᾶς, ποὺ εἶναι ὁ πιὸ περιγραφικὸς ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, διηγεῖται τὴ θαυματουργικὴ προορατικότητα τοῦ Χριστοῦ στὸν τρόπο ποὺ βρῆκε τὸ γαϊδουράκι: «Πηγαίνετε στὸ ἀπέναντι χωριὸ καί, μόλις μπεῖτε σ’ αὐτό, θὰ βρεῖτε ἕνα πουλάρι δεμένο, στὸ ὁποῖο κανένας ἄνθρωπος ὡς τώρα δὲν κάθισε. Λύστε το καὶ φέρτε το» (Λουκ. ιθ. 30).


Οἱ μαθητὲς Του ξεκίνησαν νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐντολή Του καὶ τὰ βρῆκαν ὅλα ὅπως τοὺς τὰ εἶπε. Μαζὶ μὲ τὸ ὀνάριο ἦταν κι ἡ μητέρα του. Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἀνέβηκε στὴ μητέρα τοῦ ὀναρίου ἀλλὰ στὸ μικρὸ πουλάρι της, ὅπου κανένας δὲν εἶχε ἀνεβεῖ ὡς τότε; Γιατί ἡ μητέρα δὲν θ’ ἄφηνε κάποιον ν’ ἀνεβεῖ πάνω της ἢ νὰ τὴν ὁδηγήσει. Ἡ μητέρα τοῦ γαϊδάρου ἀντιπροσωπεύει τὸν ἰσραηλιτικὸ λαὸ καὶ τὸ μικρὸ γαϊδουράκι τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο. Αὐτὴ τὴν ἑρμηνεία δίνουν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ ἡ ἑρμηνεία τους εἶναι ἀναμφίβολα σωστή. Ὁ Ἰσραὴλ θ’ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, ἐνῶ οἱ εἰδωλολάτρες θὰ τὸν δεχτοῦν. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες θὰ γίνουν φορεῖς τοῦ Χριστοῦ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ θὰ μποῦν μαζί Του στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.


«Αὐτὰ στὴν ἀρχὴ δὲν τὰ κατάλαβαν οἱ μαθητές του· ὅταν ὅμως ὁ Ἰησοῦς ἀνυψώθηκε στὴ θεία δόξα, τότε τὰ θυμήθηκαν. Ὅ,τι εἶχε γράψει γιὰ κεῖνον ἡ Γραφή, αὐτὰ καὶ τοῦ ἔκαναν» (Ἰωάν. Ιβ΄ ,16). Γενικὰ οἱ μαθητὲς Του καταλάβαιναν πολὺ λίγα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν στὸ Διδάσκαλό τους, ὡσότου «τοὺς φώτισε τὸ νοῦ» (Λουκ. κδ΄ 45), ὡσότου τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τοὺς φώτισε μὲ τὶς πύρινες γλῶσσες. Μόνο τότε κατάλαβαν καὶ θυμήθηκαν ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχαν γίνει. «Ὅλοι, λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ, ὅταν φώναξε τὸ Λάζαρο ἀπὸ τὸν τάφο καὶ τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διηγοῦνταν ὅσα εἶχαν δεῖ» (Ἰωάν. Ιβ΄,17-18). Ἐδῶ ἀναφέρονται δύο ὁμάδες ἀνθρώπων: ἡ μία ὁμάδα ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονταν μπροστὰ στὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου στὴ Βηθανία καὶ τὸ ὁμολογοῦσαν ἡ ἄλλη ὁμάδα ἦταν οἱ παροικοῦντες στὴν Ἱερουσαλήμ, οἱ ἐπισκέπτες, ποὺ εἶχαν ἀκούσει ἀπὸ τοὺς πρώτους τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης τοῦ Λαζάρου.


Οἱ πρῶτοι ἦταν μάρτυρες τοῦ θαύματος· οἱ δεύτεροι ἦρθαν νὰ συναντήσουν τὸν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ ἄκουσαν τὴ μαρτυρία τῶν πρώτων. Τὴν ὥρα λοιπὸν ποὺ ὁ καπνὸς ἀπὸ τὶς θυσίες ἀνέβαινε ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος· τὴν ὥρα ποὺ οἱ γραμματεῖς ἐρευνοῦσαν ἐξονυχιστικὰ τὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ· τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἀσυγκίνητοι ἱερεῖς ρύθμιζαν ἀλαζονικὰ τὸ πρόγραμμα τῆς γιορτῆς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ προσπαθοῦσαν μὲ κάθε τρόπο νὰ πείσουν τοὺς προσκυνητὲς πὼς ὅλο αὐτὸ τὸ μεγάλο πλῆθος εἶχε μαζευτεῖ ἐκεῖ γιὰ χάρη τους· τὴν ὥρα ποὺ οἱ Λευίτες μοίραζαν σχολαστικὰ τὸ μερίδιο τῶν θυσιῶν ποὺ τοὺς ἀνῆκε, οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ἀκολουθοῦσαν τὸ θαῦμα καὶ τὸ Θαυματουργό. Ὑπῆρχαν μεγάλα κύματα ἀνθρώπων ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ εἶχαν γυρίσει τὴν πλάτη τους στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, στοὺς ἱερεῖς καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἔκαναν τὶς θυσίες, καθὼς καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸ μηχανισμὸ τῆς κοινωνίας ἀγορᾶς ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν δημιουργήσει.


λα αὐτὰ τὰ κύματα τῶν ἀνθρώπων τοὺς εἶχαν στρέψει τὰ νῶτα κι εἶχαν γυρίσει τὰ μάτια τους πρὸς τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπ’ ὅπου ἐρχόταν ὁ Θαυματουργός, ὁ Μεσσίας. Τί ἄξια εἶχαν οἱ νεκροὶ πύργοι τῆς Ἱερουσαλὴμ μὲ τοὺς ζωντανοὺς νεκροὺς μέσα τους, μπροστὰ στὶς πεινασμένες καὶ διψασμένες ψυχὲς τοῦ λαοῦ πού ἀναζητοῦσαν ἕνα παράθυρο στοὺς κλειστοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ δοῦν λίγο τὸν ζωντανὸ Θεό; Κι οἱ δυὸ ὄψεις τῆς ὑπερηφάνειας (ἐκείνης τῶν Ρωμαίων καὶ τῆς ἄλλης τῶν φαρισαίων) ποὺ εἶχαν κατακλύσει τὴν Ἱερουσαλήμ, ἦταν ἀδύνατες νὰ κάνουν ἔστω καὶ μία τρίχα ἀπὸ ἄσπρη μαύρη. Καὶ νά, μπροστά τους κατέβαινε ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν Ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὴ φωνὴ Του κάλεσε ἀπὸ τὸν τάφο τὸν τετραήμερο Λάζαρο, τὸν ἀνάστησε καὶ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου!


χ, πότε θ’ ἀπομακρύνουμε καὶ μεῖς τὸ νοῦ μας ἀπὸ τοὺς ὑπερήφανους καὶ ἰσχυροὺς μηχανισμοὺς αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ θὰ τὸν στρέψουμε πρὸς τὸ οὐράνιο Ὄρος, πρὸς τὸν Βασιλιὰ Χριστό; Πότε θ’ ἀναθέσουμε κάθε ἐλπίδα μας σ’ Ἐκεῖνον; Ἡ ψυχὴ μας ἀναζητᾶ τὸν Νικητὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, προβλήματα ποὺ ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει ἀπὸ μόνη της. Νικητὴς εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ψυχὴ μας πεινάει καὶ διψᾶ γιὰ τὸν ταπεινὸ μὰ ἰσχυρὸ Βασιλιά, ποὺ εἶναι ταπεινὸς στὴν ἰσχύ Του, ἰσχυρὸς στὴν ταπείνωσή Του. Ἡ ψυχὴ μας πεινάει καὶ διψάει γιὰ τὸν Βασιλιὰ ποὺ εἶναι φίλος τοῦ καθενὸς ἀπό μᾶς, γιὰ τὸ Βασιλιὰ ποὺ ἡ Βασιλεία Του εἶναι αἰώνια καὶ ἄπειρη, ποὺ ἡ ἀγάπη Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀπροσμέτρητη. Τέτοιος Βασιλιὰς εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός! Σ’ Ἐκεῖνον λοιπὸν κραυγάζουμε ὅλοι μας: Ὡσαννά! Ὡσαννά! Σ’ Ἐκεῖνον πρέπει ἡ δόξα κι ὁ ὕμνος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Πηγή: www.imaik.gr

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

ΑΓΙΟΥ ΕΥΛΟΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΩΛΟΝ




ορτάζουμε σήμερα οἱ πιστοὶ ἐπίσκεψι βασιλικὴ ἂς ὑποδεχθοῦμε τὸν Βασιλέα θεοπρεπῶς. Ἦλθε λοιπὸν ἡ ὥρα, ἂς μὴ κοιμώμεθα, ἂς ὑψώσωμε τὸν νοῦ πρὸς τὸν Θεόν, μὴ σβύσωμε τὸ πνεῦμα, ἂς ἀνάψωμε χαρμόσυνες λαμπάδες, ἂς ἀνανεώσωμε τὸν χιτώνα τῆς ψυχῆς, ἂς βαστάσωμε νικηφόρως τὰ βαΐα καὶ ἂς βοήσωμε μαζὶ μὲ τὸν ὄχλον, ἂς ὑμνήσωμε ὅπως τὰ παιδιά, μαζί τους: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Ἰδοὺ ὅτι ἦλθεν, ἰδοὺ ἐφανερώθη, ἰδοὺ ἔφθασε. Πάλιν εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλήμ, πάλι σταυρὸς ἑτοιμάζεται, πάλι σχίζεται τὸ χειρόγραφό του Ἀδάμ, πάλιν ὁ Παράδεισος ἀνοίγεται, πάλι γίνεται ἔνοικός του ὁ ληστής, πάλιν ἡ ἐκκλησία χορεύει, πάλιν ἡ πονηρὰ Συναγωγὴ χηρεύει, πάλιν οἱ δαίμονες αἰσχύνονται, πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι μαίνονται, πάλιν οἱ πιστοὶ διασώζονται.


λα συμμετέχουν στὴν ἑορτή, ὅλα ὑμνοῦν τὸν Δεσπότη, οἱ οὐρανοὶ εὐφραίνονται, τὰ ὅρη ἀγάλλονται. Ποταμοὶ κροτήσετε, προσέλθετε, βοήσετε, βλέποντας τοὺς λόγους τῶν Προφητῶν μας νὰ πραγματοποιοῦνται· τὰ ὅρη ἀλαλάξετε, νήπια ὑμνήσετε, μαθηταὶ κηρύξετε, ἱερεῖς λαλήσετε, ἔθνη συναχθῆτε· τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια, τὰ καταχθόνια, κάθε ἡλικία καὶ ἀξίωμα. Διότι ἔρχεται ὅλους νὰ τοὺς εὐεργετήση· ἐφανερώθη γιὰ νὰ τοὺς ἐλεήση ὅλους, γιὰ νὰ χαρίση σὲ ὅλους τὴν ἀγαλλίασι. Ἐνῶ εἶναι Θεός, ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ «ἐπὶ τῆς γῆς ὄφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»· μαζὶ μὲ τοὺς δούλους ὁ Δεσπότης, μὲ τοὺς χρεωφειλέτες ὁ πληρωτής, μὲ τοὺς ἀσώτους ἡ σωτηρία, μὲ τοὺς καταδίκους ὁ ἐλευθερωτής, μὲ τοὺς ἀπεγνωσμένους ἡ ἐλπίς, μὲ τοὺς κατακειμένους ἡ ἀνάστασις, μὲ τοὺς ἀγνώμονες ὁ ἐλεήμων, μὲ τοὺς δραπέτες ὁ δίκαιος, μὲ τοὺς ὑπευθύνους ὁ ἀνεύθυνος, μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ ἀναμάρτητος, μὲ τοὺς ἀχαρίστους αὐτὸς ποὺ πάντα χαρίζει ἀφθόνως.


Εἶδες, ἀγαπητέ, τὸ μυστήριον τῆς ἑορτῆς; Εἶδες τὰ θαύματα τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Χθὲς ἑώρταζεν ἡ Βηθανία, σήμερα ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπήλαυσε τὴν θεϊκὴν παρουσία· χθὲς ἐχάρισε σὲ ἄλλον τὴν ζωή, σήμερα ἔρχεται ὁ ἴδιος πρὸς τὸν θάνατο· χθὲς ἀνέστη ὁ τετραήμερος, σήμερα παρουσιάζεται ὁ τριήμερος. Τετραήμερον ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, γιὰ νὰ προβεβαιώση τὴν κοινὴν ἀνάσταση τῆς φύσεώς μας, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα. Ἀλλὰ ἐκεῖ μὲν ἡ Μάρθα «μεριμνᾶ καὶ τυρβάζει περὶ πολλά», συμβολίζοντας τὴν νομικὴ λατρεία· ἐνῶ ἐδῶ ἡ Μαρία παρακάθηται στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, εἰκονίζοντας μὲ τὴν στοργὴ καὶ τὴν ἀφοσίωσή της σ’ αὐτὸν τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἐκεῖ μὲν ἔξι ἡμέρες πρὶν τὸ Πάσχα χαρίζει στὶς δύο τὸν ἕναν ἀδελφό, τὸν τετραήμερο Λάζαρο μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις τοῦ σώματος, ἐπιτρέποντας στὰ δεσμά του νὰ λυθοῦν· τώρα ὅμως ἔρχεται νὰ δεσμευθῆ καὶ ἔρχεται ὄχι μὲ βάδισμα πομπῶδες οὔτε θορυβώντας οὔτε περιστοιχιζόμενος καὶ περιβαλλόμενος ἀοράτως ἀπὸ ἀγγελικὲς δυνάμεις καὶ ἐξουσίες, ὄχι καθήμενος σὲ θρόνον ὑψηλὸ καὶ ὑπερυψωνένο, ὄχι καλυπτόμενος ἀπὸ κάποιες πτέρυγες καὶ πυριμόρφους τροχοὺς καὶ πολυόμματα, ὄχι ἐντυπωσιάζοντας τοὺς πάντες μὲ σάλπιγγες καὶ σημεῖα καὶ τέρατα, ἀλλὰ κρυπτόμενος σὲ ἀνθρώπινη φύση.


Διότι ἡ παρουσία αὐτὴ εἶναι τῆς φιλανθρωπίας, ὄχι τῆς δικαιοκρισίας· τῆς συγκαταβάσεως, ὄχι τῆς τιμωρίας· ἐκδηλώνεται ἀνάλογα ὄχι μὲ τὴν δόξα τοῦ Πατρός, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση τῆς μητρός. Αὐτὴ τὴν παρουσία μᾶς διεκήρυξε ἀπὸ μακρυὰ ὁ θαυμάσιος Ζαχαρίας, καὶ συγκαλώντας τὴν κτίση πρὸς εὐφροσύνην ἀνέκραξε πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησία, λέγοντας «Χαῖρε σφόδρα θύγατερ Σιών»(Ζαχ. θ΄ 9). Αὐτὸν τὸν λόγον ἀπηύθυνε καὶ ὁ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένο· «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ». Αὐτὸ ἀνέκραξε καὶ ὁ Σωτὴρ πρὸς τὶς γυναῖκες, ὅταν ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· «Χαίρετε»· γιὰ νὰ μάθης ὅτι γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἤκουσε παλαιὰ ἡ Εὔα· «ἐν λύπαις τέξη τέκνα», ἐβόησε τώρα πρὸς τὶς γυναῖκες τὸ «Χαίρετε», καθὼς ἐκήρυξε καὶ ὁ Ζαχαρίας λέγοντας «Χαῖρε σφόδρα, Θύγατερ Σιών, κήρυττε Θύγατερ Ἱερουσαλήμ». Ποῖο εἶναι τὸ κήρυγμα, εἰπὲ φανερά, ὢ Προφήτη, «ἐπ’ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι, ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών· ὕψωσον τὴν φωνήν σου». Τί ἔλεγες στὴν Σιών; «Ἰδοὺ ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι».


Πῶς; Εἶπες τὴν παρουσία, δὲν θὰ εἰπῆς καὶ τὸν τρόπο; Ἄραγε ἐπάνω σὲ ἅρματα καὶ ὀχήματα; Ἄραγε μὲ δυνάμεις καὶ στρατεύματα καὶ ἱππεῖς καὶ τὴν λοιπὴν ἐπίδειξη τῶν Βασιλέων; Ὄχι, λέγει, ἀλλὰ πῶς; «Ἐπιβεβηκώς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον νέον». Τί λέγεις; Εἶναι δυνατὸν σὲ βασιλέα νὰ ἀνεβῆ σὲ πῶλο, νὰ χάση τὴν δόξα του καθήμενος ἐπάνω του; Ναί, λέγει. Διότι δὲν ἔρχεται μὲ τὴν ἰδίαν ὑπεροψία ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ τί; Μὲ μορφὴν δούλου, ὡς νυμφίος, τόσον πράος καὶ ἥμερος ὡς ἀμνός· καὶ ὡσὰν σταγόνα ποὺ στάζει ἥσυχα σὲ σπόγγο, καὶ ὡσὰν πρόβατον ποὺ τὸ πηγαίνουν γιὰ σφαγήν, ὡσὰν ἀρνίον ἄκακο ποὺ ὁδηγεῖται νὰ θυσιασθῆ, ἔτσι ἔρχεται, φορώντας τὴν ἄλογο φύση τῶν ἀνθρώπων καὶ καθήμενος σὲ ζῶον ἄλογο, πρὸς παιδαγωγίαν τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύωνται, «καθαιρώντας δυνάστας ἀπὸ θρόνους καὶ ὑψώνοντας ταπεινούς, γεμίζοντας τοὺς πεινασμένους μὲ ἀγαθά, καὶ ἐξαποστέλλοντας τοὺς πλουσίους κενούς». Φέρει μαζί του κάποιους δώδεκα, καὶ αὐτοὺς ἀξιοθρήνητους, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν ὅπου πηγαίνει, καὶ δι’ αὐτῶν συγκαλεῖ τὰ ἔθνη.


Αὐτὸς εἶναι ὁ κλάδος ποὺ ἐβλάστησε ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, τὸν ὁποῖο προϋπαντοῦν σήμερα τὰ τέκνα τῶν Ἑβραίων· τοῦ σείουν κλάδους ἐλαιῶν, ἐπειδὴ εἶναι ἐλεήμων· τὸν ἀνευφημοῦν μὲ βαΐα, ἐπειδὴ εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ λέγουν «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τί λέγει δηλαδὴ ὁ εὐαγγελιστής; «Καὶ ἐγένετο ὅτε ἤγγισεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθσφαγὴ καὶ εἰς Βηθανίαν, πρὸς τὸ ὅρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ, εἰπών. Ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, καὶ εἰσερχόμενοι ἐν αὐτὴ εὑρήσετε ὄνον καὶ πῶλον νέον, ἐφ’ οὗ οὐδεὶς ἀνθρώπων ἐκάθισε. Λύσαντες ἀγάγετέ μοι. Καὶ ἐὰν τις ὑμᾶς ἐρωτᾶ διατὶ λύετε; Ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει». Αὐτοὶ τότε ἔκαναν πράξη τὸν λόγο τοῦ Λόγου, καὶ ὁδήγησαν πρὸς αὐτὸν τὸν ὄνον καὶ τόν πῶλον, ἐτοποθέτησαν ἐπάνω τὰ ἱμάτιά τους καὶ ἐκάθισεν ὁ Ἰησοῦς.


ἀπέναντι κώμη εἶναι τύπος τοῦ παρόντος βίου. Διότι ἦταν ἀντίκρυ καὶ ὄχι κοντὰ στὸν Θεόν. Ὅταν λοιπὸν ἐπλησίασε σ’ αὐτὴν τὴν κώμη, ὅταν ἐσαρκώθη καὶ συνανεστράφη μαζί μας, τότε λοιπὸν ἀποστέλλει τοὺς δύο μαθητάς, δηλαδὴ τὶς δύο Διαθῆκες, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν σ’ αὐτὸν τοὺς δύο λαούς, τὴν παλαιὰν γηρασμένη Συναγωγὴ καὶ τoν νέο καὶ ἀγύμναστον λαὸν τῶν Ἐθνῶν. Λέγοντας δὲ ἀπέναντι, ἐννοεῖ ὅτι ἔστειλε νὰ λύσουν ἀπὸ τὸ ἐπιτίμιο αὐτὸν ποὺ εἶχε ὁρισθῆ νὰ κατοικῆ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν τρυφὴν τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ τόν προσκαλέσουν. Βλέποντας λοιπὸν οἱ παλαιοὶ Προφῆται, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἱεροκήρυκες τὸν Ἀδὰμ νὰ ἀπολαμβάνη πάλι τὴν σωτηρία, προϋπαντοῦν ἱεροπρεπῶς αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, ἐρχόμενος ἀπὸ ὄρος ὑψηλὸν στὴν Σιών γιὰ τὸ ἑκούσιον Πάθος. Καὶ ψάλλουν ἐπευφημώντας τον μὲ τοὺς θεοπνεύστους λόγους των, ὡσὰν μὲ ἐμψύχους κλάδους ἐλαιῶν. «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.


σαννὰ ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις». Τί λέγεις; Τόν βλέπεις νὰ κάθηται σὲ ἕνα μικρὸν ἀξιολύπητον ὀνάριο καὶ κράζεις «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις»; Βλέπεις μορφὴν δούλου καὶ τόν λέγεις Θεὸν Κύριον ἐν ὀνόματι Κυρίου»; Ναί, λέγει, κάθεται στὸν πῶλο, καὶ ἀπὸ τόν πατρικὸν κόλπο δὲν χωρίζεται. Ἐδῶ ἀπὸ παιδιὰ ὑμνεῖται, καὶ ἐπάνω ἀπὸ Σεραφὶμ θεολογεῖται. Εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέλειψε τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Καὶ συγχρόνως τόν βλέπει ὁ Ἰωάννης καὶ τόν προϋπαντᾶ βοώντας «Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Καὶ ἀλλοῦ: «Ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν. Ἰδοὺ αὐτὸς ἤξει καὶ σώσει ἡμᾶς». Γι’ αὐτὸ ἀνοίχθησαν σήμερα ὀφθαλμοὶ τυφλῶν. Καὶ ὁ μὲν ἕνας Προφήτης βοᾶ στόν Κύριο στραμμένος πρὸς τὴν Ἀνατολήν. «Ἰδοὺ ἄνθρωπος, ἀνατολὴ ὄνομα αὐτῷ», ὁ δὲ ἄλλος πρός τὴν Δύση παρακινεῖ: «ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν. Κύριος ὄνομα αὐτῷ». Ὁ ἕνας λέγει «ἐγέρθητι, βορρᾶ», ὁ ἄλλος φωνάζει «ἔρχου, νότε».


δὲ Δαβὶδ συγκαλεῖ τὸ κήρυγμα περιεκτικώτατα καὶ σταυροφανώτατα «ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης». Ὁ Ἱερεμίας ἄδει σὰν νὰ δακτυλοδεικτῆ τὸν ἐρχόμενο πρὸς τὰ ἔθνη καὶ λέγει «οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν. Οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν. Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης. Μετὰ ταῦτα, ἰδοὺ ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη». Ὁ ἕνας λέγει πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ «τέρπου καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Σιών». Ὁ ἄλλος παροτρύνει τὰ παιδιά: «Αἰνεῖτε παῖδες Κύριον». Καὶ τὰ παιδιὰ ἀποκρίνονται: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Ἀκούει ὅλα αὐτὰ ὁ ψαλμωδὸς καὶ βοᾶ πρὸς τὸν Κύριον: «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον». Καὶ ὁ Δεσπότης παρακινεῖ τοὺς λαούς: «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρὸς με». Καλῶς ἠκολούθησαν τοὺς λόγους τῆς Ἐλισάβετ τὰ παιδιά. Διότι ἐνῶ ἐκείνη εἶπε πρὸς τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο «εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου», αὐτὰ λέγουν πρὸς τὸν Υἱὸν της «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Θεὸς Κύριος».


Τί σημαίνει «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»; Ἐρχόμενος, ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἀπὸ τὴν Παρθένον. Ἐρχόμενος καὶ πορευόμενος. Ποῦ ἔρχεται; Στὸ Πάθος «ἐν ὀνόματι Κυρίου», τοῦ Πατρὸς βεβαίως, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε: «Ἐγὼ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθον καὶ πρὸς τὸν Πατέρα μου ὑπάγω». Εἶδες θεολόγο δόγμα ἀπὸ ἀπειρόλογα παιδιά; Τὰ παιδιὰ ἀνεγνώρισαν ἐκ φύσεως τὸν Δεσπότη τῆς κτίσεως, ἐνῶ οἱ πατέρες τοὺς ἀπεδείχθηκαν ἀχάριστοι. Αὐτὰ τὸν ὕμνησαν ὡς Θεόν, καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἐσταύρωσαν ὡς ἐχθρόν. Αὐτὰ ψάλλουν ὡσαννά, ἐκεῖνοι κράζουν σταυρωθήτω. Ἡ νέα καὶ ἀδαὴς ἡλικία σωθήσεται, καὶ αὐτοὶ ποὺ παρουσιάζονται ὡς σοφοὶ σκοτίζονται. Τὰ παιδιὰ ἔστρωσαν στὸν δρόμο τὰ ἱμάτιά τους, οἱ πατέρες ἐπῆραν τὰ ἱμάτιά του καὶ τὰ διεμέρισαν. Αὐτὰ ἐκδύονται τοὺς χιτῶνες τους, προμηνύοντας τὴν γύμνωση τῆς Συναγωγῆς, συγχρόνως δὲ ὑποδεικνύοντας καὶ σ’ ἐμᾶς νὰ ἐκδυθοῦμε τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ ὑποταγοῦμε στὸν Χριστό.


Τὰ παιδιὰ ὑποδέχονται τὸν Χριστὸν μὲ τὰ βάϊα· οἱ πατέρες τοὺς ἔρχονται μὲ τὰ μαχαίρια. Αὐτὰ εὐλογοῦν, ἐκεῖνοι βλασφημούν” αὐτὰ ὡς πρόβατα ἐδέχθησαν τoν ποιμένα, ἐκεῖνοι ὡς λύκοι ἐσφαγίασαν τoν ἀμνό. Πόσο παράδοξο καὶ παρὰ τὴν φύση ἦταν πράγματι τὸ θέαμα, νὰ βλέπης νήπια τὰ ὁποία θηλάζουν γαλουχούμενα στὶς ἀγκάλες τῶν μητέρων, νὰ βαστοῦν μὲ τὸ ἕνα χέρι τoν μαστὸ τῆς μητρός τους καὶ μὲ τὸ ἄλλο νὰ σείουν τοὺς βλαστοὺς τῶν βαΐων πρὸς τoν Θεόν, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ μητέρα· καὶ πίνοντας τὸ μητρικὸ γάλα νὰ ἐκστομίζουν δόγμα Δεσποτικόν, καὶ νὰ ἀναφωνοῦν ὡς πρῶτον λόγο καρπὸν χειλέων στoν Θεὸν Λόγο λέγοντας: «Ὡσαννὰ» ποὺ σημαίνει δόξα σοί, σῶσον ἠμᾶς ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Ποῖος σᾶς ἐκπαίδευσε παιδιά μου; Ποῖος σᾶς ἐσόφισε, ποῖος σᾶς ἐμυσταγώγησε πρὸ καιροῦ τoν λόγο τοῦ Λόγου;


ς παρουσιασθῆ ἐνώπιόν μας ὁ ἀχάριστος Ἰουδαῖος. Ἂς ἔλθη καὶ ἡ μοιχαλὶς Συναγωγή. Εἰπέ μας, Ἰουδαῖε. Δὲν μᾶς ἐκήρυξαν ὅλοι οἱ Προφῆται ὅτι ἔρχεται; Ναί, λέγει, τὸ ἀμφιβαλλόμενον ὅμως εἶναι αὐτό, ἦλθε ἢ ὄχι ἀκόμη; Ἀκόμη δὲν ἦλθε, λέγει. Καλῶς. Ἂς ἰδοῦμε, λοιπόν, τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐρχομένου, καὶ τότε θὰ μάθωμε ἐὰν ἦλθε ἢ ὄχι. Θεὸν λέγεις τόν ἐρχόμενον ἢ κοινὸν ἄνθρωπον; Ἄνθρωπο, λέγει, σὰν τὸν Δαυϊδ, ἢ αὐτὸν τὸν ἴδιο τόν Δαυϊδ. Σὰν τὸν Δαυϊδ! Ὢ σοφιστὰ τῆς κακίας! Ὢ ἀσύνετε στὴν καρδία! Πῶς λοιπὸν ὁ ἴδιος ὁ Δαυὶδ τόν ἀποκαλεῖ Κύριον καὶ ἐρχόμενον ἀπὸ τόν Κύριον, ὅπως μόλις ἤκουσες τὰ τέκνα σου νὰ ἀνυμνοῦν «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν». Καὶ πάλιν «εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῷ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου».


Τώρα προσφέρουν μίαν θεολογία τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, στὸν οὐράνιον καὶ ἐπίγειον Χριστόν, καὶ μίαν προσκύνηση. Ὅθεν οἱ ἐπάνω παρακινοῦν τοὺς κάτω νὰ προσφέρουν θεολογία: «Προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν», καὶ οἱ κάτω ἀντιφωνοῦν πρὸς αὐτοὺς «προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ». Ὁ Δαυὶδ βοᾶ καὶ πρὸς τοὺς δύο: «Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ», καὶ τὰ παιδιὰ ἀποκρίνονται «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Μὲ αὐτοὺς ἂς ἀνυμνήσωμε καὶ ἂς ἑορτάσωμε καὶ ἐμεῖς σήμερα, ὄχι πανηγυρικῶς ἀλλὰ θεϊκῶς, κρατώντας τὰ βαΐα ὄχι μόνον στὸ χέρι ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή, καὶ ἀφοῦ τὴν λευκάνουμε περισσότερο ἀπὸ τὸ χιόνι, ἂς ἀποβάλωμε ἀπὸ αὐτὴν ὅλην τὴν νέκρωση τοῦ παλαιοῦ καὶ δερματίνου χιτῶνος, ἀπορρίπτοντας κάθε καύχηση καὶ ἔπαρση.


πειδὴ γι’ αὐτὰ ὁ Βασιλεὺς τῶν ἀσωμάτων δὲν κάνει χρῆσι ἁρμάτων καὶ στρατευμάτων γιὰ νὰ ἔλθη, ἀλλὰ κάθεται σὲ οἰκτρὸν καὶ μικρὸν πῶλον, ἐκπαιδεύοντας καὶ σένα νὰ μὴν καυχᾶσαι καθήμενος σὲ ἵππους καὶ ἡμιόνους, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συνείδηση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς ἂς ἔχωμε μετριοφροσύνη ὅπως ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἀνέλθωμε μαζί του. Ἂς ὑμνήσωμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἂς δοξολογήσωμε μὲ τὰ παιδιά, ἂς ἀναβοήσωμε μὲ τὸν λαὸν ὅ,τι ἀναβοοῦσε αὐτός. Ἂς σκιρτήσωμε μαζὶ μὲ τὴν Βηθανία, ἂς ἀναστηθοῦμε μὲ τὸν Λάζαρο, ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα. Ἂς χορεύσωμε μαζὶ μὲ τοὺς Ἱεροσολυμίτες. Ἂς κραυγάσωμε μαζὶ μὲ τοὺς τυφλοὺς ποὺ ἀνέβλεψαν. Ἂς ψάλλωμε μαζὶ μὲ τὰ νήπια καὶ τοὺς γέροντες. Ἂς κηρύξωμε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς. Ἂς στρώσωμε καλῶς στὸν δρόμο τῆς ζωῆς κλάδους ἐλαιῶν μὲ τὴν ἐλεημοσύνην, ὅπως τὰ παιδιά.


ς περικόψωμε τὸν ὄγκο τῶν πολλῶν ὑλικῶν ὑπαρχόντων μας. Καὶ ἂς στρώσωμε γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας τὴν ἐλεημοσύνη στὴν ὁδὸν ἡ ὁποία μᾶς λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός», γιὰ νὰ εὕρωμε καὶ ἐμεῖς, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, ἔλεος ἀπὸ αὐτήν, καὶ νὰ πορευθοῦμε μαζὶ μὲ αὐτὴν στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἂς εἰσέλθωμε μαζί της στὸν μεγάλο ναὸ καὶ «οἱ προπορευόμενοι καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες». Οἱ προπορευόμενοι τὴν τρίτην ὥρα καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες περὶ τὴν ἑνδεκάτην. Οἱ προπορευόμενοι μὲ τὶς πράξεις καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες μὲ τὴν πρόθεση. Ὅλοι ἂς ἀναπέμψωμε δοξολογία καὶ μεγαλωσύνη στὸν Χριστὸ καὶ συγχρόνως στὸν Πατέρα καὶ στὸ Πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, καὶ οἱ προπορευόμενοι καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες, καὶ ἀκολούθως εἴθε νὰ συμβασιλεύσωμε μὲ Αὐτὸν καὶ νὰ ἀπολαύσωμε τὰ αἰώνια ἀγαθά, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς σύμπαντας αἰώνας τῶν αἰώνων.



Πηγή: www.imaik.gr


Άγιος Ευλόγιος Αλεξανδρείας


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ




Σέ καιρό εὐνοίας σέ ἐπήκουσα καί σέ ἡμέρα σωτηρίας σ’ ἐβοήθησα», εἶπε ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτη Ἡσαΐα (Ἡσ. 49, 8). Καλό λοιπόν εἶναι νά εἰπῶ σήμερα τό ἀποστολικό ἐκεῖνο πρός τήν ἀγάπη σας: «Ἰδού καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού ἡμέρα σωτηρίας ἄς ἀπορρίψωμε λοιπόν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἄς ἐκτελέσουμε τά ἔργα τοῦ φωτός, ἄς περπατήσουμε μέ σεμνότητα, σάν σέ ἡμέρα» (Β΄ Κορ. 6, 2· Ρωμ. 13, 12). Διότι προσεγγίζει ἡ ἀνάμνησις τῶν σωτηριωδῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ καί τό νέο καί μέγα καί πνευματικό Πάσχα, τό βραβεῖο τῆς ἀπαθείας, τό προοίμιο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.


Καί τό προκηρύσσει ὁ Λάζαρος πού ἐπανῆλθε ἀπό τά βάραθρα τοῦ Ἅδη, -ἀφοῦ, μέ μόνο τόν λόγο καί τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει τήν ἐξουσία ζωῆς καί θανάτου, ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς τήν τέταρτη ἡμέρα- καί προανυμνοῦν παιδιά ἄκακα καί πλήθη λαοῦ, μέ τήν ἔμπνευση τοῦ Θείου Πνεύματος, Αὐτόν πού λυτρώνει ἀπό τόν θάνατο, πού ἀνεβάζει τίς ψυχές ἀπό τόν Ἅδη καί πού χαρίζει ἀΐδια ζωή στήν ψυχή καί στό σῶμα. Ἄν λοιπόν κανείς θέλη ν’ ἀγαπᾶ τή ζωή, νά ἰδῆ ἀγαθές ἡμέρες, ἄς φυλάττη τήν γλῶσσα του ἀπό κακό καί τά χείλη του ἄς μή προφέρουν δόλο ἄς ἐκκλίνη ἀπό τό κακό καί ἄς πράττη τό ἀγαθό (Α΄ Πέτρ. 3, 10 ε. Ψαλμ. 33, 13-15).


Κακό λοιπόν εἶναι ἡ γαστριμαργία, ἡ μέθη καί ἡ ἀσωτία κακό εἶναι ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία καί ἡ ἀδικία κακό εἶναι ἡ κενοδοξία, ἡ θρασύτης καί ἡ ὑπερηφάνεια. Ἄς ἀποφύγη λοιπόν ὁ καθένας τέτοια κακά καί ἄς ἐπιτελεῖ τά ἀγαθά. Ποιά εἶναι αὐτά; ἡ ἐγκράτεια, ἡ νηστεία, ἡ σωφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ μακροθυμία, ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωσις. Ἄς ἐπιτελοῦμε λοιπόν αὐτά, γιά νά μεταλάβουμε ἀξίως τοῦ θυσιασθέντος γιά χάρι μας Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ· καί ἄς λάβουμε ἀπό Αὐτόν τόν ἀρραβῶνα τῆς ἀφθαρσίας γιά νά τόν φυλάξουμε κοντά μας σ’ ἐπιβεβαίωσι τῆς ὑπεσχημένης πρός ἐμᾶς κληρονομίας στούς οὐρανούς. Ἀλλά εἶναι μήπως δυσκατόρθωτο τό ἀγαθό καί οἱ ἀρετές εἶναι δυσκολώτερες ἀπό τίς κακίες;


γώ πάντως δέν τό βλέπω διότι περισσότερους πόνους ὑφίσταται ἀπό ἐδῶ ὁ μέθυσος καί ὁ ἀκρατής ἀπό τόν ἐγκρατή, ὁ ἀκόλαστος ἀπό τόν σώφρονα, ὁ ἀγωνιζόμενος νά πλουτήση ἀπό τόν ζῶντα μέ αὐτάρκεια, αὐτός πού ἐπιζητεῖ ν’ ἀποκτήση δόξα ἀπό τόν διάγοντα σέ ἀφάνεια ἀλλ’ ἐπειδή, λόγω τῆς ἡδυπάθειάς μας, οἱ ἀρετές μᾶς φαίνονται δυσκολώτερες, ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας διότι ὁ Κύριος λέγει «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι βιαστή καί οἱ βιασταί τήν ἁρπάζουν» (Ματθ.11,12).Χρειαζόμαστε λοιπόν ὅλοι προσπάθεια καί προσοχή, ἔνδοξοι καί ἄδοξοι, ἄρχοντες καί ἀρχόμενοι, πλούσιοι καί πτωχοί, ὥστε ν’ ἀπομακρύνουμε ἀπό τήν ψυχή μας τά πονηρά αὐτά πάθη καί ἀντί αὐτῶν νά εἰσαγάγωμε σ’ αὐτήν ὅλη τή σειρά τῶν ἀρετῶν.


Πραγματικά ὁ γεωργός καί ὁ σκυτοτόμος, ὁ οἰκοδόμος καί ὁ ράπτης, ὁ ὑφαντής καί γενικῶς ὁ καθένας πού ἐξασφαλίζει τή ζωή του μέ τούς κόπους καί τήν ἐργασία τῶν χεριῶν του, ἐάν ἀποβάλουν ἀπό τήν ψυχή τους τήν ἐπιθυμία τοῦ πλούτου καί τῆς δόξας καί τῆς τρυφῆς, θά εἶναι μακάριοι· διότι αὐτοί εἶναι οἱ πτωχοί γιά τούς ὁποίους προορίζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καί γι’ αὐτούς εἶπε ὁ Κύριος, «μακάριοι εἶναι οἱ πτωχοί κατά τό πνεῦμα» (Ματθ. 5,3). Πτωχοί δέ κατά τό πνεῦμα εἶναι αὐτοί πού, λόγω τοῦ ἀκαυχήτου καί ἀφιλοδόξου καί ἀφιληδόνου τοῦ πνεύματος, δηλαδή τῆς ψυχῆς, ἤ ἔχουν ἑκουσίαν καί τήν ἐξωτερική πτωχεία ἤ τήν βαστάζουν γενναίως, ἔστω καί ἄν αὐτή εἶναι ἀκούσια.


Αὐτοί ὅμως πού πλουτοῦν καί εὐημεροῦν καί ἀπολαύουν τήν πρόσκαιρη δόξα καί γενικῶς ὅσοι εἶναι ἐπιθυμητοί αὐτῶν τῶν καταστάσεων θά περιπέσουν σέ δεινότερα πάθη καί θά ἐμπέσουν σέ μεγαλύτερες, περισσότερες καί δυσχερέστερες παγίδες τοῦ Διαβόλου· διότι αὐτός πού πλούτησε δέν ἀποβάλλει τήν επιθυμία τοῦ πλουτισμοῦ, ἀλλά μᾶλλον τήν αὐξάνει, ὀρεγόμενος περισσότερα ἀπό προηγουμένως. Ἔτσι καί ὁ φιλήδονος καί ὁ φίλαρχος καί ὁ ἄσωτος καί ὁ ἀκόλαστος αὐξάνουν μᾶλλον τίς ἐπιθυμίες των παρά τίς ἀποβάλλουν. Οἱ δέ ἄρχοντες καί οἱ ἀξιωματοῦχοι προσλαμβάνουν καί δύναμι, ὥστε νά ἐκτελοῦν ἀδικίες καί ἁμαρτίες. Γι’ αὐτό εἶναι δύσκολο νά σωθεῖ ἄρχων καί νά εἰσέλθη στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ πλούσιος.


«Πῶς», λέγει, «μπορεῖτε νά πιστεύετε σ’ ἐμένα λαμβάνοντας δόξα ἀπό τούς ἀνθρώπους καί μή ζητώντας τήν δόξα ἀπό τόν Θεό μόνο» (Ἰω. 5, 44); Ἀλλ’ ὅποιος εἶναι εὔπορος ἤ ἀξιωματοῦχος ἤ ἄρχων ἄς μή ταράσσεται διότι μπορεῖ, ἄν θέλη, νά ζητήση τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί νά πιέση τόν ἑαυτό του, ὥστε ἀνακόπτοντας τήν πρός τά χειρότερα ροπή νά ἀναπτύξη μεγάλες ἀρετές καί ν’ ἀπωθήση μεγάλες κακίες, ὄχι μόνο ἀπό τόν ἑαυτό του, ἀλλά καί ἀπό πολλούς ἄλλους πού δέν θέλουν.


Μπορεῖ, πραγματικά, ὄχι μόνο νά δικαιοπραγεῖ καί νά σωφρονεῖ, ἀλλά καί αὐτούς πού θέλουν ν’ ἀδικοῦν καί νά ζοῦν ἀκόλαστα νά τούς ἐμποδίζη ποικιλοτρόπως, καί ὄχι μόνο νά παρουσιάζεται ὁ ἴδιος εὐπειθής στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί στούς κήρυκές του, ἀλλά καί αὐτούς πού θέλουν ν’ ἀπειθοῦν νά τούς φέρη σέ ὑποταγή στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί στούς προϊσταμένους της κατά Χριστόν, ὄχι μόνο διά τῆς δυνάμεως καί ἐξουσίας πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί μέ τό νά γίνεται τύπος στούς ὑποδιέστερους σέ ὅλα τά ἀγαθά διότι οἱ ἀρχόμενοι ἐξομοιοῦνται μέ τόν ἄρχοντα. Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια καί βία καί προσοχή σέ ὅλους, ἀλλά, βέβαια, ὄχι ἐξίσου. Σ’ αὐτούς πού εὑρίσκονται σέ δόξα, πλοῦτο καί ἐξουσία, καθώς καί στούς ἀσχολούμενους μέ τούς λόγους καί τήν ἀπόκτηση τῆς σοφίας, ἄν θά ἤθελαν νά σωθοῦν, χρειάζεται περισσότερη βία καί προσπάθεια, ἐπειδή ἀπό τήν φύσι τους εἶναι δυσπειθέστεροι.


Αὐτό μάλιστα γίνεται καταφανές καί ἀπό τά Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ πού ἀναγνώσθηκαν χθές καί σήμερα. Πραγματικά, μέ τό θαῦμα πού τελέσθηκε στόν Λάζαρο καί παρέστησε ὁλοφάνερα ὅτι αὐτός πού τό ἔκαμε εἶναι Θεός, οἱ μέν ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ πείσθηκαν καί πίστευσαν, οἱ δέ τότε ἄρχοντες, δηλαδή οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι, τόσο ἀμετάπειστοι ἔμειναν, ὥστε νά ἐκμανοῦν περισσότερο ἐναντίον του καί νά θέλουν, λόγω φρενοβλαβείας, νά παραδώσουν σέ θάνατο, Αὐτόν πού καί μέ ὅσα εἶπε καί μέ ὅσα ἔπραξε ἀναφάνηκε Κύριος ζωῆς καί θανάτου. Δέν ἔχει δέ νά εἰπεῖ κανείς ὅτι ἐπειδή τότε ὁ Χριστός σήκωσε τούς ὀφθαλμούς του καί εἶπε, «Πάτερ, σ’ εὐχαριστῶ πού μέ ἄκουσες», στάθηκε ἐμπόδιο ὥστε γιά τό νά θεωρήσουν ὅτι Αὐτός εἶναι ἴσος μέ τόν Πατέρα διότι Αὐτός προσθέτει ἐκεῖ, λέγοντας πρός τόν Πατέρα, «ἐγώ γνώριζα ὅτι πάντοτε μέ ἀκούεις, ἀλλά τά εἶπα γιά χάρι τοῦ λαοῦ πού παρευρίσκονταν, γιά νά πιστεύσουν ὅτι ἐσύ μέ ἀπέστειλες» (Ιω. 11,42).


Προσῆλθε ὅμως στόν τάφο καί εἶπε στούς παρευρισκομένους, πού σήκωσαν τήν πέτρα καί αἰσθάνθηκαν τή δυσωδία, κι φώναξε μέ μεγάλη φωνή τόν κάλεσε κι ἔτσι τόν ἀνέστησε, ὥστε καί μέ τήν ὅρασί τους (διότι τόν ἔβλεπαν πάνω στόν τάφο) καί μέ τήν ὄσφρησί τους (διότι αἰσθάνονταν τή δυσωδία τοῦ νεκροῦ πού ἦταν ἤδη στήν τέταρτη μέρα) καί μέ τήν ἁφή (διότι χρησιμοποιώντας τά χέρια τους κατά πρῶτον σήκωσαν τήν πέτρα ἀπό τό μνημεῖο, ὕστερα ἔλυσαν τό δέσιμο στό σῶμα καί τό σουδάριο στό πρόσωπο) καί μέ τά αὐτιά τους (ἀφοῦ ἡ φωνή τοῦ Κυρίου ἔφθανε σέ ὅλων τίς ἀκοές), νά καταλάβουν ὅλοι καί νά πιστεύσουν, ὅτι Αὐτός εἶναι πού καλεῖ τά μή ὄντα σέ ὄντα, πού βαστάζει τά πάντα μέ τόν λόγο τῆς δυνάμεώς του, πού καί στήν ἀρχή μέ λόγο μόνο δημιούργησε τά ὄντα ἀπό μή ὄντα.


βασιλεύς λοιπόν πού ἀνέστησε τόν Λάζαρο εἰσῆλθε τότε στά Ἱεροσόλυμα καθήμενος ἐπάνω σέ ὄνο ἀμέσως δέ ὅλοι οἱ λαοί, παιδιά, ἄνδρες, γέροντες, στρώνοντας τά ἐνδύματα καί παίρνοντας βαΐα ἀπό φοίνικες, πού εἶναι σύμβολα νίκης, τόν προϋπαντοῦσαν σάν ζωοποιό καί νικητή τοῦ θανάτου, τόν προσκυνοῦσαν, τόν προέπεμπαν, ψάλλοντας μέ μιά φωνή ὄχι μόνο ἔξω, ἀλλά καί μέσα στόν ἱερό περίβολο, «ὡσαννά στόν υἱό τοῦ Δαβίδ, ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις». Τό ὡσαννά εἶναι ὕμνος πού ἀναπέμπεται πρός τόν Θεό καί ἑρμηνευόμενο σημαίνει «σῶσε μας λοιπόν» ἡ δέ προσθήκη «ἐν τοῖς ὑψίστοις» δεικνύει ὅτι αὐτός δέν ἀνυμνεῖται μόνο ἐπί γῆς οὔτε ἀπό τούς ἀνθρώπους μόνο, ἀλλά στά ὕψη ἀπό τούς οὐράνιους ἀγγέλους.


Μέ τό κλῆμα λοιπόν αὐτό συνέδεσε ὁ Κύριος πρός τόν Ἑαυτό του τό πουλάρι τῆς ὄνου του, δηλαδή τό νέο Ἰσραήλ ἀπό τά ἔθνη, τοῦ ὁποίου τά μέλη ἔγιναν κατά χάρι υἱοί τοῦ Ἀβραάμ. Ἐάν λοιπόν ἡ βασιλεία αὐτή εἶναι ἐλπίς καί τῶν ἐθνῶν, πῶς τότε, λέει ὁ λαός, ἀφοῦ ἐπιστεύσαμε σ’ αὐτήν ἐμεῖς, θά φοβηθοῦμε τούς Ρωμαίους; Ἔτσι λοιπόν οἱ νηπιάζοντες ὄχι στά μυαλά ἀλλά στήν κακία, ἐμπνευσθέντες ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀνέπεμψαν στόν Κύριο πλήρη καί τέλειον ὕμνο, μαρτυρώντας ὅτι ὡς Θεός ζωοποίησε τόν Λάζαρο, ἐνῶ ἦταν τετραήμερος νεκρός. Οἱ δέ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, μόλις εἶδαν τά θαυμάσια αὐτά καί τά παιδιά νά κράζουν στό ἱερό λέγοντας, «αἶνος στόν Σωτήρα μας υἱό τοῦ Δαβίδ», ἀγανάκτησαν κι ἔλεγαν πρός τόν Κύριο «δέν ἀκούεις τί λέγουν αὐτά;», πράγμα πού ἔπρεπε μᾶλλον ὁ Κύριος νά εἰπεῖ τότε πρός αὐτούς, ὅτι δηλαδή, “δέν βλέπετε καί δέν ἀκοῦτε καί δέν καταλαβαίνετε;”.


Γι’ αὐτό ὁ Ἴδιος ἀντικρούοντάς τους πού τόν κατηγοροῦσαν ὅτι ἀνέχεται τήν ὑμνωδία πού μόνο στόν Θεό ταιριάζει, λέγει, ναί, ἀκούω αὐτούς πού σοφίζονται ἀπό ἐμέ ἀοράτως καί ἐκφέρουν τέτοιους λόγους γιά μένα καί ἐάν σιωπήσουν αὐτοί, θά κράξουν οἱ λίθοι (Λουκ. 19, 40). Ἐσεῖς ὅμως δέν ἀνεγνώσατε ποτέ ἐκεῖνον τόν προφητικό λόγο, ὅτι ἀπό στόμα νηπίων πού θηλάζουν συντόνισες ὕμνον (Ματθ. 21,16); Διότι καί τοῦτο ἦταν ἄξιο μεγάλου θαυμασμοῦ, ὅτι τά ἀμόρφωτα καί ἀμαθῆ παιδιά θεολογοῦσαν τελείως τόν Θεό πού ἐνανθρώπησε γιά μᾶς, παίρνοντας στό στόμα τους ἀγγελικό ὕμνο· ὅπως δηλαδή οἱ ἄγγελοι ἔψαλλαν γιά τή γέννησι τοῦ Κυρίου, «δόξα πρός τόν Θεό στά ὕψη καί ἐπί γῆς» (Λουκ. 2, 14· 19, 38), ἔτσι καί αὐτά τώρα κατά τήν εἴσοδό του ἀναπέμπουν τόν ἴδιο ὕμνο, λέγοντας, «δόξα στό σωτήρα μας τόν υἱό τοῦ Δαβίδ, δόξα στό σωτήρα μας στά οὐράνια» (Ματθ. 21,9).


Καί, ὅπως πρίν ἀπό τό σωτηριῶδες Πάθος, καθώς ὁ Κύριος εἰσερχόταν στήν κάτω Ἱερουσαλήμ, τοῦ ἔστρωναν τά ἱμάτια ὄχι μόνο ὁ λαός, ἀλλά καί οἱ πραγματικοί ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν, δηλαδή, οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, ἔτσι κι’ ἐμεῖς ἄρχοντες μαζί καί ἀρχόμενοι, ἄς στρώσουμε τά ἔμφυτα ἱμάτιά μας, ὑποτάσσοντας τήν σάρκα καί τά θελήματά της στό πνεῦμα. Ἔτσι, ὄχι μόνο θ’ ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε καί νά προσκυνήσουμε τό σωτηριῶδες Πάθος τοῦ Χριστοῦ καί τήν Ἁγία ἀνάστασι, ἀλλά καί ν’ ἀπολαύσουμε τήν κοινωνία πρός Αὐτόν, «διότι», λέγει ὁ Ἀπόστολος, «ἐάν γίναμε σύμφυτοι μέ τό ὁμοίωμα τοῦ θανάτου του, εἶναι φανερό ὅτι θά γίνουμε σύμφυτοι καί τῆς ἀναστάσεως» (Ρωμ. 6, 5).


Αὐτήν τήν ἀνάστασι εἴθε νά ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν χάρι καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνησις, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.





Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


Σάββατο 11 Απριλίου 2020

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ





Μας εστάλησαν και δημοσιεύουμε υπό Αγιορειτών πατέρων οι τρεις ακόλουθες ανακοινώσεις, που αφορούν τις δικαστικές ενέργειες του κ. Χρήστου Παπασωτηρίου, δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, με εντολέα τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Ιωάννη Διώτη, που στρεφόταν υπέρ της αναίρεσης της προσωρινής απαγόρευσης τέλεσης ιερών λειτουργιών και ιεροπραξιών στους τόπους λατρείας, λόγω της πανδημίας του Κορονοιού.



 ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΕΠΙΔΟΣΗ (31-3-2020) by ΓΙΩΡΓΟΣ   Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ on Scribd



ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ (31-3-2020) by ΓΙΩΡΓΟΣ   Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ on Scribd



Υπό Αγιορειτών Πατέρων


''ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ''




Από την εκδήλωση «Από το Πάθος στην Ανάσταση» τo Σάββατο του Λαζάρου 2019, 

στο Συνεδριακό Κέντρο Θήβας.

Εκτέλεση: ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Χρυσόστομος.



Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας 

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ)




Σήμερα η αγία μας Εκκλησία εορτάζει το θαύμα της έγερσης του Λαζάρου, όπως μας το περιγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Βλέπουμε τον Χριστό να αποκαλύπτει με θαυμαστό τρόπο την παντοδυναμία Του:


αντιστρέφει την πορεία του θανάτου, αναδομεί την σάρκα του τετραήμερου Λάζαρου και τέλος ανασταίνει εκ νεκρών τον φίλο Του. Αξίζει ωστόσο να σταθούμε σε μια λεπτομέρεια της διήγησης του Ευαγγελίου: όταν ο Ιησούς οδηγήθηκε στον τάφο του φίλου Του και άκουσε από την Μάρθα να Του λέει «Κύριε, ήδη όζει» και ατένισε τον λίθο που έφραζε την θύρα του μνήματος, τότε εδάκρυσε και οι παρευρισκόμενοι σχολίασαν «ίδε πώς εφίλει αυτόν».


Τούτο το δάκρυ του Ιησού δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται, γιατί ο Χριστός δεν ήταν απλά ένας φίλος του Λάζαρου και δεν πήγε απλά να δει τον τόπο που τον έθαψαν, αλλά είναι ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού που πήγε στην Βηθανία με σκοπό να αναστήσει τον Λάζαρο, όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την διήγηση του ευαγγελιστή Ιωάννη. 


Με δεδομένα λοιπόν ετούτα τα στοιχεία, ο Ιησούς δακρύζει. Είναι η μοναδική φορά που στην ζωή Του δάκρυσε. Και το δάκρυ αυτό είναι θεανθρώπινο, αφού ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Δακρύζει λοιπόν ως άνθρωπος, γιατί πραγματικά αγαπά πολύ τον φίλο Του, γιατί νιώθει θλίψη για τον χωρισμό. Δακρύζει και ως Θεός, γιατί βλέπει τον θάνατο να κυριεύει τα πλάσματά Του, την δημιουργία Του να φθείρεται, την θλίψη να ταλαιπωρεί τους ανθρώπους, την απελπισία να τους καταβάλλει.


Δακρύζει γιατί βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματικότητα που ο ίδιος δεν έκαμε, γιατί βλέπει την έσχατη μοίρα του ανθρώπου που είναι δέσμιος της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου. Έξω από το μνήμα του Λάζαρου βρίσκεται ο Θεός. Μέσα στο μνήμα είναι ο θάνατος, η φθορά, η σαπίλα.


Έρχεται δηλαδή τρόπον τινά ο Θεός πρόσωπο με πρόσωπο με τον προαιώνιο εχθρό Του. Είναι η ώρα της πρώτης μεγάλης αναμέτρησης ανάμεσα στην Ζωή και τον θάνατο. Γιατί μέχρι τώρα η καταδίκη του θανάτου συνόδευε όλους τους ανθρώπους. Ο λίθος μετακινείται.


Μα πριν προλάβει η οσμή του θανάτου να σκορπίσει στον αέρα, ο Ιησούς φωνάζει: «Λάζαρε, δεύρο έξω!». Το θαύμα έχει γίνει. Η Ζωή έχει καταγράψει την πρώτη της νίκη. Σύντομα, με την πορεία του Χριστού στον Άδη και την Ανάστασή Του, θα επιτευχθεί ο οριστικός θρίαμβος και θα καταλυθεί το κράτος του θανάτου.


Από τούτη τη στιγμή ανατέλλει η ελπίδα και της δικής μας ανάστασης, που σε λίγες ημέρες θα γίνει βεβαιότητα, πίστη, γεγονός. Αρκεί να έχουμε την ταπείνωση να ακολουθήσουμε τον Ιησού στην δύσκολη ανάβαση στο Γολγοθά.


Πηγή: https://xerouveim.blogspot.com

Μετά, σίγουρα θ’ ανατείλει το φως της Αναστάσεως! 


Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ





Ψάλλει ο Ιερομόναχος-Πρωτοψάλτης π. Διονύσιος Αγιοκυπριανίτης


Εκ της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.