«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2023
ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ: ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΝΕΤΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΕΦΑΝΟ
Ο ήλιος ο αισθητός, που ανατέλλει πάνω από τη γη, έχει δίπλα του συνακόλουθους, τα αστέρια της Άρκτου, του Ωρίωνα, της Πούλιας, ακόμα και του Αυγερινού. Ο Ήλιος όμως της Δικαιοσύνης, ο οποίος ακτινοβόλησε ανατέλλοντας μέσα από τους παρθενικούς κόλπους, δεν έχει ανάγκη τη συνδρομή από το φως των αστεριών, αλλά έθεσε τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο να λάμπει αυτός, δίπλα στις αθάνατες ακτίνες Του. Ο ήλιος, βαδίζοντας στο ουράνιο μονοπάτι του ανάμεσα στο βοριά και το νότο, πότε μεγαλώνει και πότε μικραίνει το φεγγοβόλημα της μέρας. Ο Κύριος, ερχόμενος από τον ουρανό για μας, αύξησε την Δικαιοσύνη και διατήρησε αμόλυντο και αμείωτο το φεγγοβόλημά της.
Ο ήλιος διαδέχεται τη νύχτα, Αυτός τον θάνατο αντιπαλεύει, εκείνος διώχνει το σκοτάδι, Αυτός ανατρέπει την αμαρτία, εκείνος φέγγει για δώδεκα ώρες, Αυτός αστράφτει στους αιώνες, εκείνος με τ’ αστέρια βαδίζει, Αυτός λάμπει με τους Αποστόλους, εκείνος τριγυρνάει ανάμεσα σε χρόνια και εποχές, Αυτός κηρύττεται με τους Προφήτες και τους Ευαγγελιστές, εκείνος με τη διαδρομή του τις ώρες υφαίνει, Αυτός τον λόγο της Εκκλησίας δυναμώνει. Εκείνον οι ζωγράφοι πάνω στο άρμα τον ζωγραφίζουν, Αυτόν οι σοφοί κατά Θεόν στη φάτνη αναπαυόμενο αναγγέλλουν.
Μια φάτνη η οποία σαν άλλος Ουρανός που περιβάλλεται με τη Χερουβική δόξα, μόνο με τον Θεϊκό θρόνο μπορεί να συγκριθεί, που περιέχει τη λογική τροφή, μια φάτνη που δέχτηκε Αυτόν που δημιούργησε την κάθε ζωή, μια φάτνη που βαστάει Αυτόν που βαστάει τα πάντα. Μια φάτνη που κατά χάριν έγινε πλατύτερη από την Πλάση όλη, για να χωρέσει Αυτόν που ολόκληρη η Κτίση δεν χωράει. Μια φάτνη που μας αναγγέλθηκε από τον αγγελιοφόρο αστέρα. Μια φάτνη που προτύπωσε το θυσιαστήριο, και ένα σπήλαιο που την Εκκλησία αποτέλεσε.
Ας μιμηθούμε λοιπόν και εμείς, τους ευσεβείς Μάγους, και αντιλαμβανόμενοι την εκκλησία ως Βηθλεέμ, ας ασπασθούμε το ιερό βήμα ως Σπήλαιο, το θυσιαστήριο ως Φάτνη, και αντί του Βρέφους, τον διά του Βρέφους ευλογημένο άρτο ας αγκαλιάσουμε. Έχοντας υπόψιν όλα αυτά ας δοξάσουμε σήμερα Αυτόν που και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος ως Βασιλέα κηρύττει. Θαυμαστά πράγματα ενός θαυμαστού Βασιλέα! Χθες γεννήθηκε, και σήμερα ο Στέφανος σε Αυτόν προσφέρθηκε ως πραγματικό και έμψυχο στεφάνι, ως στεφάνι που πλέχτηκε και χαλκεύτηκε μόνο του. Ο Στέφανος, που στεφανώνοντας τον Βασιλέα στεφανώθηκε. Ο Στέφανος, το πολύανθο της πίστεως κλωνάρι, το μοσχομυρωδάτο της αγάπης ρόδο, το αμάραντο άνθος της ελπίδος, της χάριτος το λουλουδιασμένο βλαστάρι, της αιωνίου αμπέλου το κατάφορτο κλήμα, ο μελιστάλαχτος καρπός της αθανασίας.
Ο Στέφανος, το παρακλάδι του Σταυρωθέντος που στα Ουράνια φθάνει, που γεμάτος από κάθε καλό έργο και λόγο αποτέλεσε ακατάλυτο πύργο της ομολογίας και ασάλευτο οχύρωμα της υπομονής. Ο Στέφανος, ο σταυροφόρος αήττητος στρατιώτης της εγκράτειας και της ευσέβειας, ο έμψυχος στρατηλάτης, ο θαρραλέος ρήτορας, κατά των Χριστοκτόνων. Αλλά τόση ώρα λέγω, λέγω, και ακόμη τίποτα δεν έχω πει για τα γεγονότα. Ας αφήσουμε λοιπόν τη θεία Γραφή να στεφανώσει τον Στέφανο. Λέει λοιπόν η Γραφή, ότι ο Στέφανος πλήρης χάριτος και δυνάμεως «ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ». Άρα πώς λοιπόν να επαινέσω εγώ τον Στέφανο, όταν η ίδια η θεία χάρη τού έχει πλέξει στεφάνι, το στεφάνι που στεφανώνει τον κάθε μάρτυρα; Τι λόγο να προσθέσω εγώ στον λαμπρότερο μάρτυρα του κόσμου, με ποιες λέξεις να στολίσω αυτόν που έκανε πάμπολλα θαύματα;
Λέει λοιπόν η Γραφή ότι ο Στέφανος πλήρης χάριτος και δυνάμεως «ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ». Η θεία Χάρη και η θεία Δύναμη έπλεκαν ταυτόχρονα τον στέφανο του Στέφανου, προετοιμάζοντάς τον για τον καλόν αγώνα. Η μια τον κραταίωνε στην πίστη, και η άλλη τον ετοίμαζε για το μαρτύριο. Η μία για την διακονία, και η άλλη ως προς τον λόγο. Η μία προς το θάρρος, και η άλλη τον εκπαίδευε στην υπομονή. Η μία προς τα θαύματα, και η άλλη τον προετοίμαζε για τα κατορθώματα.
Η Χάρη και η Δύναμη που είναι βλαστάρια από την ίδια ρίζα, ζευγάρι παντοτινό, κλωνάρι από το ίδιο φυτό της πίστεως, παντοτινά ομόφωνες. Η Χάρη και η Δύναμη, τα πανέμορφα μάτια της ορθοδοξίας, ου δίδυμοι μαστοί της Εκκλησίας, οι συστρατιώτες του Χριστού. Οι άγρυπνοι φύλακες του Στέφανου. Λέει λοιπόν η Γραφή ότι ο Στέφανος ήταν «πλήρης χάριτος και δυνάμεως». Θυμιατήριο της Χάριτος ήταν ο Στέφανος, που ευωδίαζε το λιβάνι της αγιοσύνης. Πηγή της Χάριτος που ανέβλυζε τα παντοτινά νάματα της αρετής. Νείλος της Χάριτος που ξεχείλιζε από ευσέβεια. Αθλητής της Χάριτος ασυναγώνιστος από κάθε αντίπαλο.
Στρατιώτης της Χάριτος, που αντιπάλευε κάθε πανουργία και κάθε φοβέρα, και στέκονταν ακλόνητος σε κάθε επίθεση, δεχόμενος με καρτερία τους διωγμούς, θαυματοποιώντας, διώκοντας τα πάθη, γιατρεύοντας τις αρρώστιες, εκδιώκοντας τους δαίμονες, υπηρετώντας τους φτωχούς, ανακουφίζοντας τους ασθενείς, υπερασπίζοντας τις χήρες, προστατεύοντας τα ορφανά και τους αδικουμένους, αυξάνοντας το κήρυγμα, αναγγέλλοντας την πίστη· μιλώντας και καυχούμενος για τον Σταυρό, τους ήλους, τον κάλαμο, δοξάζοντας τα δεσμά, διακηρύττοντας τη λόγχη, που για χάρη μας έπληξε την πλευρά του Κυρίου, προσκυνώντας το Πάθος του Κυρίου που θανάτωσε τον θάνατο.
Προβάλλοντας τη Φάτνη, και υπερηφανευόμενος για τα Σπάργανα, εκθειάζοντας τα ραπίσματα, χωρίς να ντρέπεται για το δικαστήριο του Πιλάτου, χωρίς να κρατάει κρυφό τον Τάφο του Κυρίου, περήφανος για την Ανάσταση. Ελέγχοντας τους Ιουδαίους, ανατρέποντας τους Φαρισαίους, ντροπιάζοντας τους Σαδδουκαίους, αποστομώνοντας τους Γραμματείς. Ερμηνεύοντας τον Νόμο, και ερευνώντας τους Προφήτες, ανέλυε τις Γραφές κι εκεί ανακάλυπτε τον Χριστό να λάμπει. Αντιμετωπίζοντας και επιτιμώντας τους παράνομους σταυρωτές. Αντιμαχόμενος τους ασεβείς, κατατροπώνοντας με την πίστη τους απίστους Ιουδαίους, που αντιδρούσαν στο κήρυγμα του. «ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει».
Μεγάλη η τρικυμία αλλά ο κυβερνήτης επουράνιος, πυκνή η θύελλα αλλά το πλοίο φέρει σταυρό, αλλεπάλληλες οι καταιγίδες αλλά η καρίνα είναι στέρεα. Δεν μπορούν τα κύματα να εξεγερθούν κατά του ουρανού, δεν μπορεί το πονηρό πνεύμα να αντιπαλέψει το επουράνιο. Δεν μπορεί να διαλυθεί το σκάφος που κυβερνάται από τη Ζωή. «ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει». Και για ποιο λόγο η συζήτηση; Γι’ Αυτόν που κυοφορήθηκε μυστηριωδώς, γι’ Αυτόν που γεννήθηκε υπερφυσικά, γι’ Αυτόν που θήλασε πέρα από κάθε λογική. Πώς χωρίς ένωση η Παρθένος έγινε μητέρα, πώς και μετά τον τοκετό έμεινε παρθένος, πώς η φύση έδωσε την θέση της στο θαύμα, γιατί σαρκούμενος μέσω της Μαρίας δεν επέβαλε τις δικές Του αναλογίες, αλλά θέλησε ο Αχώρητος να συρρικνωθεί ως βρέφος; Πώς ενώ ήταν έμβρυο, δημιουργούσε όλα τα άλλα έμβρυα, πώς ενώ γεννιόταν παρείχε τη γέννηση σε όλους, πώς θήλαζε και ταυτόχρονα χορηγούσε σε όλα τα βρέφη τις πηγές του γάλακτος;
Αυτή είναι η διαφορά του Νόμου και της Χάριτος. Ο Νόμος καταδικάζει, η Χάρη συγχωρεί, ο Νόμος κολάζει η Χάρη σώζει, ο Νόμος υπηρετεί η Χάρη εξουσιάζει, ο Νόμος την αμαρτία φονεύει, η Χάρη την αμαρτία εξαφανίζει, ο Νόμος κρατάει το ξίφος η Χάρη το έλεος μεταχειρίζεται, ο Νόμος έχει θέση δήμιου, η Χάρη έχει εξουσία βασιλέως, ο Νόμος τον κατάδικο δένει με το σχοινί η Χάρη ως φιλάνθρωπη αφαιρεί του θανάτου το σύμβολο. Και ενώ έλεγε τα θεία αυτά λόγια περί της Χάριτος ο Στέφανος προς τους Ιουδαίους, αυτοί οι θεομάχοι σηκώθηκαν τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στο Συνέδριο.
Όπου η αρπαγή εκεί και η Ιουδαϊκή συνδρομή, όπου η ταραχή εκεί και το μισόχριστο πλήθος τους, όπου φόνος άδικος μελετάται, εκεί και το συνέδριο των γραμματέων. Γιατί βεβηλώνεις την καθέδρα του Μωϋσή παράνομε Ιουδαίε; Γιατί μολύνεις τον θρόνο που στόλισε ο Νόμος; Ο Νόμος του Μωϋσή είπε: «Ου φονεύσεις, Ου ψευδομαρτυρήσεις». Ή λοιπόν τήρησε τον Νόμο ή από τον τόπο αυτόν απομακρύνσου. Αυτοί όμως έφεραν ψευδομάρτυρες που έλεγαν «Ο άνθρωπος αυτός δεν σταματά να βλαστημά αυτόν τον άγιο τόπο και το Νόμο. Τον ακούσαμε να λέει ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα αφανίσει τον τόπο αυτόν και θα αλλάξει τα έθιμα που μας παρέδωσε ο Μωυσής». Ακόμα έβαλαν και άλλους να λένε ψέματα ότι «ακούσαμε αυτόν να λέει βλάσφημα πράγματα για τον Μωϋσή και τον Θεό».
Τώρα τον Μωϋσή θαυμάζεις συκοφάντη, τώρα τον τιμάς ως νομοθέτη, ενώ όταν ζούσε τον έφτυνες; Τώρα ως τηρητής του Νόμου οργίζεσαι και αγανακτείς, και υπερασπιζόμενος τον Θεό, θέλεις να εκδικηθείς; Εσύ δεν λιθοβόλησες τον Μωυσή; Εσύ δεν προτίμησες αντί του Θεού τα πέτρινα και τα ξύλινα είδωλα; Και τώρα για να κάνεις φόνο, σαν δικαιολογία χρησιμοποιείς την ευλάβεια; Για να χύσεις αίμα αθώου υποκρίνεσαι τον θεοσεβή; Όπως τότε, έτσι και τώρα μπερδεύεις την αλήθεια. Και τότε με θρασύτητα βλαστημούσες και τώρα με ασέβεια τιμάς. Εσύ που πάντα είσαι μέσα στα αίματα, εσύ που πάντα φτιάχνεις συμμορίες ψευδομαρτύρων. «Παρουσίασαν λοιπόν ψευδομάρτυρες που έλεγαν ότι ο άνθρωπος αυτός δεν σταματά να λέει λόγια εναντίον του Μωυσή και του Θεού και κατά του αγίου αυτού τόπου και του Νόμου»
Ποια λόγια; «Ακούσαμε αυτόν να λέει ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος, θα καταστρέψει αυτόν τον τόπο» Και τι λοιπόν; Αν σκοτώσεις τον Στέφανο, δεν θα καταστραφεί ο τόπος; ή μάλλον δεν θα καταστραφεί επειδή και τον Κύριο και τον δούλο σκότωσες; Επειδή μαζί με τον ποιμένα θυσίασες και το πρόβατο, μαζί με τον Βασιλέα κατάσφαξες και τον στρατιώτη; Δεν μπορεί πόλις να σταθεί αν έχει θανατωθεί ο Βασιλέας. Ούτε μπορεί να τιμάται ο Ναός όταν έχει γίνει ο φόνος του Δεσπότη. Μήπως ο Στέφανος είπε, το «θα μείνει ο οίκος σας έρημος»; Μήπως ο Στέφανος είπε, το «δεν θα μείνει στον Ναό λίθος επί λίθου»; Παράδοξο πράγμα και παράλογο! Να το λέει ο Θεός και να δικάζεται ο άνθρωπος! Να το αποφασίζει ο Θεός και να κατηγορείται ο άνθρωπος! Ο Βασιλιάς να πραγματοποιεί και ο στρατιώτης να ευθύνεται! Εσύ είσαι αίτιος αυτής της καταστροφής Ιουδαίε! Έμπηξες τον σταυρό και ανακάτεψες την Ιερουσαλήμ, και είπες «το αίμα Αυτού πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας». Δέξου λοιπόν τώρα την καταδίκη που σου όρισε.
Και λέει η Γραφή «ο Στέφανος γεμάτος από Πνεύμα Άγιο, κοίταξε στον ουρανό και είδε τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται όρθιος στα δεξιά του Θεού». Τότε πως ο Παύλος λέει «κάθισε στα δεξιά του θρόνου της μεγαλοσύνης του Θεού στα υψηλά»; Ποια ήταν η αιτία για να σηκωθεί; Ποιο σοβαρό γεγονός τον έκανε να σηκωθεί από τον πατρικό θρόνο; Είδε τον αθλητή που αγωνίζεται και σηκώθηκε για να βραβεύσει τη νίκη του. Είδε αυτόν που πετάει στον αέρα και άνοιξε τους ουράνιους λιμένες. «Μη φοβάσαι λοιπόν Στέφανε κανείς δεν πρόκειται να αδικήσει τον αγώνα σου. Σηκώθηκα από τον θρόνο γιατί στα δεξιά μου θέλω να σε βάλω. Γιατί βλέπω την τολμηρή πίστη σου σε μένα που σταυρώθηκα. Εγώ είμαι εκείνος που είδες πάνω στο ξύλο με σάρκα κρεμασμένο, για αυτή σου τη πίστη σε βραβεύω.
Εγώ είμαι ο αγωνοθέτης του μαρτυρίου αλλά και ο αθλητής. Πάνω στον σταυρό πάλεψα σαν σε παλαίστρα. Με συνέλαβαν και τον αντίπαλο διάβολο κατατρόπωσα. Μη φοβάσαι αυτούς που σε πετροβολούν, χωρίς να θέλουν σου φτιάχνουν σκάλα που οδηγεί στον ουρανό. Μη φοβάσαι αυτούς που σε πετροβολούν, σκαλιά για να ανέβεις στα ουράνια γίνονται οι πέτρες. Μη φοβάσαι τις πέτρες, μέσα σου κουβαλάς τον ακρογωνιαίο λίθο Ιησού Χριστό». Η δόξα και η δύναμή Του εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. *Εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις» της 27.12.2015. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Αυτός ο μακάριος Πρωτομάρτυρας και Αρχιδιάκονος Στέφανος, όταν έγινε μια φορά συζήτησις μεταξύ Ιουδαίων και Σαδδουκαίων και Φαρισαίων και Ελληνιστών σχετικά με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, και άλλοι μεν έλεγαν, ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι, ότι είναι Υιός Θεού, όταν, λέω, έγινε αυτή η συζήτησις, τότε ο πανύμνητος Στέφανος στάθηκε επάνω σε έναν τόπο υψηλό και κήρυξε σε όλους τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, λέγοντας·
«Άνδρες αδελφοί, γιατί αυξήθηκαν τόσο οι κακίες σας και είναι ταραγμένη όλη η Ιερουσαλήμ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος δεν ένιωσε στην καρδιά του δισταγμό για τον Ιησού Χριστό. Διότι αυτός είναι, που έγειρε τους Ουρανούς και κατέβηκε για τις αμαρτίες μας και γεννήθηκε από την Παρθένο την Αγία και καθαρή και διαλεγμένη πριν από την αρχή του κόσμου. Αυτός πήρε τις ασθένειές μας, και κράτησε τις νόσους. Αυτός έκανε να ξαναβρούν το φως τους οι τυφλοί. Αυτός καθάρισε τους λεπρούς και έδιωξε τα δαιμόνια από τους δαιμονισμένους».
Οι Ιουδαίοι, μόλις τα άκουσαν αυτά, τον έφεραν στο δικαστήριο μπροστά στους αρχιερείς, επειδή δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην σοφία και στη δύναμη του Αγίου Πνεύματος με την οποία μιλούσε ο θείος Στέφανος. Έπειτα παρουσίασαν ψευδομάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν κατά του Αποστόλου τα εξής λέγοντας· «Εμείς ακούσαμε, ότι αυτός λέει λόγια βλάσφημα εναντίον του τόπου αυτού της Ιερουσαλήμ, και εναντίον του θεϊκού νόμου». Και αφού είπαν αυτά και όλα τα υπόλοιπα, όσα διηγούνται οι ιερές Πράξεις των Αποστόλων στο έβδομο κεφάλαιο, τότε γύρισαν τα μάτια τους στον Στέφανο όλοι όσοι κάθονταν στο δικαστήριο και είδαν το πρόσωπό του τόσο λαμπρό, σαν να ήταν πρόσωπο Αγγέλου. Γι’ αυτό, επειδή δεν άντεχαν την ντροπή, τον λιθοβόλησαν, ενώ αυτός προσευχόταν γι’ αυτούς και έλεγε· «Κύριε μην τους καταλογίσεις αυτή την αμαρτία». Και, αφού είπε αυτά, κοιμήθηκε.
Αφού λοιπόν ο Πρωτομάρτυρας με την πτώση, που την νόμιζαν δική του γκρέμισε κάτω τον αντίπαλο Διάβολο και τον κατέστησε πτώμα μέγιστο και εξαίσιο, και αφού κοιμήθηκε με τον γλυκό ύπνο του μαρτυρίου, πήραν το ιερό του σώμα άνδρες ευλαβείς και το έβαλαν μέσα σε ένα κιβώτιο ξύλινο κατασκευασμένο από ξύλο περσέας· δηλαδή ροδακινιάς.
Και, αφού το σφράγισαν, το απέθεσαν στα πλάγια μέρη του Ναού. Τότε και ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο υιός του Αβελβούς πίστεψαν στον Χριστό. Κάι βαπτίσθηκαν από τους Αποστόλους. Τελείται δε η Σύναξις του Αγίου Στεφάνου στον μαρτυρικό του Ναό, ο οποίος είναι κοντά στον τόπο τον αποκαλούμενο Κωνσταντιανά. Σημείωσε ότι ο Άγιος Στέφανος λιθοβολήθηκε τρία χρόνια μετά την Ανάληψη του Χριστού, σύμφωνα με τους πιο ακριβείς χρονολόγους.
*Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής, τ. Β΄, Δεκεμβρίου, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Άγιον Όρος, σ. 395-397. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
Η αγία μας Εκκλησία είναι συνυφασμένη με το διωγμό και το μαρτύριο. Είναι δομημένη με το αίμα εκατομμυρίων καλλίμαχων μαρτύρων, οι οποίοι αποτελούν και το μόνιμο καύχημά Της. Το χρώμα της είναι το κόκκινο από τους ποταμούς των αιμάτων κατά των διαχρονικών πιστών. Οι ειδικοί υπολογίζουν πως με τους μετριότερους υπολογισμούς περισσότεροι από ένδεκα εκατομμύρια Χριστιανοί έχυσαν το τίμιο αίμα τους για τη νέα πίστη. Είναι ευνόητο πως τα νήματα του πολέμου κατά της Εκκλησίας κινεί ο θεομάχος και ανθρωποκτόνος διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα το ανθρώπινο γένος και επιδιώκει τη ματαίωση της εν Χριστώ σωτηρίας του.
Πρώτο θύμα του λυσσαλέου πολέμου ο αρχιδιάκονος της πρώτης Εκκλησίας Στέφανος, άνδρας πλήρης «πνεύματος και σοφίας» (Πραξ.6,3). Ήταν ένας από τους επτά διακόνους, τους οποίους εξέλεξε η χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων για να διακονούν τους πιστούς στις «αγάπες», δηλαδή στα κοινά τραπέζια, ώστε να εκλείψουν τα παράπονα από τους ελληνιστές πιστούς, οι οποίοι παραθεωρούνταν σ’ αυτά.
Το όνομά του είναι ελληνικό που σημαίνει τον άνθρωπο που φορά στεφάνι, στέμμα, δηλαδή τον διαλεχτό και αξιόλογο άνθρωπο. Ήταν πιθανότητα ελληνικής καταγωγής και είχε μόρφωση και ήθος, τα οποία τον καθιστούσαν ξεχωριστό στην Ιερουσαλήμ. Ασκούσε τη διακονία που του ανέθεσε η Εκκλησία με ιδιαίτερο ζήλο, υπηρετώντας τις χήρες, τα ορφανά, τους ασθενείς, τους φτωχούς και όλους τους καταφρονεμένους. Θεωρούσε με θέρμη ότι υπηρετούσε στα πρόσωπα των ενδεών αδελφών του τον ίδιο το Χριστό.
Αλλά δεν εξαντλούνταν η δραστηριότητά του μόνο στον τομέα της κοινωνικής διακονίας. Αξιοποιώντας τα φυσικά του χαρίσματα, δίδασκε το λόγο του Θεού με ιδιαίτερη θέρμη. Μάλιστα αξιώθηκε από το Θεό να κάνει «τέρατα και σημεία εν τω λαώ» (Πραξ.6,8), ώστε να μέσω αυτών να δοξάζεται ο αληθινός Τριαδικός Θεός και να τελεσφορεί το σωτήριο κήρυγμα της νεαρής Εκκλησίας.
Αυτό όμως εξόργισε τους φανατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν αρχίσει σκληρό διωγμό εναντίον της νέας πίστεως, η οποία ήδη είχε διαφοροποιηθεί από τον ιουδαϊσμό. Ορισμένα από τα μέλη της συναγωγής των λεγομένων Λιβερτίνων, των Κυνηναίων και Αλεξανδρέων, καθώς και κάποιοι από των Ιουδαίων που κατάγονταν από την Κιλικία και την Ασία κάλεσαν τον Στέφανο να συζητήσουν μαζί τους για τη νεοφανή πίστη. Αλλά δε μπόρεσαν να τον αντικρούσουν, «ουκ ίσχυον αντιστήναι τη σοφία και τω πνεύματι ω ελάλει» (Πραξ.6,10).
Τότε σκέφτηκαν να τον συκοφαντήσουν ότι δήθεν άκουσαν «αυτού λαλούντος ρήματα βλάσφημα εις Μωυσήν και τον Θεόν» (Πραξ.6,11). Τον παρέδωσαν στον φανατισμένο όχλο και στους άτεγκτους πρεσβυτέρους και γραμματείς για παραδειγματική τιμωρία. Επίσης τον παρέπεμψαν στο συνέδριο να δικαστεί και επιστράτευσαν ψευδομάρτυρες, οι οποίοι υποστήριζαν πως «ο άνθρωπος ούτος ου παύεται ρήματα βλάσφημα λαλών κατά του τόπου του αγίου τόπου. Ακηκόαμεν γαρ αυτού λέγοντος ότι Ιησούς ο Ναζωραίος ούτος καταλύσει τον τόπον τούτον και αλλάξει τα έθη α παρέδωκεν ημίν Μωυσής» (Πραξ.6,14). Αλλά την ώρα που ξεστόμιζαν εναντίον του τις ψευδομαρτυρίες είδαν να λάμπει το πρόσωπό του και να μοιάζει με άγγελος του Θεού.
Ο Στέφανος πήρε θάρρος και έκανε μια καταπληκτική απολογία, εξιστορώντας τις δωρεές του Θεού προς τον ιουδαϊκό λαό, και στηλιτεύοντας με έμφαση τις αποστασίες των προγόνων του. Αλλά και τους συγχρόνους του, καταλήγοντας ως εξής: «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδίᾳ και τοις ωσίν, υμείς αεὶ τω Πνεύματι τω Αγίῳ αντιπίπτετε, ως οι πατέρες υμών και υμείς. Τίνα των προφητών ουκ εδίωξαν οι πατέρες υμών; και απέκτειναν τους προκαταγγείλαντας περὶ της ελεύσεως του δικαίου, ου νυν υμείς προδόται και φονείς γεγένησθε· οίτινες ελάβετε τον νόμον εις διαταγὰς αγγέλων, και ουκ εφυλάξατε» (Πραξ.7,51-53).
Οι δικαστές του όταν άκουσαν την θαρραλέα απολογία του Στεφάνου άρχισαν να τρίζουν τα δόντια τους από θυμό και αγανάκτηση. Εκείνος σηκώνοντας τα μάτια τους τον ουρανό είδε την δόξα του Θεού και τον Κύριο Ιησού Χριστό να στέκεται δίπλα στο θρόνο της Θεότητας και είπε «ιδοὺ θεωρώ τους ουρανοὺς ανεῳγμένους και τον υιὸν του ανθρώπου εκ δεξιών του Θεού εστώτα» (Πραξ.7,56). Όταν άκουσαν αυτά έφριξαν, κλείνοντας τα αφτιά τους, να μην ακούν τις δήθεν βλασφημίες του αγίου άνδρα.
Αμέσως τον άρπαξαν και τον οδήγησαν έξω της πόλεως να τον σκοτώσουν με λιθοβολισμό. Μαζί τους ήταν και κάποιος νεαρός ονόματι Σαούλ, ο οποίος φύλαγε τα ρούχα των δημίων, που λιθοβολούσαν τον Στέφανο. Πρόκειται για τον απόστολο Παύλο, ο οποίος αργότερα θα μεταστρέφονταν και θα γινόταν ο θερμότερος απόστολος του Χριστού. Τη στιγμή του μαρτυρίου του ο Στέφανος προσεύχονταν «Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου. Θεις δε τα γόνατα έκραξε φωνή μεγάλη· Κύριε, μη στήσῃς αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην. Και τούτο ειπὼν εκοιμήθη» (Πραξ.7,60).
Αυτός ήταν ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, αληθινός αναγεννημένος εν Χριστώ άνθρωπος, γνήσιος τύπος του Σωτήρος Χριστού. Το ηρωικό του παράδειγμα θα συνεχίσουν εκατομμύρια ομολογητές της αληθινής πίστεως, οι οποίοι θα σμίξουν το δικό τους αίμα με το τίμιο αίμα του Στεφάνου, για να ποτίζει εσαεί το δένδρο της σωτηρίας του κόσμου. Η δύστηνη εποχή μας έχει απόλυτη ανάγκη από ηρωικά πρότυπα σαν αυτό του αγίου Στεφάνου, προκειμένου να πορευτεί η ανθρωπότητα το δρόμο της εν μέσω «σκιάς θανάτου» (Ματθ.4,16). *Λάμπρου Σκόντζου - Θεολόγου. Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 26.12.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ: ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΥ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ
27 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Η αγία μας Εκκλησία είναι συνυφασμένη με το διωγμό και το μαρτύριο. Είναι δομημένη με το αίμα εκατομμυρίων καλλίμαχων μαρτύρων, οι οποίοι αποτελούν και το μόνιμο καύχημά Της. Το χρώμα της είναι το κόκκινο από τους ποταμούς των αιμάτων κατά των διαχρονικών πιστών. Οι ειδικοί υπολογίζουν πως με τους μετριότερους υπολογισμούς περισσότεροι από ένδεκα εκατομμύρια Χριστιανοί έχυσαν το τίμιο αίμα τους για τη νέα πίστη. Είναι ευνόητο πως τα νήματα του πολέμου κατά της Εκκλησίας κινεί ο θεομάχος και ανθρωποκτόνος διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα το ανθρώπινο γένος και επιδιώκει τη ματαίωση της εν Χριστώ σωτηρίας του.
Πρώτο θύμα του λυσσαλέου πολέμου ο αρχιδιάκονος της πρώτης Εκκλησίας Στέφανος, άνδρας πλήρης «πνεύματος και σοφίας» (Πραξ.6,3). Ήταν ένας από τους επτά διακόνους, τους οποίους εξέλεξε η χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων για να διακονούν τους πιστούς στις «αγάπες», δηλαδή στα κοινά τραπέζια, ώστε να εκλείψουν τα παράπονα από τους ελληνιστές πιστούς, οι οποίοι παραθεωρούνταν σ’ αυτά.
Το όνομά του είναι ελληνικό που σημαίνει τον άνθρωπο που φορά στεφάνι, στέμμα, δηλαδή τον διαλεχτό και αξιόλογο άνθρωπο. Ήταν πιθανότητα ελληνικής καταγωγής και είχε μόρφωση και ήθος, τα οποία τον καθιστούσαν ξεχωριστό στην Ιερουσαλήμ. Ασκούσε τη διακονία που του ανέθεσε η Εκκλησία με ιδιαίτερο ζήλο, υπηρετώντας τις χήρες, τα ορφανά, τους ασθενείς, τους φτωχούς και όλους τους καταφρονεμένους. Θεωρούσε με θέρμη ότι υπηρετούσε στα πρόσωπα των ενδεών αδελφών του τον ίδιο το Χριστό.
Αλλά δεν εξαντλούνταν η δραστηριότητά του μόνο στον τομέα της κοινωνικής διακονίας. Αξιοποιώντας τα φυσικά του χαρίσματα, δίδασκε το λόγο του Θεού με ιδιαίτερη θέρμη. Μάλιστα αξιώθηκε από το Θεό να κάνει «τέρατα και σημεία εν τω λαώ» (Πραξ.6,8), ώστε να μέσω αυτών να δοξάζεται ο αληθινός Τριαδικός Θεός και να τελεσφορεί το σωτήριο κήρυγμα της νεαρής Εκκλησίας.
Αυτό όμως εξόργισε τους φανατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν αρχίσει σκληρό διωγμό εναντίον της νέας πίστεως, η οποία ήδη είχε διαφοροποιηθεί από τον ιουδαϊσμό. Ορισμένα από τα μέλη της συναγωγής των λεγομένων Λιβερτίνων, των Κυνηναίων και Αλεξανδρέων, καθώς και κάποιοι από των Ιουδαίων που κατάγονταν από την Κιλικία και την Ασία κάλεσαν τον Στέφανο να συζητήσουν μαζί τους για τη νεοφανή πίστη. Αλλά δε μπόρεσαν να τον αντικρούσουν, «ουκ ίσχυον αντιστήναι τη σοφία και τω πνεύματι ω ελάλει» (Πραξ.6,10). Τότε σκέφτηκαν να τον συκοφαντήσουν ότι δήθεν άκουσαν «αυτού λαλούντος ρήματα βλάσφημα εις Μωυσήν και τον Θεόν» (Πραξ.6,11).
Τον παρέδωσαν στον φανατισμένο όχλο και στους άτεγκτους πρεσβυτέρους και γραμματείς για παραδειγματική τιμωρία. Επίσης τον παρέπεμψαν στο συνέδριο να δικαστεί και επιστράτευσαν ψευδομάρτυρες, οι οποίοι υποστήριζαν πως «ο άνθρωπος ούτος ου παύεται ρήματα βλάσφημα λαλών κατά του τόπου του αγίου τόπου. Ακηκόαμεν γαρ αυτού λέγοντος ότι Ιησούς ο Ναζωραίος ούτος καταλύσει τον τόπον τούτον και αλλάξει τα έθη α παρέδωκεν ημίν Μωυσής» (Πραξ.6,14). Αλλά την ώρα που ξεστόμιζαν εναντίον του τις ψευδομαρτυρίες είδαν να λάμπει το πρόσωπό του και να μοιάζει με άγγελος του Θεού.
Ο Στέφανος πήρε θάρρος και έκανε μια καταπληκτική απολογία, εξιστορώντας τις δωρεές του Θεού προς τον ιουδαϊκό λαό, και στηλιτεύοντας με έμφαση τις αποστασίες των προγόνων του. Αλλά και τους συγχρόνους του, καταλήγοντας ως εξής: «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδίᾳ και τοις ωσίν, υμείς αεὶ τω Πνεύματι τω Αγίῳ αντιπίπτετε, ως οι πατέρες υμών και υμείς. Τίνα των προφητών ουκ εδίωξαν οι πατέρες υμών; και απέκτειναν τους προκαταγγείλαντας περὶ της ελεύσεως του δικαίου, ου νυν υμείς προδόται και φονείς γεγένησθε· οίτινες ελάβετε τον νόμον εις διαταγὰς αγγέλων, και ουκ εφυλάξατε» (Πραξ.7,51-53).
Οι δικαστές του όταν άκουσαν την θαρραλέα απολογία του Στεφάνου άρχισαν να τρίζουν τα δόντια τους από θυμό και αγανάκτηση. Εκείνος σηκώνοντας τα μάτια τους τον ουρανό είδε την δόξα του Θεού και τον Κύριο Ιησού Χριστό να στέκεται δίπλα στο θρόνο της Θεότητας και είπε «ιδοὺ θεωρώ τους ουρανοὺς ανεῳγμένους και τον υιὸν του ανθρώπου εκ δεξιών του Θεού εστώτα» (Πραξ.7,56). Όταν άκουσαν αυτά έφριξαν, κλείνοντας τα αφτιά τους, να μην ακούν τις δήθεν βλασφημίες του αγίου άνδρα.
Αμέσως τον άρπαξαν και τον οδήγησαν έξω της πόλεως να τον σκοτώσουν με λιθοβολισμό. Μαζί τους ήταν και κάποιος νεαρός, ονόματι Σαούλ, μαθητευόμενος φαρισαίος, ο οποίος φύλαγε τα ρούχα των δημίων, που λιθοβολούσαν τον Στέφανο. Πρόκειται για τον απόστολο Παύλο, ο οποίος αργότερα θα μεταστρέφονταν και θα γινόταν ο θερμότερος απόστολος του Χριστού. Τη στιγμή του μαρτυρίου του ο Στέφανος προσεύχονταν «Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου. Θεις δε τα γόνατα έκραξε φωνή μεγάλη· Κύριε, μη στήσῃς αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην. Και τούτο ειπὼν εκοιμήθη» (Πραξ.7,60). Η μνήμη του τιμάται στις 27 Δεκεμβρίου.
Αυτός ήταν ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, αληθινός αναγεννημένος εν Χριστώ άνθρωπος, γνήσιος τύπος του Σωτήρος Χριστού. Το ηρωικό του παράδειγμα θα συνεχίσουν εκατομμύρια ομολογητές της αληθινής πίστεως, οι οποίοι θα σμίξουν το δικό τους αίμα με το τίμιο αίμα του Στεφάνου, για να ποτίζει εσαεί το δένδρο της σωτηρίας του κόσμου. *Εκ του ιστολογίου «ekklisiaonline.gr» της 27.12.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ: ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΤΕΦΑΝΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ
Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για να τον σώσει και μετά από αυτόν βλάστησαν οι καρποί της Εκκλησίας. Έλαμψε ο μάρτυρας της αλήθειας και μαζί του έλαμψαν οι μάρτυρες της μεγάλης οικονομίας. Ακολούθησαν οι μαθητές το δάσκαλο βασίζοντας τα ίχνη του Κυρίου. Μετά τον Χριστό οι Χριστοφόροι, μετά τον ήλιο της δικαιοσύνης οι φάροι της οικουμένης. Και πρώτος για χάρη μας άνθησε ο Στέφανος, όχι στεφάνι πλεγμένο από ιουδαϊκά αγκάθια, αλλά από την άφθονη εκκλησιαστική σοδειά πρώτος καρπός που προσφέρθηκε στον Κύριο.
Οι Ιουδαίοι έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια και το έβαλαν στο κεφάλι του Σωτήρα, παρουσιάζοντας στον Κύριο του αμπελώνα καρπούς αντάξιους της κακής γεωργίας τους, όπως προανήγγειλε με την προφητεία λέγοντας˙ «αμπελώνας του Κυρίου Σαβαώθ είναι ο οίκος του Ισραήλ και ο άνθρωπος από τη φυλή του Ιούδα είναι νέος αγαπημένος βλαστός. Περίμενα να κάνει σταφύλια, αλλά έκανε αγκάθια»1. Οι εργάτες όμως της ευαγγελικής αλήθειας ως πρώτο προοίμιο της ευσέβειας και πρώτες απαρχές της καλλιέργειας προσφέρουν στον Κύριο τον άγιο άνδρα Στέφανο, σαν κάποιο αληθινό στέφανο συναρμοσμένο από πολλές και διάφορες αρετές. Κατά πρώτον στον θαυμάσιο αυτόν άνθρωπο αναθέτουν τη φροντίδα των χηρών, έχοντας τη μαρτυρία των Αποστόλων που κατά την κρίση και την εκλογή τους ήταν πιστός και γεμάτος από Πνεύμα άγιο, κι έπειτα εξαιτίας της πνευματικής του σοφίας.
Γιατί έδειχνε τόσο θερμό ζήλο για το κήρυγμα του θείου λόγου, ώστε ακολουθούσαν τις διδασκαλίες του θαυμαστές εκδηλώσεις της θείας ενέργειας. Γιατί λέει, «ο Στέφανος γεμάτος πίστη και δύναμη πραγματοποιούσε μεγάλα σημεία»2. Τίποτε δε θεωρούσε ικανό να τον εμποδίσει στη φροντίδα του για τις χήρες, αλλά και τη φροντίδα αυτή εκτελούσε πρόθυμα και τη διδασκαλία δεν εγκατέλειπε. Και ήταν μεγάλος ο θαυμασμός γι ‘αυτόν για την υπεροχή της φιλόπονης διάνοιάς του. Του ανέθεσαν την επιμέλεια των χηρών και καταγινόταν με τη φροντίδα των ψυχών˙ τις πρώτες έτρεφε με ψωμί, ενώ τις άλλες τις παιδαγωγούσε με το λόγο˙ σ’ εκείνες παρέθετε τραπέζι υλικό, στις άλλες πρότεινε τραπέζι πνευματικό.
Ήταν πράγματι άνθρωπος αγαθός και γεμάτος από Πνεύμα άγιο. Με την αγαθότητα της προαίρεσής του εργαζόταν στην υπηρεσία των φτωχών, ενώ με την παρρησία και τη δύναμη του Πνεύματος αποστόμωνε τους εχθρούς της αλήθειας. Αντέκρουε τους πάντες και κατανικούσε τους πάντες με το λόγο της αλήθειας, γκρεμίζοντας συλλογισμούς και κάθε έπαρση που υψωνόταν κατά της γνώσης του Θεού3. Είχε τόση δύναμη λόγου, ώστε, κατά τη μαρτυρία της αγίας Γραφής, να μην μπορεί κανένας ν’ αντισταθεί στη σοφία και στη δύναμη του Πνεύματος με το οποίο μιλούσε4. Ο κήρυκας όμως της αλήθειας οδηγήθηκε στο συνέδριο της απιστίας. Πρέπει επιτροχάδην κάπως ν’ αποδώσουμε στον Πρωτομάρτυρα την οφειλή μας, που δε μας επέτρεψε να ολοκληρώσουμε χτες η ασθένεια του σώματός μου και σήμερα να ολοκληρώσομε για τους αγίους αποστόλους το δικό τους μνημόσυνο. Κατά πρώτον βέβαια τα εγκώμια των αγίων δεν περιορίζονται ούτε σε ημέρες ούτε σε χρόνους, γιατί λέει˙ «ο δίκαιος θα μείνει να μνημονεύεται στους αιώνες»5. Έπειτα απευθύνονται σ’ αυτούς που δεν έχουν διάφορες γνώμες.
Ούτε λοιπόν μάρτυρες υπάρχουν χωρίς αποστόλους ούτε πάλι απόστολοι χωρίς τους μάρτυρες. Γιατί οι απόστολοι είναι διδάσκαλοι των μαρτύρων και οι μάρτυρες είναι εικόνες των αποστόλων. Έχοντας λοιπόν ο μακάριος Στέφανος την εικόνα και τη σφραγίδα εκείνων, το σταυρό, και με το θάνατό του πρώτος στεφανώθηκε με το στέφανο του μαρτυρίου. Με την υπομονή όμως του μαρτυρίου τίμησε τους δασκάλους του κι έγινε αληθινά στέφανος˙ και στέφανος των καλών δασκάλων δεν ήταν η τιμή από τον έπαινο, αλλά η προκοπή της Εκκλησίας, όπως ο θείος Απόστολος γράφοντας στους Κορινθίους λέει˙ «αδελφοί αγαπητοί και περιπόθητοι, χαρά και στέφανός μου, σταθείτε έτσι σταθεροί στον Κύριο»6. Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας.
Ο Χριστοφόρος εισήλθε στο συνέδριο των Χριστοκτόνων˙ πήδησε το πρόβατο μέσα στη συναγωγή των λύκων. Δεν ήταν όμως απλό πρόβατο λεία των θηρίων, αλλά πρόβατο που το έβοσκε ο Χριστός και αγωνιζόταν κατά των λύκων. Λυσσούσαν αυτοί κι έτριζαν τα δόντια τους, σπαράζοντας το ποίμνιο με τις κατηγορίες και τις απειλές. Αυτός όμως τους κατασπάραζε περισσότερο με τους ελέγχους του από ό,τι εκείνοι με τις απειλές και τις κατηγορίες. Ας μη προσπεράσομε έτσι απλά και επιπόλαια τα λεγόμενα. Γιατί αυτός σε μία τόσο μεγάλη σύναξη ραδιούργων και τόσο δυνατή έφοδο λύκων πήρε το θάρρος να μιλήσει απερίφραστα κατά της αδικίας και να πει έπειτα από την πολλή εκείνη διδασκαλία˙ «σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι στην καρδιά και στ’ αυτιά, εσείς πάντοτε αντιστρατεύεστε στο άγιο Πνεύμα, όπως οι πατέρες σας»7 και τα επόμενα. Έτσι φερόταν αυτός που τον έβλεπαν στη γη, καθρεφτιζόταν όμως στον ουρανό˙ ήταν βέβαια ντυμένος με φύση ανθρώπου, μεταμορφώθηκε όμως κι έλαβε όψη αγγέλου και μορφή (και τίποτε από αυτά δεν ήταν αφύσικο˙ γιατί έπρεπε στ’ αλήθεια με τον πρωτομάρτυρα να δειχθεί η αξία των μαρτύρων και να γνωρίσουν όλοι στο εξής τα έργα της νέας χάριτος).
Ο πόθος του μαρτυρίου δεν χαρίζει μόνο αγγελική αξία αλλά και ανοίγει τις πύλες των ουρανών˙ δεν στέλλει πλέον τις ψυχές στο θάνατο, αλλά αποθέτει το πνεύμα στα χέρια του Χριστού. Ο Κύριος βέβαια και Σωτήρας μας ως άνθρωπος πάνω στο σταυρό μιλούσε στον Πατέρα του και του έλεγε˙ «Πατέρα μου, στα χέρια σου αποθέτω το πνεύμα μου»8, ο δούλος όμως του Χριστού Στέφανος αποτεινόμενος στο Δεσπότη του λέει˙ «Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου»9, παραδίνοντας με τα λόγια αυτά την ψυχή του. Οι άγγελοι έπαιρναν το συγχορευτή τους και περισσότερο τον άγγιζαν οι έπαινοι που του έρχονταν από τον ουρανό από όσο τον χτυπούσαν στη γη οι πέτρες των Ιουδαίων.
Ο Στέφανος λοιπόν αφού με τον τρόπο αυτόν αγωνίστηκε τον καλόν αγώνα, έγινε μέτοχος της ουράνιας κληρονομίας. Όμως με τον Στέφανο αυτόν συμπλέχτηκαν ξαφνικά όλες οι πολύτιμες πέτρες, οι θεϊκότατοι κήρυκες των Ευαγγελίων, έπειτα από αυτούς οι μάρτυρες και έπειτα πάλι από αυτούς όσοι διέλαμψαν με τη σωτήρια αρετή. Περισσότερο όμως αυτοί που μνημονεύονται επί του παρόντος απαστράπτουν πολύ και λαμπρό το κάλλος της ευσέβειας, εννοώ ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι εξάρχοντες του αρμονικού αποστολικού χορού και οι στέφανοι της εκκλησιαστικής ευδοξίας. Δεν παύω ν’ αναφέρω το όνομα του Στεφάνου, αλλά ενώ το λέγω χίλιες και μύριες φορές, δεν χορταίνω να το επαναλαμβάνω. Γιατί δεν υπάρχει κόρος για το Στέφανο για όσους περιμένουν το μακάριο τέλος των στεφάνων. Αν πρέπει λοιπόν να μιλήσω με φιλαλήθεια, αρχίζοντας από το Στέφανο πάλι απολαμβάνομε στεφάνια κι εμείς και συμμετέχομε στα μνημόσυνά τους, επειδή ελπίζομε να γίνομε κοινωνοί αυτών, να μείνομε μαζί τους και να συνδοξαστούμε μαζί τους˙ γιατί όταν βεβαιώνει η επαγγελία, η κοινωνία της πίστης πολλαπλασιάζεται.
Και πάλι, αδελφοί μου, μας δίνεται η ευκαιρία ν’ απολαύσομε τα αγαθά με το να συνανατείλει η Κυριακή ημέρα της ανάστασης μαζί με τη μνήμη των μαρτύρων10. Γιατί την ημέρα αυτή καταύγασε το νου μας ο φωτισμός της δόξας του Ευαγγελίου του Χριστού, κατά την οποία, βγάζοντας σαν άνθη τις σωτήριες ακτίνες της δικαιοσύνης, αφάνισε το σκοτάδι της ασέβειας και καταλάμπρυνε τις ψυχές με την επίγνωση της αλήθειας. Και πρόσεχε, σε παρακαλώ, το θαυμαστό μεγαλείο της ευεργεσίας. Ο αισθητός ήλιος μας ανεβαίνοντας την αυγή και προαναγγέλλοντας την ημέρα με την πρόδρομη λάμψη των ακτίνων του καλύπτει και αγκαλιάζει όλη την υφήλιο με την ακτινοβολία του, κρύβει όμως και θαμπώνει όλους μαζί τους χορούς των άστρων, ώστε να φαίνεται μόνο αυτός κάνοντας την περιφορά του κάτω από τις ουράνιες αψίδες.
Αλλά ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όταν ανέτειλε για χάρη μας από τον ουρανό, σύμφωνα με την προφητεία που μιλά γι’ αυτόν11, όχι μόνο δεν απέκρυψε τους αγίους που έλαμψαν πριν από τον ερχομό του όμοιοι με άστρα κι έγιναν πρόδρομοί του, αλλά και εκείνους τους έκανε λαμπρότερους κι έκανε να λάμψουν μαζί του κι άλλα άστρα. Και πράγματι προφήτες έλαμψαν μετά την παρουσία εκείνου και περισσότερο τότε, παρά πριν από αυτήν. Γιατί, ενώ ήταν αμυδρή ακόμα η προφητεία παρά τις ευαγγελικές εξηγήσεις των Γραμματέων, ο Σωτήρας μας, αφού ήλθε στον κόσμο, φώτισε όλους τους προφήτες και τους διασάφησε, αφού έγινε ολοκλήρωση του νόμου και των προφητών. Γιατί δεν ήρθε για να καταλύσει το νόμο και τους προφήτες, αλλά να τους συμπληρώσει12. Την εποχή τώρα της νέας χάριτος ο Σωτήρας λέγοντας για τον εαυτό του «Εγώ είμαι το φως του κόσμου»13 τούτου, δεν έκρινε ανάξιό του η πηγή της αγαθότητας που προήλθε από αγαθό Πατέρα να μεταδώσει το όνομα σ’ εκείνους που ήταν δούλοι του, αλλά λέει στους μαθητές του˙ «εσείς είστε το φως του κόσμου»13, και «ας λάμψουν τα έργα σας μπροστά στα μάτια των ανθρώπων»14. Το μεγαλύτερο με το οποίο μπορούμε να βεβαιώσομε αυτά που αναφέραμε αυτό πάλι θα εκθέσομε με τη χάρη του Θεού.
Πρόκειται για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, που ονομάστηκε λύχνος και έχει προαναγγελθεί μέσα στους ψαλμούς και μαρτυρηθεί κι από τον Κύριο. Ο προφήτης λοιπόν μιλώντας εκ μέρους του Πατέρα λέει με τον ψαλμό του γι’ αυτόν, «ετοίμασα λύχνο γι’ αυτόν που έχω χρίσει»15, δηλαδή ΄ετοίμασα υπηρέτη και πρόδρομο του φωτός΄. Ο Κύριος πάλι επιβεβαιώνοντας τη φωνή του Πατέρα λέει˙ «εκείνος ήταν το αναμμένο λυχνάρι»16. Όμως αυτός που ήταν λυχνάρι, όχι μονάχα δεν θάμπωσε καθόλου από την παρουσία του Κυρίου, που ήταν ο ήλιος της δικαιοσύνης, αλλά και πιο πολύ έλαμψε κι ο Βαπτιστής έγινε κήρυκας μαζί και θεολόγος του ίδιου του Σωτήρα. Ο Ιωάννης λοιπόν επειδή φωτίζει ένα έθνος μόνο, τον Ισραήλ, ονομάστηκε λύχνος. Οι απόστολοι όμως του Σωτήρα δεν ονομάστηκαν λύχνοι ούτε αστέρες, αλλά ανακηρύχτηκαν φάροι, επειδή δεν έλαμπαν σε μια περιοχή ούτε σε μια γωνιά, αλλά καταύγαζαν όλη την υφήλιο. Πρώτοι από αυτούς και κορυφαίοι ήταν ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, που τιμούμε σήμερα για τη μαρτυρία τους για το Χριστό, που έτρεξαν ομόφωνα στο τέλος της ζωής, άθλησαν όμως με διάφορους τρόπους μαρτυρίου.
Ο ένας αναδείχτηκε πρωτοστάτης και κορυφαίος του αποστολικού χορού, αποκόμισε την αντίστοιχη στο αξίωμά του δόξα τιμημένη με το ίδιο με το Σωτήρα πάθος του σταυρού. Γιατί αυτός που καρφώθηκε στο σταυρό έγινε τύπος της δεσποτικής εικόνας του βασιλιά (και βασιλική εικόνα εννοώ το σταυρό). Δεν ντράπηκε για το πάθος, αλλά είχε καύχημα το μεγάλο του τρόπαιο. Γιατί ούτε σ’ αυτούς, ούτε σ’ εμάς, ούτε στους μεταγενέστερούς μας, ούτε σε κάποιον άλλο έτυχε η δόξα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού17, καθώς λέει ο Παύλος. Έτσι φαίνεται κι ο Πέτρος να τιμά τη σεβάσμια εκείνη σταύρωση17. Γιατί έκρινε άξιο από μεγάλη ευλάβεια να κρεμαστεί από τους σταυρωτές του με το κεφάλι κάτω, για να μη νομιστεί ότι είναι ίσος με το Σωτήρα, που σταυρώθηκε για χάρη όλης της ανθρωπότητας και με πλατιά ανοιγμένα χέρια, όπως επάνω στο σταυρό, αγκάλιασε την οικουμένη.
Του Ιακώβου πάλι έκοψαν το κεφάλι, καθώς βιαζόταν ν’ απολαύσει την πραγματική κεφαλή του, το Χριστό. Γιατί κεφαλή του ανθρώπου, κατά τον Απόστολο18, είναι ο Χριστός, και όλης μαζί της Εκκλησίας κεφαλή19. Τέλος ο μακάριος Ιωάννης, αφού άθλησε στη ζωή του σε πολλούς και διάφορους αγώνες και διακρίθηκε σε όλους με τα κατορθώματα της ευσέβειας, καταδικασμένος να λάβει το τέλος της ζωής αυτής σε βραστό νερό, συναριθμήθηκε στο χορό των μαρτύρων20 (γιατί από τους δίκαιους κριτές το μαρτύριο δεν κρίνεται από την τελική έκβασή του, αλλά από τη συγκατάθεση της βούλησης). Τέτοιος ήταν ο τρόπος του θανάτου εκείνων που με το θάνατό τους χάρισαν αθάνατη στις Εκκλησίες τη μνήμη τους. Και αληθινά έπρεπε να τελούνται από κοινού οι μνήμες των αγίων ανδρών που αναφέρθηκαν όχι μόνο εξαιτίας της συμφωνίας τους στην ευσέβεια, αλλά και εξαιτίας της ισότητας της αξίας τους.
Γιατί αυτοί οι τρεις ήταν πάντοτε μαζί με τον Κύριο και είχαν ξεχωριστή θέση από τους άλλους αποστόλους και παρρησία, που δεν την έλαβαν εξαιτίας ανθρώπινης φιλίας, αλλά σύμφωνα με θεϊκή κρίση της αληθινής τους αξίας. Γι’ αυτό στα μεγαλύτερα θαύματα μπορούμε να δούμε ότι μόνο αυτούς έχει μαζί του ο Κύριος, ως μάρτυρες πολύ αξιόπιστους και πολύ αληθείς. Αυτό έγινε κατά τη θεωρία στο όρος21 (γιατί εκεί βρίσκονταν μόνο ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, όταν ο Κύριος μεταμορφώνοντας το σώμα του το μετέβαλε σε θεότητα ένδοξη και όλο λάμψη, έχοντας κοντά του τον Μωυσή και τον Ηλία, και με τη φωτεινή νεφέλη με την οποία τους κάλυψε, τους έδειξε τη μεγάλη εκείνη εικόνα της βασιλείας). Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της κόρης του Ιαείρου, που είχε πεθάνει και την ανάστησε22. Γιατί και εκεί αυτούς είχε θεατές της θαυματουργίας του. Ακόμα, για να μην καθυστερώ αναφέροντας μια μια τις περιπτώσεις, και τις ώρες του σωτηρίου Πάθους του είχε πάρει τους ίδιους μαθητές και είχε το θάρρος να πει σ’ αυτούς που του ήταν πιστοί και αφοσιωμένοι˙ «τώρα η ψυχή μου είναι γεμάτη ταραχή»23.
Αυτά δεν σας τα είπα για να υποβιβάσω τους άλλους αποστόλους, αλλά για να επιβεβαιώσω την αρετή εκείνων. Κι αν πρέπει να πω την αλήθεια, και για κοινό εγκώμιο των αποστόλων. Γιατί το να ορίζει κανείς υπεροχές κι ανωτερότητες για τους αγίους δεν είναι έργο ανθρώπινης επιδοκιμασίας, αλλά της αληθινής κρίσης του Θεού. Εμείς όμως που αξιωθήκαμε να εορτάζομε τις μνήμες τέτοιων και τόσο μεγάλων αγίων είναι ανάγκη να ευχαριστούμε όχι όσο οφείλομε, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά όσο μπορούμε, πράγμα που είναι εύκολα αποδεκτό. Οι άγιοι απαιτούν από εμάς αυτές τις τιμές, όχι για να κερδίσουν τις επευφημίες, αλλά για να ευεργετηθούμε συμμεριζόμενοι τις επευφημίες.
Το άλλο πάλι νομίζω ότι κανένας από τους ευσεβείς δεν αγνοεί ότι, όχι μόνο του Πέτρου και του Ιακώβου και του Ιωάννη, αλλά και όλου μαζί του αρμονικού χορού των αποστόλων τα μνημόσυνα επιτελούμε. Αν, σύμφωνα με την αλήθεια των δογμάτων, έχοντας θέση μελών, αποτελούν τα σύνολο ενός σώματος, είναι φανερό ότι όταν δοξάζεται ένα μέλος μου, όπως λέει ο Απόστολος24, «δοξάζονται μαζί όλα τα μέλη» και μάλιστα σ’ εκείνους τους μακάριους και τελειότατους άνδρες, που όλη η συμπεριφορά τους συμφωνεί με την αλήθεια και είναι ο τρόπος ομόγνωμος και η πίστη κοινή.
Και όπως είναι κοινά τα ευσεβή σημεία στα οποία πλεονεκτούν, είναι κοινά και τα εγκώμια εκ μέρους της αλήθειας. Ποιος είναι αυτός που δε θα ευχαριστιόταν δικαιολογημένα και δε θα γέμιζε από το άγιο Πνεύμα, όταν έχει αξιωθεί να πάρει μέρος στον αποστολικό χορό, που οδήγησε όλη την οικουμένη στην επίγνωση της αλήθειας, που άπλωσε τα δίχτυα της ευσέβειας για να συλλάβει όλη την οικουμένη και που παντού έστησε τις παγίδες της αλήθειας, ώστε πιάνοντας όλη μαζί την ανθρωπότητα, που είχε από την κακία περιέλθει σε κατάσταση αγριότητας, να την οδηγήσει σ’ Εκείνον που εξημερώνει και σώζει; «Σ’ ολόκληρη τη γη ακούστηκαν τα λόγια τους»25. Τα θεμέλια της Εκκλησίας, οι στύλοι και τα εδραιώματα της αλήθειας, αυτοί είναι οι αέναες πηγές της σωτηρίας, που ξεχύνουν άφθονο και πλούσιο και θεϊκό το νάμα της διδασκαλίας. Σ’ αυτούς μας παραπέμπει και η προφητική φωνή που λέει˙ «αντλήστε νερό με χαρά από τις πηγές της σωτηρίας»26.
Μνημονεύεται ο Πέτρος, η κεφαλή των αποστόλων, και μαζί του συνδοξάζονται τα λοιπά μέλη της Εκκλησίας, και στηρίζεται η Εκκλησία του Θεού. Γιατί αυτός είναι, κατά τη δωρεά του Θεού, η αρράγιστη και ακλόνητη πέτρα, που επάνω σ’ αυτήν οικοδόμησε ο Σωτήρας την Εκκλησία του. Μνημονεύεται πάλι ο Ιάκωβος και Ιωάννης, που, αποκαλούμενοι από τον Σωτήρα και ως «υιοί της βροντής», έχουν μαζί τους όλα τα σύννεφα που φέρνουν τη βροχή˙ όταν ξεσπά η βροντή, είναι ανάγκη να μαζεύονται και τα σύννεφα. Ως σύννεφα πρέπει να εννοήσομε τους λόγους των αποστόλων και των προφητών, για τους οποίους, αν και ήταν διαφορετικοί οι χρόνοι του κηρύγματος, ήταν όμως σύμφωνοι οι νόμοι της ευσέβειας˙ γιατί οι δωρεές τους ξεκινούν από ένα και το αυτό Πνεύμα.
Αλλά γιατί να τολμούμε ν’ ασχολούμαστε με τα αδύνατα και να προσπαθώ να μνημονεύω επάξια την αποστολική αρετή; Η γενναιοδωρία μας για εγκώμια δεν απευθύνεται στο Σίμωνα, τον γνωστό μας από την αλιεία, αλλά προς τη στερεά πίστη εκείνου και το στήριγμα όλης μαζί της Εκκλησίας. Ούτε πάλι απευθύνομε το λόγο μας στους υιούς του Ζεβεδαίου, αλλά στους «Βοανεργείς», που εξηγούνται ως «υιοί βροντής». Πού θα σταθεί λοιπόν αυτή η βραχύτατη φωνή του λόγου μας, τη στιγμή που μια τόσο μεγάλη και τόσο δυνατή βροντή περιηχεί στις ακοές όλων;
Αφού λοιπόν σπεύσαμε να ξεπληρώσομε τόσο μονάχα την ευγνωμοσύνη προς τους αγίους, καταφεύγομε στην ακίνδυνη σιωπή, γνωρίζοντας καλά εκείνο, ότι ως προς αυτό μόνο είμαστε άξιοι να μετέχομε κατά τα μνημόσυνα των αγίων, στο να μιμούμαστε και να γινόμαστε ζηλωτές των αρετών εκείνων˙ να μην περιφέρομε τη ζωή τους στους λόγους μας, αλλά να διασώζομε τον τρόπο τους στην προαίρεσή μας. Γιατί γνήσιους μαθητές εκείνου δε θα μας αποδείξει μια συνήθεια ασυνείδητη, αλλά η ευλαβική πίστη και βίος στηριγμένος σε κοινά δόγματα και διαγωγή που μιμείται τα ίδια πρότυπα. Τιμάς τη μνήμη των μαρτύρων;
Τίμησε και τη γνώμη τους. Γιατί κοινωνία της μνήμης είναι η συμφωνία της γνώμης. Μήπως ο φωτισμός από τη γνώση της δόξας του Ευαγγελίου του Χριστού έλαμψε μόνο σ’ εκείνους; Μήπως η χάρη στάλθηκε μόνο σ’ εκείνους27; Είναι κοινές οι εντολές, κοινός ο τρόπος, ένας ο αγωνοθέτης των αθλημάτων, ένα το βραβείο της αλήθειας, το οποίο είθε ν’ αξιωθούμε όλοι εμείς με τις ευχές και τις πρεσβείες των αγίων που μνημονεύσαμε, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ησ. 5, 7. 2. Πράξ. 6,8 ε 3. Β’ Κορ. 10,15. 4. Πράξ. 6, 10. 5. Ψαλμ. 111,7. 6. Φιλ. 4, 1. 7. Πράξ. 7, 51. 8. Λουκά 13, 46. 9. Πράξ. 7, 59. 10. Το έτος που εκφωνήθηκε η ομιλία έπεσε η εορτή του Αποστόλου Ιωάννη σε ημέρα Κυριακή. 11. Λουκά 1, 79. 12. Ματθ. 5, 18. 13. Ιω. 8, 12. 14. Ματθ. 5, 15. 15. Ψαλμ. 131, 17. 16. Ιω. 5, 34. 17. Γίνονται δεκτές οι προτάσεις του εκδότη για τη συμπλήρωση του κειμένου. 18. Α’ Κορ. 11, 3. 19. Εφ. 5, 23. 20. Η μετάφραση ακολουθεί την πρόταση με διάρθωση τον εκδότη. 21. Ματθ. 17, 1 ε. 22. Μάρκ. 5, 37. 23. Ιω. 12, 27. 24. Α. Κορ. 12, 26. 25. Ψαλμ. 18, 5. 26. Ησ. 12, 3. 27. Β’ Κορ. 4, 4˙ 6.
*Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Ορθόδοξη Πορεία» της 24.12.2013, με επιμέλεια της Ελένης Χρήστου και της Σοφίας Μερκούρη. Επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ημετέρα.
Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023
ΜΝΗΜΗ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ: ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Τῇ ἐπαύριον βλέπει τὸν ᾽Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτόν, καὶ λέγει, ῎Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου(:Την άλλη μέρα ο Ιωάννης στεκόταν πάλι στο συνηθισμένο μέρος που κήρυττε, και μαζί του ήταν και δύο από τους μαθητές του.Κι αφού παρατήρησε με ευλάβεια τον Ιησού, που τη στιγμή εκείνη περπατούσε, είπε: Αυτός είναι το Αρνίο που παρέδωσε ο Θεός Πατέρας του να θυσιασθεί για χάρη μας)» [Ιω.1,28-29].
Είναι μέγα αγαθό η παρρησία και η διακήρυξη της αλήθειας με ειλικρίνεια και με θάρρος, καθώς και το να τίθεται υπεράνω όλων η ομολογία πίστεως στον Χριστό,και όλα τα άλλα να έρχονται δεύτερα· τόσο μέγα και αξιοθαύμαστο, ώστε ο Υιός του Θεού ο Μονογενής, να ανακηρύσσει ως δικό Του εκείνον που έχει τέτοιο ηρωικό φρόνημα, ενώπιον του Πατρός Του[πρβλ. Ματθ.10,32: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς(:Καθένας, λοιπόν, που με πίστη και θάρρος και χωρίς να φοβάται τους διωγμούς, θα με ομολογήσει σωτήρα του και Θεό του μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου ως δικό μου)»], αν και βέβαια δεν είναι ίση η ανταπόδοση· διότι εσύ μεν δίνεις ομολογία επί της γης, ενώ Αυτός ομολογεί στους ουρανούς και εσύ μεν ομολογείς ενώπιον ανθρώπων, Αυτός όμως ενώπιον του Πατρός και όλων των αγγέλων.
Τέτοιος ήταν ο Ιωάννης, ο οποίος δεν λογάριασε ούτε το πλήθος, ούτε τη δόξα, ούτε τίποτε άλλο ανθρώπινο, αλλά τα περιφρόνησε αυτά όλα και με την ανάλογη παρρησία διακήρυξε μπροστά σε όλους την αλήθεια σχετικά με τον Χριστό. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Ευαγγελιστής επισημαίνει και τον τόπο, για να δείξει την παρρησία του μεγαλόφωνου κήρυκα· διότι δεν διακήρυξε τη θαυμαστή εκείνη περί του Χριστού ομολογία του, η οποία είναι γεμάτη από τα υψηλά και μεγάλα και απόρρητα δόγματα, και το ότι δεν ήταν ικανός να λύσει ούτε το λουρί του υποδήματος του Ιησού, δεν την έκανε μέσα σε κάποιο σπίτι, ούτε σε κάποια απόμερη γωνιά, ούτε στην ερημιά, αλλά στον Ιορδάνη ενώπιον του πλήθους, ενώπιον όλων εκείνων τους οποίους βάπτιζε(διότι οι Ιουδαίοι ήλθαν καθώς βάπτιζε).
Πώς λοιπόν το δηλώνει αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης; Με το να προσθέτει και να λέει: «Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο(:Αυτά έγιναν στην Βηθανία)». Όσα μάλιστα από τα αντίγραφα εκθέτουν ακριβέστερα τα γεγονότα, λέγουν ότι αυτά συνέβησαν «στη Βηθαβαρά»˙ διότι η Βηθανία δεν βρισκόταν πέραν του Ιορδάνου ποταμού, ούτε στην έρημο, αλλά κάπου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Τις τοποθεσίες επίσης τις επισημαίνει και για έναν άλλο λόγο. Επειδή, δηλαδή, επρόκειτο να διηγηθεί όχι παλαιά γεγονότα, αλλά γεγονότα που συνέβησαν προ ολίγου χρόνου, επικαλείται ως μάρτυρες των λεγομένων του αυτούς, που ήσαν παρόντες σε αυτά και τα παρακολούθησαν και παρέχει κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πρόσθετη από τις τοποθεσίες απόδειξη. Διότι επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης είχε την πεποίθηση ότι τίποτε απολύτως δεν πρόσθετε από τον εαυτό του στα λεγόμενα, αλλά εξέθετε απλώς όλα τα γεγονότα όπως συνέβησαν στην πραγματικότητα, χρησιμοποιεί τη μαρτυρία των τόπων, προκειμένου να χρησιμεύσει ως απόδειξη, όπως είπα, σημαντική για την αλήθεια των λόγων του.
«Τῇ ἐπαύριον βλέπει τὸν ᾽Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτόν, καὶ λέγει, ῎Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου(:την άλλη μέρα βλέπει τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν και είπε: “Να εκείνος που προφήτευσε ο Ησαΐας και μας τον απέστειλε ο Θεός για να θυσιασθεί ως αρνί και να σηκώσει με τη σφαγή και τη θυσία του ολόκληρη την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου, και έτσι να την εξαλείψει”)»[Ιω.1,36].
Οι ευαγγελιστές διαμοίρασαν τους καιρούς. Και ο μεν Ματθαίος, αφού παραλείπει τα χρονικά γεγονότα που προηγήθηκαν της συλλήψεως και της φυλακίσεως του Βαπτιστού Ιωάννου, σπεύδει να διηγηθεί ό,τι συνέβη στη συνέχεια· ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης όχι μόνο δεν τα παραλείπει, αλλά αντιθέτως μάλιστα ασχολείται ιδιαιτέρως με αυτά. Και ο Ματθαίος μεν μετά την επάνοδο του Ιησού από την έρημο, αφού αποσιώπησε όσα συνέβησαν ενδιαμέσως,-όπως όσα είπε ο Ιωάννης, όσα δια των απεσταλμένων τους έλεγαν οι Ιουδαίοι- και αφού συντόμευσε όλα τα άλλα, έφθασε αμέσως στο γεγονός της φυλακίσεως και του αποκεφαλισμού του Βαπτιστού, διότι λέγει: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καἰ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων(:Όταν λοιπόν τα άκουσε αυτά-ότι δηλαδή παραδόθηκε ο Ιωάννης- ο Ιησούς, αναχώρησε από εκεί με πλοίο σε κάποιον ερημικό τόπο, για να μείνει μόνος Του με τους μαθητές Του)» [Ματθ.14,13].
Ο Ιωάννης από την άλλη πλευρά δεν εκθέτει τα γεγονότα με την ίδια σειρά, αλλά διαφορετικά, διότι αποσιώπησε μεν τη μετάβαση του Ιησού στην έρημο, επειδή είχε αναφερθεί από τον Ματθαίο, διηγείται όμως όσα συνέβησαν μετά την κάθοδο του Ιησού από το όρος[Ιω.3,22- 3,30] και αφού είπε πολλά, πρόσθεσε: «οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης(:δεν είχε ακόμη συλληφθεί και φυλακισθεί από τον Ηρώδη ο Ιωάννης)»[Ιω.3,24]. «Και για ποιο λόγο», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «έρχεται τώρα ο Ιησούς προς τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και μάλιστα όχι μία φορά, αλλά και δύο φορές;»
Διότι ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο ερχομός του Ιησού για το βάπτισμα ήταν αναγκαίος, γι’ αυτό ακριβώς λέγει και ο Ιησούς ότι «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην(:Άφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολία να βαπτισθώ. Διότι μ’ αυτόν τον τρόπο, με τον οποίο ταπεινώνομαι, πρέπει να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού, ο οποίος σου ανέθεσε ως καθήκον να βαπτίζεις)»[Ματθ.3,15]˙ ο Ιωάννης όμως ο Ευαγγελιστής λέγει ότι Αυτός πήγε και πάλι μετά το βάπτισμα και τούτο το φανέρωσε με τα ακόλουθα λόγια: «καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν(:και βεβαίωσε ο Ιωάννης λέγοντας ότι “ Έχω δει το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι απ’ τον ουρανό και να μένει πάνω Του μόνιμα και διαρκώς, και όχι όπως στους προφήτες, οι οποίοι δέχονταν εκτάκτως τη χάρη του Πνεύματος και για ειδικό σκοπό’’)»[Ιω.1,32].
Για ποιο λόγο, λοιπόν, έρχεται προς τον Ιωάννη; Διότι δεν ήλθε απλώς, αλλά πορευόταν προς αυτόν˙ διότι, λέγει, είδε τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν. Για ποιο λόγο, λοιπόν, ερχόταν; Επειδή ο Ιωάννης βάπτισε Αυτόν μαζί με πολλούς άλλους, έσπευδε προς αυτόν, για να μη φανταστεί κανείς ότι για την ίδια αιτία για την οποία πήγαιναν και οι άλλοι, πήγε και βαπτίστηκε, δηλαδή με τον σκοπό να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του και να λουσθεί σε μετάνοια στον ποταμό. Γι’ αυτό λοιπόν πάλι έρχεται για να δώσει συγχρόνως την αφορμή και στον Ιωάννη να διορθώσει αυτήν ακόμη την υποψία τους˙και διότι με το να πει ο Ιωάννης: «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»(Ιω. 1,29),αναίρεσε εξ ολοκλήρου την υποψία τους αυτή.
Εκείνος λοιπόν ο οποίος είναι τόσο καθαρός, ώστε να δύναται να συγχωρεί και τα αμαρτήματα των άλλων, είναι φανερό ότι δεν έρχεται προς τον Ιωάννη με σκοπό να εξομολογηθεί αμαρτίες, αλλά για να δώσει αφορμή σε αυτόν, τον αξιοθαύμαστο κήρυκα, να εκθέσει τα λεχθέντα εκ νέου και κατά τρόπο ακριβέστερο σε εκείνους, που είχαν ακούσει τα προηγούμενα και να προσθέσει επιπλέον και άλλα ακόμη. Το δε «ἴδε» ειπώθηκε για τη συνεχή και μετά πόθου αναζήτηση Αυτού από πολλούς, εξαιτίας όσων ειπώθηκαν γι’ Αυτόν από πολύ παλιά. Γι’ αυτό ο Ιωάννης τώρα που είναι ο Μεσσίας παρών, Τον δείχνει και λέγει «ἴδε» αποκαλύπτοντας ότι Αυτός είναι που προ πολλού επιζητείται και αναμένεται, αυτός ο Αμνός.
Και αποκαλεί Αυτόν «Αμνό», υπενθυμίζοντας στους Ιουδαίους την προφητεία του Ησαΐα και την κατά τρόπο σκιώδη προτύπωση του Αμνού του Θεού δια του πασχαλίου εκείνου αμνού του Μωυσέως, με τον σκοπό να οδηγήσει αυτούς μάλλον από τον τύπο προς την αλήθεια. Εκείνος μεν λοιπόν, ο παλαιός αμνός κανενός απολύτως δεν αφαίρεσε αμαρτία, ενώ Αυτός απομάκρυνε την αμαρτία ολόκληρης της οικουμένης· διότι ενώ αυτή κινδύνευε να καταστραφεί, την απήλλαξε αμέσως από την οργή του Θεού.
«Οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν(:Αυτός είναι, για τον οποίο σας είπα: “Ύστερα από εμένα έρχεται άνθρωπος, ο οποίος σαν αιώνιος Θεός υπάρχει πολύ πρωτύτερα από εμένα, ασύγκριτα λαμπρότερος και ενδοξότερος”)»[Ιω.1,30].Βλέπεις πώς και με τα εδώ λεγόμενα ερμηνεύει το «ἔμπροσθεν»; Διότι αφού ομίλησε περί του Αμνού και αφού είπε ότι σηκώνει και εξαλείφει την αμαρτία του κόσμου, τότε λέγει ότι «ἔμπροσθέν μου γέγονεν», με τον οποίο φανερώνει ότι αυτό ακριβώς σημαίνει το «ἔμπροσθεν»,ότι θα αναλάβει τις αμαρτίες όλου του κόσμου, ότι θα βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. «Διότι η δική μου παρουσία δεν είχε κανένα άλλο σκοπό από το να κηρύξει τον κοινό ευεργέτη της οικουμένης και να χορηγήσει το βάπτισμα του ύδατος, ενώ η παρουσία Αυτού αποβλέπει στο να καθαρίσει ψυχικά όλους τους ανθρώπους και στο να χαρίσει την αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου. Αυτός «ἔμπροσθέν μου γέγονεν», δηλαδή αναδείχτηκε λαμπρότερος από εμένα, διότι υπήρχε πριν από εμένα».
Πρέπει να αισχύνονται αυτοί, που αποδέχτηκαν την παραφροσύνη του Παύλου Σαμοσατέως, αρνούμενοι την αλήθεια, η οποία είναι τόσο σαφής και φανερή. «Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν(:Όπως εσείς, έτσι κι εγώ δεν γνώριζα ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας)»[Ιω.1,33].Κοίταξε εδώ με ποιο τρόπο παρουσιάζει τη μαρτυρία ανυπόκριτη και ανυποψίαστη, δείχνοντας ότι αυτή δεν προέρχεται από ανθρώπινη συμπάθεια, αλλά είναι έργο θείας αποκαλύψεως: «διότι και εγώ δεν γνώριζα Αυτόν προηγουμένως ότι είναι ο Μεσσίας», λέγει. Πώς λοιπόν, Ιωάννη, θα μπορούσες να είσαι αξιόπιστος μάρτυρας; Πώς θα μπορούσες να διδάξεις και άλλους εφόσον εσύ ο ίδιος αγνοούσες; Δεν είπε: «Δεν γνωρίζω Αυτόν», αλλά: «Δεν γνώριζα Αυτόν», ώστε να γίνει ακριβώς για τούτο τελείως αξιόπιστος. Γιατί κατά ποιο τρόπο θα μπορούσε να χαριστεί σε κάποιον που δεν τον γνώριζε;
«Ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τῷ ᾽Ισραὴλ διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν ὕδατι βαπτίζων(:Αλλά για να γίνει γνωστός και φανερός στους Ισραηλίτες, γι’ αυτό ήλθα εγώ και βαπτίζω στα νερά αυτά του Ιορδάνη)»[Ιω. 1,31].Δεν είχε λοιπόν Εκείνος ανάγκη βαπτίσματος, ούτε είχε κανένα άλλο σκοπό εκείνο το λουτρό, παρά τούτο μόνο, να προετοιμάσει όλους τους άλλους στην πίστη προς τον Χριστό. Διότι δεν είπε: «για να καθαρίσω όσους βαπτίζονται», ούτε: «ήλθα για να χορηγώ βάπτισμα αφέσεως αμαρτιών», αλλά «για να γίνει γνωστός και φανερός στους Ισραηλίτες». Αλλά πες μου: χωρίς το βάπτισμα δεν ήταν δυνατόν να κηρύξει και να πείσει τα πλήθη; Ήταν αλλά όχι τόσο εύκολα. Ούτε και θα έτρεχαν τόσο πολύ όλοι, εάν το κήρυγμα γινόταν χωρίς βάπτισμα, και ούτε θα μάθαιναν την υπεροχή του χριστιανικού βαπτίσματος με τη σύγκριση.
Τα πλήθη λοιπόν προσέρχονταν, όχι για να ακούσουν αυτά που έλεγε, αλλά γιατί; Για να βαπτιστούν αφού εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους. Όταν πήγαιναν όμως διδάσκονταν τα σχετικά με τον Χριστό και τη διαφορά του βαπτίσματος. Μολονότι αυτό το βάπτισμα ήταν περισσότερο σεβαστό από το ιουδαϊκό, γι' αυτό άλλωστε έτρεχαν όλοι, εντούτοις και πάλι ήταν ατελές. Πώς λοιπόν Τον γνώρισες εσύ, Ιωάννη; «Με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος», λέγει. Για να μη νομίσει όμως κανείς ότι είχε ανάγκη του Αγίου Πνεύματος, όπως εμείς, άκουσε πώς διαλύει και αυτήν την υποψία, δείχνοντας ότι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος έγινε μόνο για να κηρύξει τον Χριστό· διότι αφού είπε: «και εγώ δεν Τον γνώριζα», πρόσθεσε: «αλλά Εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με ύδωρ, Εκείνος μου είπε: “Σε όποιον θα δεις να κατεβαίνει το Πνεύμα και να μένει επάνω Του, Αυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα άγιο”». Βλέπεις ότι αυτό ήταν το έργο του Πνεύματος, να δείξει τον Χριστό;
Ήταν όμως και η μαρτυρία του Ιωάννη απίστευτη, και επειδή ήθελε να την κάνει πιο αξιόπιστη, την αποδίδει στον Θεό και στο Άγιο Πνεύμα. Διότι, επειδή ο Ιωάννης μαρτύρησε τόσο μεγάλο και αξιοθαύμαστο γεγονός, το οποίο ήταν ικανό να καταπλήξει όλους όσους το άκουγαν, δηλαδή ότι μόνος Αυτός σηκώνει τις αμαρτίες ολόκληρης της οικουμένης και ότι για την τόσο μεγάλη λύτρωση είναι αρκετό το μέγεθος της δωρεάς, κάνει αυτήν την αποκάλυψη. Η αποκάλυψη δε, ότι είναι Υιός του Θεού και ότι δεν έχει ανάγκη βαπτίσματος και ότι αυτή η αποκάλυψη ήταν έργο της καθόδου του αγίου Πνεύματος, έγινε μόνο για να Τον καταστήσει φανερό· διότι δεν ήταν στη δύναμη του Ιωάννη να δώσει Πνεύμα· το δηλώνουν άλλωστε αυτό και όσοι βαπτίζονται από αυτόν και λένε: «ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα Ἅγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν(:μα εμείς ούτε καν έχουμε ακούσει ακόμη εάν υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους Πνεύμα Άγιο, που να ενεργεί και να μεταδίδει χαρίσματα)» [Πράξ.19,2].
Επομένως ο Χριστός δεν είχε ανάγκη ούτε εκείνου του βαπτίσματος ούτε κανενός άλλου, μάλλον δε το βάπτισμα είχε ανάγκη από τη δύναμη του Χριστού· διότι εκείνο που έλειπε, εκείνο ήταν το σπουδαιότερο από όλα τα αγαθά, το να λάβει ο βαπτιζόμενος το Πνεύμα. Αυτήν λοιπόν τη χορήγηση του Πνεύματος πρόσθεσε όταν ήλθε. Και ο Ιωάννης ομολόγησε: «Τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν.κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ᾿ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾿ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ(:έχω δει το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι απ’ τον ουρανό και να μένει πάνω Του μόνιμα και διαρκώς, και όχι όπως στους προφήτες, οι οποίοι δέχονταν εκτάκτως τη χάρη του Πνεύματος και για ειδικό σκοπό.Όπως εσείς, έτσι κι εγώ δεν γνώριζα ότι αυτός είναι ο Μεσσίας. Αλλά ο Θεός που με έστειλε να βαπτίζω με απλό νερό, Εκείνος μου είπε: “Σ’ όποιον δεις το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει μόνιμα πάνω Tου, Aυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο και Aυτός χορηγεί τις δωρεές και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε όσους βαπτίζονται με το βάπτισμά Tου”. Πράγματι λοιπόν εγώ είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει πάνω του. Και έχω δώσει μαρτυρία ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος)»[Ιω.1,32-34].
Συνεχώς αναφέρει το «δεν Τον γνώριζα», όχι άσκοπα και όπως έτυχε, αλλά επειδή ήταν συγγενής Του κατά σάρκα· διότι « ἰδοὺ(:ιδού)», λέγει, «Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν(:η συγγενής σου Ελισάβετ έχει συλλάβει κι αυτή ένα αγόρι)»[Λουκά 1,36]. Για να μη δώσει λοιπόν την εντύπωση ότι χαρίζεται εξαιτίας της συγγένειας, για τον λόγο αυτόν αναφέρει συνεχώς το «δεν Τον γνώριζα». Άλλωστε αυτό συνέβαινε και στην πραγματικότητα, διότι όλα τα χρόνια έμενε στην έρημο και μακριά από την πατρική του οικία.
Πώς όμως, εάν δεν Τον γνώριζε πριν από την κάθοδο του Πνεύματος, και εάν Τον γνώρισε τότε για πρώτη φορά, Τον παρεμπόδιζε πριν από το βάπτισμα λέγοντας: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; (:εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα τον αναμάρτητο, κι Εσύ έρχεσαι σε μένα για να δεχθείς το βάπτισμα;)»;[Ματθ.3,14]· διότι αυτό είναι απόδειξη ότι Τον γνώριζε πολύ καλά. Τον γνώριζε, αλλά όχι προηγουμένως και μάλιστα πριν από πολύ χρόνο, και πολύ εύλογα· διότι τα μεν θαύματα, όσα συνέβησαν ενόσω ακόμη ήταν παιδί, δηλαδή τα σχετικά με τους μάγους και τα άλλα παρόμοια, είχαν συμβεί πριν από πολύ χρόνο, όταν και ο Ιωάννης ήταν πολύ παιδί. Επειδή δε εν τω μεταξύ είχε παρέλθει πολύς χρόνος, ήταν φυσικό να είναι άγνωστος σε όλους· διότι εάν ήταν γνωστός του, δεν θα έλεγε: «Για να γίνει φανερός στον ισραηλιτικό λαό, γι' αυτό ήλθα και βαπτίζω».
Από εδώ λοιπόν μας γίνεται φανερό, ότι και τα θαύματα εκείνα, τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι παιδικά θαύματα του Χριστού, είναι ψεύτικα και επινοήσεις μερικών οι οποίοι τα εισάγουν εκ των υστέρων· διότι εάν άρχιζε να θαυματουργεί από την πρώτη ηλικία του, ούτε ο Ιωάννης θα το αγνοούσε, ούτε το υπόλοιπο πλήθος θα είχε ανάγκη διδασκάλου για να Τον φανερώσει. Ενώ τώρα ο ίδιος λέγει ότι για τον λόγο αυτόν ήλθε, για να γίνει φανερός στον ισραηλιτικό λαό, και για τον λόγο αυτόν επίσης έλεγε: «εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από Εσένα». Έπειτα δε, όταν Τον γνώρισε καλύτερα, Τον κήρυσσε στα πλήθη λέγοντας: « Οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν(:Αυτός είναι για τον Oποίο σας είπα: “Ύστερα από μένα έρχεται κάποιος που υπήρχε πολύ πιο πριν από μένα και είναι ασυγκρίτως λαμπρότερος και ενδοξότερός μου, διότι ως Θεός υπήρχε πριν από μένα)»[Ιω.1,30], διότι και «εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με ύδωρ» και ο οποίος με έστειλε και για τον λόγο αυτόν, «για να γίνει φανερός στον ισραηλιτικό λαό», Αυτός του Τον αποκάλυψε και πριν από την κάθοδο του Πνεύματος. Για τον λόγο αυτόν και πριν να έλθει, έλεγε: «Μετά από εμένα έρχεται κάποιος, που είναι ανώτερός μου».
Δεν Τον γνώριζε λοιπόν πριν να έλθει στον Ιορδάνη και να βαπτίζει τους πάντες, αλλά όταν επρόκειτο να βαπτιστεί, τότε Τον γνώρισε. Και αυτό έγινε με το να Τον αποκαλύψει ο Πατήρ Του στον προφήτη, και να Τον δείξει το Πνεύμα καθώς βαπτιζόταν στους Ιουδαίους, χάριν των οποίων έγινε και η κάθοδος του Πνεύματος. Διότι, για να μην περιφρονηθεί η μαρτυρία του Ιωάννη, ο οποίος έλεγε ότι «είναι ανώτερός μου» και ότι βαπτίζει με Πνεύμα και ότι θα κρίνει την οικουμένη, και ο Πατήρ φωνάζει διακηρύσσοντας τον Υιό, και το Πνεύμα κατέρχεται, έλκοντας τη φωνή του Πατρός επάνω στην κεφαλή του Χριστού· διότι επειδή ο μεν ένας βάπτιζε, ο δε άλλος βαπτιζόταν, για να μη νομίσει κανείς από τους παρευρισκόμενους ότι για τον Ιωάννη λεγόταν αυτό που ακουγόταν, έρχεται το Πνεύμα και αίρει αυτήν την παρεξήγηση.
Ώστε, όταν λέγει «δεν τον γνώριζα», εννοεί τον πριν από τη βάπτιση χρόνο και όχι τον κοντινό· διότι αλλιώς πώς θα τον παρεμπόδιζε λέγοντας «εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από Εσένα»; Και πώς ακόμη έλεγε τα άλλα παρόμοια περί Αυτού; «Πώς όμως τότε δεν πίστεψαν οι Ιουδαίοι;», αναρωτιέται ίσως κάποιος· «διότι δεν είδε μόνο ο Ιωάννης το Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς». Διότι, μολονότι το είδαν, αυτά τα πράγματα δεν χρειάζονται μόνο σωματικούς οφθαλμούς, αλλά πριν από αυτούς έχουν ανάγκη οφθαλμών της διανοίας, για να μη νομίσουν ότι το γεγονός είναι περιττή επινόηση. Όταν λοιπόν, αν και Τον έβλεπαν να θαυματουργεί και να ακουμπά με τα ίδια Του τα χέρια τους αρρώστους και τους νεκρούς και να τους επαναφέρει με τον τρόπο αυτόν στη ζωή και στην υγεία, τόσο πολύ ήσαν κυριευμένοι από το πάθος του φθόνου, ώστε να διακηρύττουν αντίθετα από αυτά που έβλεπαν, πώς με μόνη την επιφοίτηση του Πνεύματος θα αποκήρυτταν την απιστία;
Μερικοί πάλι λένε ότι δεν το είδαν όλοι εκείνοι, παρά μόνο ο Ιωάννης και όσοι διατελούσαν με περισσότερο ευγνώμονα διάθεση· διότι, μολονότι ήταν δυνατόν να Το δουν με τους αισθητούς οφθαλμούς, αφού το Πνεύμα κατερχόταν υπό μορφή περιστεράς, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν αναγκαίο οπωσδήποτε να γίνει το συμβάν ολοφάνερο. Διότι και ο Ζαχαρίας πολλά είχε δει με αισθητή μορφή, και ο Δανιήλ και ο Ιεζεκιήλ, και όμως δεν είχαν κανένα άλλον που να βλέπει και αυτός. Και ο Μωυσής επίσης πολλά είχε δει και μάλιστα τέτοια που δεν είδε κανείς από τους άλλους. Αλλά και την επί του όρους Μεταμόρφωση δεν αξιώθηκαν να την δουν όλοι οι μαθητές, ούτε δε και στη θέα της Αναστάσεως έλαβαν μέρος όλοι. Αυτό επίσης το δηλώνει σαφώς ο Λουκάς, όταν λέγει ότι «τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγειρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέσθαι, οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειροτονημένοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν(:ο Θεός όμως Τον ανέστησε την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Του. Και επέτρεψε να γίνει ορατός και να εμφανιστεί μετά την Ανάστασή Του, όχι πλέον σε όλον το λαό. Αλλά εμφανίστηκε σε μάρτυρες που είχαν εκλεγεί από τον Θεό πολύ πριν σταυρωθεί και αναστηθεί ο Ιησούς. Και οι μάρτυρες αυτοί είμαστε εμείς οι απόστολοι, οι οποίοι φάγαμε και ήπιαμε μαζί Του μετά την Ανάστασή Του από τους νεκρούς)» [Πράξ.10,41-42].
«Κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(:Πράγματι λοιπόν εγώ είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει πάνω Του. Και έχω δώσει μαρτυρία ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος)»[Ιω.1,34]. Και πού μαρτύρησε ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού; Διότι Αμνό του Θεού Τον ονόμασε και ότι πρόκειται να βαπτίζει με Πνεύμα το είπε· Υιό όμως του Θεού πουθενά δεν Τον ονόμασε. Με τη βάπτιση όμως, οι άλλοι ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ότι είπε τίποτε, αλλά αφού παραλείπουν όλα τα ενδιάμεσα, αναφέρουν τα θαύματα του Χριστού που έγιναν μετά τη σύλληψη του Ιωάννη. Από αυτά είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι και αυτά και άλλα πολύ περισσότερα έχουν παραλειφθεί. Και αυτό το δηλώνει στο τέλος του συγγράμματός του ο ίδιος ο ευαγγελιστής[Ιω.21,25: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν(:Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα που έκανε ο Ιησούς, τα οποία, αν γράφονταν λεπτομερειακά, ένα, ένα νομίζω ότι ούτε ολόκληρος ο κόσμος με όλες τις βιβλιοθήκες του δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα έπρεπε να γραφούν. Πραγματικά)»].
Διότι τόσο απέφυγαν από το να επινοήσουν κάτι σπουδαίο γι΄αυτόν, ώστε όσα μεν φαίνονται ότι είναι αξιοκατάκριτα, τα αναφέρουν όλοι ομόφωνα και με κάθε ακρίβεια, και δεν είναι δυνατόν να βρεις κανένα από αυτούς που να έχει παραλείψει τίποτε τέτοιο. Ενώ από τα θαύματα, άλλα μεν τα άφησαν σε άλλους, άλλα δε τα αποσιώπησαν όλοι. Αυτά δε δεν τα είπα στην τύχη, αλλά ως απάντηση στην αναισχυντία των Ελλήνων. Διότι αυτό είναι αρκετό δείγμα της ειλικρίνειας των ευαγγελιστών και του ότι δεν λέγουν τίποτε χαριστικώς. Και μπορείτε και από αυτά, μαζί με τα άλλα να οπλίζεστε κατά την εναντίον τους διαμάχη με επιχειρήματα. Αλλά προσέχετε· διότι είναι άτοπο, ο μεν ιατρός να αγωνίζεται με λεπτομέρεια υπέρ της τέχνης του, και ο υποδηματοποιός και ο υφαντουργός και όλοι γενικώς οι τεχνίτες· ενώ εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι Χριστιανός να μην μπορεί να υπερασπιστεί την πίστη του. Μολονότι εκείνα μεν εάν παραθεωρηθούν φέρουν χρηματική ζημία· ενώ αυτά όταν παραμελούνται μας καταστρέφουν την ίδια την ψυχή μας. Τόσο άθλια φερόμαστε όμως, ώστε σε εκείνα μεν να δείχνουμε κάθε προθυμία, ενώ τα απαραίτητα και εκείνα τα οποία αφορούν την υπόθεση της σωτηρίας μας τα περιφρονούμε ως ανάξια λόγου.
Αυτό δεν αφήνει τους Έλληνες να χλευάσουν γρήγορα την πλάνη τους·διότι, όταν αυτοί μεν οι οποίοι συμπράττουν με το ψεύδος,κάνουν τα πάντα ώστε να συγκαλύψουν την αισχύνη των δογμάτων τους, ενώ εμείς οι οποίοι είμαστε υπηρέτες της αλήθειας, δεν μπορούμε ούτε το στόμα μας να ανοίξουμε, πώς δεν θα μας κατηγορήσουν για μεγάλη αδυναμία της διδασκαλίας μας; Πώς δεν θα υποψιαστούν ότι τα δικά μας διδάγματα είναι απάτη και μωρία; Πώς δεν θα βλασφημήσουν τον Χριστό ως είρωνα και απατεώνα, ο οποίος καταχράστηκε τη μωρία των πολλών για να τους εξαπατήσει; Αυτής δε της βλασφημίας αίτιοι είμαστε εμείς, οι οποίοι δεν θέλουμε να αγρυπνούμε στις ομιλίες περί της ευσεβείας, αλλά τα θεωρούμε αυτά πάρεργα και φροντίζουμε για τα γήινα. Και όταν μεν κάποιος αγαπά ένα χορευτή ή ηνίοχο ή θηριοδαμαστή, κινεί και κάνει τα πάντα, ώστε στους υπέρ αυτού αγώνες να μην αποχωρήσει νικημένος. Και πλέκουν μακρά εγκώμια όταν απολογούνται προς εκείνους που τους κατηγορούν και βάλλουν κατά των αντιθέτων με μύρια σκώμματα· ενώ όταν γίνεται λόγος περί του Χριστιανισμού, όλοι σκύβουν την κεφαλή τους κάτω και ξύνονται και χάσκουν και αφού γελοιοποιηθούν, αναχωρούν.
Και πώς να μην είναι άξια μεγάλης οργής αυτά, όταν ο Χριστός εμφανίζεται από σας πιο άτιμος και από τον χορευτή; Όταν βέβαια για μεν τα κατορθώματα εκείνων ετοιμάζετε μύριες απολογίες, αν και όλοι τους είναι αισχροί, ενώ για τα θαύματα του Χριστού, μολονότι είλκυσαν την οικουμένη, δεν ανέχεστε ούτε να εννοήσετε και να ενδιαφερθείτε κατά τι. Πιστεύουμε σε Πατέρα και Υιό και Άγιο Πνεύμα· σε ανάσταση σωμάτων, σε ζωή αιώνια. Εάν λοιπόν σας ρωτήσει κανείς από τους Έλληνες: «Τι είδους είναι αυτός ο Πατήρ; Τι είδους είναι ο Υιός; Τι είδους είναι το άγιο Πνεύμα;». Ή εάν σας ρωτήσει: «Πώς, αφού εσείς έχετε τρεις θεούς, μας κατηγορείτε για πολυθεΐα;». Τι θα πείτε; Τι θα αποκριθείτε; Πώς θα αποκρούσετε την επίθεση αυτών των λόγων;
Τι θα κάνετε δε, εάν, καθώς σιωπάτε, θέσει άλλο ζήτημα και σας ρωτήσει: «Τι είναι γενικά η Ανάσταση; Θα αναστηθούμε άραγε με αυτό το σώμα; Ή μήπως με άλλο και όχι με αυτό; Και εάν αναστηθούμε με αυτό, γιατί είναι ανάγκη να καταργηθεί;». Τι θα πείτε; Εάν πάλι σας ρωτήσει: «Γιατί ο Χριστός ήλθε τώρα και όχι κατά τους προηγούμενους χρόνους; Μήπως τώρα θεώρησε καλό να φροντίσει για τους ανθρώπους, ενώ καθ’όλον τον προηγούμενο καιρό τούς περιφρονούσε;». Ή ακόμη εάν σας ρωτήσει και άλλα περισσότερα από αυτά; Άλλωστε δεν είναι αναγκαίο να θέτουμε πολλά θέματα στη σειρά και να αποφεύγουμε τις απαντήσεις, για να μη βλάψουμε με τον τρόπο αυτόν τους περισσότερο αφελείς· διότι αρκούν και όσα λέχτηκαν για να αποτινάξουν τον ύπνο σας.
Τι θα κάνετε λοιπόν; Εάν σας ρωτούν αυτά και εσείς δεν μπορείτε να ακούσετε ούτε τα λόγια αυτά, άραγε θα υποστούμε μικρή καταδίκη, αφού γίναμε αίτιοι τόσης πλάνης σε όσους βρίσκονται στο σκότος της άγνοιας; Ήθελα, εάν βέβαια είχατε πολύ ελεύθερο χρόνο, να φέρω ενώπιόν όλων σας ένα βιβλίο κάποιου βδελυρού Έλληνα φιλοσόφου το οποίο γράφτηκε εναντίον μας, και άλλου μεγαλύτερου από αυτόν, ώστε με τον τρόπο αυτόν να σας ξυπνήσω και να σας βγάλω από αυτήν τη νωθρότητα. Διότι, εάν εκείνοι για να ομιλήσουν εναντίον μας, τόσο πολύ αγρύπνησαν, ποιας συγνώμης άξιοι θα είμαστε, όταν δεν γνωρίζουμε ούτε τις εναντίον μας επιθέσεις να αποκρούσουμε; Άλλωστε για ποιο λόγο έχουμε παραταχθεί;
Δεν ακούς τον Απόστολο ο οποίος λέγει: «ἕτοιμοι δὲ ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος(:να είστε πάντοτε έτοιμοι να απολογηθείτε και να υπερασπιστείτε την αλήθεια του Ευαγγελίου και κάθε άνθρωπο που ζητά να του εξηγήσετε και να του αποδείξετε όσα ελπίζετε να απολαύσετε στο μέλλον)»; [Α΄Πέτρ.3,15] . Αλλά και ο Παύλος τα ίδια προτρέπει όταν λέει: «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως, ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἐν χάριτι ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ (:ο λόγος και η διδασκαλία του Ιησού Χριστού ας παραμένει μέσα σας πλούσια, για να έχετε κάθε σοφία. Σ’ αυτό θα συντελέσει και το να διδάσκετε και να συμβουλεύετε ο ένας τον άλλο με ψαλμούς και ύμνους και πνευματικές ωδές, που θα ψάλλετε με την καρδιά σας στον Κύριο και θα εκφράζετε με αυτές την ευχαριστία σας στον Θεό)» [Κολ.3,16].
Αλλά τι λένε προς αυτά οι πιο παράλογοι και από τους κηφήνες; Κάθε ευλογημένη ψυχή είναι απλή· και: «ὃς πορεύεται ἁπλῶς, πορεύεται πεποιθώς(:εκείνος που βαδίζει απλά, με αθωότητα και ευθύτητα, βαδίζει με πεποίθηση και θάρρος, διότι δεν θα καταισχυνθεί)» [Παροιμ.10,9]. Αλλά αυτό είναι το αίτιο όλων των κακών, ότι οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιήσουν τις μαρτυρίες των Γραφών όπως πρέπει. Διότι εδώ δεν εννοεί τον ανόητο, ούτε εκείνον που δεν γνωρίζει τίποτε, αλλά τον απονήρευτο, τον μη κακούργο, τον συνετό· διότι, εάν εννοούσε αυτό, ήταν περιττό να ακούμε: «Γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί(:φροντίστε να είστε φρόνιμοι σαν τα φίδια, ώστε να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε ανωφελείς και ανόητους κινδύνους, και άκακοι κι απλοί σαν τα περιστέρια)»[Ματθ.10,16].
Αλλά γιατί τα λέω αυτά, αφού σε τίποτε το πρέπον δεν βρίσκει ανταπόκριση ο λόγος αυτός; Διότι από όσα έχουν λεχθεί, ούτε τα άλλα κατορθώσαμε, εννοώ τα ζητήματα του βίου και της ζωής μας, αλλά από παντού είμαστε άθλιοι και καταγέλαστοι και για να κατηγορήσουμε τους άλλους είμαστε πάντοτε έτοιμοι, να διορθωθούμε όμως σε εκείνα για τα οποία κατηγορούμε και μεμφόμαστε τους άλλους είμαστε οκνηροί. Γι' αυτό σας παρακαλώ τώρα που ήλθαμε στους εαυτούς μας, να μη σταματήσουμε μόνο μέχρι την κατηγορία, διότι αυτό δεν φθάνει για να εξιλεώσει τον Θεό, αλλά να προσπαθήσουμε να επιδείξουμε σε όλα άριστη μεταβολή, με τρόπο ώστε, αφού ζήσουμε προς δόξαν του Θεού, να απολαύσουμε και οι ίδιοι τη δόξα την οποία είθε όλοι μας να επιτύχουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη αιωνίως. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Joannem.pdf
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ΕΠΕ, εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΙΖ΄, τόμος 13, σελ. 227-249 ,Θεσσαλονίκη 2015.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 71, σελ.254-279.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 6.1.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
