ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΜΑΣ



Δεν υπάρχει δυστυχέστερος άνθρωπος, 

από τον άνθρωπο που χωρίζεται από τον Θεό.

Ακόμη πιο πολύ, 

από τον Χριστιανό άνθρωπο, 

που χωρίζεται απ' τον Θεό, 

το να ζει και να απολαμβάνει τα πάθη του 

και τα αμαρτήματά του...



''Νεανίσκε σοι λέγω εγέρθητι''. Όσο ευλογημένοι Χριστιανοί, όσο κι αν η λυτρωτική θυσία του Κυρίου μας και η πίστις μας εις Αυτόν ελαττώνει τον πόνο του θανάτου προσφιλών προσώπων μας, όμως δεν παύει να είναι ένα γεγονός λυπηρό. Η στέρησις -έστω και προσωρινά- αγαπητών μας προσώπων, κι αυτός ο ίδιος ο Χριστός μας, όταν πήγαινε ν' αναστήσει τον Λάζαρο -λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής- δάκρυσε. Δάκρυσε!


Ο Απόστολος Παύλος δεν μας λέει να μην λυπόμαστε για τον θάνατο προσφιλών προσώπων, να μην λυπούμεθα, αλλά να μην λυπούμεθα, ''ώσπερ και οι λοιποί, οι μη έχοντες ελπίδα''. Να μην λυπούμεθα σαν εκείνους, που δεν έχουν την ελπίδα της Αναστάσεως.


Ανέκφραστος ο πόνος της χήρας -εκείνης γυναίκας- της πόλης Ναϊν, που πριν από λίγο καιρό έκανε τον ίδιο δρόμο προς το κοιμητήριο για να θάψει τον άνδρα της. Αλλά έχοντας την παρηγοριά του γιου της, δεν ήταν τόσο πολύ μεγάλος ο πόνος της. Τώρα όμως που χάνει και το μονάκριβο παιδί της ήταν απαρηγόρητη.


Κανείς δεν θα μπορούσε να περιγράψει τον θρήνον, όταν ξεκινούσε το λείψανον του γιου της από το σπίτι που έβγαινε για τελευταία φορά κατευθυνόμενο προς το κοιμητήριο. Μια άλλη όμως συνοδεία, η συνοδεία του Χριστού μας με τους αγίους Αποστόλους Του, τους δώδεκα και άλλους απ' τον κόσμο πολύ που Τον ακολουθούσε, που σαν τα ελάφια τρέχανε να ζυγιστούν από τα σωτήρια λόγια του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού μας.


Ο Χριστός μας, εκτός από άνθρωπος τέλειος ήταν και Θεός τέλειος. Σαν καρδιογνώστης Θεός έβλεπε τον ανέκφραστο πόνο αυτής της μάννας κι αυτή τη φορά κατευθύνεται προς τα κει, για να αναστήσει το παιδί της. Κι όταν συναντήθηκε ο Χριστός με την συνοδεία των κατοίκων της πόλεως, που συνόδευαν το λείψανο προς το κοιμητήριο, εκεί λοιπόν στην συνάντηση τους σταμάτησε.


Λυπήθηκε -λέει ο ιερός Ευαγγελιστής- την πονεμένη μητέρα και με συγκίνηση της είπε: ''γύναι μη κλαις''. Γυναίκα μην κλαις. Κι όπως ήταν σταματημένο το φέρετρο μπροστά στα πόδια Του, γυρίζει προς το νεκρό σώμα και λέγει Αυτός που είπε ''Εγώ είμαι η Ζωή και η Ανάστασις'': ''Νεανίσκε σοι λέω εγέρθητι!''. Σε σένα απευθύνομαι και σου λέω ''Σήκω επάνω''.


Ούτε σε κλάσματα δευτερολέπτου, αλλά πιο σύντομα από κλάσματα δευτερολέπτου πέρασε η φωνή του Θεανθρώπου Ιησού το υλικό σύμπαν. Πέρασε η φωνή Του την χώρα των πνευμάτων, εκεί που τα πνεύματα, όταν βγαίνουν απ' το σώμα περιμένουν στην χώρα εκείνη των πνευμάτων την ''καινήν ανάστασιν'', για να πάρουν πάλι αφθαρτοποιημένα τα σώματά τους, να παρουσιαστούν μπροστά στον φοβερό Κριτή της Δευτέρας Παρουσίας.


Περνάει λοιπόν η φωνή Του το υλικό σύμπαν και μέχρι που να πει τις λέξεις αυτές, η ψυχή επιστρέφει από το σύμπαν. Να λοιπόν ένα δίδαγμα μεγάλο, πως οι ψυχές δεν πεθαίνουν, ζουν. Όσο υπάρχει η ψυχή, κινείται το σώμα. Όταν η ψυχή χωριστεί από το σώμα, πάει στη χώρα των πνευμάτων. Τότε το σώμα είναι άχρηστο, είναι νεκρό και τα πιο προσφιλή μας πρόσωπα σπεύδουν να το ενταφιάσουν για να μη τους πάρει η βρώμα και η δυσοσμία.


Ευθύς αμέσως που αναστήθηκε ο νέος, άρχισε -λέγει- να ομιλεί. Και μπορείτε τώρα να φανταστείτε την ανέκφραστη χαρά της μητέρας, αλλά και όλων των κατοίκων που φώναζαν με σπαραγμό: ''μεγάλος δε προφήτης έχει εγερθεί για να σώσει το έθνος μας, για να σώσει τον λαό''. Αυτό όμως το θαύμα αδελφοί μου εν Χριστώ, αυτό το θαύμα θα μπορούσα να πω, πως είναι πολύ μικρό μπροστά σε μια ψυχική ''νεκρανάσταση''.


Γιατι στο να εγερθεί ένα νεκρό σώμα, όπως το σώμα του νέου που ακούσαμε σήμερα στην ευαγγελική περικοπή είναι το θέλημα του Θεού. Κι αφού το θέλει ο Θεός τον ανασταίνει. ''Νεανίσκε σοι λέγω εγέρθητι''. Ο Λάζαρος σε τέσσερεις μέρες αποσύνθεσης το σώμα του. ''Λάζαρε δεύρο έξω''. Κι αμέσως ανασταίνεται.


Αλλά στην ψυχική νεκρανάσταση, ενώ το σώμα μπορεί να το αναστήσει ο Χριστός, την ψυχή δεν μπορεί, αν ο άνθρωπος δεν το θέλει. Γιατί έχει δώσει ο Θεός το μεγαλύτερο δώρο στον άνθρωπο, το αυτεξούσιο, την ελευθερία. Και λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: ''ο άνευ σου πλάσας σε, ου δύναται άνευ σου σώσε σαι''.


Αυτός, που από αγάπη σε έκανε άνθρωπο, δεν μπορεί να σε σώσει. Δεν μπορεί να σε σώσει, εάν δεν το θέλεις, εάν δεν το θέλει ο άνθρωπος. Κι αυτό είναι το μεγάλο δυστύχημα: πως ο άνθρωπος κάνει κακή χρήση, εάν εξαιρέσει κανείς ελαχίστους. Το σύνολο της ανθρωπότητος κάνει κακή χρήση της ελευθερίας του, του αυτεξουσίου του και με το ''έτσι θέλω'' του γίνεται αντάρτης των εντολών του Θεού, αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και ζει ό,τι ο Θεός δεν θέλει.


Ζει για να καλλιεργεί τα πάθη του. Ζει για να απολαμβάνει τα αμαρτήματά του. Που αν μπορεί ποτέ ο άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος, καλλιεργώντας τα πάθη και την αμαρτία. Δεν υπάρχει πιο δυστυχισμένος άνθρωπος, από τον άνθρωπο που χωρίζεται από τον Θεό!


Όπως έλεγα σε μια ομιλία προ ετών στην Στοκχόλμη, σ' ένα Λύκειο με χίλια παιδιά. Περεκάλεσαν εκεί να ομιλήσω, μια καθηγήτρια και δημοσιογράφος, που εδώ στο μοναστήρι μας βαπτίσθηκε ορθόδοξη. Και όταν είδα μια λαοθάλασσα από νέους δείλιασα. Πώς να μιλήσω σε αδιαφόρους προτεστάντες, που δεν ήξεραν τι είναι ο Χριστός, τι είναι η Παναγία. Και προσευχήθηκα μέσα από την καρδιά μου, να μου δώσει ο Θεός λόγο και θυμάμαι που άρχισα, όταν είδα εκείνη την λαοθάλασσα:


''Εάν η ευτυχία του ανθρώπου είναι στις υλικές και στις σαρκικές απολαύσεις, εσείς στη χώρα σας αυτά τα δυο τα  απολαμβάνετε όσο σε καμμιά άλλη χώρα του κόσμου. Και είναι αλήθεια. Εάν λοιπόν είναι εκεί η ευτυχία, εσείς να μου απαντήσετε. Γιατί τα περιοδικά σας και οι εφημερίδες σας γράφουν, πως τριάντα χιλιάδες τον χρόνο -νέοι από 16 μέχρι 25-27- αυτοκτονούν...


Μια ολόκληρη πόλις από νέους ανθρώπους κάθε χρόνο στην αυτοκτονία από επτά εκατομμύρια που είναι, λιγότεροι από την Ελλάδα. Εάν η ευτυχία του ανθρώπου είναι εκεί, γιατι αυτοκτονείτε; ''.


Και μου έκανε εντύπωση! Και μετά άρχισα να τους μιλάω για τον Χριστό, για το Ευαγγέλιο, για τα μυστήρια, που δεν σάλευε κανένας από την θέση του. Κι όταν τελείωσα μετά από μιάμιση χώρα, μας πήρε ο Λυκειάρχης στο γραφείο και είπε:


''Όταν σας είδα Σεβασμιώτατε, με έπιασε ταχυκαρδία, γιατι πίστευα πως θα γινόμουνα ρεζίλι. Έστω οι μισοί -πίστευα- πως θα φεύγανε. Όταν είδα να μην σαλεύει κανείς, τα έχασα... Κι εγώ ο ίδιος τα είχα χάσει. Με ανοιχτό το στόμα άκουγαν αυτές τις αλήθειες. Γιατι είναι μια αλήθεια: εάν είναι εκεί η ευτυχία, στις υλικές και στις σαρκικές απολαύσεις, γιατι οδηγούνται στα ναρκωτικά, γιατι οδηγούνται στη μέθη, γιατι οδηγούνται στην αυτοκτονία;


Δεν υπάρχει δυστυχέστερος άνθρωπος, από τον άνθρωπο που χωρίζεται από τον Θεό. Ακόμη πιο πολύ από τον Χριστιανό άνθρωπο που χωρίζεται απ' τον Θεό, το να ζει και να απολαμβάνει τα πάθη του και τα αμαρτήματά του...






Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Απόσπασμα ομιλίας του αειμνήστου πνευματικού πατρός μας, 
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού (+2013)
με θέμα
 ''Δάκρυα για τις Αμαρτίες μας και όχι για τους Νεκρούς μας''. 
Πρωϊνή ομιλία Οκτωβρίου του 1995 στο καθολικό της 
Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουσίνης, Φυλής Αττικής
Η ηχητική ομιλία προέρχεται εκ του επισήμου Ιστοτόπου της 
Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης εδώ.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

ΣΤΗΝ ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΟΥ 1940-41 ΜΕ ΠΙΣΤΗ (Ε' Μέρος)



Την ώρα που ο Σπύρος πλησίαζε 
τους συντρόφους, 
τους άκουσε να λένε: 
''Η Παναγιά! Να! Φάνηκε η Μεγαλόχαρη!'' 
Αυτός δεν την έβλεπε, 
αλλά ο Μανόλης 
που βρέθηκε κοντά του του έδειξε την 
κορυφή του βράχου και του είπε γεμάτος 
έκσταση: 
''Να η Παναγιά ντυμένη στα μαύρα. 
Μας παραστέκει πάλι''.


Ζούμε σε χρόνια αίολα, που τα υστερικά συνθήματα ξεθώριασαν στους τοίχους με τα γκράφιτι και στους πολυχρησιμοποιημένους καναπέδες. Η εποποιϊα του ’40 έγινε για τους νεοέλληνες η αβάσταχτη ελαφρότητα της υπαρξιακής ανίας. Οι ήρωες της ελληνικής αντίστασης απέκτησαν την έννοια του κιτς, ενώ για άλλους διαβεβλημένους ηγετίσκους ο διαχωρισμός σε κυβερνητικούς στρατιώτες και σε λαικούς, στρατολογημενους παρτιζάνους έγινε σημαία, για να αιτιολογηθεί ο στίχος ‘’τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας’’! Η διχόνοια και ο διαμερισμός των Ελλήνων ήταν ανέκαθεν ζωτικής σημασίας υπαρξιακό στοιχείο... Ακόμα και για το ποιος ξεστόμισε το ‘’Όχι’’ έγινε ανεπίτρεπτο ταμπού και απαγορευτική ταμπέλα σε δρόμους μονής κατεύθυνσης κι από ‘’οδηγούς’’ που απαξιώνουν να κοιτάξουν προς τα πίσω. Ας μη γελιόμαστε… Ζούμε σε μια ξετσίπωτη, απόστατη κι ανερυθρίαστη εποχή, που ο λαός μας αρέσκεται να κοιτά σε κλειδαρότρυπες, να ‘’δραπετεύει’’ κατά μόνας μπροστά στο ‘’GNTM’’, το ‘’big brother’’ και το ‘’bachelor’’! Οι εθνικές εορτές υποβιβάστηκαν στα μάτια τους, σε ασπρόμαυρες, φολκλορικές ταινίες και οι συνοικιακές, μαθητικές παρελάσεις σε λούμπεν συνάξεις παραδοσιακών στοιχείων. Οι σημαίες αποκαθηλώθηκαν στον ευτελισμό της επικαιρότητας και τα τραγούδια της Βέμπο ακρωτηριάστηκαν από το fun κοινό του ‘’Voice’’! Σε πείσμα των καιρών που ζούμε και, επειδή αδυνατούμε συχνά να εναρμονιστούμε με αυτήν την αποκρουστικά, σηψαιμική πραγματικότητα αναρτούμε εν όψει της επετείου του ’40, αυτοβιογραφικές σελίδες του Πολέμου, από το εξαιρετικό βιβλίο της Μερόπης Σπυροπούλου ‘’Στην Εποποιϊα του 1940-41 με Πίστη’’. Η Μερόπη Σπυροπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πλούσιο συγγραφικό υλικό, γνωστή από τις δεκάδες διαλέξεις της, αλλά και από τις ομιλίες της μέσα από τον ραδιοσταθμό της ‘’Πειραϊκής Εκκλησίας’’. Το βιβλίο αποτελεί μια διανθισμένη συλλογή από κείμενα λογίων της εποχής του έπους του ’40, παρμένα από περιοδικά, εφημερίδες και ξεχασμένα, σπάνια βιβλία. Οι αναρτήσεις μας υπό τον τίτλο ‘’Στην Εποποιϊα του 1940-41 με Πίστη‘’ θα ολοκληρωθούν σε επτά αυτοτελείς συνέχειες, ως ελάχιστο δείγμα τιμής, μνήμης και υπόμνησης στο έπος του ’40, για όλους εμάς, που ξεχάσαμε να θυμόμαστε και γίναμε διακομιστές μιας επικής, επιλεγμένης αμνησίας!




Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος 
Δημοσιογράφος






ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ




ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ

ΠΙΝΔΟΣ, Η εποιϊα στην Αλβανία. 
Βιβλιοπωλείον της ''ΕΣΤΙΑΣ''. 
Ι.Δ.ΚΟΛΛΑΡΟΥ και Σίας.


''Παντού όπου χτυπηθούν με τον εχθρό, είναι τουλάχιστον τρεις φορές λιγότεροί τους, αλλά δεν δείχνουν κανένα δισταγμό, κανένα φόβο για τον αντίπαλο. Ξέρουν ότι έχουν την Παναγιά μαζί τους.


Όταν δυο μήνες πριν από τον πόλεμο οι Ιταλοί τορπίλλισαν άναντρα το εύδρομο ''Έλλη'' στο λιμάνι της Τήνου, την ώρα που σημαιοστόλιστο ετοιμαζόταν ν' αποβιβάση το άγημα ναυτών που θα συνόδευε τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας κατά τη λιτανεία, ο ελληνικός λαός ένιωσε ότι πλησίαζε ο πόλεμος.


Αλλά δεν τρόμαξε, γιατι ήξερε πως θα τον βοηθήση η Ευαγγελίστρια. [...] Μια οβίδα πέφτει πολύ σιμά του, αλλά βροντάει καταγής χωρίς να εκραγή. Όσες έρχονται κατόπι σκάνε μακρύτερα, δεν τον βλάφτουν. Ο Γαβριήλ σηκώνεται μεταμορφωμένος. Άφοβα στέκει τώρα ολόρθος. Το αίσθημα της ατομικής του στενότητας έχει πλατύνει ως τον ουρανό. Δείχνει στους συντρόφους του την Παναγιά.


Ο Μανόλης κι άλλοι απλοϊκοί χωριάτες τη διακρίνουν αμέσως. ''Δες! Δες! Η Μεγαλόχαρη!''. Ποτέ στη ζωή τους, κανένα αίσθημα δεν τους κλόνισε όσο τούτο το όραμα. [...] Οι φαντάροι που πιστεύουν πως η μεγαλόχαρη τους προφύλαξε, ξεσπάν σε πλατιά σταυροκοπήματα άμα βρέθηκαν στην κορυφή.


Ο Σπύρος, ο άπιστος, κάνει κι αυτός το σταυρό του. Οι τραγικές στιγμές του κινδύνου που πέρασε, του ζωντάνεψαν την πίστη. [...] Κάτι τραυματιοφορείς δοκίμασαν ν' ανεβούν στο βράχο, μα οι οβίδες βροντούσαν γύρω με τόση λύσσα, ώστε δεν τόλμησαν να προχωρήσουν και γύρισαν πίσω.


-Στραβώθηκα, βοήθεια! Φώναζε ο Ρουμελιώτης. Τότε ο Γαβριήλ έκανε το σταυρό του, έταξε τη ζωή του στην Παναγία, σκαρφάλωσε ως απάνω, πήρε με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια τον τυφλό γίγαντα στην αγκαλιά του και μέσα από βροχή οβίδων κίνησε να τον μεταφέρη.


Την ώρα που ο Σπύρος πλησίαζε τους συντρόφους, τους άκουσε να λένε: ''Η Παναγιά! Να! Φάνηκε η Μεγαλόχαρη!'' Αυτός δεν την έβλεπε, αλλά ο Μανόλης που βρέθηκε κοντά του του έδειξε την κορυφή του βράχου και του είπε γεμάτος έκσταση: ''Να η Παναγιά ντυμένη στα μαύρα. Μας παραστέκει πάλι''. [...]


Το νέο αυτό θαύμα μεταδόθηκε σαν αστραπή από διμοιρία σε διμοιρία κι ολόκληρο το σύνταγμα που έζωνε τη Μόραβα σταυροκοπήθηκε. Η παρουσία της Παναγίας έφερε πάλι στους φαντάρους κύμα απερίγραπτου ενθουσιασμού. Θεώρησαν το έργο που ανέλαβαν, την κατάληψη δηλαδή του 1878, ως διαταγή της Μητέρας του Θεού, και η πεποίθηση αυτή τους έκανε, χάνοντας κάθε αίσθημα ζωής να βρούνε την απολύτρωση της ταπεινής τους ύπαρξης στην εκτέλεση μιας Ιερής Εντολής. [...]


Η ελληνική λόγχη που άστραφτε, δεν έμοιαζε σήμερα με κομμάτι σίδερο΄ ήταν πνεύμα, αντιπροσώπευε τη Θεία Δίκη και οι στρατιώτες που την κρατούσαν, οδηγημένοι από την Παναγιά, είχανε γίνει αρχάγγελοι που κυνηγούσαν τους αντίχριστους. [...]


Έγερνε πια ο ήλιος να δύση, όταν τελείωσε η μάχη. Η μεγάλη κορυφή που έχουν καταλάβει οι πεζοί, είναι φάρος από όπου αγναντεύουν όλη την οροσειρά της Μόραβας, το δικόρυφο Ιβάν, τις λίμνες πέρα, και, στα χαμηλά, μια φαρδιά πεδιάδα με την πόλη της Κορυτσάς.


Στη μέση της διακρίνεται καθαρά η ελληνική Μητρόπολη με τα δυο καμπαναριά που μοιάζουν περιστερώνες. Η θέα του στρατιωτικού κέντρου των Ιταλών στην Αλβανία, που τώρα είναι στη διάθεσή τους, κάνει τους στρατιώτες να τρεμουλιάζουν από ευτυχία.


Ο Γαβριήλ μαζεύει μερικούς κι αρχίζουν να ψέλνουν γονατιστοί τον Ακάθιστο Ύμνο, ευχαριστώντας την Θεομήτορα για τη βοήθεια που τους έδωσε. Γύρω τους έρχεται και συγκεντρώνεται αυθόρμητα και ψάλλει ολόκληρο το σύνταγμα:


''Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια'' κι είναι συγκινητικό ν' ακούς σ' αυτή την ερημιά μια χορωδία από τόσες εκατοντάδες τραχιές αντρίκες φωνές να ψέλνουν με κατάνυξη εκκλησιαστικόν ύμνο.


Ο δυνατός αντίλαλος της χορωδίας απλώνεται από την κορυφή σ' όλες τις χαράδρες, ως κάτω στις ρίζες του βουνού, και δεν ήταν ανάγκη να δη κανείς τις φωτοβολίδες που έριχνε το σύνταγμα για να ειδοποιήση ότι πάρθηκε το 1878 - ο ύμνος το διαλαλούσε παντού...''.




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Αποσπάσματα εκ του βιβλίου της Μερόπης Σπυροπούλου
Ομότιμης καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών 
‘’Στην Εποποιϊα του 1940-41 με Πίστη’’ 
Αποσπάσματα από γραπτές μαρτυρίες, 
εκδόσεις Αρχονταρίκι
Αθήνα 2009, δ’ έκδοση 2018, σελ. 81-85.

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΛΟΥΚΑ





Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ὁμιλία μδ΄
Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 4-15)


α. Αὐτὸ ποὺ ἔλεγα προηγούμενα ὅτι, ὅταν λείπη ἡ ἀρετὴ εἶναι ὅλα περιττά, ἀποδεικνύεται τώρα πλουσιώτατα. Ἐγὼ ἔλεγα ὅτι καὶ ἡ ἡλικία καὶ ἡ ἰδιοσυγκρασία, καὶ ἡ κατοικία στὴν ἔρημο καὶ τὰ παρόμοια δὲν ὠφελοῦν, ὅταν λείπη ἡ ἀγαθὴ προαίρεση. Αὐτὸ γίνεται ὁλοφάνερο ἀπὸ δῶ. Ἐνῶ μιλοῦσε στὸν κόσμο, τοῦ εἶπε κάποιος ὅτι ἡ μητέρα σου καὶ τ’ ἀδέλφια σου σ’ ἀναζητοῦν. Κι αὐτὸς εἶπε· Ποιά εἶναι ἡ μητέρα μου καὶ ποιὰ τ’ ἀδέλφια μου; Αὐτὰ τὰ ἔλεγε ὄχι ἐπειδὴ ντρεπόταν τὴ μητέρα, οὔτε γιατὶ ἀρνιόταν ἐκείνην, ποὺ τὸν εἶχε γεννήσει -ἄν ντρεπόταν δὲ θὰ γεννιόταν ἀπ’ αὐτήν. Ἤθελε νὰ φανερώση, ὅτι σὲ τίποτα δὲν τὴν ὠφελοῦσε αὐτό, ἄν δὲν κάνη ὅλα ὅσα πρέπει. Κι αὐτὸ ποὺ ἔκαμε ἦταν περιττὴ φιλοδοξία· ἤθελε νὰ δείξη στὸν κόσμο ὅτι ἔχει στὸ χέρι τὸ παιδί καὶ τὸ διατάζει· δὲν ὑποψιαζόταν ἀκόμα τίποτα γι’ αὐτὸν σπουδαῖο· γιὰ τοῦτο καὶ ἦρθε κοντά του ἄκαιρα. Προσέξετε λοιπὸν κι ἐκείνης τὴν ἀπερισκεψία κι αὐτῶν.


πρεπε νὰ μποῦν μαζὶ μὲ τὸν κόσμο καὶ ν’ ἀκούσουν κι ἄν δὲν τοὺς ἄρεσε αὐτό, νὰ περιμένουν νὰ τελειώση τὸ λόγο του καὶ τότε νὰ πλησιάσουν. Αὐτοὶ ὅμως τὸν καλοῦν ἔξω καὶ μάλιστα μπροστὰ σ’ ὅλους, δείχνοντας περιττὴ φιλοδοξία καὶ θέλοντας ν’ ἀποδείξουν ὅτι τοῦ ἐπιβάλλονται μὲ πολλὴν ἐξουσία. Αὐτὸ τὸ δείχνει κι ὁ Εὐαγγελιστὴς κατηγορῶντας τους. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπονοεῖ ὅταν λέη· Ἐνῶ μιλοῦσε αὐτὸς ἀκόμα στὸν κόσμο. Σὰ νὰ λέη· Δὲν ἦταν ἄλλη ὥρα; Δὲν μποροῦσαν νὰ μιλήσουν ἰδιαιτέρως; Μὰ καὶ γιὰ ποιό λόγο ἤθελαν νὰ μιλήσουν; Ἄν ἦταν γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας, ἔπρεπε νὰ μιλήσουν φανερὰ καὶ μπροστὰ σὲ ὅλους, ὥστε νὰ ὠφεληθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι· ἄν ὅμως γιὰ πράγματα μὲ ἀτομικὸ ἐνδιαφέρον δὲν ἔπρεπε νὰ βιάζωνται τόσο. Ἀφοῦ δὲν ἐπέτρεψε τὴν ταφὴ τοῦ πατέρα, γιὰ νὰ μὴν ἐμποδιστοῦν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, πολὺ περισσότερο δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψη τὴν ὁμιλία του γιὰ χάρη ἀνθρώπων χωρὶς συγγενικὴ σχέση. Φανερὸ λοιπὸν πὼς ἀπὸ κενοδοξία μόνο ἐνεργοῦσαν ἔτσι. Αὐτὸ τὸ ἔλεγε καὶ ὁ Ἰωάννης ὅτι οὔτε οἱ ἀδελφοί του δὲν πίστευαν σ’ αὐτόν.


Κι ἐπαναλαμβάνει τὰ λόγια τους, ποὺ εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ ἀστοχασιά· ὅτι τὸν τραβοῦσαν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὄχι γι’ ἄλλο λόγο ἀλλὰ νὰ κερδίσουν δόξα ἀπὸ τὰ θαύματά του. Ἅν κάμης αὐτὰ τὰ θαύματα, λέει, παρουσιάσου στὸν κόσμο. Κανένας δὲν κάμει κάτι στὰ κρυφὰ καὶ θέλει ἔπειτα νὰ εἶναι γνωστός. Τότε κι αὐτὸς τοὺς ἐπιτίμησε, κατηγορῶντας τὸ σαρκικὸ φρόνημά τους. Οἱ Ἰουδαῖοι τὸν περιγελοῦσαν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ γιὸς τοῦ μαραγκοῦ, ποὺ ξαίρομε τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα του κι οἱ ἀδελφοί του δὲν εἶναι τῆς σειρᾶς μας; Γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνοι ἀποκρούοντας τὴν ἀσημότητα τῆς γενιᾶς τους, τὸν ἔσπρωχναν στὴν ἐπίδειξη τῶν θαυμάτων του. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἀντιφέρεται, θέλοντας νὰ θεραπεύση τὸ νόσημά τους. Ἄν ἤθελε ν’ ἀρνηθῆ τὴ μητέρα του, θὰ τὸ ἔκαμε, ὅταν ἐκεῖνοι τὸν περιγελοῦσαν. Τότε ὅμως φαίνεται ὅτι τόσο φροντίζει γι’ αὐτήν, ὥστε καὶ στὸν ἴδιο τὸν σταυρό ὅταν ἦταν, τὴν ἐμπιστεύεται στὸν πιὸ ἀγαπητὸ ἀπ’ ὅλους μαθητή του κ αὶ πολλὰ τοῦ παραγγέλλει γι’ αὐτήν. Τώρα ὅμως δὲν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἐπειδὴ φροντίζει γι’ αὐτὴν καὶ τοὺς ἀδελφούς. Ἐπειδὴ τὸν ἔβλεπαν σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο καὶ ἔνιωθαν κενοδοξία, ἀπομακρύνει τὸ πάθος τους, ὄχι ἐπιπλήττοντας τους ἀλλὰ διορθώνοντάς τους.


μεῖς ἄς προσέξωμε ὄχι μόνο τοὺς λόγους, ποὺ ἐκφράζουν τὴ ζυγισμένη ἐκτίμηση, ἀλλὰ καὶ τὴν οἴηση καὶ τὴν τόλμη ποὺ ἔδειξαν οἱ ἀδελφοί του καὶ ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐπιτιμοῦσε. Δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Μονογενὴς τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμα τί ἐπιδίωκε μὲ τὴν ἐκτίμηση; Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ὁδηγήση σ’ ἀδιέξοδο ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξη ἀπὸ ἕνα πολὺ τυραννικὸ πάθος καὶ λίγο λίγο νὰ τοὺς ἀνεβάση στὴ σωστή ἀντίληψη γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ τοὺς πείση ὅτι δὲν ἦταν μόνο γιός της ἀλλὰ καὶ Κύριος. Θὰ δοῦμε τότε ὅτι ἦταν σ’ αὐτὸν πολὺ ταιριαστὸ νὰ ἐπιτιμᾶ καὶ ἐκείνη κέρδιζε ὠφέλεια. Κι ἀκόμα ὅτι ἦταν μιὰ ἐπιτίμηση πολὺ ἤπια. Δὲν εἶπε στὴ μητέρα του· Φύγε, γιατὶ δὲν εἶσαι ἡ μητέρα μου. Ἀλλὰ ἀπευθύνεται σ’ ἐκεῖνο ποὺ τοῦ μίλησε· εἶπε· Ποιά εἶναι ἡ μητέρα μου; Πετυχαίνει καὶ τοῦτο μὲ τὸ λόγο του· νὰ μὴν ἀμελοῦν τὴν ἀρετὴ μήτε αὐτοὶ μήτε ἄλλοι μὲ τὸ θάρρος τῆς συγγένειας. Γιατὶ ἄν δὲν ὠφελοῦσε ἐκεῖνην τὸ ὅτι ἦταν μητέρα του ἄν δὲν εἶχε ἀρετή, μὲ δυσκολία κάποιον ἄλλον θὰ ἔσωζε ἡ συγγένεια. Μιὰ καλὴ καταγωγὴ μόνο ὑπάρχει, νὰ κάμης τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς καταγωγῆς εἶναι καλύτερο ἀπὸ κεῖνο καὶ πιὸ βασικὸ.


β. Ἄς ἔχουμε στὸ νοῦ μας αὐτὰ κι ἄς μὴν καυχιώμαστε μήτε γιὰ τὰ ἐξαίρεται παιδιά μας, ἄν δὲν ἔχωμε οἱ ἴδιοι τὴν ἀρετή τους, μήτε γιὰ τοὺς γενναίους πατέρες μας, ἄν δὲν ἔχωμε τὴν ἴδια γενναιότητα. Γίνεται νὰ μὴν εἶναι πατέρας σου κι αὐτὸς ποὺ σὲ γέννησε, κι αὐτὸς ποὺ δὲ σὲ γέννησε νὰ εἶναι. Γι’ αὐτὸ ὄταν ἄλλοτε τοῦ εἶπε κάποια γυναῖκα· Μακαρισμένη ἡ γυναῖκα ποὺ σὲ γέννησε καὶ σὲ θήλασε, δὲν εἶπε, δὲ μὲ γέννησε γυναῖκα οὔτε θήλασα. Εἶπε τοῦτο· Καλά, ἀλλὰ μακαρισμένοι ὅσοι κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου. Βλέπετε ὅτι ποτὲ δὲν ἀρνεῖται τὴ φυσικὴ συγγένεια, προσθέτει ὅμως τὴ συγγένεια τῆς ἀρετῆς. Κι ὁ Πρόδρομος λέγοντας· Γεννήματα ἐχιδνῶν, μὴ πῆτε πατέρα ἔχομε τὸν Ἀβραάμ, δὲ θέλει νὰ δείξη ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ἀλλὰ ὅτι ἡ καταγωγή τους αὐτὴ σὲ τίποτε δὲν τοὺς ὠφελεῖ, ἄν δὲν ἔχουν τὴ συγγένεια τῆς διαγωγῆς. Τὸ ἴδιο δηλώνει κι ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε· Ἄν ἤσαστε παιδιὰ τοῦ Ἀβραάμ, θὰ ἐκάματε τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραάμ. Δὲ θέλει νὰ τοὺς ἀποξενώσει ἀπὸ τὴ φυσικὴ συγγένεια ἀλλὰ τοὺς ὑποδεικνύει νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἀνώτερη ἀπὸ αὐτὴν καὶ βασικώτερη.


Αὐτὸ ἀποδεικνύει κι ἀλλοῦ, ἀλλὰ μὲ τρόπο λιγώτερο πειραχτικὸ καὶ λεπτότερο, γιατὶ βέβαια μιλοῦσε στὴν μητέρα του. Δὲν εἶπε ὅτι «δὲν εἶναι μητέρα μου, ἐπειδὴ δὲν κάμουν τὸ θέλημά μου»· οὔτε τοὺς ἀποκήρυξε οὔτε τοὺς καταδίκασε· τοὺς ἀναγνωρίζει ἀκόμα τὸ δικαίωμα τῆς βουλήσέως τους, μιλῶντας τους μὲ τὴ μετριοπάθεια ποὺ τοῦ ταιριάζει. Αὐτοὶ ποὺ κάνουν τὸ θέλημα, λέει, τοῦ Πατέρα μου, αὐτοὶ εἶναι ἀδελφός μου καὶ μητέρα μου. Ὥστε ἄν θέλουν νὰ εἶναι, ἄς βαδίσουν τὸ δρόμο αὐτό. Κι ὅταν φώναξε ἡ γυναῖκα «μακαρισμένη ἡ γυναῖκα ποὺ σὲ γέννησε, δὲ εἶπε «δὲν εἶναι μητέρα μου, ἀλλὰ ἄν θέλη νὰ εἶναι μακαρισμένη, ἄς κάνη τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μοῦ εἶναι ἀδελφὸς καὶ ἀ δελφὴ καὶ μητέρα». Ὕψος τιμῆς, ἀξία τῆς ἀρετῆς. Σὲ τὶ κορυφὲς ἀνεβάζει ὅποιον τὴ διαθέτει! Πόσες γυναῖκες ἐμακάρισαν τὴν ἁγία Παρθένο κι εὐχήθηκαν νὰ γίνουν οἱ ἴδιες τέτοιες μητέρες κι ἄς ἔχασαν τὰ πάντα. Τί λοιπὸν τοὺς ἐμποδίζει; Μᾶς ἄνοιξαν πλατὺ δρόμο, καὶ μποροῦν ὄχι μόνο γυναῖκες ἀλλὰ καὶ ἄνδρες νὰ βρεθοῦν σ’ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο καὶ σὲ ἀκόμα ψηλότερο. Αὐτὸ ἔχει πολὺ περισσότερη δύναμη νὰ φτιάξη τὴ μητέρα παρὰ ἐκεῖνοι οἱ πόνοι τοῦ τοκετοῦ.


στε ἄν ἀξίζη ἐκεῖνο νὰ μακαρίζεται, πολὺ περισσότερο ἀξίζει αὐτό, ὅσο βασικώτερο εἶναι. Μὴν ἔχης λοιπὸν τὴν ἐπιθυμία μόνο ἀλλὰ μὲ πολλὴ προθυμία βάδιζε καὶ τὸ δρόμο, ποὺ θὰ σὲ φέρη στὴν ἐκπληρωση τῆς ἐπιθυμίας σου. Αὐτὸ εἶπε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ σπίτι. Παρατηρήσατε πῶς καὶ τοὺς ἐπιτίμησε καὶ αὐτὸ ἔκαμε ποὺ ποθοῦσαν. Τὸ ἴδιο κάμει καὶ στοὺς γάμους. Κι ἐκεῖ ἐπιτίμησε τὴ μητέρα του, ὅταν ζητοῦσε πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα καὶ συνάμα δὲν ἐναντιώθηκε· μὲ τὸ πρῶτο ἤθελε νὰ διορθώση τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία τους, μὲ τὸ δεύτερο ἔδειξε τὴν ἀγάπη πρὸς τὴ μητέρα του. Ἔτσι κι ἐδῶ· καὶ τὴ νόσο τῆς κενοδοξίας ἐθεράπευσε καὶ ὅπως ἔπρεπε ἐτίμησε τὴν μητέρα του, μολονότι ἦταν ἄκαιρη ἡ αἴτησή της. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, γράφει ὁ Εὐαγγελιστής, βγῆκε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ καθόταν κοντὰ στὴ θάλασσα. Ἄν θέλετε, τοὺς λέει, νὰ ἰδῆτε καὶ ν’ ἀκούσετε, ἰδοὺ βγαίνω ἔξω καὶ σᾶς μιλῶ. Ἀφοῦ ἔκαμε πολλὰ θαύματα, παρέχει πάλι τὴν ὠφέλεια τῆς διδασκαλίας του. Καὶ κάθεται κοντὰ στὴ θάλασσα, ψαρὰς ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιάση στὰ δίχτυα του τοὺς κατοίκους τῆς γῆς. Καὶ δὲν κάθισε τυχαῖα κοντὰ στὴ θάλασσα· ὁ Εὐαγγελιστὴς κάνει ὑπαινιγμό. Τὸ ἔκαμε γιὰ νὰ δείξη ὅτι ἤθελε μὲ προσοχὴ νὰ φτιάξη τὸ θέατρο, νὰ τοὺς ἔχη ὅλους ἐμπρὸς καὶ κανένα στὰ νῶτα.


Καὶ μαζεύτηκε, συνεχίζει, κοντά του κόσμος πολύς, ὥστε ἀναγκάστηκε νὰ μπρῆ καὶ νὰ καθίση στὸ πλοῖο. Κι ὅλος ὁ κόσμος στεκόταν στὴν ἀκρογιαλιά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἐκεῖ τοὺς μιλᾶ μὲ παραβολές. «Καὶ τοὺς μίλησε, γράφει, πολλὴ ὥρα μὲ παραβολές». –Στὸ βουνὸ δὲν εἶχε κάμε ἔτσι, οὔτε ἔπλεξε τὸ λόγο του μὲ τὸσες παραβολές.- Τότε ἦσαν πλήθη μονάχα, κόσμος ἀκαλιέργητος· ἐδῶ ὅμως δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι - Προσέξετε τώρα ποιά παραβολὴ τοὺς ἀπευθύνει πρῶτα καὶ πῶς τὴν ἐκθέτει μὲ τὴ σειρὰ ὁ Ματθαῖος. Ποιά λοιπὸν λέγει πρώτη; Αὐτὴν ποὺ ἔπρεπε νὰ πῆ πρώτη, ποὺ κάνει προσεκτικώτερο τὸν ἀκροατή. Ἐπειδὴ ἦταν νὰ μιλήση μεταφορικά, ξυπνᾶ πρῶτα τὸ μυαλὸ τῶν ἀκροατῶν του μὲ τὴν παραβολή. Γι’ αὐτὸ κι ἄλλος εὐαγγελιστὴς τοὺς ἐπιτίμησε γιατὶ δὲν ἐννοοῦσαν· Πῶς δὲν ἀντιληφθήκατε τὴν παραβολή; Καὶ δὲ μιλᾶ γι’ αὐτὸ μονάχα μὲ παραβολὲς ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνη τὸ λόγο πιὸ παραστατικό καὶ νὰ τὸν ἐντυπώση βαθύτερα καὶ νὰ φέρη τὰ πράγματα μπροστὰ στὰ μάτια τους. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ οἱ προφῆτες.


γ΄. Ποιὰ εἶναι λοιπὸν ἡ παραβολὴ; Ἰδοὺ βγῆκε λέει, αὐτὸς ποὺ σπέρνει γιὰ νὰ σπείρη. Ἀπὸ ποῦ βγῆκε αὐτὸς ποὺ εἶναι παρὼν σ’ ὅλα τὰ μέρη, αὐτὸς ποὺ τὰ γεμίζει ὅλα; Καὶ πῶς βγῆκε; Ὄχι τοπικὰ ἀλλὰ κατὰ τὴ σχετικὴ μὲ ἐμᾶς οἰκονομία του, ἔγινε πλησιέστερός μας μὲ τὴν ἔνδυση τῆς σάρκας. Ἐπειδὴ δὲν μπορούσαμε νὰ μποῦμε ἐμεῖς, καθὼς μᾶς ἔκλειναν τὴν εἴσοδο τὰ ἁμαρτήματά μας, βγαίνει ἐκεῖνος σ’ ἐμᾶς. Καὶ μὲ ποιὸ σκοπὸ βγῆκε; Γιὰ νὰ καταστρέψη τὴ γεμάτη ἀπὸ ἀγκάθια γῆ καὶ νὰ τιμωρήση τοὺς γεωργούς; καθόλου· ἀλλὰ νὰ καλλιεργήση καὶ νὰ φροντίση καὶ νὰ σπείρη τὸ λόγο τῆς εὐσέβειας. Σπόρο ἐδῶ ἐννοεῖ τὴ διδασκαλία· χωράφι τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· σπορέα τὸν ἑαυτό του. Καὶ ποιὰ ἡ τύχη τοῦ σπόρου τούτου; Τὰ τρία μέρη χάνονται, μένει τὸ ἕνα. Κι ὅπως ἔσπερνε, μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε κοντὰ στὸ δρόμο. Κι ἦρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τὸν ἔφαγαν. Δὲν εἶπε ὅτι αὐτὸς ἔριξε τὸ σπόρο ἀλλὰ ἔπεσε. Μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε στὴν πέτρα, ὅπου δὲν εἶχε χῶμα πολύ· φύτρωσε ἀμέσως ἐπειδὴ δὲν εἶχε βάθος ἡ γῆ· τὸ χτύπησε ὁ ἥλιος ποὺ βγῆκε καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε ρίζα ξεράθηκε. Ἄλλο μέρος ἔπεσε στ’ ἀγκάθια ἀλλὰ τ’ ἀγκάθια ψήλωσαν καὶ ἔπνιξαν τὰ φυτά. Ἄλλο μέρος ἔπεσε στὴ καλὴ γῆ κι ἔδωσε καρπὸ στὰ ἑκατὸ, καὶ στὰ ἑξῆντα καὶ στὰ τριάντα. Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἄς ἀκούη.


Τὸ τέταρτο ἔμεινε μόνο κι ὄχι ἴσο μὲ τ’ ἄλλα ἀλλὰ κι ἐδῶ μὲ μεγάλη διαφορά. Τὰ ἔλεγε αὐτὰ δείχνοντας ὅτι πλούσια μιλοῦσε σ’ ὅλους. Κι ὅπως αὐτὸς ποὺ σπέρνει δὲ χωρίζει τὸ χωράφι ποὺ ἁπλώνεται μπροστά του ἀλλὰ ἁπλᾶ καὶ χωρὶς νὰ κάνη διάκριση ρίχνει τὸ σπόρο, ἔτσι κι αὐτὸς δὲν ξεχωρίζει πλούσιο καὶ φτωχό, σοφὸ καὶ ἄσοφο, ὀκνηρὸ καὶ ἐνεργητικό, γενναῖο καὶ δειλό· μιλοῦσε σ’ ὅλους, ἐκπληρώνοντας τὴν ἀποστολή του, ἄν καὶ γνωρίζη τί θὰ συμβῆ. Θέλει νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πῆ· «τί ἔπρεπε νὰ κάνω ποὺ δὲν τὸ ἔκαμα;». Καὶ οἱ προφῆτες παρομοιάζουν τὸ λαὸ μὲ ἀμπέλι. «Ἀπόχτησε ἀμπέλι ὁ ἀγαπητός», γράφει. Καὶ «μεταφύτεψε ἀμπέλι ἀπὸ τὴν Αἰγυπτο». Ὁ Χριστὸς μιλάει γιὰ σπόρο, γιὰ νὰ φανερῶση τί πρᾶγμα; Ὅτι τώρα θὰ εἶναι γρήγορη ἡ ὑπακοὴ κι εὐκολώτερη καὶ θὰ δώση ἀμέσως τὸν καρπό της. Κι ὅταν ἀκούσετε ὅτι βγῆκε αὐτὸς ποῦ σπέρνει γιὰ νὰ σπείρη, μὴ τὸ θεωρήσετε τοῦτο ταυτολογία. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ σπέρνει βγαίνει πολλὲς φορὲς καὶ γιὰ ἄλλη ἐργασία, νὰ συμπληρώση, νὰ κάψη τὰ ἄχρηστα χόρτα, νὰ βγάλη τ’ ἀγκάθια, νὰ φροντίζη γιὰ κάτι ἄλλο. Αὐτὸς ὅμως βγῆκε γιὰ νὰ σπείρη.


Πέστε μου τώρα, πῶς χάθηκε ὁ περισσότερος σπόρος. Ὄχι ἀπὸ ἀφορμὴ αὐτὸν ποὺ ἔσπειρε, ἀλλὰ ἀπὸ ἀφορμὴ τὴ γῆ ποὺ δέχτηκε τὴ σπορά, δηλαδὴ τὴν ψυχὴ ποὺ δὲν ἄκουσε. Καὶ γιατί δὲ λέει, ὅτι ἄλλο σπόρο δέχτηκαν οἱ ὀκνηροὶ καὶ τὸν χάλασαν, ἄλλον οἱ πλούσιοι καὶ τὸν ἔπνιξαν κι ἄλλον οἱ ἀδιάφοροι καὶ τὸν πρόδωσαν; Δὲ θέλει νὰ τοὺς χτυπήση δυνατά, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ὁδηγήση στὴν ἀπόγνωση ἀλλὰ ἀφήνει τὸν ἔλεγχο στὴν συνείδηση τῶν ἀκροατῶν. Καὶ δὲν τὸ ἔπαθε αὐτὸ ὁ σπόρος μονάχα ἀλλὰ καὶ τὸ δίχτυ. Γιατὶ πολλὰ ἄχρηστα ἔφερε κι αὐτό. Καὶ τοὺς λέει αὐτὴ τὴν παραβολὴ προαλείφοντας καὶ προετοιμάζοντας τοὺς μαθητὰς νὰ μὴν ἀπογοητεύωνται, ἀκόμα κι ἄν χάνωνται περισσότεροι ἀπ’ ὅσους ποὺ δέχονται τὸ λόγο. Αὐτὸ ἔγινε καὶ στὸ Δεσπότη· κι αὐτὸς ποὺ ἐγνώριζε ἀπὸ πρῶτα ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν δὲν ἀρνήθηκε τὴ σπορά. Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ σπορὰ πάνω στ’ ἀγκάθια καὶ στὴν πέτρα καὶ στὸν δρόμο; Βέβαια εἶναι ἀδικαιολόγητη στὴν περίπτωση τοῦ πραγματικοῦ σπόρου καὶ τῆς γῆς. Στὶς ψυχὲς ὅμως καὶ τὴ διδασκαλία, γίνεται αὐτὸ ἀφορμὴ γιὰ πολὺν ἔπαινο. Σωστὰ μπορεῖς νὰ κατηγορήσης τὸ γεωργὸ ποὺ σπέρνει ἔτσι.


Γιατὶ δὲν πρόκειται ἡ πέτρα νὰ γίνη γῆ, καὶ ὁ δρόμος νὰ μὴν εἶναι δρόμος καὶ τὰ ἀγκάθια ἀγκάθια. Στὶς λογικὲς ὅμως ὑπάρξεις δὲ γίνεται ἔτσι. Εἶναι δυνατὸ ἡ πέτρα ν’ ἀλλάξη καὶ νὰ γίνη εὔφορη γῆ, κι ὁ δρόμος νὰ μὴν πατιέται πιά, μήτε νὰ εἶναι ἀνοιχτὸς σ’ ὅλους τοὺς περαστικοὺς ἀλλὰ νὰ γίνη χωράφι γόνιμο καὶ τ’ ἀγκάθια νὰ ἐξαφανιστοῦν καὶ οἱ σπόροι νὰ ἔχουν μεγάλη ἄνεση -Ἄν δὲν ἦταν αὐτὸ σωστό, δὲ θὰ ἔσπερνε ἐκεῖνος. Κι ἄν δὲν ἔγινε σ’ ὅλους μεταβολή, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὸν ποὺ ἔσπειρε ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ δὲ θέλησαν ν’ ἀλλάξουν. Ἐκεῖνος ἔκαμε τὸ δικό του ἔργο. Ἄν αὐτοὶ τὸ πρόδωσαν, δὲν ἔχει εὐθύνη αὐτὸς ποὺ ἔδειξε τόση φιλανθρωπία. Προσέξτε σεῖς ὅτι δὲν εἶναι ἕνας ὁ δρόμος τῆς καταστροφῆς ἀλλὰ πολλοὶ καὶ διάφοροι μεταξύ τους. –Οἱ ἄνθρωποι ποὺ παρομοιάζονται μὲ δρόμο εἶναι οἱ βάναυσοι καὶ οἱ ὀκνηροὶ καὶ οἱ ἀδιάφοροι· μὲ τὴν πέτρα οἱ πιὸ ἀσθενικοί μόνο. Τὰ πετρώδη μέρη ποὺ δέχτηκαν τὸ σπόρο εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦν τὸ λόγο καὶ τὸν δέχονται ἀμέσως μὲ χαρά, δὲ ριζώνει ὅμως μέσα τους βαθιὰ ἀλλὰ εἶναι προσωρινός. Κι ὅταν ἔρθη θλίψη ἤ διωγμὸς ἐξ αἰτίας τοῦ λόγου, σκανδαλίζονται ἀμέσως.


Σὲ καθέναν ποὺ ἀκούει τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας καὶ δὲν τὸν κατανοεῖ ἔρχεται ὁ πονηρὸς κι ἁρπάζει τὸ σπόρο ἀπὸ τὴν καρδιά του. Αὐτὸς εἶναι ὁ σπόρος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο. Οὔτε εἶναι ἴσο νὰ ἀπομαραθῆ ἡ διδασκαλία χωρὶς νὰ τὴν πειράζη εἴτε νὰ τὴν κλονίζει κανένας καὶ νὰ τὸ πάθη αὐτὸ ἐπειδὴ ἀπειλοῦνται δοκιμασίες. Αὐτοὶ πάλι ποὺ μοιάζουν μὲ τ’ ἀγκάθια εἶναι πολὺ πιὸ ἀσυγχώρητοι ἀπ’ τοὺς ἄλλους.


δ. Γιὰ νὰ μὴν πάθωμε κάτι ἀπ’ αὐτὰ ἄς σκεπάσωμε μὲ τὴν προθυμία μας τοὺς λόγους καὶ μὲ τὴν ἀδιάκοπη μνήμη. Κι ἄν τοὺς ἁρπάζη ὁ διάβολος, στὸ χέρι μας εἶναι μὰ μὴν τοὺς ἁρπάζη· κι ἄν ξηραίνωνται οἱ σπόροι,δὲ γίνεται αὐτὸ ἀπὸ τὴ ζέστη –γιατὶ δὲν εἶπε ὅτι ξεράθηκαν ἀπὸ τὴ ζέστη, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ρίζα· κι ἄν πνίγεται ὁ λόγος, δὲ γίνεται ἀπὸ τ’ ἀγκάθια ἀλλὰ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀφήνουν τ’ ἀγκάθια νὰ μεγαλώσουν. Εἶναι δυνατό, ἄν θέλης, νὰ ἐμποδίσης τὴ βλαβερὴ αὐτὴ βλάστηση καὶ νὰ χρησιμοποιήσης τὸν πλοῦτο σου ὅπως πρέπει. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶπε, ἡ ζωὴ αὐτὴ ἀλλὰ ἡ φροντίδα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Οὔτε ὁ πλοῦτος ἀλλὰ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου. Ἄς μὴ κατηγοροῦμε λοιπὸν τὰ πράγματα ἀλλὰ τὸ χαλασμένο φρόνημα. Εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι κανένας πλούσιος καὶ νὰ μὴν ξεγελιέται· καὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ νὰ ζῆ καὶ νὰ μὴν πνίγεται μὲ τὶς φροντίδες. Ἔχει ὁ πλοῦτος δυὸ μειονεκτήματα ἀντίθετα· τὸ ἕνα βασανίζει καὶ σκοτίζει, ἡ μέριμνα· τὸ ἄλλο προκαλεῖ τὴ μαλθακότητα, ἡ τρυφή. Καὶ καλὰ εἶπε «ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου». Ὅλα ποὺ μᾶς δίνει ὁ πλοῦτος εἶναι ἀπάτη. Εἶναι ἁπλὲς λέξεις ποὺ δὲν ἀντιπροσωπεύουν πράγματα.


ἀπόλαυση, ἡ δόξα, ὁ καλλωπισμός, ὅλα αὐτὰ εἶναι μιὰ φαντασία ξεκομμένη ἀπὸ τὰ πράγματα. Ἀφοῦ ἀνάφερε τοὺς τρόπους τῆς ἀπώλειας, θέτει ὕστερα τὴν καλὴ γῆ· δὲ μᾶς ἀφήνει ἔτσι στὴν ἀπόγνωση ἀλλὰ μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας καὶ δείχνει ὅτι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ ὅσα εἶπε νὰ γυρίσωμε σ’ αὐτήν. Ἀλλὰ πάλι μόλο ποὺ ἡ γῆ εἶναι καλή, ἕνας ὁ σπορέας καὶ ὁ σπόρος ὁ ἴδιος, γιατὶ ἄλλος ἀποδίδει στὰ ἑκατό, ἄλλος στὰ ἑξῆντα κι ἄλλος στὰ τριάντα; Ἐδῶ πάλι ἡ διαφορά βρίσκεται στὴ φύση τῆς γῆς. Ὅπου ὑπάρχει καλὴ γῆ, εἶναι σ’ αὐτὴ κι ἡ διαφορὰ πολλή. Βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι αἴτιος ὁ γεωργός, οὔτε ὁ σπόρος ἀλλὰ ἡ γῆ, ποὺ δέχεται τὸ σπόρο· ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴ φύση ἀλλὰ μὲ τὴ γνώμη. Κι ἐδῶ ὑπάρχει πολλὴ φιλανθρωπία, γιατὶ δὲν ἀπαιτεῖ ἀπ’ ὅλους τὸ ἴδιο μέτρο τῆς ἀρετῆς ἀλλὰ καὶ τοὺς πρώτους δέχεται, καὶ τοὺς δεύτερους δὲ διώχνει καὶ δίνει θέση καὶ στοὺς τρίτους. Αὐτὰ τὰ λέει, γιὰ νὰ μὴ νομίσουν αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν ὅτι φτάνει ἡ ἀκρόαση μόνο γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο δὲν ἀναφέρει καὶ τὶς ἄλλες κακίες, ὅπως εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῶν σωμάτων, ἡ κενοδοξία... Μὲ τὶς ἐκφράσεις «μέριμνα τῆς ζωῆς αὐτῆς», καὶ «ἀπάτη τοῦ πλούτου» τ’ ἀνάφερε ὅλα. Γιατὶ ἡ κενοδοξία κι ὅλα τ’ ἄλλα περιλαμβάνονται «στὴ ζωὴ αὐτή» καὶ «στὴ ἀπάτη τοῦ πλούτου»· κι ἄν πῆς τὴν ἀπόλαυση, τὴ λαιμαργία, τὴ ζήλεια, τὴν κενοδοξία καὶ τὰ ὅμοια.


Πρόσθεσε συνάμα τὸ δρόμο τὴν πέτρα, γιὰ νὰ δείξη ὅτι δὲ φτάνει νἄχης ἀπλλαγῆ ἀπὸ τὴν περιουσία μονάχα ἀλλὰ πρέπει νὰ πραγματοποιήσης καὶ τὴν ἄλλη ἀρετή. Τί σημαίνει, νὰ εἶσαι ἐλεύθερος ἀπὸ χρήματα, νὰ εἶσαι ἄνανδρος ἤ μαλθακός; Καὶ πάλι, ἄν δὲν εἶσαι ἄνανδρος, εἶσαι ὅμως ὀκνηρὸς κι ἀδιάφορος στὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου; Δὲ μᾶς φτάνει ἕνα μέρος τῆς ἀρετῆς γιὰ νὰ σωθοῦμε. Ἀλλὰ χρειαζόμαστε πρῶτα ἀκριβῆ ἀκρόαση καὶ παντοτινὴ θύμηση κι ἔπειτα ἀνδρεία, ἔπειτα περιφρόνηση τῶν χρημάτων κι ἀπελευθέρωση ἀπ’ ὅλα τὰ βιωτικά. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θέτει αὐτὴν πρωτύτερα ἀπὸ ἐκείνη, γιατὶ αὐτὴ πρῶτα μᾶς χρειάζεται. (Πῶς θὰ πιστέψουν, ἄν δὲν ἀκούσουν; Ὅπως κι ἐμεῖς, ἄν δὲν προσέχωμε στὰ λεγόμενα, οὔτε νὰ πληροφορηθοῦμε δὲ θὰ μπορέσωμε τί πρέπει νὰ κάνωμε). Ἔπειτα ἀναφέρει τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν παρόντων. Ἄς ἀκοῦμε αὐτὰ κι ἄς περιτειχίζωμε γύρω γύρω τὸν ἑαυτό μας, δίνοντας προσοχὴ στὴ διδασκαλία κι ἀφήνοντας τὶς ρίζες νὰ πᾶνε βαθιὰ καὶ καθαρίζοντας τὸν ἑαυτό μας ἀπ’ ὅλα τὰ βιοτικά. Ἄν ὅμως ἄλλα κάνωμε κι ἄλλα παραμελοῦμε, δὲν κερδίζομε τίποτα· κι ἄν δὲν χανώμαστε ἔτσι, χανόμαστε ἀλλιώτικα. Τί διαφορὰ ὑπάρχει ἄν χαθοῦμε ὄχι ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου ἀλλὰ ἀπὸ ὀκνηρία, κι ἄν καταστραφοῦμε ὄχι ἀπὸ ὀκνηρία ἀλλὰ ἀπὸ ἀνανδρία; Κι ὁ γεωργὸς εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς χάση τὸ σπόρο του, ἴδια λυπᾶται. 


ς μὴν παρηγορούμαστε λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν χανόμαστε μὲ ὅλους μαζὶ τοὺς τρόπους· ἄς λυπούμαστε μ’ ὅποιον τρόπο κι ἄν χανώμαστε κι ἄς κάψωμε τὰ ἀγκάθια, γιατὶ πνίγουν τὸ λόγο. Τὸ γνωρίζουν αὐτὸ ὅσοι πλουτοῦν, ποὺ δὲν εἶναι χρήσιμοι μήτε γι’ αὐτὰ μήτε καὶ γι’ ἄλλα. Ἔτσι ὅπως ἔγιναν δοῦλοι κι αἰχμάλωτοι τῶν ἀπολαύσεων εἶναι ἄχρηστοι καὶ γιὰ τὰ κοσμικὰ ζητήματα· κι ἄν εἶναι γι’ αὐτά, εἶναι πολὺ περισσότερο γιὰ τὰ οὐράνια. Διπλὴ βλάβη τοῦ νοῦ μας προέρχεται ἀπ’ αὐτά, κι ἀπὸ τὴν τρυφὴ κι ἀπὸ τὴ φροντίδα. Ἀπ’ αὐτὰ τὸ καθένα χωριστὰ εἶναι ἱκανὸ νὰ βουλιάξη τὸ σκάφος μας· ὅταν συνεργαστοῦν καὶ τὰ δύο σκεφτῆτε πόσο μεγάλη γίνεται ἡ τρικυμία.


ε. Μὴ θαυμάσετε ποὺ ὠνόμασε τὴν τρυφὴ ἀγκάθια. Δὲν τὸ γνωρίζει ὅποιος παραφέρεται ἀπὸ τὸ πάθος. Οἱ φρόνιμοι γνωρίζουν ὅτι προξενεῖ περισσότερο πόνο ἀπὸ τ’ ἀγκάθια, κι ὅτι ἡ τρυφὴ πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅ,τι ἡ μέριμνα καταδαπανᾶ τὴν ψυχή. Οὔτε τόσο βασανίζεται κάποιος ἀπὸ τὴ φροντίδα, ὅσο ἀπὸ τὴν ἀφθονία. Ὅταν πολιορκοῦν τὸν τρυφηλὸ ἀγρυπνίες, καὶ ἡμικρανίες καὶ πονοκέφαλοι καὶ πόνοι τῶν σπλάχνων, σκεφθῆτε ἀπὸ πόσα ἀγκάθια εἶναι ὅλ’ αὐτὰ χειρότερα. Κι ὅπως τ’ ἀγκάθια ἀπ’ ὅπου κι ἄν τὰ κρατήσης ματώνουν τὰ χέρια, ὅμοια καὶ ἡ τρυφὴ καὶ τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι καὶ τὰ μάτια κι ὅλα τὰ μέλη γενικὰ τὰ καταστρέφει. Καὶ εἶναι ξηρὴ καὶ ἄγονη, ὅπως τ’ ἀγκάθια καὶ περισσότερη ἀπὸ κεῖνα λύπη προξενεῖ καὶ μάλιστα στὰ καίρια. Φέρνει πρόωρα γηρατειά, ἀμβλύνει τὶς αἰσθήσεις, σκοτίζει τὸ λογισμό, τραυματίζει τὴν ὀξύτητα τοῦ νοῦ, κάνει τὸ σῶμα πλαδαρό. Πιὸ πλούσια κάνοντας τὴν ἀποθήκη τῆς κοπριᾶς καὶ μαζεύοντας μεγάλο σωρὸ κακῶν παραμεγαλώνει τὸ φορτίο καὶ γεμίζει τὸ σῶμα παραπάνω ἀπὸ τὸ μέτρο. Γι’ αὐτὸ κι οἱ πτώσεις εἶναι ἀδιάκοπες καὶ πυκνὰ τὰ ναυάγια.


Γιατὶ παχαίνεις τὸ σῶμα σου; πές μου –Μήπως σὲ προορίζομε γιὰ τὴ θυσία καὶ θὰ σὲ παραθέσωμε σὲ τραπέζι; Εἶναι ὀρθὸ νὰ παχαίνωμε τὰ πουλερικὰ μόνο· καὶ μήτε ἐκεῖνα γιατὶ ὅταν παχύνουν εἶναι ἀκατάλληλα γιὰ τὴν ὑγιεινὴ ζωή. Τόσο κακὴ εἶναι ἡ τρυφή, ὥστε καὶ στ’ ἄλογα ζῶα παρουσιάζει τὴ βλάβη της. Γιατὶ καὶ τὰ πουλερικὰ ποὺ τρυφοῦν τὰ κάνομε ἄχρηστα καὶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους καὶ γιὰ μᾶς. Γιατὶ τὸ πάχος εἶναι ποὺ δημιουργεῖ τὶς ἀνωμαλίες στὴ χώνευση. Ἐκεῖνα ὅμως ποὺ δὲν τρέφονται ἔτσι ἀλλὰ περνοῦν, θὰ ἔλεγα μὲ νηστεία καὶ κανονικὴ δίαιτα, μὲ στέρηση καὶ ταλαιπωρία, αὐτὰ εἶναι χρήσιμα καὶ στὸν ἑαυτό τους καὶ στοὺς ἄλλους, καὶ ὡς τροφὴ καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα. Αὐτοὶ ποὺ τρῶνε τὰ τελευταῖα εἶναι πιὸ ὑγιεῖς· ἐκεῖνοι ποὺ τρῶνε τὰ πρῶτα μοιάζουν μ’ αὐτὰ τὰ ἴδια, γίνονται δυσκίνητοι καὶ φιλάσθενοι, χειροτερεύουν τὰ δεσμὰ τοῦ σώματός τους. Τίποτα δὲν εἶναι τόσο ἐχθρικὸ καὶ βλαβερὸ στὸ σῶμα, ὅσο ἡ τρυφή. Τίποτα δὲν ὁδηγεῖ στὴ διάρρηξη καὶ τὴ διάλυση τὸ σῶμα, ὅσο ἡ ἀσωτία. Γι’ αὐτὸ κι ἀπὸ δῶ μεγάλη ἔκπληξη θὰ δοκιμάση κανεὶς μὲ τὴν ἀνοησία τους, ποὺ μήτε ὅση προσοχὴ ἔχουν ἄλλοι γιὰ τὰ ἀσκιὰ τους δὲ θέλουν αὐτοὶ νὰ δείξουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους.


Τὰ ἀσκιὰ οἱ ἐμποριοι τοῦ κρασιοῦ δὲν ἀφήνουν νὰ γεμίσουν περισσότερο ἀπὸ ὅσο πρέπει, γιὰ νὰ μὴ σκάσουν· αὐτοὶ ὅμως δὲν ἀξίωνουν μήτε γιὰ τόση πρὸνοια τὴν ταλαίπωρη κοιλιά τους. Ἀλλὰ ὅταν τὴ γεμίσουν καὶ τὴ σκάσουν ὡς τ’ αὐτιὰ καὶ τὴ μύτη, ὡς ἐπάνω στὸν οἰσοφάγο φέρνουν τὶς τροφὲς καὶ προκαλοῦν διπλῆ στενοχώρια καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὴ δύναμη ποὺ συντηρεῖ τὸ σῶμα. Μήπως γι’ αὐτὸ ἔχεις τὸ λαιμό; Γιὰ νὰ τὸν ἀπογεμίσης ὡς ἐπάνω, στὸ στόμα, ἀπὸ σαπισμένο, κρασὶ καὶ τὴν ἄλλη φθορά; Ὄχι γι’ αὐτὸ βέβαια, ἄνθρωπέ μου. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑμνῆς πρῶτα τὸ Θεὸ καὶ νὰ τοῦ ἀναπέμπης τὶς ἱερὲς προσευχὲς καὶ νὰ μελετᾶς τὸ θεῖο του νόμο καὶ στὶς δίνης ὠφέλιμες συμβουλὲς στοὺς ἀδελφούς σου. Σὺ ὅμως σὰ νὰ τὸν ἔχης λάβει γι’ αὐτό, δὲν ἀφήνεις οὔτε μιὰ στιγμὴ νὰ σταματήση ἀπὸ τὴ λειτουργία αὐτὴ καὶ σ’ ὅλη τὴ ζωή σου τὸν ὑποτάσσεις σ’ αὐτὴν τὴν κακὴ δουλεία. Κι ὅπως ἄν προμηθευτῆ κάποιος κιθάρα μὲ χρυσὲς χορδές, τονισμένη ἁρμονικὰ κι ἀντὶ νὰ παίζη σ’ αὐτὴ παναρμόνιο μέλος, τὴ σκεπάση μὲ πολλὴ κοπριὰ καὶ λάσπη, ἔτσι κάνουν κι αὐτοί. Κοπριὰ ὠνόμασα ὄχι τὴν τροφὴ ἀλλὰ τὴν τρυφὴ καὶ τὴν πολλὴ ἐκείνη ἀκολασία. Γιατὶ τὸ παραπάνω ἀπὸ τὸ χρειαζούμενο δὲν εἶναι τροφὴ ἀλλὰ βλάβη μονάχα. Ἡ κοιλιὰ ἔγινε μόνο γιὰ νὰ δέχεται τὶς τροφές· τὸ σῶμα ὅμως κι ὁ φάρυγγας κι ἡ γλῶσσα καὶ γιὰ ἄλλες λειτουργίες πιὸ ἀπαραίτητες.


λλὰ καὶ ἡ κοιλιὰ δὲν ἔγινε ἁπλᾶ γιὰ νὰ δέχεται τροφὴ ἀλλὰ τὴν κανονικὴ τροφή. Κι αὐτὸ τὸ φανερώνει μὲ ἄπειρες φωνές, ὅταν τὴν ἐπηρεάσωμε μ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν πλεονεξία. Καὶ δὲ φωνάζει μόνο ἀλλὰ ἀμύνεται καὶ μᾶς ζητᾶ γιὰ τὴν ἀδικία τὴν πιὸ μεγάλη τιμωρία. Πρῶτα τιμωρεῖ τὰ πόδια ποὺ μᾶς σηκώνουν καὶ μᾶς μεταφέρουν στὰ πονηρὰ ἐκεῖνα συμπόσια, ἔπειτα ἀχρηστεύει τὰ χέρια ποὺ τὴ διακονοῦν, ἐπειδὴ τόσα καὶ τέτοια φαγητὰ τῆς πρόσφεραν· πολλοὶ βοηθήσανε νὰ παραμορφωθῆ καὶ τὸ ἴδιο τὸ στόμα τους καὶ τὰ μάτια καὶ τὸ κεφάλι. Κι ὅπως ὁ ὑπηρέτης, ὅταν τοῦ ἐπιβάλλουν κάτι πάνω ἀπὸ τὴ δύναμή του, φτάνει σ’ ἀπόγνωση καὶ δὲν ὑπακούει πολλὲς φορὲς σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν διέταξε, ἔτσι κι αὐτή· μαζὶ μὲ τὰ μέλη ποὺ ἀνέφερα, ὅταν τὴν παραπιέσωμε, διαφθείρει καὶ καταστρέφει πολλὲς φορὲς καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἐγκέφαλο. Κι αὐτὸ καλὰ τὸ οἰκονόμησε ὁ Θεός, καὶ προξενῆται τόση βλάβη ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ μέτρου.


τσι ὅταν θὰ ζῇς θεληματικὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, νὰ μάθης ἀπὸ τὸ φόβο τόσης καταστροφῆς νὰ ἀκολουθῆς τὸ μέτρο καὶ χωρὶς νὰ θέλης. Ἔχοντας αὐτὸ στὸ νοῦ μας, ἄς ἀποφύγωμε τὴν τρυφή, ἄς ἀσκήσωμε τὸ μέτρο μ’ ἐπιμέλεια, γιὰ νὰ ἀπολαύσωμε καὶ τὴ σωματικὴ ὑγεία καὶ νὰ ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, ἀφοῦ ἀπαλλάξωμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ κάθε ἀδυναμία μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλαθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν. 



''Πατερικόν Κυριακοδρόμιον''
Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ. 28-40.

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ




Η παραβολή του Σπορέως, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι λίγο-πολύ γνωστή σε όλους μας. Ο Κύριος μιλά για το γεωργό εκείνο που πήγε στο χωράφι του για τη σπορά, και άλλοι σπόροι έπεσαν στο δρόμο και πήγαν χαμένοι, αφού καταπατήθηκαν από τους περαστικούς και έγιναν τροφή των πουλιών, άλλοι έπεσαν επάνω στις πέτρες, και μόλις φύτρωσαν λίγο αμέσως ξεράθηκαν, επειδή δεν υπήρχε ούτε χώμα ούτε υγρασία.


Άλλοι πάλι έπεσαν σε μέρος γεμάτο αγκάθια, τα οποία έπνιξαν τα νεόφυτα βλαστάρια, και εκείνοι τέλος που έπεσαν στην εύφορη γη, και αναπτύχθηκαν τα φυτά και απέδωσαν καρπό εκατονταπλάσιο. Την ερμηνεία αυτής της παραβολής την δίνει ο ίδιος ο Χριστός στη συνέχεια της περικοπής: μάς λέει ότι ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού, και ο γεωργός επομένως είναι ο ίδιος ο Θεός[1].


Τα δε διάφορα είδη της γης στην οποία έπεσε ο σπόρος, είναι οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων, οι οποίοι ανάλογα με την προαίρεση και την πνευματική τους κατάσταση, δέχονται τον λόγο του Θεού και είτε αυτός καρποφορεί στην ζωή τους, είτε μένει άκαρπος και ατελέσφορος. Έτσι, ο δρόμος της παραβολής αντιστοιχεί στους ανθρώπους εκείνους που ακούν μεν τον λόγο του Θεού, αλλά ευθύς αμέσως έρχεται ο διάβολος και παίρνει από την καρδιά τους τα θεϊκά λόγια, ώστε να μην πιστέψουν και να μην σωθούν.


Οι πέτρες πάλι, είναι εκείνοι οι άνθρωποι μου με χαρά ακούν και δέχονται τον λόγο του Θεού, αλλά δεν έχουν πνευματικές ρίζες και με τον πρώτο πειρασμό εγκαταλείπουν κάθε προσπάθεια και μαραζώνουν πνευματικά. Τα αγκάθια, μας λέει ο Χριστός, είναι οι βιοτικές μέριμνες, και οι ηδονές και ο πλούτος, που απασχολούν την καθημερινότητά μας και αντλούν όλη την ενεργητικότητά μας, με αποτέλεσμα να ξεχνάμε και να παραθεωρούμε το λόγο του Θεού, ο οποίος τελικά καταπνίγεται μέσα μας και δεν καρποφορεί.


Και τέλος, η αγαθή γη είναι εκείνοι οι άνθρωποι που με όλη τους την καρδιά και με αγαθή προαίρεση ακούν το λόγο του Θεού, και τον διατηρούν μέσα στην καρδιά τους και καρποφορούν με υπομονή. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι όλοι μας, ως άνθρωποι, δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ανήκουμε σε ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, από αυτούς που ο Κύριος παρουσιάζει σήμερα, αλλά ενίοτε βρισκόμαστε πότε στη μία πνευματική κατάσταση, πότε στην άλλη.


Και τούτο, επειδή η ζωή μας είναι ένας διαρκής αγώνας και επειδή ως άνθρωποι άλλοτε πέφτουμε και άλλοτε σηκωνόμαστε, άλλοτε αγωνιζόμαστε με ζέση και άλλοτε απελπιζόμαστε και αδρανούμε στα πνευματικά. Γι’ αυτό και ο Χριστός, στο τέλος των λόγων Του, μας μιλά για την υπομονή. Χωρίς υπομονή, χωρίς πίστη, χωρίς αγώνα, δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος πνευματική στις καρδιές μας. Και για να καρποφορήσει ο λόγος του Θεού, όπως ο οποιοσδήποτε σπόρος, χρειάζεται χρόνος, φροντίδα, επιμέλεια, με μια λέξη υπομονή.


Γι’ αυτό και σήμερα, με αφορμή την παραβολή του Σπορέως, καλούμαστε όλοι μας να εξετάσουμε τα μύχια της καρδιάς μας και να δούμε, πρώτα απ’ όλα εάν πράγματι η καρδιά μας διαθέτει την αγαθή προαίρεση να ακούσει τον λόγο του Θεού, και στη συνέχεια αν έχουμε την διάθεση να αγωνιστούμε για να τον κάνουμε πράξη στη ζωή μας. Μέσα στο θόρυβο του κόσμου, συχνά ξεχνάμε να ακούσουμε και να σκεφτούμε τα διδάγματα του Ευαγγελίου.


Πολύ λίγοι από εμάς, δυστυχώς, παρόλο που λεγόμαστε χριστιανοί, αφιερώνουμε έστω ελάχιστο χρόνο για την ανάγνωση και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Άλλοτε, πνιγμένοι από τις βιοτικές μέριμνες, βάζουμε σε τελευταία μοίρα τον Θεό και την πνευματική μας καλλιέργεια, και αναλώνουμε όλη τη ζωή μας σε εφήμερα και υλικά πράγματα. Άλλες φορές πάλι, ενώ θέλουμε να αγωνιστούμε, μας λείπει η υπομονή, και με τον πρώτο πειρασμό εγκαταλείπουμε κάθε προσπάθεια και μένουμε στάσιμοι και άγονοι πνευματικά.


Πώς λοιπόν μπορούμε να αντισταθούμε στον πειρασμό, που επιδιώκει να μας απομακρύνει και να μας αποξενώσει από τον Θεό; πώς θα κάνουμε την καρδιά μας «γη αγαθή»; με υπομονή. Με αγώνα. Με πίστη. Όποια κι αν είναι η πνευματική μας κατάσταση. Γιατί ακόμα και στην αγαθή γη παραμονεύει ο κίνδυνος να φυτρώσουν ζιζάνια που θα βλάψουν τις καρδιές μας[2]. Αρκεί με υπομονή, κάθε μέρα από λίγο, να μελετάμε αφενός τον λόγο του Θεού, και να θέσουμε ως πρώτη προτεραιότητα στη ζωή μας την πνευματική μας πρόοδο.


Αρκεί να φροντίζουμε, κάθε μέρα από λίγο, να ξεριζώνουμε από μέσα μας τους πονηρούς εκείνους λογισμούς, τις μέριμνες, τους πειρασμούς, που έρχονται να μας αποπροσανατολίσουν από την πνευματική μας πορεία. Αρκεί να μην απελπιζόμαστε από τις πτώσεις και τα λάθη μας, ούτε από τις επιθέσεις του εχθρού. Αρκεί να έχουμε πίστη ότι στον καλό μας αγώνα έχουμε σύμμαχό μας τον Σωτήρα του κόσμου.


Και τέλος, μέσα από τη μετοχή μας στη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και την κοινωνία του σώματος και του αίματος του Θεανθρώπου Χριστού, ο οποίος προσφέρει τον εαυτό Του σε όλους μας, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καί εἰς ζωήν αἰώνιον». 




[1] Πρβ. Ιω. 15, 1. 


[2] Πρβ. Ματθ. 13, 22-40. 


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΛΟΥΚΑ




Σπορέας τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ δὲ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου. Κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτή, ποὺ ἐρχόμαστε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀκοῦμε τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, πέφτει στὴν καρδιά μας ὁ θεῖος σπόρος, ὁ ὁποῖος ἀνάλογα μὲ τὸν ἄνθρωπο δίνει καὶ τὸν καρπό· σ᾽ ἄλλον περισσότερο καὶ σ᾽ ἄλλον λιγότερο καὶ σ᾽ ἄλλον καθόλου. Ὁ σπόρος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ· ἡ καρποφορία ἐξαρτᾶται ἀπὸ μᾶς, ἀπὸ τὴ δική μας καρδιά.


ὰν εἴμαστε καλοὶ καὶ ἀγαθοὶ θὰ δώσουμε καρπὸ πνευματικό· ἐὰν ὅμως εἴμαστε σκληροὶ σὰν τὴν πέτρα ἤ πνιγμένοι μέσα στὶς ἡδονὲς καὶ στὶς ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου τούτου δὲν θὰ φέρουμε κανένα πνευματικὸ καρπὸ, ἄξιο γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν χρειάζεται μόνο καλὸς σπόρος, ἀλλὰ καὶ καλὴ γῆ. Ὅποιο σπόρο καὶ νὰ σπείρης στὴν πέτρα καὶ στὰ ἀγκάθια ποτὲ δὲν θὰ καρποφορήση· ποτὲ δὲν θὰ δώση καρπὸ ἀντάξιο μὲ τὸ σπόρο. Ὄχι γιατί ὁ σποριὰς δὲν ἔσπειρε καλὸ σπόρο, ἀλλὰ γιατί τὸ χωράφι δὲν ἦταν καλὸ καὶ εὔφορο. Γι᾽ αὐτὸ ὄχι μόνο νὰ ἀκοῦμε τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε καὶ καλὴ καρδιά ποὺ θὰ δεχθῆ τὸ λογο τοῦ Θεοῦ. 


Καρδιὰ γεμάτη κακία καὶ πονηριά, δὲν φέρνει ἔργα ἀγαθά, ἀλλὰ πονηρὰ καὶ ἁμαρτωλά. Γιὰ νὰ καρποφορήση, λοιπὸν, ἡ γῆ, χρειάζεται νὰ εἶναι καλὴ καὶ πλούσια, ἀλλὰ καὶ νὰ σπέρνεται. Ὅταν ἕνα ἀπὸ τὰ δύο λείπει δὲν ἔχουμε καρποφορία· χρειάζονται καὶ τὰ δύο· καὶ ὁ σπόρος καὶ τὸ χωράφι, καὶ ἀκόμα, καὶ τὰ δύο νὰ εἶναι καλὰ καὶ εὔφορα, γιὰ νὰ μᾶς δώσουν πλούσια καὶ καλὴ σοδειά.


Χωράφι ποὺ δὲν σπέρνεται μένει στεῖρο, δὲν δίνει κανένα καρπό. Καὶ γῆ ποὺ δὲν εἶναι καλὰ δουλεμένη δὲν καρποφορεῖ. Τὸ ἴδιο θὰ λέγαμε καὶ στὰ πνευματικά. Γιὰ νὰ δώση ὁ ἄνθρωπος ἔργα πνευματικὰ θέλει νὰ καθαρίση τὴν καρδιά του ἀπὸ τ’ ἀγκάθια τῆς κακίας, γιὰ νὰ δεχθῆ μέσα τὸ θεῖο σπόρο, τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ γιὰ νὰ ξεριζώσουμε τ᾽ ἀγκάθια τῆς καρδιᾶς μας, ποὺ εἶναι τὸ μῖσος, ἡ ζήλεια, ὁ φθόνος, ἡ πονηριὰ καὶ κάθε ἄλλη κακία, θέλει πολὺ κόπο, ὅπως καὶ ὁ γεωργὸς ὅταν ἑτοιμάζη τὸ χωράφι του γιὰ σπορά· τὸ καλλιεργεῖ, καὶ ξανὰ τὸ καλλιεργεῖ, μέχρι νὰ τὸ φέρη ἐκεῖ ποὺ πρέπει.


Τὸ ἴδιο καὶ ὁ καλὸς χριστιανός, γιὰ νὰ ἔλθη στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ἀκούση τὸ λόγο τοῦ Θοῦ, διώχνει ἀπὸ μέσα του τὰ ἀγκάθια τῆς ἁμαρτίας καὶ ὕστερα ἔρχεται νὰ δεχτῆ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου ἔχει συγχρόνως καὶ τὴ δύναμη νὰ καλλιεργῆ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸν δέχεται. Ἀκούγοντας τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἐκκλησία κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτὴ γνωρίζουμε καὶ τὴν ἀλήθεια ποὺ μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ τὴν πλάνη.


λόγος τοῦ Χριστοῦ καθαρίζη τὴν καρδιὰ μας ἀπὸ τὰ βρώμικα πάθη τοῦ βίου καὶ μᾶς τὴν κάνει καθαρή, ἕτοιμη γιὰ νὰ δεχτῆ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ δώση τοὺς πνευματικοὺς καρπούς. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ μαλακώνει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὶς γεμίζει ἀπὸ καλοσύνη καὶ ἀγάπη. Μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖται πνευματικὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.



Μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία σπέρνεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ δίνει τοὺς πνευματικοὺς καρποὺς τοῦ Χριστοῦ, «ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν


Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

''ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΑΣΛΙΜΗΣ (1910-1973) ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ'' (ΜΕΡΟΣ 10ον)

 


''Σε εκείνη πάντως την τόσο κρίσιμη στιγμή,
 όταν οι περιστάσεις ευνοούσαν την πιθανή 
ένωση της Εκκλησίας με την επαναφορά του 
Πατρίου Ημερολογίου από τους Καινοτόμους
 -έστω και με πολιτειακή πίεση, 
η αδιάλλακτη στάση των Κυκλάδων και Βρεσθένης 
έδωσε αφορμή στον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο 
να σπεύσει να τους παρουσιάσει στην Κυβέρνηση, 
διά του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής 
Παιδείας, ως ''πεισματάρηδες, επαναστάτες και 
εκμεταλλευτές'', ώστε να μεταιωθεί κάποια 
εκκλησιαστική λύση''.



Το βιογραφικό βιβλίο του θεοφιλεστάτου Επισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, υπό τον τίτλο ''ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΑΣΛΙΜΗΣ (1910-1973) ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ'' Τόμος Α', αναφέρεται σε μία μεγάλη, πνευματική προσωπικότητα των καιρών μας, που κόσμισε θεάρεστα το Κίνημα των Γνησίων Ορθοδόξων από το 1924, έως σήμερα.


Επιλέξαμε -αποσπασματικά και μόνο- να μεταφέρουμε κάποιες παραθέσεις του βιβλίου, προς πνευματική ωφέλεια ημών και των αναγνωστών μας, χωρίς να αλλοιώνεται ή και να παρερμηνεύεται ο σκοπός και το πνεύμα του συγγράμματος. Αντί ημετέρων σχολίων, καταγράφουμε από τον πρόλογο της έκδοσης, τα λόγια του κ. Ιωάννη Πολέμη, καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που μας εισάγει στην ορθόδοξη πνευματικότητα του σύγχρονου αυτού ομολογητή της Εκκλησίας μας.


''Στην εκατόχρονη μαρτυρική πορεία του το Κίνημα των Γνησίων Ορθοδόξων δεν αναζωογόνησε μόνο το τοπίο της καθόλου ορθοδοξίας, τόσο στην χώρα μας όσο και στην αλλοδαπή, αλλά ανέδειξε και μαρτυρικές και ομολογιακές μορφές, εφάμιλλες των παλαιών πατέρων, που αγωνίσθηκαν τον αγώνα τον καλό υπέρ της πατρώας πίστεως.


Ανάμεσά τους αναμφίβολα ξεχωρίζει ο Μαγνησίας Χρυσόστομος, του οποίου την βιογράφηση ανέλαβε με ζήλο και ευσυνειδησία ο θεοφιλέστατος επίσκοπος ΓΟΧ Γαρδικίου κ. Κλήμης. Πρόκειται για μία απόλυτα τεκμηριωμένη και αξιόπιστη εργασία, η οποία με γλαφυρότητα αποτυπώνει τον βίο ενός ομολογητού των ημερών μας. Σε κάθε σελίδα του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να οσφρανθεί το πολύτιμο μύρο της αγίας πίστεώς μας, το οποίο τόσο γενναιόδωρα σκόρπισε στο πέρασμά του από την εφήμερη τούτη ζωή ο Χρυσόστομος Νασλίμης.


Ο θεοφιλέστατος Γαρδικίου προβάλλει τον ταπεινό ομολογητή επίσκοπο Μαγνησίας ως πρότυπο αγωνιστού και για τις ημέρες μας και για τους σκοτεινούς καιρούς που έρχονται. Είθε ο Κύριος να τον αξιώσει να μας δώσει σύντομα και τον δεύτερο τόμο της βιογραφίας αυτής, η οποία ίσως λειτουργήσει και ως παρότρυνση σε άλλους ερευνητές να καταγράψουν την αγία βιοτή και άλλων μορφών της αγωνιζομένης ορθοδοξίας.


Κάποιοι πρέπει να διασώσουν όποια στοιχεία υπάρχουν ακόμη για τον παπα-Γιάννη Φλώρο, τον παπα-Ευγένιο Λεμονή, τον Κυκλάδων Παρθένιο, τον Φυλής Κυπριανό και τόσους άλλους. Έτσι θα δημιουργηθεί σταδιακά ο νέος Συναξαριστής της πραγματικής ορθοδοξίας και της γνήσιας αγιότητος στον ταραγμένο εικοστό αιώνα''.



ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ




[...] Οι δε Ομολογητές Αρχιερείς ενώπιον της οικτράς αυτής καταστάσεως εξ αιτίας διαστρεβλώσεως του αληθινού τους πνεύματος, των αγώνων και αγωνιών τους από τους υποτιθέμενους Αδελφούς τους, τους, τους οποίους ανέδειξαν Αρχιερείς, εξέδωσαν κι αυτοί την υπ' αριθ. 992/7.10.1937 αποκαλυπτικη Εγκύκλιον προς τους ''Ευλογημένους Χριστιανούς τους ακολουθούντας το Πάτριον Εορτολόγιον''.


Εις αυτήν, αφού τονίζουν τους ανιδιοτελείς αγώνες τους, τις θυσίες και στερήσεις τους υπέρ της Ορθοδοξίας, αλλά και τις απολογητικές διαβεβαιώσεις τους επί των κατηγοριών που τους προσάπτουν οι κατήγοροί τους, ψέγουν αυτούς ως πολεμίους, μη επιθυμούντας την ένωση της Εκκλησίας, διότι ''διά του παλαιοημερολογιτισμού επλούτισαν''.


Και γενόμενοι όργανα του αρχεκάκου διαβόλου δεν παύουν να αποστέλλουν Μοναχούς και Μοναχές σε διάφορες κωμοπόλεις, διαδίδοντας ότι δήθεν προδώσαμε τον Αγώνα στον Καινοτόμο Αρχιεπίσκοπο, ''ενώ αυτοί έφυγον από την θρησκείαν του Χριστού πλεονεκτούντες και εισπράττοντες εκ του ιδρώτος και του αίματος των χωρικών  σιτοφορτία ολόκληρα και άλλα προϊόντα''!


Καταγγέλουν δε αυτούς για σωρεία παραβάσεων Κανόνων και θεσμίων της Εκκλησίας, στα οποία εκείνοι υποπίπτουν προς σκανδαλισμό των πιστών, αλλά και τους θυμίζουν τον κίνδυνο για εισαγγελική παρέμβαση επί καταγγελιών για απάτες τους.


Παρακαλούν δε τους πιστούς να μη δίνουν προσοχή στις διαδόσεις των συκοφαντιών τους, να έχουν εμπιστοσύνη στους Αρχιερείς τους, οι οποίοι χάριν του Αγώνος εγκατέλειψαν τα πάντα και να αποφεύγουν τους πλεονέκτες, υβριστές και λοιδορούς, για να μην κακοπάθουν, εκφράζοντας και την ικανοποίησή τους για την μη ακολούθηση των αποστατών από την πλειονότητα των Ενοριών, όπως και των Αγιορειτών Ζηλωτών Πατέρων19.


Σε επιστολή του της 17/30.10.1937, ο Άγιος πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος απευθυνόμενος σε Πρόεδρο Ενορίας, προτρέπει: ''Εις τας σταλείσας Εγκυκλίους των αποστατών Επισκόπων Βρεσθένης και Κυκλάδων δέον να μη δίδετε ουδεμίαν προσοχήν, διότι ούτοι εκ λόγων συμφεροντολογικών, μη ανεχόμενοι τον έλεγχον ημών διά τας παρανόμους χειροτονίας και τας λοιπάς ιεροκαπηλείας αυτών, απεκήρυξαν ημάς και ετάχθησαν παρά το πλευρόν του παλαιού Διοικητικού Συμβουλίου [της ''Ελληνικής Θρησκευτικής Κοινότητος''] Μάνεση και Γούναρη, ους έως χθες απεκάλουν και αυτοί οι ίδιοι εκμεταλλευτάς και παρασυναγώγους''.


Ως πρόφαση, οι αποκοπέντες βρήκαν την μη αναγκαία αναμύρωση βρεφών από ημάς και την άρνηση πλήρους και οριστικής καταδίκης όσων δέχθηκαν την Ημερολογιακή Καινοτομία, δικαίωμα επί του οποίου έχει μόνον μία Οικουμενική ή Μεγάλη Σύνοδος. Απόδειξη μάλιστα της δημοκοπίας των αποσχισθέντων ''είναι ότι έλαβον και οι δύο μόνοι των του Μητροπολίτου, ενώ εδώκαμεν εις αυτούς κατά την χειροτονίαν των τον τίτλον του Επισκόπου, τουθ' όπερ μόνον οι τυχοδιώκται και διανοητικώς και ψυχικώς ακατάστατοι δύνανται ασυστόλως να πράττωσιν''20.



Ζ.3. Βάσιμες ελπίδες και τραγικές απογοτεύσεις


Η κατανόηση της θέσεως και των προσδοκιών των Ομολογητών Ιεραρχών, καίτοι δεινώς παρεξηγουμένων από μικροψύχους ανθρώπους, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί, όπως προείπαμε, χωρίς να συνυπολογίζεται η προσπάθεια ευνοικής επιλύσεως του Ημερολογιακού ζητήματος μέσω πολιτειακής συνδρομής.


Στο υπ' αριθ. 1027/30.10.1937 Εγκυκλιώδες Γράμμα των Δημητριάδος Γερμανού και πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου ''Προς τα Εκκλησιάσματα των Ιερών Ναών Αθηνών-Πειραιώς'' θεωρείται, ότι πλησιάζει η ευκταία λύση ''του ζητήματος ημών διά της επαναφοράς του Πατρίου Εορτολογίου εις όλην την Εκκλησίαν'', και κοινοποιείται ευχαριστήριο έγγραφο προς τον τότε Πρόεδρο της Κυβερνήσεως Ιωάννη Μεταξά.


Εις αυτό αναγράφεται ότι, με σύσταση της Εθνικής Κυβερνήσεως η Ιεραρχία της Καινοτόμου Εκκλησίας κατά την τελευταία Συνεδρία της αναθεώρησε το ζήτημα του Εκκλησιαστικού Εορτολογίου και αποφάσισε να διευθετήσει τούτο εντός του πλαισίου των Εκκλησιαστικών Παραδόσεων από μια Μικτή Επιτροπή, απαρτιζόμενη από δύο Συνοδικούς Αρχιερείς, επίσης από τους Δημητριάδος Γερμανό και πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο, και από δύο Αντιπροσώπους της Κυβερνήσεως.


Τούτο προκάλεσε στον λαό του Πατρίου σκίρτημα χαράς και συγκινήσεως και όλοι ευχήθηκαν η Επιτροπή να αναλάβει το έργο της άμεσα, ώστε μέχρι τις επικείμενες εορτές η Εκκλησία να έχει ενωθεί με την ταχύτερη αποκατάσταση του Πατρίου Εορτολογίου, για να συνεορτασθούν τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια μετά της Αγίας Σιών, της Βηθλεέμ και του Ιορδάνου21.


Εντός αυτού του κλίματος ευφορίας, αισιοδοξίας και αγαθών προσδοκιών, οι Παρασυνάγωγοι Κυκλάδος και Βρεσθένης, μαζί με μερικούς Κληρικούς και Μοναχούς, επέλεξαν την στιγμή να εκδώσουν μία ''Ορθόδοξον Ομολογίαν'' την 6/19.11.1937, για να επιδοθεί στον Καινοτόμο Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ως Πρόεδρο της Συνόδου του, μέσω της οποίας συνοψίζουν τις κύριες επικριτικές και απορριπτικές θέσεις τους κατά των Καινοτόμων, προβαίνοντες και σε αποκήρυξη των πράξεων και φρονημάτων ''των δύο νεωτερισάντων και αρνησαμένων την πρώτην αυτών ομολογίαν Αρχιερέων τέως Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης''.


Μάλιστα γίνεται και εύφημος μνεία της ''Ελληνικής Θρησκευτικής Κοινότητος'' ως συστατικής της λειτουργίας του ιερού Αγώνος22. Σε μία τόσο κρίσιμη λοιπόν καμπή του ιερού Αγώνος, όπου ενώ αχνοφέγγει η ευκταία λύση του Ημερολογιακού ζητήματος, κάποιοι προβαίνουν στην περιπλοκή αυτού, ώστε οι Καινοτόμοι να αποφύγουν την υποχώρηση και επανόρθωση, 


ο Άγιος πρώην Φλωρίνης αποστέλλει την γνωστή από 9/22.11.1937 Επιστολή του προς των Κυκλάδων Γερμανό, προκειμένου να του υπομνήσει αυτά που γνώριζε, αλλά που απεφάσισε τελικά χωρίς προηγουμένως να έλθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία και συνάντηση με τους Αρχιερείς του (Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης), να συνταχθεί με τον Βρεσθένης και τους αποστάτες της ''Ελληνικής Θρησκευτικής Κοινότητος''.


Σε αυτή την Επιστολή αναπτύσσεται το νόημα του χαρακτηρισμού των Καινοτόμων ως σχισματικών τον Ιούνιο του 1935 ''δυνάμει'' και όχι ''ενεργεία'', πράγμα για το οποίο απαιτείται έγκυρη γνώμη και τελεσίδηκη απόφαση Οικουμενικής ή Πανορθοδόξου Συνόδου. Επίσης, τονίζεται η αναγκαιότητα Συνοδικής αντιμετωπίσεως της Ημερολογιακής Καινοτομίας, εφ' όσον εφαρμόσθηκε μόνον για τις ακίνητες και όχι για τις κινητές εορτές, ενώ οι Μεγάλες Σύνοδοι του ΙΣΤ' αι. κατεδίκασαν το Γρηγοριαμό Ημερολόγιο κυρίως για την Καινοτομία και του Πασχαλίου.


Τονίζει τα δεινά που υπέστησαν αυτός και ο Δημητριάδος χάριν της Ομολογίας τους και του αγώνος τους υπέρ ενώσεως της Εκκλησίας, τον οποίον βλέπουν να εγγίζει στη πραγμάτωσή του, καθώς και τις ελπιδοφόρες προσδοκίες τους, σε αντίθεση με την επαναστατική και ανασταλτική του Θριάμβου της Ορθοδοξίας στάση των αποστατών επισκόπων23.


Είναι δε βέβαιον, ότι ο Κυκλάδων Γερμανός δεν πείσθηκε από τις θέσεις αυτές, οι οποίες μπορεί να είχαν βάση και εξήγηση επί όσων προαναπτύχθηκαν, όμως είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν να πείσουν ή έστω να καθησυχάσουν τα πνεύματα των σκανδαλιζομένων. Άλλωστε, ακόμη και ο ίδιος ο Άγιος πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος μετά πάροδον ετών χρειάσθηκε να προβεί σε βεβαιώσεις, ότι ανακαλεί φράσεις και θέσεις του, οι οποίες δεν φαίνεται να εναρμονίζονται με την Ομολογία του 1935, όπως αυτή εκλαμβανόταν από πολλούς.


Δεν μας είναι γνωστόν αν τελικά η υποδειχθείσα από την Πολιτεία Μικτή Επιτροπή προς επίλυσιν του Ημερολογιακού ζητήματος συνήλθε ή όχι. Γνωρίζουμε μόνον, ότι οι Ομολογητές Αρχιερείς Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης κατέθεσαν τον Δεκεμβριο του 1937 Υπόμνημα προς την Κυβέρνηση, η οποία με την σειρά της διά του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας διαβίβασε αυτό την 16.1.1938 προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος του Νέου Ημερολογίου.


Το υπόμνημα για την επίτευξη της ποθουμένης ειρηνεύσεως της Εκκλησίας περιείχε δέκα όρους: α) αναγνώριση της διαμορφωθείσης εκκλησιαστικής καταστάσεως των ακολούθων του Πατρίου, β) θεώρηση της εφαρμογής του Νέου Ημερολογίου ως προσωρινής και επιδίκου, γ) απόδοση ελευθερίας στους κληρικούς του Πατρίου, δ) καθορισμό συγκλήσεως Προσυνόδου κατά την Τεσσαρακοστή του 1938 με προοπτική ενώσεως μέχρι το Πάσχα, ε) συμμετοχή ενός από τους δύο (Δημητριάδος, πρώην Φλωρίνης) ως Μέλους στην Προσύνοδο για ανάπτυξη των θέσεων περί Ημερολογίου,


στ) καθορισμό ως υποχρεωτικής για όλους της αποφάσεως της Προσυνόδου, ζ) κατάργηση της ανεξαρτησίας της ''Ελληνικής Θρησκευτικής Κοινότητος'', η) λήψη ενδεδειγμένων μέτρων εναντίον όσων καπηλεύονται τον Αγώνα του Πατρίου για ιδιοτελείς σκοπούς, θ)σε περίπτωση δε μη συγκλήσεως της Προσυνόδου μέχρι το Πάσχα, καθορισμό από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο εφαρμογής του Πατρίου στο Εορτολόγιο της Εκκλησίας, και τέλος ι) συμμόρφωση της Εκκλησίας Ελλάδος προς τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες στην τήρηση των Ιερών Κανόνων και Παραδόσεων της Εκκλησίας΄



μαζί με αυτά παρεχόταν και η διαβεβαίωση αποφυγής κάθε εκκλησιαστικής πράξεως που θα δυσχαίρανε την ειρήνη της Εκκλησίας και την ένωση των Χριστιανών, στην οποίαν ''επαγγέλλεται'' ασφαλή και βεβαίαν η ανωτέρω αμοιβαία συνθηκολόγησις''24. Οι όροι του Υπομνήματος τούτου δεν φαίνεται να επηρέασαν θετικά την Καινοτόμο Εκκλησία για ειρήνευση της διαστάσεως.


Οι Νεημερολογίτες δεν θέλησαν ποτέ να παραδεχθούν το λάθος τους και να επανορθώσουν, για να επιτευχθεί μία κατά Θεόν ένωση, παρ' όλον ότι οι του Πατρίου τους απηύθυναν τέτοιου είδους ενωτικές προτάσεις και κατά τις επόμενες τρεις τουλάχιστον δεκαετίες!


Σε εκείνη πάντως την τόσο κρίσιμη στιγμή, όταν οι περιστάσεις ευνοούσαν την πιθανή ένωση της Εκκλησίας με την επαναφορά του Πατρίου Ημερολογίου από τους Καινοτόμους -έστω και με πολιτειακή πίεση, η αδιάλλακτη στάση των Κυκλάδων και Βρεσθένης έδωσε αφορμή στον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο να σπεύσει να τους παρουσιάσει στην Κυβέρνηση, διά του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, ως ''πεισματάρηδες, επαναστάτες και εκμεταλλευτές'', ώστε να μεταιωθεί κάποια εκκλησιαστική λύση.




19. Επιστολή από το Αρχείον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, η οποία αναρτήθηκε στον επίσημο Ιστότοπο αυτής: www.ecclesiagoc.gr/images/stories/agies/Biblia/Encyclical1937.pdf.


20. Bλ. περιοδ. ''Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων'', Αύγουστος 1981, σελ. 250-252. Στο Ματθαιϊκό αυτό περιοδικό η επιστολή του Αγίου πρώην Φλωρίνης δεν παρατίθεται ολόκληρη ούτε κατονομάζεται ο αποδέκτης αυτής.


21. Επιστολή από το Αρχείον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, η οποία αναρτήθηκε στον επίσημο Ιστότοπο αυτής: www.ecclesiagoc.gr/images/stories/agies/Biblia/metaxa.pdf. Το ότι η Κυβέρνηση Μεταξά επιθυμούσε την ένωση της Εκκλησίας γίνεται φανερό και από τα όσα είπε στο γραφείο του ο Μεταξάς προς των Αθηνών Χρυσόστομο και τα Μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, παρουσία και του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας κ. Γεωργακοπούλου, όπως τα κατέγραψε ο τότε συνοδικός μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ στην υπ. αριθ. 1866/16.12.1937 απολογητική επιστολή του προς την Σύνοδό του: ''...η Εκκλησία (είπεν ο Μεταξάς) αδιαφορούσα προς το ημερολόγιον της Πολιτείας ΠΡΕΠΕΙ ναεπανέλθη εις το παλαιόν εορτολόγιον, και ότι το νέον ημερολόγιον εισήχθη βεβιασμένως εν Επαναστατική περιόδω και ότι ΟΥΔΕΝΑ δύναται να καταδιώξη'' (Βλ. Επισκόπου Καλλιοπίου Π. Γιαννακουλοπούλου, Μητροπολίτου Γ.Ο.Χ. Πενταπόλεως, Τα Πάτρια, Τόμος Η', έκδ. β', Πειραιεύς 1990, σελ. 90-91. Τα κεφαλαία στοιχεία είναι της πηγής προελεύσεως).


22. Βλ. περιοδ. ''Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων'', Μάϊος-Ιούνιος 1981, σελ. 180-182.


23. Βλ. αυτήν στο έργο Μητροπολίτης Πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης - Αγωνιστής της Ορθοδοξίας και του Έθνους, επιμ. Ηλία Αγγελοπούλου - Διονυσίου Μπατιστάτου, Αθήναι 1981, σελ. 76-84.


24. Βλ. περιοδ. ''Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων'', Αύγουστος 1981, σελ. 258-260.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σειρά αποσπασμάτων από το βιβλίο του 
Επισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος 
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών 
''ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΑΣΛΙΜΗΣ (1910-1973) 
ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ'', 
τόμος Α', σελ. 176-183, Αθήνα 2019.

Print Friendly and PDF