ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2023

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ, ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΕΝ ΑΛΑΣΚΑ




11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Ο ταπεινός άγιος μοναχός Γερμανός της Αλάσκας θέλοντας να ξεφύγη από το μίσος του Μπαρανώφ, του νέου διευθυντού της Ρωσοαμερικανικής Εταιρείας (τη «μαύρη σελίδα» της ιστορίας της Εκκλησίας της Αλάσκας), αποσύρθηκε σ’ ένα μικρό μοναχικό νησάκι Ελόβυγ, δηλαδή «νήσος τωνΣΩ60 Ελάτων», (σημ. Spruce Island) κοντά στα Κόντιακ, το μετωνόμασε σε «Νέον Βαλαάμ». Εκεί εγκαινίασε έναν νέο τρόπο «σιωπηρής ιεραποστολής» κατά το παράδειγμα των παλαιών Πατέρων της ερήμου, έγινε «Ιεραπόστολος» με την υψηλότερη έννοια του όρου: λύχνος επί την λυχνίαν που ακτινοβολεί με το παράδειγμα του, κάνοντας με την πολιτεία του να ακτινοβολήσει η εικόνα της Βασιλείας των Ουρανών. Το παράδειγμα της αγίας ζωής του επέδρασε βαθύτατα στους ιθαγενείς. Εστραμμένος στον εαυτό του και τον Θεόν, ζούσε σε ένα μικρό ξύλινο κελλί, χωρίς καμία άνεση, εκτεθειμένος στα στοιχεία της άγριας φύσεως, φορώντας όλες τις εποχές τα ίδια ρούχα, νηστεύοντας και έχοντας ως μόνη τροφή άγρια μούρα, χορταρικά και μανιτάρια, και φέρνοντας επάνω του σιδερένιες αλυσίδες, πιο βαρείες από οκτώ κιλά. Εργαζόταν σκληρά, αναπαυόταν λίγο, αγρυπνούσε πολύ και η προσευχή γι’ αυτόν είχε γίνει αδιάλειπτος, μέρα και νύχτα. Μ’ αυτήν απωθούσε τις διαρκείς επιθέσεις των δαιμόνων και τους κακούς λογισμούς. Γέροντα του είχε την τελευταία έκδοση της Φιλοκαλίας, που το 1793 είχε κυκλοφορήσει στα σλαβονικά, σε μετάφραση του αγίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Αντιμετώπισε ακόμα διωγμό, συκοφαντία και ξυλοδαρμό από κάποιους Ιθαγενείς. Εκεί άσκησε τη νοερά προσευχή κατά την ορθόδοξη παράδοση και, με την ίδια την ταπεινή και οσιακή παρουσία του, έγινε ο μεγάλος πνευματικός πατέρας των Αλεούτων. Έκανε τις παγωμένες ερημιές της Βόρειας Αμερικής τόπο της καρδιακής προσευχής όπως η Θηβαΐδα του Σιβηρικού Βορρά, οι πλαγιές του Άθωνα, τα βράχια του Σινά και οι έρημοι της Αιγύπτου. Σ’ αυτούς που απορούσαν πως άντεχε σε τόση μοναξιά, απαντούσε: «Δεν είμαι μόνος, ο Θεός είναι εδώ όπως παντού, κι οι άγγελοι του επίσης. Είναι τίποτε πιο επιθυμητό από μια τέτοια συντροφιά;». Άλλοτε πάλι έλεγε: «Σαράντα χρόνια προσπαθώ να αγαπήσω τον Θεόν και να που τελειώνοντας τις ήμερες μου, δεν μπορώ να σας βεβαιώσω ότι τον αγαπώ όπως του αρμόζη. Ν’ αγαπάς το Θεό είναι να Τον σκέπτεσαι συνεχώς και πάντοτε και παντού, να Τον υπηρετείς και να κάνης πάντα το θέλημα Του». Γι’ αυτήν τη θεάρεστη ζωή του, ο Χριστός του χάρισε άφθονη θεία Χάρη και πολλή ευλογία, που εκδηλωνόταν ως απέραντη αγάπη για όλους τους ανθρώπους και περισσότερο για τους ιθαγενείς Αλεούτιους, για τους οποίους είχε γίνει ο πατέρας και προστάτης τους. Πρόσφερε σ’ αυτούς ό,τι είχε, μα κυρίως τον ίδιο τον εαυτό του, μιμούμενος τον Κύριο Του, ενώ παράλληλα δε σταματούσε να προσεύχεται εσωτερικά, αδιάλειπτα.Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά και ίδρυσε ένα ορφανοτροφείο στο Νέο Βαλαάμ, οπού τα κατηχούσε στην αγάπη του Θεού και της Εκκλησίας. Κατασκεύασε με τα χέρια του ένα παρεκκλήσιο και κει κάθε Κυριακή μάζευε τις οικογένειες που σιγά σιγά ήλθαν και εγκαταστάθηκαν γύρω από το Βαλαάμ, έψαλλαν μαζί, λειτουργούσε και κήρυττε το λόγο του Θεού. Η αγάπη του για τους συνανθρώπους του δε σταματούσε ούτε όταν κινδύνευε η ίδια η ζωή του. Κάποτε ξέσπασε μια επιδημία στο Κόντιακ, δεν αναφέρεται ακριβώς ποιά. Ο άγιος Γερμανός δεν εγκατέλειψε το χωριό, για να προφυλαχθή. Παρέμεινε κοντά στους αρρώστους επί ένα μήνα, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι για να φροντίσει τους αρρώστους, αψηφώντας τον κίνδυνο να προσβληθή και ο ίδιος. Όταν πέθαιναν, έθαβε και έψαλλε τους νεκρούς, ενίσχυε τους απορφανισθέντες. Διηγούνται ότι πάντοτε ήταν τριγυρισμένος από παιδιά με τα οποία έπαιζε, ενώ συγχρόνως τα εδίδασκε τα της Εκκλησίας, και για να τους προσφέρη χαρά, τους έψηνε με τα ίδια του τα χέρια κουλουράκια και τους τα πρόσφερε. Έτσι πέρναγαν τα χρόνια και οι χριστιανοί Εσκιμώοι πλήθαιναν στην γύρω περιοχή. Ο άγιος Γερμανός έφθασε σε μεγάλη ηλικία. Γερνώντας, άρχισε σιγά σιγά να χάνη το φως του. Όμως ο Θεός του χάρισε να βλέπη αγγέλους. Ακόμα του εδόθη το χάρισμα να εξουσιάζη τα στοιχεία της φύσεως, το χάρισμα των ιάσεων και το προορατικόν.


ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ


ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΛΑΣΚΑ


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΕΤΡΟΣ Ο ΑΛΕΟΥΤΟΣ


ΑΓΙΟΙ ΙΟΥΒΕΝΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝ ΑΛΑΣΚΑ ΦΩΤΙΣΤΕΣ


ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ, Ο ΣΤΟΡΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΑΛΕΟΥΤΩΝ


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ, Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΤΩΝ ΑΛΕΟΥΤΩΝ


Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2023

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ




Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Γερμανοῦ,

τοῦ φωτιστοῦ τῆς Ἀλάσκας καὶ ἰδρυτοῦ

τῆς ἐν τῇ Ἀμερικανικῇ ἠπείρῳ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας



Ὁ Ὅσιος καὶ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν Γερμανὸς ἐγεννήθη ἐν τῇ πλησιοχώρῳ τῆς Μόσχας πόλει Σερπούκωφ ἐν ἔτει 1756 μ. Χ. Σὺν τῇ προόδῳ τῆς ἡλικίας ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι καὶ ἡ πανσθενὴς τοῦ Κυρίου χάρις ἐνίσχυε αὐτὸν πρὸς ἀρετῆς τελείωσιν.


Ἐκ τῶν πρώτων νεανικῶν αὐτοῦ χρόνων ἠσπάσθη τὸν μοναχισμὸν συναριθμηθεὶς τοῖς ἀζύγοις τοῦ ἐν Πετρουπόλει μετοχίου τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Ἐν αὐτῷ δι' ἄκρας ὑπακοῆς, καρδιακῆς ἀενάου προσευχῆς καὶ διακριτικῆς ἀσκήσεως ἔθηκε τάς βάσεις τῆς μετέπειτα ἀγγελικῆς αὐτοῦ πολιτείας.


Μετὰ παραμονὴν ἓξ ἐτῶν ἐν τῷ Μετοχίῳ αὐτῷ ὁ Ὅσιος Γερμανός, ἐν ᾧ ἐδέξατο τὴν ἰαματικὴν ἐπίσκεψιν τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἀνεχώρησε διὰ τὴν Μονὴν Βαλαάμ, τὴν εὑρισκομένην ὑπὸ τὴν ἀπλανῆ καθοδήγησιν τοῦ Ὁσίου αὐτῆς καθηγουμένου Ναζαρίου. Το διάχυτον ἄρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν ἐκείνοις τοῖς χρόνοις καὶ τὸ ἁγιοπνευματικόν μύρον τῆς φιλοκαλικῆς ἀνακαινίσεως τοῦ μοναχισμοῦ ἐν 'Ρωσίᾳ καθήδυναν τὴν ἀγαπῶσαν καρδίαν τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ καὶ τὴν ὤθησαν εἰς ἀδιάλειπτον καρδιακὴν προσευχήν.


Ὃ Ἅγιος Γερμανὸς ἂν καὶ σαφῶς νεώτερος τοῦ ἀνακαινιστοῦ Ὁσίου Παϊσίου, τοὐπίκλην Βελιτσκόφσκυ, εἶχε πλήρη πνευματικὴν ἐπαφὴν μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ὁμοψύχου, Ὁσίου Γέροντος Ναζαρίου. Οὕτω ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Παϊσιανικοῦ ῥεύματος ἦτο ἄμεσος καὶ καταλυτικὴ διὰ τὸν νεαρὸν τότε ἀσκητὴν Γερμανόν, τὸν λαβόντα ἀπόφασιν, καθ' ὑπόδειξιν τοῦ αὐτοῦ Γέροντος, ἔργον ποιῆσαι εὐαγγελιστοῦ καὶ μεταβῆναι εἰς τὸν Νέον ὀνομαζόμενον Κόσμον πρὸς διάδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου μαρτυρίας καὶ πίστεως τοῖς αὐτόχθοσι τῆς Ἀλάσκας.


Ἢ ἱεραποστολικὴ συνοδεία τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ ἐγκατεστάθη ἐν τῇ νήσῳ Κόντιακ, τῇ διαχωριζομένῃ διὰ στενοῦ πορθμοῦ ἐκ τῆς νήσου Sρrυce, ἐν ᾗ αὐτὸς ἔκτισεν ἠσυχαστήριον καὶ τὴν μετενώμασε «Νέο Βαλαάμ», πρὸς ἐνθύμησιν τῆς ἀγαπητῆς αὐτῷ Μονῆς τῆς Ῥωσίας. Ἐκεῖ συνεδύαζε τὸν ἀγῶνα τῆς ἐσωτερικῆς τελειώσεως μετὰ τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεως καὶ ἡ ἐπιρροὴ αὐτοῦ τοῖς ταπεινοῖς αὐτόχθοσιν Ἀλεούτοις, ἀλλὰ καὶ τοῖς πλουσίοις ἐμπόροις ὑπῆρξε μεγίστη. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοσις εὗρεν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ τὸν πρῶτον αὐτῆς ἰχνηλάτην ἐν τῇ Ἀμερικανικῇ ἠπείρῳ. Ἡ Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν πατέρων, τὸ εἰς αὐτὸν παραδοθὲν ψυχοτονωτικὸν βιβλίον ὑπὸ τοῦ Ἀββᾶ Ναζαρίου, ὑπῆρχεν οὐχὶ μόνον καθημερινὸν αὐτοῦ ἐντρύφημα ἀλλὰ καὶ ἡ πυξὶς τῆς ἡσυχαστικῆς αὐτοῦ ἀσκητικῆς πολιτείας.


Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς ἀποτελεῖ τὴν εὐγενικὴν ῥίζαν, τὴν βλαστήσασαν τὸ εὐῶδες ἄνθος τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς ὅλον τὸν Νέον Κόσμον. Διὸ καὶ ὁ Κύριος ἠξίωσεν αὐτὸν δωρεῶν οὐρανίων καὶ θαυμάτων πλείστων ξενοτρόπων. Ὅτε ὁ καιρὸς τῆς ἀναλύσεως τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ ἔφθασεν, εἶχε ἤδη αὐτὸς ἀποκτήσει φήμην Ὁσίου. Διὰ χρονικὸν διάστημα μεγαλύτερον τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν ἒν τῷ ἀπερίττῳ αὐτοῦ κελλίῳ ἐπολιτεύσατο ἰσαγγέλως καὶ δοὺς αἷμα, ἵνα λάβῃ πνεῦμα, ἠναλώθη ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ πλησίον καὶ ἐν τῇ προσφορᾷ πρὸς ὅλους τοὺς αὐτόχθονας Ἀλεούτους, ὧν πνευματικὸς πατὴρ καὶ ἰθύντωρ ἐχρημάτισε πρὸς ἀρετῆς ἀπόκτησιν καὶ σωτηρίαν.


Τὸ χρυσόπλοκον στέφος τοῦ ἱεραποστόλου καὶ τοῦ Ὁσίου ἐδέξατο τῇ 15ῃ Νοεμβρίου τοῦ 1836 μ. Χ., ὅτε ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχὴ ἀνῆλθεν πρὸς τάς αἰωνίους μονάς, Ἀγγέλοις συνευφραίνεσθαι. Ἡμῖν κατέλιπε τὸ χαριτόβρυτον αὐτοῦ σκῆνος καὶ τάς μυροβόλους διδαχάς, τάς ἀποπνεούσας εὐωδίαν ἄρρητον οὐρανίας σοφίας. Ὁ Θεὸς τὸν γνήσιον αὐτοῦ φίλον, Ὅσιον Γερμανόν, ἀντεδόξασε μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ διὰ πλήθους θαυμάτων. Οὕτως, ὁ ταχὺς βοηθὸς τῶν αὐτὸν ἐπικαλουμένων, συμφώνως ταῖς γραπταῖς μαρτυρίαις, ὄγκους ἀνιάτους ἀφανίζει, ἀσθενεῖς θεραπεύει, παραλύτους συσφίγγει καὶ ἑνὶ ἑκάστῳ πληροῖ τὰ δίκαια πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα. Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν. *Εκ της ακολουθίας του Αγίου. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΑΓΙΟΙ ΙΟΥΒΕΝΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝ ΑΛΑΣΚΑ ΦΩΤΙΣΤΕΣ




Τῆς Ἀλάσκας τὸ κλέος, Ἀλεούτων τὸ καύχημα, Πέτρον Νεομάρτυρα θεῖον ἐν ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν, ὡς σέλας πολικὸν γὰρ ἐν νυκτί, διέλυσεν αἱρέσεων ἀχλύν, μαρτυρίῳ ἐκκοπῆς τε χειρῶν ποδῶν, ὁμολογίας στέφανος· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σε ἐνισχύσαντι, δόξα τῷ ταπεινώσαντι διὰ σου ψεύδους τὴν ἔπαρσιν Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τους βίους των αγιών. Μόνο για τον Άγιο Πέτρο έχουμε την παρακάτω αναφορά στο βιβλίο «Ο Άγιος Γερμανός της Αλάσκας» από την σειρά «Φιλοκαλία των Ρώσων Νηπτικών» σε μετάφραση – επιμέλεια Πέτρου Μπότση. «…Μιαν άλλη φορά, συνεχίζει ο Γιανόφσκυ, του ’λεγα (του αγίου Γερμανού) πως οι Ισπανοί αιχμαλώτισαν στην Καλιφόρνια 14 Αλεούτους. Οι Ιησουίτες τους πίεζαν ν’ ασπαστούν την πίστη των Καθολικών, εκείνοι όμως δε δέχονταν με τίποτα. «Είμαστε χριστιανοί», απαντούσαν. Οι Ιησουίτες αντέτειναν: «Όχι, είστε αιρετικοί και σχισματικοί. Αν δεν υποκύψετε, θα σας βασανίσουμε μέχρι θανάτου». Τελικά τους έβαλαν στη φυλακή ανά δύο. Το βράδυ ήρθαν στη φυλακή οι Ιησουίτες με λάμπες και αναμμένα κεριά και άρχισαν πάλι να τους πιέζουν για ν’ ασπαστούν την πίστη των Καθολικών. «Είμαστε χριστιανοί», απαντούσαν οι Αλεούτοι, «δεν αλλάζουμε την πίστη μας». Οι Ιησουίτες άρχισαν να βασανίζουν τον έναν, μπροστά στα μάτια των άλλων. Έσπαζαν μια άρθρωση των ποδιών του, μετά μια άλλη και στη συνέχεια τις αρθρώσεις των δαχτύλων, τη μια μετά την άλλη. Μετά κομμάτιασαν τα πόδια και τα χέρια του. Το αίμα έτρεχε, ο μάρτυρας όμως υπόμενε κι επαναλάμβανε σταθερά την απάντηση: «Είμαι χριστιανός». Τελικά, από τα βασανιστήρια και την απώλεια του αίματος, πέθανε. Την άλλη μέρα οι Ιησουίτες απείλησαν πως θα βασανίσουν το φίλο του με τον ίδιο τρόπο. Την ίδια νύχτα όμως έλαβαν εντολή από το Μόντερεϊ να μεταφέρουν όλους τους αιχμαλώτους Αλεούτους εκεί. Έτσι, την άλλη μέρα, όλοι εκτός από κείνον που θανατώθηκε, έφυγαν. Αυτό μου το διηγήθηκε ο φίλος εκείνου που μαρτύρησε. […] Όταν τελείωσα την περιγραφή, ο π. Γερμανός με ρώτησε: –Ποιο ήταν το όνομα του Αλεούτου; –Πέτρος, απάντησα, αλλά δε θυμάμαι το επώνυμό του. Ο Γέροντας σηκώθηκε όρθιος, στάθηκε μπροστά στην εικόνα, έκανε μ’ ευλάβεια το σταυρό του και είπε: –Άγιε νεομάρτυρα Πέτρο, πρέσβευε υπέρ ημών». *Εκ του ιστολογίου  www.saint.gr της 13.12.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΕΤΡΟΣ Ο ΑΛΕΟΥΤΟΣ




11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ´. Θείας πίστεως. Σέ, τὸν ἥρωα ἐν τοῖς βασάνοις, καὶ ἀθλήσαντα φρικτῶς ἐν πάγοις, Νεομάρτυρα Πέτρον τιμήσωμεν, τῶν Ἀλεούτων ἐλπίδα καὶ καύχημα, καὶ τῶν ἐν δούλοις λαῶν ἐγκαλλώπισμα, Μάρτυς ἔνδοξε, τὸν πάντων Θεὸν ἱκέτευε, τὸ ἔαρ εἰσελθεῖν ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. Κοντάκιον Ἦχος δ´. Ἐπεφάνης σήμερον. Ἁλιεύων ἄριστα, σύ, ὡς ξιφίας, συλληφθεὶς τοῖς δάκρυσι καὶ ἀπηνῶς τεμαχισθείς, τοὺς Ἀλεούτους ἐδόξασες, ἅγιε Πέτρε, ἀγρεύσας Παράδεισον. Μεγαλυνάριον Ἄνθος τοῦ χειμῶνος τὸ ἀρκτικόν, ἐν Ἀλάσκᾳ θάλλει πνέον ἄρωμα θεϊκόν, δεῦτε εὐφρανθῶμεν καὶ θέσωμεν τὸν Πέτρον εἰς θείαν ἀνθοδέσμην τῆς συνειδήσεως.


Στὴν μακρινὴ παγωμένη Ἀλάσκα καὶ στὰ ὄμορφα Ἀλεούτια Νησιά της, πρὶν περίπου δύο αἰῶνες, γεννήθηκε ἕνα ἀγόρι, ὁ Ἐσκιμῶος Κούγκακναγκ. Μεγάλωσε καὶ ἔζησε ὅπως ὅλοι οἱ Ἐσκιμῶοι, παλεύοντας γιὰ ἐπιβίωση μέσα στὸν ἀφιλόξενο γιὰ τὸν ἄνθρωπο Ἀρκτικὸ Κύκλο. Ὅμως ὁ Θεός μας εἶχε στὸ σχέδιό Του νὰ τὸν ἀναδείξει Πρωτομάρτυρα καὶ  Νεομάρτυρα τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Ἀμερικανικὴ Ἤπειρο! Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Ἁγίου Πέτρου τοῦ Ἀλεούτιου, τοῦ Ἐσκιμώου Ἁγίου!


Στὰ 1793, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ρωσίας καὶ μέσα ἀπὸ τὴν Σιβηρία, ὀκτὼ Ρῶσοι Μοναχοὶ καὶ Ἱερεῖς Ἱεραπόστολοι ξεκίνησαν ἕνα μακρινὸ ταξίδι πρὸς τὴν Ἀλάσκα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἁγία μας Ὀρθοδοξία. Μετὰ ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρο χρόνο, στὰ 1794, ἔφτασαν στὸ μακρινό τους προορισμὸ καὶ στὸ νησὶ Κόντιακ. Ἐκεῖ τελείωσε τὸ ταξίδι τους καὶ ἄρχισε ἡ εὐλογημένη ἐργασία τους ποὺ ἦταν ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν κατοίκων τῆς παγωμένης Ἀλάσκας.


Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους αὐτοὺς Ὀρθόδοξους Ἱεραποστόλους ἦταν καὶ ὁ Μοναχὸς Γερμανός, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνει ἀργότερα ἕνας λαμπρὸς καὶ δοξασμένος Ἅγιος, ὁ Ἅγιος Γερμανὸς τῆς Ἀλάσκας. Ἦταν ὁ ἀγαπημένος καὶ σεβαστὸς προστάτης καὶ ὁ βοηθὸς τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ Κόντιακ, γιατὶ ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἔκανε πολλὰ καὶ μεγάλα θαύματα μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀκόμα ὅσο ἦταν σὲ τούτη τὴν σύντομη ζωή. Ὅμως τὰ θαύματά του συνεχίζονται ἀκόμη καὶ στὶς μέρες μας, πολλά, πολλὰ χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμησή του.


Ὁ τάφος του καὶ τὰ λείψανά του στὸ νησὶ Σπρούς, δίπλα στὸ νησὶ Κόντιακ, στὸ μέρος ποὺ ἔζησε ὅλο τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του, εἶναι ὡς καὶ σήμερα ἕνας ἁγιασμένος τόπος καὶ ἕνα ἱερὸ προσκύνημα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου. Ὁ Συμεὼν Γιανόφσκυ, ἦταν ἀπὸ τὸ 1817 ὡς τὸ 1821 Κυβερνήτης ὅλων τῶν Ρωσικῶν Ἀποικιῶν στὴν Ἀμερική. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἐκάρη Μεγαλόσχημος Μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Σέργιος. Ὁ Γιανόφσκυ περιγράφει μὲ λεπτομέρειες τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ π. Γερμανοῦ.


«Θυμᾶμαι πολὺ καλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Γέροντα. Ἔλαμπε ὁλόκληρο, φαινόταν πῶς εἶχε χάρη πάνω του. Τὸ χαμόγελό του ἦταν ζεστό, ἡ ματιά του γλυκιά, σὲ τράβαγε κοντά του. Οἱ τρόποι του ταπεινοί, ἡ ὁμιλία του εὐχάριστη. Τὸ ἀνάστημά του ἦταν μέτριο, ἡ ὄψη του πελιδνή, γεμάτη ρυτίδες. Τὰ μάτια του ἦταν γκριζοπράσινα καὶ φωτεινά. Λίγα γκρίζα μαλλιὰ στόλιζαν τὸ κεφάλι του. Μιλοῦσε μᾶλλον σιγὰ καὶ πολὺ εὐχάριστα». Ἀπὸ τὶς συνομιλίες του μὲ τὸ Γέροντα, ὁ Γιανόφσκυ ἀναφέρει δύο περιστατικά.


«Κάποτε, γράφει, διάβαζα στὸ Γέροντα τὴν “Ὠδὴ στὴ θεότητα” τοῦ Ντερζάβιν. Ὁ Γέροντας ἐνθουσιάστηκε, ἔμεινε ἐκστατικὸς καὶ μοῦ ζήτησε νὰ διαβάσω λίγο ἀκόμα· μετὰ μὲ ρώτησε: “Εἶναι δυνατὸ αὐτὰ νά ᾿χουν γραφτεῖ ἀπὸ ἕνα συνηθισμένο, μορφωμένο ποιητή;”. Τοῦ ἀπάντησα: “Ναί, ἦταν πολὺ διαβασμένος”. “Ἦταν ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ Θεό”, συμπέρανε ὁ Γέροντας». «Μιὰν ἄλλη φορά, συνεχίζει ὁ Γιανόφσκυ, τοῦ ᾿λεγαν πῶς οἱ Ἰσπανοὶ αἰχμαλώτισαν στὴν Καλιφόρνια δέκα τέσσερις Ἀλεούτιους. Οἱ Ἰησουΐτες τοὺς πίεζαν ν᾿ ἀσπαστοῦν τὴν πίστη τῶν Καθολικῶν, ἐκεῖνοι ὅμως δὲ δέχονταν μὲ τίποτα. 


“Εἴμαστε χριστιανοί”, ἀπαντοῦσαν. Οἱ Ἰησουΐτες ἀντέτειναν: “Ὄχι, εἶστε αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί. Ἂν δὲν ὑποκύψετε ν᾿ ἀποδεχτεῖτε τὴ δική μας πίστη, θὰ σᾶς βασανίσουμε μέχρι θανάτου”. Τελικὰ τοὺς ἔβαλαν στὴ φυλακὴ ἀνὰ δύο. Τὸ βράδυ ἦρθαν στὴ φυλακὴ οἱ Ἰησουΐτες μὲ λάμπες καὶ ἀναμμένα κεριὰ κι ἄρχισαν πάλι νὰ τοὺς πιέζουν γιὰ ν᾿ ἀσπαστοῦν τὴν πίστη τῶν Καθολικῶν. “Εἴμαστε χριστιανοί, ἀπαντοῦσαν οἱ Ἀλεοῦτοι, δὲν ἀλλάζουμε τὴν πίστη μας”.


Οἱ Ἰησουΐτες ἄρχιζαν νὰ βασανίζουν ἕναν, μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἄλλων. Ἔσπαζαν μιὰ ἄρθρωση τῶν ποδιῶν του, μετὰ μιὰ ἄλλη καὶ στὴ συνέχεια τὶς ἀρθρώσεις τῶν δαχτύλων, τὴ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη. Μετὰ κομμάτιασαν τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια του. Τὸ αἷμα ἔτρεχε, ὁ μάρτυρας ὅμως ὑπόμενε κι ἐπανελάμβανε σταθερά, τὴν ἀπάντηση: “Εἶμαι χριστιανός”. Τελικά, ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴν ἀπώλεια τοῦ αἵματος πέθανε. Τὴν ἄλλη μέρα οἱ Ἰησουΐτες ἀπείλησαν πὼς θὰ βασανίσουν τὸ φίλο του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Τὴν ἴδια νύχτα ὅμως ἔλαβαν ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Μόντερεϋ νὰ μεταφέρουν ὅλους τοὺς αἰχμαλώτους Ἀλεούτους ἐκεῖ.


Ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ κεῖνον ποὺ θανατώθηκε, ἔφυγαν. Αὐτὸ μοῦ τὸ διηγήθηκε ὁ φίλος ἐκείνου ποὺ μαρτύρησε καὶ ποὺ τελικὰ γλύτωσε τὰ βασανιστήρια. Γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ ἔκανα μιὰ ἀναφορὰ στὴν Πετρούπολη. Ὅταν τέλειωσα τὴν περιγραφή μου, ὁ π. Γερμανὸς μὲ ρώτησε: - Ποιό ἦταν τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλεούτου; - Πέτρος, ἀπάντησα, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι τὸ ἐπώνυμό του. Ὁ Γέροντας σηκώθηκε ὄρθιος, στάθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα, ἔκανε μ᾿ εὐλάβεια τὸ σταυρό του καὶ εἶπε: Ἅγιε νεομάρτυρα Πέτρο, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν». «Ἅγιε Γέροντα, ἔχουμε ἕνα Μάρτυρα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ Σὰν Φρανσίσκο».


Ἡ ἁγιοκατάταξη τοῦ Ἁγίου Πέτρου τοῦ Ἀλεούτιου ἔγινε τὸ 1980 καὶ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 24 Σεπτεμβρίου, καθὼς ἐπίσης καὶ στὶς 12 Δεκεμβρίου, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους Ἁγίους τῆς Ἀλάσκας. «ΑΓΙΕ ΜΑΡΤΥΡΑ ΠΕΤΡΟ ΑΛΕΟΥΤΙΕ, ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ». 5 1. Σημ. Μετ. Ὁ Ντερζάβιν ἦταν ὁ μεγαλύτερος καὶ πιὸ πρωτότυπος ποιητὴς τῆς Ρωσίας τὸν 18ο αἰῶνα. Τὰ τελειότερα δημιουργήματά του εἶναι τὰ λυρικά του ποιήματα καὶ οἱ ὠδές του. 2. Στὴν ἐποχὴ αὐτὴ οἱ κληρικοὶ τῶν παπικῶν τῆς περιοχῆς ἦσαν Φραντσισκανοὶ καὶ ὄχι Ἰησουΐτες· μᾶλλον πρόκειται γιὰ λάθος τοῦ συγγραφέα.





Πηγὲς καὶ Βοηθήματα:


α) Πέτρου Μπότση (μετ., ἐπιμ.), Ἅγιος Γερμανὸς τῆς Ἀλάσκας, Φιλοκαλία τῶν Ρώσων Νηπτικῶν - Γ´, Ἀθήνα 1995. β) Αὔρας Οἰκονομάκου - Ἀλ Χόπκινς, Πέτρος ὁ Ἀλεούτιος - Ὁ Ἐσκιμῶος Ἅγιος τῆς Ἀλάσκας, Ἀθήνα 2010. γ) Fort Ross Bicentennial, 2012: Russian Orthodox Church Concelebration, ἐκδ. Fort Ross Bicentennial Church Committee, Western American Diocese (Russian Orthodox Church Outside of Russia), San Francisco CA, 2012.




Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΑΣΚΑΣ, Ο ΣΤΟΡΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΑΛΕΟΥΤΩΝ




Ο άγιος Γερμανός της Αλάσκας θέλοντας να ξεφύγη από το μίσος του Μπαρανώφ,του νέου διευθυντού της Ρωσοαμερικανικής Εταιρείας, αποσύρθηκε σ’ ένα μικρό μοναχικό νησάκι Ελόβυγ, δηλαδή «νήσος των Ελάτων», (σημ. Spruce Island) κοντά στα Κόντιακ, το μετωνόμασε σε «Νέον Βαλαάμ». Εκεί εγκαινίασε έναν νέο τρόπο «σιωπηρής ιεραποστολής» κατά το παράδειγμα των παλαιών πατέρων της ερήμου, έγινε «Ιεραπόστολος» με την υψηλότερη έννοια του όρου: λύχνος επί την λυχνίαν που ακτινοβολεί με το παράδειγμα του, κάνοντας με την πολιτεία του να ακτινοβολήσει η εικόνα της Βασιλείας των Ουρανών. Το παράδειγμα της αγίας ζωής του επέδρασε βαθύτατα στους ιθαγενείς.


Εκεί άσκησε τη νοερά προσευχή κατά την ορθόδοξη παράδοση και, με την ίδια την ταπεινή και οσιακή παρουσία του, έγινε ο μεγάλος πνευματικός πατέρας των Αλεούτων. Έκανε τις παγωμένες ερημιές της Βόρειας Αμερικής τόπο της καρδιακής προσευχής όπως η Θηβαΐδα του Σιβηρικού Βορρά, οι πλαγιές του Άθωνα, τα βράχια του Σινά και οι έρημοι της Αιγύπτου.


Σ’ αυτούς που απορούσαν πως άντεχε σε τόση μοναξιά, απαντούσε: «Δεν είμαι μόνος, ο Θεός είναι εδώ όπως παντού, κι οι άγγελοι του επίσης. Είναι τίποτε πιο επιθυμητό από μια τέτοια συντροφιά;» Άλλοτε πάλι έλεγε: «Σαράντα χρόνια προσπαθώ να αγαπήσω τον Θεόν και να που τελειώνοντας τις ήμερες μου, δεν μπορώ να σας βεβαιώσω ότι τον αγαπώ όπως του αρμόζη. Ν’ αγαπάς το Θεό είναι να Τον σκέπτεσαι συνεχώς και πάντοτε και παντού, να Τον υπηρετείς και να κάνης πάντα το θέλημα Του».


Στις 15 Νοεμβρίου, κατά την ημέρα μνήμης του αγαπημένου του Αγ. Παϊσίου Βελιτσικόφσκυ, του 1836 το αστέρι που ανέτειλε πριν από 81 χρόνια στη Μόσχα, έδυσε στη Χώρα του Ηλίου του μεσονυκτίου. Την στιγμή που η ψυχή του ανήλθε στον ουρανό, ο μαθητής του Γεράσιμος είδε το πρόσωπό του να ακτινοβολεί φως και οι κάτοικοι ενός γειτονικού νησιού είδαν έναν φωτεινό στύλο να υψώνεται πάνω από το Νέο Βαλαάμ.


Η Εκκλησία μας γιορτάζει τον άγιο Γερμανό όχι μόνο την ήμερα της κοιμήσεως του αλλά και στις 9 Αυγούστου, ήμερα της ανακηρύξεως του ως αγίου και στις 13 Δεκεμβρίου ήμερα της Συνάξεως όλων των αγίων των εν Αλάσκα. *Εκ του ιστολογίου «iconandlight.wordpress.com» της 15.11.2015. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΛΑΣΚΑ

 



Η ανακήρυξις της Αλάσκας σε υποεπισκοπή του Ιρκούτσκ, με επίσκοπο τον ιεραπόστολο και αρχηγό της πρώτης ιεραποστολικής ομάδας, Ιωάσαφ, ναυάγησε το 1796 μαζί με το ναυάγιο του ιστιοφόρου «Φοίνιξ» στα παράλια της νήσου Κόντιακ, αφήνοντας μόνους τους υπόλοιπους κληρικούς της πρώτης αποστολής να παλεύουν με τις δύσκολες καιρικές συνθήκες, αλλά κυρίως με την αλλαγή των φιλικών διαθέσεων των εμπόρων και της Εταιρείας έναντι του εκχριστιανισμού των Εσκιμώων.


Η περίοδος μάλιστα 1797-1818 όπου η Εταιρεία κρατικοποιήθηκε και έγινε διευθυντής της κάποιος Μπορανώφ, άνθρωπος σκληρός και εχθρός της ιεραποστολής, απετέλεσε την «μαύρη σελίδα» της ιστορίας της Εκκλησίας της εν Αλάσκα. Οι ιθαγενείς, καταπιέζονταν απάνθρωπα. Οι ιεραπόστολοι δεν έπαιρναν καμία οικονομική βοήθεια από τους Ρώσσους και ζούσαν με την προσωπική χειρωνακτική τους εργασία, παρά τις αρχικές υποσχέσεις των έμπορων που τους προσεκάλεσαν.


Η Εταιρεία, έχοντας όλα τα μονοπώλια των αγαθών, στερούσε ακόμη και το κρασί για το νάμα και τα κεριά και τα βιβλία από τους ιεραποστόλους. Οι ιθαγενείς βασανίζονταν από τους ανθρώπους της Εταιρείας, αλλά παρά ταύτα, τουλάχιστον στα Αλεούτια νησιά, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν βαπτισθεί, γιατί η αγάπη των ιεραποστόλων προς αυτούς και η ολοκληρωτική αφιέρωσίς των στην πνευματική απελευθέρωση τους, ήταν πιο μεγάλη από την κακία των έμπορων.


Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο ιερομόναχος Αθανάσιος, ο διάκονος Νεκτάριος και ο μοναχός Ιωάσαφ, επέστρεψαν στη Ρωσσία. Ο άγιος Ιουβενάλιος είχε ήδη λάβει το στεφάνι του μαρτυρίου και απέμειναν ο ιερομόναχος Μακάριος, που κήρυξε στην νήσο Ουναλάσκα και ο απλούς μοναχός Γερμανός που ο Θεός τον προώριζε να γίνη ο άγιος προστάτης των Ορθοδόξων της Αμερικανικής Ηπείρου.


Ο άγιος πατήρ ημών Γερμανός ο εν Αλάσκα, γεννήθηκε τω 1756 κοντά στη Μόσχα από γονείς ευσεβείς. Ο πατέρας του ήταν έμπορος. Σε ηλικία 16 ετών ο άγιος εισήλθε ως δόκιμος στην Μονή της Αγίας Τριάδος του Σεργίου, όπου εμυήθη στα του μοναχισμού, με απώτερο σκοπό την κοινοβιακή ζωή. Πολύ σύντομα εμφάνισε καρκίνο στο πρόσωπο του, αλλά με θαυματουργική παρέμβαση της Υπεραγίας Θεοτόκου θεραπεύτηκε εντελώς.


Γύρω στα 1783 ο άγιος έγινε δεκτός στο περίφημο μοναστήρι του Βαλαάμ (Βάλαμο τώρα στην Φινλανδία) και εκάρη μοναχός με το όνομα Γερμανός. Φαίνεται ότι πριν μεταβή στο Βαλαάμ, ο Γερμανός πέρασε λίγο καιρό στη Μονή του Σαρώφ όπου γνώρισε τον μεγάλο στάρετς Ναζάριο, που υπήρξε ο πνευματικός πατήρ του άγιου Σεραφείμ Σαρόφσκη. Ο στάρετς Ναζάριος έγινε έπειτα από λίγο ηγούμενος της Μονής του Βαλαάμ.


Το μοναστήρι βρισκόταν στη λίμνη Λαντόγκα, στην περιοχή του αρκτικού κύκλου και αποτελούσε κέντρο της καλούμενης Θηβαΐδας του Βορρά. Σύντομα ο Γερμανός πήρε ευλογία να αποσυρθή μονάχος του και να ασκητέψη βαθειά μέσα στο δάσος. Ερχόταν στο Βαλαάμ μόνο στις μεγάλες εορτές, όπως έκαναν από τα παλαιά τα χρόνια όλοι οι μεγάλοι ασκητές της έρημου. Ο μοναχός Γερμανός επιλέχθηκε το 1793 από την Ιερά Σύνοδο, κατόπιν υποδείξεως του Ηγουμένου και γέροντος του Ναζαρίου, να πάρη μέρος στην αποστολή για τον ευαγγελισμό της Αλάσκας, για την οποία ανεχώρησε το 1794.


Ο θάνατος του αρχηγού της Ιεραποστολής και η απάνθρωπη συμπεριφορά των συμπατριωτών του, απογοήτευσαν τον μοναχό Γερμανό ώστε να διοργανώνη περιοδείες και κηρύγματα. Μόνος πλέον και θέλοντας να ξεφύγη από το μίσος του Μπαρανώφ, αποσύρθηκε σ’ ένα μικρό μοναχικό νησάκι που λέγονταν Ελόβυγ, δηλαδή «νήσος των Ελάτων», το μετωνόμασε σε «Νέον Βαλαάμ» και εγκαινίασε εκεί έναν νέο τρόπο «σιωπηρής ιεραποστολής» κατά το παράδειγμα των παλαιών πατέρων της έρημου, ιεραποστολής με την υψηλότερη σημασία του όρου: λύχνος επί την λυχνίαν που ακτινοβολεί με το παράδειγμα του, μια εικόνα του τι είναι η Εκκλησία και η Βασιλεία των Ουρανών. Το παράδειγμα της αγίας ζωής του επέδρασε βαθύτατα στους ιθαγενείς.


Εστραμμένος εις τον εαυτόν του και τον Θεόν, ζούσε σε ένα μικρό ξύλινο κελλάκι, χωρίς καμία άνεση, εκτεθειμένος στα στοιχεία της άγριας φύσεως, φορώντας όλες τις εποχές τα ίδια χιλιομπαλωμένα ρούχα, νηστεύοντας και έχοντας ως μόνη τροφή άγρια μούρα, χορταρικά και μανιτάρια, και σέρνοντας επάνω του σιδερένιες αλυσίδες, πιο βαρείες από 8 κιλά. Δούλευε σκληρά, αγρυπνούσε πολύ και η προσευχή γι’ αυτόν είχε γίνει αδιάλειπτος, μέρα και νύχτα. Μ’ αυτήν απωθούσε τις διαρκείς επιθέσεις του αντικειμένου και τους κακούς λογισμούς.


Γέροντά του είχε την τελευταία έκδοση της Φιλοκαλίας, που το 1793 είχε κυκλοφορήσει στη σλαβονική, σε μετάφραση του αγίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Έτσι οι παγωμένες ερημιές της Βόρειας Αμερικής έγιναν τότε τόπος της καρδιακής προσευχής όπως η Θηβαΐδα του Σιβηρικού Βορρά, οι πλαγιές του Άθωνα, τα βράχια του Σινά και οι έρημοι της Αιγύπτου. Σ’ αυτούς που απορούσαν πως άντεχε σε τόση μοναξιά, απαντούσε: «Δεν είμαι μόνος, ο Θεός είναι εδώ όπως παντού, κι οι άγγελοι του επίσης. Είναι τίποτε πιο επιθυμητό από μια τέτοια συντροφιά;» Άλλοτε πάλι έλεγε: «Σαράντα χρόνια προσπαθώ να αγαπήσω τον Θεόν και να που τελειώνοντας τις ήμερες μου, δεν μπορώ να σας βεβαιώσω ότι τον αγαπώ όπως του αρμόζη. Ν’ αγαπάς το Θεό είναι να Τον σκέπτεσαι συνεχώς και πάντοτε και παντού, να Τον υπηρέτης και να κάνης το θέλημα Του νύχτα και ήμερα».


Γι’ αυτήν τη θεάρεστη ζωή του, ο Χριστός του χάρισε πολλή ευλογία, που εκδηλωνόταν ως απέραντη αγάπη για όλους τους ανθρώπους και περισσότερο για τους ιθαγενείς Αλεούτιους, για τους οποίους είχε γίνει ο πατέρας και προστάτης των. Πρόσφερε σ’ αυτούς ό,τι είχε, μα κυρίως τον ίδιο τον εαυτό του, μιμούμενος τον Κύριο Του, ενώ παράλληλα δε σταματούσε να προσεύχεται εσωτερικά, αδιάλειπτα.


Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, δίδασκε στους νέους που είχαν μαζευτεί γύρω από το νέο Βαλαάμ, τις τεχνικές της καλλιέργειας της γης. Η πολλή του αγάπη για τα μικρά παιδιά τον έκανε να δημιουργήση ένα μικρό ορφανοτροφείο, όπου έκτος από την υλική συμπαράσταση καλλιεργούσε στα ορφανά, την αγάπη για το Θεό και την Εκκλησία Του. Κατασκεύασε με τα χέρια του ένα παρεκκλήσιο και κει κάθε Κυριακή μάζευε τις οικογένειες που σιγά σιγά ήλθαν και εγκαταστάθηκαν γύρω από το Βαλαάμ, έψαλλαν μαζί, λειτουργούσε και κήρυττε το λόγο του Θεού. Η αγάπη του για τους συνανθρώπους του δε σταματούσε ούτε όταν κινδύνευε η ίδια η ζωή του. Κάποτε ξέσπασε μια επιδημία στο Κόντιακ, δεν αναφέρεται ακριβώς ποιά. Ο άγιος Γερμανός δεν εγκατέλειψε το χωριό, για να προφυλαχθή. Παρέμεινε κοντά στους άρρωστους επί ένα μήνα, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι για να τους περιποιηθή, αψηφώντας τον κίνδυνο να προσβληθή και ο ίδιος. Όταν πέθαιναν, έθαβε και έψαλλε τους νεκρούς, ενίσχυε τους απορφανισθέντες.


Η αγάπη του ξεχείλιζε πλούσια και στους Ρώσσους αποίκους, παρά την κακή συμπεριφορά που είχαν δείξει γι’ αυτόν και τους ιθαγενείς χριστιανούς του. Έτσι, μ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να κερδίση τον διάδοχο του σκληρού διευθυντού της Εταιρείας, Μπαρανώφ, τον Ιανόφσκη, ο οποίος έγινε τελικά μοναχός. Εμφανίζοντας με τη ζωή του, την εικόνα του Χριστού, μετέστρεψε στην Ορθοδοξία έναν Γερμανό προτεστάντη θαλασσοπόρο, που βρέθηκε σ’ αυτήν την περιοχή. Διηγούνται ότι πάντοτε ήταν τριγυρισμένος από παιδιά με τα οποία έπαιζε, ενώ συγχρόνως τα εδίδασκε τα της Εκκλησίας, και για να τους προσφέρη χαρά, τους έψηνε με τα ίδια του τα χέρια κουλουράκια και τους τα πρόσφερε. Έτσι πέρναγαν τα χρόνια και οι χριστιανοί Εσκιμώοι πλήθαιναν στην γύρω περιοχή. Ο άγιος Γερμανός έφθασε σε μεγάλη ηλικία. Γερνώντας, άρχισε σιγά σιγά να χάνη το φως του. Όμως ο Θεός του χάρισε για αντάλλαγμα να βλέπη αγγέλους. Ακόμα του εδόθη το χάρισμα να εξουσιάζη τα στοιχεία της φύσεως, το χάρισμα των ιάσεων και το προορατικόν.


Στις 15 Νοεμβρίου του 1836 το αστέρι που ανέτειλε πριν από 81 χρόνια στη Μόσχα, έδυσε στη Χώρα του Ηλίου του μεσονυκτίου. Οι ιθαγενείς έκλαψαν τον προστάτη και πατέρα των. Τη στιγμή που οι άγγελοι μετέφεραν στον ουρανό την αγία ψυχή του, οι κάτοικοι των γειτονικών νησιών είδαν μια στήλη φωτός να ανυψούται πάνω από το Νέο Βαλαάμ. Το πρόσωπο του αγίου λειψάνου του, όπως μαρτυρεί ο υποτακτικός του, έλαμπε από υπερκόσμιο φως. Πολλά θαύματα ακολούθησαν την κοίμησή του και ο άγιος παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανός στη μνήμη των Αλεουτίων και όλης της Αλάσκας.


Τα θαύματα του και η δύναμις των πρεσβειών του τον κατέστησαν προστάτη της Αμερικανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία αναγνώρισε επίσημα την αγιότητα του στις 9 Αυγούστου του 1970. Η Οικουμενική Εκκλησία γιορτάζει και τιμά τον άγιο Γερμανό όχι μόνο την ήμερα της κοιμήσεως του αλλά και άλλες δύο φορές το χρόνο: Στις 9 Αυγούστου, ήμερα της ανακηρύξεως του ως αγίου και στις 13 Δεκεμβρίου ήμερα της Συνάξεως όλων των αγίων των εν Αλάσκα. Όσιε πάτερ Γερμανέ ο εν Αλάσκα, πρέσβευε υπέρ πάντων ημών. Αμήν. Από το βιβλίο: «Αλάσκα, Ορθόδοξο Συναξάρι – Γεωργίου Εμμανουήλ Πιπεράκη.». *Εκ του ιστολογίου «orp.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ, Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΤΩΝ ΑΛΕΟΥΤΩΝ




Το βορειοδυτικό τμήμα της Αμερικανικής Ηπείρου αποτελείται από μια τεράστια χερσόνησο, τη «Μεγάλη Χώρα», που στη γλώσσα των ιθαγενών λέγεται «Αλί-ακ-Σα» και έφθασε σε μας ως Αλάσκα. Η Αλάσκα χωρίζεται από την Ασία με μια στενή λουρίδα θάλασσας, τον Βερίγγειο Πορθμό, ενώ ανατολικά συνορεύει με τον Καναδά. Το γεωγραφικό της πλάτος είναι ίδιο με της Νορβηγίας. Το νοτιοδυτικό της άκρο περιλαμβάνει ένα τόξο από 150 ηφαιστειογενή νησιά, τις γνωστές «Αλεούτιες Νήσους».


Είναι μια χώρα 12 φορές πιο μεγάλη από την Ελλάδα, με κλίμα πολικό στο βορρά, ωκεάνιο στο νότο, με θερμοκρασίες που κυμαίνονται από -62ο C το χειμώνα έως +25ο C το καλοκαίρι. Η νύχτα διαρκεί έξι μήνες, με μόνα φώτα τη σελήνη και το πολικό σέλας. Η μέρα διαρκεί κι αυτή έξι μήνες, είναι όμως θαμπή και ο ήλιος δύει πολύ λίγο όσο πλησιάζουμε προς τον Ιούνιο, οπότε ανατέλλει αμέσως μετά τη δύση του, γι’ αυτό η Αλάσκα ονομάζεται «χώρα του ηλίου του μεσονυκτίου». Ο μεγαλύτερος ποταμός, ο Γιούκων, είναι παγωμένος 8 μήνες το χρόνο.


Πολλά ηφαίστεια και απέραντοι παγετώνες, αραιότατη βλάστηση και πολικά ζώα και λίγους –ανάλογα με την έκτασή της– ανθρώπους βρίσκει κανείς στην Αλάσκα. Οι ιθαγενείς ανήκουν σε διάφορες φυλές. Στο εσωτερικό της χώρας, στις βόρειες και τις δυτικές ακτές κατοικούν Εσκιμώοι. Τα νησιά τα κατοικούν Αλεούτοι, τη Σίτκα Κολόσσοι, τις ατλαντικές ακτές Ερυθρόδερμοι που ανήκουν στις φυλές των Κενάγτζων και των Τσουγκάτσων. Αμερικανοί είναι επίσης και οι Κοντιάκοι.


Σήμερα η σύνθεση του πληθυσμού της Αλάσκας έχει αλλάξει πολλοί, λόγω της μεγάλης μετανάστευσης των λευκών, που έφεραν μαζί φυσικά και τον πολιτισμό, αλλά και τα προβλήματά τους… Στην Αλάσκα υπάρχουν σημαντικά κοιτάσματα χρυσού, αργύρου και άλλων μετάλλων, πετρέλαιο και ζώα όπως τάρανδοι, φώκιες, σολωμοί, που, μαζί με τα πολύτιμα δάση της, έχουν συντελέσει πολύ στην οικονομική ανάπτυξή της.


Για την ύπαρξη της Αλάσκας μίλησε πρώτος ο Δανός Βίτους Μπέριγκ, που υπηρετούσε στο Ρωσικό Ναυτικό. Ανακαλύφθηκε από το Ρώσο θαλασσοπόρο Γκρόζντεφ, το 1730, και εξερευνήθηκε από τους Μπέριγκ και Κιρίκωφ το 1740-41, οπότε έγινε αποικία της τσαρικής Ρωσίας. Το Μάρτιο του 1867 πωλήθηκε ολόκληρη στους Αμερικανούς αντί 7.200.000 δολαρίων!! Η αρχικά «κτήση» των ΗΠΑ έγινε «Τερριτόριον» το 1912, για να καταλήξει το 1958 να γίνει «49η» Πολιτεία των ΗΠΑ.


Το χριστιανικό μήνυμα έφτασε στην Αλάσκα πρώτα από τους Ρώσους εμπόρους, που δρούσαν όμως κυρίως με οικονομικά κίνητρα. Έδειξαν σοβαρό ζήλο να βαπτίζουν ιθαγενείς, επειδή οι βαπτιζόμενοι έδειχναν μεγάλη αφοσίωση στους αναδόχους τους και τους βοηθούσαν πολύ στις εργασίες τους. Ωστόσο, το 1774 ο ειλικρινά ευσεβής Γρηγόριος Σελέχωφ, ιδρυτής της Ρωσοαμερικανικής Εταιρείας, έχτισε ναό και σχολείο στο Κόντιακ, βάπτισε πολλούς ιθαγενείς και μαζί με το συνεργάτη του, Ιβάν Κγολίκωφ, ζήτησε από την τσαρίνα Αικατερίνα Β΄ και την Ιερά Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας να σταλούν κανονικοί ιεραπόστολοι, τη συντήρηση των οποίων θα αναλάμβανε ο ίδιος και οι συνεταίροι του.


Στις 24 Σεπτεμβρίου 1794 το πλοίο ανεφοδιασμού των ρωσικών εμπορικών αποστολών αποβίβασε στο νησί Κόντιακ την πρώτη ιεραποστολική ομάδα, ύστερα από ταξίδι που κράτησε περισσότερες από σαράντα ημέρες. Η ομάδα αποτελούνταν από 4 ιερομονάχους, 2 ιεροδιακόνους και 2 μοναχούς των φημισμένων μονών Βαλαάμ –πνευματικός πατέρας της οποίας ήταν ο μεγάλος Ρώσος στάρετς άγιος Ναζάριος– και Κόνιεφ (της λίμνης Λαντόγκα), με επικεφαλής τον αρχιμανδρίτη Ιωάσαφ Μπολότωφ. Τα ονόματά τους ήσαν Ιωάσαφ, Ιουβενάλιος, Αθανάσιος, Μακάριος, Νεκτάριος, Στέφανος, Γερμανός και Ιωάσαφ.


Παρά τις φοβερές δυσκολίες, αλλά και τα εμπόδια που έθετε στο δρόμο τους η αποικιοκρατική συμπεριφορά των περισσότερων Ρώσων εμπόρων, οι άξιοι αυτοί ιεραπόστολοι, με τη βοήθεια του Θεού, κατόρθωσαν να θεμελιώσουν την ορθόδοξη Εκκλησία στην παγωμένη Μεγάλη Χώρα. Έτσι άρχισε μια πραγματική εποποιία. Οι ορθόδοξοι ιεραπόστολοι, κακοπαθούντες, χλευαζόμενοι και εγκαταλειπόμενοι, αναδείχθηκαν οι μοναδικοί φίλοι και υπερασπιστές των ιθαγενών. Στα πρόσωπά τους, η ορθοδοξία εμφανίστηκε ως γνήσια Εκκλησία, σταυρωμένη αλλά δυνατή, απηλλαγμένη από τα πάθη των δυτικών ιεραποστόλων, που εμφάνισαν στην Αμερική έναν χριστιανισμό σύμμαχο και συνεταίρο κρατικών και οικονομικών συμφερόντων συνοψισμένο στα περίφημα «3Μ» (Missionary = ιεραπόστολος, Military = στρατιωτικός, Merchant = έμπορος).


Τον Ιούλιο του 1796 η Ρωσική Ιερά Σύνοδος ανακήρυξε την Αλάσκα σε υποεπισκοπή του Ιρκούτσκ της Σιβηρίας με πρώτο επίσκοπο τον αρχιμανδρίτη Ιωάσαφ. Δυστυχώς, το πλοίο «Φοίνιξ», που μετέφερε τον επίσκοπο και τη συνοδεία του για την ανάληψη των καθηκόντων τους, ναυάγησε και ο επίσκοπος Ιωάσαφ πνίγηκε, μαζί με τους συνοδούς του Μακάριο και Στέφανο. Από τους ιεραποστόλους του πρώτου κλιμακίου, ο π. Αθανάσιος και ο π. Νεκτάριος επέστρεψαν στη Ρωσία και στην παγωμένη γη απέμειναν οι ιερομόναχοι Ιουβενάλιος και Μακάριος και ο μοναχός Γερμανός. Ο π. Μακάριος εγκαταστάθηκε στη μεγαλύτερη από τις Αλεούτιες Νήσιους, την Ουναλάσκα, όπου έχτισε ναό, βάπτισε 2.500 ιθαγενείς και τέλεσε 536 γάμους.



Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ



Ο ταπεινός άγιος μοναχός Γερμανός (1756-1836), μένοντας μόνος από την ιεραποστολική ομάδα και βρίσκοντας ενάντιά του τον Μπαρανώφ, το σκληρό νέο διευθυντή της Ρωσοαμερικανικής Εταιρείας (τη «μαύρη σελίδα» της ιστορίας της Εκκλησίας της Αλάσκας), αποσύρθηκε για να μονάσει στο μικρό μοναχικό νησάκι Ελόβυγ (=νησί των ελάτων), που το μετονόμασε σε Νέο Βαλαάμ. Εκεί άσκησε τη νοερά προσευχή κατά την ορθόδοξη παράδοση και, με την ίδια την ταπεινή και οσιακή παρουσία του, έγινε ο μεγάλος πνευματικός πατέρας των Αλεούτων.


Μεγάλος ασκητής, σκληρός με τον εαυτό του και επιεικής με τους άλλους, γεμάτος αγάπη για το Θεό και όλα τα πλάσματά Του, έζησε στο νησί του προστατεύοντας όπως μπορούσε τους φτωχούς ιθαγενείς, φροντίζοντας τα ορφανά (δημιούργησε ένα μικρό ορφανοτροφείο) και μεταδίδοντας όχι μόνο το ευαγγελικό μήνυμα αλλά και τη χάρη του Θεού, που ξεχείλιζε από μέσα του σαν καταρράκτης. Θαυματουργός και διορατικός, αξιώθηκε σε πλούσια οράματα και έζησε με τη συντροφιά των αγγέλων. Μεσολαβώντας υπέρ των ιθαγενών κατόρθωσε να κερδίσει την εκτίμηση του διαδόχου του Μπαρανώφ, του Ιανόφσκυ, που έγινε πνευματικός μαθητής του και τελικά μοναχός.


Μετά από μια συγκινητική και αγία ζωή, κοιμήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1836 και το σώμα του παρέμεινε άφθαρτο για τουλάχιστον ένα μήνα, περιμένοντας να επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες τη μετάβαση ιερέα στο νησί για τη χριστιανική ταφή του. Η μνήμη του εορτάζεται την ημέρα της κοίμησής του, αλλά και στις 9 Αυγούστου (ημέρα της επίσημης αγιοκατάταξής του το 1970) και στις 13 Δεκεμβρίου.


Προς τιμήν του ιδρύθηκε πριν από λίγες δεκαετίες η Αδελφότητα του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας στην Πλάτινα της Καλιφόρνιας (από τους π. Σεραφείμ Ρόουζ & π. Γερμανό Ποντμοσένσκυ), που αποτελεί φωτεινό φάρο της ορθοδοξίας στην αμερικάνική ήπειρο. Από την Αδελφότητα ερευνήθηκε και τελικά εκδόθηκε ο συγκλονιστικός βίος του αγίου Γερμανού. Βλ. την ελληνική έκδοση Ο άγιος Γερμανός της Αλάσκας, μετάφραση-επιμέλεια Πέτρου Μπότση, σειρά «Φιλοκαλία των Ρώσων νηπτικών», Αθήνα 1995. *Εκ του ιστολογίου «Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας (ΙΙ)» της 12.12.2010. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


▲ ▼
Print Friendly and PDF