«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022
Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022
ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΟΣΙΟΥ ΝΗΦΩΝΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ
23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο άγιο Ιεράρχη της Αλεξανδρινής Εκκλησίας του δ΄ αιώνα, που αξιώθηκε πολλές θείες οπτασίες και που ο Μέγας Αθανάσιος μαρτυρεί την αγιότητά του. Ο Αγαπητός, πατέρας του αγίου, ήταν ο πρώτος άρχοντας της Αλμυροπόλεως της Αιγύπτου. Ο άγιος Νήφων πήγε σε ηλικία οκτώ ετών στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει. Μαζί με τον πόθο για μόρφωση παρουσίαζε και μεγάλη ευλάβεια προς τον Θεό. Παρασύρθηκε όμως σε μια ταραγμένη και άσωτη νεανική ζωή εξαιτίας της απειρίας του. Οι φίλοι του τού θύμιζαν την προηγούμενη χριστιανική του ζωή αλλά ο Νήφωνας παρέμενε στην αμαρτία. Όταν μια νύκτα αποφάσισε να προσευχηθεί ένα μαύρο σύννεφο φάνηκε μπροστά του ώστε τον παρέλυσε και τον έκανε να πέσει στο κρεβάτι σαν νεκρός. Το πρωί, ελεεινολογώντας τον εαυτό του πήγε στην Εκκλησία και είπε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας : «Υπεραγία Θεοτόκε Παρθένε, μητέρα του ελέους και της ευσπλαχνίας, λυπήσου με και ελέησέ με τον αμαρτωλό».
Ο Νήφων ένιωσε μεγάλη παρηγοριά βλέποντας την Θεοτόκο να τον κοιτάζει με βλέμμα ήμερο και ιλαρό και είχε μέσα του την αίσθηση ότι ήταν δυνατή η μετάνοια. Πήγαινε στην Εκκλησία και μετανοούσε μετά από κάθε αμαρτία που έκανε και επέμενε στον αγώνα κατά των παθών νηστεύοντας, αγρυπνώντας και κατηγορώντας τον εαυτό του. Στους πολέμους κατά των ακαθάρτων δαιμόνων παρακαλούσε με πολλή θέρμη τον Θεό χρησιμοποιώντας το όνομα του Χριστού και δικά του τεχνάσματα για να αντιμετωπίσει τα τεχνάσματά τους. Ταλαιπωρούσε το σώμα του για να θυμάται τις τιμωρίες της κολάσεως. Παντοτινή συνήθεια ήταν να λέει ελεεινολογώντας τον εαυτό του «αλλοίμονο σε μένα τον αμαρτωλό». Το άγιο Πνεύμα του φανέρωσε ότι η ταπείνωση, η ελεημοσύνη, η αυτομεμψία και η αποφυγή της κατακρίσεως ήταν τα όπλα με τα οποία θα κατανικούσε το σαρκικό φρόνημα. Μια ημέρα παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και, σε αναγνώριση των άθλων του, τού έδωσε μια νέα καρδιά, την “συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία”. Θεωρούσε ότι ήταν ελαχιστότερος και από την σκόνη που οι αδελφοί τινάζουν από τα πόδια τους μπαίνοντας στο ναό· και όταν κάποιος γονάτιζε μπροστά του ζητώντας την ευλογία του, οι λογισμοί του κατέρχονταν μέχρι τα βάθη της κολάσεως. “Βάλε τον εαυτό σου κάτω από τους άλλους”, έλεγε, “και θα ζεις με τον Χριστό”.
Όταν έδινε ελεημοσύνη σε κάποιον πτωχό, επαναλάμβανε τα λόγια της θείας Λειτουργίας: “Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρωμεν κατά πάντα και δια πάντα”, αποδίδοντας στον Θεό κάθε ενάρετη πράξη του. Μια ημέρα εκεί που θρηνούσε για τις αμαρτίες του, ο Νήφων περιβλήθηκε ξαφνικά από ουράνιο φως, δυο πελώρια χέρια από τον ουρανό τον αγκάλιασαν και άκουσε την φωνή του Θεού να επαναλαμβάνει τα λόγια του πατέρα του ασώτου. Άγγελος Κυρίου ήλθε τότε και περιέλουσε τον άγιο με άρωμα ανείπωτης ευωδίας. Είχε αποκτήσει την χάρη της μετανοίας. Ο Θεός επέτρεψε να αντιμετωπίσει την “μεγάλη δοκιμασία”. Για τέσσερα χρόνια ο νους του καλύφθηκε από βαθύ γνόφο, σε βαθμό που του ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί στην προσευχή. Ο διάβολος ακατάπαυστα τον παρακινούσε να αρνηθεί την ύπαρξη του Θεού. Στηριγμένος στην άγκυρα της πίστεως ο άγιος προσευχόταν πρωί βράδυ απαντούσε στον δαίμονα λέγοντας απλά: “Ναι, ο Θεός υπάρχει!”. Έφθασε μέχρι τα όρια της αποθάρρυνσης και απελπισίας και τέλος λυτρώθηκε μέσω ενός λαμπρού οράματος του προσώπου του Χριστού. Λίγο αργότερα ο άγιος αξιώθηκε να λάβει από τον Θεό το χάρισμα της απαθείας και να δει σε όραμα τον θρόνο του Θεού στην κορυφή πύρινου στύλου που αναδυόταν από τα νερά της θάλασσας. Από τότε γεμάτος από το πλήρωμα της Χάριτος επί έζησε ως άγγελος επί γης.
Όταν προσευχόταν ανυψωνόταν από το έδαφος και το πρόσωπό του ακτινοβολούσε απαστράπτον φως. Στους πολλούς επισκέπτες του δίδασκε την ουράνια διδαχή του, επιτιμούσε τους αμαρτωλούς και δεόταν ιδιαιτέρως για τους ψυχορραγούντες. Περιφρονούσε τις τιμές και τη δόξα των ανθρώπων και για τον λόγο αυτό, μετά ένα ενύπνιο που του ανήγγειλε ότι σύντομα θα χειροτονούνταν επίσκοπος, αποφάσισε να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να πάει στην Αλεξάνδρεια. Μόλις έφθασε αναγνωρίσθηκε αμέσως από τον αρχιεπίσκοπο άγιο Αλέξανδρο (313-326), που είχε δει σχετικό όραμα, και μετά τη χειροτονία του διορίσθηκε επίσκοπος της Εκκλησίας της Κωνσταντιανής. Την ημέρα της χειροτονίας του σε επίσκοπο, ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, διάκονος τότε, είδε τον άγιο Νήφωνα μέσα σε φως και περιστοιχισμένο από πλήθος Αγγέλων. Τρεις ημέρες αργότερα έφθασε στην επισκοπική έδρα με την συνοδεία του και έγινε δεκτός με αγαλλίαση από το ποίμνιό του, που καυχιόταν ότι απέκτησε τέτοιο ποιμενάρχη. Όταν δεν βρισκόταν στην εκκλησία, πήγαινε να παρηγορήσει τις χήρες και τα ορφανά ή αποσυρόταν στην ησυχία για να συντάξει πνευματικές διδαχές και σχόλια στην Αγία Γραφή· είτε κατ’ ιδίαν, είτε δημοσίως, ποτέ δεν διέκοπτε την κρυφή και σιωπηλή του συνομιλία με τον Χριστό.
Τρεις ημέρες πριν την εκδημία του, παρουσιάσθηκε στον όσιο Νήφωνα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ για να του αναγγείλει την ημέρα της μετάστασής του στους ουρανούς και να του υποσχεθεί ότι πολύ σύντομα θα συμμετείχε στην δόξα των Αγγέλων. Ο άγιος Αθανάσιος, ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει πατριάρχης Αλεξανδρείας, ειδοποιήθηκε επίσης σε όραμα και έφθασε δίχως καθυστέρηση στο προσκέφαλο του οσίου ιεράρχη. Μετά μια τελευταία συνομιλία, γεμάτοι συγκίνηση αποχαιρετίστηκαν: ο Αθανάσιος ζήτησε από τον Νήφωνα να τον θυμηθεί ενώπιον του θρόνου του Θεού και ο Νήφων είπε στον αρχιερέα να μην παραλείψει να τον μνημονεύει κατά την θεία Λειτουργία. Έκαναν μια τελευταία δέηση υπέρ σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου, και με πρόσωπο που ακτινοβολούσε παρά τον πυρετό, ο άγιος Νήφων είδε τον Χριστό να έρχεται προς το μέρος του λέγοντας: «Έλα κοντά μου ψυχή που φόρεσες την ταπείνωσή μου. Εγώ είμαι ο Χριστός σου, που με τόσο πόθο έλεγες: Ο Χριστός μου, ο Χριστός μου». Και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα. *Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος. *Εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία» της 23.12.2015. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΔΑΝΕΙΖΕΙ ΘΕΩ Ο ΕΛΕΩΝ ΠΤΩΧΟΝ
ΑΓΓΕΛΟΙ ΒΑΣΤΟΥΣΑΝ ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΘΥΣΙΑΣ
ΔΙΑΘΡΥΠΤΕ ΠΕΙΝΩΝΤΙ ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΤΟΝ ΣΟΝ
ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ - Ο ΑΓΙΟΣ ΝΗΦΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ
ΕΝΑ ΒΡΕΦΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΔΙΣΚΑΡΙΟ
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΗΦΩΝ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ (23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)
Η ΠΡΩΤΗ ΘΥΓΑΤΗΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ
Η ΜΑΥΡΗ ΦΥΛΗ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
ΟΥΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ! ΤΙ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ!
ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
ΝΗΦΩΝ! ΩΡΑΙΑ ΗΤΑΝ Η ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ ΣΟΥ ΟΠΤΑΣΙΑ!
ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΡΘΗΤΕ ΠΥΛΑΙ ΑΙΩΝΙΟΙ
ΚΙ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΟΥ 1922
Τα Χριστούγεννα της δακρυσμένης Αθήνας του 1922
Πένθος, θλίψη και διάθεση για φυγή προς τα εμπρός
Ιωάννης Β. Δασκαρόλης, Αρθρογράφος
Ιστορικός – Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου
Τα Χριστούγεννα του 1922 βρήκαν την Αθήνα να προσπαθεί μάταια να βρει ένα στήριγμα να συνέλθει από το σοκ της Μικρασιατικής Καταστροφής του Σεπτεμβρίου που είχε προηγηθεί.
Τα νέα της επικαιρότητας ήταν το ένα χειρότερο από το άλλο. Οι διαπραγματεύσεις στη Λοζάνη είχαν τελματώσει λόγω των αξιώσεων των Τούρκων για αποζημιώσεις και ο Κεμάλ ξιφουλκούσε με δηλώσεις του για επανάληψη των εχθροπραξιών εναντίον της Ελλάδας ώστε να προστατέψει τα δικαιώματα της Τουρκίας στην περιοχή.
Η ζοφερή πραγματικότητα των προσφύγων και της ελλαδικής κοινωνίας που τους δέχθηκε έδειχνε να παγιώνεται, καθώς την τελευταία εβδομάδα του Δεκεμβρίου οριστικοποιήθηκε στη Λοζάνη η ανταλλαγή των πληθυσμών.
Οι γηγενείς δέχθηκαν και αυτοί ένα ακόμη χτύπημα με τον θάνατο του εξόριστου Κωνσταντίνου στο Παλέρμο από συγκοπή, του Κωνσταντίνου που ακόμη λάτρευε ένα σεβαστό κομμάτι του Ελληνισμού παρά την Καταστροφή που είχε επέλθει επί των ημερών του.1
Η κατάσταση στην Ελλάδα εκτός από άθλια έμοιαζε και μη αναστρέψιμη. Σύμφωνα με την επίκαιρη μαρτυρία του Γιώργου Θεοτοκά η όψη της Αθήνας χτυπημένης από την Μικρασιατική Καταστροφή ήταν αποκρουστική.
«Η Αθήνα βρωμούσε ολούθε την αρρώστια, την πείνα, τη φανταρίλα το μπαρούτι…».[…] «Ο λαός τα είχε χάσει δεν ήξερε τι του γινότανε, και πάλευε ορμέφυτα, μονάχα για ψωμί και νερό. Νερό να πιεί. Για πλύσιμο ούτε λόγος δεν γινότανε». […] «Γυναίκες γεννούσανε, άρρωστοι βογγούσανε και ξεψυχούσανε, απάνω στα πεζοδρόμια των πιο κεντρικών δρόμων, μες σε μια ακαθαρσία απερίγραπτη».2
Συνεχώς νέοι κατάλογοι με νεκρούς στρατιώτες της στρατιάς Μικράς Ασίας δημοσιεύονταν στις εφημερίδες τρεις μήνες μετά την κατάρρευση του μετώπου (!) και κάθε αθηναϊκό σπίτι είχε ένα λόγο να πενθεί, είτε έχοντας νεκρό, είτε αγνοούμενο, είτε τραυματία κάποιον δικό της ή κάποιο συγγενή της ή κάποιο φίλο ή τέλος ένα γείτονα.
Οι εφημερίδες ανακοίνωναν συνεχώς την επιβολή νέων σκληρών οριζόντιων φόρων που επέβαλλε η στρατιωτική κυβέρνηση Γονατά για να εξισορροπήσει την δημοσιονομική κατάσταση. Ανακοινώνονταν συνεχώς ανατιμήσεις σε όλους της τομείς της οικονομικής δραστηριότητας ( τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης, οινόπνευμα, αλιεία, τέλη ταχυδρομείων, σιδηροδρομικά εισιτήρια κτλ.) και το εθνικό και κοινωνικό μέλλον μοιάζει για όλους πιο ζοφερό από ποτέ.
Η αγορά
Το κέντρο των Αθηνών θύμιζε περισσότερο προσφυγικό καταυλισμό παρά την καρδιά μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Παραδοσιακά η παραμονή των Χριστουγέννων για του Αθηναίους ήταν μια ημέρα γιορτινή με όλους τους πολίτες αδιακρίτως οικονομικής τάξης, να περιφέρονται στην κεντρική αγορά της πόλης ώστε να εξασφαλίσουν την αφθονία του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού.
Τα Χριστούγεννα του 1922 όμως ήταν σαφώς πολύ διαφορετικά, καθώς πλανιόταν στους δρόμους μια γενική κατήφεια που δεν μπορεί να κατανικηθεί από την φυσική θέληση όλων να προχωρήσουν με τις ζωές τους. Όλα τα καταστήματα δεν είχαν στολίσει τις προθήκες τους κα τα προϊόντα τους, οι καταστηματάρχες δεν είχαν κουράγιο να διαλαλήσουν την πραμάτεια τους, μια υπόκωφη σιγή επικρατούσε και το μόνο σημάδι που υποδείκνυε γιορτινή ημέρα ήταν η κοσμοσυρροή και η σχετική αφθονία τροφίμων σε σχέση με τις καθημερινές.3
Στην αγορά όμως υπήρχαν και σοβαρές ελλείψεις σε ψάρια, πουλερικά και αυγά, ενώ τα λαχανικά και οι πατάτες ήταν χαμηλής ποιότητας και αρκετά ακριβά. Το μόνο που ήταν υπεραρκετό και σε χαμηλές τιμές ήταν το κρέας κάθε είδους που είχε πλημμυρίσει τους πάγκους των καταστημάτων τροφίμων. Οι τιμές όλων των τροφίμων ήταν υψηλότερες ακόμη και από την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η ποιότητα του πωλούμενου άρτου παρέμενε κακή όπως ήταν κατά τη διάρκεια όλης της τελευταίας πενταετίας.4
Τα καταστήματα δεν είχαν φωταγωγήσει τις βιτρίνες τους λόγω σχετικής διαταγής της κυβέρνησης για λόγους οικονομίας στην ενέργεια και το σκοτάδι της αγοράς και των εμπορικών της δρόμων έμοιαζε περισσότερο με πένθιμο παρά με κατανυκτικό. Ακόμη και τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα, τα τραγουδούσαν μελαγχολικά, σχεδόν ψιθυριστά,5 και το οικονομικό τους κίνητρο ήταν, ειδικά για τα προσφυγόπουλα, καθαρά ζήτημα επιβίωσης!
Η εμφάνιση του χιονιού στους δρόμους των Αθηνών δεν έφτιαξε το κέφι των κατοίκων της καθώς το πετρέλαιο είχε ακριβύνει και βρισκόταν σε έλλειψη ενώ η πλειοψηφία των Αθηναίων πάλευε να ζεσταθεί ανάβοντας το τζάκι. Ακόμα πιο δραματική η κατάσταση για τους πρόσφυγες καθώς πολλοί εξ αυτών βρίσκονταν εντελώς εκτεθειμένοι στο κρύο.
Οι ιδιώτες, παιδικά δώρα για τα προσφυγόπουλα και διασκεδάσεις
Πολλοί ιδιώτες δεν γιόρτασαν τις ονομαστικές τους γιορτές και δεν δέχθηκαν επισκέψεις στα σπίτια τους καθώς είχαν πένθος. Κομμάτι του τραγικού σκηνικού ήταν και οι ανάπηροι πολέμου που εμφανίστηκαν δυναμικά στο προσκήνιο διεκδικώντας πόρους από το κράτος για την συντήρησή τους.6 Επίσης πολλοί διαμαρτύρονταν με επιστολές τους στις εφημερίδες για την αδιαφορία της κοινωνίας απέναντί τους, αλλά και για την απαξίωση που αντιμετώπιζαν από τους εισπράκτορες και τους άλλους επιβάτες στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Καθώς τα Χριστούγεννα είναι διαχρονικά η γιορτή των παιδιών, η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ πήρε την πρωτοβουλία να συγκεντρώσει 1000 παιχνίδια για τα προσφυγόπουλα του Πόντου ζητώντας από τα παιδιά των γηγενών να δώσουν από ένα παιχνίδι τους.7 Η πρωτοβουλία αυτή βρήκε μεγάλη ανταπόκριση και πολύ σύντομα στα γραφεία της εφημερίδας μαζεύτηκαν πολύ περισσότερα παιχνίδια από αυτά που ζητήθηκαν αρχικά και ξεκίνησε η διανομή τους.
Η βασική διασκέδαση των Αθηναίων της εποχής παρέμεναν οι κινηματογράφοι και οι θεατρικές παραστάσεις, καθώς τα εισιτήρια τους είχαν πολύ χαμηλή τιμή. Όλες οι θεατρικές αίθουσες είχαν τρεις παραστάσεις την ημέρα και ήταν ασφυκτικά γεμάτες, ενώ κατέγραφαν μια σαφή υπεροχή σε εισιτήρια από τους κινηματογράφους που βρίσκονταν σε κρίση.
Στην πνευματική κίνηση της Αθήνας κορυφαία θέση είχε ο φιλολογικός όμιλος Παρνασσός όπου οι διαλέξεις του προσέλκυαν τους ταγούς της πνευματικής πρωτοπορίας όχι μόνο της πρωτεύουσας αλλά όλης της Χώρας.
Άλλη αγαπημένη ασχολία των Αθηναίων στις ημέρες των Χριστουγέννων ήταν η χαρτοπαιξία σε λέσχες, αλλά κατεξοχήν η κυβεία (δηλ. ζάρια, το αποκαλούμενο ως τις μέρες μας και μπαρμπούτι) που ήταν απαγορευμένη από τις αρχές. Πολλοί Αθηναίοι έπαιζαν ζάρια σε κρυφές καταπακτές των χαρτοπαικτικών λεσχών, αλλά τα σημεία είχαν επισημανθεί από τις Αρχές που συνέλαβαν όσους έπαιζαν, ενώ κατάσχεσαν και τα έπιπλα των λεσχών.
Ένας Βασιλιάς σε απομόνωση χωρίς επισκέπτες
Η Επαναστατική Κυβέρνηση σε αναζήτηση τρόπου για την μονιμοποίησή της.
Ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ δέχθηκε ψύχραιμα το πένθιμο νέο του θανάτου του πατέρα του, ενώ ζήτησε από την κυβέρνηση την μεταφορά του στην Αθήνα για να ταφεί στο Τατόι, αίτημα που δεν έγινε δεκτό.
Ο Γεώργιος Βρισκόταν πρακτικά σε μια απομόνωση από την Επανάσταση του 1922 και είναι χαρακτηριστικό ότι την ημέρα των Χριστουγέννων δεν είχε ούτε ένα επισκέπτη!9 Ακόμη χειρότερα για τον ίδιο, όλοι οι υπασπιστές του ήταν πρόσωπα που μισούσαν φανερά τόσο τον ίδιο όσο και τον θεσμό που εκπροσωπεί και είχαν οριστεί απευθείας από την Επανάσταση. Πρακτικά το περιβάλλον αυτό είχε απαγορεύσει κάθε επαφή του Γεώργιου με τους πολιτικούς ηγέτες του αντιβενιζελισμού με τους οποίους βρισκόταν σε μυστική επαφή μέσω τρίτων.
Επίσης ο Γεώργιος δεν είχε επισκέψεις ούτε από τους πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων καθώς είχαν διακοπεί οι διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας με Αγγλία και Γαλλία μετά την εκτέλεση των Έξι. Αλλά και ο ίδιος, μάλλον λόγω ιδιοσυγκρασίας, δεν αντιδρούσε στην απομόνωση που του έχει επιβληθεί, αλλά την δεχόταν παθητικά ως κάτι αναπόφευκτο.
Η Στρατιωτική Κυβέρνηση συνέχιζε τις εκκαθαρίσεις, απολύσεις και τακτοποιήσεις σε όλο τον δημόσιο τομέα, ενώ την επομένη των Χριστουγέννων ανακοίνωσε την ίδρυση των Συνδέσμων Εθνικής Σωτηρίας σε όλη την Ελλάδα,10 σε μια προσπάθεια να αποκτήσει και κομματική διάσταση εξοβελίζοντας τα υπόλοιπα κόμματα που βρίσκονταν σε διάλυση. Ο Πλαστήρας ως αρχηγός της Επανάστασης επισκέφθηκε νοσοκομεία στην Αθήνα για να διαπιστώσει τις συνθήκες νοσηλείας που πρόσφεραν μένοντας ικανοποιημένος.
Απελπισία και ανάγκη όλων για μια ανάσα ζωής
Η Ελλάδα κατέβηκε στον τάφο της τον Σεπτέμβριο του 1922 και τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους απείχαν μόνο τρεις μήνες από την μεγαλύτερη καταστροφή του σύγχρονου Ελληνισμού. Η Μεγάλη Ιδέα είχε συντριβεί, οι πρόσφυγες συνωστίζονταν στους δρόμους των Αθηνών σε άθλια κατάσταση, υπενθυμίζοντας συνεχώς με την παρουσία τους τι είχε συμβεί και βαραίνοντας καταθλιπτικά την ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Τα Χριστούγεννα στην Αθήνα του 1922 ακροβατούσαν μεταξύ απελπισίας και της αγωνιώδους ανάγκης των πολιτών για μια ανάσα μέσα σε μια πνιγηρή και αποπνικτική ατμόσφαιρα.
Πηγές:
Γεωργής Γιώργος, «Η Ελλάς θα σωθεί – Η υποδοχή της συνθήκης της Λοζάνης από τον Κυπριακό Τύπο», στο: Λωζάννη 1923 (διαχρονικές προσεγγίσεις και εκτιμήσεις), επιμ. Γιώργος Γεωργής, Χρήστος Κυριακίδης, Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Καστανιώτη, Αθήνα 2017.
Δασκαρόλης Ιωάννης Β., «Το βρώμικο ψωμί»: η σιτοδεία στην Ελλάδα από τον Εθνικό Διχασμό στη Μικρασιατική Καταστροφή (1916-1992) από το συλλογικό «κ΄η Ανατολή του αιμάτου σιντριβάνι» Μικρασιατική εκστρατεία 1919-1922, Γκοβόστης, Αθήνα 2022.
Θεοτοκάς Γιώργος, Αργώ, Τόμος Α΄, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2015.
Μακρής Αλέξανδρος, «Οι κήρυκες της ιδέας του έθνους». Παλαιοί-Πολεμιστές, ανάπηροι και θύματα πολέμου στην Ελλάδα (1912-1940), διδακτορική διατριβή ΕΚΠΑ, Αθήνα 2021
Εφημερίδες: ΕΜΠΡΟΣ, ΕΣΤΙΑ, Πρωτεύουσα, ΣΚΡΙΠ.
1. Μετά τον θάνατό του στο Παλέρμο της Ιταλίας υπήρξαν πολλά υμνητικά δημοσιεύματα για τον ίδιο τόσο στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο, βλ. Γιώργος Γεωργής, «Η Ελλάς θα σωθεί – Η υποδοχή της συνθήκης της Λοζάνης από τον Κυπριακό Τύπο», στο: Λωζάννη 1923 (διαχρονικές προσεγγίσεις και εκτιμήσεις), επιμ. Γιώργος Γεωργής, Χρήστος Κυριακίδης, Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Καστανιώτη, Αθήνα 2017, σ. 168-172.
2. Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ, Τόμος Α΄, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2015, σ. 182.
3. ΕΜΠΡΟΣ, 25.12.1922.
4. Ιωάννης Β. Δασκαρόλης, «Το βρώμικο ψωμί»: η σιτοδεία στην Ελλάδα από τον Εθνικό Διχασμό στη Μικρασιατική Καταστροφή (1916-1992) από το συλλογικό «κ΄η Ανατολή του αιμάτου σιντριβάνι» Μικρασιατική εκστρατεία 1919-1922, Γκοβόστης, Αθήνα 2022.+
5. ΣΚΡΙΠ, 25.12.1922.
6. Πρωτεύουσα, 30.12.1922.
7. Αλέξανδρος Μακρής, «Οι κήρυκες της ιδέας του έθνους». Παλαιοί-Πολεμιστές, ανάπηροι και θύματα πολέμου στην Ελλάδα (1912-1940), διδακτορική διατριβή ΕΚΠΑ, Αθήνα 2021, σελ. 396-413.
8. ΕΜΠΡΟΣ, 22.12.1922.
9. Πρωτεύουσα, 25.12.1922.
10. Εστία 25,12.1922.
*Εκ του ιστολογίου <<Huffpost>> της 25.12.2022 πολ. ημ. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: «Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ»
Ἡ πιὸ φοβερὴ καὶ ἡ πιὸ ἀνεξιχνίαστη δύναμη στὸν κόσμο εἶναι ὁ Χρόνος, ὁ Καιρός. Καλὰ-καλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ δύναμη δὲν τὸ ξέρει κανένας, κι ὅσοι θελήσανε νὰ τὴν προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε.
Τὸ μυστήριο τοῦ Χρόνου ἀπόμεινε ἀκατανόητο, κι ἂς μᾶς φαίνεται τόσο φυσικὸς αὐτὸς ὁ Χρόνος. Τὸν ἴδιο τὸν Χρόνο δὲ μποροῦμε νὰ τὸν καταλάβουμε τί εἶναι, ἀλλὰ τὸν νοιώθουμε μοναχὰ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια ποὺ κάνει, ἀπὸ τὰ σημάδια ποὺ ἀφήνει πάνω στὴν πλάση.
Ἡ μυστηριώδης πνοὴ του ὅλα τ’ ἀλλάζει. Δὲν ἀπομένει τίποτα σταθερό, ἀκόμα κι ὅσα φαίνονται σταθερὰ κι αἰώνια. Μία ἀδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει ὅλα τὰ πάντα, μέρα-νύχτα, κι αὐτὴ τὴν ἄπιαστη καὶ κρυφὴ κίνηση δὲ μπορεῖ νὰ τὴ σταματήσει καμμιὰ δύναμη.
Τοῦτο τὸ πράγμα ποὺ τὸ λέμε Χρόνο, τὸ ἔχουμε συνηθίσει, εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μαζί του, ἀλλιῶς θὰ μᾶς ἔπιανε τρόμος, ἂν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε καλὰ τί εἶναι καὶ τί κάνει.
Ὅπως εἴπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αἰῶνες αἰώνων, ἀδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι ὅλα τ’ ἀλλάζει μὲ μία καταχθόνια δύναμη, ἄπιαστος, ἀόρατος, ἀνυπάκουος, τόσο, ποὺ νὰ τὸν ξεχνᾶ κανένας καὶ νὰ θαρρεῖ
πὼς δὲν ὑπάρχει, αὐτὸς ποὺ εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ ὑπάρχει καὶ ποὺ δὲ μπορεῖ ἡ διάνοιά μας, μὲ κανέναν τρόπο, νὰ καταλάβει πὼς κάποτε δὲν θὰ ὑπάρχει, πὼς θὰ καταστραφεῖ, πὼς θὰ λείψει.
Πῶς, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ «κάποτε» εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χρόνος; Πῶς μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανένας πῶς κάποτε θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ «κάποτε»;
Ἂν λείψει ὁ Χρόνος θὰ λείψουνε ὅλα τὰ πάντα. Αὐτὸς τὰ γεννᾶ, κι αὐτὸς πάλι τὰ λυώνει, τὰ κάνει θρύψαλα, καὶ τὰ ἐξαφανίζει. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες λέγανε στὴ Μυθολογία τους πώς ὁ Κρόνος, δηλαδὴ ὁ Χρόνος, ἔτρωγε τὰ παιδιά του.
Γέννηση, μεγάλωμα, φθορὰ καὶ θάνατος εἶναι τ’ ἀκατάπαυστα ἔργα του. Ἐνῶ βρίσκεται γύρω μας, ἀπάνω μας, μέσα μας, δὲν τὸν νοιώθουμε ὁλότελα, αὐτὸν τὸν ἀκατανόητο ἄρχοντά μας, αὐτὸν πού εἶναι φίλος κι ἐχθρός μας, γιατί αὐτὸς μᾶς φέρνει ὅλα τὰ καλὰ πού μᾶς χαροποιοῦνε, κι ὅλα τὰ κακὰ πού μᾶς πικραίνουνε.
Μᾶς δίνει τὴ γέννηση, τὴ γλυκειὰ λέξη τῆς ζωῆς, τὴ χαρὰ τῆς νιότης, τὴ δύναμη τῆς ἀντρείας, μᾶς δωρίζει παιδιά, ἐγγόνια, ἔργα λαμπρὰ πού μᾶς ξεγελοῦνε, κάθε λογῆς εὐχαρίστηση κι ἀνάπαψη.
Καὶ πάλι, ὁ ἴδιος μᾶς δίνει τὶς στενοχώριες, τὶς θλίψεις, τοὺς πόνους, τὶς ἀρρώστειες, τὸ ἀπίστευτο ἄλλαγμα καὶ χάλασμα τοῦ κορμιοῦ μας καὶ τῶν ἔργων, πού κοπιάσαμε νὰ τὰ κάνουμε, καὶ στὸ τέλος μᾶς ποτίζει τὸ φαρμάκι ἀπὸ τὸ ἴδιο ποτήρι πού μᾶς πότισε τὸ γλυκὸ κρασὶ τῆς χαρᾶς, δίνοντάς μας τὸν θάνατο, σ’ ἐμᾶς καὶ στοὺς δικούς μας.
Ὤ! ποιὸς θὰ πιάσει αὐτὸν τὸν κλέφτη, ποὺ μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, τὴν ὥρα ποὺ κοιμόμαστε καὶ τὴν ὥρα ποὺ εἴμαστε ξυπνητοί, ἀδιάκοπα, χωρὶς νὰ σταματήσει μήτε ὅσο ἀνοιγοκλείνει τὸ μάτι μας, τριγυρίζει παντοῦ, ὁλόγυρά μας, μέσα μας, στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι, μπαίνει σὲ κάθε μέρος,
στὸν οὐρανὸ ποὺ γυρίζουνε τ’ ἄστρα καὶ στὰ καταχθόνια, σὲ κάθε στεριὰ καὶ σὲ κάθε θάλασσα, σὲ κάθε τρύπα, σὲ κάθε ζωντανὸ κι ἄψυχο, σὲ κάθε ἁρμὸ τοῦ βράχου, σὲ κάθε καρδιά, κι ὅλα τὰ παλιώνει,
τὰ τρίβει σὰν τὴ μυλόπετρα, τὰ κάνει σκόνη· καὶ πάλι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ ἴδιος φτιάνει κάθε λογῆς κτίσμα καὶ κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τί ποὺ ὑπάρχει σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!
Ὅπως λοιπὸν ὅλα τὰ πάντα, ἔτσι κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε παίγνια στὰ χέρια αὐτοῦ τοῦ ἀκαταμάχητου γίγαντα, ποὺ εἶναι μαζὶ εὐεργέτης μας καὶ τύραννός μας. Καὶ δεχόμαστε τὸ ποτήρι ποὺ μᾶς κερνᾶ μὲ τὸ ʼνα χέρι του καὶ ποὺ ʼναι γεμάτο γλυκὸ κρασί, καὶ πίνουμε, καὶ τ’ ἄλλο ποτήρι ποὺ κρατᾶ στ’ ἄλλο χέρι του καὶ ποὺ ἔχει μέσα τὸ πικρὸ φαρμάκι.
Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὸ τὸ σκληρὸ παιχνίδι πού παίζει μ’ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ τέρας, ποὺ δὲν ἔχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα ἀπ’ ὅ,τι ἔχουνε ὅσα πλάσματα γεννᾶ καὶ σκοτώνει, καὶ πού τὸ παίζει δίχως νὰ γελᾶ, μήτε νὰ κλαίει, ἀδιάφορος κι ἀνέκφραστος, κρύος σὰν φάντασμα, αὐτὸς ὁ ἴδιος πού ἀνάβει τὴ φλόγα τῆς ζωῆς;
Ἀλλοίμονο! Αὐτὴ τὴν ἄσπλαχνη μυλόπετρα ποὺ τ’ ἀλέθει ὅλα στὸν κόσμο, τὴ γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, καὶ τὴ φχαριστοῦμε γιὰ ὅσα μᾶς ἔκανε πρίν, καὶ γιὰ ὅσα θὰ μᾶς κάνει ὕστερα, γιὰ τὰ πολλὰ κακὰ ποὺ θὰ πάθουμε ἀπ’ αὐτή, κοντὰ στὰ λίγα καλὰ ποὺ θὰ μᾶς φέρει καὶ ποὺ θὰ μᾶς τὰ πάρει βιαστικά.
Ἐμεῖς εἴμαστε σὰν τοὺς δυστυχισμένους κατάδικους ποὺ καλοπιάνουνε τὸν δήμιό τους, σὰν τοὺς μονομάχους τῆς Ρώμης ποὺ χαιρετούσανε τὸν Καίσαρα, πρὶν νὰ σφάξει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, κράζοντάς του: «Χαῖρε, ὢ Καίσαρ, οἱ μελλοθάνατοι σὲ χαιρετοῦνε»!
Ἔτσι, κ ἐμεῖς, χαιρετᾶμε τὸν καινούριο Χρόνο ποὺ θὰ μᾶς πάει πιὸ κοντὰ στὸ στόμα του γιὰ νὰ μᾶς φάγει, καὶ χοροπηδᾶμε καὶ τραγουδᾶμε οἱ δύστυχοι, σὰν τὰ σαλιγκάρια τοῦ Αἰσώπου, τὴν ὥρα ποὺ ψηνόντανε.
Τοῦτος ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι τὸ βασίλειο τοῦ Χρόνου, ποὺ τὸν κάνει ν’ ἀνθίζει καὶ νὰ μαραίνεται ἀδιάκοπα.
Ἡ φθορὰ εἶναι ὁ σκληρὸς νόμος ποὺ ἔβαλε ἀπάνω του τοῦτος ὁ τύραννος. Μ’ αὐτὴ τὴν ἄσπαστη ἁλυσίδα βαστᾶ καὶ τὸν ἄνθρωπο, σκλάβο ἀνήμπορον κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του.
Μόνο μία ἐλπίδα ὑπάρχει γι’ αὐτόν, νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ φθορά: ὁ Χριστός, ὁ λυτρωτής, ὁ καθαιρέτης τῆς φθορᾶς. Ἐκεῖνος ποὺ πάτησε τὸν θάνατο καὶ ποὺ εἶπε: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἄν ἀποθάνη ζήσεται. Ἐγὼ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς. Ἐὰν τις φάγη ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰώνα»!
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ κλειδοκράτορας τοῦ μυστικοῦ κόσμου, λέγει: «Ἡ κτίσις ὑποτάχθηκε στὴ ματαιότητα, ἄθελά της, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κι αὐτὴ ἡ κτίση θὰ λευτερωθεῖ ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῆς φθορᾶς, στὴν ἐλευθερία τῆς δόξας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.
Γιατί γνωρίζουμε, πὼς ὅλη ἡ κτίση ἀναστενάζει καὶ πονᾶ μαζί μας ὡς τώρα. Κι ὄχι μοναχὰ ἡ κτίση, ἀλλὰ κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ποὺ ἔχουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσα μας, ἀναστενάζουμε, περιμένοντας τὴν υἱοθεσία (δηλ. νὰ γίνουμε τέκνα τοῦ Θεοῦ), ἤγουν νὰ λυτρωθεῖ τὸ σῶμα μας ἀπὸ τὴ φθορά».
Κι ἀλλοῦ λέγει: «Ἂν κατοικεῖ μέσα σας τὸ Πνεῦμα Ἐκείνου ποὺ ἀνάστησε τὸν Ἰησοῦ, Αὐτὸς ποὺ ἀνάστησε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ ζωοποιήσει τὰ θνητὰ σώματά σας μὲ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ κατοικεῖ μέσα σας».
Ναί. Μοναχὰ ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς καὶ ποὺ πῆρε ἀπʼ Αὐτὸν κάθε ἐξουσία, θὰ δώσει τὴν ἀφθαρσία στοὺς ἀγαπημένους του, καταργώντας καὶ τὸν χρόνο καὶ τὸν τόπο τῆς ὕλης, ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς φθορᾶς. Νά, τί λέγει ὁ ἅγιος Πέτρος γι αὐτὴ τὴν ἀλλαγή:
«Ἤξει δὲ ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ἐν οἱ οὐρανοὶ ριζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται». Καὶ στὴν Ἀποκάλυψη εἶναι γραμμένα τὰ παρακάτω λόγια γιὰ τὸν καινούριο κόσμο τῆς παλιγγενεσίας:
«Καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἐκεῖ, καὶ χρείαν οὐκ ἔχουσι λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς, καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». *Εκ του ιστοτόπου <<nektarios.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ (1968): ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ (ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ)
Ηχητική μεταφορά από το αρχείο της ΕΡΤ
ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ: ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ (ΜΕΡΟΣ 10ον)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση «Άγιος Τύχων ο Μαρτυρικός Πατριάρχης»,
Αθήνα 2014, σελ. 97-105.
<<Η επανάσταση και οι πολιτικές ταραχές του 1917 βρήκαν την Εκκλησία στο στάδιο της προετοιμασίας για την επαναφορά της πατριαρχίας, προκειμένου ν' ανακτήσει την αυτοτέλειά της. Έτσι συνήλθε μια μεγάλη Σύνοδος που αποφάσισε τελικά την επαναφορά της πατριαρχίας και στη συνέχεια εξέλεξε τον Τύχωνα πατριάρχη. Το να βρεθεί κανείς ποιμενάρχης σε μια τέτοια περίοδο ταραχών και διωγμών ισοδυναμεί με μαρτύριο.
Οι μπολσεβίκοι προχωρούσαν διαρκώς σε τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον της Εκκλησίας. Για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, επινόησαν αυθαίρετα το επιχείρημα πως η Εκκλησία στο σύνολό της δεν ήταν παρά μια αντεπαναστατική οργάνωση, που έπρεπε να εξαλειφθεί από προσώπου γης. Οι ίδιοι έκλεισαν ή ανατίναξαν τις περισσότερες εκκλησίες, σφράγισαν μοναστήρια, δήμευσαν την εκκλησιαστική περιουσία, ενώ οι κληρικοί κι οι μοναχοί πήραν το δρόμο της εξουσίας, της φυλακής, των βασανισμών και του μαρτυρίου.
Η Εκκλησία τα χρόνια αυτά έζησε ένα νέο μαρτυρολόγιο. Η θέση του πατριάρχη ήταν πολύ δύσκολη. Από τη μια έπρεπε να υποστηρίξει την αυτοτέλεια και την ύπαρξη της Εκκλησίας κι από την άλλη να προστατέψει τους πιστούς, που αντιδρούσαν στις αντιεκκλησιαστικές και βίαιες ενέργειες του σοβιετικού κράτους, με αποτέλεσμα να γίνονται θύματα της αγριότητας και της βιαιότητας της νέας σοβιετικής κυβέρνησης.
Ο πατριάρχης προσπάθησε να συγκρατήσει τις αθεϊστικές δυνάμεις που ήθελαν να επιβάλουν μια κυριαρχία στερημένη από αρχές και αξίες, βασισμένη μόνο σε μια ιδεοληψία για δήθεν ισότητα και δικαιοσύνη, που τελικά εξελίχτηκε στην πλέον άδικη και τρομοκρατική καταπάτηση κάθε ανθρώπινου δικαιώματος κι ελευθερίας, στο όνομα μιας <<απελευθερωμένης και δίκαιης ανθρωπότητας>>. Τα αποτελέσματα αυτής της τραγικής για την ανθρωπότητα απόπειρας ήταν ολέθρια, τραγικά!
Ο πατριάρχης αντιστάθηκε, αγωνίστηκε σθεναρά να πείσει τους κρατούντες να σεβαστούν τα ιερά και τα όσια που από αιώνες πολλούς σέβονταν και τιμούσαν οι Ρώσοι πιστοί. Προκειμένου να κατασιγάσει το μένος τους εναντίον κάθε ιερού και οσίου, ικανοποίησε πολλές φορές ορισμένες από τις απαιτήσεις του νέου καθεστώτος, όταν αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα επιζήμιες για την Εκκλησία και τους πιστούς. Όταν όλ' αυτά δεν απέδωσαν, προχώρησε στον αυστηρό έλεγχό τους, με την ύστατη ελπίδα, ότι ίσως αυτό θα μπορούσε να καταλαγιάσει τον ανεξέλεγκτο επαναστατικό πυρετό τους. Όλα απέβησαν μάταια. Κι ο πατριάρχης βέβαια ακολούθησε την τύχη που είχαν εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, δηλαδή το δρόμο του μαρτυρίου.
Η μεγάλη και μαρτυρική μορφή του ομολογητή πατριάρχη δεν έχει παρουσιαστεί ως σήμερα στο ελληνικό κοινό. Με την προτροπή και τη βοήθεια της ηγουμένης και των αδελφών της Ιεράς Μονής του αγίου Αλέξανδρου Νέφσκυ και της Παναγίας Νέο-Τίχβιβ, από το Αικατερίνμπουρκ της Ρωσίας, προχωρήσαμε στη σύνδεση και την έκδοση του βιβλίου αυτού, με την ελπίδα πως η ανάγνωσή του θα μας παρηγορήσει και θα μας στηρίξει, θα ενισχύσει τους πιστούς στον αγώνα τους, ιδιαίτερα στις δύσκολες συνθήκες που διανύουμε σήμερα στην πατρίδα μας>>.
Πέτρος Μπότσης, Δεκέμβριος 2014.
(Απόσπασμα εκ του προλόγου)
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
Δολοφονικές απόπειρες κατά της ζωής του
Μετά την αποφυλάκιση του αγίου (γύρω στα 1923-1924) έγινε και δεύτερη απόπειρα εναντίον της ζωή του (η πρώτη είχε γίνει το 1919). Να πως εξελίχτηκε η υπόθεση:
Κάποια μέρα, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας σε ένα ναό της Μόσχας, τη στιγμή που ο αρχιδιάκονος, προφέροντας τα λόγια <<Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε>> έφερε το άγιο ποτήριο στους πιστούς,
ένας άντρας που στεκόταν δίπλα στο σολέα, έβγαλε από τα ρούχα του μια μαγκούρα και με την κραυγή <<Τύχων, θα σε σκοτώσουμε>> χτυπούσε το μητροπολίτη Πέτρο, που κατά λάθος τον πήρε για τον Πατριάρχη.
Το χτύπημα έγινε μόνο στον ώμο του μητροπολίτη, κι έπειτα οι υποδιάκονοι έπιασαν αμέσως τον άντρα και τον οδήγησαν στην αστυνομία. Στις 9 Δεκεμβρίου 1924 έγινε η τρίτη απόπειρα.
Τη νύχτα μπήκαν στην κατοικία του δύο ένοπλοι δολοφόνοι και σκότωσαν κατά λάθος το συγκελλιώτη του Αγίου, τον Ιάκωβο Πολοζώφ. Τον Ιάκωβο είχε πάρει ναζί του ο άγιος Τύχων στο Χολμ, επειδή ήταν ορφανός κι εκείνος τον συνόδευε πάντα από τότε.
Φαίνεται πως δεν είχε κανέναν πιο γνωστό του από τον πατριάρχη. Ο Ιάκωβος ενταφιάστηκε κοντά στη νότια πλευρά του χειμερινού καθεδρικού ναού της μονής Ντονσκόυ.
Η τέταρτη έγινε σε μια εβδομάδα μετά την κηδεία του Ιακώβου. Ο Πατριάρχης επισκέφτηκε κάποια μέρα τον τάφο του Ιακώβου στο νεκροταφείο της μονής της Παναγίας Ντονσκάϊα.
Εκεί κάποιος πυροβόλησε δυο φορές τον άγιο, αλλά αστόχησε. Όσο πλησίαζε το τέλος του, τόσο εντείνονταν οι πιέσεις της κυβέρνησης για συνεργασία.
<<Θα ήταν καλύτερα για μένα να έμενα στη φυλακή, έλεγε σ' αυτές τις στιγμές. Υποτίθεται πως είμαι ελεύθερος, μα δεν μπορώ να κάνω απολύτως τίποτα. Διορίζω έναν επίσκοπο στο Νότο κι αυτοί τον στέλνουν στο Βορρά. Διορίζω έναν άλλο στη Δύση κι εκείνοι τον στέλνουν στην Ανατολή>>.
Το μαρτυρικό τέλος του
Η ήδη εύθραυστη υγεία του αγίου Τύχωνα επιδεινώθηκε μετά από τα περιστατικά αυτά. Οι πιέσεις για να κρατήσει τη ζωή και το θάνατο των συνεπισκόπων του, των κληρικών και των λαϊκών σε ισορροπία,
ενώ από την άλλη έπρεπε να διατηρήσει την αλήθεια και την εσωτερική πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας, έστειλαν μια ώρα αργότερα τον κάποτε ζωηρό και παλλόμενο άγιο Τύχωνα στον τάφο.
Στις 13.1.192 τον έβαλαν σε μια κλινική, επειδή ένιωσε στηθάγχη και έπασχε από μυοκαρδίτιδα κι από πυελονεφρίτιδα. Ο πατριάρχης ένιωθε πολύ άσχημα, δε σταμάτησε όμως να δέχεται τους συνεργάτες του καθημερινά και προσπαθούσε ν' ασκεί το κατά δύναμη τα καθήκοντά του.
Εκεί τον επισκέφτηκε κάποτε ο μυστικός πράκτορας Τουτσκώφ και του παρουσίασε ένα σχέδιο παραίτησής του από το θρόνο, ενώ ταυτόχρονα του πρότεινε μια άνετη διαμονή στο Νότο για ανάπαυση.
Ο γενναίος πατριάρχης αρνήθηκε λέγοντας: <<Πολύ σύντομα θα έχω άφθονο χρόνο για ανάπαυση. Τώρα πρέπει να δουλέψω>>. Την τελευταία λειτουργία του την έκανε στις 23 Μαρτίου, δυο μέρες πριν από την κοίμησή του.
Την τελευταία του πνοή ο πατριάρχης την άφησε την 25η Μαρτίου / 7Απριλίου 1925, σε ηλικία εξήντα ετών. Ο επίσκοπος του Σερπούχωφ Μάξιμος ισχυρίζεται πως τον δηλητηρίασαν πράκτορες της μυστικής αστυνομίας και παρόμοιες υποψίες ότι τον δηλητηρίασαν, κυκλοφορούσαν συχνά.
Τίποτα δεν αποδείχτηκε όμως, ούτε και η Εκκλησία αποδέχτηκε την άποψη αυτή. Ο ενταφιασμό του έγινε στον καθεδρικό ναό της μονής της Παναγίας Ντονσρκάϊα, λίγα μέτρα μακρύτερα από τον πιστό του συγκελλιώτη.
Τα τελευταία προφητικά λόγια που είπε προτού αφήσει την τελευταία του πνοή ήταν τα εξής: <<Η νύχτα θα είναι βαθιά και μεγάλη>>. Μετά από τα λόγια αυτά έπεσε για λίγο σε λήθαργο, αλλά σύντομα συνήλθε και ρώτησε:
-Τί ώρα είναι; -Δώδεκα παρά τέταρτο. -Καλά, δόξα τω Θεώ! απάντησε ο Πατριάρχης, σα να περίμενε την ώρα αυτή και ξεκίνησε να κάνει το σταυρό του. -Δόξα Σοι, Κύριε! -ξαναείπε κι έκανε πάλι το σταυρό του.
-Δόξα Σοι, Κύριε! -είπε για τρίτη φορά κι έκανε ξανά το σταυρό του. -Δόξα Σοι!... -δοκίμασε να ξανασηκώσει το χέρι του για να κάνει το σταυρό, αλλά αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να τον ολοκληρώσει...
Η κηδεία του πατριάρχη έγινε στις 30 Μαρτίου / 12 Απριλίου και ήταν πάνδημη, κάτι το πρωτοφανές για την εποχή εκείνη. Αν κι η κυβέρνηση είχε απαγορεύσει τις δημόσιες λατρευτικές εκδηλώσεις, οι καμπάνες όλων των εκκλησιών της Μόσχας χτυπούσαν πένθιμα όλη την ημέρα.
Στον ενταφιασμό του στη μονή Ντονσκόυ συμμετείχαν πενήντα οκτώ επίσκοποι και την παρακολούθησαν χιλιάδες λαού. Οι πιστοί που ήθελαν να προσκυνήσουν το λείψανο του αγίου στέκονταν περίπου 8-10 ώρες την ουρά -τόσο μεγάλο πλήθος ανθρώπων επισκέφτηκαν τη Μονή.
Από την Τετάρτη μέχρι την Κυριακή κάθε μέρα πήγαιναν εκεί περίπου 100.000 άνθρωποι. Το λείψανο του ομολογητού πατριάρχη ενταφιάστηκε στο χειμερινό ναό της μονής.
Το Μάϊο του 1991, όταν το μοναστήρι είχε ξαναγυρίσει στο πατριαρχείο Μόσχας, μετά από μια πυρκαγιά που είχε προηγηθεί στο μοναστήρι. έκαναν διάφορες εργασίες, στη διάρκεια των οποίων βρέθηκε ο τάφος του μαρτυρικού πατριάρχη.
Στις 19.2.1992 προσχώρησαν στην ανακομιδή των λειψάνων του, που βρέθηκαν αδιάφθορα. Χαρακτηριστικό είναι ότι άφθορα βρέθηκαν ακόμη και τα άμφιά του, όπως και τα φύλλα ιτιάς που υπήρχαν στο φέρετρό του, καθώς η κηδεία του είχε γίνει την Κυριακή των Βαϊων.
Αυτόπτες μάρτυρες διηγούνται πως στο πρόσωπο του ιερού λειψάνου μπορούσε να διακρίνει κανείς ακόμα και τα χαρακτηριστικά του, ενώ η ευωδία που ανέδιδε ήταν καταπληκτική.
Τώρα τα λείψανά του αναπαύονται στο χειμερινό ναό, όπου μεγάλα πλήθη πιστών προσέρχονται για να προσκυνήσουν τον γενναίο και άγιο αρχιερέα τους.
Ο πατριάρχης Τύχων ανακηρύχτηκε πρώτα άγιος από την Υπερόριο Ρωσική Ορθόδοξο Εκκλησία το 1981, σε συνδυασμό με την ανακήρυξη των νεομαρτύρων και ομολογητών της Ρωσίας. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία (πατριαρχείο Μόσχας) τον ανακήρυξε άγιο το 1989. Άγιε Νεομάρτυρα και Ομολογητά Τύχων, πρέσβευε υπέρ ημών!
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση «Άγιος Τύχων ο Μαρτυρικός Πατριάρχης»,
Αθήνα 2014, σελ. 97-105.
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022
ΣΤΑ ΑΒΑΤΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΛΥ «ΨΩΜΙ»
Κάθε φορά που μία αστυνομική καταδίωξη καταλήγει στο μοιραίο, αρχίζει η μονοτονία της «κρατικής βίας». Εάν το θύμα είναι Ρομά ή λαθρομετανάστης, προστίθεται και ο ρατσισμός. Υπάρχει εξήγηση και χωρίς μικροσκόπιο.
Ο χώρος έχει πολύ «ψωμί». Δημοσιογραφικές και πολιτικές καριέρες χτίζονται πάνω του. Για άλλους, είναι κάτι σαν σωτηρία της ψυχής. Αισθάνονται ανώτεροι άνθρωποι. Οι υπόλοιποι, αμήχανοι, φοβισμένοι από το bullying που οι οργισμένες μειοψηφίες επιβάλλουν στον δημόσιο λόγο, ψελλίζουν τα συνηθισμένα αλαμπουρνέζικα για την «ανάγκη πολιτικών ενσωμάτωσης».
Και όλοι μαζί προσφέρουν τις χείριστες υπηρεσίες στους ανθρώπους για τους οποίους «αγωνίζονται». Γιατί δεν είναι οι «πολιτικές ενσωμάτωσης» εκείνες που λείπουν. Η λογική λείπει. Και ακόμη περισσότερο, το θάρρος για αναμέτρηση με την πραγματικότητα.
Δεν μπορείς να ενσωματώσεις εκείνους που δεν θέλουν να ενσωματωθούν. Και κυρίως, δεν μπορείς να τους ενσωματώσεις κάνοντας τα στραβά μάτια. Δεν μπορείς να ενσωματώσεις τους φανατικούς Μουσουλμάνους γιατί το Κοράνι παρέχει μία μεταφυσική, ιερή και ηθικά νομιμοποιημένη βάση που καθορίζει τους κοινωνικούς κανόνες, υπερισχύοντας του θετικού δικαίου των κρατών όπου αυτοί κατοικούν.
Ο πιστός Μουσουλμάνος ούτε έχει εκπαιδευτεί να πιστεύει στο κοσμικό κράτος που αποτελεί θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού, ούτε είναι διατεθειμένος να πιστέψει. Οργανώνεται σε κλειστές κοινωνίες που, στο όνομα του περιβόητου δικαιωματισμού, αξιώνουν «σεβασμό της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας» και προσδοκούν ότι σιγά - σιγά θα μεγαλώσουν ώστε να επιβάλουν τους δικούς τους κανόνες.
Τώρα, πώς η «πρόοδος», στην φιλελεύθερη και στην αριστερή εκδοχή της, κατάφερε να είναι και με την LGBT+ κοινότητα αλλά και με εκείνους που υπερασπίζονται ως δικαίωμα την εφαρμογή της Σαρίας, δηλαδή να πετούν τους ομοφυλόφιλους από τις ταράτσες, αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Από αλλού μας έρχεται το «φρούτο». Παντού, όμως, αποτελεί αρμοδιότητα ειδικών επιστημόνων.
Εξίσου δεν μπορείς να ενσωματώσεις τους Ρομά, παριστάνοντας τον κουφό και τον τυφλό. Δισεκατομμύρια από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους έχουν διατεθεί εδώ και σαράντα χρόνια, από ευφάνταστα προγράμματα που σχεδιάζουν γραφειοκράτες και υπογράφουν δειλοί πολιτικοί για να σπρώξουν το πρόβλημα κάτω από το χαλί ή να εξαγοράσουν ψήφους.
Το αποτέλεσμα είναι λιγότερο από τρύπα στο νερό. Τα γκέτο έγιναν πιο κλειστά παρά ποτέ. Και μία φυλή που μέσα στους αιώνες είχε αναπτύξει παράδοση στο μικρεμπόριο, διεκδικώντας δι’ αυτής την επαφή με την ευρύτερη κοινωνία, κατάντησε να κυνηγά επιδόματα ή να ασκείται στην σκληρή παραβατκότητα.
Ακόμη χειρότερα, η προκατάληψη απέναντι στους Ρομά έχει κορυφωθεί. Αναπόφευκτα, και ας μας κρατάει μούτρα η πολιτική ορθότητα, δηλαδή άνθρωποι που αν τους πεις να πάνε στον οικισμό Αγία Σοφία δεν θα τον βρουν ούτε με GPS.
Ο κόσμος βλέπει αυτό που λένε οι δυσάρεστες στατιστικές. Το 50% της σκληρής εγκληματικότητας στην Αττική προέρχεται από τους οικισμούς Ρομά στον Ασπρόπυργο, στο Ζεφύρι και στα Λιόσια.
Στη Θήβα στήνουν οδοφράγματα στην εθνική οδό και ληστεύουν οδηγούς αυτοκινήτων. Καταστάσεις Φαρ Ουέστ! Και αν κάνετε ένα πέρασμα από τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, στον τρίτο όροφο όπου βρίσκονται τα «βαριά» ακροατήρια, θα πάρετε επίσης μία ιδέα.
Οι Αλβανοί που ήρθαν πάμφτωχοι και εξαθλιωμένοι στην δεκαετία του ’90, είναι σήμερα υποδειγματικά εντεταγμένοι στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Χαιρόμαστε για την πρόοδό τους. Εφαρμόσθηκαν «ειδικές πολιτικές» για τους Αλβανούς;
Όχι! Ήθελαν να ενσωματωθούν και ενσωματώθηκαν. Οι Ρομά θα βγουν αναγκαστικά από την αυτοαπομόνωσή τους, όταν το παραμύθι της «ιδιαιτερότητας» πάψει να αποτελεί δικαιολογία για να εξαιρούνται από τους νόμους που ισχύουν για τους υπόλοιπους πολίτες.
Θα βοηθούσε εάν σταματήσουν και τα «καλλιστεία κοινωνικής ευαισθησίας» αλλά είπαμε: Στα άβατα υπάρχει πολύ ψωμί. Οπότε, εκείνοι το βιολί τους και η πολιτεία το καθήκον της. Εκ της <<Κυριακάτικης Μακεδονίας>> της 18.12.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΥ: «ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ»
Οἱ ποιητές μᾶς διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα.
«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφημερίδα τῆς 25ης Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράμιλλα εἰκονιζόμενο στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):
Μὲ χρόνους μὲ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ,
κάποιος ἀμαθής, ἁμαρτωλὸς χυδαῖος,
καμμία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυμεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν μποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.
Ἂν ὁ Παπαδιαμάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶμα, ὅμως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν
ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήματος. Πάντως στὴν πεζογραφία μας, καὶ μάλιστα στὴ διηγηματογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαμορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγματα.
Δειγματοληπτικὰ ὑπενθυμίζουμε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραμα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀμερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).
Ἡ δίψα γιὰ διάρκεια Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήμαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσματος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε μέσα στὴν ποιητική μας παράδοση μορφικὰ ἐπιτεύγματα, τὰ πράγματα δὲν μένουν μόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτμόσφαιρας.
Ἀλλά, μέσῳ τῆς μεταμορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώματος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: μὲ ἄλλα λόγια, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας του ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν - συχνὰ - αἱματηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδομένων.
Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια μου καὶ τὰ χαρτιά μου» ἐντάσσει δυὸ κείμενα μὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφημος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαμαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάμπει τὸ νόημα τῆς γιορτῆς:
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός.
Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόημα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων ἀντιφάσεων:
Εἴδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,
τῆς νύχτας μέσα μου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ μέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά μου μιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα - καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα - παραπέμπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα / λάμπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μία ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το / μπορεῖ νὰ φτάσει.
Παρόμοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης μὲ τὰ ποιήματα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει γιὰ τὴν παραμυθητικὴ σημασία τῶν Χριστουγέννων:
Κι ὅσο κι ἂν ματώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισμα ἅγιων ἡμερῶν
μόνο αὐτὸ σοῦ μένει
στὶς θύελλες μέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδομένη.
Ἡ βαθύτερη φλέβα Ξανακερδίζουμε στὶς μέρες μας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦμε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου - τοῦ σώματος τῆς ἔμμετρης ποιητικῆς μας ἰδιοπροσωπίας.
Διαβάζοντας καὶ μελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμοὺς ποὺ μποροῦν νὰ συγκραθοῦν μὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δημιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ μίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ μὲ βάθος.
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή μας ὅσον ἀφορᾶ τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ
ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία - ἐκφράζουν μία μυστικὴ βιωματικὴ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόμενοι ἀντηχεῖα μιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρημένο στὴ σύγχρονη μαζικὴ πραγματικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτημα.
Ἐξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς μὲ τὸ ποίημα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε μία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:
Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσματα πῶς σ᾿ Ἕνα
ποτάμια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν ματωμένα
πὼς ματωμένοι θ᾿ ἄνοιγαν μαζί τους κι οἱ οὐρανοί.
Νεωτερικὲς ἐκφράσεις Ὁ ἑλληνικὸς μοντερνισμὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς - ἀξεπέραστες ὡς σήμερα, ἐν πολλοῖς - κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται μονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται.
Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα μὲ τὸ χαμηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ μοντέρνου καθημερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει.
Ὡστόσο εἶναι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωμα νοήματος, ρητὴ ἢ διατυπούμενη ὡς αἴτημα, ἀποτελεῖ μία κορυφαία μοντερνιστικὴ ἀναζήτηση.
Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς, στεκόμαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ μὲ τὰ τρία του ποιήματα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) μᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:
Δὲν περιμένω τὴν ὀσμὴ καμιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ μου, θὰ μὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιμενικὸν θαῦμα, θὰ φανῶ φάσμα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσμα.
Συγκεκριμένη πνευματικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη μὲ τὸ ποίημα «Παραμονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐμοί»,
ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μεθόδου, μεταμορφωτὴς ἑνὸς μηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐμφυλίου:
Σημαία / ἀκόμη / τὰ δόκανα στημένα στοὺς δρόμους /
τὰ μαγικὰ σύρματα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καμένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ μικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷμα τὸ αἷμα τὸ αἷμα.
(«Χριστούγεννα 1948»)
Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίημα γιὰ τὰ Χριστούγεννά μας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώμη μου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιημάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς». Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα. Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό. «Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό. Οἱ ποιητές μας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας
καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἐλύτη:
Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος /
νά ῾ν᾿ ἥμερος νά ῾ναι ἄκακος /
λίγο φαΐ, λίγο κρασί /
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.
Ὁ Δημήτρης Κοσμόπουλος εἶναι ποιητὴς καὶ δοκιμιογράφος. <<Τὰ Χριστούγεννα τῶν ποιητῶν>>. *Εκ του ιστολογίου <<ΤΟ ΒΗΜΑ,>> της 24.12.2005. Ιστότοπος <<kirigmata.blogspot.com>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)





