«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 20 Μαΐου 2025
Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024
ΓΙΝΕΣΑΙ ΤΟΥΡΚΟΣ ΔΙΑΚΟ ΜΟΥ, ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ;
«Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις, να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις;».
Ο Διάκος ως γνωστό του απάντησε:
«Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν’ αποθάνω».
................
Ε, σήμερα, ξέρετε τι θα του λέγαμε εμείς. Κάτσε, Ομέρ, να το κουβεντιάσουμε.
Αν δεν κουβεντιάσουμε πώς θα βρούμε χρυσή τομή και κοινό έδαφος!
Να κτίσουμε καλό κλίμα…
Εντάξει, δεν μας τα λένε όπως τα έλεγαν τότε, αλλά το νόημα είναι το ίδιο, μόνο οι αυταπτες μας άλλαξαν.
Τους ακούς και έρχεται αυτόματα στο μυαλό εκείνο του Αθανάσιου Διάκου, κατά το παραδοσιακό άσμα, που απάντησε στον Ομέρ Βρυώνη: «Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας μουρτάτες να χαθείτε». Του πρότεινε, λέει, για να μην τον σουβλίσει, να γίνει Τούρκος «την πίστη σου να αλλάξεις».
του Άριστου Μιχαηλίδη
Δεν έχουμε ασφαλώς εμείς τέτοια κότσια, από πού ως πού, ούτε πολέμους θέλουμε, ούτε ηρωισμούς. Καλά την έχουμε στις ήσυχες ζωούλες μας με το πληκτρολόγιο μπροστά μας να πυροβολούμε με ασφάλεια. Για όλους το λέω, ε, μην βγάζεις κι εσύ αναγνώστη την ουρά σου απ΄ έξω.
Όμως, όταν ακούμε σήμερα τι προτείνουν οι Τούρκοι, τουλάχιστον μερικοί από εμάς, μπορούν ακόμα να αντιλαμβάνονται πως επί της ουσίας δεν έχουν διαφορά από εκείνα που έλεγε ο Ομέρ Βρυώνης πριν 200 χρόνια. «Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις, να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις;». Ο Διάκος ως γνωστό του απάντησε: «Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε! Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν’ αποθάνω».
Ε, σήμερα, ξέρετε τι θα του λέγαμε εμείς. Κάτσε, Ομέρ, να το κουβεντιάσουμε. Αν δεν κουβεντιάσουμε πώς θα βρούμε χρυσή τομή και κοινό έδαφος! Να κτίσουμε καλό κλίμα…Εντάξει, δεν μας τα λένε όπως τα έλεγαν τότε, αλλά το νόημα είναι το ίδιο, μόνο οι αυταπάτες μας άλλαξαν. Διάβαζα χτες, για παράδειγμα, τις δηλώσεις ενός σπουδαίου παράγοντα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, του Εργκιούν Ολγκούν, πρώην διαπραγματευτή, ο οποίος αφού έλεγε τα γνωστά για τα δύο κράτη ως μόνη λύση, εξηγούσε ότι το κλειδί της λύσης είναι η ενεργειακή διασύνδεση.
«Η ενεργειακή διασύνδεση μεταξύ Τουρκίας – Κύπρου αποτελεί το κλειδί για την πολιτική λύση στην Κύπρο», έλεγε. «Το διασυνδεδεμένο ενεργειακό δίκτυο που θα υλοποιηθεί από κοινού από την Τουρκία, τη βόρεια και τη νότια Κύπρο και την ΕΕ θα προσφέρει πολλά πολιτικά και οικονομικά οφέλη» και «θα ανοίξει τον δρόμο για μια πολιτική λύση». Αλλά, πώς θα γίνει αυτό ενώ έχουμε κατοχή; Αν λυθεί πρώτα το πρόβλημα της κατοχής (και δεν πειράζει που το λένε «πολιτικό πρόβλημα»), όλα τα άλλα θα είναι πολύ απλά. Και θα βασίζονται μόνο στα συμφέροντα των κρατών. Όπως συμβαίνει σε όλες τις ειρηνικές γειτονιές του πλανήτη και με όλες τις λογικές ηγεσίες.
Δηλαδή, εκεί που τους λέμε ότι το πρόβλημα μας είναι η ανασφάλεια που μας δημιουργεί ο ρόλος της Τουρκίας στην Κύπρο, ο έλεγχος που θέλει να έχει σε όλη τη χώρα μας, μας ζητούν να της δώσουμε πρώτα τον έλεγχο του πιο μεγάλου μας προβλήματος (μετά την κατοχή), που είναι η ενέργεια. Κι αν διασυνδεθούμε ενεργειακά με την Τουρκία τότε θα ανοίξει ο δρόμος για πολιτική λύση.
Η οποία ποια θα είναι αφού θα ριζώσουμε τον ρόλο της Τουρκίας πάνω στα κεφάλια μας; Θα μας απαλλάξει από την παρουσία της όταν θα έχουμε δεχθεί να δεθούμε μαζί της όσο πιο σφικτά γίνεται; Πρώτα με την ενέργεια και μετά με το νερό. Και μετά με τους αγωγούς φυσικού αερίου. Και μετά με τις συμφωνίες για να γίνονται αυτόματα Κύπριοι υπήκοοι οι Τούρκοι υπήκοοι. Όσοι ήρθαν και όσοι θα έρθουν στο μέλλον.
«Το έργο αυτό θα είναι μια κίνηση που θα συνδέει την Τουρκία, την ΕΕ, τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους», λέει ο Ολγκούν. Ήδη, όμως, η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι έχουν συνδεθεί, έχουν δεθεί. Οι Ελληνοκύπριο τι ρόλο θα παίξουν στην πραγματικότητα; Θα βάλουν πλάτες για να συνδεθεί η Τουρκία με την ΕΕ. Ας το κάνουν κι αυτό. Αλλά, μετά από αυτή τη σύνδεση και όσες άλλες προτείνουν κατά καιρούς οι Τ/κ και η Άγκυρα (πολλές τις δέχθηκε η ηγεσία μας), οι Ελληνοκύπριοι οι οποίοι θα είναι η μειονότητα στην εξίσωση (η Τουρκία έχει πληθυσμό 85 εκατομμύρια –απλώς το θυμίζω), δεν θα είναι υπόδουλοι με την παλιά έννοια, θα είναι εξαρτημένα υποχείρια.
Όχι, δεν είναι το ίδιο με αυτό που έλεγε στον Διάκο ο Ομέρ Βρυώνης. Είναι χειρότερο. Διότι, έχουμε πια πολλούς Ελληνοκύπριους που σκέφτονται σαν Τούρκοι και θέλουν να δέσουν την Κύπρο με την Τουρκία. *Εκ του ιστολογίου «ardin-rixi.gr» της 22.11.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024
Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΝΙΚΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΠΟΔΟΜΗΤΕΣ
Ο λαός μας σέβεται την εθνική ταυτότητα και δεν πέφτει εύκολα θύμα των διαφόρων αποδομητικών τάσεων. Χιλιάδες τόννοι μελανιού έχουν χυθεί για να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της Επαναστάσεως του 1821 και για να αμφισβητηθεί το Κρυφό Σχολειό, αλλά οι Έλληνες, στη μεγάλη πλειοψηφία μας, δεν δεχόμασε αμάσητες τις διάφορες προπαγάνδες. Αυτό τουλάχιστον καταδεικνύει η έρευνα Κοινής Γνώμης για την Επανάσταση του 1821, την οποία διενήργησε το Κέντρο Φιλελευθέρων Μελετών σε συνεργασία με την εταιρία δημοσκοπήσεων Marc.
του Κων/νου Χολέβα
Η έρευνα, η οποία παρουσιάσθηκε στις 8.7.2020, καταγράφει την πεποίθηση του 90,4% των ερωτηθέντων ότι η Επανάσταση ήταν πρωτίστως εθνική. Υπάρχουν απαντήσεις γύρω στο 50% για τον κοινωνικό, φιλελεύθερο ή θρησκευτικό χαρακτήρα του 1821. Θεωρώ ευχάριστη έκπληξη το μεγάλο ποσοστό της σωστής απάντησης.
Όλα τα κείμενα των πρωταγωνιστών και οι Διακηρύξεις των Εθνικών Συνελεύσεων μιλούν για μία εξέγερση Ελλήνων Ορθοδόξων εναντίον ενός αφόρητου ζυγού από δύναμη αλλοεθνή και αλλόθρησκη. Έχει σημασία η αφύπνιση των Ελλήνων, διότι επί δεκαετίες κατεβλήθη εργώδης προσπάθεια από τη μαρξιστική προπαγάνδα να τονισθεί ο ταξικός- δήθεν- χαρακτήρας της επαναστάσεως.
Από τις άλλες απαντήσεις της έρευνας κρατώ τη μεγάλη δημοτικότητα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, καθώς και την πολύ χαμηλή δημοτικότητα του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, οπαδού της πλήρους υποταγής στη Μεγάλη Βρετανία. Τον Μαυροκορδάτο προβάλλουν ως πρότυπο πολιτικού ορισμένοι από τους σύγχρονους μελετητές του 1821. Ευτυχώς οι Έλληνες προτιμούμε τον απροσκύνητο, ευφυή αλλά και συνειδητά πιστό Χριστιανό Θ. Κολοκοτρώνη.
Το Κρυφό Σχολειό ήταν υπαρκτό, υποστηρίζει το 71,7 % των ερωτηθέντων. Και βέβαια ήταν υπαρκτό, διότι μέχρι το 1650 δεν ήταν καθόλου εύκολο να λειτουργήσουν ελεύθερα σχολεία για τους υποδούλους. Αλλά και αργότερα η αυθαιρεσία του κατακτητή τα άνοιγε και τα έκλεινε χωρίς να δίνει λόγο. Οι αμφισβητίες του Κρυφού Σχολειού εξυπηρετούν δύο στόχους:
Πρώτον, να υπονομευθεί ο πατριωτικός ρόλος του Ορθοδόξου Κλήρου και δεύτερον να εξωραϊσθεί η Τουρκοκρατία ως μία περίοδος «αρμονικής συνυπάρξεως εθνοτήτων». Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έχουν παρουσιασθεί σοβαρά και ακλόνητα στοιχεία για το πώς και πότε λειτούργησε η κρυφή παιδεία των Ελλήνων.
Η Εκκλησία διαδραμάτισε σημαντικό και θετικό ρόλο κατά την Επανάσταση, απαντά το 72, 1 % των ερωτηθέντων. Παρά τις επιθέσεις και τα ανιστόρητα επιχειρήματα, που ακούγονται κατά καιρούς, περισσότεροι από τους 7 στους 10 Έλληνες αναγνωρίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως παράγοντα αγωνιστικότητος και ως πνευματικό καθοδηγητή του Έθνους σε δύσκολες στιγμές.
Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν τη θετική επίδραση των τεκμηριωμένων βιβλίων και των υποστηρικτών της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Πιστοποιούν επίσης την αποτυχία των αποδομητών. Μία πρόβλεψη: Τώρα κάποιοι θα αρχίσουν να συκοφαντούν τον Κολοκοτρώνη! *Άρθρο στην «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» της 12.7.2020. *Εκ του ιστολογίου «kryfosxoleio.com» της 28.7.2020. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024
ΜΝΗΜΗ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΣΙΦΑ (28.10.2018)
Το μαρτυρολόγιο είναι μια ψυχωφελής διήγηση, που δεν αφίσταται της πραγματικότητας, και η οποία ανέκαθεν ενθάρρυνε και εμψύχωνε τον υπόδουλο ελληνικό λαό. Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας γεννήθηκε την 3η Σεπτεμβρίου του 1983 μ.Χ. στο χωριό Βουλιαράτες της βορείου Ηπείρου από ευσεβείς γονείς, τον Ιωάννη και τη Βασιλική, οι οποίοι τον ανέθρεψαν με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως. Η Δερόπολη, στην οποία ανήκε το χωρίο αυτό, ήταν το πνευματικό κέντρο των Ελλήνων της βορείου Ηπείρου, που αγωνίζονταν σκληρά και καθημερινά για να διατηρήσουν την πίστη τους στον Χριστό, την ελληνική τους γλώσσα και συνείδηση.
Τα χρόνια όμως εκείνα στην Αλβανία, η οποία κατείχε τις περιοχές αυτές της Ηπείρου, ήταν πολύ δύσκολα. Επικρατούσε φτώχεια και ανελευθερία. Εκκλησίες γκρεμίζονταν και χριστιανοί διώκονταν και βασανίζονταν. Σε ηλικία επτά ετών, ο Κωνσταντίνος με τους γονείς του μετακινήθηκαν νοτιότερα στην ελεύθερη Ελλάδα, προκειμένου να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους ελεύθερα και εν νουθεσία Κυρίου.
Ο Κωνσταντίνος μεγάλωσε αλλά δεν ξέχασε ποτέ τον τόπο καταγωγής του, τον οποίο επισκεπτόταν συχνά, βοηθώντας και εμψυχώνοντας τους συγχωριανούς του. Ήταν το παλικάρι του χωριού. Οικοδόμος στο επάγγελμα, καταπιανόταν επιτυχώς με πολλές τεχνικές εργασίες. Όσο μεγάλωνε, τόσο συχνότερα επισκεπτόταν τους Βουλιαράτες, αλλά και στην Ελλάδα ήταν παρών σε κάθε εθνικό προσκλητήριο. Ήταν φιλότιμος, φίλεργος, φιλάδελφος και πάντα πρόθυμος να δώσει χείρα βοηθείας στον πλησίον του.
Το θαυμαστό ξυλόγλυπτο τέμπλο του Αγίου Αθανασίου στους Βουλιαράτες εκείνος το είχε επισκευάσει μετά από τις ζημιές που είχε υποστεί από ασεβείς. Σημαιοστόλιζε το χωριό του και γιόρταζε με την ψυχή του τις εθνικές επετείους, αλλά δεν παρέλειπε ποτέ να μελετά τους Πατέρες, την Παράδοση και τη Θεολογία της Εκκλησίας. Προσευχόταν θερμά νύχτα μέρα. Συχνά πεζοπορούσε μέχρι το ερειπωμένο Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου λίγα χιλιόμετρα πάνω από το χωριό του, όπου αγρυπνούσε προσευχόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο, δίνοντας λατρευτική ζωή και θεία λάμψη σ’ έναν έρημο τόπο.
Ο Κωνσταντής είχε πια φτάσει τα 35 έτη. Η παρουσία του όμως στα χωριά της βορείου Ηπείρου και κυρίως η δράση του υπέρ των θρησκευτικών και εθνικών δικαιωμάτων των συγχωριανών του ενόχλησε τον κυβερνήτη της Αλβανίας, Έντι Ράμα, ο οποίος δεν φημιζόταν για την αγάπη του στους χριστιανούς και στους Έλληνες. Έτσι, ένα πρωινό της 28ης Οκτωβρίου του 2018 μ.Χ., ημέρα εθνικής επετείου και με αφορμή τον σημαιοστολισμό του παρακείμενου ελληνικού στρατιωτικού κοιμητηρίου από τον ίδιο τον Κωνσταντή, ο Έντι Ράμα έστειλε μια ειδική και πάνοπλη ομάδα πραιτωριανών, η οποία τον κατεδίωξε στους γύρω λόφους και τελικώς τον σκότωσε.
Λέγεται ότι οι πρώτοι Αλβανοί αστυνομικοί, που έλαβαν εντολή να τον θανατώσουν πριν έρθει η ειδική μονάδα, δίστασαν να αφαιρέσουν τη ζωή από τον άκακο αυτό άνθρωπο του Θεού. Ο Κωνσταντίνος, με την γενναιότητα που τον διέκρινε καθ’ όλο τον βίο του, δεν κρύφτηκε, περίμενε τους διώκτες του σ’ έναν βράχο, κι όταν πλησίασαν, άνοιξε τα χέρια του διάπλατα σχηματίζοντας με το σώμα του το σχήμα του ζωοποιού Σταυρού, φώναξε «ζήτω η Ελλάδα» και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο, λαμβάνοντας την ίδια στιγμή τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.
Οι Αλβανοί κατόπιν πήραν το σώμα του Κωνσταντίνου και δεν το παρέδιδαν, όπως συχνά συνέβαινε και τότε επί οθωμανοκρατίας. Μετά από αγώνες και προσευχές, το τίμιο σώμα του Κωνσταντίνου επεστράφη στην οικογένειά του για να τελεστεί θεοπρεπώς η εξόδιος ακολουθία και η ταφή του την 8η Νοεμβρίου 2018 μ.Χ., ανήμερα των Αγίων Ταξιαρχών. Πλήθος συγκινημένων χριστιανών από όλο τον ελληνικό κόσμο παρευρέθη στους Βουλιαράτες εκείνη την ημέρα. Πολλοί απ’ αυτούς κατεδιώχθησαν επίσης από τις κρατικές αλβανικές αρχές, περνώντας τη νύχτα τους στα κρατητήρια.
Ο λαός μας τιμά την μνήμη του Κωνσταντίνου Κατσίφα από τους Βουλιαράτες την 28η Οκτωβρίου. Η διήγηση αυτή εν είδει συναξαριστή μπορεί να αποκτήσει και συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν είναι και λίγο να μεγαλώνει ο κατάλογος των νεομαρτύρων και εθνομαρτύρων μας. Είναι ευλογία, που πηγάζει απ’ την ορθοδοξία, και γεννά αισιοδοξία. Η ακλόνητη πίστη ορισμένων να αγωνισθούν και να θυσιασθούν χάριν των ιδανικών τους προκαλεί βαθύτατη εντύπωση σε μια εποχή, που νομίζει πως έχει ξεπεράσει τη θυσία και την αυταπάρνηση ως τρόπο ζωής.
Δεν είναι όμως και παράλογο. Διότι, αν δει κανείς τριγύρω του ψύχραιμα και χωρίς προκαταλήψεις, θα διαπιστώσει πως δεν εκλείπουν ούτε στην εποχή μας οι δοκιμασίες, η καταπίεση και οι διώξεις.
Στάθης Κεφαλούρος
Χιμάρα
*Εκ του ιστολογίου «Χιμάρα» της 28.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΤΟ ΟΞΥΜΩΡΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΛΑΣΕΩΣ
Σᾶς γράφω ἀπό Θεσσαλονίκη. Καί ἔχω νά σᾶς μεταφέρω ἐνδιαφέρουσες εἰκόνες. Καθώς τό τριήμερο πού ἡ πόλη ἑορτάζει ταυτόχρονα τόν πολιοῦχο της Ἅγιο Δημήτριο, τήν ἀπελευθέρωσή της ἀπό τούς Ὀθωμανούς τό 1912 καί τήν 28η Ὀκτωβρίου συνυπῆρχε διαρκῶς τό ὀξύμωρο. Ἡ Ἱστορία δίπλα στήν συγκυρία.
του Μανώλη Κοττάκη
–Ἀπό τήν μία οἱ χιλιάδες προσκυνητές στά λείψανα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τά ὁποῖα ἐπέστρεψαν στήν πόλη τό 1978 ἀπό τήν Ἰταλία ἐπί μητροπολίτου Παντελεήμονος τοῦ δεύτερου. Τότε πού βρέθηκαν στό ἀββαεῖο τοῦ Σάν Λορέντζο. Καί ἀπό τήν ἄλλη, λίγα χιλιόμετρα πιό κάτω ἀπό τόν Ἅγιο Δημήτριο, ἐκεῖ πού γεννήθηκε ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ, στό χῶρο τοῦ τουρκικοῦ Προξενείου πού ἔγινε ἡ μεγάλη προβοκάτσια τοῦ Ὀκτάι Ἐγκίν τό 1955 (ἔδωσε τήν ἀφορμή γιά τό πογκρόμ εἰς βάρος τῆς ἑλληνικῆς μειονότητας τῆς Κωνσταντινουπόλεως), ἑκατοντάδες Τοῦρκοι ἐπισκέπτες νά περιμένουν ὑπομονετικά γιά νά δοῦν τόν χῶρο πού γεννήθηκε ὁ ἱδρυτής τοῦ τουρκικοῦ κράτους.
–Ἀπό τή μία οἱ Ἔφεδροι, πού ξεκίνησαν πεζοί ἀπό τό χωριό «Γέφυρα» γιά νά ἀναπαραστήσουν, πορευόμενοι ἐπί 25 χιλιόμετρα μέχρι τόν Λευκό Πύργο, τήν εἴσοδο τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στήν πόλη τοῦ 1912 (σέ αὐτό τό χωριό παρέδωσε εἰρηνικά τήν Θεσσαλονίκη στούς στρατηγούς μας ὁ Ταχσήν Πασᾶς), καί ἀπό τήν ἄλλη, στόν ἴδιο χῶρο, ἑκατοντάδες ἀμέριμνοι Τοῦρκοι ἐπισκέπτες καθιστοί στά παγκάκια, οἱ ὁποῖοι προφανῶς δέν γνώριζαν γιατί αὐτοί οἱ ἄνδρες ψάλλουν τόν ἐθνικό ὕμνο!
–Ἀπό τή μία ἡ ἐπίδειξη δύναμης τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων στήν καλύτερη παρέλαση πού εἴδαμε ποτέ τά τελευταῖα χρόνια, ἡ ὁποία εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά εἶναι γεμάτη ἀπό κόσμο ὅλη ἡ παραλιακή λεωφόρος Νίκης μέχρι τήν Νέα Παραλία καί τό «Μακεδονία Παλλάς» (τό πλῆθος μέ τήν ἔκτασή του θύμιζε τίς ἀλησμόνητες πολιτικές συγκεντρώσεις τῆς δεκαετίας τοῦ 1990), κόσμο πού φωτογράφιζε τά ἀεροπλάνα καί τά ἑλικόπτερα τῆς Πολεμικῆς μας Ἀεροπορίας, καί ἀπό τήν ἄλλη, μεταξύ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πολλοί Βούλγαροι καί Σκοπιανοί, πού μᾶλλον ἀγνοοῦσαν τί ἀκριβῶς συνέβαινε στήν παρέλαση πού ἦταν σέ ἐξέλιξη λίγα μέτρα πιό κάτω, στό «Μακεδονία Παλλάς».
Πού, στήν οὐσία, δέν ἐπρόκειτο γιά παρέλαση, ἀλλά γιά τήν σύναξη τοῦ Ἔθνους: Μακεδονομάχοι μέ τίς στολές τους, Σύλλογοι πού φέρουν τό ὄνομα τοῦ Παύλου Μελᾶ, Σύλλογοι πού φέρουν τό ὄνομα τοῦ ἥρωα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Ἐμμανουήλ Παππᾶ, ὁποῖος θυσίασε ὅλη τήν οἰκογένεια γιά τό ἔθνος, τό «Μακεδονία ξακουστή» στά χείλη ὅλων καί στή διαπασῶν, ἄνδρες μέ τή στολή τῶν ὑπολοχαγῶν τοῦ 1904, Πόντιοι μέ τό σύνθημα «Πόντος, Ἑλλάς, Μακεδονία», Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Ἠπειρῶτες, Κρῆτες, Ρουμελιῶτες, Θρακιῶτες, Κωνσταντινουπολίτες. Τό ὅλον Ἔθνος πανηγύριζε τά ἑλληνικά χώματα. Τήν ἀνάκτηση προαιώνιων ἑλληνικῶν ἐδαφῶν.
Ὀξύμωρο νά παρελαύνει τό Ἔθνος μπροστά σέ Βούλγαρους, Τούρκους καί Σκοπιανούς, οἱ ὁποῖοι ἐπισκέφθηκαν τό τριήμερο τήν σύγχρονη μητροπολιτική πρωτεύουσα τῶν Βαλκανίων. Μιά πόλη πού ἀποπνέει πλέον δυναμισμό καί στέκεται στά πόδια μόνη της. Εὔλογο μετά ταῦτα τό ἐρώτημα: Εἶναι ἡ Ἱστορία φυλακή; Μᾶς ἐμποδίζει σέ κάτι; Θά πρέπει νά τήν διαγράψουμε γιά τά εὐρώ τοῦ τουριστικοῦ συναλλάγματος; Μποροῦν νά συνυπάρξουν ὅλα μαζί; Ἤ μήπως πρέπει νά χαμηλώσουμε τούς τόνους καί νά ὑποστείλουμε τίς σημαῖες τῆς Ἱστορίας χάριν τῆς αὐξήσεως τοῦ… ΑΕΠ ;
Τήν ἀπάντηση τήν ξέρετε καί εἶναι βεβαίως «Ὄχι». «Ὄχι» τοῦ ἴδιου ἀναστήματος μέ αὐτό πού εἶπε ὁ Μεταξᾶς στούς Ἰταλούς. Προφανῶς καί οἱ λαοί δέν θέλουν τόν πόλεμο. Προφανῶς καί οἱ λαοί θέλουν τήν εἰρήνη.
Προφανῶς καί τήν θέλουν τόσο πολύ πού καμμιά φορά μετατρέπουν τίς ἱστορικές ἐπετείους σέ εὐκαιρία γιά ἀπόδραση, τριήμερο καί ἀναψυχή.
Δεκάδες Ἰσραηλινοί ἑόρτασαν τήν ἐπέτειο τοῦ Γιόμ Κιπούρ πρίν ἀπό μερικές μέρες στό Μικρό καί στό Μεγάλο Πάπιγκο. Δεκάδες Τοῦρκοι ἀποφεύγουν τήν νηστεία τοῦ Ραμαζανιοῦ καί τοῦ Μπαϊραμιοῦ μέ ἀποδράσεις στήν Ἀλεξανδρούπολη καί τήν Θεσσαλονίκη, τά τζαμιά τῶν ὁποίων ἐπισκέπτονται. Δεκάδες Ἕλληνες ἑόρτασαν τήν 28η Ὀκτωβρίου στό Παρίσι καί τήν Ρώμη.
Ὁ ἐπεκτατισμός καί ὁ ἀναθεωρητισμός ὅμως ἀγνοεῖ πολλές φορές τίς ἐπιθυμίες τῶν λαῶν. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά προστατεύουμε τήν Ἱστορία μας. Τήν μνήμη μας. Καί ἄς φαίνεται τώρα ἀχρείαστη μπροστά στήν ἀνάπτυξη. Γιά νά θυμόμαστε ἀπό ποῦ ἐρχόμαστε. Γιά νά μήν ἀτονοῦν τά ἐθνικά ἀνακλαστικά. Γιά νά λέμε αὐτό πού εἶπε ὁ πιλότος δανειζόμενος τούς στίχους τοῦ Κωστή Παλαμᾶ: «γιά αὐτούς πού πέρασαν, γιά αὐτούς πού θά ἔρθουν». Συμπληρώνοντάς το μέ τό «κριτές μας οἱ ἀγέννητοι καί οἱ νεκροί». Γιά νά μήν εἴμαστε χαλαροί, γιά νά ἔχουμε φρόνημα καί νά μήν πιαστοῦμε στόν ὕπνο, ἄν -βάσκανος μοῖρα- ἔρθει ἡ στιγμή. Ἡ Ἱστορία δέν ἀνταλλάσσεται μέ εὐρώ. Οὔτε τό φρόνημα. Τά εὐρώ προστίθενται στούς ἐτήσιους ἐθνικούς λογαριασμούς, πού ἄλλοτε πᾶνε καλά κι ἄλλοτε ὄχι. Ἡ Ἱστορία τοκίζεται ὡς ἐθνικό κεφάλαιο στήν συνείδηση τῶν πολιτῶν. Δέν εἶναι ἄσκοπη ἡ ἐπένδυση σέ αὐτήν λοιπόν, ἀλλά ἐπιβεβλημένη!
Καί κάτι τελευταῖο. Δέν μπορεῖς νά τεμαχίσεις τήν Ἱστορία καί νά τήν ξεχωρίσεις ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἐθνική ταυτότητα. Ὁ Ἅγιος Δημήτριος, προερχόμενος ἀπό ἀριστοκρατική οἰκογένεια τῆς πόλεως, ὑπῆρξε καί ὁ Ἅγιός της καί ὁ προστάτης της καί ὁ ἀπελευθερωτής της. Καθώς ἡ ἀπελευθέρωση τῆς πόλεως τό 1912 συνέπεσε μέ τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του! *Εκ της ηλεκτρονικής «ΕΣΤΙΑΣ» της 30.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024
ΚΑΙ ΑΝ ΛΕΓΑΜΕ «ΝΑΙ» ΤΟ 1940;
Συζητώντας για το ΄Επος του ’40, φίλος έθεσε καλόπιστα το ερώτημα: «Και γιατί άραγε να αντισταθούμε στους Ιταλούς και (αργότερα) στους Γερμανούς; Τι κέρδισε ο ελληνικός λαός; Χάθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές, χώρια οι υλικές καταστροφές και η κατάρρευση της οικονομίας. Τι θα μας πείραζε αν αφήναμε τους Ιταλούς να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της χώρας, όπως μας ζήτησε με το τελεσίγραφό του ο Μουσολίνι;».
Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα δόθηκε από τον Πρωθυπουργό της Χώρας, τον Ιωάννη Μεταξά, στις 30 Οκτωβρίου στη συνομιλία που είχε με τους εκδότες και διευθυντές των αθηναϊκών εφημερίδων. Εκεί, ο δικτάτορας παραθέτει το σκεπτικό του και παρουσιάζει την πολιτική του έναντι της ιταλικής απειλής. Αναφέρει ότι είχε καταβάλει κάθε προσπάθεια για να αποφύγει τον πόλεμο, με τρόπο που δεν θα αντιστρατευόταν τα εθνικά συμφέροντα. Συνειδητοποιεί, όμως, ότι η Νέα Τάξη του Χίτλερ επιφυλάσσει δεινά στη χώρα.
«Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πως καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τον τόπον από αυτόν έστω και διά παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικότερα συμφέροντα του Εθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Αξονος μού εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την «Νέαν Τάξιν». […]
Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς διά την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως «ασήμαντοι» εμπρός εις τα «οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα» τα οποία θα είχεν διά την Ελλάδα η Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν».
Ποιες ήταν οι «θυσίες» που ζητούσε ο Άξονας; «…μας εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς (Αλεξανδρούπολη) Δηλαδή θα έπρεπε διά να αποφύγωμεν τον πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… (!) με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον.».
Παρά, λοιπόν, τα όσα λέγονται για την δήθεν ηττοπάθεια του Μεταξά, ο Έλληνας πρωθυπουργός, διδαγμένος από τα δεινά του Εθνικού Διχασμού, «διαβάζει» άριστα την πραγματικότητα και παίρνει τις σωστές αποφάσεις, ακολουθώντας, όπως λέει, όχι την πολιτική του Βασιλιά Κωνσταντίνου, αλλά την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Συντάσσεται με την Αγγλία πεπεισμένος ότι «αυτός ο πόλεμος είναι για την ελευθερία και τον πολιτισμό». Είναι εκπληκτική η πρόβλεψή του για την προσάρτηση της Δωδεκανήσου: «Ξέρω με βεβαιότητα, ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη.
Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα, ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος, αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον στας εφημερίδας, ανακοινωθέν από το Υπουργείον Εξωτερικών. Λοιπόν επιθυμώ να σας τονίσω τούτο: Εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας διά τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές…».
Συνεπώς το ΟΧΙ δεν ειπώθηκε εν θερμώ. Ήταν καταστάλαγμα μιας ώριμης θεώρησης των πραγμάτων, σύμφωνο με την ιστορία και τις παραδόσεις του Έθνους μας. Ο Μεταξάς είναι σαφής προς τους δημοσιογράφους: «Μη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μη φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. ΄Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνη διά να τον αποφύγωμε. Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι’ όλων των μέσων».
Όλα όσα αναφέρθηκαν, δίνουν μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα «γιατί να αντισταθούμε;». Πέρα όμως από τη ρεαλιστική ανάγνωση της πραγματικότητας, με το ΟΧΙ που είπε ο Μεταξάς, εξέφρασε τη θέληση και την ψυχική διάθεση του Ελληνικού λαού (από τις ελάχιστες στιγμές στη νεότερη ιστορία μας που το πνεύμα της ηγεσίας ταίριαξε με το ήθος και την ψυχή αυτού του λαού). Αν σκύβαμε το κεφάλι στους Ιταλούς θα ’ταν σα να διαγράφαμε την ιστορία μας, τις θυσίες των προγόνων μας, την παράδοση των αγώνων για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Και πιστεύει κανείς πως μπορεί ένας λαός να επιβιώσει χωρίς ιστορική μνήμη, χωρίς συνείδηση ταυτότητας και αίσθηση χρέους; Μπορεί ένα έθνος να σταθεί ταπεινωμένο, ηθικά κατησχυμμένο και ψυχικά εξανδραποδισμένο;
Είναι ακριβώς, όπως λέει ο Νίκος Σβορώνος, «η ηθική ενότητα με τη γλώσσα, με τα ήθη και έθιμα, η συνείδηση της ταυτότητάς του που επέτρεψε σ’ αυτό τον λαό να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς οι οποίοι ήταν κατακτητές του». Τη διαχρονική συνέχεια αυτής της παράδοσης αποτύπωσε, λοιπόν, ο πόλεμος του 1940 και η Αντίσταση επί Κατοχής.
Όπως αναφέρει ο κορυφαίος ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι, οι Έλληνες «στον πόλεμο για την ανεξαρτησία τους και στα πρόσφατα κινήματα Αντίστασης κατά των ξένων εισβολέων πραγματοποίησαν πράξεις ηρωισμού τόσο υψηλές, όσο τα κατορθώματα των προγόνων τους στον Μαραθώνα και στις Θερμοπύλες».
Οι Κατσιμήτρος, Δαβάκης, Φριζής και Αλεξ. Διάκος, οι Κασλάς, Κωστάκης και Δουράτσος, οι ανώνυμοι μαχητές της Πίνδου, του Ρούπελ και του Ελ Αλαμέιν, οι αντάρτες στα βουνά, οι θαλασσομάχοι και όσοι πάλεψαν στα αστικά κέντρα επί Κατοχής, όλοι τους δεν φάνηκαν κατώτεροι των Μαραθωνομάχων, των ηρώων του 1821, των Μακεδονομάχων και των ευζώνων του 1912-13.
Αυτός ο τόπος που μας έλαχε να ζούμε, είναι ποτισμένος με το αίμα χιλιάδων Ελλήνων πάλαι τε και επ’ εσχάτων. Αυτό το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα κανενός κατακτητή, καταπώς λέει ο Ελύτης. Δεν μπορούσαν, λοιπόν, οι Έλληνες του ’40 να φανούν επιλήσμονες του χρέους και να σκύψουν το κεφά *Εκ του ιστολογίου «Αντίβαρο» της 5.10.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ
[Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης, ΟΜΗΡΟΣ, Ἰλιάς, Ραψωδία Μ ]
της Ἰωάννας Γ. Καραγκιούλογλου
ΕΛΛΗΝΕΣ. Τό Ἔθνος πού στόλισε τήν Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος μέ τίς πιό λαμπρές σελίδες. Τό Ἔθνος πού, μόλις πρίν ἀπό λίγες δεκαετίες ρίχτηκε στή μάχη τῆς Λευτεριᾶς καί νίκησε, ὅταν ὁλόκληρη ἡ πλούσια καί πολιτισμένη Εὐρώπη εἶχε χάσει τό ἠθικό της καί εἶχε σκλαβωθεῖ, ἐνῶ ἡ Ἀγγλία, γονατισμένη καί μόνη, ἀγκομαχοῦσε.
Εἴμαστε ἐκεῖνοι πού διαχρονικά διατηροῦμε τήν φλόγα πού πάντα μπαίνει ἐθελοντικά στήν ὑπηρεσία τῆς Ἰδέας. Τό φαινόμενο αὐτό παρουσιάζεται ἐδῶ καί χιλιάδες χρόνια. Καί μᾶς ὑποχρεώνει νά παραδεχθοῦμε ὅτι δέν εἶναι προϊόν τῆς τύχης. Ἀποτελεῖ τήν φυσιολογική κατάσταση τοῦ ξεχωριστοῦ φαινομένου πού ὀνομάζεται Ἑλληνισμός.
Θνῆσκε ὑπὲρ πατρίδος. Ἤ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς. Ἐν Τούτῳ Νίκα. Ἐλευθερία ἤ Θάνατος. Τὸ σύμβολο τῆς Δόξας καὶ τῆς Ὑπάρξεώς μας ἐγείρει τὰ πιὸ εὐγενῆ αἰσθήματα. Ἀνακαλεῖ τὶς πλέον ἱερὲς ἀναμνήσεις. Ὅπου κυματίζει, θάμβος καὶ ἀγαλλίαση. Σείονται οἱ τάφοι. Σκιρτοῦν τὰ ὀστᾶ τῶν Ἡρώων. Συνυφασμένη μὲ τὴν Ζωὴ καὶ τὸν Θάνατο, ἡ Γαλανόλευκη ἀγκαλιάζει ἀναρίθμητες ψυχὲς μαρτύρων. Ἀποκρυσταλλώνει τὴν Ἀθανασία.
Καὶ ὅμως. Ἐν ἔτει 2024, μέσα στήν γενική ἀποθάρρυνση, μέσα στήν μετριότητα τῆς ζωῆς καί τό ἄδοξο παρόν μας, βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ ἠρωϊκοῦ ΟΧΙ. Καλούμαστε νά τιμήσουμε ἕναν μεγάλο πόλεμο, μία πάλη γιγάντων. Τόν Ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων, πού μᾶς χάρισε τήν Ἐλευθερία. Τήν Ἐλευθερία πού ἐπιτρέπει σήμερα σέ προνομιούχους ἐπισήμους νά καταθέτουν ἕναν στέφανο καί μία λέξη γιά τον Ἔπος τοῦ 40, τότε πού ἡ δόξα τῶν λησμονημένων ἐποχῶν κατοικοῦσε ἀκόμα στήν Ἑλλάδα.
Ὅταν ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶχε πτοηθεῖ ἀπό τούς θριάμβους τοῦ Χίτλερ, ὅταν ἡ Σοβιετική Ἕνωση ἀνέμενε πρωτοβουλία ἐκ μέρους τοῦ Χίτλερ, ὅταν ἀκόμα καί οἱ ΗΠΑ τηροῦσαν στάση ἀναμονῆς, ὅταν ὁ Ἄξονας εἶχε κυριαρχήσει ἐπί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου, ἡ Ἑλλάς ὄρθωσε τό Ἀνάστημά της. Ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει στίς ἐντολές τῶν ἰσχυρῶν καί, ὅταν δέχθηκε ἐπίθεση, ἀντιστάθηκε. Ἄνοιξε μέτωπο. Κατάφερε νά ἀντεπιτεθεῖ. Ἀνέτρεψε τούς εἰσβολεῖς καί ἔδωσε τό σύνθημα τῆς Νίκης στήν Οἰκουμένη.
Ἡ μικρή Ἑλλάς κατάφερε νά ἀντισταθεῖ ἀπό τήν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 ἕως τά τέλη Ἀπριλίου τοῦ 1941. Ἡ ὑλική βοήθεια τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἦταν πολύ μικρή. Ἡ βοήθεια τῆς Ἑλλάδος στόν Παγκόσμιο Ἀγῶνα ἦταν μεγάλη, ἀπό κάθε ἄποψη. Ἠθικῶς, ἡ Ἑλλάς χάρισε στούς πνευματικῶς καί ψυχικῶς ἐλεύθερους ἀνθρώπους τήν πρώτη νίκη. Στρατιωτικῶς, ἀνάγκασε τόν Χίτλερ νά ἀναβάλει γιά πολλές ἑβδομάδες τήν εἰσβολή του στήν Σοβιετική Ἕνωση.
Οἱ ἱστορικά ἀποφασιστικές ἑβδομάδες τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντίστασης στούς Ἰταλούς ἀνάγκασαν τόν Χίτλερ νά ἐκστρατεύσει κατά τῆς Ἑλλάδος, καθιστῶντας γεωγραφικῶς καί πρακτικῶς ἀδύνατη τήν ἄφιξή του στήν Μόσχα πρίν ἀπό τόν Νοέμβριο τοῦ 41. Ὁ στρατός του καθηλώθηκε ἀπό τόν Χειμῶνα. Οἱ φοβερές λάσπες καθιστοῦσαν ἀδύνατο τόν ἀνεφοδιασμό. Τό χιόνι καί ὁ πάγος ἐξουθένωναν τό σῶμα καί τήν θέληση. Ὁ Χίτλερ ἀπέτυχε διότι δέν ξεκίνησε ἐγκαίρως. Καί δέν ξεκίνησε ἐγκαίρως διότι τόν ἐμπόδισαν οἱ Ἕλληνες νά ξεκινήσει.
84 ἔτη μετά, μέ πρόδηλο τόνο εἰρωνείας, πλανᾶται τό ἐρώτημα. -Ποῦ εἶναι κρυμμένοι οἱ μεγάλοι πατριῶτες καί ἥρωες τῆς μικρῆς καί ἀπρόοπτης Ἑλλάδος; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Οἱ ἥρωες δέν προϋπάρχουν. Γίνονται μέσα ἀπό τίς περιστάσεις. Ὑπάρχει μέσα τους κάτι τό τολμηρό καί ἠρωϊκό. Ὑπάρχει ἐκεῖνο πού διακρίνει τούς ἀνδρείους ἀπό τούς δειλούς. Ἐκεῖνο πού διακρίνει τούς ἰδιοτελεῖς καί ἐγωϊστές ἀπό τούς κοινωνούς τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι πού ἐκκολάπτει τον ἐν δυνάμει ὑφιστάμενο ἠρωϊσμό. Αὐτό συμβαίνει μέσα στόν ἄνθρωπο πού, ἀπό τήν μιά στιγμή στήν ἄλλη, ἐγκαταλείπει τήν κοινωνική του θέση, τήν ζωή καί τήν οἰκογένειά του, τά πάντα, γιά νά τιμήσει τὸν Τρόπο.
Ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει ἀκμαῖο τό σπέρμα τοῦ ἠρωϊσμοῦ. Καί ὅσο ἡ θυσία γίνεται ὑπέρ τοῦ Σκοποῦ, τόσο πιό ὁρατό γίνεται ἐκεῖνο πού ὀνομάζουμε Ἐθνικό Ἰδεῶδες.
Φίλτατε Ἀναγνώστη,
Τό οἰκεῖο ἱστορικό καί κοινωνικό αὐτό φαινόμενο, δέν πρέπει νά φοβίζει, ἀλλά νά τονώνει. Καί, ὅταν τά ἐλαττώματά μας μᾶς κλονίζουν καί μᾶς πικραίνουν, ὅσοι ἀγαποῦν καί ἀγωνίζονται γιά τήν Ἑλλάδα, πρέπει πάντα νά τό ἐνθυμοῦνται.Τὸ ὁρόσημο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου ἀρκεῖ γιὰ νὰ συνειδητοποιήσει κανεὶς τὴν μοῖρα τῆς Ἑλλάδος. Τοποθετημένη μεταξὺ Δύσης καὶ Ἀνατολῆς, εἶναι τὸ σύνορο τοῦ Πολιτισμοῦ. Εἶναι Ἐκείνη ποὺ διαχρονικὰ δέχεται τὶς ἐπιθέσεις τῶν βαρβάρων ποὺ ἐπιστρέφουν γιὰ νὰ καταλύσουν τὸν Πολιτισμό. Ὅμως, εἶναι Ἐκείνη ποὺ θέτει καὶ τὰ ὅρια.
Ἡ Ἑλλάδα ἦταν ἐκείνη ποὺ μὲ τοὺς Μηδικοὺς Πολέμους διέσωσε τὸν θησαυρὸ ποὺ ὀνομάζουμε σήμερα Εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό. Ἡ Ἑλλάδα ἦταν ἐκείνη ποὺ γιὰ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια ἔφραζε τὶς πύλες τῆς Νότιας Εὐρώπης καὶ διεφύλαττε τὴν ἀρχέγονη κληρονομιά. Ἀλλὰ καὶ στοὺς μεταγενέστερους χρόνους, ἀνάλογους ἄθλους κατέκτησε ἡ Ἑλλάδα. Μπορεῖ νὰ ἦταν σκλαβωμένη. Μπορεῖ νὰ τελοῦσε ὑπὸ βαρβαρικὴ κατοχὴ. Μπορεῖ καὶ νὰ φαινόταν πὼς θὰ ἔσβηνε γιὰ πάντα.
Ὅμως. Ἡ Ἑλληνικὴ Ψυχὴ, μαζὶ μὲ τὴν Ἀρετὴ καὶ τὴ Δύναμη, πάντα ἀναζωπυρώνονταν μέσα ἀπὸ τὴν τέφρα, ὁδηγῶντας τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ἱστορία πρὸς νέα πεπρωμένα. Ἔτσι γεννήθηκε καὶ τὸ Ἔπος τοῦ '40.
Ἐνῶ ἅπαντες Εὐρωπαῖοι εἶχαν γονατίσει, ἡ Ἑλλάδα ἦταν ἐκείνη ποὺ προσέφερε στὴν Δύση τὴν πρώτη Νίκη. Ἡ 'Ἑλλάδα ἐξουθένωσε καὶ γελοιοποίησε μία Ἀξονική δύναμη. Ἦταν ἐκείνη ποὺ κατακρήμνισε τὸν "γίγαντα" Μουσσολίνι. Ἑλληνίδες καὶ Ἕλληνες, ἑνωμένοι, μὲ ἕναν πρωτοφανῆ Ἡρωϊσμό, πολέμησαν ἐνάντια σὲ δύο αὐτοκρατορίες. Ἕνα ἑκατομμύριο ἦταν οἱ θυσιασθέντες γιὰ τὴν Ἐλευθερία τῆς Πατρίδος. Μπορεῖ σήμερα νὰ μὴν εἶναι παρόντες, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀπόντες. Ὅσα κατέκτησαν οἱ ἡρωίδες καὶ οἱ ἥρωες τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔπους μὲ αἷμα καὶ ἀνείπωτες θυσίες, εἶχαν τὴν Τιμὴ καὶ τὴν Εὐλογία νὰ τὰ καρπωθοῦν οἱ ἑπόμενες γενεές. Τὸ πῶς τὰ διαχειρίστηκαν ὅμως εἶναι μία ἄλλη ὑπόθεση.
Ἐν ἔτει 2024, βρισκόμαστε στὸ σημεῖο ὅπου καλούμαστε νὰ ὑπερασπίσουμε τὸ Ἑλληνικὸν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ ἀπαντήσουμε στὴν μόνη γλῶσσα πού ἀντιλαμβάνονται. Ἐάν θέλουμε νὰ λεγόμαστε Ἕλληνες, δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ στεκόμαστε στὸ πεδίο τῆς παρατήρησης. Ὀφείλουμε νὰ ἀνέβουμε στὸ ἐπίπεδο τῆς Συλλογικῆς Συνείδησης.
Τὸ πρόβλημά μας, τὸ πρόβλημά τους ἐπί τῆς οὐσίας, εἶναι ἡ Ἕνωση τῶν Ἑλλήνων. Τὸ πρόβλημα εἶναι ἡ συνένωση τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους γιὰ τὴν δημιουργία ἑνός Ἑλληνικοῦ Ἰσχυροῦ Κράτους. Τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Μίας Μεσογειακῆς Ὑπερδύναμης τῶν πενήντα ἑκατομμυρίων. Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ διορθωθεῖ τὸ Κράτος καὶ νὰ ἐπιβιώσει τὸ Ἔθνος εἶναι ἡ τελετουργική πράξη τῆς Καθάρσεως. Εἶναι ἡ Ἰδέα ποὺ θὰ ἐμφυσήσει τὴν ἀπαραίτητη Πνοή στὸν Ἑλληνισμό ὥστε, σύσσωμος, νὰ κινηθεῖ πρὸς μία κατεύθυνση.
Πάντα αὐτός ἦταν ὁ Ἑλληνικός Ἆθλος.
Ἡ Ἐπιστροφή στὸν Τρόπο.
Μὲ Ἀγάπη καὶ Σεβασμό,
Ἰωάννα Γ. Καραγκιούλογλου
28 Ὀκτωβρίου 2024
*Εκ του ιστολογίου «Γερομοριάς» της 28.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024
ΘΕΣΑΛΛΟΝΙΚΗ: 112 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ - ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ, Η ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΜΕ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον Οθωμανικό ζυγό, στις 26 Οκτωβρίου 1912, αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γεμάτη ηρωισμό και στρατιωτική δεινότητα. Μετά από μια σειρά επιτυχιών του ελληνικού στρατού και καθοριστικών αποφάσεων, η πόλη έμελλε να περάσει ξανά σε ελληνικά χέρια, ενώ η ηρωική πράξη του Νικολάου Βότση να τορπιλίσει το τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» συνέβαλε σημαντικά στο ηθικό των Ελλήνων.
Στο παρόν αφιέρωμα, καταγράφονται τα γεγονότα που σημάδεψαν εκείνες τις κρίσιμες ημέρες του Οκτωβρίου 1912, με νέες λεπτομέρειες να φωτίζουν τη στρατηγική και τις γεωπολιτικές πιέσεις που επέδρασαν στις αποφάσεις της εποχής.
Η ανατίναξη του «Φετχί Μπουλέντ» (18/10/1912)
Οχτώ μέρες πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, μια αναπάντεχη επιτυχία του Νικολάου Βότση, η βύθιση μετά από τορπιλισμό στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης του τουρκικού θωρηκτού «Φετχί Μπουλέντ», προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού σε όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα δε στους Έλληνες κατοίκους της Θεσσαλονίκης.
Ο Υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης, είχε γεννηθεί στην Ύδρα και καταγόταν από παλαιά ναυτική οικογένεια του νησιού. Όταν άρχισε ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος, ο Βότσης ήταν κυβερνήτης του τορπιλοβόλου «11». Αποστολή του ήταν να επιτηρεί την περιοχή του Ελευθεροχωρίου, στην παραλία της Κατερίνης, για να μην γίνει εκφόρτωση πολεμικών εφοδίων και τροφίμων προς τους Τούρκους. Ο Βότσης πλέοντας σε όλη την έκταση του Θερμαϊκού, αποφάσισε να δράσει όπως οι θρυλικοί πυροβολητές του 1821. Να μπει δηλαδή κρυφά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και να βυθίσει το τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» που ναυλοχούσε εκεί, αποτελώντας απειλή για τα ελληνικά στρατεύματα που πλησίαζαν στην πόλη.
Πραγματικά, το τορπιλοβόλο «11», μπήκε τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το βύθισμα του τορπιλοβόλου, επέτρεψε στον Βότση να το οδηγήσει στο λιμάνι χωρίς να το αντιληφθούν οι Τούρκοι πυροβολητές του Καραμπουρνού. Επίσης, ο Βότσης κατάφερε με το τορπιλοβόλο να αποφύγει το φράγμα των ναρκών που είχαν ποντίσει οι Τούρκοι για την προστασία του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Στις 11.30 μ.μ., ο Ν. Βότσης, εξαπέλυσε τις τορπίλες του και το «Φετχί Μπουλέντ», βυθίστηκε. Ο ιμάμης του πλοίου και 6 ναύτες που κοιμούνταν στην πλώρη του σκοτώθηκαν.
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης
Από τις 22 Οκτωβρίου 1912, οι πρόξενοι των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, μετά την ήττα των Τούρκων στη μάχη των Γιαννιτσών, άρχισαν να κινούνται προς την κατεύθυνση της παράδοσης της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες ειρηνικά. Ο Ταχσίν πασάς, επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων, αρχικά συμφώνησε αλλά στη συνέχεια άρχισε να κωλυσιεργεί , βλέποντας και την καθυστέρηση στις κινήσεις των Ελλήνων, λόγω της διστακτικότητας του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. Ίσως πίστευε ότι θα λάβει ενισχύεις από τουρκικά στρατεύματα ή καθυστερούσε καθώς είχε μάθει ότι η Βουλγαρική μεραρχία υπό τον στρατηγό Todorov. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήθελε ή να εξωθήσει Έλληνες και Βούλγαρους σε σύγκρουση ή να παραδώσει την πόλη στους Βούλγαρους.
Όμως, η τουρκική κυβέρνηση, καθώς ο βουλγαρικός στρατός βρισκόταν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, έκρινε ότι αν η Βουλγαρία καταλάμβανε και τη Θεσσαλονίκη, θα σχημάτιζε ένα κράτος άμεσα απειλητικό για την οθωμανική αυτοκρατορία στη Βαλκανική. Έτσι, έδωσε εντολή στον Ταχσίν πασά να παραδώσει την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες. Στις 16.20 της 25/10/1912, οι Ευρωπαίοι πρόξενοι συνοδεύοντας τον Τούρκο στρατηγό Σαδίκ, έφτασαν στο Ελληνικό Στρατηγείο, και δήλωσαν στον Διάδοχο Κωνσταντίνο ότι ο αρχιστράτηγος Ταχσίν είναι έτοιμος να του παραδώσει την Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος όμως προέβαλε σκληρούς όρους και έδωσε στον Ταχσίν προθεσμία 16 ωρών για να απαντήσει κατά πόσο τους αποδέχεται.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που παρακολουθούσε με αγωνία την πορεία του βουλγαρικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη, όταν έμαθε ότι ο Κωνσταντίνος δεν μπήκε άμεσα στην πόλη στις 25 Οκτωβρίου, εξοργίστηκε. Έστειλε στον Κωνσταντίνο το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Αρχηγόν στρατού: Παραγγέλεσθε να αποδεχθείτε προσφερόμενην παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθετε εις ταύτην άνευ χρονοτριβής. Καθιστώ υμάς υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν, έστω και στιγμής. Υπουργός Στρατιωτικών Ελευθ. Βενιζέλος». (Αριθμ. πρωτοκόλλου υπουργ. Στρατιωτικών, 80,20).
Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 1912
Στις 00.30, ο Διάδοχος λαμβάνει τηλεγράφημα από τον Λάμπρο Κορομηλά που τον ενημερώνει ότι στις 24 Οκτωβρίου οι Βούλγαροι κατέλαβαν τις Σέρρες και συνεχίζουν την πορεία τους προς τη Θεσσαλονίκη. Στις 5 π.μ. έφτασαν στο Τοπσίν (σήμερα Γέφυρα), μετά από εντολή του Ταχσίν Πασά, ο ταξίαρχος του πυροβολικού Chefic πασάς με τον διευθυντή πολιτικών υποθέσεων, ελληνικής καταγωγής Καραμπιμπέρη. Τους δέχθηκε ο τότε επιτελάρχης Β. Δούσμανης με εντολή του Κωνσταντίνου και ζήτησε την παράδοση της πόλης άνευ όρων. Η αντιπροσωπεία των Τούρκων ζήτησε να παραμείνουν στη διάθεση του Ταχσίν πασά 5.000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσύλλεκτων και την προστασία των άοπλων αιχμαλώτων. Το αίτημα δεν έγινε δεκτό και οι Τούρκοι ζήτησαν δίωρη προθεσμία για να απαντήσουν.
Στις 9.30 π.μ. με βάση το εκπονηθέν σχέδιο στρατιάς, μονάδες του πεζικού και η ταξιαρχία ιππικού κινήθηκαν προς τη Θεσσαλονίκη, σφίγγοντας τον κλοιό γύρω από τους Τούρκους. Στις 10.00 π.μ. οι πρόξενοι συναντήθηκαν και πάλι στο Διοικητήριο με τον βαλή, τους εκπροσώπους των κοινοτήτων και τον Chefic πασά ,εκπρόσωπο του Ταχσίν πασά που εξακολουθούσε να επιμένει στην εξαίρεση των 5.000 όπλων. Οι πρόξενοι θεώρησαν ότι η στάση αυτή έκρυβε υστεροβουλία και αποχώρησαν αρνούμενοι να συμμετάσχουν σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις, επιρρίπτοντας στον Ταχσίν πασά την ευθύνη για ό, τι θα συνέβαινε.
Ο βαλής με τον Chefic πασά έφυγαν για να συναντηθούν με τον Ταχσίν στο στρατηγείο στο Νταούτ Μπαλί (Ωραιόκαστρο). Ο Ταχσίν δεν άλλαξε γνώμη και έστειλε πάλι τους Chefic-Καραμπιμπέρη στη Γέφυρα. Συναντήθηκαν ξανά με τον Β. Δούσμανη ο οποίος χαρακτήρισε απαράδεκτο τον όρο για τα 5.000 όπλα. Οι Τούρκοι επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και ο Δούσμανης έσπευσε να ενημερώσει τον Διάδοχο. Στις 12.30 το στρατηγείο έλαβε τηλεγράφημα από (άγνωστο) πράκτορα που βρισκόταν μέσα στη Θεσσαλονίκη, που υποστήριζε ότι: «Παρά τοις αρμοδίοις κύκλοις υπάρχει πεποίθησις ότι ο Ταχσίν συνεργούντος και αυτού του βαλή καταφεύγουν εις τας χρονοτριβάς ταύτας ελπίζοντες επέμβασιν Ευρωπαϊκήν ότι δε άμεσον κτύπημα θα επιφέρει το ποθούμενον».
Στις 13.00 ο Κορομηλάς στέλνει νέο τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο: «Α.Β.Υ. Διάδοχον - Κατ’ επισήμους πληροφορίας Βούλγαροι κατέλαβον Δράμα χθες. Εις απάντησιν τηλεγραφήματος Υψηλότητας περί των εις Τζαμιά υπό των Τούρκων μεταβληθεισών Εκκλησιών, Κυβέρνησις συμφωνεί μεθ’ υμών ότι δέον να επαναφερθώσιν εις λατρείαν Χριστού. Η του Αγίου Δημητρίου εν Θεσσαλονίκη περιέχει του Αγίου τον τάφον. Ολόκληρος δε πόλις αναμένει είσοδον Ελληνικού Στρατού ίνα τελέσει εκεί εορτασμόν».
Λίγο πριν τις 15.00 κι ενώ ο Διάδοχος παρακολουθούσε έφιππος με το επιτελείο του την προέλαση της 1ης και 7ης Μεραρχίας από λόφο κοντά στο Σιαμλί, ένα μικρό τσιφλίκι ανατολικά του Ίγγλις (Αγχίαλος), εμφανίστηκε ο ανθυπίλαρχος Μαραθέας με μήνυμα του διοικητή της ταξιαρχίας ιππικού Καραμαλίκη, που ανέφερε πως στις 10.00 στο χωριό Αποστολάρ (Απόστολοι), η εμπροσθοφυλακή της ταξιαρχίας, συνάντησε φάλαγγα ιππικού και πεζικού Βούλγαρων και Σέρβων προερχόμενων από τη Δοϊράνη, που κινούνταν προς τη Θεσσαλονίκη και ότι σε απόσταση τριών ωρών κινούνταν από το δρόμο των Σερρών προς το Νότο η 7η βουλγαρική μεραρχία με επικεφαλής τον στρατηγό Georgi Todorov.
Ο Καραμαλίκης έστειλε τον ίλαρχο Λεβίδη, ο οποίος γνώριζε ρωσικά, για να συνεννοηθεί. Τότε, το στρατηγείο κατάλαβε ότι οι Βούλγαροι κινούνταν προς τη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Ο Διάδοχος έστειλε τον Μαραθέα με ιδιόχειρη επιστολή στα γαλλικά στον Todorov, με την οποία τον ενημερώνει ότι βρίσκεται «…επί κεφαλής του Ελληνικού στρατού έμπροσθεν της πόλεως αυτής (της Θεσσαλονίκης) εις την οποίαν θα εισέλθω απόψε».
Επίσης, τον συμβουλεύει να μην ταλαιπωρεί τα στρατεύματα του με την «…ασκόπου προς Θεσσαλονίκης προελάσεως» και να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του όπου υπάρχει επείγουσα στρατιωτική ανάγκη. Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος έστειλε τον (τότε) υπίλαρχο Παπάγο στην 7η Μεραρχία με τη διαταγή: «Σπεύσατε να καταλάβετε την Θεσσαλονίκην». Η 7η Μεραρχία του Κλεομένη Κλεομένους, εκείνες τις ώρες συγκεντρωνόταν μεταξύ Ντουντουλάρ (Διαβατά) και Χαρμανκιόι (Ελευθέριο-Κορδελιό).
Την ίδια εντολή έστειλε ο διάδοχος και προς το απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινόπουλου, ενώ ειδοποιήθηκε και ο Καλλέργης, επικεφαλής της 2ης μεραρχίας που βρισκόταν στο Πουρνάρι (στο μέσο της απόστασης μεταξύ Αποστόλων και Θεσσαλονίκης), να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την παρεμπόδιση της προέλασης των Βούλγαρων προς τη Θεσσαλονίκη.
Στο μεταξύ, ο Chefik πασάς επέστρεψε στο τουρκικό στρατηγείο. Ο Ταχσίν, έχοντας λάβει αρνητικές απαντήσεις από όλους τους διοικητές του, στο ερώτημα που τους έθεσε αν μπορούν να αμυνθούν αξιοπρεπώς και βλέποντας την «ελληνική τανάλια» να σφίγγει την Θεσσαλονίκη, αποφάσισε να παραδώσει την πόλη και έστειλε στον Κωνσταντίνο την εξής επιστολή: «Προς την Υψηλότητα τον Πρίγκιπα Κωνσταντίνο, αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού. Έχω την τιμή να πληροφορήσω την Υμετέραν Υψηλότητα, ότι αποδέχομαι τη χθεσινή πρόταση της Υψηλότητάς σας. Χασάν Ταχσίν πασάς. Διοικητής της 8ης Στρατιάς του Οθωμανικού Στρατού».
Στις 16.00, έφιππος Τούρκος αξιωματικός παρέδωσε ανοιχτό φάκελο με την παραπάνω επιστολή στον λοχαγό Αλεξάνδρο Μαζαράκη. Στις 17.30 ο, Μαζαράκης με τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Σπύρο Αλιμπέρτη παρέδωσαν την επιστολή στον Διάδοχο, ο οποίος έστειλε τον λοχαγό του πυροβολικού Αθανάσιο Εξαδάκτυλο με διαταγή να διακοπεί η προέλαση. Παράλληλα, Τούρκοι κήρυκες έφιπποι αλλά και με ποδήλατα κινούνταν κοντά στα ελληνικά στρατεύματα, μεταδίδοντας την πληροφορία ότι η Θεσσαλονίκη και ο τουρκικός στρατός είχαν παραδοθεί. Στο μεταξύ, ο βουλγαρικός στρατός συνέχιζε την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη, έχοντας λάβει εντολή από την Σόφια για άμεση είσοδο στην πόλη.
Με νέα του επιστολή, ο Διάδοχος ενημέρωνε τον Todorov ότι η Θεσσαλονίκη είχε παραδοθεί. Επίσης, ο Κωνσταντίνος έστειλε λεπτομερή έκθεση των γεγονότων στο βασιλιά Γεώργιο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ενώ ανέθεσε στους Δούσμανη και Μεταξά να μεταβούν στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσουν τον Ταχσίν πασά και να υπογράψουν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης, όπως του είχε ζητήσει ο Οθωμανός στρατιωτικός.
Τους δύο αξιωματικούς συνόδευσαν εθελοντικά ο υπολοχαγός του Πεζικού Δ. Γεωργίου και ο ιππέας Μ. Μπαλτατζής. Η συνάντηση έγινε τελικά στο Διοικητήριο. Οι συνομιλίες με τον Ταχσίν πασά έγιναν στα ελληνικά, καθώς αυτός είχε σπουδάσει στη Ζωσιμαία σχολή των Ιωαννίνων! Το πρωτόκολλο παράδοσης συντάχθηκε στα Γαλλικά και υπογράφτηκε στη 1.30 μετά τα μεσάνυχτα. Αντίγραφα δεν κρατήθηκαν, ούτε στα ελληνικά, ούτε στα τουρκικά. Ωστόσο, στο πρωτόκολλο, ως ημέρα παράδοσης, αναφέρεται η 26η Οκτωβρίου και ώρα 23.30.
Αυτό έγινε και για συμβολικούς εθνικούς -θρησκευτικούς λόγους, για να τιμηθεί ο προστάτης και πολιούχος της πόλης Άγιος Δημήτριος, αλλά και για να τεκμηριωθεί επίσημα ότι ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την πόλη μία μέρα νωρίτερα, κάτι που αποδείχθηκε σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο στις βουλγαρικές αξιώσεις για την κυριαρχία της πόλης. Στον ελληνικό στρατό, παραδόθηκαν αιχμάλωτοι 1.000 Τούρκοι αξιωματικοί, 25.000 οπλίτες, ενώ περιήλθαν στην κατοχή του 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 7.000 ντουφέκια, 1.200 άλογα και άφθονο πολεμικό υλικό.
Ο ελληνικός στρατός στην Θεσσαλονίκη
Στις 8.15 π.μ. της 27ης Οκτωβρίου, οι Δούσμανης και Μεταξάς επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψουν συμπληρωματικό πρωτόκολλο με τον Ταχσίν πασά. Από το προηγούμενο βράδυ όμως, ορισμένοι εύζωνοι και Έλληνες αξιωματικοί, είχαν μπει σε ομάδες στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Παρασκευόπουλο, το πρώτο ελληνικό τμήμα που εισήλθε στην πόλη, ήταν το απόσπασμα χωροφυλάκων υπό τον αξιωματικό Μανώλη Μανωλικίδη, ενώ σύμφωνα με τον Χαρίλαο Χαρίση, πρώτος μπήκε ουλαμός της 4ης ίλης του 1ου ιππικού συντάγματος.
Όταν οι Δούσμανης και Μεταξάς, συνοδευόμενοι από τον λοχαγό Αθανάσιο Εξαδάκτυλο και τον δεκανέα Ίωνα Δραγούμη, βοηθό στα πολιτικά ζητήματα έφτασαν στη Θεσσαλονίκη, βρήκαν Ελληνίδες και Έλληνες κάθε ηλικίας να ζητωκραυγάζουν στους δρόμους κρατώντας ελληνικές σημαίες. Στις 9.00 π.μ. ο Δούσμανης με τον Μεταξά πήγαν στο ρωσικό προξενείο, όπου ανακοίνωσαν στον Ρώσο πρόξενο Belaiev την παράδοση της πόλης.
Το ίδιο έγινε και με τον πρόξενο της Μ. Βρετανίας Henry Lamb. Ο Δραγούμης είχε πληροφορίες ότι οι πρόξενοι σκόπευαν να αποβιβάσουν αγήματα από τα αγκυροβολημένα στο λιμάνι πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων με σκοπό την κατάληψη και φρούρηση της πόλης, κυρίως μετά από έντονη επιμονή του Αυστριακού προξένου Kral. Το συμπληρωματικό πρωτόκολλο υπογράφτηκε και στάλθηκε στον Διάδοχο, ο οποίος όμως, εξοργίζοντας ακόμα και αξιωματικούς, όπως τον Δούσμανη, επέμενε να μην μεταβεί στη Θεσσαλονίκη.
Σταδιακά, ο ελληνικός στρατός, άρχισε να μπαίνει στην πόλη, γνωρίζοντας την αποθέωση από τον ελληνικό πληθυσμό της. Γράδει ο Κ. Ζωρογιαννίδης: «27η Οκτωβρίου. Περί την 6ην πρωινήν ώραν ολόκληρος η Μεραρχία εισήρχετο και κατελάμβανε την Θεσσαλονίκην υπό τον έξαλλον ενθουσιασμόν των κατοίκων και τους ραντισμούς δι’ ανθέων εκ των παραθύρων και την εξωστών των οικιών. Οι Εβραίοι στα μαύρα και κατηφείς».
Και ο Α. Βακαλόπουλος: «Από τον καταυλισμό του ως το Διοικητήριο και απ’ αυτό ως τους στρατώνες οι άνδρες βάδιζαν τρεις ολόκληρες ώρες μέσα σε αποθέωση. Έξαλλοι από τον ενθουσιασμό οι κάτοικοι ζητωκραύγαζαν, φώναζαν, τραγουδούσαν εθνικά τραγούδια. Από τους εξώστες, τα παράθυρα, τις στέγες, τις σκαλωσιές των κτιρίων ρίχνοντας ανθοδέσμες, κουφέτα, αφήνοντας περιστέρια, κορδέλες άσπρες και γαλάζιες».
Ο Κωνσταντίνος, καθώς πλέον οι Βούλγαροι βρίσκονταν έξω από τη Θεσσαλονίκη, αποφάσισε τελικά να μπει στην πόλη, αντιλαμβανόμενος ότι ακόμα και η ελάχιστη καθυστέρηση, ίσως ήταν μοιραία. Στις 5.00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1912, έφτασε με τους επιτελείς του στον σιδηροδρομικό σταθμό Μοναστηρίου και διέταξε τον διοικητή της 7ης Μεραρχίας Κλεομένη, να εμποδίσει την είσοδο των Βούλγαρων στην πόλη.
Για να επισφραγίσει την ελληνική κυριαρχία, ο Διάδοχος διέταξε τον πρίγκιπα Ανδρέα να παρουσιαστεί στον Άγγλο ναύαρχο, αρχηγό της αγγλικής μοίρας που βρισκόταν στο λιμάνι και να του ζητήσει να χαιρετήσει την ελληνική σημαία, η έπαρση της οποίας θα γινόταν στις 7.00 στον Λευκό Πύργο. Ο Άγγλος δέχθηκε, ζήτησε όμως να ανταποδοθεί ο χαιρετισμός με βολές πυροβολικού.
Στις 8.00 ο Διάδοχος με τους επιτελείς του συναντήθηκε στο Διοικητήριο με τον Ταχσίν πασά, ο οποίος του παρέδωσε και επίσημα την πόλη και αποχώρησε. Στις 12.00 το μεσημέρι έγινε δοξολογία στον, τότε, μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά, στις 13.30 παρέλαση ενώπιον του Κωνσταντίνου από τους άνδρες της 1ης Μεραρχίας ενώ στις 14.30 ο Διάδοχος δέχτηκε στο Διοικητήριο τις αρχές της πόλης, τους θρησκευτικούς αρχηγούς, τους πρόξενους και τον κυβερνήτη του αγγλικού πολεμικού πλοίου που βρισκόταν στο λιμάνι. Την επόμενη μέρα, 29 Οκτωβρίου 1912, στις 10.30 π.μ. ο Βασιλιάς Γεώργιος με τη συνοδεία του μπήκαν στη Θεσσαλονίκη επισφραγίζοντας και τυπικά την απελευθέρωση της πόλης, 482 χρόνια μετά την άλωσή της από τους Τούρκους.
Τα βουλγαρικά στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη
Ενώ ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη ,έφτασε σ’ αυτή ο Βούλγαρος στρατηγός Todorov ζητώντας να εισέλθει στην πόλη ένα βουλγαρικό τάγμα καθώς λόγω της κακοκαιρίας ο στρατός του είχε δεινοπαθήσει. Ο Διάδοχος δέχθηκε το αίτημα φιλοξενίας ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση συγκυριαρχίας (condominimum). Τελικά στην Θεσσαλονίκη μπήκε ένα ολόκληρο βουλγαρικό σύνταγμα ,παρελαύνοντας μάλιστα ,στις 29 Οκτωβρίου 1912. Όλοι οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης δέχτηκαν με ψυχρότητα την εμφάνιση και παραμονή στην πόλη των Βουλγάρων που προοιωνίζονταν νέες συγκρούσεις για τη «νύμφη του Θερμαϊκού».
Πολύς λόγος έχει γίνει για την αργοπορία του Κωνσταντίνου να μπει στη Θεσσαλονίκη. Αυτό προκάλεσε την οργή του Βενιζέλου, τη σύγκρουση μεταξύ των δύο ανδρών και ήταν προανάκρουσμα του εθνικού διχασμού και των όσων ακολούθησαν. Ο Σαράντος Καργάκος γράφει: «Αν η Θεσσαλονίκη είχε καταληφθεί στις 23-24 Οκτωβρίου ο Κωνσταντίνος πιθανώς να πρόφθαινε τον σερβικό στρατό και να έμπαινε μαζί του στο Μοναστήρι με δικαίωμα της συγκατοχής. Αλλ’ όλοι post factum (εκ των υστέρων, μετά τα γεγονότα) είμαστε σοφοί. Ο Κωνσταντίνος δεν ήθελε να χύσει κι άλλο αίμα για τη Θεσσαλονίκη. Έβλεπε ότι το αίμα θα χρειαζόταν για την επίτευξη άλλων αντικειμενικών σκοπών».
Έτσι γράφτηκαν ένας θριαμβικός επίλογος με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και ένας θλιβερός πρόλογος, με την είσοδο των βουλγαρικών στρατευμάτων σ’ αυτή ,που τερματίστηκε με τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου.
Πηγές:
Γιάννης Μέγας, «Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1912-1913», UNIVERSITY STUDIO PRESS, 2011.
ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ, «Η ΕΛΛΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ», ΑΘΗΝΑ 2012.
Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, «Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.Χ.-1983», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΝΤ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ, 1983.
*Εκ του ιστολογίου «protothema.gr» της 26.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024
ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ, Ο «ΗΛΙΟΣ»ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (1870 – †13 Οκτωβρίου 1904)
O Παύλος Μελάς, γεννήθηκε στην Μασσαλία της Γαλλίας στις 19 Μαρτίου 1870. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά του πλούσιου εμπόρου Μιχαήλ Μελά και της Κεφαλλονίτισσας Ελένης Βουτσινά. Η οικογένεια των Μελάδων είχε ρίζες, που έφθαναν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, όπου, επί Ρωμανίας, τα μέλη της ήταν ανώτεροι αξιωματούχοι[1]. Το αρχικό επώνυμο της οικογένειας λέγεται ότι ήταν «Στρατηγόπουλος»[2], το οποίο άλλαξε σε «Μέλας»[3] και κατόπιν σε «Μελανιάς»[4] για να καταλήξει σε «Μελάς»[5]. Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι Μελάδες έμεναν στο Κάστρο των Ιωαννίνων, αλλά, μετά την καταστολή της επανάστασης του Διονυσίου του Φιλοσόφου, διασκορπίστηκαν στην Ρωσία, στην δυτική Ευρώπη και σε άλλες περιοχές της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
της Ευαγγελίας Κ. Λάππα
Το 1874, η οικογένεια του Παύλου Μελά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μελάς, βοηθούσε τους τότε αλύτρωτους Έλληνες, κυρίως Κρητικούς και Μακεδόνες, να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων, στέλνοντάς τους όπλα. Εκείνη την εποχή, διαδραματίστηκαν κρίσιμα γεγονότα για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Στις 3 Μαρτίου 1878, μετά την νίκη της Ρωσίας στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877 – 1878), υπεγράφη η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία μεταξύ άλλων, αναγνωριζόταν η Βουλγαρία ως ανεξάρτητο κράτος και της αποδίδονταν εδάφη από την Καστοριά, μέχρι και την Καβάλα, εις βάρος των ελληνικών δικαίων.
Στόχος της Ρωσίας με αυτήν την συνθήκη, ήταν η κάθοδος στην Μεσόγειο, έχοντας δορυφόρους τις σλαβικές χώρες. Αν και η συνθήκη ακυρώθηκε από το συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, οι Βούλγαροι[6], με την καθοδήγηση των Ρώσων, άρχισαν να στέλνουν στη Μακεδονία, ενόπλους που ονομάζονταν «κομιτατζήδες». Αυτοί κατατρομοκρατούσαν τον ελληνικό πληθυσμό και τον πίεζαν με τη βία, να εγκαταλείψει το Πατριαρχείο και να ενταχθεί στην Βουλγαρική Εκκλησία, την λεγόμενη Εξαρχία. Η τελευταία, με την βοήθεια της Ρωσίας, είχε αποσχιστεί από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο την είχε κηρύξει ως σχισματική το 1870.
Ο Παύλος Μελάς πέρασε τα πρώτα μαθητικά του έτη στο σχολείο Βούλγαρη και έπειτα στο Γυμνάσιο Πλάκας, που το τελείωσε σε ηλικία δεκαέξι ετών. Το 1885, ως τελειόφοιτος του Γυμνασίου, έζησε έντονα τα γεγονότα της βίαιης προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Μάλιστα, σχεδίαζε να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει ως αντάρτης στα ελληνοτουρκικά σύνορα, προκειμένου να πολεμήσει. Τελικά, λόγω ενός ατυχήματος, στο οποίο έσπασε στο πόδι του, παρέμεινε στην Αθήνα.
Το 1886, όντας αποφασισμένος να γίνει στρατιωτικός, ετοιμάσθηκε να δώσει εξετάσεις για την Σχολή Ευελπίδων, γιατί έλεγε από τότε: «Ο στρατιώτης από τους άλλους μια παραπάνω πιθανότητα έχει να θυσιασθή για την Πατρίδα». Τον Αύγουστο του 1886, γράφει στις προσωπικές σημειώσεις του: «Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου… Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι’ αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει… Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις…»[7]. Τον Σεπτέμβριο του 1886, εισήχθη στην Σχολή Ευελπίδων, ενώ ορκίστηκε ως πρωτοετής Ευέλπις τον επόμενο μήνα. Τον Αύγουστο του 1891, απεφοίτησε από την Σχολή Ευελπίδων ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.
Στις 11 Οκτωβρίου 1892, νυμφεύθηκε την Ναταλία, κόρη του δικαστικού και πολιτικού Στεφάνου Δραγούμη, που καταγόταν από το Βογατσικό της Καστοριάς. Από τον γάμο του, απέκτησε δύο παιδιά, τον Μιχαήλ, που τον φώναζαν Μίκη και την Ζωή, που την φώναζαν Ζέζα. Στις 12 Νοεμβρίου 1894, ιδρύθηκε η οργάνωση «Εθνική Εταιρεία», η οποία, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του κα ταστατικού της, είχε ως σκοπό «την αναζωπύρωσιν του εθνικού φρονήματος, την επαγρύπνησιν επί των συμφερόντων των δούλων Eλλήνων και την παρασκευήν της απελευθερώσεως αυτών διά πάσης θυσίας»[8]. Ο Παύλος Μελάς υπήρξε ιδρυτικό μέλος αυτής της οργάνωσης. Εκεί συμμετείχαν, αρχικώς, στρατιωτικοί, αλλά από τον Σεπτέμβριο του 1895, μετά την τροποποίηση του καταστατικού της οργάνωσης, γίνονταν μέλη και γνωστές προσωπικότητες του Ελληνισμού.
Ανάμεσα στα μέλη της Εθνικής Εταιρείας συμπεριλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, οι λόγιοι Κωστής Παλαμάς, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Γεώργιος Σουρής, Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, οι στρατιωτικοί Παναγιώτης Δαγκλής και Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, αλλά και ο τότε Ανθυπολοχαγός Μηχανικού Ιωάννης Μεταξάς, με τον οποίο, μάλιστα, ο Παύλος Μελάς διατηρούσε αλληλογραφία[9].
Τον Μάιο του 1896, ξέσπασε επανάσταση στην Κρήτη, την οποία ενίσχυσαν εθελοντές από τον Ελληνικό Στρατό. Στα τέλη του Αυγούστου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρεχώρησε στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας. Στα τέλη Οκτωβρίου, όμως, λόγω της μη εφαρμογής του νέου οργανισμού, ξέσπασαν νέες ταραχές. Στις 25 Ιανουαρίου 1897, εκηρύχθη στην Χαλέπα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Οι Τούρκοι ως αντίποινα προέβησαν σε έκτροπα. Η τότε Ελληνική Κυβέρνηση Δηλιγιάννη, έπειτα από πιέσεις της Εθνικής Εταιρείας, απέστειλε ένα σώμα εθελοντών υπό τον Τιμολέοντα Βάσσο στην Κρήτη, ώστε να συμβάλουν στην Επανάσταση. Τότε, ο Παύλος Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου 1897 διετάχθη να επιστρέψει με την μονάδα του στον στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας θα αναχωρούσε Στρατός για την Κρήτη. Παρ΄ όλη την πίκρα του, που η δική του μονάδα δεν θα μετείχε σε αυτή την επιχείρηση, εν τούτοις, συμμετέχοντας στη γενική χαρά γράφει στις σημειώσεις του: «…με κόπο συγκρατώ τα δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά με αυτήν καί δι΄ αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή»[10].
Το εγχείρημα, όμως, προκάλεσε τις διαμαρτυρίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία απείλησε με πόλεμο. Προ αυτής της απειλής, στην Ελλάδα, εκηρύχθη γενική επιστράτευση. Ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης διόρισε Αρχιστράτηγο τον τότε διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο, ο οποίος αναχώρησε για την Λάρισα και ανέλαβε την αρχηγία των δυνάμεων του θεσσαλικού κάμπου στις 15 Μαρτίου 1897. Ο Παύλος Μελάς εστάλη στο μέτωπο της Θεσσαλίας, ως Διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας, με έδρα την Λάρισα. Στα τέλη Μαρτίου 1897, καταρτίστηκαν σώματα της Εθνικής Εταιρείας, τα οποία είχαν ως σκοπό να περάσουν τα σύνορα για να προετοιμάσουν το έδαφος για την προσδοκώμενη προέλαση του Στρατού. Ο Παύλος Μελάς, έχοντας επιτύχει άδεια των ανωτέρων του, συνόδευσε ένα από αυτά τα σώματα από τον Βόλο ως την Καλαμπάκα. Άργησε, όμως, να το αποχωρισθεί στο δάσος Βερεντζή και να επιστρέψει στην Λάρισα, κάτι που του στοίχισε φυλάκιση. Η ποινή του, όμως, διεκόπη απότομα με την έναρξη των εχθροπραξιών στις 5 Απριλίου 1897[11]. Η εισβολή, στη Μακεδονία, ενός σώµατος 2.500 εθελοντών της Εθνικής Εταιρείας, υπήρξε η θρυαλλίδα για την έκρηξη του πολέμου.
Ο Παύλος Μελάς, όντας αισιόδοξος για την έκβαση του πολέμου, γράφει στους γονείς του: «…Αν ο Θεός μας βοηθήση ολίγον, σύντομα θα λάβετε γράμμα μου από την Θεσσαλονίκην. Ώστε θάρρος, αγαπητοί μου γονείς, θάρρος και πεποίθησιν· διότι και αν φέρη ο διάβολος, να νικηθώμεν, θα νικηθώμεν παλικαρίσια…»[12]. Σημειώνουμε ότι εκείνες τις ημέρες επικρατούσε μια έντονη ατμόσφαιρα αισιοδοξίας και σιγουριάς για την νίκη στην Ελληνική κοινή γνώμη. Μετά από δέκα ημέρες, όμως, η οικτρή κατάσταση και η άτακτη φυγή του Ελληνικού Στρατού απογοήτευσε τον Παύλο Μελά και τον αηδίασε, ιδίως όταν κάποιοι έριχναν όλη την ευθύνη στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο.
Γράφει χαρακτηριστικά στην σύζυγό του, Ναταλία: «Επροσπάθησα να δώσω θάρρος εις τους συντρόφους μου, να τους πείσω να κάμωμεν κάτι απερίσκεπτον, αλλά γενναίον. Εις μάτην όμως, διότι και εγώ είχα την πεποίθησιν ότι το παν, το πάν εχάθη. Και το ακόμη τρομερώτερον είναι ότι αρχίζουν ταραχαί εις το εσωτερικόν και όλως αδίκως, σε βεβαιώ. Όλοι είναι κουρδισμένοι εναντίον του Διαδόχου,αλλά τι θέλεις να κάμη; Οι ηλίθιοι, που φωνάζουν εναντίον του, έπρεπε να είναι εις την Λάρισσαν την επαύριο, της ατίμου, ατίμου , ατίμου φυγής μας, δια να ιδούν την κατάστασιν του στρατού και ν’ αντιληφθούν αν ήτο δυνατόν να κάμη μαζί του ένα βήμα προς τα εμπρός… Κανείς δεν εσκέφθη να θυσιασθή μαχόμενος. αλλά τι λέγω; 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πως έρχονται Τούρκοι…»[13]
Δεν είχε άδικο σε αυτά τα λόγια του ο Παύλος Μελάς. Ο Ελληνικός Στρατός ήταν πραγματικά σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση, εκτός από το Ναυτικό που υπερείχε του τουρκικού. Οι περισσότεροι στρατιώτες δεν ήσαν ικανοί να χειρισθούν τα όπλα, κάποιοι αξιωματικοί εξασκούντο για πρώτη φορά σε πόλεμο, ενώ οι περισσότεροι ιππείς δεν είχαν άλογα. Ο Αρχιστράτηγος είχε μεταφέρει την όλη κατάσταση σε μήνυμά του στην Αθήνα, με τέσσερις λέξεις: «Στερούμεθα απελπιστικώς των πάντων!»[14]. Οι ευθύνες για την ήττα, όμως, δεν χρεώθηκαν μόνον στον διάδοχο Κωνσταντίνο, αλλά και στην Εθνική Εταιρεία, προκειμένου να μειωθεί το γόητρό της. Ο καταμερισμός των ευθυνών της, ανετέθη σε ανακριτική επιτροπή της Βουλής, η οποία, όμως, λόγω διάλυσης του Σώματος, δεν έφερε εις πέρας την αποστολή της. Η Εθνική Εταιρεία, αφού παρέδωσε στο Εθνικό Σκοπευτήριο, όλο το υπό κατοχή της πολεμικό υλικό και το ποσό των 300.000 δραχμών, διελύθη το 1899.
Λόγω της ήττας στον πόλεμο του 1897, η Ελλάδα υπέστη διεθνή οικονομικό έλεγχο, καθώς έπρεπε να πληρώσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμική αποζημίωση, που μετά από διαπραγματεύσεις ορίστηκε στις 4.000.000 τουρκικές λίρες. Το ποσό αυτό μπορούσε να βρεθεί μόνο με εξωτερικό δάνειο, που ήταν, όμως, αδύνατο να συναφθεί, αν προηγουμένως δεν ρυθμίζονταν τα παλιά χρέη και δεν παρέχονταν ασφαλείς εγγυήσεις. Τελικά, στις 21 Φεβρουαρίου 1898, η Βουλή ψήφισε νόμο και ο διεθνής οικονομικός έλεγχος άρχισε να λειτουργεί υπό Διεθνή Οικονομική Επιτροπή από τις 28 Απριλίου. Μετά την λήξη του πολέμου, ο Παύλος Μελάς επέστρεψε με κακή ψυχολογική κατάσταση στην Αθήνα. Έμεινε αξύριστος, εκδηλώνοντας το πένθος του για τον πατέρα του, που είχε αποβιώσει τον Ιούνιο του 1897, αλλά και για την εθνική ντροπή της ήττας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ήταν ευερέθιστος και γεμάτος θυμό, ενώ σκεπτόταν, ακόμα, και την παραίτηση από τον Στρατό. Έφθασε να «είναι υβριστικός» προς την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, και άλλαζε η διάθεσή του, µόνο όταν σκεφτόταν τους υπόδουλους Έλληνες της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Η κατάσταση στην Μακεδονία χειροτέρευσε και οι Βούλγαροι, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, ξεσπούσαν με λύσσα πάνω στον Ελληνισμό. Βούλγαροι και Ρώσοι αξιωματικοί τέθηκαν επικεφαλής των κομιτατζήδων και επέδραμαν ανενόχλητοι στη Μακεδονία. Όσοι χωρικοί δέχονταν να εγκαταλείψουν το Πατριαρχείο, και να ενταχθούν στην Εξαρχία, γλίτωναν από την τρομοκρατία των Βουλγάρων.
Ο τότε Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει στα απομνημονεύματά του σε τι κατάσταση ήταν η Καστοριά και η περιφέρειά της όταν το 1901, ο ίδιος έγινε εκεί Μητροπολίτης: «Όταν έφθασα εκεί, βρήκα τον τόπο σε άθλια κατάστασι. Ο πόλεμος του ’97 ήταν ακόμα πρόσφατος. Οι Τούρκοι, από μίσος για την Ελλάδα, υπεστήριζαν τας εξαρχικάς αξιώσεις, οι Βούλγαροι επωφελούντο της ψυχολογικής καταστάσεως και ήταν κύριοι του τόπου. Οι βλέψεις του Βουλγαρικού Κομιτάτου έφθαναν ως τον Αλιάκμονα, και τα Καστανοχώρια, και γι αυτό το στρατόπεδο των συμμοριών στήθηκε στα Κορέστια της Καστοριάς, για ν΄ αποδείξουν μια μέρα στην ευρωπαϊκή διπλωματία, ότι στην Καστοριά έπρεπε να χαραχθούν τα σύνορα της ονειροπολουμένης Μεγάλης Βουλγαρίας.… Το Βουλγαρικό Κομιτάτο, εκτελώντας το ανθελληνικό του σχέδιο, άρχισε να ρίχνη τον ένα ύστερα από τον άλλο τους στύλους των ελληνικών κοινοτήτων, για να εμπνεύση τον πανικό και να υποτάξη τον πληθυσμό στη βουλγαρική Εξαρχία. Το ελληνικό αίμα άρχισε να βάφη τη γη της Μακεδονίας. Τα σλαβόφωνα χωριά, μπρος στο τραγικό δίλημμα «Εξαρχία ή θάνατος», αποσκιρτούσαν στην Εξαρχία, και, μάλιστα, καθώς με τον καιρό επληθύνοντο κι οι συμμορίες, με την εμφάνιση νέων οπλαρχηγών… ».[15]
Παρ΄ όλη αυτήν την κατάσταση, το Ελληνικό Κράτος, λόγω κυβερνητικής αστάθειας[16], οικονομικής[17] και στρατιωτικής αδυναμίας[18], αλλά και πολιτικής ανικανότητας[19], δεν προέβαινε σε δυναμικές επεμβάσεις[20]. Αρκείτο σε ακαδημαϊκές διαμαρτυρίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στις Μεγάλες Δυνάμεις[21], καθώς και στην υποστήριξη συνεργασίας των Ελλήνων Προξένων με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως[22]. Αυτή η τακτική είχε αποφέρει κάποια αποτελέσματα[23], αλλά όχι και τόσο σημαντικά. Ήταν τέτοια η κατάσταση, που οι Βούλγαροι προμηθεύονταν όπλα, μέσα από την Αθήνα, και τα μετέφεραν στην Μακεδονία, προκειμένου να εξοπλίσουν τις συμμορίες των κομιτατζήδων. Ο Καραβαγγέλης έστελνε επίσημες εκθέσεις στην Ελληνική Κυβέρνηση[24], ζητώντας ενισχύσεις, αλλά επειδή δεν λάμβανε απαντήσεις, ξεκίνησε να αλληλογραφεί με αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, όπως τον Παύλο Μελά, τον Γεώργιο Τσόντο, τον Παναγιώτη Δαγκλή και άλλους. Στην αλληλογραφία του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Κώστας Γεωργίου, για λόγους ασφαλείας.
Το 1902, ο γυναικάδελφος του Παύλου Μελά, Ίων Δραγούμης, κατόπιν δικής του επιθυμίας, τοποθετήθηκε ως υποπρόξενος στο Ελληνικό προξενείο της πόλης του Μοναστηρίου. Εκεί οργάνωσε την άμυνα των Ελλήνων, εναντίον της βουλγαρικής προπαγάνδας και στήριζε τον Ελληνισμό σε όλη την Δυτική Μακεδονία, συνεργαζόμενος στενά με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Όντας ανήσυχος, όμως, για την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η Μακεδονία, έγραφε συνεχώς στην Ελληνική Κυβέρνηση να στείλει ενισχύσεις, ώστε να γίνουν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Συγχρόνως, αλληλογραφούσε με τον Παύλο Μελά, με τον οποίο συνεργαζόταν στενά. Παράλληλα, μέχρι το 1903, ο Μελάς μάθαινε Βουλγαρικά, αγόραζε χάρτες, συναναστρεφόταν Μακεδόνες που βρίσκονταν στην Αθήνα, ενημέρωνε τους άλλους αξιωματικούς για όσα συνέβαιναν, ενώ έκανε εράνους για αγορά οπλισμού για τους Έλληνες της Μακεδονίας.
Στις 20 Ιουλίου 1903, ξέσπασε βουλγαρικό κίνημα στην Δυτική Μακεδονία, το λεγόμενο Ίλιντεν, κατά την διάρκεια του οποίου διεπράχθησαν ωμότητες και φρικαλεότητες των Βουλγάρων, εναντίον των Ελλήνων. Πολλά Ελληνικά χωριά καταστράφηκαν, όπως το Κρούσοβο. Ο Τουρκικός Στρατός, αν και κατέστειλε το κίνημα, προέβη σε ωμότητες κυρίως εναντίον των Ελλήνων, παρά εναντίον των Βουλγάρων. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να αφυπνισθεί το Ελληνικό Κράτος και να αναλάβει ενεργή δράση[25]. Ωστόσο, λόγω του φόβου επαναλήψεως του 1897, η τότε Ελληνική Κυβέρνηση Θεοτόκη δίσταζε να αποφασίσει τον ένοπλο αγώνα[26].
Στις αρχές του 1904, χάρη στην διαμεσολάβηση και την επιμονή του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου[27], η Ελληνική Κυβέρνηση εδέχθη να αποσταλούν στην Μακεδονία τέσσερις αξιωματικοί, ο λοχαγός Πεζικού Αλέξανδρος Κοντούλης, ο υπολοχαγός Αναστάσιος Παπούλας, ο ανθυπολοχαγός Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Παύλος Μελάς. Τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα, προκειμένου να μην γίνουν αντιληπτοί από τις τουρκικές αρχές. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος ήταν Μίκης Ζέζας. Σκοπός τους ήταν να μελετήσουν την κατάσταση στην Μακεδονία και να εισηγηθούν μέτρα για ένοπλο αγώνα. Σημειώνουμε ότι αυτής της αποφάσεως, είχε προηγηθεί συνάντηση του Έλληνος οπλαρχηγού Καπετάν Κώττα με τον διάδοχο Κωνσταντίνο[28]. Φθάνοντας στην Μακεδονία, οι αξιωματικοί περιόδευσαν σε διάφορα Ελληνικά χωριά, των οποίων οι Έλληνες κάτοικοι τους δέχονταν με χαρά. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι υποψιάστηκαν την παρουσία του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, η Ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει στην Αθήνα. Εκείνος, όμως, αν και αρχικά αρνήθηκε να υπακούσει, τελικά, πείστηκε από τον Αλέξανδρο Κοντούλη και επέστρεψε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 1904. Μετά από λίγες μέρες, ανεκλήθησαν και οι υπόλοιποι αξιωματικοί. Ο Μελάς και ο Κοντούλης εισηγήθηκαν στην Ελληνική Κυβέρνηση την άμεση ενίσχυση του Καραβαγγέλη και όλων όσων εργάζονταν στην υπόδουλη Μακεδονία.
Στις 22 Μαΐου 1904, ιδρύθηκε το Μακεδονικό Κομιτάτο, με πρόεδρο τον διευθυντή της εφημερίδος «Εμπρός» Δημήτριο Καλαποθάκη. Ενετάχθησαν εκεί, ως μέλη, πολλοί επιφανείς Έλληνες, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, ο Ιωάννης Ράλλης[29], ο Γεώργιος Μπαλτατζής[30], ο Στέφανος Δραγούμης, ο Πέτρος Σαρόγλου, ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη, ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν, ο τότε Ανθυπολοχαγός Ιππικού Αλέξανδρος Παπάγος (από το 1906)[31] και άλλοι. Μέλος του Μακεδονικού Κομιτάτου υπήρξε και ο Παύλος Μελάς. Σκοπός του Μακεδονικού Κομιτάτου ήταν «….η άμυνα του Ελληνισμού εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Αλβανία κατά πάσης αποπείρας προς μείωσίν του και η επαναφορά των χωρίων ή ατόμων εις τας τάξεις αυτού, όσα ακουσίως ηναγκάσθηκαν να αποσχιθώσιν ημών και ακουσίως μένουσιν εις το σχίσμα….». Χάρη στην δράση του Μακεδονικού Κομιτάτου, εστάλησαν οπλισμός, αλλά και Ελληνικά ανταρτικά σώματα στην Μακεδονία, κυρίως Κρητών και Μακεδόνων. Όλα αυτά ήταν εν γνώσει της Ελληνικής Κυβερνήσεως, την οποία ενημέρωνε ο Καλαποθάκης.
Στα τέλη Ιουνίου του 1904, Κοζανίτες επισκέφτηκαν τον Μελά και του ζήτησαν να μεσολαβήσει, ώστε να σταλούν Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να οργανώσουν συστηματικά την άμυνά τους. Στις 9 Ιουλίου 1904, ο Μελάς, προκειμένου να βοηθήσει τους Κοζανίτες, αφού έλαβε άδεια είκοσι ημερών από τον Στρατό, ταξίδευσε πάλι στην Μακεδονία, με το ψευδώνυμο «Πέτρος Δέδες». Στις αλλεπάλληλες και με μεγάλη μυστικότητα συναντήσεις, που είχε με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη και στη Σιάτιστα, πρότεινε να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της Αμύνης, να διενεργήσουν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να τονώσουν το φρόνημα των ατόλμων, και η Εκκλησία να συμπαρασταθεί με κάθε τρόπο. Φθάνοντας στην Θεσσαλονίκη, συναντήθηκε με τον Έλληνα πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά και συνεννοήθηκε μαζί του για την κλιμάκωση του ανταρτοπολέμου εναντίον των κομιτατζήδων.
Στις 3 Αυγούστου 1904, ο Μελάς γύρισε στην Αθήνα, όπου βρήκε καθαρότερες διαθέσεις και, αφού εξέθεσε στον τότε Έλληνα Πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη την κατάσταση, ζήτησε άδεια να συγκροτήσει ανταρτικό σώμα, προκειμένου να πολεμήσει στην Μακεδονία. Τελικά, με εντολή του Μακεδονικού Κομιτάτου, αναχώρησε για την Μακεδονία, για τρίτη φορά, ως αρχηγός σωμάτων Καστοριάς – Μοναστηρίου, με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. Λίγο πριν από την αναχώρησή του, εξομολογείτο στην σύζυγό του: «…Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος, ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον, είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν»[32]. Ευρισκόμενος στην Λάρισα, έστειλε νέο γράμμα προς την σύζυγό του, στο οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων: «…Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν, όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου…».[33]
Το ανταρτικό σώμα, που διοικούσε, αποτελείτο από 30 άνδρες και το καθοδηγούσαν τρεις οδηγοί που γνώριζαν τα μέρη. Ένας εξ αυτών, όμως, ονόματι Αθανάσιος Βάγιας, εγκατέλειψε κρυφά το ανταρτικό σώμα του Μελά και, φθάνοντας στα Γρεβενά, ειδοποίησε τους Τούρκους. Ο Μελάς, εξοργισμένος, έγραψε στις σημειώσεις του: «Αν ποτέ τον απαντήσω, θα μου πληρώσει την άτιμον αυτήν προδοσίαν»[34]. Το γεγονός αυτό δυσκόλεψε τις κινήσεις του σώματός του, το οποίο, μετά από πορεία έντεκα ημερών, έφτασε στο Άργος Ορεστικό τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου. Την επόμενη ημέρα, εισήλθε στο Κωσταράζι της Καστοριάς, όπου ξεκουράστηκε εκεί για δύο ημέρες. Από εκεί, αφού δέχθηκαν τη βοήθεια του Γερμανού Καραβαγγέλη και διανυκτέρευσαν φιλοξενούμενοι στην Μονή Τσιριλόβου, κατευθύνθηκαν στο Βογατσικό και ενημερώθηκαν για τις ωμότητες των κομιτατζήδων. Ο Μελάς, αν και δεν ενέκρινε σκληρά αντίποινα, έδρασε αποφασιστικά.
Κατόπιν, περιόδευσε σε διάφορα χωριά, ενθαρρύνοντας τους Έλληνες να μένουν πιστοί στην Ορθοδοξία και επαναφέροντας στους κόλπους του Πατριαρχείου, όσους είχαν προσχωρήσει από φόβο στην Βουλγαρική Εξαρχία. Κάποιοι Έλληνες κατετάγησαν στο ανταρτικό σώμα του. Με ορμητήριο τα χωριά Λιγκοβάνη[35] και Λέχοβο[36], απέκρουε επιθέσεις Βουλγάρων κομιτατζήδων, αλλά όταν έπιανε αιχμάλωτους, όχι μόνο δεν τους φόνευε, αλλά και τους άφηνε ελεύθερους, με την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφαν στην Ορθοδοξία και δεν θα πείραζαν ξανά τους Έλληνες. Περιόδευσε σε πολλά χωριά, όπως το Κουμανίτσοβο[37], το Στρέμπενο[38] και άλλα, συναντώντας πολλούς Έλληνες, που αγωνίζονταν εναντίον των Βουλγάρων. Έκλεινε τα βουλγαρικά σχολεία και τις εξαρχικές εκκλησίες που με τη βία είχαν ανοίξει και συγκροτούσε τοπικές ένοπλες ομάδες. Έτσι, οργάνωσε την περιοχή ανατολικά του όρους Βιτσίου. Ακολούθως, στόχευε να οργανώσει την ελληνική αντίσταση στο Μοναστήρι και τις γύρω περιοχές. Παρ΄ όλη την απροθυμία κάποιων χωριανών να τον συνδράμουν, τις κακές καιρικές συνθήκες, τις ασθένειες, τους θανάτους, αλλά και τις λιποταξίες που συνέβαιναν στο ανταρτικό σώμα του, ο Παύλος Μελάς δεν πτοείτο και συνέχιζε το έργο του. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1904, μετά από μια αποτυχημένη επιδρομή εναντίον των Βουλγάρων στο χωριό Νερέτι[39] της Φλώρινας, ακολούθησε συμπλοκή του σώματος του Παύλου Μελά με τον τουρκικό Στρατό.
Στις 13 Οκτωβρίου 1904, λόγω καιρού, αποφάσισαν να περάσουν την νύχτα στο χωριό Στάτιστα[40], στην οικία του Μακεδονομάχου ιερέα Καντζάκη. Οι Τούρκοι, όμως, κατόπιν προδοσίας από τον Βούλγαρο κομιτατζή Μήτρο Βλάχο, έφθασαν στα Στάτιστα και περικύκλωσαν την οικία του παπα – Καντζάκη. Άρχισαν να κτυπούν με τους υποκόπανους την πόρτα και να ζητούν να ανοίξουν οι ένοικοι, ειδάλλως θα πυρπολούσαν το κτήριο. Ο Μελάς έδωσε εντολή στους αντάρτες του να πυροβολήσουν εναντίον των Τούρκων, ενώ ο ίδιος με έναν από αυτούς κατέβηκε από τον δεύτερο όροφο της οικίας που κρυβόταν. Όταν νύχτωσε, ο Παύλος Μελάς, μαζί με πέντε αντάρτες του βγήκε στον περίβολο της οικίας. Τότε, ακούστηκε ένας πυροβολισμός, που πλήγωσε τον Μελά στην μέση. Δεν γνωρίζουμε, εάν ο πυροβολισμός προήλθε από Τούρκο ή κατά λάθος από τον συναγωνιστή του, Λάκη Πύρζα, ο οποίος ήταν μαζί του. Εν πάσει περιπτώσει, ο Μελάς μεταφέρθηκε στον στάβλο της οικίας, όπου και ξεψύχησε. Οι περισσότεροι αντάρτες του κατόρθωσαν να διαφύγουν και μετά από περιπέτειες έφτασαν στο Ζέλοβο[41], όπου ενετάχθησαν στο Ελληνικό ανταρτικό σώμα του Κρητικού οπλαρχηγού Ευθυμίου Καούδη[42]. Αρκετοί, όμως, για διάφορους λόγους επέστρεψαν στο Ελληνικό Κράτος[43]. Το βράδυ της συμπλοκής στα Στάτιστα, επτά από αντάρτες του Παύλου Μελά συνελήφθησαν από τους Τούρκους, ενώ δύο από αυτούς διέφυγαν μεν, αλλά μάλλον χάθηκαν και ψήθηκαν ζωντανοί στον κλίβανο από τους κομιτατζήδες.
Την ίδια νύχτα, ο Παύλος Μελάς θάφθηκε στα Στάτιστα, από τους κατοίκους του χωριού. Σύντομα, όμως, έφτασε στο Ζέλοβο ο διερμηνέας του Γενικού Προξενείου Μοναστηρίου, Βασίλειος Αγοραστός, για να μεριμνήσει για την ταφή του αρχηγού. Αφού ενημερώθηκε πως οι ντόπιοι είχαν φροντίσει γι’ αυτήν, έστειλε απεσταλμένο να παραλάβει κρυφά το άψυχο σώμα και να το μεταφέρει στο Ζέλοβο. Ο προεστός των Στατίστων Ντίνας Στεργίου επιχείρησε την εκταφή του Μελά, αλλά τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε στο χωριό τουρκικό απόσπασμα. Ο Στεργίου, ευρισκόμενος σε κίνδυνο να συλληφθεί από τους Τούρκους, έκοψε το κεφάλι του Παύλου Μελά, το οποίο έβαλε σε ένα σακίδιο, έθαψε πάλι το σώμα και κατόρθωσε να διαφύγει στο Ζέλοβο και από εκεί στο Πισοδέρι.
Στις 18 Οκτωβρίου 1904, θάφθηκε το κεφάλι του Παύλου Μελά στο χώρο μπροστά από την Ωραία Πύλη του παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής Πισοδερίου, παρουσία του Βασιλείου Αγοραστού. Ο τελευταίος στην αναφορά του, με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου 1904, γράφει: «Παρεσκευάσαμεν, ακολούθω,ς τα διά την κηδείαν χρειώδη, κατεσκευάσαμεν κιβώτιον, επρομηθεύθημεν σάβανον, εξ εκείνων του Παναγίου Τάφου, ειδοποιήθη ο ιερεύς Παπά Σταύρος, και, όταν ήδη ήσαν τα πάντα έτοιμα, εξεκινήσαμεν εν τω σκότει φέροντες μεθ’ ημών πάντα τα χρειώδη, εγώ δέ τον σάκκον, τον οποίον εναπέθεσα προ της εικόνος της Μητρός του Χριστού, μέχρις ού εξορυχθή ο ταφίσκος. Εκεί, εν τω ρηθέντι παρεκκλησίω, προς της ωραίας Πύλης, αφ’ ού εξωρύχθη ο ταφίσκος, εκομίσθη το κιβώτιον, εν ώ επιστρώσας το σάβανον έθηκα ιδίαις μου χερσί την τιμίαν κεφαλήν, κοσμήσας διά των ανθέων του δάσους της Αγίας Τριάδος. Κατόπιν, ανάψαντες λαμπάδα ηρξάμεθα να ψάλλωμεν, εν ολολυγμοίς, την νεκρώσιμον ακολουθίαν»[44].
Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι ζητούσαν πιεστικά να πληροφορηθούν που βρισκόταν θαμμένος ο Μελάς, υποβάλλοντας μάλιστα, σε βασανιστήρια πολλούς κατοίκους των Στατίστων και απειλώντας τους, με εμπρησμό του χωριού τους. Ωστόσο, κανείς δεν προέβη σε αποκαλύψεις. Τελικά, οι Τούρκοι, λόγω πληροφοριών από τις Ελληνικές εφημερίδες, ανακάλυψαν το σώμα του Παύλου Μελά, το οποίο ξέθαψαν και μετέφεραν στην Καστοριά. Αξίζει να επισημανθεί πως δεν γνώριζαν την πραγματική ταυτότητα του Μελά, παρά μόνο ότι το σώμα ανήκε σε κάποιον Μίκη Ζέζα, αρχηγό των Ελλήνων ενόπλων της Μακεδονίας. Το πληροφορήθηκαν μόνον από επιστολές, που βρήκαν πάνω του. Στην Καστοριά, ο Καραβαγγέλης, κατόπιν πιέσεων προς τους Τούρκους[45] επέτυχε να του παραδοθεί το ακέφαλο σώμα του Μελά[46], το οποίο και έθαψε στο νεκροταφείο, αντίκρυ από την Μητρόπολη. Γράφει στα απομνημονεύματά του χαρακτηριστικά: «Το μετέφερα αμέσως στο μητροπολιτικό μέγαρο και κείνη τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε διόλου. Το θρηνήσαμε όλη τη νύχτα και την άλλη μέρα πολύ πρωί, όπως είχα υποσχεθή στον καϊμακάμη, το έθαψα με λίγους ανθρώπους της εμπιστοσύνης μου, για να αποφύγω άλλους θορύβους και συγχύσεις του λαού. Τον έθαψα στο νεκροταφείο αντίκρυ από τη Μητρόπολι»[47].
Το 1907, κατόπιν αιτήματος της Ναταλίας Μελά, το σώμα και το κεφάλι του Παύλου Μελά ενταφιάστηκαν στο αριστερό κλίτος του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών, κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό της Καστοριάς. Στο Ελληνικό Κράτος, μόλις έγινε γνωστός ο θάνατος του Μελά, αναταράχθηκε όλος ο κόσμος, ακόμη κι αυτοί, που δεν συμμερίζονταν τις αγωνίες του. Το γεγονός αυτό αναζωπύρωσε περισσότερο την ευαισθησία όλων των Ελλήνων για τη Μακεδονία και συνετάραξε μαζικά τον Ελληνισμό. Συγκεκριμένα, «…η θλιβερά είδησις του θανάτου του Παύλου Μελά ταχέως έφτασεν εις Αθήνας. Οι κώδωνες των εκκλησιών εσήμανον πενθίμως και ενώ εις την πρωτεύουσαν και την λοιπήν Ελλάδαν πολύ ολίγοι εγνώριζον την έξοδον του εις την Μακεδονίαν, εν τούτοις ο θάνατος του εθρηνήθη ως εθνικού ηρώος. Κύματα αγανακτήσεως συνετάραξαν το Πανελλήνιον και απ΄ άκρου εις άκρον της χώρας εζητείτο εκδίκησις. Μέχρι τότε το Μακεδονικόν ζήτημα αφεώρα ένα μικρόν τμήμα του όλου Ελληνισμού. Από της στιγμής όμως εκείνης καθίστατο πλέον αγών επιβιώσεως όλου του Έθνους. Από της απόψεως αυτής ο Θάνατος του Μελά απετέλεσε πραγματικόν εγερτήριον σάλπισμα. Οι συνάδελφοι του αξιωματικοί εζήτουν να μεταβούν εις την Μακεδονίαν δια να εκδικηθούν τον θάνατον του και όλοι οι Έλληνες αντελήφθησαν ότι ζωτικά συμφέροντα του Ελληνισμού διακυβεύοντο εις τον χώρο της. Εάν αυτά τα συμφέροντα δεν κατωχυρούντο, τότε η Ελλάς θα έζη πάντοτε υπό την ασφυκτικήν πίεσιν ενός ισχυρού βορείου γείτονος….»[48].
Ο Ίων Δραγούμης έγραφε αργότερα για τον αντίκτυπο του θανάτου του Παύλου Μελά: «Ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε στη Στάτιστα της Μακεδονίας ένα βράδυ το φθινόπωρο του 1904. Και οι Έλληνες ξύπνησαν. Γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Επειδή είναι τυφλοί οι άνθρωποι. και οι περισσότεροι γεννήθηκαν για να είναι και μικροί. Σπίθες κοντές είναι οι στιγμές που ξυπνούν και νοιώθουν τη μετριότητα που βαρύνει επάνω τους. Σπίθα είναι, όταν λέγουν. – Ω, τι ανυπόφορη που είναι η μετριότητά μου! Τέτοια σπίθα τους άναψε ο Παύλος Μελάς. Όσοι συνηθίζουν να συλλογίζονται, ας στοχασθούν πόσο μεγαλύτερος από τους άλλους Έλληνες έπρεπε να είναι ο Παύλος Μελάς, για να καταφέρει να τους ανάψει. Και με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν. Έτριψαν τα μάτια τους, κάπως ξιππασμένοι, και είπαν μέσα τους, γιατί ντρέπουνταν να το διαλαλήσουν. – Ώστε υπάρχει Μακεδονία, αφού πήγε ο Παύλος Μελάς, και σκοτώθηκε γι αυτή! Και άλλοι εσυμπέραναν. – Ώστε βρίσκονταν ακόμα μετά το 1897 αξιωματικοί στο Στρατό, και ζωή στο Έθνος! Λοιπόν, ζήτω το Έθνος!»[49]
Επίσης, στρεφόμενος προς τα Ελληνόπουλα, ο Δραγούμης έγραφε: «Σε σας στρέφομαι, παιδιά του Ελληνισμού, αγαπημένα Ελληνόπουλα, και σας εξορκίζω, αν έχετε να ξοδέψετε ενέργεια, ας είναι και μέτρια, αν έχετε να κάψετε τίποτε περισσότερο από σπίθες απλές ενθουσιασμού μη λησμονείτε ποτέ το θάνατο του Παλικαριού, αλλά προπάντων μη λησμονείτε τη ζωή του, τον ενθουσιασμό του, δηλαδή και τη δύναμη και την τόλμη, μη λησμονείτε και την ιδέα που για κείνη δούλεψε και υπέφερε, ούτε την πανώρια χώρα, όπου εσκοτώθη, γιατί και η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα Ήρωες. Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει.»[50] Αντί επιλόγου, παρατίθεται μια επιστολή του Παύλου Μελά προς σε έναν νεαρό Εύελπι, στον οποίο και αναφέρει:
«Η ζωή είναι πόλεμος. Η γη σου είναι φρούριο και χρέος σου η νίκη. Μη μιλάς, να σκέπτεσαι, ν’ αγαπάς, να μην πονάς. Ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος. Πολέμα για τα ιδανικά σου, για τα Ελληνικά ιδανικά του ανθρωπισμού. Πολέμα για την Μεγάλη Ιδέα. Άνδρες που περπατούν στη ζωή ευθυτενείς και με γαλήνη, μαθημένοι να πονούν χωρίς να υποφέρουν, να νικούν χωρίς να θριαμβολογούν, να νικώνται χωρίς να μοιρολογούν. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνδρες, θεμέλια γενεών. Αυτοί οι Ευέλπιδες, οι αυριανοί ηγήτορες του Έθνους. Νεαρέ Εύελπι μάθε και εξασκήσου να είσαι απλός, ολιγόλογος, συγκρατημένος, σεμνός. Λίγα λόγια, πολλά έργα. Ανθρωπιά μεγάλη, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή. Όποιος σε κοιτά, τα μάτια του σε γεμίζουν παλικάρι. Περισσότερο να προσβάλλεσαι όταν σε κυριεύει ο πόνος. Μη θυμώνεις, χειρότερα είναι να χτυπήσεις, έστω και εάν μόλις κρατιέσαι με έναν κόμπο στο λαιμό. Να φύγεις είναι δειλία. Μόνος σου αποφάσισες να γίνεις Αξιωματικός. Απελπισία, ύστερα γελάς και από την μια μεριά στην άλλη γίνεσαι άνδρας, δηλαδή μαθαίνεις να κρατάς μέσα σου τον πόνο και την απορία, έτσι χωρίς να φαίνεται, αλλά να επιμένεις πάντα στον σκοπό σου, στα όνειρά σου. Αν προχωρήσω, ακολουθείστε με.. Αν υποχωρήσω, σκοτώστε με… Αν σκοτωθώ, εκδικηθείτε με. Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας) Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού, Τάξις 1891.»
Πηγές:
Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957.
Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979.
Δραγούμη Ίωνος, Μαρτύρων και Ηρώων αίμα, Εκδόσεις Μαλλιαρής – Παιδεία
Η επιστολή του Παύλου Μελά προς τον νεαρό Εύελπι… Παύλος Μελάς (ή Μίκης Ζέζας) | https://patridamouelladamou.wordpress.com/2012/10/22/η-επιστολή-του-παύλου-μελά-προς-τον-νεα/
Ιωάννης Π. Μεταξάς – Στρατιωτικός | https://www.ioannismetaxas.gr/Stratiotikos.html
Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958.
Κοεμτζοπούλου Νικόλαου, Καπετάν Κώττας, ο πρώτος Μακεδονομάχος, Αθήνα 1968.
Κοντογιαννίδη Τάσου, Η ταπεινωτική ήττα του πολέμου του 1897 – Επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου στην Ελλάδα | http://www.pontos-news.gr/article/163933/i-tapeinotiki-itta-toy-polemo…
Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
Μαστέλλου – Γιαννάκενα Ελίνας, Ο Παύλος Μελάς και ο Μακεδονικός Αγώνας (1904 – 1908), Ο σκοπός του και οι ήρωες του, Εκδόσεις Πελασγός Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα, Αθήνα 2018.
Παπαγιαννόπουλου Τάκη, δημοσιογράφου – εφέδρου αξιωματικού, Στρατάρχης ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ, ο εκλεκτός της ιστορίας, Αθήναι 1987.
Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014.
[1] Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 17.
[2] ο. π.
[3] ο. π.
[4] ο. π.
[5] ο. π.
[6] Οι Βούλγαροι, ήταν λαός μογγολικής καταγωγής, που εγκαταστάθηκε αρχικώς στον Βόλγα ποταμό, που διασχίζει την Ρωσία. Στα τέλη του 7ου αιώνα, μετακινήθηκαν στην Χερσόνησο του Αίμου, όπου και εκσλαβίσθηκαν. Η ακριβής προέλευση του ονόματός τους, είναι αμφίβολη. Κατά μία εκδοχή, συνδέεται με τον Βόλγα ποταμό, ενώ σύμφωνα με τον Κεραμόπουλο, το όνομά τους βγαίνει από την λέξη «βουργάροι» που σημαίνει οροφύλακες. (Πηγή: Βλ. Νεότερο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικού του «Ηλίου», τόμος 4, σελ. 752.) Ως αντίδραση στην προσπάθεια εκχριστιανισμού τους από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, πολλοί από αυτούς είχαν ασπασθεί τον Βογομιλισμό, αίρεση με μανιχαϊστικές και δυϊστικές απόψεις. (Πηγή: Βούρτση Ροζάννας, Καθαροί, οι «αιρετικοί» της Γνώσης και της Αγνότητας στο Μυστικές Εταιρείες, Εκδόσεις Αρχέτυπο, 7η έκδοση, σελ. 26. Βλ. Γεωργαλά Γεωργίου, Εις Βυζάντιον οδηγός, Σειρά: Βυζάντιον Ε΄, Εκδόσεις Ερωδιός, σελ. 104, 110 – 111.) Επίσης, έχοντας δημιουργήσει ένα δικό τους υποτελές έθνος-κράτος, εξεγείρονταν εναντίον της Ρωμανίας, πράγμα που δείχνει εξίσου την αντίδρασή τους στον εξελληνισμό τους. (Πηγή: Ο πραγματικός Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος | https://cognoscoteam.gr/ο-πραγματικός-βασίλειος-β΄-ο-βουλγαρο/) Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι Βούλγαροι, ποτέ δεν υπήρξαν λαός ενταγμένος στην Ρωμανία, δεν υπήρξαν ποτέ Ρωμιοί, όπως διατείνονται λανθασμένα κάποιοι σύγχρονοι νεοτερίζοντες ιστορικοί.
[7] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 28 – 29.
[8] Βλ. Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 102. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το Καταστατικό της Εθνικής Εταιρείας, ο κάθε Έλληνας που κατατασσόταν στην Εθνική Εταιρεία, έπρεπε να ήταν «ανεγνωρισμένων φρονημάτων και αισθημάτων» (άρθρο 4) και υποχρεούτο «να ορκισθή επί του Ιερού Ευαγγελίου και επί λόγω τιμής ότι θέλει τηρήση απόλυτον εχεμύθειαν όρκου του και υποχρεούται να τηρή αυτόν εφ΄ όρου ζωής…» (άρθρο 5) Βλ. ο. π.
[9] https://www.ioannismetaxas.gr/Stratiotikos.html Μάλιστα, σώζεται μια επιστολή του Ιωάννη Μεταξά προς τον Παύλο Μελά, με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1896 και βρίσκεται σήμερα στο αρχείο της εγγονής του τελευταίου, Ναταλίας Ιωαννίδη.
[10] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[11] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 94.
[12] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 96.
[13] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 97 – 98.
[14] Κοντογιαννίδη Τάσου, Η ταπεινωτική ήττα του πολέμου του 1897 – Επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου στην Ελλάδα | https://www.pontosnews.gr/387690/ellada/i-tapeinotiki-itta-tou-polemou-tou-1897-ka/
[15] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 7 – 8.
[16] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 124.
[17] ο. π.
[18] ο. π.
[19] ο. π.
[20] ο. π.
[21] ο. π.
[22] ο. π., σελ. 126.
[23] ο. π.
[24] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 9.
[25] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 130.
[26] ο. π., σελ. 131.
[27] Κοεμτζοπούλου Νικόλαου, Καπετάν Κώττας, ο πρώτος Μακεδονομάχος, Αθήνα 1968.
[28] ο. π.
[29] Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957, σελ. 32.
[30] Βλ. και Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998. Βλ. και Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957, σελ. 33.
[31] Παπαγιαννόπουλου Τάκη, δημοσιογράφου – εφέδρου αξιωματικού, Στρατάρχης ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ, ο εκλεκτός της ιστορίας, Αθήναι 1987, σελ. 21 – 22.
[32] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[33] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[34] Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
[35] Λιγκοβάνη: σημερινή Ξυλούπολη της Θεσσαλονίκης
[36] Λέχοβο: σημερινό Ηρωικό της Φλώρινας
[37] Κουμανίτσοβο: σημερινή Λιθιά Καστοριάς
[38] Στρέμπενο: σημερινά Ασπρώγεια της Φλώρινας
[39] Νερέτι: σημερινός Πολυπόταμος της Φλώρινας
[40] Στάτιστα: σημερινό Μελάς Καστοριάς
[41] Ζέλοβο: σημερινό Ανταρτικό της Φλώρινας.
[42] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 155.
[43] ο. π.
[44] Βλ. Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
[45] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 34 – 35.
[46] ο. π., σελ. 35.
[47] ο. π.
[48] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 154 – 155.
[49] Δραγούμη Ίωνος, Μαρτύρων και Ηρώων αίμα, Εκδόσεις Μαλλιαρής – Παιδεία, σελ. 3.
[50] ο. π., σελ. 4 – 5. *Εκ του ιστολογίου «evaggelialappa.gr» της 17.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








