«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025
ΚΑΛΑ... ΕΣΥ ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕΣ;
Παλαιότερη ανάρτησή μας για την Σοφία Βέμπο, με αφορμή την εθνική εορτή της 28ης Οκτωβρίου και την επέτειο του ''ΟΧΙ'', μετά από παράκληση αναγνωστών μας να την ξαναδημοσιεύσουμε.
Η κυβέρνηση με την συνεργασία του Δήμου Αθηναίων εξήγγειλε για δεύτερη συνεχή χρονιά,
πρόγραμμα εκδηλώσεων για τον εορτασμό της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς στις 12 Οκτωβρίου.
Αναρτήθηκε η λίστα των τραγουδιστών, καθώς και τα τραγούδια που θα ερμηνεύσουν, τραγούδια του Μίκυ Θεοδωράκη,
του Θάνου Μικρούτσικου και άλλων συνθετών. Απουσιάζει ακατάληπτα, εκπληκτικά και απερινόητα το όνομα της Σοφίας Βέμπο!
Γιατί;
Γιατι οι πολυδαίδαλες, σεχταριστικές συνιστώσες αυτής της -αριστερά- αφροδισιακής κυβέρνησης, που βαυκαλίζεται ιδεαλιστικά με τις αυτόχειρες ιδεοληψίες
μιας ουτοπικής
και ευτελισμένης διαχειριστικά ''ευρωπαικής'' λαοκρατίας αποκηρύττει ως ''ταμπού,''
με πολιτική σαδιστικού ολοκληρωτισμού και μειομένης προκατάληψης, τα λαοφιλή, αντιστασιακά τραγούδια αυτής της Ελληνίδας ηρωίδας Σύμβολο.
Ο υπουργός της Παιδείας για πολλοστή φορά -έστω και σχηματικά προς το παρόν- έχει απορρίψει τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου και έχει εισηγηθεί την αντικατάστασή της από την 12η Οκτωβρίου, που είναι και η ημέρα απελευθέρωσης της Αθήνας. Γιατί; Γιατί η 28η Οκτωβρίου είναι η επέτειος του ΟΧΙ και αυτό το τελεσίδικο ''no passaran'' δεν εκφράστηκε -δυστηχώς γι' αυτούς- από έναν αριστερό ινστρούχτορα, αλλά από έναν εθνικιστικό δικτατορίσκο και, ως εκ τούτου η ιστορική αυτή κατάποση είναι ιδιαίτερα δύσπεπτη για την αριστερίστικη γαστέρα του κ. Φίλη. Είναι εκπληκτικά περίεργο και λογικά ανερμήνευτο.
Η κυβέρνηση αυτή, η οποία δεν εκ-τρέφεται -ως διατείνεται- από κανενός είδους απαγορευτικό ταμπού, κοινωνικό αποκλεισμό ή επιβεβλημένη απαγόρευση, να διέπεται από τέτοιους συνειδησιακούς ρεβανσισμούς που προτάσσει, η προσφιλής γι' αυτούς δικτατορία του προλεταριάτου! Το μόνο που λείπει αυτήν την στιγμή από τους Έλληνες είναι ο κοινωνικός διχασμός με εμφυλιοπολεμικές υπενθυμίσεις ''συνασπισμένου'' αυτισμού. Οι παραβατικά πεπαιδευμένοι αυτοί κοινοβουλευτικοί λαθρεπιβάτες, αφού ταρρίχευσαν μαζί με τους προηγούμενους κομματικούς εμιγκρέδες το σώμα των Ελλήνων, σχεδιάζουν τώρα στυλιστικά και το φέρετρό του! Οι στρατιωτικές παρελάσεις καταργήθηκαν, τα σχολεία μεταβλήθηκαν σε τεκτονικού τύπου μυητικές συνεδριάσεις, ο ηλεκτρονικός Τύπος συρρικνώνεται χάριν μιας καθεστωτικής, αφηνιασμένης προπαγάνδας κι ένα ψεύτικο γκοβέρνο -παντελώς ridicolo- προσπαθεί να χορτάσει την φτώχεια με παλαιωθέντες, αναχρονιστικές ιδέες.
Η χώρα μυρίζει σήψη. Αυτοί που δηλώνουν, ως υπέρμαχοι υπερασπιστές του πλουραλισμού των ιδεών είναι οι πρώτοι που θα έκαναν -δημόσια- υπαίθριο πλειστηριασμό του ιστορικού πλούτου των Ελλήνων. Κάψτε το Βυζάντιο μαζί με τους Παλαιολόγους, κρεμάστε την Εκκλησία στην αγχόνη της αιρετικής παραβατικότητά σας, φτιάξτε ναζιστικά σχολεία παροχής κομματικών υπηρεσιών, καταργήστε τον Τύπο, κονσερβοποιήστε την χώρα, διαλύστε την οικογένεια, εκβάλλετε τους Έλληνες στο εξωτερικό και φυτέψτε με εισαγόμενα δενδρίλια τον σπόρο του Ισλάμ. Αποδομείται ιστορικά, πολιτισμικά και εκκλησιαστικά αυτό το κράτος από μια νεοποχίτικη κυβέρνηση ενός ιδεολογικού, εξουσιολάγνου αχταρμά, που αφού εκπορνεύθηκε σε γιάνκικους και εβραικούς οίκους ανοχής, πήρε επιτέλους τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εθνικού μας επιβήτορα!
Τα στρατιωτικά εμβατήρια, οι εθνικοί παιάνες νίκης στους πολέμους, τα τραγούδια του Τραιφόρου, του Σουγιούλ και του Αντίκ, ως και αυτός ο Εθνικός Ύμνος αποτελούν πλέον για τους κυβερνητικούς εξωμότες αυτής της μοιχεπιβάτικης, ξεπουλημένης εξουσίας, υπό οριστική απόσυρση. Η Σοφία Βέμπο, που κανείς φίλαυτος με την εξουσία Φίλης δεν μπορεί να ακυρώσει με την επιβολή, την υπερβολή και την διαβολή, μετράει αντίστροφα τον χρόνο της κυβερνητικής τελείωσής του. Και η Ελληνίδα ηρωίδα θα συνεχίζει -ακόμη και σήμερα- να εμψυχώνει πατριωτικά τους Έλληνες, θυμίζοντας, πως, αν και οι Γερμανοί, κατοχικοί ιμπεριαλιστές -διά νόμου- της απαγόρευαν να τραγουδάει γιατι ξεσήκωνε τα πλήθη, εκείνη συνέχιζε. Η απαγορευτική αυτή διαταγή είχε αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου 13/2, ημερομηνία εκδόσεως την 9ην Αυγούστου 1941 και ήταν υπογεγραμμένη από τον Κάρλο Μέολι, αντισυνταγματάρχη των Καραμπινιέρων.
Όμως, στις 17 Αυγούστου 1941, ημέρα Κυριακή, στο θέατρο «Αθήναιον» στην συμβολή των οδών Πατησίων και Μάρνη, απέναντι ακριβώς από το Εθνικό Μουσείο, συνέβη κάτι το εντελώς απροσδόκητο, που επέδρασε αποφασιστικά στη ζωή της Βέμπο. Εκείνη επισκέφθηκε εθιμοτυπικά το θέατρο, στη βραδινή του παράσταση, για να χαιρετίσει τους συναδέλφους της, που έπαιζαν ένα συνηθισμένο κατοχικό έργο. Το θέατρο ήταν κατάμεστο από θεατές και όταν αντελήφθησαν την παρουσία της Βέμπο, άρχισαν ρυθμικά, δυνατά και επίμονα να ζητούν να τους τραγουδήσει το αγαπημένο τους τραγούδι «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά...». Αυτό -βεβαίως- ήταν απαγορευμένο από τις Αρχές Κατοχής και συνεπώς επικίνδυνο και για τη Βέμπο, αλλά και για το θέατρο. Εκείνη, λοιπόν, αρνήθηκε ευγενικά για τους λόγους αυτούς, αλλά το κοινό, πάντοτε ζωηρό, απαιτητικό και αμετάπειστο συνέχισε να της ζητά να τραγουδήσει.
Η Βέμπο έμεινε διστακτική στην αρχή.
Πάλεψε μέσα της η ψυχρή λογική της γυναίκας, με τη φλογερή εθνική παρόρμηση της Ελληνίδας.
Και νίκησε τελικά η Ελληνίδα.
Ανέβηκε ύστερα γρήγορα στη σκηνή, άρπαξε βιαστικά στα χέρια της το μικρόφωνο και με εκείνη την υπέροχη δυνατή φωνή της, άρχισε να τραγουδά το τραγούδι της «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά...».
Και τότε ολόκληρο το θέατρο σείστηκε κυριολεκτικά από ζητωκραυγές και χειροκροτήματα.
Κατόπιν, όλοι οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι και σαν μια μυριόστομη χορωδία, συνόδευσαν συγκινημένοι την Σοφία στις μελωδικές στροφές του υπέροχου τραγουδιού της.
Αλλά αυτό πια δεν ήταν τραγούδι.
Ήταν πολεμικό εμβατήριο, ήταν αγωνιστικός Θούριος, ήταν νικητήριος Παιάνας...
Κι έτσι, εκείνο το βράδυ, η θεατρική παράσταση από μια συνηθισμένη καλλιτεχνική εκδήλωση εξελίχθηκε -εντελώς αυθόρμητα- σ' ένα ξέφρενο πατριωτικό παραλήρημα, σ' ένα έξαλλο εθνικό πανηγύρι, σε μια δημόσια λαική εορτή!
Κι όπως έλεγε ο Δημήτρης Καμπούρογλου: ''Παραπονούμεθα διά την ασθενή μνήμην μας, ενώ θα έπρεπε μάλλον να παραπονούμεθα διά την ασθενή λήθην μας.
Όπερ σημαίνει: ''Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει!''
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024
1940: Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ, ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
«Είχε σηκώσει το γιακά της χλαίνης και με το μάνλιχερ στη χούφτα, όπλο και ραβδί, προχωρούσε στο κάτασπρο χιόνι. Η Παναγία “στρατηγός” στο μέτωπο το 1940 καθοδηγούσε, προστάτευε τους στρατιώτες». Ως στρατηγό φαντάζονταν την Παναγία οι λογοτέχνες, οι πολιτικοί, αλλά και οι στρατιωτικοί που μάχονταν στα βουνά της Πίνδου σε επίσημα κείμενα της εποχής. Εκεί, στη μεγάλη μάχη του Έθνους, η Παναγία περπατά με τους στρατιώτες, σώζει τραυματισμένους και αιχμαλώτους, πότε νοσοκόμα, πότε στρατηγός και πότε παρηγορήτρια στα φτωχόσπιτα που έχαναν στην Πίνδο αγαπημένα πρόσωπα.
Η μορφή της, τυπωμένη στα επιστολικά δελτάρια, έκλεινε σε ένα μικρό κομμάτι χαρτιού τον πόνο, την ελπίδα, τα δάκρυα των αγωνιστών του 1940. Της χρονιάς εκείνης που η Τήνος, λίγα μέτρα από τον Ναό της Ευαγγελιστρίας, έζησε την πιο φρικτή όψη του πολέμου. Τότε, στις οκτώμισι το πρωί της 15ης Αυγούστου, ανήμερα του εορτασμού της Θεοτόκου στον όρμο της Τήνου, όπου είχε καταπλεύσει για να αποδώσει τιμές το «εύδρομον Έλλη», οι Ιταλοί χτύπησαν με τον πιο ύπουλο τρόπο. Ένα υποβρύχιο του ιταλικού στόλου, το «Ντελφίνο», τορπίλισε το σημαιοστολισμένο πλοίο.
Διοικητής των Δωδεκανήσων τότε ήταν ο Ντε Βέκι, ο οποίος είχε ενημερώσει ψευδώς τον Μουσολίνι ότι στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Τήνου και Σύρου κινούνταν αγγλικά πλοία. Έτσι, το ιταλικό υποβρύχιο ανέλαβε να δράσει χτυπώντας το «Έλλη», με αποτέλεσμα να αφήσει πίσω συνολικά 10 νεκρούς και 29 τραυματίες. Έντεκα χρόνια αργότερα, η ιταλική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας το έγκλημα, έδωσε στην Ελλάδα ως αποζημίωση το καταδρομικό «Ευγένιος Σαβοΐας», το οποίο μετονομάστηκε σε «Έλλη ΙΙ».
Ο τορπιλισμός του «Έλλη» είχε ως αποτέλεσμα λαός και πολιτικοί να βγουν από τον κόσμο των ψευδαισθήσεων, να παραβλέψουν τις όποιες διαφορές τους και να ενωθούν κάτω από την ίδια σημαία. Ο πρεσβευτής της Ιταλίας, Γκράτσι, μετά το τέλος του πολέμου, στα απομνημονεύματά του διαπίστωνε: «Το έγκλημα της Τήνου είχε ως αποτέλεσμα, για να μην πω ότι έκανε το θαύμα, να δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου πείστηκαν πως έναν μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα, την Ιταλία».
Δύο μήνες αργότερα, οι καμπάνες του Ναού της Ευαγγελίστριας ήχησαν όταν οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ήπειρο, καλώντας τους πάντες να πολεμήσουν και να εκδικηθούν για το χτύπημα στην «Έλλη». Ο Σπύρος Μελάς έγραφε: «Κλείνοντας βαθειά μέσ’ στην ψυχή του ο καθένας μας τον πόνο και τη λύσσα του -λέει ο αυτόπτης-, ενωμένοι στην αγάπη μας για την Ελλάδα, σε μια μόνη θέληση χαλυβδωμένοι, παρακαλέσαμε τη θαυματουργό Παρθένα να μας αξιώσει να εκδικηθούμε με τα καράβια μας τον εχθρό για το άτιμο έγκλημά του».
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα που προκάλεσε η ιταλική εισβολή, το κλίμα αντιστράφηκε «…και η Ελλάς επήδηξεν εις τα όρη ανένδυτος, γυμνή, κουρελού και επολέμησε με τις πέτρες και εσταμάτησε την άτιμον εισβολήν και… περνούν ένα, δύο, τρία, δέκα, δεκαπέντε εικοσιτετράωρα, ω – και νικά. Τι θα γίνη;… Θα γίνη ό,τι ήθελε ο Ύψιστος, θα γίνη ό,τι έχει αποφασίσει η υβρισμένη Παναγία της Τήνου. Θα νικήσωμεν», σημείωνε στην «Καθημερινή» τον Νοέμβριο του 1940 ο Γεώργιος Βλάχος.
Με τις πρώτες νίκες, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ στην ημερήσια διαταγή προς τον μαχόμενο στρατό ανέφερε: «…Ενικήσατε, Έλληνες πολεμισταί, διότι το δίκαιον είναι μαζί σας και διότι ο Θεός και η Παναγία σάς προστατεύουν». Στο ίδιο πνεύμα και η ημερησία διαταγή του αρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου: «…ημείς όλοι είμεθα υπερήφανοι δι’ αυτούς και ο Θεός και η Παναγία τούς ευλογούν από ψηλά». Στην ημερήσια διαταγή της 28ης Οκτωβρίου, ο Παπάγος ανέφερε: «Στρατιώται, ο Θεός είναι μαζί σας, η πληγωμένη Παναγία της Τήνου ευλογεί τον αγώνα σας και σας οδηγεί και Αύτη θα σας δώσει δύναμη για να συντρίψετε οριστικά και τελειωτικά τον ύπουλο εχθρό, που θέλησε, χωρίς καμία αφορμή, να μας κάνη δούλους»…
Πέρα όμως από τις διαταγές και τα εμπνευσμένα κείμενα των πρωταγωνιστών, το ίδιο το Ίδρυμα της Παναγίας, με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, ήρθε να συνεισφέρει τα μέγιστα στον αγώνα κατά των Ιταλών. «Η Επιτροπή την 1η Δεκεμβρίου του 1940 αποφασίζει ομόφωνα και εκχωρεί, μεταβιβάζει και θέτει εις την διάθεσιν του ευσεβεστάτου Ηγήτορος της Κυβερνήσεως όλα τα εν τω Ιδρύματι της Ευαγγελιστρίας υπάρχοντα και εις αυτό ανήκοντα αναθήματα εις τιμαλφή αντικείμενα και κοσμήματα παντός είδους, συμπεριλαμβανομένων, μετ’ έγκρισιν του αρμοδίου υπουργείου, και των τοιούτων προς αυτό παρ’ ευσεβών προσκυνητών υπό τον όρον της μη εκποιήσεως, ως επίσης και του εντός θήκης της Πανσέπτου Εικόνος, καθηλωμένου από το 1935 έτους, πολυτίμου περιδεραίου εκ πλατίνης και μπριγιάντ, δωρεά Αικατερίνης Βάττη, εις σχήματα εκ χρυσού μετά των του μαρμαρίνου προσκυνηταρίου της Ιεράς Εικόνος χρυσών αφιερωμάτων διαφόρων, εξαιρέσει τινών εξ αυτών εικονιζομένων τον βασιλέα Κωνσταντίνον, εις σχήματα αργυρά και επάργυρα διάφορα, και τα εν τω αποθεματικώ Ταμείω ευρισκόμενα και μη εν κυκλοφορία αργυρά ελληνικά και ξένα νομίσματα, διάφορα, τα περιλαμβανόμενα εις τα γραμμάτια αναθημάτων τιμαλφών διακοσμήσεως ναού…».
Η κίνηση αυτή της επιτροπής έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την κυβέρνηση, το παλάτι και την ηγεσία της Εκκλησίας. Την ώρα που η επιτροπή προσέφερε την περιουσία του Ιδρύματος για τις ανάγκες του αγώνα, στο μέτωπο η Παναγιά είναι… παρούσα. Συντροφεύει, παρηγορεί, εμπνέει τους στρατιώτες: «…Μας βελονιάζει τα κόκκαλα η νύχτα στ’ αμπριά. Εδώ μέσα μεταφέραμε τα φιλικά πρόσωπά μας και τ’ ασπαζόμαστε, τη μυρωδιά του σπιτιού, τη θέα των λόφων, την άπλα της θάλασσας, τις πλεξούδες των κοριτσιών, μεταφέραμε την Παναγία με το γαρούφαλλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν από το χιόνι, που μας διπλώνει στην μπόλια της πριν απ’ το θάνατο», έγραφε ο Νικηφόρος Βρεττάκος.
Και ο Άγγελος Σικελιανός… προσευχόταν: «Παρθένα μάννα, το πικρό ποτήρι ως τη στερνή το ’πιαμε στάλα. Δράμε εκεί, που τα ίδια σπλάχνα σου ξεσκίζουν. Άνοιξ’ το δρόμο, ακοίμητη, να πάμε όπου τουφέκι και λιβανιστήρι. Οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν! Στο ναό σου να μπη ο στρατός σου κάμε». Την ίδια περίοδο ο Τίμος Μωραϊτίνης εκφραζόταν δυναμικά και απόλυτα με τον δικό του τρόπο: «Δεν είμ’ εγώ το άδικο, το δίκιο είμ’ εγώ/ δεν είμ’ εγώ κατακτητής, εγώ είμ’ η Ελλάδα/ κι έστησα εδώ τη λόγχη μου αλύγιστη λαμπάδα, τη Υπερμάχω Στρατηγώ».
Μηνύματα από την πρώτη γραμμή Στα γράμματα από το μέτωπο η Παναγία, για στρατιώτες και αξιωματικούς, ήταν η προστάτιδα, η μάνα, η ελπίδα ή ίδια η ζωή, που ανεβοκατέβαινε τα βουνά, διάβαινε τα ποτάμια, φώλιαζε σε σπηλιές πλάι σε τραυματίες και τους περιποιούνταν με υπομονή και αγάπη. Και αυτή τη δύναμη της παρουσίας Της περιέγραψε στο γράμμα του προς την αδελφή του ένας στρατιώτης από τη Χίο: «Αδελφούλα μου, νικούμε! Η Παναγία ολοζώντανη μας ακολουθεί. Παρακαλείτε και σεις όσο μπορείτε για τη σύντομη τελική νίκη». Ένας άλλος στρατιώτης εξηγούσε στους γονείς του γιατί δεν πρέπει να ανησυχούν: «Αγαπητοί μου γονείς, σεις θα φαντάζεσθε πράγματα φοβερά και τρομερά, ενώ εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Γι’ αυτό να μη στεναχωριέσθε. Άλλως τε, για όλα τα Ελληνόπουλα του μετώπου φροντίζει η Μεγαλόχαρη της Τήνου να τα κρατή γερά και να τους δίνει νίκες και μόνο νίκες. Θέλω να μου γράφετε τακτικά».
Αδελφούλα μου, νικούμε! Η Παναγία ολοζώντανη μας ακολουθεί. Παρακαλείτε και σεις όσο μπορείτε για τη σύντομη τελική νίκη. Σε κάθε ευκαιρία οι στρατιώτες φρόντιζαν να έχουν κάτι από τη μορφή της Παναγίας. Κάτι σαν φυλαχτό. Υπάρχουν όμως και αυτοί που Την ήθελαν οδηγήτρια: «Καίτη μου», γράφει στη γυναίκα του ένας στρατιώτης, «δεν θέλω να μου στείλης φανέλλες και κάλτσες. Προτιμώ να μου φτιάξης και να μου στείλης μια σημαία της ξηράς, στο μέγεθος που έχουν τις σημαίες των τα σωματεία. Στο κέντρον, μέσα σ’ έναν χρυσό κύκλο, να βάλης τον Ντίνο να ζωγραφίση την Παναγία της Τήνου. Μια τέτοια σημαία θέλω να κάνω σημαία στον λόχο μας. Θα παραξενεύεσαι γιατί δεν με ήξερες για θρήσκο, αλλά από όσα βλέπουν τα μάτια μου πιστεύω κι εγώ ότι μια θεϊκή δύναμις συντροφεύει τον στρατόν μας. Άλλωστε, πώς μπορούσα να μείνω μόνος εγώ ασυγκίνητος μέσα στο κύμα της πίστεως που έχει όλος ο στρατός μας προς την Παναγία της Τήνου, που την πιστεύει προστάτιδά του;».
Και οι ίδιοι οι στρατιώτες φρόντιζαν να δείχνουν με κάθε τρόπο τη βαθιά τους πίστη προς την Ευαγγελίστρια. Από το αλβανικό μέτωπο, 23 στρατιώτες του 23ου Συντάγματος Πεζικού με επιστολή τους προς το ιερό ίδρυμα ζητούν να τελεσθεί παράκλησις: «Οι κάτωθι στρατιώτες του 23ου Συντάγματος προσέφερον τον πενιχρόν οβολόν των διά μιαν παράκλησιν υπέρ της υγείας και της τελικής νίκης του ελληνικού στρατού. Παρακαλούμεν την εκκλησιαστικήν επιτροπήν όπως κάνη παράκλησιν και διαβασθούν τα ονόματα της υποβαλομένης καταστάσεως, οίτινες κατέβαλον το ποσόν των δραχ. 630, ας αποστέλομεν διά ταχυδρομικής επιταγής, ήνα τελεσθή η παράκλησις».
Από τα πλέον συγκινητικά γράμματα προς τα μέλη της επιτροπής είναι αυτό του υπαξιωματικού Δ. Μεϊμάρη, ο οποίος μέσα από ανορθόγραφες λέξεις τον Μάρτιο του 1941 διατύπωσε με αγνότητα την επιθυμία του: «κύριε επίτροπε Τύνου Ευαγγελιστρίας. Σας παρακαλώ να δεχθίται αυτό το μικρό δόρον διά την χάριν της Παναγιάς, διότι έτιχα να είμαι ις την Ντίνο ις 15 Αυγούστου 1940 που βούλιαξαν τη Ελλη και ήδα μαι τα μάτια μου την λαχτάραν που πέρασαν τα ναυτάκια μας και όλοι μας όσοι βρεθήκαμε εκη και οι κάτικη, και γι’ αυτό νικάμε έναν τόσο ισχιρό εχθρό, μαι τη δύναμη της Μεγαλόχαρης, και όταν ζήσω, με το καλό, θα έλθω μόνος μου και θα φέρω το αφιερομά μου, το οποίον έχω τάξη, αφού θα γυρίσομεν νικιταί και θα εορτάσομε τη χάρι της όλοι μαζή. Σας παρακαλώ αν λάβεται την παρούσα μου, αν θέλετε γράψετέ μου ότι λάβατε και το μικρόν δόρον μου, μια 10άρα, το οποίον περισέβη από ένα στρατιότι».
Με συντροφιά την Παναγιά οι πολεμιστές της Πίνδου χάραζαν τη δική τους πορεία στα χιόνια «με τη λαβομένη της Τήνου να προβαδίζει ψηλόλιγνη». Αυτή την «κοινή πορεία στρατιωτών και Παναγίας» περιγράφει μοναδικά ο Άγγελος Τερζάκης στο έργο του «Ελληνική εποποιία 1940-1941»: «Η μάχη της Πίνδου είχε τελειώσει … Ενώ το χιόνι πύκνωνε όλο και περισσότερο και το κρύο δυνάμωνε, ενώ ο χειμώνας έμπαινε με το βήμα του βαρύ, κρουσταλλιασμένο, ο φαντάρος είχε σηκώσει το γιακά της χλαίνης, που την έφαγαν οι βροχές, έχωσε το κράνος πάνω στη μάλλινη κουκούλα που του είχε πλέξει και του έστειλε εδώ πάνω μια γυναίκα -μάννα, αδερφή, στεφανωτή- και με το μάλινχερ στη χούφτα, όπλο και ραβδί, προχωρούσε από τα κάτασπρα καταράχια…
Έπρεπε τώρα να διώξει τον εχθρό από το εθνικό έδαφος, να τον κυνηγήσει όσο πιο μακριά γινόταν. Στο μέτωπο, σε όλη τη γραμμή, από τη γαλανή θάλασσα του Ιονίου ίσαμε ψηλά στις παγωμένες Πρέσπες, ο ελληνικός στρατός άρχισε να έχει παντού το ίδιο όραμα: Έβλεπε τις νύχτες μια γυναίκεια μορφή να προβαδίζει, ψηλόλιγνη, αλαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζε, την ήξερε από πάντα, του την είχαν τραγουδήσει σαν είτανε μωρό κι ονειρευότανε στην κούνια. Είταν η μάνα η μεγαλόψυχη στον πόνο και στην δόξα, η λαβωμένη της Τήνου, η υπέρμαχος στρατηγός». *Εκ του ιστολογίου «ikivotos.gr» της 28.10.2016. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΤΟ ΟΞΥΜΩΡΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΛΑΣΕΩΣ
Σᾶς γράφω ἀπό Θεσσαλονίκη. Καί ἔχω νά σᾶς μεταφέρω ἐνδιαφέρουσες εἰκόνες. Καθώς τό τριήμερο πού ἡ πόλη ἑορτάζει ταυτόχρονα τόν πολιοῦχο της Ἅγιο Δημήτριο, τήν ἀπελευθέρωσή της ἀπό τούς Ὀθωμανούς τό 1912 καί τήν 28η Ὀκτωβρίου συνυπῆρχε διαρκῶς τό ὀξύμωρο. Ἡ Ἱστορία δίπλα στήν συγκυρία.
του Μανώλη Κοττάκη
–Ἀπό τήν μία οἱ χιλιάδες προσκυνητές στά λείψανα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τά ὁποῖα ἐπέστρεψαν στήν πόλη τό 1978 ἀπό τήν Ἰταλία ἐπί μητροπολίτου Παντελεήμονος τοῦ δεύτερου. Τότε πού βρέθηκαν στό ἀββαεῖο τοῦ Σάν Λορέντζο. Καί ἀπό τήν ἄλλη, λίγα χιλιόμετρα πιό κάτω ἀπό τόν Ἅγιο Δημήτριο, ἐκεῖ πού γεννήθηκε ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ, στό χῶρο τοῦ τουρκικοῦ Προξενείου πού ἔγινε ἡ μεγάλη προβοκάτσια τοῦ Ὀκτάι Ἐγκίν τό 1955 (ἔδωσε τήν ἀφορμή γιά τό πογκρόμ εἰς βάρος τῆς ἑλληνικῆς μειονότητας τῆς Κωνσταντινουπόλεως), ἑκατοντάδες Τοῦρκοι ἐπισκέπτες νά περιμένουν ὑπομονετικά γιά νά δοῦν τόν χῶρο πού γεννήθηκε ὁ ἱδρυτής τοῦ τουρκικοῦ κράτους.
–Ἀπό τή μία οἱ Ἔφεδροι, πού ξεκίνησαν πεζοί ἀπό τό χωριό «Γέφυρα» γιά νά ἀναπαραστήσουν, πορευόμενοι ἐπί 25 χιλιόμετρα μέχρι τόν Λευκό Πύργο, τήν εἴσοδο τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στήν πόλη τοῦ 1912 (σέ αὐτό τό χωριό παρέδωσε εἰρηνικά τήν Θεσσαλονίκη στούς στρατηγούς μας ὁ Ταχσήν Πασᾶς), καί ἀπό τήν ἄλλη, στόν ἴδιο χῶρο, ἑκατοντάδες ἀμέριμνοι Τοῦρκοι ἐπισκέπτες καθιστοί στά παγκάκια, οἱ ὁποῖοι προφανῶς δέν γνώριζαν γιατί αὐτοί οἱ ἄνδρες ψάλλουν τόν ἐθνικό ὕμνο!
–Ἀπό τή μία ἡ ἐπίδειξη δύναμης τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων στήν καλύτερη παρέλαση πού εἴδαμε ποτέ τά τελευταῖα χρόνια, ἡ ὁποία εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά εἶναι γεμάτη ἀπό κόσμο ὅλη ἡ παραλιακή λεωφόρος Νίκης μέχρι τήν Νέα Παραλία καί τό «Μακεδονία Παλλάς» (τό πλῆθος μέ τήν ἔκτασή του θύμιζε τίς ἀλησμόνητες πολιτικές συγκεντρώσεις τῆς δεκαετίας τοῦ 1990), κόσμο πού φωτογράφιζε τά ἀεροπλάνα καί τά ἑλικόπτερα τῆς Πολεμικῆς μας Ἀεροπορίας, καί ἀπό τήν ἄλλη, μεταξύ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πολλοί Βούλγαροι καί Σκοπιανοί, πού μᾶλλον ἀγνοοῦσαν τί ἀκριβῶς συνέβαινε στήν παρέλαση πού ἦταν σέ ἐξέλιξη λίγα μέτρα πιό κάτω, στό «Μακεδονία Παλλάς».
Πού, στήν οὐσία, δέν ἐπρόκειτο γιά παρέλαση, ἀλλά γιά τήν σύναξη τοῦ Ἔθνους: Μακεδονομάχοι μέ τίς στολές τους, Σύλλογοι πού φέρουν τό ὄνομα τοῦ Παύλου Μελᾶ, Σύλλογοι πού φέρουν τό ὄνομα τοῦ ἥρωα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Ἐμμανουήλ Παππᾶ, ὁποῖος θυσίασε ὅλη τήν οἰκογένεια γιά τό ἔθνος, τό «Μακεδονία ξακουστή» στά χείλη ὅλων καί στή διαπασῶν, ἄνδρες μέ τή στολή τῶν ὑπολοχαγῶν τοῦ 1904, Πόντιοι μέ τό σύνθημα «Πόντος, Ἑλλάς, Μακεδονία», Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Ἠπειρῶτες, Κρῆτες, Ρουμελιῶτες, Θρακιῶτες, Κωνσταντινουπολίτες. Τό ὅλον Ἔθνος πανηγύριζε τά ἑλληνικά χώματα. Τήν ἀνάκτηση προαιώνιων ἑλληνικῶν ἐδαφῶν.
Ὀξύμωρο νά παρελαύνει τό Ἔθνος μπροστά σέ Βούλγαρους, Τούρκους καί Σκοπιανούς, οἱ ὁποῖοι ἐπισκέφθηκαν τό τριήμερο τήν σύγχρονη μητροπολιτική πρωτεύουσα τῶν Βαλκανίων. Μιά πόλη πού ἀποπνέει πλέον δυναμισμό καί στέκεται στά πόδια μόνη της. Εὔλογο μετά ταῦτα τό ἐρώτημα: Εἶναι ἡ Ἱστορία φυλακή; Μᾶς ἐμποδίζει σέ κάτι; Θά πρέπει νά τήν διαγράψουμε γιά τά εὐρώ τοῦ τουριστικοῦ συναλλάγματος; Μποροῦν νά συνυπάρξουν ὅλα μαζί; Ἤ μήπως πρέπει νά χαμηλώσουμε τούς τόνους καί νά ὑποστείλουμε τίς σημαῖες τῆς Ἱστορίας χάριν τῆς αὐξήσεως τοῦ… ΑΕΠ ;
Τήν ἀπάντηση τήν ξέρετε καί εἶναι βεβαίως «Ὄχι». «Ὄχι» τοῦ ἴδιου ἀναστήματος μέ αὐτό πού εἶπε ὁ Μεταξᾶς στούς Ἰταλούς. Προφανῶς καί οἱ λαοί δέν θέλουν τόν πόλεμο. Προφανῶς καί οἱ λαοί θέλουν τήν εἰρήνη.
Προφανῶς καί τήν θέλουν τόσο πολύ πού καμμιά φορά μετατρέπουν τίς ἱστορικές ἐπετείους σέ εὐκαιρία γιά ἀπόδραση, τριήμερο καί ἀναψυχή.
Δεκάδες Ἰσραηλινοί ἑόρτασαν τήν ἐπέτειο τοῦ Γιόμ Κιπούρ πρίν ἀπό μερικές μέρες στό Μικρό καί στό Μεγάλο Πάπιγκο. Δεκάδες Τοῦρκοι ἀποφεύγουν τήν νηστεία τοῦ Ραμαζανιοῦ καί τοῦ Μπαϊραμιοῦ μέ ἀποδράσεις στήν Ἀλεξανδρούπολη καί τήν Θεσσαλονίκη, τά τζαμιά τῶν ὁποίων ἐπισκέπτονται. Δεκάδες Ἕλληνες ἑόρτασαν τήν 28η Ὀκτωβρίου στό Παρίσι καί τήν Ρώμη.
Ὁ ἐπεκτατισμός καί ὁ ἀναθεωρητισμός ὅμως ἀγνοεῖ πολλές φορές τίς ἐπιθυμίες τῶν λαῶν. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά προστατεύουμε τήν Ἱστορία μας. Τήν μνήμη μας. Καί ἄς φαίνεται τώρα ἀχρείαστη μπροστά στήν ἀνάπτυξη. Γιά νά θυμόμαστε ἀπό ποῦ ἐρχόμαστε. Γιά νά μήν ἀτονοῦν τά ἐθνικά ἀνακλαστικά. Γιά νά λέμε αὐτό πού εἶπε ὁ πιλότος δανειζόμενος τούς στίχους τοῦ Κωστή Παλαμᾶ: «γιά αὐτούς πού πέρασαν, γιά αὐτούς πού θά ἔρθουν». Συμπληρώνοντάς το μέ τό «κριτές μας οἱ ἀγέννητοι καί οἱ νεκροί». Γιά νά μήν εἴμαστε χαλαροί, γιά νά ἔχουμε φρόνημα καί νά μήν πιαστοῦμε στόν ὕπνο, ἄν -βάσκανος μοῖρα- ἔρθει ἡ στιγμή. Ἡ Ἱστορία δέν ἀνταλλάσσεται μέ εὐρώ. Οὔτε τό φρόνημα. Τά εὐρώ προστίθενται στούς ἐτήσιους ἐθνικούς λογαριασμούς, πού ἄλλοτε πᾶνε καλά κι ἄλλοτε ὄχι. Ἡ Ἱστορία τοκίζεται ὡς ἐθνικό κεφάλαιο στήν συνείδηση τῶν πολιτῶν. Δέν εἶναι ἄσκοπη ἡ ἐπένδυση σέ αὐτήν λοιπόν, ἀλλά ἐπιβεβλημένη!
Καί κάτι τελευταῖο. Δέν μπορεῖς νά τεμαχίσεις τήν Ἱστορία καί νά τήν ξεχωρίσεις ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἐθνική ταυτότητα. Ὁ Ἅγιος Δημήτριος, προερχόμενος ἀπό ἀριστοκρατική οἰκογένεια τῆς πόλεως, ὑπῆρξε καί ὁ Ἅγιός της καί ὁ προστάτης της καί ὁ ἀπελευθερωτής της. Καθώς ἡ ἀπελευθέρωση τῆς πόλεως τό 1912 συνέπεσε μέ τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του! *Εκ της ηλεκτρονικής «ΕΣΤΙΑΣ» της 30.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024
ΚΑΙ ΑΝ ΛΕΓΑΜΕ «ΝΑΙ» ΤΟ 1940;
Συζητώντας για το ΄Επος του ’40, φίλος έθεσε καλόπιστα το ερώτημα: «Και γιατί άραγε να αντισταθούμε στους Ιταλούς και (αργότερα) στους Γερμανούς; Τι κέρδισε ο ελληνικός λαός; Χάθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές, χώρια οι υλικές καταστροφές και η κατάρρευση της οικονομίας. Τι θα μας πείραζε αν αφήναμε τους Ιταλούς να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της χώρας, όπως μας ζήτησε με το τελεσίγραφό του ο Μουσολίνι;».
Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα δόθηκε από τον Πρωθυπουργό της Χώρας, τον Ιωάννη Μεταξά, στις 30 Οκτωβρίου στη συνομιλία που είχε με τους εκδότες και διευθυντές των αθηναϊκών εφημερίδων. Εκεί, ο δικτάτορας παραθέτει το σκεπτικό του και παρουσιάζει την πολιτική του έναντι της ιταλικής απειλής. Αναφέρει ότι είχε καταβάλει κάθε προσπάθεια για να αποφύγει τον πόλεμο, με τρόπο που δεν θα αντιστρατευόταν τα εθνικά συμφέροντα. Συνειδητοποιεί, όμως, ότι η Νέα Τάξη του Χίτλερ επιφυλάσσει δεινά στη χώρα.
«Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πως καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τον τόπον από αυτόν έστω και διά παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικότερα συμφέροντα του Εθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Αξονος μού εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την «Νέαν Τάξιν». […]
Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς διά την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως «ασήμαντοι» εμπρός εις τα «οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα» τα οποία θα είχεν διά την Ελλάδα η Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν».
Ποιες ήταν οι «θυσίες» που ζητούσε ο Άξονας; «…μας εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς (Αλεξανδρούπολη) Δηλαδή θα έπρεπε διά να αποφύγωμεν τον πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… (!) με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον.».
Παρά, λοιπόν, τα όσα λέγονται για την δήθεν ηττοπάθεια του Μεταξά, ο Έλληνας πρωθυπουργός, διδαγμένος από τα δεινά του Εθνικού Διχασμού, «διαβάζει» άριστα την πραγματικότητα και παίρνει τις σωστές αποφάσεις, ακολουθώντας, όπως λέει, όχι την πολιτική του Βασιλιά Κωνσταντίνου, αλλά την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Συντάσσεται με την Αγγλία πεπεισμένος ότι «αυτός ο πόλεμος είναι για την ελευθερία και τον πολιτισμό». Είναι εκπληκτική η πρόβλεψή του για την προσάρτηση της Δωδεκανήσου: «Ξέρω με βεβαιότητα, ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη.
Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα, ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος, αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον στας εφημερίδας, ανακοινωθέν από το Υπουργείον Εξωτερικών. Λοιπόν επιθυμώ να σας τονίσω τούτο: Εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας διά τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές…».
Συνεπώς το ΟΧΙ δεν ειπώθηκε εν θερμώ. Ήταν καταστάλαγμα μιας ώριμης θεώρησης των πραγμάτων, σύμφωνο με την ιστορία και τις παραδόσεις του Έθνους μας. Ο Μεταξάς είναι σαφής προς τους δημοσιογράφους: «Μη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μη φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. ΄Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνη διά να τον αποφύγωμε. Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι’ όλων των μέσων».
Όλα όσα αναφέρθηκαν, δίνουν μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα «γιατί να αντισταθούμε;». Πέρα όμως από τη ρεαλιστική ανάγνωση της πραγματικότητας, με το ΟΧΙ που είπε ο Μεταξάς, εξέφρασε τη θέληση και την ψυχική διάθεση του Ελληνικού λαού (από τις ελάχιστες στιγμές στη νεότερη ιστορία μας που το πνεύμα της ηγεσίας ταίριαξε με το ήθος και την ψυχή αυτού του λαού). Αν σκύβαμε το κεφάλι στους Ιταλούς θα ’ταν σα να διαγράφαμε την ιστορία μας, τις θυσίες των προγόνων μας, την παράδοση των αγώνων για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Και πιστεύει κανείς πως μπορεί ένας λαός να επιβιώσει χωρίς ιστορική μνήμη, χωρίς συνείδηση ταυτότητας και αίσθηση χρέους; Μπορεί ένα έθνος να σταθεί ταπεινωμένο, ηθικά κατησχυμμένο και ψυχικά εξανδραποδισμένο;
Είναι ακριβώς, όπως λέει ο Νίκος Σβορώνος, «η ηθική ενότητα με τη γλώσσα, με τα ήθη και έθιμα, η συνείδηση της ταυτότητάς του που επέτρεψε σ’ αυτό τον λαό να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς οι οποίοι ήταν κατακτητές του». Τη διαχρονική συνέχεια αυτής της παράδοσης αποτύπωσε, λοιπόν, ο πόλεμος του 1940 και η Αντίσταση επί Κατοχής.
Όπως αναφέρει ο κορυφαίος ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι, οι Έλληνες «στον πόλεμο για την ανεξαρτησία τους και στα πρόσφατα κινήματα Αντίστασης κατά των ξένων εισβολέων πραγματοποίησαν πράξεις ηρωισμού τόσο υψηλές, όσο τα κατορθώματα των προγόνων τους στον Μαραθώνα και στις Θερμοπύλες».
Οι Κατσιμήτρος, Δαβάκης, Φριζής και Αλεξ. Διάκος, οι Κασλάς, Κωστάκης και Δουράτσος, οι ανώνυμοι μαχητές της Πίνδου, του Ρούπελ και του Ελ Αλαμέιν, οι αντάρτες στα βουνά, οι θαλασσομάχοι και όσοι πάλεψαν στα αστικά κέντρα επί Κατοχής, όλοι τους δεν φάνηκαν κατώτεροι των Μαραθωνομάχων, των ηρώων του 1821, των Μακεδονομάχων και των ευζώνων του 1912-13.
Αυτός ο τόπος που μας έλαχε να ζούμε, είναι ποτισμένος με το αίμα χιλιάδων Ελλήνων πάλαι τε και επ’ εσχάτων. Αυτό το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα κανενός κατακτητή, καταπώς λέει ο Ελύτης. Δεν μπορούσαν, λοιπόν, οι Έλληνες του ’40 να φανούν επιλήσμονες του χρέους και να σκύψουν το κεφά *Εκ του ιστολογίου «Αντίβαρο» της 5.10.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ
[Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης, ΟΜΗΡΟΣ, Ἰλιάς, Ραψωδία Μ ]
της Ἰωάννας Γ. Καραγκιούλογλου
ΕΛΛΗΝΕΣ. Τό Ἔθνος πού στόλισε τήν Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος μέ τίς πιό λαμπρές σελίδες. Τό Ἔθνος πού, μόλις πρίν ἀπό λίγες δεκαετίες ρίχτηκε στή μάχη τῆς Λευτεριᾶς καί νίκησε, ὅταν ὁλόκληρη ἡ πλούσια καί πολιτισμένη Εὐρώπη εἶχε χάσει τό ἠθικό της καί εἶχε σκλαβωθεῖ, ἐνῶ ἡ Ἀγγλία, γονατισμένη καί μόνη, ἀγκομαχοῦσε.
Εἴμαστε ἐκεῖνοι πού διαχρονικά διατηροῦμε τήν φλόγα πού πάντα μπαίνει ἐθελοντικά στήν ὑπηρεσία τῆς Ἰδέας. Τό φαινόμενο αὐτό παρουσιάζεται ἐδῶ καί χιλιάδες χρόνια. Καί μᾶς ὑποχρεώνει νά παραδεχθοῦμε ὅτι δέν εἶναι προϊόν τῆς τύχης. Ἀποτελεῖ τήν φυσιολογική κατάσταση τοῦ ξεχωριστοῦ φαινομένου πού ὀνομάζεται Ἑλληνισμός.
Θνῆσκε ὑπὲρ πατρίδος. Ἤ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς. Ἐν Τούτῳ Νίκα. Ἐλευθερία ἤ Θάνατος. Τὸ σύμβολο τῆς Δόξας καὶ τῆς Ὑπάρξεώς μας ἐγείρει τὰ πιὸ εὐγενῆ αἰσθήματα. Ἀνακαλεῖ τὶς πλέον ἱερὲς ἀναμνήσεις. Ὅπου κυματίζει, θάμβος καὶ ἀγαλλίαση. Σείονται οἱ τάφοι. Σκιρτοῦν τὰ ὀστᾶ τῶν Ἡρώων. Συνυφασμένη μὲ τὴν Ζωὴ καὶ τὸν Θάνατο, ἡ Γαλανόλευκη ἀγκαλιάζει ἀναρίθμητες ψυχὲς μαρτύρων. Ἀποκρυσταλλώνει τὴν Ἀθανασία.
Καὶ ὅμως. Ἐν ἔτει 2024, μέσα στήν γενική ἀποθάρρυνση, μέσα στήν μετριότητα τῆς ζωῆς καί τό ἄδοξο παρόν μας, βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ ἠρωϊκοῦ ΟΧΙ. Καλούμαστε νά τιμήσουμε ἕναν μεγάλο πόλεμο, μία πάλη γιγάντων. Τόν Ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων, πού μᾶς χάρισε τήν Ἐλευθερία. Τήν Ἐλευθερία πού ἐπιτρέπει σήμερα σέ προνομιούχους ἐπισήμους νά καταθέτουν ἕναν στέφανο καί μία λέξη γιά τον Ἔπος τοῦ 40, τότε πού ἡ δόξα τῶν λησμονημένων ἐποχῶν κατοικοῦσε ἀκόμα στήν Ἑλλάδα.
Ὅταν ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶχε πτοηθεῖ ἀπό τούς θριάμβους τοῦ Χίτλερ, ὅταν ἡ Σοβιετική Ἕνωση ἀνέμενε πρωτοβουλία ἐκ μέρους τοῦ Χίτλερ, ὅταν ἀκόμα καί οἱ ΗΠΑ τηροῦσαν στάση ἀναμονῆς, ὅταν ὁ Ἄξονας εἶχε κυριαρχήσει ἐπί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου, ἡ Ἑλλάς ὄρθωσε τό Ἀνάστημά της. Ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει στίς ἐντολές τῶν ἰσχυρῶν καί, ὅταν δέχθηκε ἐπίθεση, ἀντιστάθηκε. Ἄνοιξε μέτωπο. Κατάφερε νά ἀντεπιτεθεῖ. Ἀνέτρεψε τούς εἰσβολεῖς καί ἔδωσε τό σύνθημα τῆς Νίκης στήν Οἰκουμένη.
Ἡ μικρή Ἑλλάς κατάφερε νά ἀντισταθεῖ ἀπό τήν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 ἕως τά τέλη Ἀπριλίου τοῦ 1941. Ἡ ὑλική βοήθεια τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἦταν πολύ μικρή. Ἡ βοήθεια τῆς Ἑλλάδος στόν Παγκόσμιο Ἀγῶνα ἦταν μεγάλη, ἀπό κάθε ἄποψη. Ἠθικῶς, ἡ Ἑλλάς χάρισε στούς πνευματικῶς καί ψυχικῶς ἐλεύθερους ἀνθρώπους τήν πρώτη νίκη. Στρατιωτικῶς, ἀνάγκασε τόν Χίτλερ νά ἀναβάλει γιά πολλές ἑβδομάδες τήν εἰσβολή του στήν Σοβιετική Ἕνωση.
Οἱ ἱστορικά ἀποφασιστικές ἑβδομάδες τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντίστασης στούς Ἰταλούς ἀνάγκασαν τόν Χίτλερ νά ἐκστρατεύσει κατά τῆς Ἑλλάδος, καθιστῶντας γεωγραφικῶς καί πρακτικῶς ἀδύνατη τήν ἄφιξή του στήν Μόσχα πρίν ἀπό τόν Νοέμβριο τοῦ 41. Ὁ στρατός του καθηλώθηκε ἀπό τόν Χειμῶνα. Οἱ φοβερές λάσπες καθιστοῦσαν ἀδύνατο τόν ἀνεφοδιασμό. Τό χιόνι καί ὁ πάγος ἐξουθένωναν τό σῶμα καί τήν θέληση. Ὁ Χίτλερ ἀπέτυχε διότι δέν ξεκίνησε ἐγκαίρως. Καί δέν ξεκίνησε ἐγκαίρως διότι τόν ἐμπόδισαν οἱ Ἕλληνες νά ξεκινήσει.
84 ἔτη μετά, μέ πρόδηλο τόνο εἰρωνείας, πλανᾶται τό ἐρώτημα. -Ποῦ εἶναι κρυμμένοι οἱ μεγάλοι πατριῶτες καί ἥρωες τῆς μικρῆς καί ἀπρόοπτης Ἑλλάδος; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Οἱ ἥρωες δέν προϋπάρχουν. Γίνονται μέσα ἀπό τίς περιστάσεις. Ὑπάρχει μέσα τους κάτι τό τολμηρό καί ἠρωϊκό. Ὑπάρχει ἐκεῖνο πού διακρίνει τούς ἀνδρείους ἀπό τούς δειλούς. Ἐκεῖνο πού διακρίνει τούς ἰδιοτελεῖς καί ἐγωϊστές ἀπό τούς κοινωνούς τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι πού ἐκκολάπτει τον ἐν δυνάμει ὑφιστάμενο ἠρωϊσμό. Αὐτό συμβαίνει μέσα στόν ἄνθρωπο πού, ἀπό τήν μιά στιγμή στήν ἄλλη, ἐγκαταλείπει τήν κοινωνική του θέση, τήν ζωή καί τήν οἰκογένειά του, τά πάντα, γιά νά τιμήσει τὸν Τρόπο.
Ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει ἀκμαῖο τό σπέρμα τοῦ ἠρωϊσμοῦ. Καί ὅσο ἡ θυσία γίνεται ὑπέρ τοῦ Σκοποῦ, τόσο πιό ὁρατό γίνεται ἐκεῖνο πού ὀνομάζουμε Ἐθνικό Ἰδεῶδες.
Φίλτατε Ἀναγνώστη,
Τό οἰκεῖο ἱστορικό καί κοινωνικό αὐτό φαινόμενο, δέν πρέπει νά φοβίζει, ἀλλά νά τονώνει. Καί, ὅταν τά ἐλαττώματά μας μᾶς κλονίζουν καί μᾶς πικραίνουν, ὅσοι ἀγαποῦν καί ἀγωνίζονται γιά τήν Ἑλλάδα, πρέπει πάντα νά τό ἐνθυμοῦνται.Τὸ ὁρόσημο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου ἀρκεῖ γιὰ νὰ συνειδητοποιήσει κανεὶς τὴν μοῖρα τῆς Ἑλλάδος. Τοποθετημένη μεταξὺ Δύσης καὶ Ἀνατολῆς, εἶναι τὸ σύνορο τοῦ Πολιτισμοῦ. Εἶναι Ἐκείνη ποὺ διαχρονικὰ δέχεται τὶς ἐπιθέσεις τῶν βαρβάρων ποὺ ἐπιστρέφουν γιὰ νὰ καταλύσουν τὸν Πολιτισμό. Ὅμως, εἶναι Ἐκείνη ποὺ θέτει καὶ τὰ ὅρια.
Ἡ Ἑλλάδα ἦταν ἐκείνη ποὺ μὲ τοὺς Μηδικοὺς Πολέμους διέσωσε τὸν θησαυρὸ ποὺ ὀνομάζουμε σήμερα Εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό. Ἡ Ἑλλάδα ἦταν ἐκείνη ποὺ γιὰ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια ἔφραζε τὶς πύλες τῆς Νότιας Εὐρώπης καὶ διεφύλαττε τὴν ἀρχέγονη κληρονομιά. Ἀλλὰ καὶ στοὺς μεταγενέστερους χρόνους, ἀνάλογους ἄθλους κατέκτησε ἡ Ἑλλάδα. Μπορεῖ νὰ ἦταν σκλαβωμένη. Μπορεῖ νὰ τελοῦσε ὑπὸ βαρβαρικὴ κατοχὴ. Μπορεῖ καὶ νὰ φαινόταν πὼς θὰ ἔσβηνε γιὰ πάντα.
Ὅμως. Ἡ Ἑλληνικὴ Ψυχὴ, μαζὶ μὲ τὴν Ἀρετὴ καὶ τὴ Δύναμη, πάντα ἀναζωπυρώνονταν μέσα ἀπὸ τὴν τέφρα, ὁδηγῶντας τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ἱστορία πρὸς νέα πεπρωμένα. Ἔτσι γεννήθηκε καὶ τὸ Ἔπος τοῦ '40.
Ἐνῶ ἅπαντες Εὐρωπαῖοι εἶχαν γονατίσει, ἡ Ἑλλάδα ἦταν ἐκείνη ποὺ προσέφερε στὴν Δύση τὴν πρώτη Νίκη. Ἡ 'Ἑλλάδα ἐξουθένωσε καὶ γελοιοποίησε μία Ἀξονική δύναμη. Ἦταν ἐκείνη ποὺ κατακρήμνισε τὸν "γίγαντα" Μουσσολίνι. Ἑλληνίδες καὶ Ἕλληνες, ἑνωμένοι, μὲ ἕναν πρωτοφανῆ Ἡρωϊσμό, πολέμησαν ἐνάντια σὲ δύο αὐτοκρατορίες. Ἕνα ἑκατομμύριο ἦταν οἱ θυσιασθέντες γιὰ τὴν Ἐλευθερία τῆς Πατρίδος. Μπορεῖ σήμερα νὰ μὴν εἶναι παρόντες, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀπόντες. Ὅσα κατέκτησαν οἱ ἡρωίδες καὶ οἱ ἥρωες τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔπους μὲ αἷμα καὶ ἀνείπωτες θυσίες, εἶχαν τὴν Τιμὴ καὶ τὴν Εὐλογία νὰ τὰ καρπωθοῦν οἱ ἑπόμενες γενεές. Τὸ πῶς τὰ διαχειρίστηκαν ὅμως εἶναι μία ἄλλη ὑπόθεση.
Ἐν ἔτει 2024, βρισκόμαστε στὸ σημεῖο ὅπου καλούμαστε νὰ ὑπερασπίσουμε τὸ Ἑλληνικὸν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ ἀπαντήσουμε στὴν μόνη γλῶσσα πού ἀντιλαμβάνονται. Ἐάν θέλουμε νὰ λεγόμαστε Ἕλληνες, δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ στεκόμαστε στὸ πεδίο τῆς παρατήρησης. Ὀφείλουμε νὰ ἀνέβουμε στὸ ἐπίπεδο τῆς Συλλογικῆς Συνείδησης.
Τὸ πρόβλημά μας, τὸ πρόβλημά τους ἐπί τῆς οὐσίας, εἶναι ἡ Ἕνωση τῶν Ἑλλήνων. Τὸ πρόβλημα εἶναι ἡ συνένωση τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους γιὰ τὴν δημιουργία ἑνός Ἑλληνικοῦ Ἰσχυροῦ Κράτους. Τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Μίας Μεσογειακῆς Ὑπερδύναμης τῶν πενήντα ἑκατομμυρίων. Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ διορθωθεῖ τὸ Κράτος καὶ νὰ ἐπιβιώσει τὸ Ἔθνος εἶναι ἡ τελετουργική πράξη τῆς Καθάρσεως. Εἶναι ἡ Ἰδέα ποὺ θὰ ἐμφυσήσει τὴν ἀπαραίτητη Πνοή στὸν Ἑλληνισμό ὥστε, σύσσωμος, νὰ κινηθεῖ πρὸς μία κατεύθυνση.
Πάντα αὐτός ἦταν ὁ Ἑλληνικός Ἆθλος.
Ἡ Ἐπιστροφή στὸν Τρόπο.
Μὲ Ἀγάπη καὶ Σεβασμό,
Ἰωάννα Γ. Καραγκιούλογλου
28 Ὀκτωβρίου 2024
*Εκ του ιστολογίου «Γερομοριάς» της 28.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2024
ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΝΙΚΗΤΗΡΙΩΝ: «Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ» (2024)
Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024
ΘΕΟΦΑΝΗ ΜΑΛΚΙΔΗ: ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΩΝ ΝΑΖΙ;
Το ατιμώρητο, μέχρι σήμερα,
έγκλημα-ολοκαύτωμα των Γερμανών κατακτητών,
και των συνεργατών τους,
στπυς Πύργους Εορδαίας
του Θεοφάνη Μαλκίδη
Από την ομιλία στην εκδήλωση μνήμης για την 80η επέτειο από το Ολοκαύτωμα στους Πύργους. Εορδαία, Μακεδονία, 2 Ιουνίου 2024. Λέγεται και είναι ορθό ότι το έγκλημα που δεν τιμωρείται, επαναλαμβάνεται. Αναφέρεται επίσης ότι ενώ για το έγκλημα υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις, υπάρχουν μάρτυρες, αυτήκοοι και αυτόπτες, εντούτοις ο δολοφόνος συνεχίζει να το αρνείται και να συνεχίζει την στάση ύβρεως έναντι των θυμάτων, των τραυματιών, των διασωθέντων. Ότι κάνει δηλαδή η Γερμανία οκτώ δεκαετίες…
Οι δύο παραπάνω παραδοχές ισχύουν για το έγκλημα των Γερμανών κατακτητών και των συνεργατών τους στους Πύργους Εορδαίας, ογδόντα ακριβώς χρόνια πριν την άνοιξη του 1944. Η πρώτη αφορά το έγκλημα το οποίο δεν τιμωρήθηκε και επαναλήφθηκε. Όχι μόνο γιατί οι κατακτητές, εκτός από τους Πύργους δολοφόνησαν αθώους συμπατριώτες μας και στην Κλεισούρα, στην Ερμακιά, στο Σέλι, στο Άνω και Κάτω Γραμματικό, στη Μεταμόρφωση, στον Άγιο Παύλο, στο Ροδοχώρι, στην Αγία Φωτεινή, στο Δίστομο. Αλλά γιατί πριν από αυτά τα εγκλήματα ο «δάσκαλος» Κεμάλ είχε διαπράξει τα ίδια τα οποία τα αντέγραψε ο «μαθητής» Χίτλερ.
Τα περισσότερα θύματα στους Πύργους ήταν Πόντιοι που είχαν γλυτώσει από τη Γενοκτονία το 1919, αλλά δυστυχώς δολοφονήθηκαν το 1944 !Το Ολοκαύτωμα στους Πύργων Εορδαίας είναι το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα στην κατεχόμενη Ελλάδα μετά απ’ αυτό των Καλαβρύτων, έγκλημα το οποίο διαπράχθηκε με βαρβαρότητα από τους κατακτητές και τους πρόθυμους συνεργάτες τους. Οι Πύργοι είναι ένας ημιορεινός οικισμός στις πλαγιές του Βερμίου. Το 1530 υπαγόταν στον καζά της Φλώρινας διαθέτοντας 444 χριστιανικές εστίες. Οι οικογένειες που ζούσαν στο χωριό μειώθηκαν σε 130 στα τέλη του 19ου αιώνα εξαιτίας της τουρκικής πίεσης και της μετανάστευσης στο εξωτερικό.
Στο χωριό εγκαταστάθηκαν την άνοιξη του 1924 πρόσφυγες από τον Πόντο (Τραπεζούντα, Νικόπολη και Γαλίαινα ) ενώ οι πρόσφυγες από τη Βιθυνία κατάγονται από την περιοχή της Νικομήδειας και την Απολλωνιάδα. Στις 23 Απριλίου του 1944 στο πλαίσιο εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των κατακτητών με την ονομασία «Μαγιάτικη καταιγίδα»,δολοφονήθηκαν και κάηκαν από τους Ναζί εγκληματίες, 331 άνδρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι, παιδιά και βρέφη που μόλις είχαν έρθει στη ζωή και συνολικά τα παιδιά –θύματα της βαρβαρότητας είναι 159!
Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους έβαλαν φωτιά τους αχυρώνες του χωριού καίγοντας ζωντανούς 180 κατοίκους του. Στη συνέχεια συγκέντρωσαν 95 κατοίκους στην περιοχή της Μεγάλης Πέτρας όπου και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ, ενώ στη συνοικία Σεβαστιανά σκοτώνουν με θηριώδη τρόπο 30 γυναικόπαιδα.
Στην Κάτω Συνοικία των Πύργων, οι Γερμανοί συγκεντρώνουν ένα μεγάλο αριθμό κατοίκων στο νεκροταφείο του ναού της Παναγίας, πυροβολώντας και σκοτώνοντας επί τόπου όποιον και όποιαν προσπαθούσε να διαφύγει. Στη Μεσαία Συνοικία οι επιδρομείς ξέσκισαν με τις ξιφολόγχες τους την κοιλιά της Σοφίας Γκέσιου, που είχε γεννήσει μόλις την προηγούμενη μέρα, αφού προηγουμένως σκότωσαν μπροστά στα μάτια της τα δίδυμα μωρά και το σύζυγό της. Η Αννα Κοσμίδου προσπάθησε μάταια να προστατεύσει τα πέντε παιδιά της μέσα στα φορέματά της και η ίδια σώθηκε ημιθανής, μέσα στον σωρό των νεκρών παιδιών της.
Ο Περικλής Μελκόπουλος είχε κρυφτεί μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους, όμως το κλάμα του μικρότερου παιδιού τούς πρόδωσε. Ο Γερμανός στρατιώτης που τους βρήκε τους λυπήθηκε και δεν τους εκτέλεσε. Τους συμβούλεψε όμως να πνίξουν το μωρό για να μην τους «προδώσει» στα SS. Οι γονείς, δεν το έκαναν και τελικά η οικογένεια σώθηκε.
Οι Γερμανοί χτένισαν τις πλαγιές του Βερμίου, βρήκαν άλλους 95 ανθρώπους από σπηλιές και λαγούμια από την Άνω Συνοικία και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ στη Μεγάλη Πέτρα.Και ενώ όλοι οι κάτοικοι που είχαν απομείνει ζωντανοί είχαν τοποθετηθεί απέναντι από τα πολυβόλα για να εκτελεστούν φτάνει διαταγή για μεταφορά των επιζώντων ως ομήρων στα Χάνια Πτολεμαϊδας. Στη συνέχεια και αφού οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους λαφυραγώγησαν όλα τα σπίτια του χωριού τα έβαλαν φωτιά και τα κατέστρεψαν ολοσχερώς.
Ένας από τους λιγοστούς επιζώντες του Ολοκαυτώματος των Πύργων ήταν ο 8χρονος τότε Στάθης Χαϊτίδης. Εκείνος και ο πατέρας του γλίτωσαν τον θάνατο την τελευταία στιγμή. Όμως, δεν στάθηκαν εξίσου τυχερά επτά μέλη της οικογένειάς τους, η μητέρα του Στάθη, τα τέσσερα αδέρφια του, η γιαγιά του και η θεία του. Η μητέρα του Χαϊτίδη ήταν 28 ετών, το μικρότερο αδερφάκι του ενός έτους και το μεγαλύτερο δέκα χρόνων και ο Στάθης αναφέρει σχετικά: «Είχαν βάλει τα γυναικόπαιδα σε έναν αχυρώνα. Τα πασπάλισαν µε µια εύφλεκτη σκόνη και µε µια σφαίρα λαµπάδιασαν όλοι µαζί. Ακούσαμε την κραυγή που έβγαζαν ταυτόχρονα 88 γυναικόπαιδα. Αυτή την κραυγή την ακούω κάθε µέρα….».
Μία ιδιαίτερη στιγμή του Ολοκαυτώματος είναι οι πράξεις ατίμωσης των γυναικών. Αναφέρει σχετικά ο Ν. Ασλανίδης: «Στην περίπτωση των Πύργων, το πιο συγκλονιστικό είναι ότι κάποια στιγμή συγκέντρωσαν όλα τα γυναικόπαιδα στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως. Καλούν οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους στο ιερό αρχικώς τις όμορφες γυναίκες και τις βιάζουν. Στη συνέχεια, ακολουθούν τα κορίτσια τα ανύπαντρα, έπονται τα ανήλικα κορίτσια και καταλήγουν και στα αγοράκια. Αυτό δείχνει ότι η διάθεσή τους ήταν όχι απλώς να τιμωρήσουν τους κακούς συνεργάτες, αλλά να προχωρήσουν σε ατίμωση του πληθυσμού». Ο Θ. Καλανιώτης, αναφέρει ότι οι βιασμοί ήταν τουλάχιστον 170!
Όπως αναφέραμε οι δολοφόνοι με επικεφαλής το συνταγματάρχη Καρλ Σύμερς διοικητή του 7ου συντάγματος της 4ης μεραρχίας τεθωρακισμένων γρεναδιέρων των SS, εκτός από το απάνθρωπο έγκλημα στους Πύργους, ευθύνονται και για τα ολοκαυτώματα και σε άλλες πόλεις και χωριά όπου έχασαν τη ζωή τους πάνω από 1.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά.Για τα εγκλήματα αυτά ο Σύμερς παρασημοφορήθηκε (!)με τον Σταυρό των Ιπποτών και εκτός από το συνεργάτη του συνταγματάρχη Γεώργιο Πούλο, κανείς από τους υπευθύνους της σφαγής των Πύργων δεν τιμωρήθηκε!
Όπως τονίσαμε, ένα μεγάλο μέρος των θυμάτων στους Πύργους ήταν πρόσφυγες από τον Πόντο που είχαν σωθεί από το «δάσκαλο» του Χίτλερ, τον Κεμάλ. Δυστυχώς η Γενοκτονία, το Ολοκαύτωμα εναντίον του Εληνισμού δεν τιμωρήθηκε και επαναλήφθηκε στους Πύργους, αλλά και στο Μεσόβουνο Εορδαίας, στα Κερδύλλια Σερρών, στο Δοξάτο Δράμας και αλλού και δυστυχώς μέχρι σήμερα οι θύτες, οι δολοφόνοι, οι εγκληματίες, συνεχίζουν να αρνούνται την ευθύνη τους...
Υ.Γ. Στον Επιτάφιό του ο Περικλής, αρχίζει, όχι χωρίς λόγο, με τα εξής λόγια: «Άρξομαι δε από των προγόνων πρώτον, δίκαιον γαρ αυτοίς και πρέπον δε άμα εν τω τοιώδε, την τιμήν ταύτην της μνήμης δίδοσθαι». Δηλαδή θα αρχίσω λοιπόν πρώτα από τους προγόνους. Γιατί είναι δίκαιο και ταιριάζει να απευθύνεται αυτή η τιμή της ανάμνησης σ’ αυτούς. Ο Αγώνας, λοιπόν για Δικαιοσύνη και για το Ολοκαύτωμα στους Πύργους είναι για αυτούς, για τη μνήμη τους!
*Ο Θεοφάνης Μαλκίδης είναι διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του βιβλίου «Κεμαλισμός και Ναζισμός». Αθήνα: Εύξεινος Λόγος 2022. *Εκ του ιστολογίου «hellasjournal.com» της 3.6.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023
ΗΡΩΕΣ, ΕΥΖΩΝΟΙ ΚΑΙ ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ: Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΩΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ
Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες μιας προσπάθειας μετατόπισης εμφάσεων σε σχέση με τις πολιτικές μνήμης του επίσημου κράτους, αλλά και φορέων που για διάφορους λόγους, και πάντως όχι μόνον ιδεολογικούς, ευθυγραμμίζονται με την «αναθεωρητική» σχολή σκέψης. Πρόκειται για την αμφισβήτηση της αξίας της δημόσιας μνήμης της 28ης Οκτωβρίου 1940, ως ημέρας έναρξης της ένοπλης αντίστασης κατά των δυνάμεων του Άξονα, και υποκατάστασής της από την 12η Οκτωβρίου, της ημερομηνίας της συντεταγμένης αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα κατά τη διάρκεια του πολέμου, χωρίς να υπάρχει ούτε μάχη, ούτε γερμανική ήττα, ούτε συνθηκολόγηση.
Αθανάσιος Γκότοβος, Αρθρογράφος
τ. Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Η αμφισβήτηση της 28ης Οκτωβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης, δηλ. ως εθνικής επετείου, δεν είναι κάτι καινούριο. Σε έναν κύκλο διανοητών που αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί» ή «προoδευτικοί» η αξία αυτής της επετείου, και όχι μόνον αυτής, αμφισβητείται εδώ και δεκαετίες, κυρίως στο όνομα της προώθησης της ειρήνης μεταξύ των λαών, της διεθνούς αλληλεγγύης και του αντιμιλιταρισμού, της καταπολέμησης του εθνικισμού και προσφάτως της προώθησης της πολυπολιτισμικότητας.
Η διαφορά είναι ότι τα τελευταία χρόνια η υπόθεση «αποδόμηση της 28ης Οκτωβρίου» βρίσκεται ψηλά στην ιδεολογική ατζέντα κάποιων που τώρα δεν έχουν, όπως παλιότερα, περιθωριακό ρόλο και θέση και προωθείται με πολλές και ποικίλες δράσεις η υποκατάστασή της, χωρίς να έχει καταγγελθεί ακόμη επισήμως ως «ακροδεξιά» επέτειος. Νέα επιχειρήματα για τη θεμελίωση της αμφισβήτησης δεν υπάρχουν, έχει διευρυνθεί απλά ο χορός των αμφισβητούντων καθώς η αμφισβήτηση από μόνη της παράγει «προοδευτική» ταυτότητα.
Όταν αμφισβητείται μια πολιτική μνήμης και στη θέση της προτείνεται μια εναλλακτική πολιτική, παράγεται δημόσιος απαξιωτικός και θεμελιωτικός λόγος. Ο πρώτος αφορά την απαξία της καθιερωμένης πολιτικής μνήμης, ενώ ο δεύτερος σχετίζεται με την αναγκαιότητα υποκατάστασης της καθιερωμένης πρακτικής με κάποια άλλη, προοδευτικότερη. Η δημοσιότητα είναι η αρένα που συναντώνται οι λόγοι αυτοί με τους αντίστοιχους εκείνων που συνηγορούν υπέρ της συνέχειας της καθιερωμένης πρακτικής και αμφισβητούν την αναγκαιότητα υποκατάστασής της.
Αλλά αυτό που φτάνει στη δημοσιότητα δεν είναι κατ’ ανάγκην εκείνο που υπάρχει στις συνειδήσεις των ομιλητών. Τα προβαλλόμενα επιχειρήματα υπέρ της μετατόπισης των εμφάσεων από την 28η στη 12η Οκτωβρίου αποτελούν στοιχεία ενός «διαφωτιστικού ενεργήματος» που ως τέτοιο έχει τη δική του λογική και συνοχή. Δεν εκφράζει υποχρεωτικά τους πραγματικούς λόγους που κατά την άποψη των νεωτεριστών επιβάλλουν την υποκατάσταση της ισχύουσας επετειακής πρακτικής από κάποια άλλη.
Η βαθιά δομή των επιχειρημάτων των νεωτεριστών, το κίνητρο που τους οδηγεί στην προσπάθεια αποδόμησης και υποκατάστασης της καθιερωμένης πρακτικής μένει αόρατο, δεν φτάνει στη δημοσιότητα, είναι υπόθεση των μυημένων. Η εμβέλεια των επιχειρημάτων ουσίας εξαντλείται σε έναν στενό κύκλο ατόμων που πρωτοστατούν στην παραγωγή του δημόσιου αποδομητικού λόγου. Ποια είναι αυτή η βαθιά δομή; Ποια είναι τα πραγματικά ιδεολογικά κίνητρα όσων αμφισβητούν την αξία της καθιερωμένης επετείου;
Να σημειώσουμε κατ’ αρχήν ότι η πρόταση για υποκατάσταση της 28ης προέρχεται πρωτίστως από διανοητές που αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί».
Όπως πάντοτε στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, και ειδικά στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, βρίσκονται δημόσια πρόσωπα που χωρίς να αυτοπροσδιορίζονται οι ίδιοι ως «αριστεροί», υιοθετούν ιδέες της Αριστεράς. Επειδή η τελευταία αυτή κατηγορία των διανοητών κατά κανόνα απλά νομιμοποιούν ό,τι έχει ετοιμάσει ήδη η ιδεολογική κουζίνα της ανανεωτικής Αριστεράς, χωρίς οι ίδιοι να έχουν γράψει τη συνταγή, το κίνητρό τους μπορεί να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από ιδεολογικό:
εσωτερικοί ανταγωνισμοί στον πολιτικό τους χώρο, κίνηση σκοπιμότητας για καθιέρωση, υπογράμμιση της προοδευτικότητας, υπενθύμιση της ετοιμότητας για προσαρμογή στα νέα δεδομένα, ευρωπαϊκή διάσταση και άλλα παρόμοια. Τι είναι, τότε, αυτό που ενοχλεί τους διανοητές που αμφισβητούν προγραμματικά και μεθοδευμένα την αξία της καθιερωμένης εθνικής επετείου;
Η απάντηση είναι σχετικά απλή: η 28η Οκτωβρίου δεν είναι τόσο διχαστική όσο χρειάζεται για τις ιδεολογικές τους ανάγκες, δεν είναι τόσο «αριστερή» ώστε να υπηρετεί την ιδέα ενός παλλαϊκού αντιδεξιού μετώπου, ενώ ταυτόχρονα γεννά ενοχλητικές, και επομένως πολιτικά ανεπιθύμητες, απορίες γύρω από τη συμπεριφορά του Μεταξά – πώς είναι δυνατόν να δίνει ένας «φασίστας» το παράγγελμα για έναν αντιφασιστικό αγώνα – και το ρόλο στελεχών του ελληνικού στρατού που πολέμησαν σαν ήρωες στο έπος της Αλβανίας, αλλά αργότερα, μετά την ήττα από τις γερμανικές δυνάμεις, κινούμενοι στη λογική του μικρότερου κακού ή της ένοπλης αντίδρασης απέναντι στην προοπτική εγκαθίδρυσης ενός καθεστώτος λαϊκής δημοκρατίας αποφάσισαν να προσαρμοστούν στη βούληση του στρατιωτικά ισχυρού και να την υπηρετήσουν ως «δωσίλογοι» ή να ενταχθούν σε φιλικά προς την κατοχική κυβέρνηση ένοπλα τμήματα και να συγκρουστούν στρατιωτικά με τον ΕΛΑΣ (τάγματα ευζώνων, τάγματα ασφαλείας).
Η καθιερωμένη σήμερα πολιτική μνήμης δεν διχάζει, λοιπόν, τόσο, όσο ορισμένοι πιστεύουν ότι χρειάζεται. Τιμά όσους πολέμησαν εναντίον του φασιστικού εισβολέα, είτε στο πρόσωπο του Κατσιμήτρου, είτε σ’ εκείνο του Κασλά. Δεν δαιμονοποιεί τον Μεταξά – δεν το έκανε άλλωστε ούτε ο ίδιος ο Ζαχαριάδης, όταν παρενέβαινε δημόσια από τις φυλακές της Κέρκυρας εκείνη την εποχή - και δεν εστιάζει στους μετέπειτα δωσίλογους, ταγματασφαλίτες ή μπολσεβίκους.
Με την έννοια αυτή είναι μια ενωτική επέτειος στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η συλλογικότητα των Ελλήνων, το ελληνικό έθνος, πέρα από γεωγραφικές, οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές ή άλλες διαιρέσεις. Και βεβαίως αφήνει ανοικτά ζητήματα για κριτική διερεύνηση: πώς συμβαίνει ένας πολιτικός, όπως ο Μεταξάς, να διευθύνει έναν αντιφασιστικό αγώνα; Τι μεσολαβεί ώστε οι ήρωες της μάχης στο Καλπάκι να γίνουν μετά δωσίλογοι; Γιατί κάποιοι πολεμιστές του αλβανικού μετώπου εντάσσονται αργότερα σε ένα ένοπλο αντιστασιακό κίνημα που δεν κρύβει ότι επιδιώκει την εγκαθίδρυση μιας σταλινικού τύπου δικτατορίας, ενώ κάποιοι άλλοι στα ευζωνικά τάγματα ή στα τάγματα ασφαλείας;
Από τη σκοπιά εκείνων που προτείνουν τη 12η Οκτωβρίου ως εθνική επέτειο όλα τα «μειονεκτήματα» της επετείου της 28ης Οκτωβρίου εξαφανίζονται. Μέχρι τις 12 Οκτωβρίου του 1944 ο κατοχικός εμφύλιος είχε ήδη δημιουργήσει πολιτικο-ιδεολογικές ταυτότητες και δεδομένα. Όχι μόνον ο Μεταξάς, αλλά και όσοι δεν ευθυγραμμίζονται με τη βούληση και τις πρακτικές του πολιτικού φορέα που καθοδηγεί τον ΕΛΑΣ στιγματίζονται ως «αντίδραση» ή/και ως «φασίστες». Η 12η Οκτωβρίου απωθεί τις ιδεολογικά επικίνδυνες απορίες και εμφανίζει την ιστορική πραγματικότητα μέσα από ένα μανιχαϊκό σχήμα: άσπρο και μαύρο, άγγελοι και δαίμονες. Είναι η ιδεολογία των συνταγματαρχών αντεστραμμένη.
Η υποκατάσταση της 28ης Οκτωβρίου υπηρετεί πάνω απ’ όλα μια πολιτική σκοπιμότητα. Δεν έχει σχέση ούτε με την Ιστορία, ούτε με τον ιδεολογικό εκσυγχρονισμό, αλλά με το πολιτικό όφελος που από τη σκοπιά κάποιων αναμένεται να έχει για το παρόν η επικράτηση ενός συγκεκριμένου σεναρίου για το παρελθόν. Η καθιέρωση της 12ης Οκτωβρίου ως εθνικής επετείου εντάσσεται στην προσπάθεια δημιουργίας ενός αφηγήματος που διχάζει τους Έλληνες καλύτερα, με τη διαίρεση σε αριστερούς πατριώτες και δεξιούς προδότες.
Την ίδια στιγμή «εξηγεί» απλουστευτικά τις ιδεολογικές αβαρίες της Ιστορίας, εκείνα τα γεγονότα και τις συμπεριφορές που δεν συνάδουν με ό,τι προβλέπει ο «επιστημονικός» ιδεολογικός τσελεμεντές. Το αν γίνει η υποκατάσταση ή όχι, πάντως, δεν εξαρτάται μόνον από το τι επιδιώκουν οι αναθεωρητές των επετείων, αλλά και από το πώς θα αντιδράσει η ελληνική κοινωνία απέναντι στις μέχρι χθες πολιτικά περιθωριακές θέσεις και απόψεις που λόγω της συγκυρίας και της συνδρομής χρήσιμων νάρκισσων τείνουν να καταστούν κρατική ιδεολογία. *Εκ του ιστολογίου «Huffpost» της 28.10.2018. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









.jpg)
.jpg)
