«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 16 Ιουνίου 2022
Σάββατο 11 Ιουνίου 2022
Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (13ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 271-275, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΝΤΩΝΙΑ
Η ηγουμένη Αντωνία Μεζέντσοβα (+ 26 Ιαν. 1875), ήταν πραγματικά μια αγία. Πνευματική θυγατέρα του μεγάλου αγίου του 19ου αιώνα, του ιερέα Πέτρου του Άγγλιχ, είχε εμποτιστεί τόσο πολύ με το γνήσιο ορθόδοξο μοναχικό πνεύμα, ώστε η οσία Άννα του Κασίν εμφανιζόταν και της έλεγε ποιά απ' τις αδελφές έπρεπε να λάβει το μεγάλο σχήμα κι ακόμη που ήταν κρυμμένα ορισμένα παλαιά μοναχικά <<Σχήματα>>.
Η ηγουμένη Αντωνία μόναζε σ' ένα μοναστήρι του Σούζνταλ και μετά από προσπάθειες της νονάς της πείστηκε να μεταφερθεί στο μοναστήρι της Υπαπαντής του Κυρίου στο Κασίν. Η εικοσαετής δύναμη όμως λυπόταν πολύ που εγκατέλειψε το πρώτο μοναστήρι της, όπου αναπαύονταν τα λείψανα της ευσεβούς πριγκήπισσας Σοφίας (συζύγου του Ιβάν του Δ').
Πίστευε ότι θα έχανε τη χάρη που είχε απολαύσει εκεί, γιατί η οσία Σοφία - Σολομονία του Σούζνταλ (16 Δεκεμβ. 1542) έκανε πολλά και υπερφυσικά θαύματα στο μοναστήρι της, το οποίο ίδρυσε και καθοδηγούσε πνευματικά ο μεγάλος όσιος Ευθύμιος του Σούζνταλ, που ήταν φίλος του οσίου Σεργίου του Ραντονέζ.
Τότε όμως και μετά από νυχτερινή προσευχή γεμάτη δάκρυα, είδε ένα όνειρο ότι έμπαινε στο μοναστήρι της Υπαπαντής στο Κασίν, που δεν το είχε ξαναδεί. Απ' το μεγάλο πλήθος όμως δεν μπορούσε να περάσει.
Μετά από πολλές προσπάθειες πέρασε μέσα τελικά και ξαφνιασμένη απ' το μεγάλο αριθμό των προσκυνητών, ρώτησε το λόγο της κοσμοσυρροής αυτής. Της απάντησαν ότι θα εξέθεταν σε προσκύνημα τα λείψανα της οσίας Δωροθέας (για την οποία δεν είχε ξανακούσει) και ότι θα γινόταν η επίσημη αγιοποίησή της.
Το όραμα αυτό μείωσε τη θλίψη της μελλοντικής ηγουμένης Αντωνίας και της έδωσε τη βεβαιότητα ότι στο μοναστήρι της Υπαπαντής υπήρχε επίσης μια αγία και ότι η μετάβασή της εκεί ήταν θέλημα Θεού. Αφού έζησε μερικά χρόνια στο μοναστήρι, η δόκιμη Αλεξάνδρα (όπως ήταν το αρχικό της όνομα) ξεκίνησε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο πνευματικών δοκιμασιών.
Μια μέρα εκείνη την εποχή κι ενώ δεν είχε κοιμηθεί αρκετές νύχτες απ' τη μεγάλη της θλίψη, πήγε στην εκκλησία του μοναστηριού για την ακολουθία του όρθρου. Αφού κάθισε λίγο για την ανάγνωση των καθισμάτων, την πήρε ένας ελαφρός ύπνος. Ξαφνικά, μια άγνωστη μεγαλόσχημη μοναχή βγήκε από τη βορεινή πόρτα του ιερού και ήρθε και στάθηκε μπροστά της.
Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα ξύλινο σταυρό κι ένα αναμμένο θυμιατήρι και στο αριστερό της ένα θυμιατήρι που κάπνιζε. Ο μανδύας της ήταν διπλωμένος και κρεμόταν απ' τον αριστερό ώμο της.
Στάθηκε ακριβώς μπροστά απ' τη δόκιμη Αλεξάνδρα και της έριξε μια διαπεραστική ματιά, σαν να ήθελε να εισχωρήσει μέσα στην εσωτερική λύπη που την κατάτρωγε.
Ξαφνικά η δόκιμη ανασηκώθηκε, το όραμα όμως είχε ήδη εξαφανιστεί, ενώ καμμιά άλλη γύρω της δεν το είχε δει. Στην καρδιά της αισθάνθηκε ένα δυσπερίγραπτα ευχάριστο αίσθημα, σαν η λύπη να μην την είχε ενοχλήσει ποτέ.
Όταν μετά τον Όρθρο γύρισε στο κελλί της, έσπευσε να σκιαγραφήσει μ' ένα μολύβι σε χαρτί τη μορφή της μεγαλόσχημης μοναχής που είχε δει και που αναγνώρισε ότι ήταν η οσία Δωροθέα, για την οποία έτρεφε βαθύ σεβασμό και συχνά την επικαλούνταν στην προσευχή της.
Αρκετά χρόνια μετά το όραμα αυτό ζωγράφισε ολόσωμη την Οσία σε μια εικόνα, όπως ακριβώς την είχε σκιαγραφήσει το πρωί κείνο με την επίδραση του θαυμασίου οράματος, προσθέτοντας μόνο πίσω απ' τη μορφή της τις εκκλησίες και τ' άλλα κτίρια του μοναστηριού (το μικρό παρεκκλήσι στα αριστερά της οσίας Δωροθέας είναι η πέτρινη εκκλησία που χτίστηκε πάνω στον τάφο της).
Αργότερα η μητέρα Αντωνία έγινε ηγουμένη στο μοναστήρι της οσίας Δωροθέας και απ' το μεγάλο σεβασμό που έτρεφε γι' αυτήν ήθελε να κάνει κάποια ιδιαίτερη τιμή στη μνήμη της. Πολλές φορές που επισκεπτόταν τον άγιο γέροντά της, τον π. Πέτρο του Άγγλιχ τον διά Χριστόν Σαλό, άκουγε από εκείνον τα επιτιμητικά αυτά λόγια:
-Τη Δωροθέα δεν την τιμάτε όπως πρέπει. Αυτό λυπούσε πάρα πολύ τη μητέρα Αντωνία και τελικά ρώτησε το γέροντα τί έπρεπε να κάνει για να τιμήσει την Οσία. Εκείνος απάντησε απότομα και αποφασιστικά:
-Φτιάξε ένα παρεκκλήσι. Υπακούοντας στον άγιο γέροντά της έφτιαξε, μ' ένα μόνο πρωινό το καλοκαίρι του 1857, ένα μικρό παρεκκλήσι από φύλλα λαμαρίνας, γιατί φοβόταν μήπως ο τοπικός επίσκοπος το μάθαινε και απαγόρευε την ανέγερσή του, αν ήταν υπό κατασκευή.
Ο επίσκοπος όμως όταν το έμαθε επικρότησε το γιορτασμό της οσίας Δωροθέας και το 1870 η ηγουμένη Αντωνία αξιώθηκε να χτίσει ένα μεγαλύτερο πέτρινο παρεκκλήσι, πάνω στα λείψανά της. Αυτά τα χρόνια η οσία Δωροθέα εμφανίστηκε πολλές φορές και έκανε πολλά θαύματα στο μοναστήρι της.
Κάποια μοναχή, η μητέρα Σεραφίμα, ευχαριστιόταν να περνάει τις ώρες του μεσονυκτίου στην εκκλησία του μοναστηριού μαζί με τη συνοδό του κελλιού της. Μια νύχτα ήρθαν στην εκκλησία μεσάνυχτα και με έκπληξή τους είδαν μια περίεργη μοναχή να προσεύχεται δίπλα σ' ένα παράθυρο, παρά το γεγονός ότι η εκκλησία ήταν κλειδωμένη και κανένας δε θα μπορούσε να μπει μέσα.
Μια άλλη φορά είδαν τα μεσάνυχτα ένα εντελώς ασυνήθιστο φως, όλα τα κεριά ήταν αναμμένα και μια μοναχή προσευχόταν μπροστά στο ιερό. Πολλές άλλες αδελφές επίσης αξιώθηκαν να δουν την οσία Δωροθέα με παρόμοια οράματα.
Δεν είναι γνωστή η τύχη του μοναστηριού ή η τιμή της οσίας Δωροθέας μετά τη Σοβιετική Επανάσταση. Μεταξύ όμως εκείνων που αγαπούν τους αγίους του Θεού, η μνήμη τους δεν πρόκειται να ξεχαστεί. Κι εκείνη θα συνεχίσει να προσεύχεται στον ουρανό για τη ρωσική γη και για όλους εκείνους που την τηρούν με πίστη και αγάπη.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 271-275, Αθήνα 1988.
Παρασκευή 27 Μαΐου 2022
Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (12ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 267-271, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
ΟΣΙΑ ΔΩΡΟΘΕΑ ΤΟΥ ΚΑΣΙΝ
Η οσία Δωροθέα γεννήθηκε το 1549 στην πρώτη περίοδο των ευτυχών χρόνων της βασιλείας του Ιβάν του Δ' (του Τρομερού) και κοιμήθηκε το 1629, κατά τη διάρκεια της ειρηνικής βασιλείας του πρώτου τσάρου των Ρομανώφ, του Μιχαήλ Θεοδώροβιτς. Όλη η ζωή της όμως, αρχίζοντας από τότε που ήταν δώδεκα χρονών, πέρασε μέσα απ' τις χειρότερες καταστάσεις επαναστάσεων, αναρχίας, πείνας, πανούκλας και ξενικής εισβολής.
Η οσία αυτή μοναχή είχε αρχοντική καταγωγή' μερικοί λένε ότι προερχόταν απ' την οικογένεια των πριγκήπων Κορκοντίνωφ. Δεν είναι γνωστά όμως ούτε η γενέτειρά της, ούτε το κοσμικό της όνομα. Παντρεύτηκε το Θεόδωρο Λαντίγκιν και απόκτησε απ' αυτόν ένα γιο, το Μιχαήλ.
Ζούσαν σε μια περιοχή στα βόρεια της Μόσχας, όπου βρίσκεται η πόλη Κασίν. Την πρώτη δεκαετία του 17ου αιώνα, το Κασίν λεηλατήθηκε απ' τους εισβολείς Πολωνούς και Λιθουανούς και ο σύζυγος της οσίας Δωροθέας έπεσε στο πεδίο της μάχης υπερασπίζοντας την πόλη.
Έτσι η Οσία, αφού μαζί με το σύζυγό της έχασε και κάθε επίγεια ευτυχία, μέσα στις φοβερές δυστυχίες που βρήκαν τη ρωσική γη και αφού ήδη είχε φτάσει σε μια ώριμη ηλικία, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κόσμο και ν' αναζητήσει με αγώνες και προσευχές όχι πια πρόσκαιρη ευτυχία, που τόσο συχνά επισκιάζεται από διάφορους πειρασμούς, αλλά μάλλον μια ουράνια και αιώνια μακαριότητα.
Από θεία έμπνευση, διάλεξε για τον εαυτό της ένα ειρηνικό και ψυχοσωτήριο καταφύγιο στο μοναστήρι της Υπαπαντής του Κυρίου, στο Κασίν. Το μοναστήρι αυτό, που ήταν ξακουστό γιατί εκεί βρίσκονταν τα ιερά λείψανα της οσίας Άννας του Κασίν, της μεγαλόσχημης και θαυματουργού πριγκήπισσας (+1368, γιορτάζεται στις 2 Οκτ. και 12 Ιουν.) είχε μόλις λεηλατηθεί μαζί με την πόλη κι όταν η Οσία πήγε εκεί, χρειάστηκε να καταβάλει πολλούς αγώνες και θυσίες και να υποβληθεί σε τεράστιες στερήσεις.
Με μεγάλους κόπους έφτιαξε ένα ταπεινό και περιορισμένο κελλί στη μέση των ερειπίων και επιδόθηκε στην προσευχή, τη νηστεία, την υπακοή και άλλους θεάρεστους αγώνες τους οποίους μόνο ο Θεός γνωρίζει. Εκεί, ανάμεσα στα ερείπια και τις στάχτες, βρήκε μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας του Κόρσουμ, την οποία φύλαξε στο κελλί της κι αργότερα η εικόνα αυτή γιορταζόταν για τα πολλά θαύματα που τελούσε.
Όλη η περιφέρεια στην οποία κάποτε βρισκόταν το ειρηνικό αυτό χωριουδάκι, έμοιαζε με πραγματική έρημο από πυκνά δάση, ατέλειωτα άλση από σημύδες και ερημικές λίμνες, όπου ανθούσαν πουλιά και κυκλοφορούσαν ελεύθερα άγρια θηρία.
Αυτή ήταν επίσης γενέτειρα περιοχή ευρύτατα τιμωμένων ερημικών αγίων, τους οποίους η οσία Δωροθέα δεν μπορούσε παρά να αγαπήσει με όλη την καρδιά της.
Η Οσία δεν αποτραβήχτηκε σ' ένα από τα καλοδιατηρημένα μοναστήρια που αφθονούσαν εκείνη την εποχή στη Ρωσία για να παρηγορήσει την προχωρημένη ηλικία της, αλλά διάλεξε την ησυχία της ερήμου του Κασίν, για την οποία προετοιμαζόταν σ' όλη της τη ζωή.
Μόλις οκτώ μίλια απ' το Κασίν είχε ζήσει ο όσιος Μακάριος του Κολυαζίν (+1483), που είχε τη συνήθεια να περιπλανιέται στα δάση, σαν νέος Αδάμ, ανάμεσα στα άγρια θηρία που περπατούσαν μαζί του σαν πρόβατα. Ο ανιψιός του, ο όσιος Παΐσιος του Άγκλιχ (+1504), τον ακολούθησε από παιδί και έφτασε σε τέτοια ύψη, ώστε την επισκέφτηκε η ίδια η Υπεραγία Θεοτόκος, ενώ προσευχόταν με τον άγιο Ανδριανό και τον άγιο Κασσιανό (+1504), το φίλο του οσίου Νείλου της Σόρα.
Όχι πολύ μακριά απ' το Κασίν ήταν επισης η λίμνη Σόλιγγερ, στη νησίδα Στόλμπενσκ, στην οποία ζούσε ο όσιος Νείλος. Ένας άλλος αυτόχθονας του Κασίν ήταν ο όσιος Σάββας του Βύσερα (+1460) ο οποίος αφού γύρισε απ' το Άγιο Όρος, έγινε στυλίτης. Όλοι αυτοί οι αγγελομίμητοι άνθρωποι ίδρυσαν μοναστήρια, η ευωδία του βίου τους απλώθηκε παντού και ενέπνευσε και άλλους σε ασκητικούς αγώνες.
Αποτελούσαν την πνευματική κληρονομιά της οσίας Δωροθέας στη στενόχωρη κατοικία της και ανύψωσαν το νου της σε υψηλές θεωρίες και ουράνιες σκέψεις. Την ίδια εποχή η Οσία αγωνίστηκε να βοηθήσει πολλούς κατοίκους της πόλης και της γύρω περιοχής, που ζούσαν σε μεγάλη δοκιμασία και δυστυχία.
Με τον παρηγορητικό λόγο της, την έμφυτη καλοσύνη της και με χρήματα, αγωνίστηκε να τους βοηθήσει όλους και να ενθαρρύνει αυτούς που υπόφεραν στα δύσκολα αυτά χρόνια. Όλα τα υπάρχοντα που της έμειναν μετά το θάνατο του συζύγου της, τα δαπάνησε για την αποκατάσταση του μοναστηριού ή τα μοίρασε στους φτωχούς.
Για τον εαυτό της δεν κράτησε τίποτα άλλο παρά μόνο προσευχή, δάκρυα και αγώνες. Αυτή που ήταν συνηθισμένη να ζει μέσα στον πλούτο και την αφθονία, δεν ήξερε τώρα που να βρει το καθημερινό ψωμί της και υπόφερε κάθε είδος στέρησης και ανάγκης. Με τη βοήθεια του Θεού όμως τα υπόμεινε όλα με ψυχική γενναιότητα και ακλόνητη πίστη στη Θεία Πρόνοια. [...]
Το 1615 η οσία Δωροθέα έλαβε το αγγελικό σχήμα κι από τότε διπλασίασε τους αγώνες της του ασκητισμού και της ευσέβειας. Τελικά, μετά από είκοσι χρόνων αγώνες στο μοναστήρι της Υπαπαντής του Κυρίου, ήρθε το τέλος της πολυβασανισμένης επίγειας ζωής της, κατά τον ογδοηκοστό χρόνο της ηλικίας της.
Η μέρα που η οσία Δωροθέα αναπαύτηκε ειρηνικά εν <<Κυρίω>>, ήταν η 24η Σεπτεμβρίου 1629, η παραμονή της γιορτής του μεγάλου και αγίου εμπνευστή του ασκητικού μοναχισμού στη Βόρεια Ρωσία, του οσίου Σεργίου του Ραντονέζ.
Απ' την ημέρα εκείνη στέκεται μπροστά στον Κύριο με αναμμένη τη λαμπάδα της θερμής αγάπης της για το Θεό και με το λάδι των καλών έργων που έκανε για τον πλησίον της με τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, που προσέλκυσε με την αγία ζωή της. Έτσι από το θάνατο πέρασε στη ζωή που έχει προετοιμάσει ο Θεός γι' αυτούς που Τον αγαπούν, απ' την επίγεια κατοίκηση πέρασε στην ουράνια, όπου έχει ακόμη μεγαλύτερη παρρησία για να μεσιτεύσει μπροστά στον Παντοδύναμο Θεό.
Το ιερό σκήνωμα της οσίας Δωροθέας ενταφιάστηκε κοντά στον κύριο ναό της Υπαπαντής του Κυρίου, στη βόρεια πλευρά. Στο τάφο της τοποθετήθηκε, πάνω σε στύλους, μια αναμνηστική πλάκα από άσπρη πέτρα, η επιγραφή της οποίας σωζόταν σε άριστη κατάσταση ως τον εικοστό αιώνα.
Η οσία Δωροθέα παράμεινε συνδεδεμένη πνευματικά με το μοναστήρι της ακόμη και μετά την κοίμησή της. Η μνήμη της γιορταζόταν απ' τις αδελφές μέχρι την εποχή μας. Τα θαύματα, οι θεραπείες και η υπερφυσική βοήθεια που έλαβαν χώρα στον τάφο της σ' εκείνους που έρχονταν και ζητούσαν με πίστη τη μεσολάβησή της στο Θεό, ήταν πολλά.
Ένας κατάλογος των θαυμάτων αυτών σωζόταν στο μοναστήρι. Η μνήμη της όμως άρχισε να γιορτάζεται ιδιαίτερα δυο αιώνες μετά την κοίμησή της, λόγω των εμφανίσεών της στην ηγουμένη του μοναστηριού της, τη μητέρα Άννα.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 267-271, Αθήνα 1988.
Πέμπτη 19 Μαΐου 2022
Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (11ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 236-240, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ
Κάποτε, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, συνάντησε στην έρημο ένα λαϊκό απ' το Νόβγκοροντ, τον αναχωρητή Νικηφόρο. Ο αναχωρητής ήταν τελείως γυμνός και γυρίζοντας προς τον Όσιο είπε: -Να επισκέπτεσαι τους αναχωρητές, Δαμιανέ, να τους επισκέπτεσαι, για να σ' επισκεφτεί ο Θεός. Και λέγοντας αυτά απομακρύνθηκε.
Ο Όσιος ήθελε να συζητήσει με τον ερημίτη αλλά δεν μπορούσε να τον φτάσει. Ο Νικηφόρος ήταν ένας μεγάλος Άγιος, γιος ενός ιερέα από το Νόβγκοροντ. Είχε έρθει στο μοναστήρι του Σολόφσκυ από τότε που ήταν ακόμη νέος και αγάπησε με θέρμη τη μοναχική ζωή. Παρακάλεσε τον ηγούμενο να τον χειροθετήσει μοναχό, επειδή όμως ήταν νέος και ωραίος η επιθυμία του δεν εκπληρώθηκε.
Η άρνηση αυτή όμως αύξησε το ζήλο του νέου για τη μοναχική ζωή. Κάποτε, από μερικούς προσκυνητές απ' το Νόβγκοροντ, έλαβε ένα γράμμα απ' τους γονείς του με το οποίο τον καλούσαν να γυρίσει γρήγορα σπίτι. Ο Όσιος απάντησε σ' εκείνους που του έδωσαν το γράμμα: -Πέστε στους γονείς μου, ότι δε θα με ξαναδούν σ' αυτή τη ζωή' θα συναντηθούμε ξανά <<πέραν του τάφου>>.
Ο Νικηφόρος συνέχισε ν' αγωνίζεται στο μοναστήρι μαζί με τους αδελφούς κρατώντας αυστηρή νηστεία. Ποτέ δεν ξάπλωνε κάτω για να κοιμηθεί, αλλ' αναπαυόταν για λίγο όρθιος. Τον ελεύθερο χρόνο του αγαπούσε να διαβάζει το βίο του όσιου Μάρκου του Αθηναίου, του αναχωρητή του όρους της Θράκης. Η εικόνα του αρχαίου αυτού αναχωρητή ήταν βαθειά τυπωμένη μέσα του και τον προσέλκυε προς την αναχωρητική ζωή.
Κάποτε μπροστά σε όλους ο Νικηφόρος πήδησε απ' την καρέκλα του, έκανε το σημείο του σταυρού, έβγαλε τη ζώνη και τα σανδάλια του και, ντυμένος μόνο με ένα γκρι ζωστικό, έτρεξε μέσα στο δάσος και παρέμεινε εκεί στην έρημο, στο νησί του Σολόφσκυ, για δώδεκα χρόνια με νηστεία, προσευχή και μετάνοιες. Τότε κάποιος ερημίτης τον χειροθέτησε. Κι αφού πέρασε τρία χρόνια ακόμη με ασκητικούς αγώνες, κοιμήθηκε το 1605, την Κυριακή των Βαϊων.
Ο ΟΣΙΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ
Μια άλλη φορά ο Δαμιανός επισκέφτηκε έναν ακόμη πιο τέλειο αναχωρητή, αξιώθηκε να έχει συζητήσεις μαζί του και εξακρίβωσε ποιός ήταν. Το όνομά του ήταν Τιμόθεος και καταγόταν απ' το Αλέξιν της περιοχής Τούρα. Εγκατέλειψε το σπίτι των γονιών του και έσπευσε στην έρημο κατά τη διάρκεια της <<περιόδου ταραχών>>, επί της βασιλεία του <<Διεκδικητή>> Δημητρίου.
Βλέποντας τις προστριβές και την ακαταστασία στην Κυβέρνηση της Μόσχας, εγκατέλειψε τις πόλεις και ξεκίνησε μ' ένα μικρό πλοιάριο απ' τον Αρχάγγελο προς την Αρκτική Θάλασσα. Φτάνοντας στην έρημο του Σολόφσκυ, έφτιαξε για τον εαυτό του μια καλύβα και εγκαταστάθηκε εκεί.
Για τρία χρόνια ο Τιμόθεος υπόφερε από την πείνα και διάφορους άλλους δύσκολους πειρασμούς, μέχρις ότου ένας φωτισμένος ουράνιος γέροντας εμφανίστηκε και του υπόδειξε χόρτα τα οποία μπορούσε να φάει και νερό να πιει. Εμπνευσμένος απ' τη ζωή του ο Δαμιανός αποφάσισε οριστικά να εγκατασταθεί στην έρημο και να ζήσει με το Νικηφόρο και τον Τιμόθεο.
-Δούλε του Θεού, είπε ο Άγιος στον Τιμόθεο, κάνε προσευχή στο Θεό να με αξιώσει να ζήσω μαζί με σας τους δυο, να ευλογήσει και ενδυναμώσει τη μεταξύ μας συμβίωση και να με βοηθήσει να υποφέρω το δυσκολότατο αυτό αγώνα για τη σωτηρία της ψυχής μου.
Τώρα ο Όσιος άρχισε να πηγαίνει συχνά και στους δυο αναχωρητές' τους έφερνε όλα τα αναγκαία, τους παρακαλούσε και τους παρώτρυνε να συνεχίσουν τους υψηλούς αγώνες τους και τους παρηγορούσε στις θλίψεις τους. Ο ίδιος υποσχέθηκε να τηρήσει το μοναχικό όρκο του μέχρι θανάτου και να κατοικήσει οπωσδήποτε στην έρημο. Και το παράδειγμά του ενέπνευσε και άλους να τον μιμηθούν.
Ο ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΑΣΚΗΤΕΣ
Στο βίο του οσίου Διοδώρου αναφέρονται επίσης και οι ακόλουθοι ερημίτες, τους οποίους ο Όσιος είχε συναντήσει στην έρημο: ο γέροντας Εφραίμ ο μελαμψός, ο Αλέξιος της Καλούγκα, Ιωσήφ και Τύχων της Μόσχας, Θεόδουλος του Ρυαζάν, Πορφύριος, Τρύφων, Ιωσήφ ο νεώτερος, Σεβαστιανός και πολλοί άλλοι.
Ο Δαμιανός προσκολλήθηκε σ' αυτούς με ειλικρινή αγάπη και άρχισε να τους επισκέπτεται συχνά και να τους φέρνει όλα όσα χρειάζονταν απ' το μοναστήρι. Εκτός απ' τους ερημίτες αυτούς που γνώρισε ο όσιος Διόδωρος στα άγρια δάση του νησιού του Σολόφσκυ, η παράδοση αναφέρει πολλά άλλα ονόματα ασκητών που επιζήτησαν τη σωτηρία τους εκεί, το 17ο αιώνα, ζώντας σε αυστηρή μόνωση και ησυχία.
Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν κι ο Ανδριανός, που έζησε κοντά στη λίμνη και στο κέντρο ακριβώς του νησιού, ενάμισυ μίλι απ' το κελλί που είχε χτίσει ο ηγούμενος Ειρήναρχος. Ο Ανδριανός έζησε εκεί μια αυστηρή ασκητική ζωή και στη συνέχεια κοιμήθηκε και τάφηκε στην έρημο.
Ο Σάββας, που ήταν κοσμικός κι ένας απ' τους εργάτες του μοναστηριού αναχώρησε μέσα στο δάσος του νησιού του Σολόφσκυ και αγωνίστηκε εκεί έντεκα χρόνια με αγώνες που γνώριζε μόνο ο Θεός. Κοιμήθηκε κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του Ραφαήλ και ενταφιάστηκε κοντά στο κελλί του Δαμιανού.
Κοντά στο κελλί του Σάββα έζησε σαν ερημίτης ο Νέστορας, που αγωνιζόταν μέρα και νύχτα με προσευχή και νηστεία. Όταν κοιμήθηκε, ενταφιάστηκε κι αυτός κοντά στην έρημο του Δαμιανού. Οι αδελφοί όμως του μοναστηριού του Σολόφσκυ άρχισαν να μουρμουρίζουν εναντίον του Δαμιανού, που εκείνο περίπου το καιρό έλαβε το Σχήμα και του δόθηκε το όνομα Διόδωρος, λέγοντας:
-Αναστατώνει το μοναστήρι και χτίζει οικήματα στην έρημο απ' την περιουσία του μοναστηριού. Η έρημος γέμισε από αδελφούς που αυτός οδηγεί μακριά και τώρα όχι μόνο αυτοί δεν εργάζονται για το μοναστήρι, αλλά και άλλοι αδελφοί εξαπατούνται. Κι αν του χαριστούμε τώρα, αυτός θα πλανήσει και άλλους και θα προξενήσει πολλή ζημιά στο μοναστήρι.
Αυτή την εποχή, ο μοναχός Κήρυκος ο κελλάρης έφυγε απ' το μοναστήρι και πήγε στην έρημο του οσίου Διοδώρου και γι' αυτό το λόγο οι αδελφοί που ήταν στο αναρρωτήριο δυσαρεστήθηκαν. Με δάκρυα στα μάτια ζήτησαν απ' τον ηγούμενο Ειρήναρχο να διατάξει ώστε τόσο ο Κήρυκος όσο και ο αναχωρητής Διόδωρος να γυρίσουν πίσω απ' την έρημο.
-Ο Κήρυκος, του έλεγαν, μας λύπησε με την αναχώρησή του γιατί κανένας δεν μπορεί να μας αναπαύσει και να μας περιποιηθεί όπως εκείνος. Έτσι η λύπη μας είναι πολύ μεγάλη. Ακούγοντας το παράπονο αυτό ο ηγούμενος και οι αδελφοί του Σολόφσκυ, στεναχωρήθηκαν πολύ με τον όσιο Διόδωρο και έστειλαν μερικούς απ' τους εργάτες του μοναστηριού να τον αναζητήσουν, όπως και τους άλλους αναχωρητές.
Όταν τους βρήκαν τους συνέλαβαν, κατέστρεψαν τα κελλιά τους και τους μετέφεραν στο μοναστήρι σαν εγκληματίες, με τον όσιο Διόδωρο σαν αρχηγό συμμορίας, μπροστά σ' όλους. Όλοι οι ερημίτες διατάχθηκαν να ζήσουν στο μοναστήρι και ο Όσιος ρίχτηκε αλυσοδεμένος στο αναρρωτήριο, όπου παρέμεινε επί πεντέμισυ μήνες σε αυστηρή απομόνωση, δίχως να έχει τη στοιχειώδη ελευθερία να βγει για να πάει είτε στην εκκλησία είτε στους αδελφούς.
Τελικά, αφού με του Θεού το έλεος ελευθερώθηκε από τα δεσμά, ο Όσιος έφυγε κρυφά απ' το μοναστήρι για τελευταία φορά τώρα και πήγε πάλι στην προηγουμένη του έρημο.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 236-240, Αθήνα 1988.
Τετάρτη 4 Μαΐου 2022
Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (10ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 227-230, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Όσιος Διόδωρος του Γιουριγκόρσκυ και άλλοι ασκητές
Η περιφέρεια του ποταμού Όνεγκα με τις μυριάδες στιλπνές λίμνες της, που αντανακλούν τη γαλάζια ομορφιά των βόρειων περιοχών, παρείχε χώρο και ελευθερία σ' αυτούς που αναζητούσαν το Θεό στην Αγία Ρωσία. Η περιοχή αυτή της Θηβαϊδας του Βορρά, με επίκεντρό της την πόλη του Κάργκοπολ, έχει στολίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία με μεγάλους αγίους.
Μερικοί απ' τους προκατόχους του οσίου Διοδώρου σ' αυτή την περιοχή ήταν: ο άγιος Λάζαρος του Μούρομ, ο Έλληνας που συνομίλησε με την Υπεραγία Θεοτόκο' ο άγιος Κορνήλιος της λίμνης Πάλε που ήταν μοναχός του μοναστηριού του Βαλαάμ' ο άγιος Ιωνάς του Κλίμενετζ, ο πλούσιος έμπορος που ασπάστηκε το μοναχισμό μέσα σε μια νύχτα' ο άγιος Κύριλλος του Τσέλμογκορ, ο άγιος Ιωάννης ο Δασύς, ο άγιος Αλέξανδρος του Όσεβενσκ και πολλοί άλλοι.
Ο όσιος πατέρας μας Διόδωρος γεννήθηκε προς το τέλος του 16ου αιώνα στο εύμορφο χωριό Τουρτσάσοβο, που βρισκόταν στα μισά περίπου ανάμεσα στον Αρχάγγελο και το Κάργκοπολ, στον ποταμό Όνεγκα. Επειδή εκείνη την εποχή όλο το ξένο εμπόριο διεξαγόταν απ' το βόρειο λιμάνι του Αρχάγγελου κι απ' εκεί τα ξένα αγαθά μεταφέρονταν δυτικά προς τη Μόσχα απ' τους ποταμούς, το χωριό Τουρτσάσοβο ήταν ένα αξιόλογο εμπορικό κέντρο.
Πιο σημαντικό όμως ήταν σαν ένα αξιόλογο πνευματικό κέντρο με ωραίες εκκλησίες και άλλα οικοδομήματα που μαρτυρούσαν το πνευματικό και μορφωτικό ύψος της Αγίας Ρωσίας. Ο πατέρας του Οσίου ονομαζόταν Ιερόθεος και η μητέρα του Μαρία. Ο ίδιος έλαβε στο άγιο βάπτισμα το όνομα Διομήδης.
Όταν έφτασε σε ηλικία δεκαπέντε ετών, πήρε την ευχή των γονιών του και ξεκίνησε για ένα προσκύνημα στο μοναστήρι του Σολόφσκυ. Αυτό έγινε ανάμεσα στα χρόνια 1600 και 1606. Απ' το μοναστήρι ο Όσιος δε γύρισε ποτέ πίσω. Αγάπησε τη μοναχική ζωή και αγωνίστηκε στο φημισμένο μοναστήρι για τρία χρόνια, εκτελώντας τα διάφορα διακονήματα του μοναστηριού με απόλυτη υπακοή, χωρίς αντιλογία ή γογγυσμό και γι' αυτό όλοι τον αγαπούσαν.
Ο Διομήδης στεκόταν στο ναό του Θεού και άκουγε τις ιερές ψαλμωδίες και τ' αναγνώσματα με φόβο Θεού και ταπείνωση. Περισσότερο απ' όλα προσπαθούσε να διατηρήσει το σώμα του με αγνεία και παρθενία και απόφευγε μεταξύ των αδελφών εκείνους που ήταν αμελείς και απρόσεχτοι σ' αυτή την αρετή.
Ο νεαρός ασκητής επιθυμούσε με όλη του την ψυχή να λάβει το Αγγελικό Σχήμα και όταν έφτασε στην ηλικία των δεκαεννέα χρόνων ζητούσε με δάκρυα απ' τον ηγούμενο Αντώνιο (1603 - 1612) να τον κάνει μοναχό. Βλέποντας ο ηγούμενος την ταπείνωση και τα δάκρυα του νέου, του έδωσε ευλογία να χειροτονηθεί και έλαβε το όνομα Δαμιανός.
Μετά ο νεοχειροτονημένος μοναχός παραδόθηκε για πνευματική καθοδήγηση σ' ένα γέροντα έμπειρο στη μοναχική ζωή, τον ιερομόναχο Ιωσήφ, που καταγόταν απ' το Μεγάλο Νοβγκοροντ. Ο ιερομόναχος Ιωσήφ ήταν ένας μεγάλος εραστής της ερήμου, της πραγματικής κατοικίας του αναχωρητικού μοναχισμού, και πολύ συχνά έλεγε στο νεαρό υποτακτικό του ότι εκεί ακριβώς, στις πυκνές λόχμες των δασών του νησιού Σολόφσκυ, αγωνίζονταν ακόμη ερημίτες που εργάζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους.
Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ
Στο Σολόφσκυ υπήρχαν τότε ερημίτες άγνωστοι, των οποίων τα ονόματα μόνο ο Θεός γνωρίζει. Κάποτε ένας μοναχός του Σολόφσκυ -για να πάρουμε ένα παράδειγμα που αναφέρεται στο Πατερικό του Σολόφσκυ αυτής της περιόδου- περιφερόταν στο νησί για κάποιες υποθέσεις του μοναστηριού.
Όταν κουράστηκε, θέλησε να ξεκουραστεί σ' έναν απότομο λόφο. Θέλοντας να ξαπλώσει στο έδαφος έκανε το σταυρό του και πρόφερε δυνατά την προσευχή του Ιησού. Ξαφνικά απ' την κορυφή του λόφου, μέσα από μια σχισμή, άκουσε <<Αμήν>>. Μη πιστεύοντας στ' αυτιά του πρόφερε την προσευχή για δεύτερη και τρίτη φορά και πάλι άκουσε το ίδιο <<Αμήν>>.
-Ποιός είσαι συ, άνθρωπος ή πνεύμα; ρώτησε ξαφνιασμένος ο μοναχός. -Είμαι ένας αμαρτωλός, απάντησε η αόρατη φωνή, και κλαίω για τις αμαρτίες μου. -Ποιό είναι τ' όνομά σου και πώς ήρθες εδώ; -Τ' όνομά μου και πώς ήρθα εδώ μόνο ο Θεός γνωρίζει. -Μόνος σου είσαι εδώ; -Εδώ κοντά μου ζουν άλλοι δυο γέροντες.
Υπήρχε κι ένας τρίτος αλλά αποδήμησε στον Κύριο και τον θάψαμε. -Και πώς ζεις εδώ; -Θυμήσου, αδελφέ, τους λόγους του Κυρίου: <<Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού>> (Ματθ. δ' 4). Αυτός εκτρέφει και θερμαίνει τον εσωτερικό άνθρωπο. Θυμήσου πως τα παλιότερα χρόνια άγιοι άνδρες και γυναίκες κατοικούσαν στα βουνά, στις σπηλιές και τις σχισμές της γης.
Δεν είναι ο ίδιος Θεός, ο Δημιουργός, τώρα, που έτρεφε τότε εκείνους; Εάν θέλεις να διαπιστώσεις πώς ο Κύριος τρέφει το φθαρτό σώμα μου, πάρε αυτό. Και μ' αυτά τα λόγια πέταξε έξω ένα κομμάτι που ο μοναχός το πήρε και το έφαγε. Ήταν από ξεραμένα βρύα με κούμαρα. -Μ' αυτά με τρέφει ο Κύριος, είπε ο ερημίτης.
Ο μοναχός τότε άρχισε να τον παρακαλεί για να του αποκαλύψει πόσα χρόνια έχει σ' αυτόν τον τόπο και ποιό είναι το ασκητικό του πρόγραμμα. -Είμαι εδώ δέκα ή και περισσότερα χρόνια, απάντησε ο αναχωρητής. Τον πρώτο χρόνο υπόφερα φοβερά απ' τις τρομερές φαντασίες των δαιμόνων.
Οι δαίμονες εμφανίζονταν με τη μορφή ληστών και με τρομοκρατούσαν, με έδερναν ανελέητα, με τραβούσαν έξω από το κελλί μου και απαιτούσαν να φύγω μακριά απ' το νησί ή να γυρίσω στο μοναστήρι. Κι αφού με βασάνισαν, με εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο και τότε εμφανίστηκαν δυο άγιοι άνθρωποι κρατώντας στα χέρια τους πρόσφορα.
Με πλησίασαν και μου είπαν: -Σήκω, αδελφέ, κάνε το σημείο του σταυρού και λέγε την προσευχή του Ιησού. Μη φοβάσαι τις παγίδες του εχθρού. Έχε θάρρος, ενισχύσου και ο Θεός θα σε βοηθήσει. Δοκίμασε αυτά τα πρόσφορα κι εμείς θα σε επισκεφτούμε πάλι. -Δεν πρόφτασα να δοκιμάσω τα πρόσφορα και ξαφνικά αισθάνθηκα τελείως καλά και χαρούμενος.
Τον πρώτο χρόνο που οι δαίμονες ήταν ιδιαίτερα επιθετικοί, οι γέροντες με επισκέπτονταν συχνά, με μετέφεραν μέσα στην καλύβα μου και με ενίσχυαν. Το δεύτερο χρόνο οι επιθέσεις των δαιμόνων εξασθένησαν και τώρα, με τη Χάρη του Χριστού, δεν κινδυνεύω απ' τις επιθέσεις του εχθρού. Οι γέροντες όμως κάπου - κάπου με επισκέφτονται και μου φέρνουν πρόσφορα και ψωμί.
Όταν ο μοναχός τον αποχαιρέτησε, ο ερημίτης του ζήτησε να ξανάρθει μια ορισμένη μέρα και να του φέρει λιβάνι. Ο μοναχός του υποσχέθηκε, αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει τη μέρα που του είχε ορίσει ο ερημίτης κι όταν πήγε αργότερα στάθηκε αδύνατο να τον βρει. Τον επόμενο χρόνο όμως ο μοναχός ήρθε πάλι στην ίδια τοποθεσία που είχε συνομιλήσει με τον ερημίτη κι αφού κουράστηκε πολύ ψάχνοντας για να τον βρει, κάθισε κάτω να ξεκουραστεί.
Ενώ κοιμόταν παρουσιάστηκε ο αναχωρητής σε όραμα και του είπε: -Τώρα ήρθες μάταια' και του έδωσε ένα πρόσφορο. Τον ίδιο αυτό καιρό που ο νεαρός μοναχός Δαμιανός άκουγε αυτά στο κελλί του γέροντά του, ήρθε στον πνευματικό του πατέρα, το γέροντα Ιωσήφ, κάποιος που τον έλεγαν Βασίλειο απ' τη λίμνη Κένο και αγαπούσε ν' απομακρύνεται για ησυχία σε ερημικές τοποθεσίες του νησιού. Ο Βασίλειος αυτός διηγήθηκε για μια συνάντηση που είχε με το θαυμαστό ερημίτη Ανδρέα.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 227-230, Αθήνα 1988.
Τετάρτη 13 Απριλίου 2022
Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (9ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 209-219, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Οσιομάρτυρας Ευφρόσυνος του Σινίτσυ (Γαλάζιας Λίμνης)
Η τοποθεσία του ερημητηρίου του Σενίτσυ είναι άγρια και ερημική. Βρίσκεται μακριά από πυκνοκατοικημένες πόλεις και χωριά και το βλέμμα του περαστικού προσκυνητή δε συναντά παρά αχανείς, λασπώδεις και δυσδιάβατους βάλτους. Οι βάλτοι αυτοί εκτείνονται πότε στα πυκνά πράσινα δάση που το περιτριγυρίζουν και πότε σε ολόκληρο δίκτυο μεγάλων και μικρών λιμνών, απ' τις οποίες άλλες συνδεδεμένες μεταξύ τους με ρυάκια και ποτάμια.
Συνολικά στην περιοχή υπάρχουν περίπου δεκαοκτώ λίμνες, ανάμεσα στις οποίες μία, η λίμνη Σαβίνο, είναι αξιόλογη γιατί στον πυθμένα της έχει ένα χωνοειδές λάκκο, όπου κάθε ορισμένα χρόνια και συνήθως την περίοδο του καλοκαιριού τα νερά μαζί με όλα τα ψάρια εξαφανίζονται κάνοντας ένα μεγάλο θόρυβο' έπειτα, αφού περάσει μια ορισμένη χρονική περίοδος, τα νερά ξανάρχονται στη θέση τους απ' τον ίδιο λάκκο.
Απ' τα ποτάμια της αξιομνημόνευτο είναι εκείνο του Μύλου, που ονομάστηκε έτσι απ' το μύλο του μοναστηριού που ήταν χτισμένος πάνω σ' αυτό, και το ποτάμι Γκβόζντεν. Στις όχθες των ποταμών αυτών είχε εγκατασταθεί στην αρχή ο ευλογημένος όσιος Ευφρόσυνος. [...] Ο ιερομάρτυρας Ευφρόσυνος, μεγαλόσχημος και ερημίτης της λίμνης Σινίτσυ, γεννήθηκε προς το τέλος του 16ου αιώνα.
Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022
Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (8ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 200-205, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Όσιος Αντώνιος του Σίγια
Τα τέσσερα θαύματα που ακολουθούν υπήρχαν στα αρχεία του μοναστηριού του Σίγια και δημοσιεύτηκαν το 1913 στο περιοδικό <<Ο Ρώσος Μοναχός>>, τεύχος 9, μια έκδοση του μοναστηριού του Ποτσαέφ.
Είχε περάσει λίγος καιρός απ' την κοίμηση του οσίου Αντωνίου και στο μοναστήρι ζούσαν ακόμη λίγοι αξιόπιστοι μάρτυρες που τον θυμούνταν καλά. Εκείνο τον καιρό ο ένας από τους αδελφούς του μοναστηριού του οσίου Αντωνίου του Σίγια, άρχισε να ενδιαφέρεται πολύ για την αφιερωμένη ζωή των Αγίων του Θεού και, έχοντας μεγάλη ευλάβεια για τους αυστηρούς ασκητικούς αγώνες και τα θαυμαστά έργα της ζωής του οσίου Αντωνίου, λυπόταν πολύ που ο βίος του παράμενε άγνωστος, επειδή αμέλησαν να γραφεί.
Φόβος τον κατέλαβε όταν αναλογίστηκε ότι ο Θεός θα τιμωρούσε αυτόν, που είχε μια τέλεια ευκαιρία γιατί γνώριζε το βίο και τα έργα του Οσίου, εάν δεν τον έγραφε για ψυχική ωφέλεια των μελλοντικών γενεών. Συγκινημένος βαθύτατα από τέτοιους ευσεβείς στόχους ο φίλεργος αυτός μοναχός, επικαλέστηκε στην προσευχή του τη βοήθεια του οσίου Αντωνίου και άρχισε με ζήλο να συγγράφει το βίο του.
Η καλή του πρόθεση όμως σκόνταψε στη δυσαρέσκεια και τα μουρμουρητά των αδελφών του μοναστηριού. -Μέχρι τώρα κανένας δεν τόλμησε να γράψει και τώρα αυτός θ' αρχίσει να συνθέτει βίους Αγίων; έλεγαν μερικοί απ' αυτούς με δυσαρέσκεια. Άλλοι πάλι τόλμησαν να κάνουν ακόμη και προσβλητικά σχόλια για τον Όσιο.
Όλα αυτά κατέπληξαν και ενόχλησαν τον συγγραφέα του βίου του Οσίου και σκέφτηκε να εγκαταλείψει το εγχείρημά του. Πάνω όμως στην απελπισία και την αμηχανία του φωτίστηκε από ένα περίεργο όραμα. Ενώ βρισκόταν στο κελλί του και έγραφε τη βιογραφία του Οσίου, τον πήρε ένας ελαφρύς ύπνος και είδε τους Βίους των Αγίων σαν νά' ταν γραμμένοι σε εικόνες και ανάμεσα στο χορό του πλήθους των δοξασμένων αγίων και ψηλότερα απ' όλους βρισκόταν ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας.
Δίπλα του στεκόταν ένας άλλος, άγνωστος σ' αυτόν μοναχός, ο οποίος δείχνοντας με το δάχτυλό του το Μεγάλο Αντώνιο του είπε: -Γιατί αμφιβάλλεις και μικροψυχείς; Εκείνος του οποίου το βίο άρχισες να γράφεις, ήταν σαν κι αυτόν τον Άγιο. Έχει το ίδιο όνομα και ήταν μιμητής της ζωής του' γι' αυτό απομάκρυνε όλους τους ενδοιασμούς σου και άρχισε το έργο χωρίς ανησυχία και ολιγωρία.
Ενθαρρυμένος ο μοναχός απ' το όραμα αυτό, άρχισε χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό να γράφει το βίο του Οσίου. Πολλά χρόνια μετά το θάνατο του οσίου Αντωνίου, το ιερό μοναστήρι του πέρασε μια φοβερή δοκιμασία. Ένας μετά τον άλλο όλοι οι μεγάλοι ασκητές και μαθητές του Οσίου, εκτός απ' τον ιερομόναχο Τίτο, πέθαναν και ανάμεσα στους νέους μοναχούς λίγοι ήταν εκείνοι που ήταν διατεθειμένοι να διατηρήσουν το προηγούμενο ασκητικό πνεύμα της πίστης και της ευσέβειας.
Το μοναστήρι άρχιζε να παρακμάζει αισθητά. Η κατάσταση χειροτέρευσε κυρίως από τότε που αναζήτησαν ηγούμενο από άλλο μοναστήρι, επειδή δεν υπήρχε άξιος υποψήφιος στο δικό τους. Ο νέος ηγούμενος αποδείχτηκε ότι δεν είχε αγνή συμπεριφορά και είχε μεγάλη αδυναμία στην οινοποσία.
Μαζί με άλλους δυο μοναχούς που είχαν έρθει μαζί του ήταν διαρκώς μεθυσμένοι, παραβιάζοντας έτσι την κυριότερη εντολή του ιδρυτή του μοναστηριού. Οι νέοι μοναχοί, αδόκιμοι ακόμη στη μοναχική ζωή, σκανδαλίζονταν και έπαιρναν απ' αυτόν ένα πολύ κακό παράδειγμα. Ορισμένοι απ' τους μοναχούς που παράμεναν πιστοί στην εντολή του οσίου Αντωνίου θλίβονταν πολύ.
Γι' αυτό και συχνά έρχονταν προς τον ιερομόναχο Τίτο και του ζητούσαν καταπιεστικά, σαν πιστός και στενός μαθητής του μακαρίου Αββά που ήταν, να υπενθυμίσει στον ηγούμενο, που είχε ξεχάσει το καθήκον του, ότι ο άγιος ιδρυτής του μοναστηριού είχε απαγορεύσει αυστηρά να υπάρχει οτιδήποτε από οινοπνευματώδη ποτά στο μοναστήρι και πολύ περισσότερο είχε απαγορεύσει να μεθούν.
Για πολύ καιρό όμως ο Τίτος, από απλότητα και ταπεινοφροσύνη, αρνιόταν να εκπληρώσει την παράκληση των αδελφών, οπότε ανέλαβε ο ίδιος ο Όσιος να δώσει μια απειλητική προειδοποίηση. Αργά ένα βράδυ, μετά το συνηθισμένο κανόνα της προσευχής, ο Τίτος ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Ξαφνικά είδε τον όσιο Αντώνιο να έρχεται προς αυτόν μέσα στο κελλί του, συνοδευόμενος από δύο μαθητές του, που είχαν αναπαυτεί πριν λίγο καιρό.
Στο δεξί του χέρι ο Όσιος κρατούσε την ηγουμενική ράβδο και στα χέρια της συνοδείας του υπήρχαν τεράστια δέματα από βέργες. Ο Τίτος σηκώθηκε να περιποιηθεί τον Όσιο, εκείνος όμως άρχισε να τον επιτιμά αυστηρά: -Αφού βλέπεις την ανάρμοστη ζωή του ηγουμένου και γνωρίζεις την αυστηρή εντολή του ιδρυτή του μοναστηριού για τα οινοπνευματώδη ποτά, γιατί δεν του το υπενθυμίζεις και δεν τον απομακρύνεις απ' τον επονείδιστο τρόπο ζωής που κάνει και παρασύρει τους αδελφούς.
Και λέγοντας αυτά γύρισε προς τον ένα από κείνους που τον ακολουθούσαν, του είπε να πιάσει το κεφάλι του Τίτου, να το σκύψει και να το κρατάει σ' αυτή την θέση και τον άλλο ακόλουθό του τον διέταξε να τον χτυπάει με τη βέργα του ανελέητα μέχρι να ματώσει. Ο Τίτος άρχισε τότε να τον παρακαλεί με δάκρυα να του συγχωρέσει την αμαρτία του και υποσχέθηκε ότι στο μέλλον δεν θα επιτρέψει στον εαυτό του να κρατήσει μια τέτοια ένοχη σιωπή.
Ομοίως και οι ακόλουθοι του Οσίου άρχισαν να τον παρακαλούν θερμά να συγχωρέσει τον Τίτο και έδωσαν ακόμη και το λόγο τους γι' αυτόν' μόνο τότε, υποχωρώντας στις επικλήσεις των μαθητών του, μετάβαλε ο όσιος Αντώνιος την οργή του σε οίκτο, διέταξε για μια ακόμη φορά τον Τίτο αυστηρότατα να μιλήσει στον ηγούμενο και εξαφανίστηκε.
Μετά το όραμα αυτό ο Τίτος δεν δίστασε άλλο, αλλά πήγε με τόλμη στον ηγούμενο, του διηγήθηκε το όραμα με κάθε λεπτομέρεια και τον ικέτευσε με δάκρυα να σταματήσει τον ανάρμοστο τρόπο της ζωής του. Ο ηγούμενος συγκινήθηκε βαθύτατα απ' όσα άκουσε, μετανόησε ειλικρινά και με τη βοήθεια του Θεού και τις προσευχές του οσίου Αντωνίου άλλαξε ριζικά τον τρόπο της ζωής του.
Όταν ηγούμενος στο μοναστήρι ήταν ο Γελάσιος, ο διάδοχος του οσίου Αντωνίου, εργαζόταν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στους αγρούς του μοναστηριού ένας εργάτης που τον έλεγαν Συμεών. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος ανέντιμος και πονηρός.
Συχνά έκλεβε απ' τα γαλακτομικά προϊόντα του μοναστηριού χωρίς να παρατηρείται και να ελέγχεται και τα πουλούσε έξω για προσωπικό του κέρδος. Ξέροντας δε πώς να καλύπτει τα ίχνη της κλοπής του και χωρίς να φοβάται ότι θα λογοδοτήσει γι' αυτά στην Κρίση του Θεού, ο εργάτης αυτός όχι μόνο δε σκεφτόταν να σταματήσει το πονηρό έργο του, αλλά απεναντίας όσο περισσότερο έκλεβε, τόσο πιο αποφασιστικός και θρασύς γινόταν.
Έτσι η κλοπή της περιουσίας του μοναστηριού συνεχιζόταν για αρκετά χρόνια. Ο ιδρυτής όμως και ουράνιος προστάτης του μοναστηριού σταμάτησε την εγκληματική δραστηριότητα του αμαρτωλού αυτού και τον έφερε στο σωστό δρόμο, με τον ακόλουθο τρόπο:
Μια Κυριακή πρωϊ ο Συμεών μαζί με άλλους εργάτες του μοναστηριού πήγε στην ακολουθία του όρθρου. Ξαφνικά βλέπει να μπαίνει στην εκκλησία ο όσιος Αντώνιος και, ακουμπώντας στο ραβδί του, τον βλέπει να βαδίζει προς τον ηγουμενικό θρόνο και να στέκεται στα δεξιά του ηγουμένου Γελασίου, του μαθητή του.
Αφού κάθησε για λίγο εκεί, ακούμπησε το ραβδί του στον τοίχο, πήρε το θυμιατήρι και άρχισε να λιβανίζει την εκκλησία, τον ηγούμενο και τους αδελφούς. Μετά ξαναπήγε στη θέση του ηγουμένου, πήρε την ηγουμενική ράβδο και άρχισε να περιεργάζεται τους αδελφούς.
Πλησιάζοντας έναν απ' τους μοναχούς, που ονομαζόταν Βασσιανός, κι εκείνο τον καιρό ήταν κελλάρης του μοναστηριού, ο Όσιος άρχισε να τον χτυπάει με μανία και χωρίς έλεος στην πλάτη και να τον επιτιμά αυστηρά. Τον επέπληττε γιατί σαν κελλάρης είχε επιδείξει μεγάλη αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν επιτηρούσε τους υπηρέτες και τους εργάτες που αμελούσαν τη δουλειά τους και πρόσεχαν πώς να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη απ' την εργασία τους, όπως για παράδειγμα ο εργάτης Συμεών.
Λέγοντας τα τελευταία αυτά λόγια ο Όσιος έδειξε το Συμεών και, αφού άφησε τον κελλάρη, τον πλησίασε και του είπε οργισμένα: -Γιατί ήρθες εδώ και δεν σταματάς να κλέβεις την Παναγία Τριάδα και να κάνεις τόσο κακό, προκαλώντας γκρίνια μεταξύ των αδελφών;
Και λέγοντας τα απειλητικά αυτά λόγια ο Όσιος, άρπαξε το Συμεών, τον έσπρωξε με μεγάλη δύναμη και βιαιότητα προς το κιγκλίδωμα της εκκλησίας και εξαφανίστηκε. Κεραυνοχτυπημένος ο εργάτης Συμεών από ένα τέτοιο φοβερό όραμα, έβγαλε μια δυνατή κραυγή και μετά έμεινε άλαλος και τελείως παράλυτος.
Επειδή όμως το όραμα το είδε μόνο ο τιμωρημένος, ο ηγούμενος και οι άλλοι αδελφοί βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία' μετά τον όρθρο μετάφεραν τον εργάτη στον τάφο του Οσίου κι εκεί κι εκεί έκαναν μια παράκληση για τη θεραπεία του αρρώστου. Τιμωρημένος απ' το Θεό και υποφέροντας τρομερές οδύνες, ο εργάτης Συμεών παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να συγχωρέσει τις αμαρτίες του και να τον θεραπεύσει' τελικά οι προσευχές του εισακούστηκαν.
Μετά από τρεις μέρες ο όσιος Αντώνιος εμφανίστηκε και πάλι στον ίδιο, τον συμβούλεψε σαν πατέρας να μην ξαναμαρτήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του και τον θεράπευσε τελείως. -Τώρα είσαι καλά, του είπε ο Όσιος' πρόσεξε να μην αμαρτήσεις ξανά για να μη σου συμβεί τίποτα χειρότερο. Και τώρα πήγαινε να διηγηθείς στον ηγούμενο και τους αδελφούς καταλεπτώς όλα όσα σου συνέβησαν.
Γεμάτος χαρά και πλημμυρισμένος με δάκρυα για τη θαυματουργική θεραπεία του, ο Συμεών πήγε στον ηγούμενο και τους αδελφούς, μετανόησε ειλικρινά και αφηγήθηκε όλα όσα αφορούσαν την τιμωρία του και τη θεραπεία που του χορήγησε ο Όσιος. Κι εκείνοι που τα άκουσαν δοξολόγησαν το Θεό που έδωσε τόσο μεγάλη χάρη στον Άγιό Του, τον όσιο Αντώνιο του Σίγια.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 200-205, Αθήνα 1988.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







