«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026
ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ Η', ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ
ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: ΘΑΝΑΤΟΣ=ΓΕΝΝΗΣΙΣ!
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2014)
Τετάρτη 8 (21) Σεπτεμβρίου 2022
ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ
Λίγες ημέρες μετά την έναρξη του εκκλησιαστικού έτους, την 8η Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας πανηγυρίζει «το Γενέθλιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας».
Διά το γεγονός αυτό τα Ευαγγέλια σιγούν. Η ίδια άλλωστε σιγή απλώνεται γύρω από το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της Θεοτόκου. Ελάχιστοι είναι και οι λόγοι της, που διεσώθησαν. Αρκεί νά σημειωθεί, ότι η προτροπή πρός τους υπηρέτες κατα το θαύμα εν Κανά της Γαλιλαίας «ό,τι άν λέγῃ (ο Χριστός) ὑμῖν, ποιήσατε» (Ιω. 2, 5) είναι οι τελευταίοι της λόγοι, που αναφέρουν τα Ευαγγέλια.
Από τότε (το θαύμα έγινε στις αρχές του πρώτου έτους της δημοσίας δράσεως του Κυρίου) και στο εξής η Θεοτόκος παρακολούθησε με σιωπή την δράσι του Υιού της και σιωπηλή έπνιξε τον πόνο της κάτω από τον Σταυρό Του.
Τα κενά των Ευαγγελίων περί του βίου της Υπεραγίας Θεοτόκου συμπληρώνουν οι απόκρυφοι διηγήσεις. Αυτές, γραμμένες από ευσεβείς συγγραφείς και πλουτισμένες από την φαντασία των, δίδουν πληροφορίες διά την Γέννηση της, την παιδική της ηλικία, την Κοίμηση της. Η Εκκλησία πήρεν από τα κείμενα αυτά τις παραδόσεις, που θεώρησε αληθινές και τις διεφύλαξε στις εορτες, τους ύμνους, τις εικόνες, που έγιναν με το υλικό των.
Μία από τις απόκρυφες διηγήσεις είναι το «Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου», το οποίο διηγείται μεταξύ άλλων και τα της Γεννήσεως της Θεομήτορος. Από αυτό μανθάνομε τα ονόματα των γονέων της, που είναι Ιωακείμ και Άννα, την ατεκνία των, την καταγωγή του Ιωακείμ από το βασιλικό γένος του Δαβίδ κ. ά. Εδώ βλέπομε την θλίψη και τα δάκρυα του ανδρογύνου διά την ατεκνία του, καθώς και τις προσευχές και τις νηστείες του διά την απόκτηση τέκνου.
Διά νά κατανοήσωμε τα εικονιζόμενα στην παράσταση της Γεννήσεως της Θεοτόκου, πρέπει να παραθέσωμεν μερικά αποσπάσματα από την διήγηση του Ιακώβου: «Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη λέγων αυτή· Άννα Άννα, επήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου, και συλλήψει και γεννήσεις, και λαληθήσεται το σπέρμα σου εν όλη τη οικουμένη…
Και ιδού ήλθον άγγελοι δύο λέγοντες αυτή· Ιδού Ιωακείμ ο ανήρ σου έρχεται μετα των ποιμνίων αυτού. άγγελος γάρ Κυρίου κατέβη προς αυτόν λέγων· Ιωακείμ Ιωακείμ, επήκουσε Κύριος ο Θεός της δεήσεώς σου· καταβηθι εντεύθεν· ιδού γάρ η γυνή σου Άννα εν γαστρί λήψεται…
Και ιδού Ιωακείμ ήκε μετα των ποιμνίων αυτού, και έστη Άννα προς την πύλην και είδε τον Ιωακείμ ερχόμενον, και δραμούσα εκρεμάσθη εις τον τράχηλον αυτού… Επληρώθησαν δε οι μήνες αυτής· εν δε τω ενάτω μηνί εγέννησεν Άννα. Και είπεν τη μαία· Τιεγέννησα; Η δέ είπεν· Θήλυ· Και είπεν Άννα· Εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτῃ· και ανέκλινεν αὐτήν. Πληρωθεισών δέ των ημερών απεσμήξατο Άννα, και έδωκεν μασθόν τη παιδί, και επωνόμασε το όνομα αυτῆς Μαριάμ».
Όπως βλέπομε στην διήγηση, η Γέννησις της Παναγίας αναγγέλλεται υπό του αγγέλου ύστερα από μακράν περίοδον ατεκνίας των γονέων της. Άγγελος αναγγέλλει την γέννηση και άλλων βιβλικών προσώπων: του Σαμψών, του Σαμουήλ, του Ιωάννου του Προδρόμου.
Η Γέννησις όμως της Παναγίας διαφέρει, διότι είναι «τοῦ Ἀδάμ ἡ ἀνάπλασις καί τῆς Εὔας ἡ ἀνάκλησις· τῆς ἀφθαρσίας ἡ πηγή καί τῆς φθορᾶς ἀπαλλαγή, δι᾽ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθηεν καί τοῦ θανάτου ἐλυτρώθημεν…» (Δοξαστικόν της Λιτής του πλ. δ’ ήχου).
Την σύγκριση μεταξύ της μητρός της Παναγίας και άλλων ατέκνων γυναικών της Αγίας Γραφής κάνει ωραιότατα το γ’ Στιχηρόν του Εσπερινού της εορτής του πλ. β’ ήχου: «Εἰ και θείῳ βουλήματι περιφανεῖς στεῖραι γυναῖκες εβλάστησαν, αλλά πάντων η Μαρία των γεννηθέντων θεοπρεπώς ὑπερέλαμψεν· ότι και αγόνου παραδόξως τεχθεῖσα μητρός, έτεκεν εν σαρκί των απάντων Θεόν, ὑπέρ φύσιν εξ ασπόρου γαστρός…».
Όπως βλέπομε σε όλα σχεδόν τα τροπάρια της ιεράς Ακολουθίας του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, οι ιεροί υμνογράφοι τονίζουν, παραλλήλως προς την Γέννηση της Παναγίας, και τον ρόλο της ως Μητρός του Θεού. Ακόμη στη λύση της στειρώσεως της Άννης διαβλέπουν -κατα την διδασκαλίαν των Πατέρων της Ἐκκλησίας- τη λύση της στειρώσεως της ανθρωπίνης φύσεως, η οποία θα απολαύσει τους καρπούς της θείας Χάριτος. Η Χάρις αυτή «καρπογονεῖν λαμπρώς απάρχεται» με την Γέννηση της Θεοτόκου.
«ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» - ΨΑΛΜΩΔΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
Ι. Μ. Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής
ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)
ΓΕΝΙΚΑ: Η Παναγία έχει κεντρική θέση στην θεία Λατρεία. Το εκκλησιαστικό έτος πλαισιώνεται με θεομητορικές εορτές. Αρχίζει με το «Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου», ενώ τελειώνει με την «Κατάθεσιν της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου».
Σήμερα εορτάζουμε την γέννηση της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, του άνθους «εκ της ρίζης Ιεσσαί». Εορτάζουμε «παγκοσμίου ευφροσύνης γενέθλιον και την είσοδο όλων των εορτών και το προοίμιο του μυστηρίου του Χριστού» (Άγιος Ανδρέας Κρήτης). Είναι η κορύφωση, η ολοκλήρωση της παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την υποδοχή του σαρκωθέντος Σωτήρος Υιού και Λόγου του Θεού.
Η Θεοτόκος είναι το μεταίχμιο Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε το κήρυγμα των προφητών, την προσδοκία των δικαίων ενώ στην Καινή Διαθήκη γίνεται ο γλυκασμός των αγγέλων, η δόξα των αποστόλων, το θάρρος των μαρτύρων, το εντρύφημα των οσίων, το καύχημα του ανθρωπίνου γένους. Η Παναγία μας είναι «ο καρπός των κτισμάτων» κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδή το σημείο εκείνο στο οποίο κατατείνει ολόκληρη η κτίση.
Κατά την σημερινή ημέρα ευεργετείται όλη η κτίση από την γέννηση της πανάμωμης Παναγίας μας. Η Θεοτόκος δεν ήταν απλά η καλύτερη γυναίκα στην γη, αλλά ήταν Αυτή η μοναδική που θα μπορούσε να κατεβάσει τον ουρανό στην γη, να κάνει τον Θεό άνθρωπο. Ο «αχώρητος παντί» θα χωρέσει στην παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, ώστε η Παναγία μητέρα του να καταστεί η «χώρα του Αχωρήτου».
Σήμερα λύνεται η στειρότητα της Αννας και γεννάται «το κειμήλιον της Οικουμένης», κατά την έκφραση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Παρόμοιο θαύμα έκανε ο Θεός πολλές φορές στην Παλαιά Διαθήκη στην Σάρρα την σύζυγο του πατριάρχου Αβραάμ, στην Ρεβέκκα την σύζυγο του Ισαάκ, στην Αννα την μητέρα του προφήτου Σαμουήλ, στην Ελισάβετ την μητέρα του προφήτου Προδρόμου.
Μπορεί τα τέκνα των παραπάνω μητέρων, των οποίων η μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, να ήταν ενάρετα και άγια, αλλά μόνον η Μαρία -το τέκνο της Αννας και του Ιωακείμ- ήταν «η κεχαριτωμένη» και κατέστη -το ακατάληπτο για τους ανθρώπους και τους αγγέλους- η μητέρα του Θεού.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Πληροφορίες για τη Γέννηση της Θεοτόκου έχουμε μόνον από το Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου, ένα απόκρυφο ιερό κείμενο, εκτός του κανόνος των βιβλίων της Αγίας Γραφής. Αυτές οι πληροφορίες πέρασαν στον εκκλησιαστικό κύκλο και έγιναν αποδεκτές από το πλήρωμα των πιστών διά της θείας λατρείας.
Σύμφωνα με τη διήγηση αυτή ο ευσεβής και πλούσιος Ιωακείμ και η σύζυγός του, Άννα, θλίβονταν καθότι, λόγω της στειρότητας της Άννας, δεν είχαν αποκτήσει κάποιο τέκνο. Όταν μάλιστα απαγορεύτηκε στον Ιωακείμ να προσφέρει πρώτος θυσίες σε κάποια εορτή, αναχώρησε για την έρημο, όπου για σαράντα μέρες νήστευε και προσεύχονταν στο Θεό ζητώντας να αποκτήσει ένα τέκνο. Η Άννα παρέμεινε στο σπίτι της και παρά τις ταπεινώσεις που δεχόταν ακόμη και από την υπηρέτριά της για τη στειρότητά της, προσευχόταν συνεχώς στον Κύριο να εισακουστεί το αίτημα για απόκτηση ενός παιδιού.
Μερικές ημέρες αργότερα εμφανίστηκε μπροστά στην Άννα, άγγελος Κυρίου, που της υποσχέθηκε ότι σύντομα θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία της. Κι εκείνη, περιχαρής, υποσχέθηκε ότι το αναμενόμενο τέκνο θα το αφιέρωνε στο Θεό. Ένας άλλος άγγελος, στο μεταξύ, είχε εμφανισθεί στο Ιωακείμ στην έρημο υποσχόμενος τα ίδια. Τότε ο Ιωακείμ περιχαρής επέστρεψε στο σπίτι του. Πραγματικά εννέα μήνες αργότερα η Άννα έφερε στη ζωή μία κόρη, την οποία ονόμασε Μαριάμ και την ανέθρεψε με μεγάλη προσοχή, ενώ αργότερα την αφιέρωσε στο Θεό.
Η ΕΟΡΤΗ: Μετά την τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, αποφασίστηκε να εορτάζονται όλες οι Θεομητορικές εορτές σε διαφορετικό χρόνο. Αφορμή γι' αυτό ήταν το πλήθος των ιερών Ναών προς τιμήν της Θεοτόκου. Μέχρι τότε η Θεοτόκος ετιμάτο κατά την εορτή της Υπαπαντής. Έτσι από τα τέλη του ε΄αιώνα ορίστηκε ο εορτασμός του Γενεθλίου της Θεοτόκου κατά την 8η Σεπτεμβρίου. Το περιεχόμενο της εορτής αντλήθηκε από τη διήγηση του Πρωτευαγγελίου και περιελήφθη στους επίσημους Συναξαριστές. Στις Δυτικές εκκλησίες η εορτή επικράτησε κατά τον 11ο αιώνα.
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ
ΤΗΣ ΠΑΝΥΠΕΡΑΓΝΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ
Πράγματι κάθε καιρός είναι κατάλληλος για να γίνει αρχή ενός σωτήριου τρόπου ζωής. Και για να δηλώσει αυτό έλεγε ο μέγας Παύλος: «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας(:Να λοιπόν, τώρα είναι καιρός κατάλληλος, να, τώρα είναι ημέρα σωτηρίας)»[Β΄Κορ.6,2]· «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.
Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν (:Ας αποθέσουμε λοιπόν σαν νυκτερινά ενδύματα τα έργα της αμαρτίας, που γίνονται στο σκοτάδι, και ας ντυθούμε σαν άλλα όπλα τα φωτεινά έργα της αρετής. Όπως συμπεριφέρεται κανείς την ημέρα, που τα βλέμματα πολλών τον παρακολουθούν, έτσι κι εμείς ας συμπεριφερθούμε με ευπρέπεια και σεμνότητα)» [Ρωμ.13,12-13].
Δεν εννοεί ότι καιρός ευπρόσδεκτος για σωτηρία είναι κάποια από τις ώρες ή από τις ημέρες, αλλά όλος ο χρόνος μετά την επιφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού επάνω στη γη. Όπως δηλαδή, όταν ανατείλει στη γη ο αισθητός ήλιος είναι καιρός σωματικής εργασίας για τους ανθρώπους, όπως είπε και ο Δαβίδ [Ψαλμ.103,22-23:
«Ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος καὶ ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας (:Ανέτειλε ο ήλιος και ο άνθρωπος θα εξέλθει από την κατοικία του για να ασχοληθεί με το έργο και την εργασία του έως το βράδυ)»], έτσι και, αφού εμφανίστηκε σε εμάς σαρκικά ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο μετά την επιφάνειά Του καιρός είναι ολόκληρος κατάλληλος για πνευματική εργασία. Αυτό δηλώνοντας αλλού ο ίδιος προφήτης, αφού είπε περί της Δεσποτικής Παρουσίας:
«Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας(: Τον λίθο, τον οποίο απέρριψαν ως ακατάλληλο και άχρηστο οι χτίστες, αυτός έγινε θεμέλιος και ακρογωνιαίος λίθος όλης της οικοδομής)» [Ψαλμ.117,22], πρόσθεσε: «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ(:Αυτή είναι η πανηγυρική και χαρμόσυνη ημέρα την οποία ο Κύριος έκανε· ας αισθανθούμε αγαλλίαση και ευφροσύνη κατά την διάρκειά της)»[Ψαλμ.117, 24].
Αλλά στην περίπτωση μεν του αισθητού ηλίου, επειδή διακόπτεται την νύκτα, λέγει: «Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας» [Ψαλμ.103,23], ενώ ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, επειδή κατά το αποστολικό εδάφιο είναι ανέσπερος και δεν έχει «παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα(:αλλοίωση και μεταβολή σαν αυτές που γίνονται στη σελήνη ή συντελούνται από τη διαδοχή της νύχτας και της ημέρας)» [Ιάκ.1,17], παρέχει αδιάκοπη ευκαιρία πνευματικής εργασίας.
Εάν μάλιστα χρειάζεται να χαρακτηρίσουμε και κάποιον καιρό καταλληλότερο από τους άλλους, και αν όπως υπάρχει καιρός για σπορά και καιρός για θερισμό, καιρός για φύτευμα και καιρός για συγκομιδή, και καιρός για κάθε άλλο πράγμα, έτσι επιζητείς και για την αγαθοεργία ώρα ενάρξεως ιδιαιτέρως αρμοστή, αυτή είναι ο καιρός του φθινοπώρου, και αυτού περισσότερο αυτός ο μήνας, που είναι και ο πρώτος μας μήνας και η αρχή του έτους[Ο πρώτος μήνας του εκκλησιαστικού έτους ήταν στο Βυζάντιο ο Σεπτέμβριος και η πρώτη του μηνός αυτού ήταν η πρωτοχρονιά, και αρχή της Ινδίκτου], διότι κατ’ αυτόν έγινε αρχή της σωτηρίας μας την οποία και εορτάζομε σήμερα.
Διότι αυτή η ιερά εορτή και πανήγυρη την οποία τελούμε σήμερα είναι η πρώτη της κατά χάριν ανακλήσεως και αναπλάσεώς μας αφού είναι η ημέρα κατά την οποία άρχισαν τα πάντα να γίνονται νέα και να εισάγονται αντί των προσκαίρων θεσμών οι μόνιμοι, αντί του γράμματος το πνεύμα και αντί των σκιών η αλήθεια.
Πραγματικά σήμερα αναφάνηκε νέος κόσμος και παράξενος παράδεισος, στον οποίο και από τον οποίο έχει παραχθεί νέος Αδάμ, ο οποίος αναπλάττει τον παλαιό Αδάμ και ανακαινίζει όλον τον κόσμο· ο οποίος δεν απατάται από τον απατεώνα, αλλά τον απατά και χαρίζει την ελευθερία σε αυτούς που με απάτη υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Σήμερα ετοιμάστηκε στη γη παράδοξος βίβλος, που μπορεί να φέρει όχι γράμματα λόγων, αλλά τον ίδιο τον ζωντανό Λόγο απόρρητο και μάλιστα Λόγο όχι εναέριο, αλλά ουράνιο, που δεν συγκροτείται για να φθαρεί, αλλά αρπάζει από την φθορά αυτούς που Τον πλησιάζουν, που δεν γίνεται με την κίνηση ανθρωπίνης γλώσσας, αλλά γεννάται προαιώνια από τον Θεό Πατέρα.
Σήμερα παρουσιάστηκε έμψυχη και αχειροποίητη σκηνή του Θεού και λογική και πνευματική κιβωτός του «άρτου της ζωής που αποστάλθηκε σε εμάς από τους ουρανούς» [ πβ. Ιω.6,32:
ΙΔΙΟΜΕΛΑ - ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Tω αυτώ μηνί H΄,
το Γενέσιον της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Aειπαρθένου Mαρίας.
Tαύτης της Kυρίας ημών Θεοτόκου, ο μεν πατήρ Iωακείμ είχε το γένος από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ· και επειδή παιδίον δεν εγέννα, αλλά ωνειδίζετο διά τούτο, τούτου χάριν δεν έπαυεν από το να προσφέρη εις τον Θεόν διπλά τα δώρα του, ως πλούσιος ην και φιλόθεος. H δε μήτηρ αυτής Άννα, και αυτή παρομοίως εκατάγετο από το βασιλικόν γένος του Δαβίδ· όθεν ήτον και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν ευγενεστάτη από όλας.
το Γενέσιον της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Aειπαρθένου Mαρίας.
Eπειδή λοιπόν και οι δύω ελυπούντο διά το όνειδος της απαιδίας, ο μεν Iωακείμ, επήγεν εις το όρος· η δε Άννα, εμβήκεν εις το περιβόλιον. Kαι οι δύω ομού επαρακάλουν με δάκρυα τον Θεόν, διά να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας. Διά τούτο και έτυχον του ποθουμένου, και εγέννησαν την Θεοτόκον Mαρίαν, την πάντων των Aγίων αγιωτέραν. Kαι ούτως απόκτησαν μίαν καλλιτεκνίαν ασύγκριτον και εξοχωτάτην, ήτις υπερείχεν όλας τας καλλιτεκνίας των ανθρώπων. Kαι μακάριοι όντες καθ’ εαυτούς διά την ενάρετον και θεοφιλή αυτών γνώμην, πολλώ μάλλον μακαριώτεροι έγιναν, διά την ασύγκριτον χάριν και θείαν τεκνογονίαν, οπού ηξιώθησαν. Eπειδή από την εδικήν τους θυγατέρα, ήτοι την Aειπάρθενον Mαριάμ, κατεδέχθη να γεννηθή ο Yιός του Θεού.
Mε ποίον δε τρόπον η Άννα εκατάγετο από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ, τώρα θέλει το φανερώσει ο λόγος με συντομίαν. Eικοστός τρίτος από το γένος του Δαβίδ ευρίσκεται ο Mατθάν, (ή ακριβέστερον ειπείν εικοστός έβδομος, κατά την γενεαλογίαν του Eυαγγελιστού Mατθαίου). Oύτος λοιπόν λαβών γυναίκα Mαρίαν την εκ της φυλής του Iούδα καταγομένην, εγέννησεν υιόν τον Iακώβ, τον πατέρα Iωσήφ του Mνήστορος, και τρεις θυγατέρας, Mαρίαν, Σοβήν, και Άνναν. Kαι η μεν Mαρία, γεννά Σαλώμην την μαίαν· η δε Σοβή, γεννά την Eλισάβετ· η δε Άννα, γεννά την Θεοτόκον. Ώστε οπού η Σαλώμη, η Eλισάβετ, και η Θεοτόκος είναι, έγγοναι μεν του Mατθάν, και Mαρίας της γυναικός αυτού, πρώται δε εξάδελφαι αναμεταξύ των1. (Περί της Γεννήσεως της Θεοτόκου όρα εις την Σάλπιγγα, εις τον Mηνιάτην, και εις την Aποστολικήν Σαγήνην, και λόγους ευρήσεις απλοϊκούς.)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Eντεύθεν συνάγεται, ότι ο εκ της Θεοτόκου γεννηθείς Kύριος, και ο εκ της Eλισάβετ γεννηθείς Πρόδρομος, ήτον δεύτεροι εξάδελφοι. Oρθώς δε γράφεται εν τοις Mηναίοις και τω τετυπωμένω Συναξαριστή, ότι η Eλισάβετ και η Σαλώμη ήτον ανεψιαί της Άννης, ως θυγατέρες των αδελφών αυτής, της Mαρίας λέγω και της Σοβής.
Σημείωσαι, ότι εις την Γέννησιν της Θεοτόκου λόγους πανηγυρικούς έχουσιν Aνδρέας ο Kρήτης τρεις, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Πάλιν εορτή και πάλιν πανήγυρις». Tου δε ετέρου· «Eι μετρείται γη σπιθαμή». Tου δε άλλου· «Aρχή μεν εορτής». Θεόδωρος ο Στουδίτης, ου η αρχή· «Λαμπρώς πανηγυρίζει». Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Πας μεν καιρός επιτήδειος». Iωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Δεύτε πάντα τα έθνη». Σώζονται δε αυτοί εν τη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου και εν τη Iερά Mονή του Bατοπαιδίου.
Eν τω έκτω δε Πανηγυρικώ της αυτής Mονής του Bατοπαιδίου σώζεται είς λόγος διαλαμβάνων περί γεννήσεως και ανατροφής της Θεοτόκου, ου η αρχή· «Eχρήν αληθώς την Παρθένον». Aλλά και ο Mεταφραστής λόγον εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, όστις σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων. Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και τέταρτος λόγος του Aνδρέου Kρήτης, ου η αρχή· «Άλλοι μεν άλλας εορτών υποθέσεις». Έχει δε εγκώμιον εις αυτήν και Φώτιος ο Πατριάρχης, και Λέων ο Σοφός. Σημείωσαι δε ότι, εις την Γέννησιν της Θεοτόκου εμελούργησε κανόνας οκτωήχους και ιδιόμελα ωραιότατα ο σοφολογιώτατος διδάσκαλος κυρ Xριστοφόρος, ο κατά την Iεράν Σκήτην του Tιμίου Προδρόμου τον ασκητικόν δίαυλον διατρέχων.
ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ: ''ΠΩΣ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΥΝΙΣΤΑ ΤΗΝ ΑΠΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ''
Τί έκανε λοιπόν ο πλάστης και κηδεμόνας μας; Άφησε άραγε μέχρι το τέλος το πλάσμα του να ταλαιπωρείται, να μένει δούλος των παθών; Όχι βέβαια. Πώς δηλαδή θα ανεχόταν, αυτό που έπλασε από υπερβολική αγάπη, να το βλέπει μ’ ευχαρίστησή του να μένει αιχμάλωτο και να ζει στην πλάνη;
Γι’ αυτό, αφού συνεδρίασε με τον εαυτό της, αν επιτρέπεται να το πω έτσι, η ενότητα της αγίας Τριάδας (είναι όμως θεμιτό να το πούμε για την ανάπλαση, επειδή και το, «ας δημιουργήσουμε άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα μας και όμοιο με μας» έχει λεχθεί για την αρχική πλάση) με την ενιαία θέλησή της διευθέτησε την ανάπλαση του πλάσματός του που είχε συντριβή.
Κι αυτή (γιατί είχαν εξαγριωθεί και ρημαχτεί φοβερά οι άνθρωποι και δεν επέστρεφαν ούτε με απειλές ούτε με ποινές ούτε με νόμους ούτε με προφήτες), ζητούσε άνθρωπο που είχε την ίδια μ’ εμάς φύση, στον οποίο θα ήταν δυνατό να δει απαράβατη την τήρηση της νομοθεσίας,
ώστε και για να μπορούν οι άνθρωποι, με όσα έβλεπαν τους συνανθρώπους τους να πράττουν, να τους μιμούνται, και αυτό με το οποίο έλαβε τη δύναμή του εναντίον μας αυτός ο μηχανορράφος, με το ίδιο να καθαιρεθεί από την κυριότητα με νόμιμη νίκη και αγώνισμα.
Έπρεπε λοιπόν κάποιο από τα πρόσωπα της Τριάδας να έρθει στους ανθρώπους, ώστε, όποιας φύσης ήταν το δημιούργημα, αυτής να φανεί ότι είναι και το αναδημιούργημα· και έπρεπε οπωσδήποτε εκείνο να γίνει κάτω Υιός και να μην ατιμάσει το άνω αξίωμά του, που από τους αιώνες το είχε και δοξαζόταν μ’ αυτό. Αλλά να βρεθεί ανάμεσα στους υιούς των ανθρώπων δεν ήταν δυνατό χωρίς τη σάρκωση.
Γιατί η σάρκωση είναι η οδός για τη γέννηση, και γέννηση είναι η κατάληξη της κυοφορίας. Κι αυτή, περιγράφοντας μητέρα, ζητούσε εύλογα να γίνει από πριν η ετοιμασία της.
Έπρεπε άρα να ετοιμαστεί κάτω μητέρα του πλάστη για την ανάπλαση εκείνου που είχε συντριβεί, κι αυτή να είναι παρθένος, ώστε, όπως από παρθένα γη πλάσθηκε ο πρώτος άνθρωπος, έτσι κι από παρθενική μήτρα να πραγματοποιηθεί η ανάπλαση, και καμιά παρέμβαση ηδονής ούτε νόμιμη, ούτε και να επινοηθεί στη γέννηση του δημιουργού· γιατί ήταν αιχμάλωτος της ηδονής αυτός που ο Δεσπότης θέλησε να ελευθερώσει και καταδέχθηκε να γεννηθεί.
Αλλά ποια ήταν άξια να γίνει διάκονος του μυστηρίου; Ποια ήταν άξια να γίνει μητέρα του Θεού και να δανείσει σάρκα σ’ εκείνον που πλουτίζει τα σύμπαντα; Ποια λοιπόν ήταν άξια;
Ή είναι φανερό ότι είναι αυτή που σήμερα βλάστησε με τρόπο παράδοξο από την άκαρπη ρίζα, τον Ιωακείμ και την Άννα, της οποίας εμείς εορτάζουμε λαμπρά τη γέννησή της και της οποίας η γέννηση κάνει την αρχή του θαύματος του μεγίστου μυστηρίου, εννοώ της ένσαρκης γέννησης του Σωτήρα και για την οποία συγκροτήθηκε αυτή η θεία και πάνδημη σύναξη;
Γιατί έπρεπε, έπρεπε αυτή που από τα σπάργανα διατήρησε αγνό το σώμα της, αγνή τη ψυχή και αγνούς τους λογισμούς με ανώτερο λόγο, να προοριστεί αυτή μητέρα του πλάστη.
Έπρεπε αυτή που από βρέφος προσφέρθηκε στο ναό και εισήλθε στους άβατους χώρους, να φανεί έμψυχος ναός εκείνου που της έδωσε τη ψυχή. Έπρεπε αυτή που γεννήθηκε από άγονη μήτρα με λόγο παράδοξο και εξάλειψε το όνειδος των γονέων της, να ανακαλέσει και το σφάλμα των προπατόρων.
Γιατί είχε τον προορισμό η απόγονος να αποκαταστήσει την ήττα την προγονική γεννώντας με γέννα χωρίς άνδρα τον Σωτήρα του γένους και δίνοντας σώμα σ’ αυτόν. Έπρεπε αυτή που με το κάλλος της ψυχής της έδωσε ωραία στον εαυτό της μορφή, να εμφανισθεί ξεχωριστή νύμφη που να ταιριάζει στον ουράνιο νυμφίο.
Έπρεπε αυτή, που με τις σαν άστρα εκδηλώσεις των αρετών της, κατέστησε τον εαυτό της ουρανό, ανατέλλοντας τον ήλιο της δικαιοσύνης να γίνει γνωστός σε όλους τους πιστούς. Έπρεπε αυτή που μία φορά έβαψε τον εαυτό της με το πορφυρό χρώμα των παρθενικών αιμάτων της, να γίνει αλουργίδα (βασιλικό ένδυμα) του Βασιλιά των πάντων.
Πω πω θαύμα! αυτόν που η φύση όλη δεν χωρεί, τον κυοφορεί άνετα η παρθενική μήτρα. Αυτόν που δεν τολμούν να ατενίσουν τα Χερουβίμ, η Παρθένος τον κρατεί στην αγκαλιά της με τα πήλινα χέρια της. Το όρος το άγιο προέρχεται από την έρημη και άγονη μήτρα, από το οποίο, αφού αποκόπηκε χωρίς σύμπραξη χεριών λίθος πολύτιμος ακρογωνιαίος ο Χριστός ο Θεός μας, συνέτριψε τους ναούς των δαιμόνων και τα βασίλεια του Άδη μαζί με την ίδια την τυραννική εξουσία.
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025
ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ [:Φιλιπ.2,5 - 11]
«Τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός.
(:Εφόσον δηλαδή είστε μαθητές και δούλοι του Ιησού Χριστού, πρέπει να μιμηθείτε την ταπείνωση και την αυταπάρνησή Του. Ας υπάρχει λοιπόν μέσα σας αυτό το φρόνημα της ταπεινώσεως και αυταπαρνήσεως που είχε κι ο Ιησούς Χριστός. Ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού, δεν θεώρησε την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα αποτέλεσμα αρπαγής· διότι εάν ήταν αποτέλεσμα αρπαγής, δεν θα τολμούσε να το αποθέσει, από φόβο μήπως το χάσει.
Αλλά κένωσε τον εαυτό Του, συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητός Του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους. Και ενώ παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου, δεν ήταν μόνον άνθρωπος, όπως φαινόταν, αλλά ήταν συγχρόνως και Θεός. Και ταπείνωσε τον εαυτό Του δείχνοντας τέλεια υπακοή μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού, που είναι ο πλέον οδυνηρός και ατιμωτικός θάνατος. Για την ταπείνωση λοιπόν και την υπακοή Του αυτή ο Θεός Τον υπερύψωσε και ως άνθρωπο και Του χάρισε όνομα, το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός, που είναι πάνω από κάθε άλλο όνομα.
Τον υπερύψωσε, ώστε στο όνομα του Ιησού να γονατίσουν ταπεινά και να Τον προσκυνήσουν λατρευτικά και οι άγγελοι στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη και οι ψυχές των νεκρών στα καταχθόνια˙ αλλά κι αυτά τα δαιμονικά όντα που είναι στα καταχθόνια με τρόμο να υποκλιθούν μπροστά στο μεγαλείο Του. Και έτσι κάθε γλώσσα να ομολογήσει φανερά, δυνατά και ξεκάθαρα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος. Και με την ομολογία αυτή και την αναγνώριση του Ιησού Χριστού ως Κυρίου θα δοξάζεται ο Θεός Πατήρ)»[Φιλιπ. 2,5-11].
Έχω πει τα σχετικά με τους αιρετικούς(βλ. Ιερού Χρυσοστόμου, Υπόμνημα στην προς Φιλιππησίους επιστολήν, ομιλία Γ΄)· είναι πλέον η κατάλληλη ευκαιρία λοιπόν να πω και τα δικά μας. Εκείνοι λένε ότι το «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο», σημαίνει το «να αρπάξει». Αποδείξαμε ότι αυτό είναι εντελώς ευάλωτο και ανόητο, διότι ούτε σε ταπεινοφροσύνη κανείς προτρέπει από αυτό, ούτε τον Θεό θαυμάζει κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά ούτε τον άνθρωπο. Τι λοιπόν συμβαίνει, αγαπητοί;
Προσέχετε στα λεγόμενα τώρα. Επειδή λοιπόν πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι στερούνται του δικού τους αξιώματος, όταν είναι ταπεινόφρονες, και υποβιβάζονται και ταπεινώνονται, επισημαίνοντας αυτόν τον φόβο και επεξηγώντας ότι δεν πρέπει έτσι να διάκεινται, λέει ότι ο Θεός ο μονογενής, ο Οποίος ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού και δεν είχε τίποτε μικρότερο από τον Πατέρα, ο ίσος προς Αυτόν, δεν θεώρησε ότι είχε εξ αρπαγής την ισότητά Του προς τον Θεόν. Τι όμως σημαίνει αυτό, μάθαινε.
Εκείνο που θα αρπάξει κανείς και θα λάβει χωρίς να του ανήκει, δεν τολμά να το αποθέσει φοβούμενος μήπως χαθεί, μήπως διαφύγει, αλλά συνεχώς το κατέχει αυτό· εκείνος όμως που έχει εκ της φύσεώς του ένα αξίωμα, δεν φοβάται και να κατέλθει από το αξίωμά του εκείνο, επειδή γνωρίζει ότι δεν θα πάθει τίποτε από αυτό. Όπως, για να μιλήσω με παράδειγμα, ο Αβεσσαλώμ άρπαξε την εξουσία και δεν τολμούσε τότε να αποθέσει αυτήν. Και θα έλθουμε σε άλλο παράδειγμα. Αν τα παραδείγματα δεν θα μπορέσουν να παραστήσουν το πράγμα, μη δυσφορείτε, διότι έτσι είναι τα παραδείγματα· αφήνουν το περισσότερο στη διάνοια να το συμπεράνει. Έστω ότι επαναστάτησε κάποιος εναντίον του βασιλέως και άρπαξε τη βασιλεία.
Αυτός δεν τολμά να αποθέσει και να κρύψει το πράγμα, διότι εάν μία μόνο φορά το κρύψει, αμέσως έχει χάσει αυτό. Ή ας έλθουμε και σε άλλο παράδειγμα. Για παράδειγμα, άρπαξε κάποιος κάτι, κατέχει αυτό συνεχώς· διότι αν το αφήσει, αμέσως το έχασε. Και γενικά αυτοί που κατέχουν κάτι από αρπαγή, φοβούνται να το αποθέσουν και να το κρύψουν και να μην είναι διαρκώς η σκέψη τους σε εκείνο, στο οποίο είναι. Όμως δεν συμβαίνει έτσι σε εκείνους που δεν το έχουν εξ αρπαγής· όπως ο άνθρωπος έχει ένα αξίωμα, το να είναι λογικός. Δεν βρίσκω παράδειγμα· διότι δεν υπάρχει σε εμάς αρχή εκ φύσεως, διότι κανένα από τα αγαθά δεν είναι φυσικό. Όσον αφορά όμως τον Θεό, τα πάντα είναι συνδεδεμένα προς τη φύση Του.
Τι λοιπόν λέει; Ότι ο Υιός του Θεού δεν φοβήθηκε να κατέλθει από το αξίωμά Του, διότι δεν θεώρησε ότι είχε τη θεότητα εξ αρπαγής, ούτε φοβόταν μήπως κανείς αφαιρέσει τη φύση ή το αξίωμά Του. Για τον λόγο αυτόν και απέθεσε αυτό, έχοντας την πεποίθηση ότι θα αναλάβει αυτό και πάλι όταν θα έχει ολοκληρωθεί η αποστολή Του· και το έκρυψε, επειδή θεωρούσε ότι δεν θα ελαττωθεί καθόλου από αυτό. Για τον λόγο αυτόν δεν είπε «δεν άρπαξε», αλλά «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο(:δεν θεώρησε αποτέλεσμα αρπαγής)». Δεν είχε την εξουσία επειδή την άρπαξε, αλλά εκ της φύσεώς Του, όχι δοτή, αλλά μόνιμη και ασφαλή. Για τον λόγο αυτόν δεν αποφεύγει να αναλάβει και το σχήμα των υπερασπιστών Του.
Ο τύραννος φοβάται να αποθέσει κατά τη διάρκεια του πολέμου την πορφύρα, ο βασιλιάς όμως κάνει αυτό με πολλή ασφάλεια. Γιατί; Διότι δεν έχει την εξουσία εξ αρπαγής. Λοιπόν δεν την απέθετε, όχι επειδή δεν άρπαξε, αλλά επειδή την είχε εκ φύσεως, και επειδή δεν μπορούσε ποτέ να απομακρυνθεί, την έκρυψε. Αυτό δηλαδή, την ισότητά Του προς τον Θεόν, δεν είχε επειδή την άρπαξε, αλλά εκ της φύσεώς Του· για τον λόγο αυτό κένωσε τον εαυτό Του. Πού είναι αυτοί που λένε ότι υπέκυψε στην ανάγκη, ότι υποτάχτηκε;
«Ἐκένωσε(:Αλλά κένωσε)», λέγει, «ἑαυτὸν, ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου(:τον εαυτό Του, συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητός Του, ταπείνωσε τον εαυτό Του δείχνοντας τέλεια υπακοή μέχρι θανάτου)» [: Φιλιπ.2,8]. Πώς «ἐκένωσε»; «Μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος (:Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους και παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου)» [:Φιλιπ.2,7]. Στο σημείο αυτό προς το «ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν (:με την ταπεινοφροσύνη να θεωρεί ο καθένας σας όλους τους άλλους ανώτερους απ’ τον εαυτό του και έτσι να τους σέβεται και να τους τιμά)»[Φιλιπ.2,3], είπε αυτό, δηλαδή το «ἑαυτὸν ἐκένωσε(:κένωσε τον εαυτό Του)»·
διότι εάν υποτάχτηκε σε αυτό, δεν θα ήταν το πράγμα εκδήλωση της ταπεινοφροσύνης, εκτός αν προτίμησε αυτό αυτοπροαίρετα και κατά τη δική Του κρίση· διότι ή δεν γνώριζε ότι αυτό πρέπει να γίνει και θα είναι ατελής, ή, αν και γνώριζε, περίμενε τον κατάλληλο καιρό του πράγματος και θα συνέβαινε σαν να μη γνωρίζει τον κόσμο. Ή εάν γνώριζε και ότι πρέπει να γίνει και πότε να γίνει, για ποιο λόγο δέχτηκε να υποταγεί; Για να δείξει την υπεροχή του Πατρός; Αυτό δεν δείχνει την υπεροχή του Πατρός, αλλά τη δική Του απλότητα· διότι δεν ήταν αρκετό το όνομα του Πατρός να δείξει τα πρεσβεία του Πατρός; Χωρίς βέβαια αυτό, τα πάντα κοινά έχει ο Υιός· διότι δεν μπορεί η τιμή αυτή να διαβεί από τον Πατέρα στον Υιό.
Τι λοιπόν ισχυρίζονται οι αιρετικοί; «Ιδού», λέγουν, «δεν έγινε άνθρωπος»· οι οπαδοί του Μαρκίωνος, εννοώ· αλλά τι; «Ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων(:όμοιος με τους ανθρώπους)», λέγει. Πώς όμως είναι δυνατόν να γίνει όμοιος προς τους ανθρώπους; Περιβαλλόμενος σκιά; Ασφαλώς αυτό είναι είδωλο, και όχι ομοίωμα ανθρώπου· διότι το ομοίωμα ανθρώπου είναι άλλος άνθρωπος. Τι όμως θα απαντήσεις στον Ιωάννη, όταν λέγει: «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο(:ο Λόγος έγινε μέσα στον χρόνο άνθρωπος)» [Ιω.1,14]; Αλλά και ο ίδιος ο μακάριος Παύλος λέγει αλλού: «ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας(:με σάρκα, η οποία έμοιαζε μόνο, αλλά δεν ήταν και πραγματική σάρκα της αμαρτίας)» [Ρωμ.8,3].
«καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος(:παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου)». Ιδού, λέγει, και κατά το σχήμα- «και σχήματι»-, και «ὡς ἄνθρωπος». Τούτο όμως δεν σημαίνει άνθρωπος αληθώς, το να είναι «ὡς ἄνθρωπος», και το να είναι κατά το σχήμα άνθρωπος· διότι το να είναι κατά το σχήμα άνθρωπος, δεν σημαίνει ότι είναι εκ φύσεως άνθρωπος. Βλέπετε με πόση ευγνωμοσύνη εκθέτω εγώ τις ιδέες των εχθρών; Διότι η λαμπρά νίκη και γινομένη υπό ευνοϊκότερους όρους είναι αυτή, όταν δεν αποκρύπτουμε ότι οι γνώμες αυτές είναι ισχυρές· διότι το να αποκρύπτουμε αυτές είναι απάτη μάλλον, παρά νίκη.
Τι λοιπόν ισχυρίζονται; Πάλι αυτά θα επαναλάβουμε: ότι η λέξη «σχήματι(:κατά το σχήμα)», δεν σημαίνει εκ φύσεως, και το να είναι «ὡς ἄνθρωπος» και το να είναι όμοιος προς άνθρωπο, δεν σημαίνει αυτό ότι είναι άνθρωπος. Άρα και το ότι έλαβε μορφή δούλου δεν σημαίνει ότι έλαβε μορφή δούλου. Ασφαλώς εδώ γίνεται μάχη· και γιατί δεν εξηγείς προηγουμένως εσύ εκείνο; Διότι όπως ακριβώς νομίζεις ότι αυτά είναι αντίθετα προς εμάς, έτσι και εμείς ισχυριζόμαστε ότι εκείνο είναι αντίθετο προς εσένα· διότι δεν είπε «ως μορφή δούλου», ούτε «όμοιος με μορφή δούλου», ούτε «κατά το σχήμα μορφής δούλου», αλλά «μορφὴν δούλου λαβών (:πήρε μορφή δούλου)».
Τι λοιπόν συμβαίνει; Διότι πράγματι γίνεται μάχη. Καμία μάχη, μη γένοιτο. Αλλά ποιος ο ψυχρός και καταγέλαστος λόγος αυτών; «Μορφή δούλου έλαβε», λέγουν, «όταν αφού περιζώστηκε την ποδιά, έπλυνε τα πόδια των μαθητών». Αυτό είναι μορφή δούλου; Αυτό όμως δεν είναι μορφή δούλου, αλλά έργο δούλου. Είναι δε διαφορετικό το να είναι έργο δούλου και το να λάβει μορφή δούλου. Και γιατί δεν είπε ότι έκανε έργο δούλου, το οποίο ήταν σαφέστερο; Πουθενά όμως δεν λέγεται στη Γραφή η μορφή αντί του έργου, διότι η διαφορά είναι μεγάλη· διότι η μεν μορφή αναφέρεται στη φύση, το δε έργο στην ενέργεια. Και συνήθως δε πουθενά όταν ομιλούμε, δεν εννοούμε τη μορφή αντί του έργου. Άλλωστε δε, κατά τη γνώμη εκείνων, ούτε το έργο έκανε, ούτε περιζώστηκε. Εάν βέβαια το πράγμα ήταν φαντασία, δεν ήταν αλήθεια· εάν δεν είχε χέρια, πώς έπλυνε;
Εάν δεν είχε μέση, πώς περιζώστηκε την ποδιά; Και ποια ενδύματα έλαβε; Διότι «έβγαλε τα εξωτερικά ενδύματα αυτού», λέγει[βλ. Ιω.13,4-5: «Ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου καὶ τίθησι τὰ ἱμάτια, καὶ λαβὼν λέντιον διέζωσεν ἑαυτόν· εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα, καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος(:Σηκώνεται δηλαδή από το τραπέζι του δείπνου την ώρα που όλοι είχαν πάρει τις θέσεις τους σε αυτό, και βγάζει τα εξωτερικά Του ενδύματα και, αφού πήρε μία πετσέτα, ζώστηκε με αυτήν· Έπειτα ρίχνει νερό στη λεκάνη που υπήρχε εκεί για το πλύσιμο των ποδιών και άρχισε να πλένει τα πόδια των μαθητών και να τα σκουπίζει με την πετσέτα με την οποία ήταν ζωσμένος)»]. Ώστε ούτε το έργο εδώ είναι γεγονός τετελεσμένο, αλλά απάτη μόνο, ούτε έπλυνε τους μαθητές· διότι εάν η ασώματος φύσις δεν φάνηκε, δεν ήταν με σώμα. Ποιος λοιπόν έπλυνε τους μαθητές;
Τι λοιπόν θα πούμε πάλι προς τον Παύλο τον Σαμοσατέα; Και τι λέγει εκείνος; Και αυτός το ίδιο λέγει: «Αλλά δεν είναι αυτό κένωση, το να νίψει τους ομοδούλους του, ενώ είχε την ανθρώπινη φύση και ψιλός άνθρωπος». Εκείνα που είπαμε προς τους οπαδούς του Αρείου, αυτά πρέπει να πούμε και προς αυτούς· διότι δεν έχουν καμία διαφορά μεταξύ τους, εκτός από λίγο χρόνο, διότι και αυτά και εκείνοι λένε ότι ο Υιός του Θεού είναι κτίσμα. Τι λοιπόν θα πούμε προς αυτούς; Εάν άνθρωπος έπλυνε ανθρώπους, δεν εκένωσε, ούτε ταπείνωσε τον εαυτό του. Εάν, όντας άνθρωπος, δεν άρπαξε την ισότητά Του προς τον Θεό, δεν είναι επαινετός· διότι το να γίνει μεν άνθρωπος, ενώ είναι Θεός, είναι ταπείνωση μεγάλη, ανέκφραστη, απερίγραπτη· το να ενεργεί όμως τα ανθρώπινα, ενώ είναι άνθρωπος, ποια ταπείνωση;
Και πού η μορφή του Θεού λέγεται έργο του Θεού; Διότι εάν ήταν άνθρωπος ψιλός και εξαιτίας των έργων του λέγεται «μορφή Θεού», γιατί δεν λέμε το ίδιο και για τον Πέτρο; Διότι πραγματοποίησε μεγαλύτερα έργα απ’ Αυτόν. Γιατί δεν λέγεις και για τον Παύλο, ότι είχε «μορφή Θεού»; Γιατί δεν έφερε και από τον εαυτό του το παράδειγμα ο Παύλος, ο οποίος έπραξε πάρα πολλά ταπεινά και δεν έπαψε να λέγει: «Οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν(:Λέω ότι το Ευαγγέλιο κηρύττει τη δόξα του Χριστού επειδή με αυτό δεν κηρύττουμε τον εαυτό μας, ούτε δοξάζουμε τον εαυτό μας, αλλά κηρύττουμε τον Ιησού Χριστό ως Κύριο και Δεσπότη, ενώ τους εαυτούς μας δούλους δικούς σας για τη δόξα του Ιησού)» [Β΄Κορ.4,5]. Αυτά προκαλούν γέλιο και είναι φλυαρία. Πώς κένωσε τον εαυτό του, πες, και τι είναι η κένωση; Τι η ταπείνωση; Ή επειδή ενήργησε θαύματα; Αυτό έκανε και ο Παύλος και ο Πέτρος, ώστε να μην είναι αυτό εξαιρετικό προνόμιο του Υιού.
Τι λοιπόν σημαίνει το «ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος»; Πολλά μεν χαρακτηριστικά είχε τα δικά μας, πολλά δε δεν είχε, όπως το ότι δεν γεννήθηκε από συνουσία, αμαρτία δεν έπραξε. Αυτά υπήρχαν σε Αυτόν, τα οποία δεν υπάρχουν σε κανένα άνθρωπο. Δεν ήταν μόνο αυτό που φαινόταν, αλλά και Θεός. Φαινόταν μεν άνθρωπος, όμως δεν ήταν όμοιος με τα πολλά των ανθρώπων. Βέβαια ως προς τη σάρκα μεν ήταν όμοιος. Αυτό λοιπόν λέγει ότι δεν ήταν ψιλός άνθρωπος. Για τον λόγο αυτόν λέει: «όμοιος προς τους ανθρώπους»· διότι εμείς μεν είμαστε ψυχή και σώμα· εκείνος δε Θεός και ψυχή και σώμα. Για τον λόγο αυτόν λέγει «όμοιος». Για να μη νομίσεις όταν ακούσεις ότι εκένωσε τον εαυτό Του, ότι έπαθε κάποια μεταβολή και μετάπτωση και εξαφάνιση, ενώ μένει, λέγει, εκείνο που ήταν, έλαβε εκείνο που δεν ήταν, και γενόμενος άνθρωπος, έμενε Θεός Λόγος διαπαντός. Ώστε κατά τούτο έγινε όμοιος προς τον άνθρωπο, και για τον λόγο αυτόν λέγει: «Καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος(:και παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου)». Δεν μεταβλήθηκε η φύση, ούτε έγινε σύγχυση, αλλά έγινε κατά το σχήμα.
Αφού λοιπόν είπε ότι έλαβε μορφή δούλου, στη συνέχεια έλαβε θάρρος να πει και αυτό, ως να αποστομώνει εκείνο όλους. Επειδή και όταν λέει ««ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας (:με σάρκα, η οποία έμοιαζε μόνο, αλλά δεν ήταν και πραγματική σάρκα της αμαρτίας)»[:Ρωμ.8,3], δεν εννοεί αυτό, ότι δηλαδή δεν είχε σάρκα, αλλά ότι η σάρκα εκείνη δεν αμάρτησε, αλλά ήταν όμοια προς τη σάρκα του αμαρτωλού. Κατά τι όμοια; Κατά τη φύση, όχι κατά την κακία· για τον λόγο αυτόν ήταν όμοια προς την ψυχή του αμαρτωλού. Όπως ακριβώς λοιπόν εκεί το όμοιο επειδή δεν είναι όλα ίσα, έτσι και εδώ η ομοιότητα επειδή δεν είναι όλα ίσα, όπως το ότι δεν γεννήθηκε από συνουσία, το ότι ήταν χωρίς αμαρτία, το ήταν δεν ήταν ψιλός άνθρωπος.
Και καλώς είπε «ὡς ἄνθρωπος» διότι δεν ήταν ένας από τους πολλούς ανθρώπους, αλλά ως ένας από τους πολλούς· διότι ο Θεός Λόγος δεν μεταβλήθηκε σε άνθρωπο, ούτε η ουσία Του μεταβλήθηκε, αλλά ως άνθρωπος εφάνη, όχι με σκοπό να μας εξαπατήσει με φαντασιοκοπίες, αλλά να μας διδάξει την ταπεινοφροσύνη. Όταν λοιπόν λέει: «ὡς ἄνθρωπος», αυτό εννοεί, επειδή και αλλού αποκαλεί Αυτόν «άνθρωπο», όταν λέγει: «Εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς(:Και θέλει τη σωτηρία όλων, διότι ένας και μόνος είναι ο Θεός, Θεός όλων των ανθρώπων και όχι μόνο κάποιου ορισμένου έθνους. Ένας είναι και ο μεσίτης μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων, ο Ιησούς Χριστός, που έγινε άνθρωπος)» [Α΄Τιμ.2,5].
Είπαμε και τα προς αυτούς· και είναι ανάγκη να πούμε και προς αυτούς που αρνούνται ότι έχει αναλάβει ψυχή. Εάν η φράση «μορφή Θεοῦ» σημαίνει τέλειος Θεός, και η φράση «μορφὴ δούλου» σημαίνει τέλειος δούλος. Πάλι ο λόγος προς τους Αρειανούς. «Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων (:Ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού, είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού)», λέγει, «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ(:δεν θεώρησε την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα αποτέλεσμα αρπαγής)». Εδώ ο λόγος είναι για τη θεότητα, πουθενά το «έγινε», πουθενά το «έλαβε».
«ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος(:αλλά κένωσε τον εαυτό Του συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητός Του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους)»[:Φιλιπ.2,7]. Εδώ το «έλαβε» και το «έγινε» αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση. Αυτό έγινε, αυτό έλαβε, εκείνο υπήρχε[λαβών, γενόμενος, ὑπάρχων]. Ας μην τα συγχέομε λοιπόν, ούτε να τα διαχωρίζουμε. Ένας είναι ο Θεός, ένας είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. Όταν δε πω το «ένας», εννοώ ένωση, όχι σύγχυση, η φύση αυτή να μεταβληθεί σε εκείνη, αλλά ενωμένη.
«Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ (:Και ταπείνωσε τον εαυτό Του δείχνοντας τέλεια υπακοή μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού, που είναι ο πλέον οδυνηρός και ατιμωτικός θάνατος)»[:Φιλιπ.2,8]. «Ιδού», λέγει ίσως κάποιος, «έχει γίνει υπήκοος με τη θέλησή του, δεν ήταν ίσος προς Εκείνον στον Οποίο υπάκουσε». Αυτό δεν μειώνει Αυτόν καθόλου, αγνώμονες και ανόητοι, καθόσον εμείς υπακούουμε και στους φίλους, και δεν μας υποβιβάζει αυτό καθόλου. Ως Υιός στον Πατέρα υπάκουσε, χωρίς να περιπέσει σε δουλικό αξίωμα, αλλά σε αυτό ακριβώς φυλάσσοντας μάλιστα το θαύμα της γνησιότητας, στη μεγάλη τιμή προς τον Πατέρα. Τίμησε τον Πατέρα όχι για να ατιμάσεις εσύ Αυτόν, αλλά για να θαυμάσεις περισσότερο, ώστε και από αυτό να μάθεις, ότι είναι γνήσιος Υιός, από το ότι δηλαδή έχει τιμήσει τον Πατέρα περισσότερο από όλους. Κανείς δεν τίμησε έτσι τον Θεό.
Όσο ύψος είχε, τόσο μεγάλη ταπείνωση υπέστη ως αντίρροπο. Όπως είναι μεγαλύτερος όλων, και κανείς δεν είναι ίσος προς Αυτόν, έτσι και στην τιμή προς τον Πατέρα νίκησε όλους, χωρίς να αναγκαστεί ούτε παρά τη θέλησή Του, αλλά και αυτό είναι εκδήλωση της αρετής του ή δεν μπορώ πώς να το πω. Μέγα και το να γίνει δούλος και πάρα πολύ ανέκφραστο· το να υποστεί όμως θάνατο, πάλι πολύ περισσότερο. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο μεγαλύτερο και παραδοξότερο από αυτό. Γιατί; Διότι δεν είναι όμοιος ο κάθε θάνατος· διότι ο θάνατος αυτός φαινόταν ότι είναι περισσότερο επονειδιστικός, αυτός είναι πλήρης αισχύνης, αυτός είναι ο κατεξοχήν κατηραμένος [Γαλ.3,13: «Ἐπικατάρατος(:Καταραμένος να είναι)», λέγει, «πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου (:Όποιος κρεμιέται και πεθαίνει πάνω στο ξύλο)»].
Για τον λόγο αυτό και οι Ιουδαίοι προσπάθησαν με τούτον τον τρόπο να θανατώσουν Αυτόν, για να Τον καταστήσουν και επονείδιστο, ώστε αν και με το να θανατωθεί, κανείς δεν απομακρύνεται από αυτόν, αλλά με το να θανατωθεί έτσι πολλοί θα απομακρυνθούν. Για τον λόγο αυτόν και δύο ληστές σταυρώθηκαν μεταξύ αυτού, για να μετάσχει με αυτούς στη δόξα και να εκπληρωθεί το λεχθέν «καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη(:και λογαριάστηκε μεταξύ των παρανόμων ανθρώπων)» [Ησ. 53,12]. Αλλά τόσο περισσότερο λάμπει η αλήθεια, τόσο περισσότερο γίνεται φαιδρή· διότι όταν είναι τόσο πολλά τα τεχνάσματα που γίνονται από τους εχθρούς εναντίον της δόξης Αυτού, και λάμπει πολύ, τόσο μεγαλύτερο αποδεικνύεται το θαύμα· διότι όχι μόνο με το να Τον θανατώσουν, αλλά και με το να Τον θανατώσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο νόμιζαν ότι θα καταστήσουν Αυτόν βδελυρό, και ότι αποδεικνύουν Αυτόν βδελυρότερο από όλους.
Τίποτε όμως δεν κατόρθωσαν. Έτσι δε και οι δύο ληστές ήσαν μιαροί, ύστερα όμως ο ένας μεταβλήθηκε· διότι και όταν ήσαν επάνω στον σταυρό, ονείδιζαν Αυτόν· και ούτε η συνείδηση των δικών τους αμαρτημάτων, ούτε και το ότι βρίσκονταν στην κόλαση, ούτε και το ότι έπασχαν και αυτοί τα ίδια, συγκρατούσε τη μανία τους. Πράγμα που βεβαίως και ο ένας είπε στον άλλο και τον αποστόμωσε λέγοντας: «Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ;(:Σε λίγο θα εμφανιστείς ενώπιον του Θεού. Ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι; Ο φόβος του Θεού δεν σε συγκρατεί να μην προσθέτεις και τώρα νέες αμαρτίες στον εαυτό σου; Δεν θυμάσαι το παρελθόν σου και τα τόσα σου εγκλήματα; Διότι κι εσύ υφίστασαι την ίδια καταδίκη και την ίδια ποινή του σταυρού που υφίσταται και Αυτός)» [Λουκά 23,40]. Τόσο μεγάλη είχαν την κακία.
«Διὸ (:Για την ταπείνωση λοιπόν και την υπακοή Του αυτή)», λέγει, «καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα (:ο Θεός Τον υπερύψωσε και ως άνθρωπο και Του χάρισε όνομα, το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός, που είναι πάνω από κάθε άλλο όνομα)» [:Φιλιπ.2,9]. Όταν αναφέρεται στη σάρκα ο μακάριος Παύλος, όλα έπειτα τα ευτελή τα λέγει άφοβα· διότι έως ότου μεν δεν έλεγε ότι έλαβε μορφή δούλου, αλλά ομιλούσε για τη θεότητα, πρόσεχε πώς μιλούσε υψηλώς. Υψηλώς εννοώ κατά τη δύναμη, διότι δεν ομιλεί κατά την αξία Αυτού, άλλωστε δε δεν μπορεί. «Ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων (:Ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού)», λέγει, «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ (:δεν θεώρησε την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα αποτέλεσμα αρπαγής· διότι εάν ήταν αποτέλεσμα αρπαγής, δεν θα τολμούσε να το αποθέσει, από φόβο μήπως το χάσει)». Επειδή όμως είπε ότι έγινε άνθρωπος, έπειτα ομιλεί για τα ταπεινά άφοβα, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν βλάπτει καθόλου την θεότητα το να λέγονται τα ταπεινά, διότι τα δέχεται εκείνα η σάρκα Αυτού.
«Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός (:Για την ταπείνωση λοιπόν και την υπακοή Του αυτή ο Θεός Τον υπερύψωσε και ως άνθρωπο και Του χάρισε όνομα, το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός, που είναι πάνω από κάθε άλλο όνομα. Τον υπερύψωσε, ώστε στο όνομα του Ιησού να γονατίσουν ταπεινά και να Τον προσκυνήσουν λατρευτικά και οι άγγελοι στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη και οι ψυχές των νεκρών στα καταχθόνια˙ αλλά κι αυτά τα δαιμονικά όντα που είναι στα καταχθόνια με τρόμο να υποκλιθούν μπροστά στο μεγαλείο Του. Και έτσι κάθε γλώσσα να ομολογήσει φανερά, δυνατά και ξεκάθαρα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος. Και με την ομολογία αυτή και την αναγνώριση του Ιησού Χριστού ως Κυρίου θα δοξάζεται ο Θεός Πατήρ)»[:Φιλιπ.2,9-11]. Ας ρωτήσουμε τους αιρετικούς εάν αυτά λέγονται για εκείνον που δεν σαρκώθηκε, εάν λέγονται για τον Θεό Λόγο, πώς υπερύψωσε Αυτόν; Επειδή του είχε δώσει κάτι περισσότερο; Ήταν λοιπόν ατελής κατά τούτο, και για εμάς έγινε τέλειος· διότι εάν δεν μας είχε ευεργετήσει, δεν θα απολάμβανε τιμής.
«Καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ (:και Του χάρισε)», λέγει, «ὄνομα». Ιδού, ούτε όνομα είχε κατά τη γνώμη σας. Πώς δε, εάν έλαβε οφειλή, παρουσιάζεται εδώ ως λαβών κατά χάριν και δωρεάν, και το όνομα που είναι υπεράνω από κάθε άλλο όνομα; Ας δούμε δε ποιο ήταν και το όνομα «ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ (:Τον υπερύψωσε, ώστε στο όνομα του Ιησού να γονατίσουν ταπεινά και να Τον προσκυνήσουν λατρευτικά)». Αυτοί τη δόξα αποκαλούν «ὄνομα». Αυτή λοιπόν η δόξα είναι υπεράνω από κάθε άλλη δόξα; Δόξα δε εν ολίγοις είναι το να προσκυνούμε Αυτόν; Απέχετε μακράν από τη μεγαλοπρέπεια του Θεού εσείς, οι οποίοι νομίζετε ότι γνωρίζετε τον Θεόν, όπως Αυτός γνωρίζει τον εαυτό Του. Και από αυτό μεν είναι σαφές, πόσο απέχετε από την έννοια του Θεού· γίνεται όμως φανερό και από το εξής. Αυτή είναι δόξα;
Πες μου. Επομένως, με βάση τον αιρετικό αυτόν συλλογισμό, προτού να δημιουργηθούν οι άνθρωποι, προτού οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι, δεν βρισκόταν σε δόξα. Εάν βέβαια αυτή είναι η δόξα, που είναι υπεράνω από κάθε δόξα, διότι αυτό σημαίνει το «υπεράνω από κάθε άλλο όνομα»· και αν ακόμη βρισκόταν εν δόξη όμως σε μικρότερο βαθμό από αυτήν. Συνεπώς, για τον λόγο αυτόν δημιούργησε τα όντα, για να δοξάζεται, και όχι εξαιτίας της αγαθότητάς Του, αλλά επειδή έχει ανάγκη να δοξάζεται από εμάς. Βλέπετε τη μωρία; Βλέπετε την ασέβεια; Αν μεν λοιπόν έλεγε αυτά περί του σαρκωθέντος, είχε δικαιολογία, διότι ο Θεός Λόγος ανέχεται να λέγονται αυτά για τη σάρκα· διότι δεν άπτεται της φύσεως, αλλά το παν ίσταται περί την οικονομία του πράγματος.
Τι λοιπόν σημαίνει «ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων; Δηλαδή, όλος ο κόσμος, και οι άγγελοι και οι άνθρωποι και οι δαίμονες ή ότι και οι δίκαιοι και οι ζώντες και οι αμαρτωλοί. «Καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός(:Και έτσι κάθε γλώσσα να ομολογήσει φανερά, δυνατά και ξεκάθαρα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος. Και με την ομολογία αυτή και την αναγνώριση του Ιησού Χριστού ως Κυρίου θα δοξάζεται ο Θεός Πατήρ)»[:Φιλιπ.2,11]. Δηλαδή για να πουν αυτό όλοι· αυτό λοιπόν είναι η δόξα του Πατρός. Βλέπεις παντού, όταν δοξάζεται ο Υιός, να δοξάζεται ο Πατήρ; Εάν βέβαια αυτό ισχύει σε μας, όπου υπάρχει μεγάλη διαφορά των πατέρων προς τους υιούς, πολύ περισσότερο στον Θεό, όπου δεν υπάρχει καμία διαφορά, προς Αυτόν μεταβαίνει και η τιμή και η ύβρις· διότι αν ο κόσμος όλος υποταγεί στον Υιό, λέγει, αυτό είναι δόξα του Πατρός.
Συνεπώς και όταν λέμε ότι ο Υιός είναι τέλειος, ανενδεής, ότι δεν είναι μικρότερος από τον Πατέρα, αυτό είναι δόξα του Πατρός, διότι έτσι Τον γέννησε. Αυτό είναι μεγάλη απόδειξη και της δύναμής Του, και της αγαθότητας και της σοφίας, διότι δεν μειονεκτεί καθόλου, ούτε κατά τη σοφία, ούτε κατά την αγαθότητα. Όταν πω ότι είναι σοφός, όπως ο Πατήρ, και καθόλου μικρότερος, αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης σοφίας του Πατρός· όταν πω ότι είναι δυνατός, όπως ο Πατήρ, αυτό είναι απόδειξη της δύναμής Του· όταν πω ότι είναι αγαθός, όπως ο Πατήρ, αυτό είναι μεγίστη απόδειξη της αγαθότητάς Του, διότι τέτοιον Τον γέννησε, καθόλου κατώτερο από Αυτόν, ούτε υπολειπόμενο κατά κάτι· όταν πω ότι δεν είναι υποδεέστερος κατά την ουσία, αλλά ίσος, ούτε από άλλη ουσία, και με αυτό πάλι τον Θεό θαυμάζω, και τη δύναμη Αυτού και την αγαθότητα και τη σοφία, διότι από Αυτόν προσέφερε σε μας άλλον όμοιο εκτός από το ότι δεν είναι Πατήρ. Ώστε όσα μεγάλα αν πω για τον Υιό, μεταβαίνουν αυτά στον Πατέρα· διότι εάν το μικρό αυτό και ασήμαντο, καθόσον είναι μικρό συγκρινόμενο προς τη δόξα του Θεού το να προσκυνήσει Αυτόν όλος ο κόσμος, είναι για τη δόξα του Θεού, πόσο μάλλον για όλα τα άλλα;
Ας έχουμε λοιπόν πίστη για τη δόξα του Θεού, και ας ζούμε προς δόξαν Αυτού, επειδή δεν υπάρχει καμία ωφέλεια από το ένα εκ των δύο. Ώστε όταν δοξάζομε καλώς, και δεν ζούμε καλώς, τότε υβρίζομε Αυτόν στον υπέρτατο βαθμό, διότι αποκαλώντας Αυτόν Κύριο και Διδάσκαλο, περιφρονούμε Αυτόν και δεν φοβόμαστε τη φοβερή κρίση Εκείνου. Δεν είναι βέβαια καθόλου παράδοξο να ζουν οι ειδωλολάτρες ακαθάρτως, ούτε άξιο τόσο μεγάλης κατακρίσεως. Οι Χριστιανοί όμως, που μετέχουν σε τόσα μυστήρια και απολαύουν τόσο μεγάλης δόξας, να ζουν έτσι ακαθάρτως, αυτό είναι το χειρότερο από όλα και ανυπόφορο. Διότι πες μου: Υπάκουσε την εσχάτη υπακοή, για τον λόγο αυτόν έλαβε την άνω τιμή· έγινε δούλος, για τον λόγο αυτόν είναι κύριος πάντων, και των αγγέλων και όλων των άλλων. Συνεπώς και εμείς να μη νομίζουμε ότι υποβιβαζόμαστε από το αξίωμά μας, όταν ταπεινώσουμε τον εαυτό μας· διότι τότε είναι δυνατόν να εξυψωθούμε περισσότερο· εύλογα τότε είναι δυνατό να τιμηθούμε στον υπέρτατο βαθμό. Ότι βέβαια ο υψηλός είναι ταπεινός, ο δε ταπεινός υψηλός, είναι αρκετή μεν και η απόκριση του Χριστού που λέγει αυτό, πλην όμως ας εξετάσουμε και αυτό το πράγμα.
Τι σημαίνει να ταπεινωθούμε; Δεν σημαίνει να μας ψέγουν, να μας κατηγορούν και να μας διαβάλλουν; Και τι να υψωθούμε; Το να μας τιμούν, το να μας επαινούν, να μας δοξάζουν. Καλώς. Ας δούμε λοιπόν πώς γίνεται αυτό. Ο σατανάς, άγγελος όντας, ύψωσε τον εαυτό του. Τι λοιπόν συνέβη· δεν ταπεινώθηκε περισσότερο από όλους; Δεν έχει τόπο παραμονής τη γη; Δεν κατηγορείται και διαβάλλεται από όλους; Ο Παύλος, άνθρωπος όντας, ταπείνωσε τον εαυτό του. Τι λοιπόν; Δεν θαυμάζεται; Δεν επαινείται; Δεν εγκωμιάζεται; Δεν είναι φίλος του Χριστού; Δεν πραγματοποίησε μεγαλύτερα από όσα έπραξε ο Χριστός; Δεν διέταξε πολλές φορές τον διάβολο ως δούλο; Δεν τον περιέφερε ως δήμιο; Δεν το περιέπαιζε; Δεν είχε κάτω από τα πόδια του συντετριμμένο το κεφάλι αυτού; Δεν ευχόταν αυτό και στους άλλους με πολλή παρρησία; Γιατί τα λέω αυτά; Εξύψωσε τον εαυτό του ο Αβεσσαλώμ, ταπείνωσε τον εαυτό του ο Δαβίδ. Ποιος υψώθηκε; Ποιος έγινε ένδοξος; Διότι τι υπάρχει ταπεινότερο από τα λόγια που έλεγε για τον Σεμεεί ο μακάριος αυτός προφήτης, λέγοντας: «Ἂφετε αὐτὸν καταρᾶσθαι, ὅτι εἶπεν αὐτῷ Κύριος (:Αφήστε αυτόν να με καταράται, διότι ο Κύριος έδωσε εντολή σε αυτόν)»; [Β΄Βασ.16,11]
Και εάν θέλετε, ας εξετάσουμε επάνω στα ίδια τα πράγματα. Ο τελώνης ταπείνωσε τον εαυτό του, αν και βέβαια αυτό δεν ήταν ούτε ταπεινοφροσύνη, αλλά με ποιο τρόπο; Είπε με ευγνωμοσύνη αυτά που είπε. Ύψωσε τον εαυτό του ο Φαρισαίος. Τι λοιπόν; Ας εξετάσουμε και τα πράγματα. Ας υποτεθεί ότι είναι δύο άνθρωποι· και οι δύο είναι πλούσιοι και απολαύουν μεγάλης τιμής και έχουν μεγάλη πεποίθηση για τη σοφία και την εξουσία τους, και για όλα τα άλλα κοσμικά πλεονεκτήματα. Έπειτα ο ένας μεν ζητεί τις τιμές από όλους και επειδή δεν λαμβάνει, οργίζεται, και περισσότερο από ό,τι πρέπει απαιτεί και υψώνει τον εαυτό του. Ο άλλος όμως περιφρονεί το πράγμα, με κανένα δεν δυσανασχετεί για τούτο, και όταν δίνεται η τιμή την αποφεύγει.
Δεν υπάρχει βέβαια άλλος τρόπος να επιτύχουμε τη δόξα, παρά να αποφεύγουμε αυτήν· διότι έως ότου μεν επιδιώκομε αυτήν, μας αποφεύγει· όταν όμως την αποφεύγουμε, αυτή μας ακολουθεί κατά πόδας. Εάν επιθυμείς να είσαι ένδοξος, να μην επιθυμείς δόξα· εάν επιθυμείς να είσαι υψηλός, να μη γίνεσαι υψηλός. Και εκτός αυτού μάλιστα, όλοι τιμούν εκείνον που δεν επιθυμεί την τιμή, περιφρονούν όμως εκείνον που την επιζητεί. Εκ φύσεως είναι το ανθρώπινο γένος κατά κάποιο τρόπο φιλόνικο και αντιπαθές.
Ας περιφρονούμε λοιπόν τη δόξα, διότι έτσι θα μπορέσουμε να γίνουμε ταπεινοί, μάλλον δε υψηλοί. Μην υψώνεις τον εαυτό σου, για να υψωθείς από άλλον. Εκείνος που υψώνει τον εαυτό του, από άλλους δεν υψώνεται. Εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του, από άλλους δεν ταπεινώνεται. Η αλαζονεία είναι μέγα κακό· είναι καλύτερο να είναι κανείς μωρός παρά αλαζόνας· διότι εκεί μεν η μωρία είναι ιδιαίτερο γνώρισμα μόνο της παραφροσύνης, εδώ δε είναι χειρότερη, και μωρία μαζί με μανία. Ο ανόητος είναι για τον εαυτό του κακό, ο αλαζόνας όμως καταστροφή και σε άλλους. Από τη μωρία γεννάται αυτό το πάθος. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει υπερήφανος που να μην είναι μωρός· εκείνος δε που έχει σε μεγάλο βαθμό τη μωρία είναι απεγνωσμένος. Άκου κάποιον σοφό να λέει:
«Εἶδον ἄνδρα δόξαντα παρ᾿ αὑτῷ σοφὸν εἶναι, ἐλπίδα μέντοι ἔσχε μᾶλλον ἄφρων αὐτοῦ(:Είδα άνθρωπο δοκησίσοφο, που φαντάστηκε ότι είναι σοφός· ο άφρονας όμως έχει περισσότερες ελπίδες διορθώσεως από αυτόν)» [Παροιμ.26,12]. Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος έλεγε: «τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες. μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ᾿ ἑαυτοῖς(:Να έχετε μεταξύ σας τα ίδια φρονήματα και σχέσεις αρμονικές. Μην αποβλέπετε και μην επιζητείτε τις υψηλές διακρίσεις και τιμές, αλλά να συγκαταβαίνετε στους ταπεινούς και να συμμερίζεστε την ταπεινή τους θέση και ασημότητα. Μη σχηματίζετε για τον εαυτό σας την ψευδαίσθηση ότι είστε συνετοί και ότι έχετε όλη τη γνώση, ώστε να μη χρειάζεστε τις συμβουλές των άλλων)» [Ρωμ.12,16]. Όσον αφορά τα σώματα, πες μου, ποια λέμε ότι είναι υγιή; Εκείνα που έχουν πολύ όγκο και είναι γεμάτα από μέσα αέρια και ύδωρ ή εκείνα που είναι κομψά και έχουν περιορισμένη την επιφάνεια; Είναι φανερό ότι τα δεύτερα. Λοιπόν και ως προς την ψυχή, εκείνη μεν που βρίσκεται σε ταραχή έχει χειρότερο νόσημα από τον διαβήτη, η δε ήρεμη ψυχή είναι απαλλαγμένη από κάθε πάθος.
Πόσα λοιπόν αγαθά γεννά για εμάς η ταπεινοφροσύνη; Τι θέλεις; Την ανεξικακία, την έλλειψη οργής, τη φιλανθρωπία, τη νηφαλιότητα, την προσοχή; Όλα τα αγαθά αυτά προέρχονται από την ταπεινοφροσύνη, και τα αντίθετα από την απόγνωση. Κατ’ ανάγκην ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και υβριστής και φιλόνικος και οργίλος και σκληρός και κατηφής, θηρίο μάλλον παρά άνθρωπος. Είσαι ισχυρός και υπερήφανος; Λοιπόν για τον λόγο αυτόν περισσότερο οφείλεις να ταπεινώνεσαι. Γιατί έχεις μεγάλη ιδέα για πράγμα ατελές; Διότι αληθώς και το λεοντάρι είναι γενναιότερο από εσένα και ο χοίρος ισχυρότερος, και ούτε κουνούπι είσαι συγκρινόμενος προς αυτά· και οι ληστές δε και οι τυμβωρύχοι και οι μονομάχοι και οι δικοί σου υπηρέτες, ίσως δε οι περισσότερο αγνώμονες, είναι ισχυρότεροι από εσένα.
Αυτό λοιπόν είναι άξιο επαίνου; Και δεν κρύβεις τον εαυτό σου, επειδή καυχάσαι για αυτό; Αλλά είσαι καλός και ωραίος και γι'αυτό υπερηφανεύεσαι; Η καύχηση αυτή ανήκει στις κουρούνες. Δεν είσαι ομορφότερος από το παγώνι, ούτε ως προς τη λαμπρότητα, ούτε ως προς τα φτερά· η νίκη ανήκει στα φτερά του πτηνού· σε υπερβάλλει πολύ στην κόμη, στη λαμπρότητα. Και ο κύκνος είναι πάρα πολύ όμορφος, και πολλά άλλα πτηνά, προς τα οποία αν συγκριθείς, θα δεις ότι δεν αξίζεις τίποτε. Πολλές φορές δε και παιδιά ευτελή και κόρες παντρεμένες και γυναίκες πόρνες και άντρες θηλυπρεπείς είχαν το καύχημα αυτό. Αυτό λοιπόν είναι άξιο υπερηφανείας;
Αλλά είσαι πλούσιος και γι'αυτό υπερηφανεύεσαι; Από πού; Τι κατέχεις; Χρυσάφι, άργυρο, πολύτιμους λίθους; Αυτό είναι καύχημα και των ληστών και των δολοφόνων και εκείνων που επεξεργάζονται τα μέταλλα. Το έργο των καταδίκων, αυτό είναι για εσένα το καύχημα; Αλλά στολίζεσαι και καλλωπίζεσαι και γι'αυτό υπερηφανεύεσαι; Είναι δυνατόν να δεις και ίππους να καλλωπίζονται· στους Πέρσες μάλιστα θα μπορούσε να δει κανείς και τις καμήλες να καλλωπίζονται· όσον αφορά δε στους ανθρώπους, θα δεις όλους τους ηθοποιούς να καλλωπίζονται. Δεν ντρέπεσαι να είσαι υπερήφανος εξαιτίας αυτών, στα οποία μετέχουν μαζί σου και τα ζώα και οι δούλοι και οι δολοφόνοι και οι θηλυπρεπείς και οι ληστές και οι τυμβωρύχοι; Αλλά κατασκευάζεις οικίες πολυτελείας και γι'αυτό υπερηφανεύεσαι; Και τι με αυτό;
Πολλοί κόρακες κατοικούν σε πολυτελέστερα και μεγαλοπρεπέστερα καταλύματα. Ή δεν βλέπεις αυτούς που επιθυμούν με μανία τα χρήματα, έχτισαν τις οικίες τους στους αγρούς και σε έρημους τόπους, καταλύματα κοράκων; Αλλά καυχάσαι για τη φωνή σου; Ποτέ δεν θα μπορέσεις να τραγουδήσεις μελωδικότερα από τον κύκνο και το αηδόνι. Αλλά μήπως καυχάσαι για την ποικιλία της τέχνης; Και τι υπάρχει σε αυτό σοφότερο από τη μέλισσα; Ποιος κεντητής, ποιος ζωγράφος, ποιος γεωμέτρης θα μπορέσει να μιμηθεί τα έργα της; Μήπως καυχάσαι για τη λεπτότητα του ενδύματός σου; Στην περίπτωση όμως αυτή οι αράχνες σε νικούν. Μήπως για την ταχύτητα των ποδιών; Πάλι τα πρωτεία κατέχουν τα ζώα, ο λαγός και το ζαρκάδι και όσα δεν υστερούν κατά την ταχύτητα των ποδιών.
Αλλά αποδημείς και γι' αυτό υπερηφανεύεσαι; Όχι όμως περισσότερο από τα πτηνά· διότι αυτά αποδημούν ευκολότερα, δεν έχουν την ανάγκη των εφοδίων, ούτε των υποζυγίων, αλλά το φτερό είναι σε αυτά αρκετό για όλα. Αυτό είναι και πλοίο, αυτό και υποζύγιο, αυτό και όχημα, αυτό και άνεμος και οτιδήποτε θα μπορούσε να πει κανείς. Μήπως έχεις οξεία όραση; Όχι όμως όπως το ζαρκάδι, ούτε όπως ο αετός. Μήπως έχεις οξεία ακοή; Ο όνος όμως έχει οξύτερη. Μήπως έχεις οξεία όσφρηση; Όμως ο σκύλος δεν σε αφήνει να τον ξεπεράσεις. Μήπως είσαι ικανός να προμηθεύεις αγαθά για τον εαυτό σου; Υπολείπεσαι όμως του μύρμηγκος. Αλλά φορείς χρυσά κοσμήματα, όμως όχι έτσι, όπως οι ινδικοί μύρμηγκες. Τα ζώα δε είναι πολύ καλύτερα από εμάς εξαιτίας της υγείας και της ευεξίας και της αφθονίας των αγαθών· εκείνα δεν φοβούνται την πενία. «Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας (:Κοιτάξτε τα πουλιά που πετούν στον αέρα και δείτε ότι αυτά δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε μαζεύουν τροφές σε αποθήκες για το χειμώνα ή τον καιρό της στερήσεως)» [Ματθ.6,26] λέγει ο Κύριος.
«Επομένως», θα πει κάποιος, «δημιούργησε ο Θεός τα ζώα ανώτερα από εμάς». Βλέπεις πόση είναι η απερισκεψία; Βλέπεις το ανεξέταστο του πράγματος; Βλέπεις πόσα χαρίζει σε εμάς η εξέταση και έλεγχος των πραγμάτων; Ο μεγαλοφρονών περισσότερο από όλους τους ανθρώπους βρέθηκε ταπεινότερος και από τα άλογα ζώα. Αλλά θα λυπηθούμε αυτόν και δεν θα τον μιμηθούμε· ούτε καταβιβάζοντας αυτόν στην τάξη των ζώων, επειδή υπερηφανεύτηκε υψηλότερα από την ανθρώπινη φύση, θα τον αφήσουμε εκεί, αλλά θα τον σηκώσουμε, όχι προς χάρη του, διότι αυτός μεν είναι άξιος να πάθει αυτά, αλλά για να αποδειχτεί η φιλανθρωπία του Θεού και η τιμή προς εμάς· διότι υπάρχουν μερικά πράγματα, στα οποία δεν μετέχουν καθόλου τα ζώα μαζί μας. Ποια λοιπόν είναι αυτά; Η ευσέβεια και ο ενάρετος βίος. Εδώ δεν μπορείς να πεις πόρνους, ούτε θηλυπρεπείς, ούτε ανθρωποκτόνους, διότι αποχωριστήκαμε από αυτούς.
Τι λοιπόν σημαίνει αυτό; Γνωρίζουμε τον Θεό, γνωρίζουμε καλώς την πρόνοιά Του, φιλοσοφούμε για την αθανασία. Ας παραμερίσουν εδώ τα ζώα, δεν θα αμφισβητήσουν για αυτά. Σωφρονούμε· εδώ κανένα κοινό δεν έχουν τα ζώα. Υπολειπόμενοι βέβαια όλων των ζώων, είμαστε κυρίαρχοι αυτών· διότι ως προς αυτό είναι μεγαλύτερη η εξουσία, ότι υπολειπόμενοι αυτών, βασιλεύουμε σε αυτά, για να μάθεις ότι δεν είσαι εσύ αίτιος αυτών, αλλά ο Θεός, ο Οποίος σε δημιούργησε και χάρισε το λογικό. Τοποθετούμε δίχτυα και παγίδες σε αυτά, τα ρίχνουμε μέσα σε αυτές και τα τιθασεύουμε. Σε εμάς υπάρχει σωφροσύνη, επιείκεια, πραότητα, περιφρόνηση των χρημάτων. Αλλά επειδή εσύ, όντας ένας από τους απεγνωσμένους, δεν έχεις τίποτε από αυτά, εύλογα ή φρονείς υψηλότερα από τους ανθρώπους ή και ταπεινότερα από τα άλογα ζώα· διότι έτσι είναι η μωρία και η θρασύτητα· ή εξυψώνεται περισσότερο από το δέον ή ταπεινώνεται πάλι ομοίως, χωρίς να φυλάσσει πουθενά το μέτρο.
Είμαστε ίσοι προς τους αγγέλους κατά τούτο· έχει γίνει αντικείμενο υπόσχεσης προς εμάς η βασιλεία των ουρανών, η χορεία μετά του Χριστού. Ο άνθρωπος μαστίζεται και δεν υποκύπτει· ο άνθρωπος περιφρονεί τον θάνατο, δεν τρέμει, δεν φοβάται, δεν αποβλέπει στα περισσότερα. Συνεπώς όσοι δεν συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι χειρότεροι από τα ζώα· διότι όταν στα μεν σωματικά χαρίσματα υπερτερείς, δεν έχεις όμως τα ψυχικά, πώς δεν είσαι χειρότερος από τα ζώα; Διότι φέρει ενώπιόν μας ένα από τους περισσότερο ανοήτους, που ζουν στην κακία, την τρυφή και την πλεονεξία. Ο ίππος είναι πολεμικότερος αυτού, ο χοίρος ισχυρότερος, ο λαγός ταχύτερος, το παγώνι ομορφότερο, ο κύκνος μελωδικότερος, ο ελέφαντας μεγαλύτερος, ο αετός οξυδερκέστερος, όλα τα πτηνά πλουσιότερα. Από πού λοιπόν είσαι άξιος να εξουσιάζεις τα ζώα;
Από το λογικό; Αλλά δεν είναι δυνατόν· διότι εκείνος που δεν μεταχειρίζεται αυτό προς το καλό, πάλι είναι χειρότερος από εκείνα· διότι όταν είναι περισσότερο ανόητος από εκείνα, αν και έχει λογικό, ήταν καλύτερο εάν δεν γινόταν καθόλου λογικός· διότι δεν είναι ίσο, αφού λάβει κάποιος αρχή να την προδώσει, και παρά καιρόν να μη λάβει. Εκείνος που είναι βασιλιάς και είναι χειρότερος από τους σωματοφύλακές του, ήταν καλύτερο εάν δεν φορούσε ούτε την πορφύρα. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και εδώ. Γνωρίζοντας λοιπόν ότι είμαστε χειρότεροι από τα ζώα χωρίς την αρετή, ας επιδιώκουμε αυτήν, ώστε να γίνουμε άνθρωποι, μάλλον δε άγγελοι, και να απολαύσουμε τα υπεσχημένα αγαθά, τα οποία όλοι μας να επιτύχουμε με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μετά του Οποίου ανήκει στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα δόξα, δύναμις, τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-philippenses.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην προς Φιλιππησίους επιστολήν, ομιλία Η΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1980, τόμος 21, σελίδες 528-563.Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






