«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 16 Μαΐου 2025
400 ΤΟΝΟΙ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΠΟΥΛΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΜΑΛ ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΓΙΑ ''ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΧΡΗΣΗ'' ΚΟΠΡΙΑ ΚΑΙ ΛΙΠΑΣΜΑ...
<<Σαν πέσαμε στο δρόμο να γυρίσουμε στο στρατόπεδο
ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ (Α' ΜΕΡΟΣ)
Ήρθα άπό την Βιέννη, — άλλά δέν πρόκειται νά σας μιλήσω γιά μουσική. “Η μάλλον ναί! Γιατί ή γιγαντιαία ιστορική τοιχογραφία πού θέλω νά σάς δείξω είναι και μιά ήρωϊκή συμφωνία, άφοϋ μάς άναστατώνει άκόμη και τώρα έγγίζοντας τά πιό γνήσια στρώματα τοϋ άνθρώπου. Συχνά σταματούμε βουβοί και μπερδεμένοι στήν σκέψι μπροστά σέ ό,τι συνέβη, σέ ό,τι μάς κόβει άκόμη άπό τόν φόβο τήν άνάσα. Είναι πράγματι μιά ήρωϊκή συμφωνία, γραμμένη μέ αίμα των προγόνων μας πού θυσιάστηκαν και μέ τά δάκρυα έκείνων πού έμειναν πίσω, κάπου στήν Ελλάδα. Και ό,τι περίσσεψε είναι έγγραφα — τά έγγραφα ξένων άρχείων. Γι’ αύτά θέλω νά σάς μιλήσω. Θά υποφέρουμε βέβαια άπό τήν άνάμνησι, άλλά θά άποζημιωθούμε ίσως μέ τήν διαπίστωση ότι θά μάθουμε νεώτερα, κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες. Περισσότερο φώς στήν ιστορία μας δέν μπορεί νά κάνει κακό — τουλάχιστον σέ όσους πιστεύουν στήν πρόοδο και στήν έλευθερία.
Γράφει ο Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης
Τό άντικείμενο της εργασίας αύτής είναι οί διωγμοί τών συμπατριωτών μας τών Ποντίων στά χρόνια τοϋ πρώτου μεγάλου πολέμου. Πολλοί άπ’ αύτούς έπέζησαν και είχαν καί τό κουράγιο μάλιστα νά τούς περιγράψουν σέ άπομνημονεύματα, σέ ιστορικές συνθέσεις, σέ συλλογές τών λευκών βίβλων. Καί ή τέχνη δέν έμεινε άδιάφορη. Ή ποίησι καί τό μυθιστόρημα, τό θέατρο καί ή ζωντανή στοματική παράδοσι άνάμεσα ατούς επιζώντες, καλλιέργησαν σάν ένα είδος κρυφής λατρείας τόν πόνο γιά τήν πατρίδα πού ήθελαν νά ξεχάσουν καί δέν ξεχνιόταν. Όταν, σ’ ένα πληθυσμό 700.000 Ποντίων, 350.000 περίπου έκτοπίζονται καί περίπου 180.000 έξοντώνονται, ένώ τό ύπόλοιπο ξεριζώνεται άπό τά χώματα μέ τά οποία είχε ζυμωθή, όχι χτές, όχι προχτές, άλλά άπό πάντοτε, έ, τότε τουλάχιστο άπό καιρό οέ καιρό νά στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στήν καταστροφή καί σάν σέ μνημόσυνο νά μελετούμε τις θυσίες καί τούς νεκρούς μας.
Τίποτε άλλο. Γιατί — καί πρέπει αύτό νά τό πούμε έδώ — δέν ξέρουμε περίπτωση στήν έλληνική ιστορία, πού νά άξιοποιήσαμε τό μαρτύριο καί τήν θυσία μέ τήν βοήθεια της έπιστήμης, της τέχνης καί της πολιτικής. Καί ό τελευταίος πόλεμος άπέδειξε ότι σάν “Ελληνες δέν έχουμε τό μονοπώλιο τής θυσίας, άλλά καί μάς θύμησε ότι έχουμε τό προνόμοιο μιάς άλλης μοναδικότητας. Νά πολεμούμε, νά ύποφέρουμε, καί νά χαιρόμαστε ότι συνεχίζουμε αύτό πού είμαστε. Καί είναι καλό αύτό πού είμαστε. Έχει κάποιο μεγαλείο ή έθνική μας αύτή άφέλεια.
Τί περιέχουν τά άρχεία
Επανέρχομαι λοιπόν στά έγγραφα της Βιέννης. Έν πρώτοις μερικές λέξεις γιά τίς νέες σπουδαίες αύτές πηγές τής εύρωπαϊκής ιστορίας. Τά άρχεία αύτά της παλαιάς Αύστροουγγαρικής μοναρχίας δόθηκαν τό 1958 έλεύθερα στήν ιστορική έρευνα μέχρι τό 1918, έπειτα άπό σχετική άπόφασι τής Αύστριακής Κυβερνήσεως. Είμαι σέ θέσι νά γνωρίζω ότι ή Αύστριακή Δημοκρατία δέν θα έδέχετο να παρακρατήση ώρισμένα άποθέματα άπό τά άποδεσμευμένα έγγραφά της, άκόμη καί άν αύτά τά έγγραφα δέν θά ήσαν πολύ εύχάριστα εις αύτήν ή έκείνην τήν χώραν, εις αύτήν ή έκείνην τήν ιστορική προσωπικότητα. Για μιά κακώς έννοουμένη άβροφροσύνη είναι πολύ ύψηλό άντίτιμο ή συγκάλυψις τής ιστορικής άλήθειας.
Καί τώρα τό έρώτημα! Σέ ποιά μεγάλα θέματα τοΰ Ποντιακού ‘Ελληνισμού τής έποχής τοϋ πρώτου πολέμου μάς δίνουν μιά νέα, ή συμπληρωματική ή καί άποκαλυπτική άπάντησι τά έγγραφα τής Βιέννης; Έν πρώτοις στό πρόβλημα τών σχέσεων Ελλήνων καί Τούρκων καί πώς οί σχέσεις αύτές χάλασαν μέ τόν καιρό γιά νά οδηγήσουν στις γνωστές ώμότητες. “Αλλο θέμα: Ποιό ρόλο έπαιξε ό Διχασμός ώς πρός τήν μοίρα τοϋ Ποντιακού Ελληνισμού καί ποιός ύπήρξε ό έμπνευστής καί ό ρυθμιστής τών εκτοπίσεων καί τοϋ μακελειού. Πώς δημιουργήθηκαν τά άνταρτοσώματα τών Ποντίων, τό ισοζύγιο τών καλών καί τών δεινών πού δημιούργησαν καί τίς σχέσεις των πρός τον ρωσικό στρατό και τά ρωσικά υποβρύχια. Μας παρέχουν άκόμη τά έγγραφα αύθεντικές περιγραφές της έξορίας και των σφαγών των Ελλήνων καί των Αρμενίων τοΰ Πόντου, τίς έπίσημες συνομιλίες γύρω άπό τά θέματα των ξένων προσβευτών καί προξένων μέ τήν Τουρκική Κυβέρνησι καί τίς τοπικές αρχές ή καί τήν επίσημη αλληλογραφία μεταξύ των κυβερνήσεων Βερολίνου-Βιέννης καί Κωνσταντινουπόλεως. Θά ανέφερα ώς τελευταίο, άλλά δέν είναι τελευταίο σέ σημασία, τό άλλο κέρδος πού έχουμε άπό τά νέα αύτά έγγραφα της Βιέννης.
Δηλαδή τόν ρόλο πού έπαιξαν κρυφά ή φανερά στήν δραματική αύτή έποχή προσωπικότητες τοϋ Πόντου, γνωστές καί τιμημένες οικογένειες, νοικοκυραίοι, άνθρωποι τοϋ λαού. Καί μέσα σ’ όλα τά άναρίθμητα έλληνικά ονόματα των ξένων έγγράφων, λάμπουν άπό έσωτερική μεγαλοπρέπεια δύο μαρτυρικές μορφές τοϋ Πόντου καί της Εκκλησίας μας. Ό Τραπεζοϋντος Χρύσανθος καί ό Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης. Δύο ιεράρχες πού ήσαν Ισως διαφορετικοί στόν χαρακτήρα καί στήν πολιτική των. Αποδεικνύεται όμως ότι ήσαν αί δύο όψεις της ίδιας δύναμης πού λέγεται Μικρασιατικός ‘Ελληνισμός. Κι άν θά μέ ρωτήσετε ώς πρός τό γενικό συμπέρασμα άπό τήν έρευνα αύτή γύρω άπό τήν ιστορία καί τίς θυσίες τοϋ Πόντου, θά σας άπαντοΰσα μέ μιά λέξι: Περηφάνεια είναι τό άποτέλεσμα, περηφάνεια γιά κάθε τι τό Ποντιακό, γιά κάθε άνθρωπο, γιά κάθε πέτρα τής χαμένης μας πατρίδας. 'Ηταν ένας κόσμος καθαρός, άγνός στά συναισθήματα καί τίς πράξεις του. Ήσαν συνειδήσεις χωρίς λεκέδες.
Αλλά καιρός είναι νά σάς δώσω καί τό άντίκρυσμα τής ύπερηφάνειας αύτής πού αισθάνθηκα στήν Βιέννη, διαβάζοντας τά ντοκουμέντα μακρυά άπό τήν Ελλάδα καί άκόμη πιό μακρυά άπό τόν Πόντο. Γιά τά θέματα πού έθιξα θά σάς παρουσιάσω τά χαρακτηριστικά τεκμήρια τής ύψηλής πολιτικής καί τών χαμηλών λειτουργών της.
Τό «Κρητικό ζήτημα»
Οί σχέσεις Ελλήνων καί Τούρκων στόν Πόντο μετά τήν ϊδρυσι τοϋ ‘Ελληνικού κράτους βελτιώνονται συνεχώς καί μετά τόν Ρωσοτουρκικό πόλεμο τοϋ 1876 μπορούν νά χαρακτηρισθούν ώς καλές γενικώς. Κατά βάθος βέβαια διεπίστωναν οί ξένοι διπλωμάται ότι ήταν μια νόθος κατάστασις. Στούς Τούρκους διέκριναν τήν κρυφή λαχτάρα, πότε θά έρθη ή ήμέρα Χ γιά νά έξοφληθοϋν μέ τούς Έλληνας παλιοί λογαριασμοί. Μέ τό Κίνημα τών Νεοτούρκων τοΰ 1908 καί τήν δημιουργία τοϋ Κρητικού Ζητήματος παρουσιάζονται οί πρώτες ρωγμές. Ό τουρκικός έθνικισμός άνατινάζει τά θεμέλια μιας άνεκτής συμβιώσεως αιώνων. Ή Αύστροουγγαρία, πού έστήριζε καί αύτή τήν ϋπαρξί της στήν ειρηνική συμβίωσι διαφόρων έθνοτήτων, διαβλέπει τόν κίνδυνο γιά τήν οθωμανική αύτοκρατορία, άλλά πρός τό παρόν έκεΐνο πού τήν ένδιαφέρει είναι νά συμμετάσχη στό μοίρασμα ώς μεγάλη δύναμις καί νά πάρη καί μεγάλη μερίδα. Όλες οί έκθέσεις τών διπλωματών της μέχρι τήν έκρηξι τοΰ πολέμου άναφέρουν τά γεγονότα έναντίον τών Ελλήνων όπως συνέβησαν καί σχεδόν βλέπουμε τούς διπλωμάτας νά κινοϋν τό κεφάλι ώς πρός τήν τουρκική νοημοσύνη. Άκοϋστε μιά τέτοια έκθεσι τοϋ αύστριακοϋ προξένου Μόριτς, γραμμένη στήν Τραπεζούντα στις 14 Ιουνίου 1910. Γράφει πρός τόν ύπουργόν τών Εξωτερικών “Αλοίς Έρενταλ.
«Χθές έλαβε χώραν εδώ μία διαδήλωσις Τούρκων διά τό Κρητικόν Ζήτημα. Εις ένα δημόσιον κήπον έγένοντο δεκτοί έθελονταί. Έδηλώθησαν περίπου 500, ήλικίας 14 έως 70 ετών. Ή όλη ύπόθεσις είχε τήν σφραγίδα τής σκηνοθεσίας, μολονότι δέν αμφισβητείται ότι οί Τούρκοι λαμβάνουν σοβαρώς ύπ’ όψιν τάς διαμαρτυρίας των καίτάς αξιώσεις ώς πρός τό Ζήτημα τής Κρήτης. Εις αύτήν τήν διάθεσιν οφείλεται καί τό γεγονός ότι ή συγκέντρωσις έγινε μέ μεγάλην συμμετοχήν τοϋ πληθυσμού, άν καί ή πλειονότης άπετελεϊτο άπό περιέργους. Εις μίαν λευκή ν σημαίαν άνεγράφετο μέ κόκκινον χρώμα ή τουρκική φράσις: “Κρήτη ή θάνατος”. Ό πρώτος ομιλητής ήτο ένας μολλάς, ό οποίος έπειτα άπό είκοσάλεπτον προσευχήν έκλεισε τόν λόγον του μέ τό έξης έρώτημα: “Ό Αλλάχ καίό προφήτης νά είναι μάρτυρες ότι θάχύσωμεν τό αίμα μας υπέρ τής πατρίδος μέχρι τελευταίας ρανίδος;” Ή άπάντησις ήτο ένα μυριόστομον: “Ναι είμεθα έτοιμοι”.»
Καί ήσαν έτοιμοι γιά όλα. Ή περίοδος τοΰ μπούκοτάζ κάθε ελληνικού έχει άρχίσει. Τά έλληνικά πλοία περνούν σχεδόν άδεια άπό τά ποντιακά λιμάνια. Ακόμη καί οί περιβόητοι τούρκοι καϊκτσήδες συμμετέχουν καθ’ ύψηλήν έντολήν στήν έξαψι τοϋ τουρκικοϋ αύτοΰ έθνικισμοϋ. Ό φόβος άρχίζει νά τυλίγη τόν Ελληνισμό τοϋ Πόντου. Οί διορατικώτεροι βλέπουν τήν μελλοντική καταστροφή καί ζοΰν ήδη τώρα στήν σκιά της. Οί βαλκανικοί πόλεμοι καί ή ελληνική έπέκτασις άνησυχοϋν αύτήν τήν φορά τούς Τούρκους. Ό φόβος πηγαίνει πρός τό μέρος τους. Οί άπειλές είναι πλέον άνοικτές. Τά έγγραφα τής Βιέννης μεταβιβάζουν τούς πύρινους λόγους τών ήγετών τοϋ νεοτουρκικού κομιτάτου «Ένωσις καί Πρόοδος». Νά τί είπε ό ομιλητής Όμέρ Νατζή μπέης σέ μιά συγκέντρωσι τής Τραπεζοϋντος, σύμφωνα μέ μιά έκθεσι τοϋ προξένου Μόριτς τής 29ης Νοεμβρίου 1913:
«Πρίν άναχωρήσω αύριο γιά τήν Κωνσταντινούπολη είπε ό Νατζή μπέης, θεωρώ πατριωτικό μου καθήκον νά σας πώ ότι κάθε Οθωμανός πρέπει νά σκέπτεται πάντοτε τήν έκδίκησι πού πρέπει νά έτοιμάσωμε κατά τών έχθρών μας. Μάλιστα, ή έκδίκησι πρέπει νά είναι τό έμβλημά μας έναντίον τού βασιλιά Κωνσταντίνου, τού θερμόαιμου αύτοΰ Έλληνος («Βυ gapkin Yunan Konstantin»), πού πιστεύει ότι είναι ό κληρονόμος τών βυζαντινών αυτοκρατόρων καί γι ‘ αύτό τόν λόγο θέλει νά λέγεται Κωνσταντίνος ό Δωδέκατος. Πρέπει νά δείξωμε μεγαλύτερο πατριωτισμό. Βρίσκομε άκόμη στήν αύτοκρατορία μας πόλεις μέ τά άρχαϊα τους έλληνικά ονόματα, Τραπεζούς, Αμισός, Αγιά Σοφιά καί άλλα. Γιατί δέν τ’ αλλάξαμε καί γιατί δέν τ’ άλλάζουμε τώρα;».
Οί σφαίρες τοϋ Σεραγιέβου καί τά γεγονότα τών πρώτων μηνών τοϋ πολέμου άπλοποίησαν τίς σχέσεις ‘Ελλήνων καί Τούρκων. Τώρα έλειπαν πλέον καί τά προσχήματα. Γράφει ό αύστριακός πρόξενος τής Τραπεζοΰντος Κβιατκόβσκι τον Ιούνιο τοϋ 1914: «Οί κυβερνώντες Νεότουρκοι βασίζονται έπί ένός μέρουςτοϋ ύπαλληλικοϋ κόσμου, κατόπιν ατούς χαμάληδες, τούς άραμπατζήδες, και διό τήν προπαγανδιστικήν των δραστηριότητα στηρίζονται εις τούς καϊκτσήδες των όποιων τάς καταχρήσεις ευνοούν διά μιας σιωπηρός ανοχής. Κατ’ αύτόν τόν τρόπον ώδήγησαν αί τελευταίοι βουλευτικοί έκλογαί, παρά τήν έντυπωσιακήν άποχήν των έκλογέων, εις πλήρη νίκην των νεοτούρκων υποψηφίων, οί οποίοι αντιπροσωπεύουν άπλώς τήν μειονότητα τοϋ πληθυσμού». Αύτά γράφει ό αύστριακός διπλωμάτης άπό τήν Τραπεζούντα, ένώ έπειτα άπό ένα χρόνο, τόν Σεπτέμβριο τοϋ 1915, διαβάζομεν εις μίαν αύστριακήν έκθεσιν άπό τήν Άμισόν, τά έξης χαρακτηριστικά:
«Οί έδώ Τούρκοι είναι ώς έπί τό πλείστον μέ τό μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων. Μόνο μία μικρή μερίς έχθρική πρός τό Κομιτάτον «Ένωοις και Πρόοδος» είναι έναντίον μας. Οί Έλληνες εύρίσκονται άνευ έξαιρέσεων μέ το μέρος τών έχθρων μας διά τόν λόγον ότι έχομεν συμμαχήσει μέ τούς Τούρκους. Ή ύπό τής Ελλάδος άκολουθουμένη πρός ήμάς φιλική πολιτική δέν ευρίσκει μεταξύ των ούδεμίαν άπήχησιν. Ό διακαής των πόθος είναι νά εισέλθουν συντόμως εις τήν Κωνσταντινούπολη οί “Αγγλοι και οί Γάλλοι διά νά τούς ελευθερώσουν άπό τόν τουρκικόν ζυγόν». Ό Ιδιος αύστριακός διπλωμάτης της Αμισού γράφει άκόμη: « Όλοι οί Έλληνες τής Τουρκίας θεωρούν ώς πραγματικήν των πατρίδα τήν Ελλάδα, ένώ οί έθνικοί των στοχασμοί κατευθύνονται άποκλειστικά πρός τάς Αθήνας».
Γερμανοί καί Τούρκοι
Αλλά στάς Αθήνας μαίνεται ό Διχασμός. Είναι Σεπτέμβριος τοϋ 1915. Ό Βενιζέλος άναγκάζεται νά παραιτηθή γιά δεύτερη φορά. Αιτία τό τηλεγράφημα τοϋ Πασσάρωφ. Ή Βουλγαρία παροτρύνεται νά χτυπήση τήν Σερβία. Ή Ελλάς μένει ούδετέ-ρα παρά τις συμμαχικές της ύποχρεώσεις. Οί Κεντρικές Δυνάμεις καί μαζύ τους ή Τουρκία είχαν κερδίσει τόν πρώτο γύρο. Οί Νεότουρκοι πιστεύουν ότι έφτασε ή μεγάλη τους ήμέρα. Τό στρατιωτικό πνεύμα τής Γερμανίας, πού δέν άγαπά κανενός είδους δισταγμό, βρίσκει στό πρόσωπο τών Νεοτούρκων τόν άδίστακτο έκτελεστή τών πιό βάρβαρων μέτρων. Στρατολόγησι τοϋ χριστιανικού πληθυσμού, ένταξι στά περιβόητα τάγματα έργασίας καί έκτόπισι τών παραλιακών πρός τήν ένδο-χώραν είναι τά πρώτα μέτρα τοϋ στρατάρχου Λίμαν Φόν Σάντερς. Αύτός έδωσε τις θεωρητικές αύτές ντιρεκτίβες, οί Τούρκοι τις έξετέλεσαν, καί ώς άμοιβή τοϋ έδωσαν τόν τίτλο τοϋ πασά. Πριν όμως άκούσουμε τόν ίδιο αύτόν Γερμανό φεσοφόρο στρατάρχη, άς δοϋμε πώς έσκέπτοντο οί ίδιοι οί Τούρκοι ώς πρός τά μέτρα κατά τών Ελλήνων. Από τά μέτρα αύτά ύπέφερε έως θανάτου ή πόλις τής Αμισού καί τής περιοχής της. Τρομαγμένος καί αύτός ό αύστριακός πρόξενος τής Αμισοϋ Κβιατκόβσκι, ένημερώνει τόν Νοέμβριο τοϋ 1916 τήν κυβέρνησί του μέ τά έξής:
«Ή διάθεσις τών Τούρκων άπέναντι τών Ελλήνων έκφράζεται έντονώτατα μέ τάς δύο κάτωθι γνώμας τοϋ έδώ μουτεσαρίφη Ραφέτ μπέη, ό όποιος είναι κατά τά άλλα ένας ήσυχος άνθρωπος. Εις τάς 26 Νοεμβρίου τρέχοντος έτους (1916) μου είπε ό Ραφέτ μπέης: “Τελικά μέ τούς Έλληνας πρέπει νά ξεκαθαρίσωμε όπως καί μέ τούς Αρμενίους. Ή Ελλάς θά είσέλθη εις τόν πόλεμον τό άργότερον κατά τάς διαπραγματεύσεις τής ειρήνης, οπότε θά είμεθα έλεύθεροι γιά δράσι”. »Μετά δύο ή μέρας μού είπεν ό Ραφέτ μπέης: “Πρέπει τώρα νά τελειώνουμε μέ τούς Έλληνες. Έστειλα σήμερα εις τά περίχωρα τάγματα διά νά σκοτώσουν έπάνω στό δρόμο κάθε Έλληνα”.»
Καί τό μακελειό άρχισε.
Ό θάνατος περιοδεύει σέ πανάρχαιες πολιτείες τοϋ Πόντου. Οί Έλληνες έξοντώνονται κατά χωριά. Οί γυναίκες βιάζονται, οί πρόκριτοι οδηγούνται στήν κρεμάλα, άν γλυτώσουν άπό τά δεινά τής έξορίας, οί περιουσίες λεηλατούνται. Είναι άδύνατο νά άναφέρομε έδώ τό πλήρες χρονικό τοϋ έγκλήματος. Οί έκθέσεις τών προσεβευτών καί τών προξένων φαίνονται σάν νά έχουν άποσπασθή άπό φανταστικά μυθιστορήματα συγγραφέων πού τούς χτύπησε ή τρέλλα. Ιδού μερικά άποσπάσματα άπό τάς έκθέσεις τοϋ μαρκησίου Παλλαβιτσίνι, πρεσβευτοϋ τής Αύστροουγγαρίας στήν Κωνσταντινούπολι. Άφοροϋν τήν πόλι έκείνη πού ύπέφερε ίσως περισσότερο άπό κάθε άλλη. Άφοροϋν τή Σαμψούντα! Νά τί συνέβαινε, σε στυλ τηλεγραφήματος: «11 Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν 5έλληνικάχωριά, κατόπιν έκάησαν. Οί κάτοικοι έξετοπίσθησαν. 12 Δεκεμβρίου 1916: Εις τά περίχωρα τής πόλεως καίονται χωριά.
14 Δεκεμβρίου: Ολόκληρα χωριά καίονται μαζί μέ τά σχολεία καί τις έκκλησίες. Ό πληθυσμός έχει παραδοθή εις τήν μεγαλύτερη άθλιότητα
16 Δεκεμβρίου: Χθές έκαψαν τό μεγαλύτερο καπνοχώρι.
17 Δεκεμβρίου 1916: Εις τήν περιφέρειαν τής Σαμψούντος έκαψαν 11 χωριά. Μαίνεται ή λεηλασία. Κακοποιούνται οί χωρικοί.
31 Δεκεμβρίου 1916: 18 έλληνικά χωριά κάηκαν έξ ολοκλήρου, 15 έν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες έβιάσθησαν. Έλεηλάτησαν άκόμη καί έκκλησίας».
Στις 20 Ιανουαρίου 1917 γράφει ό πρέσβυς Παλλαβιτσίνι πρός τόν ύπουργόν του στήν Βιέννη:
«Έκ Σαμψούντος άγγέλλονται νέοι έκτοπισμοί καί φυλακίσεις Ελλήνων. Ή κατάστασις τών έξορισθέντων προκαλεί τήν άπόγνωσιν. Όλους τούς άναμένει ό θάνατος. Προσπάθησα νά έπιστήσω τήν προσοχή τοϋ Μεγάλου Βεζύρη έπί τών γεγονότων καί νά τονίσω πόσον λυπηρό ν θάήτοέάν οί διωγμοί τοϋ έλλη νικοϋ στοιχείου θά έλάμβανον τήν μορφήν καί τάς διαστάσεις τών άρμενικών διωγμών. Ό Μέγας Βεζύρης μοί ύπεσχέθη ότι θά προσπαθήση νά άσκήση τήν έπιρροήν του έπί τοϋ Ταλαάτ μπέη καί τοϋ Έμβέρ πασά». Τήν ίδια ύπόσχεσι έδωσε ό διαβόητος αύτός Ταλαάτ μπέης καί στόν Αμερικανό πρέσβυ. Είπε ότι θά έξαιρέση άπό τούς έκτοπισμούς τουλάχιστο τίς γυναίκες καί τά παιδιά. Αλλά τήν έπομένη ήμέρα κιόλας, 31 ‘Ιανουαρίου 1917, εκμυστηρεύεται ό αιμοσταγής αύτός πασας καί Μέγας Βεζύρης Ταλαάτ μπέης τά έξης σ’ ένα αύστριακό πράκτορα: «Βλέπω γιά τήν Τουρκία νά πλησιάζη ή ώρα νά ξεκαθαρίσουμε τώρα μέ τούς Έλληνες όπως τό 1915 μέ τούς Αρμενίους».
Τίς έπίσημες αυτές ειδήσεις μεταβιβάζει ό υπουργός των Εξωτερικών της Αύστρίας πρός τό Βερολίνον μέ τό έρώτημα τί δέον γενέσθαι. Ό ύπουργός συνοδεύει τίς έκθέσεις των πρεσβευτών του μέ τό έξης έρώτημα: «Αί έκ της Τουρκίας καταφθάνουσαι ειδήσεις καθιστούν όλονέν καί πιθανωτέραν τήν ύπόθεσιν, ότι αί συνέπειαι αί προκληθεϊσαι έκ της άγκιστρώσεως των Ρώσων εις τάς τουρκικός άκτάς της Μαύρης Θαλάσσης μεταξύ των έκεϊ χριστιανικών (ελληνικών) πληθυσμών, δηλαδή οι σχηματισμοί ανταρτικών σωμάτων, χρησιμεύουν ώς προσχήματα διά τούς Τούρκους διό μίαν έκτεταμένην γενικήν καταδίωξιν τοϋ έλληνικού στοιχείου, μέ τήν έκδηλον τάσιν νά έξοντώσουν ολοσχερώς τούς Έλληνας ώς έχθρούς τού κράτους όπως προγενεστέρως καί τούς Αρμενίους. Τήν τακτικήν αύτήν έφαρμόζουν οι Τούρκοι καταπολεμοϋντες όχι μόνον τούς άντάρτας άλλά καί έκτοπίζοντες τούς πληθυσμούς, άνευ διακρίσεως της δυνατότητος άν θά έπιζήσουν, άπό τάς άκτάς εις τό έσωτερικόν τής χώρας χωρίς τήν λήψιν καταλλήλων μέτρων έκ μέρους τής τουρκικής διοικήσεως, ώστε οι έκτοπιζόμενοι νά είναι έκτεθειμένοι εις τήν άθλιότητα καί τόν έκ πείνης θάνατον.
Τά έγκαταλειπόμενα σπίτια τών έξοριζομένων λεηλατούνται εις τό πλείστον ύπό τών τουρκικών ταγμάτων τιμωρίας, ή καίονται καί καταστρέφονται. Καί όλα τά άλλα μέτρα, τά οποία εις τούς διωγμούς τών Αρμενίων εύρίσκοντο εις τήν ήμερησίαν διάταξιν, έπαναλαμβάνονται τώρα έναντίον τών Ελλήνων. Τά γεγονότα αύτά, συνεχίζει ό Αύστριακός ύπουργός, ένδείκνυται φυσικά νά προκαλέσουν εις όλόκληρον τόν πολιτισμένον κόσμον κύμα άγανακτήσεως έναντίον τοϋ τουρκικού καθεστώτος. Εκτός αύτού ύφίσταται και ό κίνδυνος, ή Ελληνική Κυβέρνησις, τής όποιας ή στάσις άπέναντι της Τουρκίας ούδαμώς έμπνέεται ύπό της φροντίδος διά τό ελληνικόν στοιχεϊον τής οθωμανικής αύτοκρατορίας, θά ήτο δυνατόν νά έγκαταλείψη την έν λόγω στάσιν της έάν καταλήξη εις τό συμπέρασμα ότι δέν είναι εις θέσιν νά άποτρέψη τήν μοϊραν τών συμπατριωτών της εις τήν Τουρκίαν». *Από το περιοδικό Ελλοπία τ. 8, Χειώμνας 1991-1992, σελ. 44-47. *Εκ του ιστολογίου «cognoscoteam.gr» της 30.7.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Σάββατο 3 Μαΐου 2025
ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
11 Σεπτεμβρίου 1921 : Το Ολοκαύτωμα της Σάντας του Πόντου
11 Σεπτεμβρίου 1921 : Το Ολοκαύτωμα της Σάντας του Πόντου
Ήταν εκατό και ένα χρόνια πριν, την 11η Σεπτεμβρίου 1921, όταν πάνω από 500 Ελληνίδες και Έλληνες της Σάντας του Πόντου, κυνηγημένοι από τους Γενοκτόνους Τούρκους και για να μην προδωθούν, αποφάσισαν να θυσιάσουν επτά νήπια, των οποίων το κλάμα αποκάλυπτε τη θέση τους.
Τα βρέφη της Σάντας έσωσαν τους γονείς τους, τα αδέλφια τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους και αποτελούν την κορυφαία ίσως στιγμή του Ελληνικού Ολοκαυτώματος, τραγική και επώδυνη πράξη που σημάδεψε τις επτά μητέρες που αποχωρίστηκαν τα σπλάχνα των σπλάχνων τους.
Μία από αυτές ήταν και η προγιαγιά μου Ελένη...
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2024
3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ1922: ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΚΥΔΩΝΙΕΣ (ΑΪΒΑΛΙ) ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (1922)
Η Γενοκτονία που υπέστη ο Ελληνισμός από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς από το 1908 έως το 1922, αποτελεί μαζί με τη Γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, δύο από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που γνώρισε η ανθρωπότητα. Δυστυχώς, τα εγκλήματα αυτά έμειναν ατιμώρητα και αποτέλεσαν το «παράδειγμα» και για τις αντίστοιχες μαζικές δολοφονίες τα επόμενα χρόνια. Μέσα στη Γενοκτονία εναντίον των Ελληνίδων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, υπάρχουν επιμέρους εγκληματικές πράξεις που αποκαλύπτουν το μέγεθος και τη βαρβαρότητα, τη στόχευση, το οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης. Μία τέτοια περίπτωση είναι στις Κυδωνιές (Αϊβαλί), όταν η Γενοκτονία είχε στόχο την ολοκληρωτική εξαφάνιση του Ελληνισμού, αλλά και το στιγματισμό, τη διαπόμπευση, την ύβρη εναντίον των ηγετών του.
του Θεοφάνη Μαλκίδη
Διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου
Μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών
Στις 29 Αυγούστου 1922, η Χωροφυλακή και ο Ελληνικός Στρατός έχουν εγκαταλείψει τις Κυδωνίες και ο τουρκικός στρατός και οι ένοπλοι παρακρατικοί (τσέτες) του Κεμάλ εισέρχονται την 6η Σεπτεμβρίου στην πόλη με το 95% των 45.000 κατοίκων της να είναι Έλληνες. Η διαταγή του δασκάλου του Χίτλερ Μουσταφά Κεμάλ ήταν να εξαφανιστούν οι Έλληνες ( και οι Αρμένιοι ). Πριν τις δολοφονίες γίνεται λεηλασίες εκκλησιών, δημοσίων κτηρίων, ελληνικών οικιών και το ίδιο βράδυ οι Τούρκοι πωλούν τα ιερά των εκκλησιών στην κεντρική πλατεία!
Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου οι Έλληνες από 18 έως 45 ετών συγκεντρώνονται από τους δήμιούς τους και μεταφέρονται στα μεταλλεία του Φρένελι και στις δύο διπλανές χαράδρες, όπου και δολοφονούνται. Από αυτή την ομαδική σφαγή οι Τούρκοι είχαν εξαιρέσει τους επαγγελματίες, για τους οποίους είχαν ετοιμάσει άλλο μαρτύριο, αφού τους πήγαν στο λόφο «Μπογιά» όπου τους αποκεφάλισαν με τσεκούρια!
Στη συνέχεια, σειρά είχαν οι ηγέτες του Ελληνισμού και ειδικότερα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος, ο οποίος ήδη από τα μέσα του Αυγούστου φρόντιζε να ενημερώνει για την επερχόμενη σφαγή. Άλλωστε πριν το 1919, είχε φυλακιστεί και καταδικαστεί σε θάνατο δύο φορές από τους Τούρκους και γνώριζε πολύ καλά τις διαθέσεις τους.
Με την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου ο Μητροπολίτης φρόντιζε να ναυλώνει καΐκια και βάρκες ώστε να στέλνει τις διωκόμενους Έλληνες στις απέναντι ακτές της Λέσβου. Ήξερε ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να τον κρεμάσουν αφού η καταδίκη του είχε ενεργοποιηθεί ξανά. Και όμως αδιαφορούσε και έτσι κατάφερε και πέρασε με τα καΐκια και τις βάρκες στη Λέσβο πολλούς συμπατριώτες του, γλυτώνοντάς τους από βέβαιο θάνατο.
Ο Μητροπολίτης Γρηγόριος μετά την εκτέλεση των ανδρών των Κυδωνιών ενήργησε αστραπιαία και στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου έφερε δύο ελληνικά πλοία με σημαία ΗΠΑ για να παραλάβουν τους εναπομείναντες Έλληνες. Ο ίδιος, εικοσιδύο ιερείς καθώς και εργαζόμενοι στις εκκλησίες της πόλης θα παρέμεναν εκεί, προκειμένου να σώσουν όσους περισσότερους μπορούσαν. Και εδώ έχει ενδιαφέρον να μεταφέρουμε τα συμβάντα με τη γραφή του μοναδικού Ηλία Βενέζη, ο οποίος ως κρατούμενος και αυτός στα τάγματα εργασίας, ως μελλοθάνατος Μικρασιάτης, κατέγραψε στο βιβλίο του «Μικρασία, χαίρε», τις τελευταίες στιγμές του Ελληνισμού των Κυδωνιών και του Μητροπολίτη Γρηγορίου:
«Οἱ Τοῦρκοι εἶπαν στὴν ἀρχή: «Ἡ ἄδεια τῆς ἀναχωρήσεως ἰσχύει μόνον γιὰ 24 ὧρες. Ὅσοι δὲν προλάβουν νὰ φύγουν, θὰ μεταφερθοῦν στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἀνατολῆς!». Ὁ Δεσπότης πῆγε καὶ βρῆκε τὸν Τοῦρκο φρούραρχο. Διαμαρτυρήθηκε: πόσοι προλάβαιναν νὰ μπαρκάρουν σὲ 24 ὧρες μὲ τὰ λίγα μέσα ποὺ ὑπῆρχαν; «Ἀντιλαμβάνομαι τὰ σχέδιά σας, εἶπε στὸν Σαμπρῆ πασά. Θέλετε νὰ μᾶς ἐξοντώσετε ὅλους. Ἀλλὰ τί ἔβρεξεν ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ γῆ;»
Ἐπέστρεψε στὴ Μητρόπολή του κατόδυνος στὴν ψυχή: –«Φύγετε ὅλοι ἀμέσως! Ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω!». Τοῦ εἶπαν νὰ ἑτοιμασθῆ νὰ φύγη καὶ ἐκεῖνος. Ἀρνήθηκε. –«Ἐφόσον καὶ ἕνας ἀκόμη ἐκ τῶν πιστῶν τοῦ ποιμνίου μου εὑρίσκεται ἐδῶ, θὰ μείνω καὶ ἐγώ». Ο Βενέζης περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο το μαρτύριο του Αγίου πλέον της Ορθόδοξης Εκκλησίας Επισκόπου Γρηγορίου, μαρτύριο το οποίο υπέστη αυτός και πολλοί άλλοι επίσκοποι και ιερείς σε όλη τη Μικρά Ασία, οι οποίοι δεν έφυγαν, αλλά έμειναν στις πόλεις και τα χωριά τους, προκειμένου να σώσουν από τη μανία των Γενοκτόνων, όσους περισσότερους συμπατριώτες τους μπορούσαν:
«Τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 1922 οἱ Τοῦρκοι ὁρίσανε ὡς ἡμέρα ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν καὶ στοὺς παπάδες τῶν ἕνδεκα μεγάλων ἐκκλησιῶν τοῦ Ἀϊβαλιοῦ νὰ φύγουν. Ὁ Δεσπότης πάλι εἶπε: – «Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μείνω.» Τέλος, πιάσαν τὸν Δεσπότη καὶ τοὺς παπάδες. Ὕστερα ἀπὸ τέσσερεις μέρες φυλακὴ καὶ βασανιστήρια, τοὺς σηκώσανε καὶ τοὺς ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τοὺς συνοδεύανε στρατιῶτες καὶ τσέτες ὁπλισμένοι. Τοὺς γυμνώσανε, τοὺς δέρνανε, τοὺς βιάζανε νὰ περπατοῦν ξυπόλυτοι. […] Σὰν πέρασε λίγη ὥρα, ἀκούσανε πίσω τους ντουφεκιές. Τὸ ἀπόσπασμα ἑνώθηκε μαζί τους ἀργότερα.
Ἕνας Τοῦρκος τοῦ ἀποσπάσματος εἶπε: –«Τὸν Δεσπότη τὸν θάψαμε ζωντανό. Οἱ ντουφεκιὲς ἦταν γιὰ τοὺς ἄλλους.» Ἀπ’ τὴν Πέργαμο συνεχίσαμε τὴ μαρτυρικὴ πορεία πρὸς τὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἀνατολῆς, μαζὶ μὲ τοὺς παπάδες. Ἔξω ἀπ’ τὴν Πέργαμο σκοτῶσαν τὸν γερο-ἱερέα τῆς ἐνορίας μας, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίση.
Τὸν παραδώσανε στὸν ὄχλο –στοὺς πολίτες καὶ στὰ παιδιά– ποὺ παρακολουθοῦσαν τὴ θλιβερὴ θεωρία. Κι ὁ ὄχλος τὸν σκότωσε μπρὸς στὰ μάτια μας μὲ λιθοβολισμό. Φτάσαμε στὸ Κιρκαγάτς. Ἐκεῖ, τὴ νύχτα, οἱ Τοῦρκοι ξεχώρισαν τοὺς παπάδες καὶ τοὺς πῆραν δεμένους νὰ τοὺς πάνε στὸ Ἀξάρι. Μάθαμε ἀργότερα πὼς τοὺς σκότωσαν ὅλους στὸ δρόμο.
Και ο Ηλίας Βενέζης καταλήγει στη συγκλονιστική του περιγραφή, αποκαλύπτοντας και το μέγεθος του εγκλήματος:
«Ἀπὸ 3.000 ἄνδρες ποὺ πιάσανε οἱ Τοῦρκοι στὸ Ἀϊβαλί, τὸν ἀνθὸ τοῦ πληθυσμοῦ, σωθήκαμε καὶ φτάσαμε, ὑστέρα ἀπὸ δεινὰ πολλά, στὴν Ἑλλάδα εἴκοσι τρεῖς ψυχὲς (ἀριθμὸς 23). Αὐτὴ τὴ μαρτυρία καταθέτω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Μικρασίας, ποὺ ἔδιδε ἁγίους καὶ μάρτυρες ταπεινοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐπειδὴ τοὺς ὁδηγοῦσε ἕνα μόνο: ἡ πίστη καὶ τὸ χρέος».
Και στις Κυδωνιές (Αϊβαλί), τα γεγονότα που κατέγραψαν οι διασωθέντες, οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της τραγωδίας, αποκαλύπτουν το μέγεθος του εγκλήματος. Δείχνουν πως ένας ακμαίος Ελληνισμός εξοντώθηκε και όσες και όσοι σώθηκαν από τη βαρβαρότητα, εξαναγκάστηκαν σε μαζικό εκτοπισμό, αφήνοντας εστίες και πολιτισμό χιλιάδων ετών. Το μαρτύριο του Μητροπολίτη Γρηγορίου, το έγκλημα που υπέστη αυτός και πάνω από ένα εκατομμύριο Ελληνίδες και Έλληνες, θα πρέπει να αναγνωριστεί. Κάθε άλλη άρνηση και ψεύδος από την Τουρκία, συνιστά με βεβαιότητα προάγγελο για νέα εγκλήματα. Η ανθρωπότητα, η Μικρά Ασία και η ανατολική Μεσόγειος, ο Ελληνισμός δεν πρέπει να υποστεί και άλλη βαρβαρότητα! *Εκ του ιστολογίου «malkidis.blogspot.com» της 3.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024
Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΜΑΣΕΙΑ ΤΟ 1921: ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Φέτος συμπληρώνονται εκατονδύο έτη από την εξόντωση του Ελληνισμού,
εξόντωση η οποία συνιστά Γενοκτονία
αφαιρώντας τη ζωή από πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους και προσφυγοποιώντας πάνω από ενάμιση.
(Την ίδια στιγμή ο θύτης, η ατιμώρητη Τουρκία, μιλά για Γενοκτονία, αφού από το θύμα Ελλάδα,
υπάρχει δυστυχώς μόνο άρνηση και «συνωστισμός»…).
του Θεοφάνη Μαλκίδη
Μία παράμετρος της οργανωμένης Γενοκτονίας των Ελλήνων και ειδικότερα στον Πόντο, ήταν η εξόντωση της ηγεσίας τους από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 1921. Η εξόντωση των Ελλήνων ηγετών, όπως συνέβη και με τους Αρμένιους τον Απρίλιο του 1915 στην Κωνσταντινούπολη, συνέβαλλε στο να χαθεί η καθοδήγηση των Ελλήνων και να σημειωθεί πιο γρήγορα η δολοφονία τους. Στον Πόντο, η ηγεσία των Ελλήνων εξοντώθηκε με τα λεγόμενα «δικαστήρια ανεξαρτησίας» στην Aμάσεια.
Τα «δικαστήρια ανεξαρτησίας», εκδίδουν «αποφάσεις» και εκτελούνται πρόκριτοι, βουλευτές, δημοσιογράφοι, καθηγητές, δάσκαλοι, κληρικοί, από τους οποίους ζητούνται δηλώσεις ότι συμμετείχαν στην οργάνωση του απελευθερωτικού κινήματος στον Πόντο. Οι σημαντικότερες μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού, «το άνθος της ελληνικής κοινωνίας του Πόντου», όπως ανέφερε σε κείμενο διαμαρτυρίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καταδικάστηκαν σε θάνατο.
Ανάμεσά τους, ο πρώην βουλευτής Τραπεζούντος, Ματθαίος Ι. Κωφίδης, ο εργοστασιάρχης Αλέξανδρος Γ. Ακριτίδης, (οι σπουδαίες επιστολές τους στο τέλος του κειμένου, θεωρούνται η πεμπτουσία της Ρωμιοσύνης) ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας «Εποχή» της Τραπεζούντας Νίκος Καπετανίδης, ο έμπορος από την Κερασούντα Γεώργιος Θ. Κακουλίδης, ο γραμματεύς του Μητροπολίτη Κερασούντας Σπύρος Ι. Σουρμελής, οι έμποροι Ιορδάνης Ι. Σουρμελής, Ιωάννης Κ. Ατματζίδης, Ιωάννης Π. Σπαθόπουλος, από την Ορντού, οι Αβραάμ Τοκατλίδης και Επαμεινώνδας Γρηγοριάδης, οι Α. Ασλίδης, Χ. Ιωάννου και Ι. Δαζαράκης, ο δικηγόρος Π. Βαϊμανίδης, ο αρχιμανδρίτης Πλάτων Ν. Αιβαζίδης, πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης, ο Ι. Καδέμογλου, αντιπρόσωπος του Μητροπολίτη του Καβάκ, ο Α. Τσίνογλου, γραμματέας της Μητρόπολης, Β. Παπαδόπουλος, διευθυντής της εφημερίδας «Διογένης», ο Λ. Κυρ. Πατσιόγλου, δικηγόρος και δημοσιογράφος, ο Ι. Ιορδανίδης, δικηγόρος, ο Κ. Κωνσταντινίδης, ο Π. Παπαδόπουλος, διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας, οι καθηγητές του Αμερικανικού Κολεγίου της Μερζιφούντας «Ανατόλια» Γ. Θεοχαρίδης, Χ. Γεωργίου και Α. Συμεών και οι μαθητές του ίδιου κολλεγίου Αναστάσιος Παυλίδης και Συμεών Ανανιάδης.
Μάλιστα οι μαθητές-αθλητές της ποδοσφαιρικής ομάδας «Πόντος» θα καταδικασθούν σε θάνατο έχοντας σαν βασική κατηγορία την εμφάνιση της ομάδας: Ασπρες και μπλε οριζόντιες ρίγες και το γράμμα «Π» στο στήθος. Οπως κατήγγειλε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι υποτιθέμενοι ένοχοι τις «δηλώσεις» τους τις υπέγραψαν μετά τη θανατική τους καταδίκη, την παραμονή της εκτέλεσής τους ή ακόμη δολοφονημένοι από καιρό. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ο δικηγόρος Χ. Ελευθεριάδης, που είχε δολοφονηθεί στην Κερασούντα το 1920, ο διαπραγματευτής με τις κεμαλικές αρχές Μ. Μαυρίδης, ο διευθυντής του ορφανοτροφείου Γ. Καλογερόπουλος, ο Α. Δελικάρης, ο Λ. Τεσταμπασίδης, ο Ι. Ελευθεριάδης.
Ακόμη θα πρέπει να επισημανθεί, ότι ο καθηγητής Γ. Παπαμάρκου, ο διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας Π. Παπαδόπουλος και ο έμπορος Θ. Εκμεντζίογλου, οι οποίοι ήταν ήδη νεκροί από την προηγούμενη της εκτέλεσής τους μεταφέρθηκαν στον τόπο του μαζικού εγκλήματος προκειμένου τα σώματά τους, για να υποστούν την ποινή τους. H καταδίκη και ο απαγχονισμός στην Aμάσεια όλης της θρησκευτικής, πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας ήταν μια προσχεδιασμένη δολοφονική πράξη και γι’ αυτήν αντέδρασαν η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου με κινήσεις προς τους προέδρους των ΗΠΑ, της Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας, προς τους αντιπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών, στη Γενεύη. Ενα ιδιαίτερο όμως ψήφισμα διαμαρτυρίας, ήταν αυτό που στάλθηκε από τους κορυφαίους τότε Ελληνες συγγραφείς και λογοτέχνες, σε διανοούμενους της Ευρώπης και της Αμερικής, αναφέροντας τα εξής:
«Mετά βαθυτάτης συγκινήσεως οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Eλλάδος απευθύνονται προς τους διανοουμένους του πεπολιτισμένου κόσμου, όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν χιλιάδων οικογενειών του Eλληνικού Πόντου. Εξηκριβωμένα και αναμφισβήτητα τα γεγονότα είναι τα εξής: Οι Τούρκοι εφόνευσαν όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλεως Mερζιφούντος, αφού την ελεηλάτησαν και την επυρπόλησαν. Tους προσπαθήσαντας να διασωθούν ετυφέκισαν και εθανάτωσαν καταλαβόντες τας διόδους. Μετετόπισαν όλον τον άρρενα πληθυσμόν των πόλεων Tριπόλεως, Kερασούντος, Oρδούς, Oινόης, Aμισού και Πάφρας και καθ’ οδόν κατέσφαξαν τους πλείστους εξ αυτών. Εκλεισαν εντός του ναού του χωρίου Ελεζλη εν Σουλού-Tερέ 535 Ελληνας και τους κατέσφαξαν διασωθέντων μόνον τεσσάρων.
Πρώτους έσφαξαν 7 ιερείς διά πελέκεως προ της θύρας του ναού. Aπηγχόνισαν εν Aμασεία 168 προκρίτους Aμισού και Πάφρας. Eβίασαν όλας ανεξαιρέτως τας γυναίκας, τας παρθένους και τα παιδία των άνω πόλεων, τας ωραιοτέρας δε παρθένους και νέους έκλεισαν εις τα χαρέμια. Πλείστα βρέφη εφόνευσαν, σφενδονίζοντες αυτά κατά των τοίχων. Οι υπογεγραμμένοι θέτουσι τα ανωτέρω υπ’ όψιν των διανοουμένων της Ευρώπης και της Αμερικής θεωρούντες, ότι όχι μόνον τα γεγονότα ταύτα, αλλά και η ανοχή αυτών αποτελεί πένθος της ανθρωπότητος. Αθήναι, 22 Νοεμβρίου 1921.
'Αννινος X., Aυγέρης M., Bλαχογιάννης I., Bώκος Γερ., Γρυπάρης I., Δούζας A., Δροσίνης Γ., Zάχος A., Θεοδωροπούλου Aύρα, Θεοτόκης K., Iακωβίδης Γ., Kαζαντζάκης N., Kαζαντζάκη Γαλ., Kαμπάνης Aρ., Kαμπούρογλους Δ., Kαρολίδης Π., Kόκκινος Δ., Kορομηλάς Γ., Mαλακάσης M., Mαλέας K., Mένανδρος Σ., Nικολούδης Θ., Nιρβάνας Π., Ξενόπουλος Γρ., Παλαμάς K., Παπαντωνίου Z., Παράσχος K., Πασαγιάννης K., Πολίτης Φ., Πωπ Γ., Σικελιανός Αγγ., Σκίπης Σ., Στρατήγης Γ., Tαγκόπουλος Δ.., Tσοκόπουλος Γ., Φυλλύρας P., Xατζιδάκις Γ., Xατζόπουλος Δ., Xορν Π., Σβορώνος I. μεθ’ όλης της πικρίας μου διά την κυρίως υπό της Γαλλίας και υπό ουδενός αισθήματος ή συμφέροντος ανθρωπίνου, δικαιολογουμένην εγκατάλειψιν εις σφαγήν των Xριστιανών».
Η Γενοκτονία και ιδιαίτερα η μαζική δολοφονία της ηγεσίας και διανόησης στην Αμάσεια, αποτελεί ένα οργανωμένο σχέδιο των Οθωμανών και των Κεμαλικών, αφού χωρίς ηγέτες παύει να υπάρχει καθοδήγηση και πνευματική στήριξη του λαού. Αυτή τη δολοφονία της ηγεσίας των Ελλήνων κατήγγειλαν διανοούμενοι του μεγέθους του Καζαντζάκη, του Ξενόπουλου, του Σικελιανού και του Παλαμά. Με παρρησία και με αγωνιστικότητα, χωρίς φόβο, όπως ακριβώς επιτάσσει η ελεύθερη σκέψη και γνώμη. Μακάρι το ίδιο να λέγαμε και να γράφαμε και για τους σημερινούς «ομολόγους» τους. Για αυτούς που σιωπούν για τη Γενοκτονία, όταν δεν την αρνούνται και δεν την υβρίζουν…
Υ.Γ. 1. Επιστολή του Αλέξανδρου Ακριτίδη, εμπόρου Τραπεζούντας προς την οικογένειά του, λίγο πριν τον απαγχονισμό του στην Αμάσεια: «1921 7βρ 5 Κυριακή Γλυκυτάτη μου Κλειώ Σήμερον ετελέσθη εν τη φυλακή λειτουργία και εκοινωνήσαμε όλοι, περί τους 100 από διάφορα μέρη. Εχει αποφασισθεί ο διά της κρεμάλας θάνατος. Αύριον θα πηγαίνουν οι 60, μεταξύ αυτών οι 5 Τραπεζούντιοι και θα γίνει ο δι’ αγχόνης θάνατος. Την Τρίτην δεν θα είμεθα εν ζωή, ο Θεός να μας αξιώσει τους ουρανούς και σε σας να δώσει ευλογίαν και υπομονήν και άλλο κακόν να μη δοκιμάσητε. Οταν θα μάθετε το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάσετε τον κόσμον, να έχετε υπομονή. Τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν. Ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ.
Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλαμβάνει πατρικά καθήκοντα και να μην αδικήσει κανένα από τα παιδιά τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά. Από τα μικρά, τον Παναγιώτη να στείλεις στο σχολείο, την Βαλεντίνην να την μάθης ραπτικήν. Την Φωφών να μη χωρίζεσαι ενόσω ζεις. Εις τον Στάθιον τας ευχάς μου και την υποχρέωσιν όπως χωρίς αμοιβήν διεκπεραιώσει όλας τα οικογενειακάς μου υποθέσεις που θα του αναθέσητε. Ο παπα Συμεών ας με μνημονεύσει ενόσω ζη. Να δώσης 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στην Μέριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον. Και ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι. Αντίο βαίνω προς τον πατέρα και συγχωρήσατέ μου ο υμέτερος Αλ. Γ. Ακριτίδης».
Υ.Γ. 2. Η επιστολή του Ματθαίου Κωφίδη, πρώην βουλευτή Τραπεζούντας, προς τη σύζυγό του: «15/28 Σεπτεμβρίου 1921 φυλακαί Τιμαρχανέ – Αμασείας Φιλτάτη Ουρανία Χθες ημέραν της Σταυροπροσκυνήσεως επαρουσιάσθην εις το δικαστήριον Ιστικλάλ, καμίαν ελπίδα δεν έχω πλέον, σήμερον θα δοθή η απόφασις η οποία βεβαίως θα είναι καταδικαστική, σας αφίνω υγείαν και εις την προστασίαν του Παναγάθου, περιττά τα πολλά λόγια, θάρρος και εγκαρτέρησις και ελπίς επί Κύριον, διά να ημπορέσης το κατά δύναμιν να σηκώσης το βαρύ φορτίον σου. Σας γλυκοφιλώ όλους Ο Ματθαίος σου». *Εκ του ιστολογίου «malkidis.blogspot.com» της 18.9.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024
ΟΙ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΘΗΡΙΩΔΙΕΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΤΟΥ «ΕΘΝΑΡΧΗ» ΚΕΜΑΛ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 το σώμα του ελληνισμού γέμισε πληγές που ακόμη πονάνε.
Η καταστροφή ενός ολοκλήρου πολιτισμού που κτιζόταν επί αιώνες στα παράλια της Μικράς Ασίας,
αποτέλεσμα της τουρκικής θηριωδίας, σήμανε τότε την απαρχή μιας άλλης περιπέτειας
για τους κατοίκους των ευλογημένων αυτών περιοχών.
Η Μικρά Ασία, υπήρξε κοιτίδα πολλών αρχαίων λαών και πολιτισμών, ενώ έντονη ήταν σ’ αυτήν και η Ελληνική παρουσία ήδη από την Μυκηναϊκή εποχή. Ειδικότερα, στα παράλια προς το Αιγαίο της Μικράς Ασίας, εγκαταστάθηκαν νωρίς διάφορα Ελληνικά φύλα (Αιολικά, Ιωνικά, Δωρικά), τα οποία ίδρυσαν σημαντικές αποικίες, οι οποίες απέκτησαν μεγάλη ακμή κατά τους ιστορικούς χρόνους και συνέβαλαν στην ολοκλήρωση του Ελληνικού Πολιτισμού. Σπουδαιότερες από αυτές τις αποικίες, υπήρξαν η Μίλητος, η Φώκαια, η Έφεσος, η Σμύρνη, η Μαγνησία, η Αλικαρνασσός και άλλες.
της Ιωάννας Χρυσοχοΐδου (φιλολόγου)
Ο Μικρασιατικός Ελληνισμός ήταν γεωγραφικά διάσπαρτος σε όλο το μήκος και το πλάτος της Ανατολίας. Η παρουσία του Ελληνικού στοιχείου ήταν ιδιαίτερα έντονη στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη, ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της Μεσογείου κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος. Αποτελούσε οικονομικό, πολιτιστικό και εθνικό κέντρο, ιδιαίτερα για τους τουρκόφωνους Ελληνορθοδόξους της ενδοχώρας. Γενικά, ο Μικρασιατικός Ελληνισμός δύναται να διαχωρισθεί σε τέσσερις βασικές ομάδες: 1) Της Ιωνίας, 2) της Προποντίδας, 3) της Καππαδοκίας και 4) του Πόντου.
Η Μικρασιατική Εκστρατεία (Μάιος 1919-Σεπτέμβριος 1922), ήταν η μεγαλύτερη εκστρατεία, την οποία επιχείρησε ο Ελληνικός Στρατός από τους χρόνους της απελευθέρωσης της Ελλάδας. Η Μικρασιατική Καταστροφή, είναι η μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του Ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Τη μεγάλη αυτή συμφορά συνθέτουν, εκτός των άλλων, η κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, η πυρπόληση από τους Τούρκους της Σμύρνης,
όπου είχαν συρρεύσει και πολλοί Έλληνες από τις γειτονικές περιοχές, οι σφαγές, οι λεηλασίες και άλλες φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων και των Αρμενίων χριστιανών, στη Σμύρνη και στις πόλεις και τα χωριά που ανακαταλαμβάνονταν από τον τουρκικό στρατό, οι μαρτυρικές πορείες των αιχμαλώτων και των ομήρων προς το εσωτερικό της Ανατολής, η ακραία τρομοκρατία, ο σκληρός βασανισμός, η εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων και η εκδίωξη των υπολοίπων από τις πατρογονικές εστίες τους, χωρίς τις περιουσίες τους, από το Μικρασιατικό έδαφος και προ πάντων το κυριολεκτικό ξερίζωμα του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.
Ακόμη και οι διασωθέντες από τις σφαγές, τις διώξεις και τις αγριότητες, εγκατέλειψαν τις εστίες τους δυνάμει των περί ανταλλαγής των πληθυσμών διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, με την οποία τερματίστηκε η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Για πρώτη φορά ο ελληνικός κόσμος περιορίστηκε στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας, στον Νότο της Βαλκανικής χερσονήσου και στην Κύπρο. Το δράμα που βίωσαν όλες οι χριστιανικές ομάδες της Ανατολής, υπήρξε ο επίλογος της επώδυνης διαδικασίας αντικατάστασης της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από εθνικά κράτη. Η αντίστροφη μέτρηση για τους Έλληνες -όπως και για τις υπόλοιπες χριστιανικές ομάδες- είχε αρχίσει με το πραξικόπημα των Νεότουρκων. Τότε χάθηκε οριστικά το μεγάλο στοίχημα για τη δυνατότητα καθιέρωσης ισοπολιτείας μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.
Οι Νεότουρκοι με την πολιτική τους όξυναν την κατάσταση. Ήδη, από το 1911 είχαν αποφασίσει τη γενοκτονία των χριστιανών. Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού «The Times of London», στις 3 Οκτωβρίου του 1911, με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σοβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου «Ένωση και πρόοδος» που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Η οθωμανοποίηση (ottomanization) δια της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι μουσουλμάνοι.
Η χρυσή ευκαιρία για τον τουρκικό εθνικισμό δόθηκε στη διάρκεια του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη συμπαράσταση των Γερμανών συμμάχων του. Οι πρώτοι διωγμοί ξεκινούν από την Ανατολική Θράκη με τη βίαιη μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού. Ακολουθούν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Δυτικής Μικράς Ασίας για να κορυφωθούν με τη γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο. Η ήττα της Τουρκίας και των συμμάχων της δημιούργησε ελπίδες στους υπόδουλους λαούς για τη χειραφέτησή τους. Η Συνθήκη των Σεβρών ρύθμιζε σε ικανοποιητικό βαθμό τις εθνικές διαφορές. Οι Έλληνες έθεσαν υπό τον έλεγχό τους το ένα έκτο του εδάφους της Ανατολής, παρότι το συνολικό ποσοστό τους ήταν αρκετά μεγαλύτερο. Παρόμοια απέκτησαν εθνική στέγη οι Αρμένιοι και οι Κούρδοι. Οι Τούρκοι παρέμεναν, έτσι και αλλιώς, οι κύριοι του μεγαλύτερου μέρους του εδάφους.
Η εμφάνιση όμως του επιθετικού εθνικιστικού κεμαλικού κινήματος απέτρεψε τη ρύθμιση αυτή. Εν τέλει, η κυρίαρχη στρατοκρατική τάξη των Νεότουρκων -των Τούρκων εθνικιστών δηλαδή- κατάφερε στην κεμαλική εκδοχή της να νικήσει τον ελληνικό στρατό και το τοπικό ελληνικό αντάρτικο κίνημα, να ολοκληρώσει τη γενοκτονία του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού που είχε προαναγγείλει από το 1911, να ελέγξει το μεγαλύτερο μέρος της αυτοκρατορίας, να εδραιώσει την εθνικιστική παντουρκιστική ιδεολογία εις βάρος του Ισλάμ και να επιχειρήσει τελικά τη βίαιη μετατροπή των μουσουλμάνων πιστών, σε εθνικά Τούρκους υπηκόους.
Στη Σμύρνη, η κατάσταση χειροτέρευσε απότομα, όταν στις 15 Αυγούστου 1922 δύο ημέρες μετά την τουρκική επίθεση μία ανακοίνωση γνωστοποιούσε την εκκένωση από τον Ελληνικό Στρατό του Αφιόν Καραχισάρ. Η 25η Αυγούστου ήταν η τελευταία ημέρα της παρουσίας των Ελληνικών Αρχών στη Σμύρνη. Το πρώτο πλήγμα που κατάφεραν οι Τούρκοι κατά των Ελλήνων κατοίκων της Σμύρνης με την είσοδό τους στην πόλη ήταν η εξόντωση του θρησκευτικού και εθνικού ηγέτη τους, του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου. Στις 26 Αυγούστου είχαν φύγει από το λιμάνι της Σμύρνης με ελληνικά πλοία οι τελευταίοι Έλληνες αξιωματούχοι και υπάλληλοι της Ελληνικής Αρμοστείας.
Ο μόνος εκπρόσωπος των Ελλήνων που αρνήθηκε να φύγει με τις ελληνικές αρχές ήταν ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος. Πολλοί ξένοι διπλωμάτες του πρότειναν και μετέπειτα να τον βοηθήσουν να διαφύγει. Η απάντηση του ήταν ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει το ποίμνιο του σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Όλες τις προηγούμενες μέρες φρόντιζε πως θα ανακουφίσει τους Έλληνες πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει στη Σμύρνη, ακολουθώντας τον υποχωρούντα Ελληνικό στρατό και είχαν εγκατασταθεί στα προαύλια των εκκλησιών, με την ελπίδα ότι θα διαφύγουν με κάποιο καράβι στα απέναντι Ελληνικά νησιά ή στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Το πρωί του Σαββάτου στις 27ης Αυγούστου αρχίζουν να μπαίνουν στην πόλη οι έφιπποι Τσέτες, όπως ονομάζονταν τα άτακτα σώματα του Κεμάλ Αταρτούκ, για να ακολουθήσει μετά ο τακτικός Τουρκικός στρατός του στρατηγού Νουρεντίν μπέη, ο οποίος ορίστηκε από τον Κεμάλ διοικητής της Σμύρνης. Το βράδυ ειδοποιήθηκε ο Μητροπολίτης να μεταβεί στο διοικητήριο, γιατί τον ήθελε ο Τούρκος διοικητής. Όταν μπήκε στο διοικητήριο, ο Νουρεντίν τον κατηγόρησε ότι υποστήριξε τις ελληνικές αρχές κατοχής από την πρώτη ήμερα της άφιξής τους στη Σμύρνη (ήταν γεγονός ότι υποδέχτηκε θερμά όπως όλοι οι Έλληνες της Σμύρνης, τον Ελληνικό στρατό) παρ΄ όλο ότι ήταν Τούρκος υπήκοος, διότι είχε γεννηθεί στη Μικρά Ασία, πράγμα που συνιστούσε κατά τον Νουρεντίν προδοσία εκ μέρους του Χρυσοστόμου.
Ο διοικητής του επέτρεψε να φύγει από το διοικητήριο, έξω από το οποίο είχε συγκεντρωθεί όχλος φανατισμένων Τούρκων, ύστερα από ειδοποίηση των τουρκικών αρχών. Τότε ο Νουρεντίν εμφανίστηκε στο μπαλκόνι και είπε στον Τουρκικό όχλο ότι ο Μητροπολίτης ήταν στην διάθεση τους και ας στον δικάσουν αυτοί όπως νομίζουν. Μόλις βγήκε ο Μητροπολίτης από το διοικητήριο οι φανατισμένοι Τούρκοι έπεσαν πάνω του και άρχισαν να τον διαμελίζουν, να του βγάζουν τα μάτια, να τον κακοποιούν, ένας Τουρκοκρητικός μέσα από τον όχλο, που ο Χρυσόστομος είχε κάποτε εξυπηρετήσει, τον πυροβόλησε για να τον αποτελειώσει και να θέσει τέρμα στο μαρτύριο του.
Ο ίδιος αυτός Τουρκοκρητικός, ο οποίος ήταν φρουρός στο διοικητήριο περιέγραψε μετά από λίγες ημέρες σε έναν Έλληνα κρατούμενο τη σκηνή του βασανισμού και του θανάτου του Μητροπολίτη. Από τα λόγια του Τουρκοκρητικού αναφέρονται χαρακτηριστικά τα παρακάτω: «Παρακολούθησα το χάλασμα του δεσπότη σας. Ήμουν με εκείνους που τον τύφλωσαν, που του έβγαζαν τα μάτια και αιμόφυρτο τον έσυραν, από τα γένια και τα μαλλιά, στα σοκάκια του τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθιά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστη παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απάντησε με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.
Το πρόσωπο του το κατάχλομο, το σκεπασμένο με αίμα των ματιών του, το είχε στραμμένο προς τον ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε, που δεν ακουγόταν πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε; Έλεγε: Πάτερ, άγιε, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».. Στις 31 Αυγούστου (14 Σεπτεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) οι Τούρκοι στρατιώτες του Νουρεντίν βάση σχεδίου, που τους παρέδωσαν οι Τουρκικές αρχές, άρχισαν να ανάβουν φωτιές στην πόλη. Με βενζίνη ή με πετρέλαιο άναψαν φωτιά πρώτα στην αρμενική συνοικία. Συνέχισαν το εμπρηστικό τους έργο σε όλες ανεξαιρέτως τις ελληνικές συνοικίες. Το αεράκι που διευκόλυνε την φωτιά να απλωθεί από σπίτι σε σπίτι επεκτάθηκε σε έκταση τρεισήμισι χιλιομέτρων. Ορισμένα κτήρια του παραλιακού δρόμου τους έδωσαν εντολή να μην τα πειράξουν, ενώ οι Τούρκοι στρατιώτες ανατίναξαν όλα τα υπόλοιπα με δυναμίτη. Η φωτιά εμαίνετο όλη την νύχτα και σάρωσε όλη σχεδόν την πόλη. Κάηκαν 55.000 σπίτια από τα οποία τα 43.000 ήταν ελληνικά, τα 10.000 αρμενικά και 2.000 ξένων υπηκόων. Αποτεφρώθηκαν 117 σχολεία κοινοτικά και ιδιωτικά, ελληνικά και αρμενικά, όλα τα νοσοκομεία, 2 μουσεία και πολλά ιδρύματα. Από τις εκκλησίες οι 43 από τις 46.
Πολλοί ξένοι και Έλληνες, αυτόπτες μάρτυρες, περιγράφουν τις φρικώδεις στιγμές των ημερών της πυρπόλησης της Σμύρνης. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι ο εμπρησμός της ήταν προμελετημένος και καλώς οργανωμένος, καθόσον Τούρκοι στρατιώτες μετέφεραν δοχεία με βενζίνη και πετρέλαιο ή έριχναν εμπρηστικές βόμβες. Ως προς την σκοπιμότητα του εμπρησμού της Σμύρνης από τους Τούρκους, αναφερόμαστε στον Αμερικανό Πρόξενο της Σμύρνης George Horton, ο οποίος γράφει σχετικά: «Ο συστηματικός εμπρησμός της Σμύρνης έγινε από τους στρατιώτας του Μουσταφά Κεμάλ με τον σκοπό να εξολοθρευθούν οι χριστιανοί της Μικράς Ασίας και να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πια στην Πατρίδα τους. Βέβαιο είναι ακόμη, ότι εκτός από την φωτιά είχαν προσχεδιασθεί και οι σφαγές και οι λεηλασίες. Χιλιάδες υποφέρουν και αποθνήσκουν εις την Σμύρνην. Η κατάσταση αυτών των ανθρώπων υπερβαίνει πάσαν περιγραφήν. Δεν ενθυμούμαι επεισόδιον εις την ιστορίαν παρομοίων ανθρωπίνων συμφορών. Εχοντες οπίσω των τα καιόμενα σπίτια των, οι άνθρωποι αυτοί μένουν επί ώρας και ημέρας εις την προκυμαίαν της Σμύρνης γυναίκες, άνδρες και παιδιά κραυγάζοντες και εκλιπαρούντες πλοία για να φύγουν».
Όταν η φωτιά έσβησε μόνη της αφήνοντας στάχτες και αποκαΐδια, όλοι όσοι εγκατέλειψαν τα καιόμενα σπίτια και χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες από τις εσωτερικές περιοχές που ακολουθούσαν τον αποχωρούντα ελληνικό στρατό και είχαν καταλήξει στην Σμύρνη, κατέφυγαν στην προκυμαία αναζητώντας κάποιο πλεούμενο ή κολυμπώντας προσπαθούσαν να πλησιάσουν και να ανέβουν στα ξένα πλοία ( Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας), που περίμεναν στο λιμάνι. Αλλά οι ξένοι ναύτες τους εμπόδιζαν, τους έσπρωχναν στη θάλασσα με αποτέλεσμα να πνιγούν. Επιπλέον οι Τούρκοι στρατιώτες επέπεσαν πάνω στο πανικόβλητο πλήθος για να το απομακρύνουν από την παραλία, να το απωθήσουν προς τα πίσω, και ταυτόχρονα αποσπούσαν τις νταντάδες και τις γυναίκες για να τις βιάσουν και τελικώς να τις σκοτώσουν.
Όπως γράφει ο Χρ. Αγγελομάτης, «οι δρόμοι της Σμύρνης, ήσαν μαύροι από τους κατερχομένους από το εσωτερικόν πολίτας και στρατιώτας και όλοι έσπευδον προς την προκυμαίαν, με την ιδέαν ότι θα εύρισκον εκεί τα πλοία της σωτηρίας των». Στις 8 Σεπτεμβρίου 1922 οι Τούρκοι έμπαιναν στην Σμύρνη, ενώ οι Έλληνες δεν είχαν άλλη διέξοδο, παρά να πέσουν στη θάλασσα. Στις 9 Σεπτεμβρίου, ο λαός της Σμύρνης είδε τις κυρίως ελληνικές δυνάμεις ( τη μόνη άμυνα τους έναντι των Τούρκων) να προσπερνούν την πόλη και να επιβιβάζονται στον Τσεσμέ, για την επιστροφή τους στην Ελλάδα.
Οι σκηνές του πανικού που εκτυλίχθηκαν, στοίχησαν τη ζωή σε εκατοντάδες που πνίγηκαν μόλις 50 μέτρα από τη στεριά, κάτω από τα αδιάφορα μάτια των πληρωμάτων των συμμαχικών πλοίων. Όσοι Έλληνες συνελήφθησαν στην προκυμαία της Σμύρνης, στάλθηκαν από τους Τούρκους στα ενδότερα και ελάχιστοι από αυτούς επιβίωσαν. Το τελευταίο πλοίο που εγκατέλειψε τη Σμύρνη ήταν το «ΕΛΛΗ», ενώ το πλήθος απελπισμένο στην προκυμαία έβλεπε να εγκαταλείπεται κυριολεκτικά πλέον στην τύχη του και να επαφίεται στην καλή διάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Καθώς το καράβι έβαλε πλώρη για την Αθήνα, ο Horton έγραφε: «Μια από τις οξύτερες εντυπώσεις που αποκόμισα από τη Σμύρνη ήταν το αίσθημα της βαθιάς ντροπής, γιατί ανήκα στο ανθρώπινο γένος». Αυτόπτης μάρτυρας του οριστικού θανάτου της βυζαντινής αυτοκρατορίας ο Horton συνεχίζει: «Και αυτή η παρουσία αυτών των πολεμικών πλοίων στο λιμάνι της Σμύρνης, το Σωτήριον έτος 1922, που παρακολουθούσε ανίσχυρα τις τελευταίες στιγμές των χριστιανών στην Τουρκία, ήταν το πιο λυπητερό και το πιο σημαντικό στοιχείο της όλης ιστορίας».
Ήδη, πριν από την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, τον Αύγουστο του 1922, σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας οι Ελληνικοί πληθυσμοί υπέστησαν παντοειδείς διώξεις από τους Τούρκους και ως εκ τούτου είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τις πόλεις και τα χωριά τους.. Οι σχεδιασμένοι και ανελέητοι διωγμοί είχαν δύο επιδιώξεις. Πρώτη ήταν η εξόντωση των εθνικών μειονοτήτων στην Τουρκία για να επιτευχθεί ο πλήρης εκτουρκισμός, εξισλαμισμός της χώρας, αλλιώς να επιτευχθεί η εθνοκάθαρση στην οποία επέβλεπε η εθνική ιδεολογία των Νεότουρκων – Κεμαλιστών. Η δεύτερη επιδίωξη ήταν η οικονομική και κοινωνική αποδυνάμωση, εξουδετέρωση των Ελλήνων, στα χέρια των οποίων είχαν περιέλθει το εμπόριο, το τραπεζικό σύστημα, η βιομηχανία και το επιστημονικό δυναμικό της Τουρκίας. Για αυτό οι Έλληνες στις μεγάλες πόλεις αποτελούσαν το ανώτερο κοινωνικό στρώμα. Ήταν η αστική τάξη.
«Ο Κεμάλ γιόρτασε το θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή του εκεί χριστιανικού πληθυσμού», έγραψε στα απομνημονεύματά του ο Ουΐνστον Τσόρτσιλ. Η σφαγή της Σμύρνης συγκλόνισε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Ακόμα και στη Γαλλία -η φιλοτουρκική πολιτική της οποίας καθόριζε την πληροφόρηση που παρείχαν οι δημοσιογράφοι- διογκώθηκαν τα αντιτουρκικά συναισθήματα. Όμως, περισσότερο από τις ανταποκρίσεις και τις ψυχρές επισημάνσεις των διπλωματών, το τρομερό τοπίο εκείνων των ημερών αποκαλύπτεται μέσα από τις μαρτυρίες όσων το έζησαν.
Η συλλογή και η έκδοση των αυθεντικών μαρτυριών έγινε από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Μαρτυρίες συγκλονιστικές, που πιστοποιούν την ύπαρξη του Μικρασιατικού Ολοκαυτώματος. Τυχαία επιλέξαμε τις αναμνήσεις της Ελένης Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σμύρνης. Το Μπουνάρμπασι είχε χίλιους κατοίκους, από τους οποίους οι οκτακόσιοι ήταν Έλληνες: «…Άρχισε ο στρατός μας να φεύγει. Χτυπούσαν τις πόρτες μας και ζητούσαν ρούχα για να βγάλουν το χακί από πάνω τους. Πόσους δεν ντύσαμε! Οι μεγάλοι οι δικοί μας ξεκουμπίστηκαν και φύγανε κι άφησαν τον κόσμο στο έλεος του Θεού. Έφταναν οι στρατιώτες ξυπόλυτοι, γυμνοί, κουρελιασμένοι, πρησμένοι, νηστικοί. Οι Τούρκοι κατέβαιναν και έσφαζαν τους Έλληνες. Το ίδιο έκαναν και οι δικοί μας. Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουες και έβλεπες. Από τους κατοίκους του Μπουνάρμπασι έμειναν καμιά δεκαριά οικογένειες… Μερικοί κατάφεραν να φύγουν, σέρνοντας με την κοιλιά προς το Σικλάρι και από κει στη Σμύρνη. Τους άλλους όλους τους ατιμάσανε, τους σφάξανε, τους κρεμάσανε, τους κάψανε. Κι εκείνους που κατάφεραν από το Σικλάρι να φτάσουν στη Σμύρνη, όταν ήρθε ο Κεμάλ, τους έπιασε και τους έσφαξε.
Εμείς βρισκόμασταν στη Σμύρνη. Πλημμύρα οι μαχαλάδες στο αίμα. Βάλανε φωτιά οι Τούρκοι, μια ώρα μακριά. «Μη φοβάστε είναι μακριά», μας είπε ο νοικοκύρης του σπιτιού που μέναμε. Σ´ ένα τέταρτο η φωτιά είχε έρθει σε μας. Ρίχνανε βενζίνη και προχωρούσε. Βγήκαμε στο δρόμο. Φωτιά από τη μια, θάλασσα από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση. Και οι Τσέτες (σ.τ.σ. οι άτακτοι Τούρκοι) βρίσκονταν στη μέση, και έσφαζαν και σκότωναν. Τη νύχτα οι Τσέτες έκαναν επίθεση να αρπάξουν, να σφάξουν, να ατιμάσουν. «Βοήθεια! Βοήθεια!», φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν τους προβολείς. Σταματούσαν για λίγο.
Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα (σ.σ. μεγάλο ανοιχτό λάκκο). Γύρω-γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στη χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω-γύρω. Ήταν φοβερό. Όσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ´ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό. Έβγαλαν, μετά, ιταλικά και ελληνικά πλοία και μας πήραν. Πόσους; Ούτε ένα είκοσι τοις εκατό δεν επήραν. Τέτοια καταστροφή δεν είδαν τα μάτια μου!».
Η καταστροφή της Σμύρνης, της πρωτεύουσας του Μικρασιατικού Ελληνισμού, σήμανε το τέλος της Ελληνικής παράδοσης και της συνεχούς Ελληνικής παρουσίας τριών χιλιετιών στη Μικρά Ασία. Η εκδίωξη του Ελληνικού στοιχείου της Ιωνίας, απετέλεσε έναν ιστορικό βιασμό, καθώς απέκοψε τη Δυτική Μικρά Ασία από τον ενιαίο ιστορικά, Ελληνοχριστιανικό Αιγαιοπελαγίτικο χώρο. Το κόστος της καταστροφής του 1922 ήταν τεράστιο για τον Ελληνισμό της καθ´ ημάς Ανατολής. Ο Τζορτζ Χόρτον, υπολόγισε σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο τους Έλληνες που εξοντώθηκαν στο σύνολο του μικρασιατικού χώρου κατά τη διάρκεια των εθνικών εκκαθαρίσεων κάτω από βασανιστικές και απάνθρωπες συνθήκες και όχι από συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης.
Με βάση την οθωμανική απογραφή, οι Έλληνες στο μικρασιατικό χώρο (Δυτική Μικρά Ασία, Πόντο και Καππαδοκία) ξεπερνούσαν τα δυόμισι εκατομμύρια πριν από την έναρξη του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επόμενη καταγραφή τους γίνεται στην Ελλάδα το 1928. Καταγράφονται λίγο περισσότεροι από ένα εκατομμύριο. Με την συντριπτική πλειοψηφία του 83%, οι ακαδημαϊκοί που αντιπροσωπεύουν τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου, έδωσαν το τίτλο ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ και καλούν τη Τουρκική κυβέρνηση να «Ζητήσει επισήμως συγγνώμη και να προβεί σε επανορθώσεις στους απογόνους των θυμάτων».
Για όλους τους Έλληνες, η αναγκαιότητα της προώθησης της διεθνούς αναγνώρισης είναι μεγάλη, γιατί αποτελεί χρέος τιμής. Ας μην παραδώσουμε στη λήθη του χρόνου τον αφανισμό του Μικρασιατικού Ελληνισμού διότι αυτό νομίζουμε ότι είναι το υπέρτατο εθνικό χρέος μας . Όσο ζουν η μνήμη και η ιστορία αποτυπωμένες, δεν υπάρχουν χαμένες πατρίδες, δεν υπάρχουν χαμένοι πολιτισμοί.
Η νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες παραμένει πάντα δυνατή. Γιατί, όπως λέει και ο Όμηρος στην Οδύσσεια: «Και καπνόν μονάχα να δει ελαφροαναβαίνοντα ψηλά από την πατρίδα του κι ας πεθάνει». *Εκ του ιστολογίου «olympia.gr» της 14.9.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





