ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΦΑΓΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ




"Στο Δίστομο έγιναν αυτά. Θα γίνονταν κι άλλα. Μα ήρθε η νύχτα και οι δολοφόνοι φοβήθηκαν και έφυγαν.

Τώρα στο χωριό απλώνεται η γαλήνη του Νεκροταφείου για πολλή ώρα.

Μα σιγά - σιγά ξύπνησε το Δίστομο.

Και τότε ακούστηκαν οι θρήνοι των παιδιών που έρημα κλαίγαν τους γονείς τους 

και οι γόοι των γερόντων. Ακούγονταν ακόμη και κάποια παράξενα γέλια και τραγούδια αυτών που παρεφρόνησαν,

μπροστά στη φρίκη που έζησαν. Μέσα στη νύχτα μικρά παιδιά πήραν τους σκοτεινούς δρόμους 

προσπαθώντας να φτάσουν στα κοντινά χωριά. 'Ενα καραβάνι παιδιών 

που γύρευε ένα ανθρώπινο χέρι για να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μουτράκια τους 

και να δώσει απάντηση στο ερωτηματικό: 

Γιατί τους σκότωσαν;"

Στάθης Σταθάς


...Ο Παναγιώτης Σφουντούρης, 6 χρονών τότε, θυμάται για τις ομαδικές σφαγές των Γερμανών στο Δίστομο Βοιωτίας...


«Την ώρα της σφαγής βρισκόμουνα στο ισόγειο του Αγγελή Πίτσου,

εγώ,η αδερφή μου Μαρία, η γιαγιά μου Κατερίνη Πίτσου με την κόρη της Ασήμω.

Είμαστε κλεισμένοι μέσα, γιατί ακούγαμε να πέφτουν σφαίρες από τη μεριά του Στειριού.

Για μια στιγμή βλέπουμε απ’ το γωνιακό παράθυρο να έρχονται γερμανικά αυτοκίνητα 

από το δρόμο του Στειριού και να σταματούν μπροστά στο Δημοτικό σχολείο προς του Ψημένου.

Άρχισαν να κατεβάζουν άντρες από τα αυτοκίνητα.


Εγώ, μικρός, δε γνώριζα,αλλά η γιαγιά μου είπε πως ήταν τα παιδιά. Αργότερα έμαθα πως ήταν οι δώδεκα Διστομίτες νέοι που αιχμαλώτισαν στις Τσέρες το πρωί της σφαγής,όταν ερχόντουσαν από τη Λιβαδειά, οι Γερμανοί. Αφού τους κατέβασαν, τους έστησαν στον τοίχο του σχολείου προς τη μεριά του σπιτιού του Βιτριόλη-Πανουργιά και τους εκτέλεσαν.


Μετά από λίγο από το άλλο παράθυρο βλέπουμε να μπαίνουν οι Γερμανοί στο διπλανό μας σπίτι,του Θανάση Καστρίτη. Εκείνη την ώρα η Σταμούλα Καστρίτη με τη μάνα της Θεοφανή Κοκκίνη ήταν στο φούρνο και ρίχνανε το ψωμί. Ο πατέρας της Σταμούλας και σύζυγος της Θεοφανής, ο Αγγελής Καστρίτης καθόταν στο πλατύσκαλο, το πέτρινο, της ξύλινης σκάλας.


Οι Γερμανοί εισβάλλοντας σκοτώνουν τη γυναίκα και την κόρη της, όπως φούρνιζαν. Ο γέρο Αγγελής έκαμε να σηκωθεί να ορμήσει. Του ρίχνουν και τον σωριάζουν. Βλέποντας η γιαγιά μου να σκοτώνουν τον πατέρα, τη μάνα της και την αδερφή της έβγαλε μια φωνή που έσκισε τον αέρα. Αμέσως για καλή μας τύχη σηκώσανε τον καταρράχτη και μπήκαμε στο υπόγειο.


Εγώ, η γιαγιά μου, η αδερφή μου και η ξαδέρφη μου η Ασήμω. Με το κλείσιμο του καταρράχτη έσυραν και μια κουρελού, έφτασαν και μπήκαν από την πόρτα της κουζίνας και βγήκαν από την άλλη της κυρίας εισόδου. Ύστερα από αρκετές ώρες βγήκε πρώτη η ξαδέρφη μου η Ασήμω, γύρω στα 17.


Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και αφού είδε πως δεν υπήρχαν γερμανικά αυτοκίνητα στο δρόμο και δεν ακούγονταν πυροβολισμοί, βγήκαμε όλοι από τον καταρράχτη. Εμένα με την αδερφή μου μας έστειλαν στο πατρικό μας, 50 μέτρα μακρύτερα. Βγαίνοντας απ’ την αυλόπορτα του Πίτσου πάνω σε στέφλα είδαμε σκοτωμένο το Νίκο Σφουντούρη, ξάδερφό μου.


Ήρθαμε στο σπίτι μας και αντικρύζω τη μάνα μου σκοτωμένη, γονατιστή στην αγκωνή στο τζάκι. Μόλις την ακούμπησα σωριάστηκε χάμω. Ο πατέρας μου ήταν σκοτωμένος πάνω στο κρεβάτι. Στο άλλο μικρό κρεβάτι δίπλα στο τζάκι ξεκοιλιασμένος ο αδερφός μου Νίκος, δύο χρονών.


Βγήκαμε έξω κλαίγοντας και φωνάζω στη γιαγιά Κατερίνη, πως σκοτώσαν τους γονείς μου και μου είπε να πάω στης γιαγιάς μου το σπίτι-στη μάνα της μάνας μου. Ξεκινήσαμε πιασμένοι χέρι-χέρι. Φτάνοντας στην πάνω πλατεία είδαμε ένα σκοτωμένο μπροστά στου Μπουκαλή. Για να πάμε στης γιαγιάς περνούσαμε από το στενό μεταξύ Τζάθα και Κουτριάρη.


Εκεί είχαν τραυματίσει τον Ειρηνοδίκη και έναν άλλον. Μέσα από το σπίτι του Τζάθα μούγκριζε τραυματισμένος. Φτάσαμε με την αδερφή μου στο σπίτι της γιαγιάς. Κλεισμένο, έρημο. Μας μάζεψε ο γερο Λουκάς Καϊλης που ζούσε ανήμπορος στο σπίτι του Μιλτιάδη Καϊλη. Μας ρώτησε τι πάθαμε και του είπα, πως σκότωσαν τους γονείς και τον αδερφό μου.


Ύστερα ήρθε ο αδερφός της μάνας μου Χαράλαμπος Καρούζος, που μας πήρε και διανυκτερεύσαμε έξω από το χωριό στη μεγάλη λάκκα. Εκεί άκουγα όλη τη νύχτα τα κλάματα, τα μοιρολόγια των πατριωτών μου. Άκουγα τους λυγμούς της Νίτσας Καϊλη (Νίτσα Σφουντούρη σήμερα), που της είχαν σκοτώσει τους γονείς της.


Την άλλη μέρα φύγαμε και πήγαμε στο μαντρί του Θανάση Καστρίτη στο αλωνάκι για αρκετό καιρό. Ύστερα περιπλανιόμαστε και φτάσαμε στην Αντίκυρα και από κει τριγυρνούσαμε στον ελαιώνα της Παραλίας Διστόμου αποφεύγοντας τους Γερμανούς, που πολλές φορές κατέβαιναν με άλογα φορτωμένα κανόνια...


...Απ’ αυτή την άγρια σφαγή έχασα 14 άτομα άμεσους συγγενείς μου...».


Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο ''Βοιωτικός Κόσμος''
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Παναγιώτης Σφουντούρης


Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΜΕΡΚΕΛ




Το κορίτσι αυτό, το μετέφεραν μόνο του, αμέσως μετά την σφαγή του Διστόμου 

από τους Γερμανούς μακελάρηδες,

για να εγκαταβιώσει, όπως χιλιάδες άλλα Ελληνόπουλα σ' ένα από τα ορφανοτροφεία της Αθήνας.

Λίγη ώρα πριν,

είχε χάσει και τους δυο γονείς του, τα τρία αδέλφια του, τον παππού και την γιαγιά του 

από το γένος της μητέρας του και επτά ακόμη συγγενείς του. 

Το σπίτι του έγινε παρανάλωμα του πυρός, από τα χέρια της Γερμανικής κτηνωδίας,

σβήνοντας στο διάβα του οτιδήποτε αφορούσε το παρελθόν του και το μέλλον του...

Γ.Δ.



Εξοχωτάτη,


Πριν από 71 χρόνια ένας από τους διαπρεπέστερους Έλληνες δημοσιογράφους, ο Γεώργιος Α. Βλάχος, είχε απευθύνει προς τον παλαιό προκάτοχό σας στην καγκελαρία του Ράιχ μία ανοικτή επιστολή. Ήλπιζε με την επιστολή εκείνη πως θα τον συγκινήσει και θα τον αποτρέψει από τη διαφαινόμενη τότε γερμανική επίθεση εις βάρος της μικρής Ελλάδος. Ολόκληρη η Ανθρωπότητα γνωρίζει τι απέγινε. Ο προκάτοχός σας τότε, όπως και σεις σήμερα, δεν πείσθηκε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να μείνει εθνικά ανεξάρτητη. Εκείνος, όπως και σεις σήμερα, παρά τις κατά καιρούς διατυπούμενες «συμπάθειες» προς τον Ελληνικό Λαό, είχε ως στόχο την καθυπόταξή μας. Και τότε εκείνος, ο ονόματι Χίτλερ προκάτοχός σας, όπως όλοι οι ανά τον κόσμο έγκυροι ιστορικοί έχουν αποδεχθεί, διέπραξε τη μοιραία αυτοκαταστροφική κίνηση. 


Στόχευσε την Ελλάδα και κατέλυσε την εθνική κυριαρχία της, αλλά οι λίγες εβδομάδες του Απριλίου και Μαΐου 1941 που απαιτήθηκαν μέχρις ότου η σβάστικα επιβληθεί στον ιερό βράχο της Ακρόπολης και στα άλλα ιστορικά μνημεία της επικράτειάς μας, στοίχισαν πολύ ακριβά. Αν τυχόν δεν έχετε πληροφορηθεί πώς ανατράπηκαν με την ελληνική αντίσταση τα πολεμικά σχέδια του προκατόχου σας, θα πρέπει να ρίξετε μια ματιά σε στοιχειώδη ιστορικά βιβλία περί του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου για να διδαχθείτε,έστω και τώρα, ότι με την καθυστέρηση των λίγων εβδομάδων χάθηκε το Ανατολικό Μέτωπο και έτσι κατέρρευσε η προσπάθεια του Χίτλερ να κερδίσει τελικά τον πόλεμο. Το μοιραίο λάθος του να εκστρατεύσει κατά της Ελλάδος στοίχισε το γκρέμισμα των ονείρων για παγκόσμια κυριαρχία. Εσείς, Εξοχωτάτη Κα Μέρκελ, μπορεί να τρέφετε παρόμοια όνειρα για μια παρόμοια κυριαρχία, ίσως κάπως μικρότερα και να αρκείσθε στο να ελέγχετε μόνον ολόκληρη την Ευρώπη. Και, προφανώς αντιγράφοντας τον εμπνευστή της πολιτικής σας και άλλοτε προκάτοχό σας, σκεφθήκατε πως θα μπορούσατε να ξεκινήσετε τα κυριαρχικά σας σχέδια από την Ελλάδα.


Την στοχεύσατε για να την καταστήσετε «πειραματόζωο»,να την υποτάξετε ολοκληρωτικά. Και όπως ο προκάτοχός σας την είχε φανταστεί ως προέκταση του ζωτικού χώρου του Τρίτου Ράιχ, έτσι κι εσείς φαίνεται πως αντίστοιχα την είδατε. Και όπως εκείνος μας είχε στείλει τον τεχνοκράτη Καρλ Κλόντιους και τον Νοϊμπάχερ, έτσι κι εσείς μας στείλατε τον Ράιχενμπαχ και τον Φούχτελ για να εξαντλήσουν κάθε ικμάδα της οικονομίας μας, να εφαρμόσουν αποικιοκρατικές επενδύσεις κ.ο.κ. Ο Χίτλερ αδίκησε καταφανώς την Ελλάδα τότε, όταν την κατέλαβε με τις σιδερόφρακτες δυνάμεις του. Στη συνέχεια κατασπάραξε την τοπική οικονομία,προκάλεσε ανείπωτη πείνα και δυστυχία, παράλληλα με τις ανθρωπιστικές καταστροφές που υπήρξαν. Μετονόμασε τα «έξοδα κατοχής» σε «έξοδα ανοικοδόμησης»,ενώ με συνεχείς απομυζήσεις σε ρευστό,σε είδη τροφίμων και στο σύνολο της εγχώριας παραγωγής καταλήστευσε τη μικρή χώρα μας. Ωστόσο, οφείλουμε να το πούμε, όλες αυτές τις αφαιμάξεις τις ονόμασε «αναγκαστικά κατοχικά δάνεια» και με επίσημα έγγραφα η κυβέρνησή του δεσμεύτηκε ότι θα τα επέστρεφε στο ακέραιο όταν θα έληγε ο πόλεμος.


Ίσως και να συναισθανόταν πόσο άδικα συμπεριφερόταν όταν έβαζε την υπογραφή του... Αυτά όλα αναφέρονται αναλυτικά στο πρόσφατο βιβλίο μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» και ήδη ένα αντίτυπο παραδόθηκε στην εδώ διπλωματική αντιπροσωπεία της Γερμανίας προκειμένου να ενημερωθείτε λεπτομερώς. Περιλαμβάνονται όλα τα τεκμήρια που στοιχειοθετούν την ιστορική αλήθεια. Το καθεστώς του Χίτλερ αναγνώρισε σαφέστατα τις οικονομικές οφειλές του προς την κατεχόμενη Ελλάδα. Το σημερινό διάδοχο καθεστώς υπό την ηγεσία σας όμως δεν ευαισθητοποιείται να εξοφλήσει το χρέος αυτό, το οποίο κατά τις εκτιμήσεις μας ανέρχεται σήμερα στο ύψος των 510 δισεκατομμυρίων ευρώ. Παραμένει ανεξόφλητο, όπως γνωρίζετε. 


Και όμως. Αν ευδοκούσατε να εξοφλήσετε αυτή την αδιαμφισβήτητη οφειλή, η Ελλάδα θα είχε αυτομάτως απαλλαγεί από το σύνολο του εξωτερικού της χρέους και θα ανακτούσε την εθνική της κυριαρχία. Θα πρέπει, Εξοχωτάτη, να κατανοήσετε ότι όλοι οι Έλληνες βρισκόμαστε εν δικαίω. Ακριβώς όπως και τον Απρίλιο 1941, όταν ο τότε προκάτοχός σας καταλάμβανε την Ελλάδα. Και καλό θα είναι να γνωρίζετε ότι, σύμφωνα με τις μακραίωνες παραδόσεις μας, θα είμαστε υποχρεωμένοι να αμυνθούμε και να διεκδικήσουμε το δίκαιό μας. Αλλά προκύπτει μια απορία,η οποία δεσπόζει στη σκέψη όλων σχεδόν των Ελλήνων, πολλών ξένων ανά τον κόσμο, ίσως και αρκετών συμπατριωτών σας. Προς τι αυτή η αλαζονική συμπεριφορά τής υπό την ηγεσία σας γερμανικής κυβέρνησης έναντι της μικρής Ελλάδος; Γιατί εσείς προσωπικά θέλετε να μας αδικείτε και να μας οδηγείτε στη χρεοκοπία και την καταστροφή, οικονομική και συνακόλουθα κοινωνική, με το να μην αποδέχεσθε την εξόφληση των κατοχικών δανείων; Κυριαρχείσθε από κάποιου είδους ανθελληνισμό; Έχετε λόγους γι’ αυτό;


Μήπως διακατέχεσθε από προσωπικά συμπλέγματα, ίσως οικογενειακά απωθημένα που τα ενστερνισθήκατε από τα νεανικά σας χρόνια; Θα μου επιτρέψετε λοιπόν, Εξοχωτάτη, να σας θέσω τα ακόλουθα ερωτήματα, που προκύπτουν από την ιστορική μου έρευνα: 1. Η οικογένεια του πρώτου συζύγου σας, το όνομα του οποίου τόσο υπερηφάνως υιοθετήσατε για να το χρησιμοποιήσετε στην πολιτική σταδιοδρομία σας, του Ούλριχ Μέρκελ, γνωρίζετε αν συνδέεται με την Ελλάδα στις παραμονές και τις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου; 2. Ποία η συγγενική σχέση του πρώτου συζύγου σας με τον υπηρετήσαντα μέχρι το 1940 ως διευθυντή της «Τελεφούνκεν» στην Αθήνα, ο οποίος υποχρεώθηκε εσπευσμένα να εγκαταλείψει τη μεγαλόπρεπη βίλα του σε αθηναϊκό προάστιο ως εμπλεκόμενος σε κατασκοπευτική δράση εις βάρος της χώρας μας; 3. 


Ποία προσωπική σχέση διατηρούσε η οικογένεια Μέρκελ με τον περίφημο υπουργό Προπαγάνδας του Τρίτου Ράιχ Γιόζεφ Γκαίμπελς; 4. Είναι αληθές ότι όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε ανεπίσημα την Αθήνα στα τέλη Μαρτίου 1939, εκτός από ορισμένες ελάχιστες εθιμοτυπικές επισκέψεις που πραγματοποίησε, φιλοξενήθηκε από την οικογένεια Μέρκελ, όπως προκύπτει και από τη φωτογραφία που δίνω στη δημοσιότητα; Θα μπορούσα να παραθέσω και άλλα ερωτήματα προς απάντηση, αλλά περιορίζομαι σ’ αυτά για να θέσω το βασικότερο ερώτημα: Έχετε ποτέ αναρωτηθεί αν κατέχεσθε από κάποιου είδους οικογενειακά συμπλέγματα όταν συμπεριφέρεσθε με τέτοιον τρόπο προς την Ελλάδα,επειδή ίσως ο χερ Μέρκελ, εμφανιζόμενος ως διευθυντικό στέλεχος της «Τελεφούνκεν» στη χώρα μας,υποχρεώθηκε από τον Μανιαδάκη το 1940 να εξαφανιστεί κακήν-κακώς;


Εξοχωτάτη,


Είναι αληθές ότι στη Γερμανία οι περισσότεροι έχουν πατεράδες και παππούδες 

που έδρασαν υπέρ του χιτλερικού καθεστώτος.

Κατά μία έννοια είναι αυτονόητο αυτό.

Και ως ηττημένοι οι επίγονοί τους θέλησαν να αποστασιοποιηθούν.

Χωρίς αμφιβολία αυτό το κατανοούμε πλήρως όλοι οι υπόλοιποι λαοί και πολλές φορές 

λόγω τακτ αποφεύγουμε να σας θυμίζουμε το εγκληματικό παρελθόν.

Αλλά στην περίπτωσή σας, Κα Μέρκελ, συμβαίνει κάτι που φτάνει στα όρια της παράνοιας.

Ο προκάτοχός σας, ο Αδόλφος Χίτλερ, έδωσε την εντολή να καταληστευθεί η Ελλάδα και,

πέραν των ανθρωπίνων και υλικών καταστροφών, μας υποχρέωσε σε μια ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή.

Πλην όμως κατοχύρωσε για μετά το τέλος του πολέμου την εξόφληση της γερμανικής αυτής οφειλής,

που είχε τη μορφή διακρατικής δανειακής σύμβασης.

Η μέχρι σήμερα άρνηση των μεταπολεμικών γερμανικών κυβερνήσεων

 να εξοφλήσουν αυτό το χρέος, με αποτέλεσμα ελλείψει των κεφαλαίων που χάσαμε 

κατά την κατοχική περίοδο να οδηγηθούμε σ’ αυτή τη σημερινή οικονομική κατάσταση,

μας προκαλεί μια θλιβερή σκέψη. Μήπως το χιτλερικό καθεστώς ήταν εντιμότερο το 1942,

όταν υποσχόταν να εξοφλήσει τα χρέη του προς την Ελλάδα,από το δικό σας καθεστώς 

που αρνείται ακόμη και το 2012 να τα καταβάλει;

Μήπως είναι η ώρα να παραμερίσετε τα οποιαδήποτε οικογενειακά συμπλέγματά σας

 και να επιστρέψετε τα χρήματα που άρπαξε η Γερμανία τότε, το 1942;

Μην αγνοείτε ότι στις σύγχρονες πολιτισμένες κοινωνίες τέτοια συμπλέγματα 

καταλήγουν μακροπρόθεσμα όλως καταστροφικά…




Ανοικτή Επιστολή προς την αρχικαγκελάριο του Γερμανικού κράτους κα Μέρκελ που απήυθυνε 
από την εφημερίδα «Κυριακάτικη Δημοκρατία» της 30.9.2011,
ο συνάδελφος δημοσιογράφος και ιστορικός συγγραφέας κ. Δημοσθένης Κούκουνας.
Την αναδημοσιεύουμε εν είδη επετειακού άρθρου,
που συνδέει ακριβέστατα 
το Χθες με το Σήμερα του Γερμανικού Επεκτατισμού και την δόλια και ειδεχθή απαξίωση όλων 
των μεταπολεμικών κυβερνήσεων να διεκδικήσουν στο ακέραιο τις λεγόμενες κατοχικές αποζημιώσεις...



Δημοσθένης Κούκουνας 

Ιστορικός συγγραφέας
 

ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 ΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ




...Η Μαρία Παντίσκα - Μίχα,απεβίωσε στις 12/3/2009 σε ηλικία 84 ετών.
Ετάφη στο Δίστομο σε μια σεμνή τελετή που τίποτα δε μαρτυρούσε την τεράστια συμβολική σημασία 
της σεπτής αυτής μορφής,
που απεικόνισε σε μια φωτογραφία τον απίστευτο πόνο που πέρασε η περιοχή του Διστόμου,
με τον αινιγματικό λυγμό που δεν έφυγε ποτέ από τα χείλη της...


...Ο Παναγιώτης Αν. Σεχρεμέλης -11 χρονών τότε- αφηγείται για την σφαγή στο Δίστομο...


«Κατά την σφαγή του Διστόμου βρισκόμουν μέσα στο χωριό, στο πατρικό μου σπίτι,

μαζί με τον αδερφό μου Γιάννη, 14 χρονών, τον Λουκά Αν. Ανέστη, 11 χρονών,

τη γιαγιά μου,την Ασήμω Σωτηρίου από το Στείρι.

Οι γονείς μου έλειπαν στην Αθήνα, όπου ο πατέρας μου είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στομάχου.


Και τα τέσσερα άτομα βρισκόμαστε στο ανατολικό δωμάτιο του σπιτιού μας, απ’ όπου είδαμε την ομαδική εκτέλεση ολοκλήρου της οικογενείας Τσεκούρα ή Καραγιάννη, μαζί με άλλα άτομα, που βρίσκονταν εκεί, γιατί ετοίμαζαν το μνημόσυνο (τα σαράντα) του γιου τους Όθωνα, που είχε φονευθεί από τους Γερμανούς στον Καρακόλιθο, μαζί με τους 117 στις 24 Απριλίου 1944.


Τότε η μακαρίτισσα η γιαγιά μας, Θεός σχωρέστην, μας πήρε και μας έβαλε κάτω από το εικόνισμα του σπιτιού μας και γονατισμένοι κάναμε το σταυρό μας για να σωθούμε. Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και ανοίγοντας βλέπω δυο Γερμανούς με προτεταμένα τα αυτόματα να μας λένε να βγούμε έξω. Βγήκαμε στο μπαλκόνι και κατεβήκαμε στην αυλή, όπου μας ανέμεναν άλλοι τρεις Γερμανοί.


Τότε μας σπρώχνουνε όλους μπροστά στο φούρνο της αυλής μας. Η γιαγιά κατάλαβε, ότι θα μας σκοτώνανε και μας τράβηξε προς το πλυσταριό, όπου βρισκόταν και το αποχωρητήριο. Ο καμπινές ήταν μια απλή γούρνα με δυό χοντρά ξύλα για να πατάμε. Γρήγορα η γιαγιά μου κάθεται στο μέρος και προσποιούμενη τη φυσική της ανάγκη με άρπαξε από το χέρι και με έβαλε μέσα στη γούρνα καλύπτοντας το εξέχον κεφάλι με το σώμα της. Αυτό και με έσωσε!


Συγχρόνως ο αδερφός μου έτρεξε και μπήκε στο κατώι και κρύφτηκε κάτω από τα βαρέλια. Τον είδαν οι Γερμανοί, έτρεξαν κοντά του και τον φόνευσαν, όπως ήταν κρυμμένος. Ο συνομήλικός μου Λουκάς Αν. Ανέστης, 11 χρονών, που οι γονείς του έλειπαν στον κάμπο, ακολούθησε και αυτός την γιαγιά μου και πριν εισέλθει στο πλυσταριό εδέχθη ριπή στο λαιμό, που του έκοψε το κεφάλι.


Αμέσως ο ναζιστής στρατιώτης στάθηκε στην είσοδο του πλυσταριού και πυροβόλησε εμένα και τη γιαγιά μου. Όλες τις σφαίρες τις εδέχθη το σώμα της γιαγιάς μου και το χοντρό ξύλο που πατούσε η γιαγιά μου. Εγώ τραυματίστηκα ελαφρώς στο χέρι, όχι από τη ριπή, αλλά από τη σφαίρα της χαριστικής βολής.


Ευτυχώς, που δεν μίλησα για να με ακούσουν και έμεινα σ’ αυτή τη θέση μέχρις ότου έφυγαν. Τότε εξήλθα και άρχισα να τρέχω μέσα στους δρόμους του χωριού βλέποντας παντού νεκρούς. Άκουσα παντού φωνές και κλάμματα και είδα κόσμο πολύ να φεύγει τρέχοντας. Τους ακολούθησα και διανυκτερεύσαμε στα βουνά. Παρέμεινα εκεί έως ότου ήλθε ο Ερυθρός Σταυρός και μάζεψε τα επιζήσαντα παιδιά και μας πήγε σε διάφορα ορφανοτροφεία. Εγώ πήγα στην Κηφισιά...



...Την γιαγιά μου την έθαψαν την άλλη μέρα της σφαγής,στο Στείρι. Τον αδερφό μου, τον βρήκαν μετά από 5 μέρες στο κατώι κάτω από τα βαρέλια και τον έθαψαν μπροστά στο Ιερό της εκκλησίας»...



Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο ''Βοιωτικός Κόσμος''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Παναγιώτης Αν. Σεχρεμέλης


Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΙΣΟΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ




''...Ματαίως κατηγοροῦνται οἱ ᾿Ορθόδοξοι ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου,
ὅτι δῆθεν ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας,
ἀποτειχιζόμενοι ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστάς·
διότι ᾿Αποτείχισις δὲν σημαίνει ἀπομάκρυνσις,
ἀλλὰ προσέγγισις πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀσφάλεια ἐντὸς τῶν ἀδαμαντίνων τειχῶν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας·
ἀντιθέτως δέ,ὁ αἱρετικὸς μὲ τὴν πλάνη του χωρίζεται ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό,
ποὺ εἶναι «῾Η ᾿Αλήθεια» καὶ ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία Του,
ποὺ εἶναι «Στῦλος καὶ ῾Εδραίωμα τῆς ᾿Αληθείας».
Τρίτον· ἐκεῖνοι ποὺ ὑποστηρίζουν,
ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,
ἀλλὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς, ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἀσυνεπεῖς,
ἀφ᾿ ἑτέρου δὲν βοηθοῦν οὐσιαστικὰ τὴν ᾿Εκκλησία νὰ ἐξέλθη τῆς κρίσεως,
ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς ῾Αγίους Πατέρας.
Δὲν μιμοῦνται, λόγου χάριν, τὸν ῞Αγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό,
ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,
οὔτε καὶ στὴν κηδεία του,
«οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς (αὐτοῦ),οὔτε μετὰ θάνατον».
᾿Επίσης δὲν μιμοῦνται τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ,
ὁ ὁποῖος διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσης Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωάννη Καλέκα (1334-1347),
ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἐφυλακίσθη (1343),
ὑβρίσθη καὶ ἀνεθεματίσθη.
Τοιαῦτα βεβαίως ἀναθέματα,
ὄχι μόνον δὲν ἰσχύουν,
ἀλλὰ εἶναι δόξα καὶ τιμὴ γιὰ τοὺς ᾿Ενισταμένους κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας,
ταυτοχρόνως δὲ ἀποτελοῦν ἐγγύησι τῆς ὀρθῆς πορείας καὶ τῆς νομιμότητος τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος των...''



῎Αμεσος ἀπόρροια τῆς Οἰκουμενικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἄποψις,
ὅτι ὀρθόδοξοι Οἰκουμενισταὶ καὶ αἱρετικοὶ Παπικοὶ «συναντῶνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκκλησιολογίας μεταξὺ ἀδελφῶν ᾿Εκκλησιῶν»,
ὅτι «οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δὲν εἶναι αἱρετικοί»,
καὶ ὅτι ὁ λατρευτικὸς συγχρωτισμὸς καὶ «συνεορτασμὸς» εἶναι πλέον «καθιερωμένη ἀπὸ ἐτῶν παράδοση»,
παρὰ τὶς δημοσιογραφικὲς ἀντιδράσεις τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων,
οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀπὸ τὸ Φανάρι «νὰ μὴ γίνεται ἀσπασμὸς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κληρικῶν εἰς τὸ “ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους” τῆς Θείας Λειτουργίας·
νὰ μὴ τελοῦνται συμπροσευχαὶ μετὰ ἀμφίων·
ἑτερόδοξοι νὰ μὴ εὐλογοῦν ὀρθόδοξα ποίμνια,
οὔτε νὰ κηρύττουν ἐν ὥρᾳ θείας λατρείας εἰς ὀρθοδόξους ναούς».
Μετά ἀπὸ τὶς διαπιστώσεις αὐτές, τίθενται τὰ ἑξῆς σοβαρὰ ἐρωτήματα:
Οἱ ᾿Ορθόδοξοι,διακόπτοντες τὴν κοινωνία τους μὲ τοὺς αἱρετικούς,
καὶ ἐν προκειμένῳ μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς,
μήπως ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας;
Μήπως ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό;
Μήπως χωρίζονται ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους;
Μήπως καταλύουν τὴν ἑνότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας;
᾿Ασφαλῶς καὶ βεβαίως,ὄχι!
Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ποὺ θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσουμε ἐν συνεχείᾳ
μὲ κάθε δυνατὴ συντομία, σαφήνεια καὶ ἁπλότητα.


Πρωτίστως θὰ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀρκετὰ εὔλογο ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ ῾Αγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Εφέσου (1392-1445). Οἱ Βίοι τῶν ῾Αγίων εἶναι πάντοτε γιὰ τοὺς ᾿Ορθοδόξους, οἱ ἀσφαλεῖς ὁδηγοὶ θεωρίας καὶ πράξεως.


Ο ῞Αγιος Μᾶρκος, εὑρισκόμενος στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπιγείου ζωῆς του (ἐκοιμήθη τὴν 23.6.1445), δηλώνει κατηγορηματικά, ὅτι δὲν θέλει ὅλως διόλου καὶ μὲ κανέναν ἀπολύτως τρόπο νὰ ἔχη κοινωνία μὲ τὸν τότε Λατινόφρονα πατριάρχη Γρηγόριο (Γρηγόριος Γ´ Μάμας,1443-1450) καὶ μὲ ὅσους κοινωνοῦσαν μαζί του,οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἑνωτικὴ καὶ παπόφιλη τακτική τους εἰργάζοντο «ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς ᾿Εκκλησίας» 44.44.῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου,PG τ.160,στλ.536C («᾿Απολογία,ρηθεῖσα ἐπὶ τῇ τελευτῇ αὐτοῦ αὐτοσχεδίως»).


Τὸ ἀξιοπρόσεκτο εἶναι, ὅτι ὁ ῞Αγιος δὲν θέλει νὰ ἔχη κοινωνία μαζί τους, ὄχι μόνον ὅσο ζῆ,ἀλλὰ οὔτε καὶ μετὰ τὴν κοίμησί του·οὔτε στὴν κηδεία του,οὔτε καὶ ὕστερα στὰ μνημόσυνά του!...


Ας θαυμάσουμε αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς παρακαταθήκης τοῦ ῾Αγίου: «Οὔτε βούλομαι», παραγγέλει ὁ ῎Ατλας τῆς ᾿Ορθοδοξίας, «οὔτε δέχομαι τὴν αὐτοῦ (τοῦ πατριάρχου) ἤ τῶν μετ᾿ αὐτοῦ κοινωνίαν τὸ παράπαν,οὐδαμῶς,οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς μου, οὔτε μετὰ θάνατον»· «ὥσπερ παρὰ πᾶσαν μου τὴν ζωὴν ἤμην κεχωρισμένος ἀπ᾿ αὐτῶν, οὕτω καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου,καὶ ἔτι καὶ μετὰ τὴν ἐμὴν ἀποβίωσιν·


καὶ ἐξορκῶν ἐντέλλομαι, ἵνα μηδεὶς ἐξ αὐτῶν προσεγγίσῃ ἤ ἐν τῇ ἐμῇ κηδείᾳ, ἤ ἐν τοῖς μνημοσύνοις μου·ἀλλ᾿ οὐδὲ ἄλλου τινὸς τῶν τούτου μέρους ἡμῶν ὥστε συμφορεύειν ἐπιχειρῆσαι, καὶ συλλειτουργεῖν τοῖς ἡμετέροις. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ τὰ ἄμικτα μίγνυσθαι. Δεῖ γὰρ παντάπασιν (παντελῶς) ἐκείνους εἶναι κεχωρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἂν δῷ ὁ Θεὸς τὴν καλὴν διόρθωσιν καὶ εἰρήνην τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτοῦ».


Ο λόγος τοῦ ῾Αγίου εἶναι αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος· ἆρά γε,ποῦ ὀφείλεται αὐτό; πῶς δικαιλογοῦσε τὴν ἀπόλυτη αὐτὴν στάσι του ἔναντι τῶν Λατινοφρόνων ἑνωτικῶν τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι σημειωτέον-προσέξατε, παρακαλῶ, ἰδιαιτέρως -δὲν εἶχαν ἀκόμη κριθῆ ἁρμοδίως ὑπὸ Συνόδου ᾿Ορθοδόξων καὶ ἀποτελοῦσαν τότε τὴν λεγομένην «ἐπίσημη ᾿Εκκλησία»; 


῎Ας ἀκούσουμε λοιπὸν τὸν ῞Αγιο, πῶς ἐξηγεῖ μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια καὶ θεολογικὴ διαύγεια τὴν στάσι του:῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου, PG τ. 160, στλ.536C καὶ 537Α.44. «Πέπεισμαι γὰρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι (ἀποχωρίζομαι/ἀπομακρύνομαι) τούτου (τοῦ πατριάρχου) καὶ τῶν τοιούτων (τῶν ἑνωτικῶν), ἐγγίζω τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι·


καὶ ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι καὶ Θεολόγοις τῆς ᾿Εκκλησίας». Κατὰ τοὺς ῾Αγίους λοιπόν, χωρισμὸς ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς σημαίνει προσέγγισι καὶ ἕνωσι μὲ τὸν Θεό, τὴν ᾿Αλήθεια, τοὺς Πατέρας. Έτσι όμως φθάνουμε πλέον φυσιολογικὰ στοὺς ὅρους «᾿Αποτείχισις» καὶ «῎Ενστασις»·


ς τοὺς διευκρινίσουμε ἐν συντομίᾳ. ῾Η διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς/μυστηριακῆς κοινωνίας καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοὺς κηρύττοντας αἱρετικὰ δόγματα,ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος,καλεῖται «᾿Αποτείχισις»,ἡ ὁποία μάλιστα ἐφαρμόζεται ἀκόμη καὶ «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως», δηλαδὴ καὶ «προτοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσις περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης» καὶ τοῦ αἱρετικοῦ, ὅπως διευκρινίζει ὁ ῞Οσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης.


Οἱ «ἀποσχίζοντες», δηλαδὴ οἱ «χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας», χαρακτηρίζονται ὡς «ἀποτειχιζόμενοι», διότι τὸ «τεῖχος» τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας προστατεύει καὶ χωρίζει πλέον αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους,οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς. ῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου, PG τ.160, στλ. 536CD. ΙΕ´ ῾Ιεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας ῾Αγίας Συνόδου (861, ἐπὶ Μ.Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως).


Η σωτήριος αὐτὴ «᾿Αποτείχισις» ἀποτελεῖ μέρος τοῦ γενικωτέρου ἀγῶνος τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως.᾿Εκεῖνοι,ποὺ καταπολεμοῦν καὶ ἀποκρούουν μίαν αἵρεσι καὶ ὑπερασπίζονται τὴν ᾿Αλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας, λέγονται «᾿Ενιστάμενοι», διότι ἐνίστανται, δηλαδὴ ἀγωνίζονται ὀρθοδόξως, νομίμως καὶ θεαρέστως ὑπὲρ τῆς ῾Αγίας Πίστεως καὶ γιὰ νὰ ἀπαλλάξουν «ἀπὸ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ᾿Εκκλησίαν».


Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες -καὶ μάλιστα ὁ ῞Οσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης-λέγουν, ὅτι «πᾶς ὁ ὑπὲρ τῆς ᾿Αληθείας ἐνιστάμενος» εἶναι ἀγωνιστὴς τοῦ καλοῦ ἀγῶνος «τῆς ὀρθοδόξου καὶ θεαρέστου ἐνστάσεως»· καὶ γιὰ τὸν λόγο τοῦτον λογίζεται ὡς «ὁμολογητὴς πᾶς ὁ ἐνιστάμενος» κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Κατὰ τοὺς ῾Αγίους Πατέρας, ἡ περίοδος τοῦ ὀρθοδόξου ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος εἶναι «καιρὸς ῾Ομολογίας, καιρὸς ἐνστάσεως, καιρὸς ἀθλήσεως, τυχὸν καὶ ἄλλων παθημάτων· ἀλλὰ καὶ στεφάνων καὶ δόξης ἐπουρανίου».


Η ἔννοια ἑπομένως τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως περιλαμβάνει τὴν «᾿Αποτείχισιν», ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖται εἰς αὐτήν· ἀπαιτεῖται ἕνας συνεχὴς ἀγών, μία -κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειο-«καρτερὰ καὶ ἀνένδοτος ἔνστασις» «ὑπὲρ τῆς ᾿Αληθείας», ἡ ὁποία ἀρχίζει πρακτικῶς μὲ τὴν «᾿Αποτείχισιν», συνεχίζεται μὲ τὴν διακήρυξι τῆς ᾿Αληθείας καὶ τὴν ἀναίρεσι τῆς πλάνης,ὁλοκληρώνεται δὲ μὲ τὴν κατάκρισι τῆς αἱρέσεως καὶ τῶν ἀμετανοήτων αἱρετικῶν ὑπὸ ᾿Ορθοδόξου Συνόδου. 


Ένα ακόμη παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία θὰ συμβάλη μὲ πρακτικὸ τρόπο στὴν βαθύτερη κατανόησι τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως καὶ ᾿Αποτειχίσεως. ῎Ας μεταφερθοῦμε στὴν Κωνσταντινούπολι ἐπὶ πατριαρχείας Νεστορίου (428-431). Σὲ μία ᾿Εκκλησία τῆς Βασιλευούσης, κατὰ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας, ὁ ἐπίσκοπος Δωρόθεος,παρουσίᾳ τοῦ Νεστορίου, ἀπετόλμησε «μεγάλῃ τῇ φωνῇ» νὰ διακηρύξη τὴν δεινὴ αἵρεσί του.


Τὶ ἐπηκολούθησε; Εὐθὺς ἀμέσως «γέγονε κραυγὴ μεγάλη παρὰ παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ ἐκδρομή», δηλαδὴ ἔξοδος ὁμαδικὴ καὶ ὁρμητικὴ ἀπὸ τὸν Ναό. «῏Ην ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπίσκοπος ὀνόματι Δωρόθεος, τὰ αὐτὰ φρονῶν αὐτῷ (τῷ Νεστορίῳ), ἀνὴρ χρειοκόλαξ, καὶ προπετὴς χείλεσι, καθὼς γέγραπται· ὃς ἐν συνάξει, καθεζομένου ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς ἐκκλησίας τοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὐλαβεστάτου Νεστορίου, ἀναστὰς μεγάλῃ τῇ φωνῇ τετόλμηκεν εἰπεῖν· εἴ τις Θεοτόκον εἶναι λέγει τὴν Μαρίαν, οὗτος ἀνάθεμα ἔστω».


Η «ἐκδρομή», ἡ αὐθόρμητη αὐτὴ ἔξοδος καὶ ἀπομάκρυνσις τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ τὸν τόπο τῆς κηρύξεως τῆς νεστοριανικῆς αἱρέσεως καὶ ὁ ἀποχωρισμὸς ἀπὸ τὸν αἱρετικό, ἐκφράζει ἄριστα τὴν ἔννοια τῆς «᾿Αποτειχίσεως». Στὸ ἑξῆς οἱ ᾿Ορθόδοξοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἤθελαν νὰ κοινωνοῦν ἐκκλησιαστικῶς μὲ τοὺς Νεστοριανούς, μέχρι καὶ τοῦ σημείου νὰ μὴν ἐκκλησιάζωνται πλέον στοὺς Ναοὺς τῆς Πόλεως, φοβούμενοι-ὅπως ἔγραφε ὁ ῾Αγιώτατος Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Κύριλλος -φοβούμενοι νὰ μὴ βλαφθοῦν. 


Απὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἄρχισε ὁ ἀγὼν τῆς «᾿Ορθοδόξου καὶ Θεαρέστου ᾿Ενστάσεως»·ἐστοίχισε βεβαίως διωγμοὺς καὶ βασανιστήρια καὶ στερήσεις,ἀλλὰ εἶχε αἴσιο πέρας, δηλαδὴ τὴν σύγκλησι τῆς Γ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία διεσάφησε καὶ διεκήρυξε τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Αλήθεια καὶ ἀναθεμάτισε τὴν αἵρεσι καὶ τὸν αἱρεσιάρχη Νεστόριο. ῎Ετσι συνέβαινε καὶ μὲ κάθε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο: ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως καὶ ᾿Αποτειχίσεως.


Ήδη έχω τελειώσει τὸ πρῶτο μέρος τῆς Εἰσηγήσεώς μου καὶ συνοψίζω τὰ συμπεράσματα ὡς ἑξῆς: λαοῦ,καὶ ἐκδρομή· οὐ γὰρ ἤθελον ἔτι κοινωνεῖν αὐτοῖς τοιαῦτα φρονοῦσιν·ὥστε καὶ νῦν ἀποσυνάκτους εἶναι τοὺς λαοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πλὴν ὀλίγων ἐλαφροτέρων, καὶ τῶν κολακευόντων αὐτόν·τὰ δὲ Μοναστήρια σχεδὸν ἅπαντα, καὶ οἱ τούτων ἀρχιμανδρῖται, καὶ τῆς συγκλήτου πολλοὶ οὐ συνάγονται, δεδιότες μὴ ἀδικηθῶσιν εἰς πίστιν αὐτοῦ,καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, πάντων λαλούντων τὰ διεστραμμένα» (῾Αγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, PG τ.77, στλ. 81BC, ἔνθ᾿ ἀνωτ.).


Πρῶτον· ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ὄντως αἵρεσις, ἐκκλησιολογικὴ αἵρεσις, ἔναντι τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται νὰ τηρηθῆ ἡ ᾿Ορθόδοξος ῎Ενστασις καὶ ᾿Αποτείχισις· καὶ τοῦτο, διότι -κατὰ τοὺς ῾Αγίους Πατέρας τῆς Ζ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου- «ἡ αἵρεσις χωρίζει ἀπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας πάντα ἄνθρωπον». 


Δεύτερον· ματαίως κατηγοροῦνται οἱ ᾿Ορθόδοξοι ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου, ὅτι δῆθεν ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀποτειχιζόμενοι ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστάς· διότι ᾿Αποτείχισις δὲν σημαίνει ἀπομάκρυνσις, ἀλλὰ προσέγγισις πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀσφάλεια ἐντὸς τῶν ἀδαμαντίνων τειχῶν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας· ἀντιθέτως δέ,ὁ αἱρετικὸς μὲ τὴν πλάνη του χωρίζεται ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό, ποὺ εἶναι «῾Η ᾿Αλήθεια» καὶ ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία Του,ποὺ εἶναι «Στῦλος καὶ ῾Εδραίωμα τῆς ᾿Αληθείας».


Τρίτον·ἐκεῖνοι ποὺ ὑποστηρίζουν,ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,ἀλλὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς, ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἀσυνεπεῖς, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲν βοηθοῦν οὐσιαστικὰ τὴν ᾿Εκκλησία νὰ ἐξέλθη τῆς κρίσεως, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς ῾Αγίους Πατέρας. Δὲν μιμοῦνται,λόγου χάριν,τὸν ῞Αγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,οὔτε καὶ στὴν κηδεία του, «οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς (αὐτοῦ), οὔτε μετὰ θάνατον».


Επίσης δὲν μιμοῦνται τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσης Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωάννη Καλέκα (1334-1347), ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἐφυλακίσθη (1343), ὑβρίσθη καὶ ἀνεθεματίσθη. 


Τοιαῦτα βεβαίως ἀναθέματα, ὄχι μόνον δὲν ἰσχύουν, ἀλλὰ εἶναι δόξα καὶ τιμὴ γιὰ τοὺς ᾿Ενισταμένους κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας,ταυτοχρόνως δὲ ἀποτελοῦν ἐγγύησι τῆς ὀρθῆς πορείας καὶ τῆς νομιμότητος τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος των.



Οἱ πατριαρχικοὶ ἀποκαλοῦσαν τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο «στασιαστὴν»

καὶ κατέκριναν αὐτὸν «μετὰ τῶν ἀποστατῶν καὶ δεσμωτῶν συντετάχθαι»,

τοὺς δὲ ὁμόφρονάς του θεωροῦσαν ὡς «ἀπειθεῖς», «ἀνυποτάκτους» καὶ «ἀποτροπαίους»
(῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα,τ. Β´,σελ. 541 [Β´ Πρὸς Μακάριον, § 4], σελ.595 [᾿Αναίρεσις γράμματος Καλέκα,§13],Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1966).
«Τὸν Παλαμᾶν καὶ τοὺς ὁμόφρονας αὐτοῦ»,
«τολμήσαντας ἀκανονίστως καὶ ἀκρίτως ἀποκόψαι τὸ μνημόσυνόν μου,
τῷ ἀπὸ τῆς Ζωαρχικῆς καὶ ῾Αγίας Τριάδος δεσμῷ καθυποβάλλομεν,καὶ τῷ ἀναθέματι παραπέμπομεν»,
«᾿Ιωάννης ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης» (PG τ. 150, στλ. 863C-864Α).
«῏Ην ποτε φευκτὸν καὶ φοβερὸν τὸ ἀνάθεμα,
ὅτε κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας,
ὑπὲρ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων, ἐφέρετο»·
ἀφοῦ ὅμως ἐστράφη «κατὰ τῶν προμάχων τῆς ᾿Ορθοδοξίας»,
«εἰς μύθους καὶ παίγνια μεταπέπτωκε,μᾶλλον δέ,
τοῖς εὐσεβέσι καὶ αἱρετὸν παρεσκεύασται», ἐφ᾿ ὅσον εἰς αὐτοὺς «στεφάνους ἀκηράτους,
καὶ ἀθάνατον δόξαν,ἀντὶ ποινῆς,ἀπεργάζεται.
Δι᾿ ὃ καὶ ἕκαστος τῶν εὐσεβῶν καὶ ἁγίων,
ὑπ᾿ αὐτῶν ἠλλοτριωμένων Χριστοῦ, μυριάκις αἱρεῖται προπηλακίζεσθαι, καὶ ἀναθεματίζεσθαι»,
παρὰ νὰ κοινωνήση μὲ αἱρετικοὺς
(Μ.Φωτίου,PG τ.102, στλ.833 ΑΒC/᾿Επιστολὴ ΙΖ´
«᾿Ιγνατίῳ Μητροπολίτῃ Κλαυδιουπόλεως», Å.L.ÉÉ).




Απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού, με τίτλο:
''Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ'',
έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, 1998.
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Από ομιλία του νυν Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ. Κυπριανού Β'
Οι παραπομπές του κειμένου έχουν αφαιρεθεί προκειμένου να γίνει αυτό πιο ευανάγνωστο με ευθύνη του Ιστολογίου μας




Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός B' 


Η ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΗ ΚΟΡΗ ΜΗΝΥΣΕ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ




Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος.

Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους.

Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.

Η κόρη του,

μια εξαιρετική κοπέλα,

είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Έφτασε,

λοιπόν,

ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε!

Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.

Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό 

πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του.


Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες. Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που,απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. 


Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε: -Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου, τι λέμε και τι κάνουμε! Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται. Ένα βράδυ, λοιπόν,ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μού΄στειλε!”.


Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, το όνειρο έσβησε… Ο ιερέας, όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση. Το βράδυ διηγήθηκε το όνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε, ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του: - “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος. Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή: -“Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν!


Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος... Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τό' φερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο. Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα: -Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου! Ο άνθρωπος όταν τά' κουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα: - Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της! Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα.


Το περιστατικό αυτό δεν τό' πα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μού' στειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε... “Δοξασμένο το ονομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας και τον αγκάλιασε με το βλέμμα του...



Αναδημοσίευση από το ''ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ''
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Η ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ




«Πέπεισμαι γὰρ ἀκριβῶς,
ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι (ἀποχωρίζομαι / ἀπομακρύνομαι) τούτου (τοῦ πατριάρχου) 
καὶ τῶν τοιούτων (τῶν ἑνωτικῶν),
ἐγγίζω τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι·
καὶ ὥσπερ τούτων χωρίζομαι,
οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι καὶ Θεολόγοις τῆς ᾿Εκκλησίας».
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός



Μέσω ἀναριθμήτων παρομοίων δογματικῶν καὶ κανονικῶν πραξικοπημάτων,
οἱ Οἰκουμενισταὶ ἀπὸ τοῦ 1920 μεταθέτουν καὶ καταργοῦν σταδιακὰ
ἕνα πρὸς ἕνα τὰ «αἰώνια ὅρια» τῆς Πατερικῆς ᾿Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Θὰ ὑπενθυμίσω ἐνδεικτικῶς μερικὰ συγκεκριμένα καὶ σταθερὰ «βήματα» τῶν Οἰκουμενιστῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως
καὶ τῶν λοιπῶν Φαναριωτῶν ἐπισκόπων,
ἰδιαιτέρως ἔναντι τοῦ αἱρετικοῦ Παπισμοῦ,
πάντοτε βεβαίως στὰ πλαίσια «τῆς συγχρόνου οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τῶν τοπικῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν».
α) Αἴρουν τὰ ἀναθέματα τοῦ 1054 κατὰ τοῦ Παπισμοῦ (7.12.1965).β) Διακηρύσσουν,
ὅτι δὲν ὑπάρχουν οὐσιαστικαὶ διαφοραὶ μεταξὺ ᾿Ορθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ.
῾Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας (+1972), ἐνδεικτικῶς, ἔλεγε:
«Κατὰ τὰ 900 χρόνια ποὺ ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ 1054
φθάσαμε οἱ δύο κόσμοι ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως νὰ νομίζουμε,
ὅτι ἀνήκουμε σὲ διαφορετικὲς ᾿Εκκλησίες καὶ σὲ διαφορετικὲς Θρησκεῖες.
Καὶ ἑπομένως γίνεται πρόδηλος ὁ σκοπὸς τῶν Διαλόγων.
Νὰ προπαρασκευάσουν ψυχολογικῶς τοὺς Λαούς μας
ὅτι πρόκειται γιὰ μιὰ ᾿Εκκλησία καὶ μιὰ Θρησκεία...».


Θεωροῦν τὸν Πάπα ὡς «Πρῶτον ᾿Επίσκοπον τῆς Χριστιανωσύνης».῾Ο πατριάρχης Δημήτριος († 1991), ἐνδεικτικῶς, ἐδήλωνε στὸ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 3.12.1977 «μήνυμά» του πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´, ἐπὶ τῇ δωδεκάτῃ ἐπετείῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων: «᾿Εν τῇ εὐχῇ ταύτῃ πέμπομεν τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι ὡς ἐλαχίστην ἐκδήλωσιν ἀγάπης, ἀδελφικῆς τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως ἡμῶν πρὸς τὸ σεπτὸν πρόσωπον Αὐτῆς, ὡς τοῦ πρώτου τῆς ἀνὰ τὸν κόσμον Χριστιανωσύνης ᾿Επισκόπου, κανδήλαν, ἐν τῷ ᾿Ιδιαιτέρῳ ἡμῶν Πατριαρχικῷ Παρεκκλησίῳ διατηρουμένην, ἵνα τοποθετηθῇ εἰς τὸ ᾿Ιδιαίτερον ῾Υμῶν Παρεκκλήσιον,εἰς ἔνδειξιν ὅτι “φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι”». δ) ᾿Αλληλογραφοῦν μὲ τὸν Πάπα, ὡσὰν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ἐπίσκοπος,μὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ τάξι. ῾Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, ἐνδεικτικῶς, ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ τὴν 22.11.1963: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, χαίρειν ἐν Κυρίῳ... Συγχαρητηρίους προσρήσεις καὶ εὐχὰς ὁλοκαρδίους τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ἐπὶ τῇ εἰς τὸν παλαίφατον τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης Θρόνον, θείᾳ εὐδοκίᾳ καὶ χάριτι,ἐκλογῇ καὶ καταστάσει Αὐτῆς ἀδελφικῇ διαθέσει ἐν καιρῷ διαπέμψαντες,... εὐχόμεθα καὶ αὖθις τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ὑγιαίνειν ἀεὶ καὶ εὐκλεῶς προκάθεσθαι τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ῾Αγιωτάτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ ἔτη ὅτι μήκιστα... 


Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας καὶ περισπουδάστου ἡμῖν ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αθηναγόρας». ᾿Επίσης, ὁ πατριάρχης Δημήτριος πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ ἔγραφε τὴν 7.12.1975: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ. ῾Ο πατριάρχης μετὰ τὴν συνάντησι ἐδήλωσε: «Τὸ γεγονὸς εἶναι μέγα καὶ ἱστορικόν. ῎Εχω ἤρεμον τὴν συνείδησίν μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. ᾿Ορθοδοξία σημαίνει ἐλευθερίαν καὶ οἱ ἐλεύθεροι προχωροῦν... Τὰ δόγματα εἶναι ἡ δύναμις τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ πλοῦτος της, διὰ τοῦτο τὸν κρατοῦμεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον. Τοῦτο ὅμως οὐδόλως μᾶς ἐμποδίζει νὰ κόψωμεν ἕνα κοινὸν νόμισμα μετὰ τῶν ἄλλων ᾿Εκκλησιῶν: “τὸ νόμισμα τῆς ἀγάπης”»... «῞Ολοι οἱ Πᾶπαι εἶναι καλοί, ἀλλ᾿ ὁ ᾿Ιωάννης ΚΓ´ ἤνοιξε τὴν θύραν, ὁ δὲ Παῦλος ΣΤ´, ὅστις τὴν διεσκέλισεν, εἶναι μέγας Πάπας».᾿Εν τοιούτοις ἀδελφικοῖς αἰσθήμασι καὶ οἰκοδομητικαῖς ἐξαγγελίαις κοινωνοῦντες τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι, πρώτῳ τῇ τάξει καὶ τῇ τιμῇ ἐν τῷ καθόλου Σώματι τοῦ Κυρίου, κατασπαζόμεθα Αὐτὴν ἐν φιλήματι ῾Αγίῳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ ἀγάπης ἀδελφικῆς καὶ ἐξιδιασμένης τιμῆς. Τῆς ῾Υμετέρας γερασμιωτάτης ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος». 


Τέλος, ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα ᾿Ιωάννη-Παῦλο Β´ τὴν 21.6.1993: «Τῷ ῾Αγιωτάτῳ καὶ Μακαριωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ᾿Ιωάννῃ Παύλῳ Β´, ἐν Κυρίῳ χαίρειν. Καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος “ἐπιθυμίαν ἐπιθυμήσαμεν” (Λουκ. 22, 15), ἵνα συνεορτάσωμεν μετὰ τῆς ῾Υμετέρας λίαν ἡμῖν ἀγαπητῆς καὶ περισπουδάστου ῾Αγιότητος τὴν Θρονικὴν ῾Εορτὴν τῆς κατ᾿ Αὐτὴν ᾿Εκκλησίας Ρώμης... ᾿Εν τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ τῇ εὐχῇ ὅπως καὶ ἡ νέα αὕτη ἑόρτιος συνάντησις τῶν ᾿Εκκλησιῶν ἡμῶν εὐλογηθῇ δαψιλῶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου, συγχαίρομεν ῾Υμῖν ἐπὶ τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ ἀναλλοιώτων ἀδελφικῶν ἐν Αὐτῷ αἰσθημάτων. Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος». ε)᾿Επισκέπτονται τὴν αἱρετικὴ Ρώμη, ὡσὰν νὰ ἐπισκέπτοντο ἕνα ᾿Ορθόδοξο Πατριαρχεῖο. στ) Συμπροσεύχονται μὲ τὸν Πάπα καὶ ἀνταλλάσουν λειτουργικὸ ἀσπασμό. Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), ἐνδεικτικῶς, «εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν... προσῆλθεν ἡ Α.Α.ὁ Πάπας... καὶ παρέστη μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς συνοδείας του...


Ο Πάπας ὡδηγήθη εἰς τὸν ἔναντι τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου εἰδικῶς εὐτρεπισθέντα Θρόνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐν εὐλαβείᾳ παρηκολούθησε τὴν θείαν Λειτουργίαν. Κατὰ τὸ “᾿Αγαπήσωμεν ἀλλήλους” ὁ Πάπας κατῆλθε τοῦ Θρόνου καὶ ὁ Πατριάρχης ἐξῆλθε τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος καὶ ἀντήλλαξαν τὸν ἀσπασμὸν τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος. ῾Ο Πάπας ἀπήγγειλε τὴν Κυριακὴν Προσευχὴν λατινιστί» 24. ζ) Συνευλογοῦν μὲ τὸν Πάπα καὶ τοὺς ἐκπροσώπους του τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησίασμα. Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπου παρέστη συμπροσευχόμενος ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης-Παῦλος Β´,ἀντηλλάγησαν προσφωνήσεις καὶ δῶρα καὶ «ἐν συνεχείᾳ ἐψάλησαν τὰ πολυχρόνια τῶν δύο Προκαθημένων, οἱ ὁποῖοι ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸν καὶ ηὐλόγησαν τὰ πλήθη», κατόπιν δὲ «ἀνῆλθον διὰ τῆς ἐξωτερικῆς κλίμακος, ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς ὁποίας ηὐλόγησαν τὰ πλήθη χειροκροτοῦντα καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Οἶκον». η) Τελοῦν Δοξολογίας πρὸς τιμὴν τοῦ Πάπα ἐντὸς τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ. ῾Ο Πάπας ᾿Ιωάννης Παῦλος Β´ καὶ ὁ πατριάρχης Δημήτριος συνευλογοῦν τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο (Φανάρι, Θρονικὴ ῾Εορτὴ Κωνσταντινουπόλεως, 30.11.1979). 


Οἱ Οἰκουμενισταὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως διακηρύσσουν, ὅτι οἱ πρόοδοι τοῦ Διαλόγου «καθιστοῦν ἱκανοὺς ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν τοὺς Καθολικοὺς καὶ τοὺς ᾿Ορθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως». Ο Πάπας «προσῆλθεν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ὅπου τῷ ἔγινεν ἡ κατὰ τὸ Πατριαρχικὸν Πρωτόκολλον ἐπίσημος ὑποδοχὴ καὶ παρέστη εἰς τὴν πρὸς τιμήν του τελεσθεῖσαν ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ Δοξολογίαν», τέλος δὲ «ἡ ὅλη τελετὴ ἔκλεισε μὲ τὰ Πολυχρόνια τῶν δύο Προκαθημένων, τὸν ἀνταλλαγέντα μεταξύ των ἀσπασμὸν καὶ τὴν εὐλογίαν ποὺ ἀπένειμαν εἰς τὸ ἐκκλησίασμα». θ) Ψάλλουν Πολυχρόνιο στὸν Πάπα δημοσίως καὶ «ἐπ᾿ ἐκκλησίας». ι) Μνημονεύουν στὰ «Δίπτυχα» τῆς Θείας Λειτουργίας τὸν Πάπα. ῾Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, ἀπευθυνόμενος στὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ διὰ τοῦ ἑορτίου γράμματος τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1968, ἔλεγε: «᾿Εν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ (τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ), ἱερουργοῦντες μετὰ τῆς χορείας τῶν περὶ ἡμᾶς ῾Ιερωτάτων Μητροπολιτῶν καὶ ὑπερτίμων, μνησθησόμεθα ἀπὸ τῶν διπτύχων τῆς καρδίας ἡμῶν τοῦ τιμίου ὀνόματός Σου, ἀδελφὲ ῾Αγιώτατε τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ᾿Επίσκοπε, ἐνώπιον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Σώματος καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Σωτῆρος ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ τοῦ ῾Αγιωτάτου προκατόχου ἡμῶν, κοινοῦ δὲ πατρὸς πάντων ἡμῶν,᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Καὶ ἐροῦμεν τῇ ἁγίᾳ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων ἐνώπιον τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου καὶ λέγομέν Σοι: τῆς ᾿Αρχιερωσύνης σου μνησθείη Κύριος ὁ Θεός, πάντοτε νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». ια) ῾Υποδέχονται τοὺς παπικοὺς ἐπισκόπους ἐνθουσιωδῶς καὶ εὐλογοῦνται ἀπὸ αὐτούς. 


Τὸ 1965, ἐνδεικτικῶς, ποντιφίκιος ἀντιπροσωπία, ὑπὸ τὸν Καρδινάλιο Μπέα, ἐπεσκέφθη τὸ Φανάρι (2-5 ᾿Απριλίου). Τὴν 4η ᾿Απριλίου μετέβη καὶ στὴν Σχολὴ τῆς Χάλκης,ὅπου ὁ σχολαρχῶν ἐπίσκοπος Κλαυδιουπόλεως κ. ᾿Ανδρέας προσεφώνησε τὸν Καρδινάλιο καὶ κατέκλεισε: «Δι᾿ αὐτὸ καὶ ἡμεῖς ἐξ ὅλης καρδίας ψάλλομεν: “ὡσαννὰ εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου”»!... ᾿Εν συνεχείᾳ ὁ Καρδινάλιος ὡμίλησε ἐκτενῶς καὶ νουθετικῶς πρὸς τοὺς φοιτητὰς καὶ στὰ τέλος «οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς παρήλασαν πρὸ τοῦ καρδιναλίου καὶ ἐδέχθησαν τὴν εὐλογίαν του»!...ιβ) ᾿Επιτρέπουν στοὺς παπικοὺς ἐπισκόπους καὶ λοιποὺς κληρικοὺς νὰ παρίστανται συμπροσευχόμενοι στὶς ᾿Ενθρονίσεις ὀρθοδόξων ἀρχιερέων. ιγ) ᾿Αποστέλλουν συγχαρητήρια γιὰ τὶς ἐκλογές, τὶς ἐπετείους, τὰ γενέθλια καὶ τὶς προαγωγὲς τῶν Παπῶν καὶ λοιπῶν παπικῶν ἐπισκόπων. Τὴν 9.9.1963, ἐνδεικτικῶς, ὁ Σάρδεων Μάξιμος ἔγραφε μεταξὺ ἄλλων πρὸς τὸν νεοεκλεγέντα Πάπα Παῦλον ΣΤ´, διαβιβάζων τὰ συγχαρητήρια τοῦ πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου: «Σεπτῇ ἐντολῇ,διαβιβάζω εὐλαβῶς τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι τὰ θερμὰ συγχαρητήρια καὶ τὰς ἐγκαρδίους τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος εὐχάς, ὑπὲρ μακρᾶς καὶ καρποφόρου διακονίας τῆς ῾Υμετέρας σεβασμίας ῾Αγιότητος ἐν τῇ ἀδελφῇ ῾Αγίᾳ Ρωμαϊκῇ ᾿Εκκλησίᾳ,...». 


Τὴν 20.6.1969, ὁ πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας τηλεγραφοῦσε πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´,ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ: «᾿Επὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ μεγάλου γεγονότος τῆς ἐνθρονίσεως τῆς ῾Υμετέρας ἀγαπητῆς καὶ γερασμίας ῾Αγιότητος, συγχαίρομεν Αὐτῇ ἐγκαρδίως καὶ δεόμεθα τοῦ Κυρίου ἡμῶν,ὅπως χαρίζηται ῾Υμῖν ἔτη μακρά,ἔμπλεα ὑγιείας, ἐπ᾿ ἀγαθῷ συμπάσης τῆς ᾿Εκκλησίας Αὐτοῦ''. Τὸ 1977, ὁ πατριάρχης Δημήτριος ἀπέστειλε εὐχετήριο μήνυμα πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´, «ἐπὶ τῇ 80ῇ ἐπετείῳ τῶν γενεθλίων αὐτοῦ»: «Χαίροντες καὶ ἐν προσευχῇ συνεορτάζομεν τὴν ἐπέτειαν τῶν Γενεθλίων τῆς ῾Υμετέρας Μακαριωτάτης ῾Αγιότητος καὶ τὴν ἄφιξιν εἰς ἕνα σπουδαῖον σταθμὸν τοῦ βίου Αὐτῆς,τοῦ ἀφιερωθέντος καθ᾿ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν Κύριον, τὸ Εὐαγγέλιόν Του, τὴν ᾿Εκκλησίαν Του καὶ εἰς τὴν διακονίαν τοῦ ἀνθρώπου». Τὴν 16.10.1979, ὁ πατριάρχης Δημήτριος ἔστειλε τηλεγράφημα στὸν Πάπα ᾿Ιωάννη-Παῦλο Β´ «ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐπετείῳ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ»: «Μετὰ βαθείας ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ χαρᾶς χαιρετίζομεν τὴν συμπλήρωσιν τοῦ πρώτου ἔτους τῆς λαμπρᾶς ἀρχιερατείας ῾Υμῶν ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης...». ιδ) Συντάσσουν εἰδικὲς προσευχὲς καὶ τὶς ἀποστέλλουν στὸν Πάπα, γιὰ νὰ τὶς ἀπαγγείλη ἐπισήμως σὲ τελετὲς καὶ ἐκδηλώσεις. ᾿Ενδεικτικῶς,ἀναφέρουμε τὸ «κείμενον προσευχῶν καὶ σκέψεων,ἐμπνευσμένων ἐκ τῆς σημασίας τοῦ θείου Πάθους», τὸ ὁποῖο συνέταξε ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος τὸ 1994,«κατόπιν παρακλήσεως» τοῦ Πάπα,«διὰ τὴν καθιερωμένην λιτανείαν τῆς “῾Οδοῦ τοῦ Σταυροῦ” (Via Crucis),εἰς τὸ Κολοσσαῖον κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Μ. Παρασκευῆς,προεξάρχοντος τοῦ Ρωμαίου Ποντίφηκος». 


Γιὰ τὴν σημασία αὐτοῦ τοῦ «οἰκουμενικοῦ γεγονότος» ἐγράφησαν πολλά, ὁ δὲ Πάπας στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Ρώμης (29.6.1994), στὴν ἀντιφώνησί του πρὸς τὴν πατριαρχικὴ ᾿Αντιπροσωπία, ὑπεγράμμισε, ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ λησμονήσω, τὴν στιγμὴν ταύτην, τὸν μεγαλειώδη καὶ βαθὺ στοχασμὸν τοῦ “Δρόμου τοῦ Σταυροῦ” ποὺ μοῦ προσέφερεν ὁ Πατριάρχης Βαρθλομαῖος ὁ Α´ ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῆς τελετῆς τῆς Μ. Παρασκευῆς στὸ Κολοσσαῖο τῆς Ρώμης». ιε) ᾿Αποδέχονται,ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι «᾿Αδελφὴ ᾿Εκκλησία»,ἡ ὁποία κατέχει «ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν Του». Τελικὸ συμπέρασμα: Εἶναι προφανές, ὅτι ὅλα αὐτὰ συνιστοῦν τὴν ἀκριβῆ ἔννοια τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἔχει ἐπιτευχθῆ ἐν τῇ πράξει πλήρης ταύτισις τῶν Παπικῶν καὶ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν· καὶ ὅλα αὐτὰ βάσει μιᾶς θεολογίας, ἡ ὁποία ἐτέθη καὶ ἀναπτύσσεται καὶ συνεχῶς ὑποστηρίζεται ἐκ πεποιθήσεως. Επανέρχομαι στὸ γεγονὸς τοῦ Γέροντος ᾿Επισκόπου Ναζιανζοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος -ὑπενθυμίζω- ὑπέγραψε ἅπαξ καὶ χωρὶς πλήρη συνείδησι αἱρετικὴν ὁμολογία, καὶ θέτω τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα: ῎Αν τότε οἱ εὐσεβεῖς ῾Ιερεῖς καὶ Μοναχοί, «τὸ θερμότερον μέρος τῆς ᾿Εκκλησίας», διέκοψαν κοινωνία μαζί του, τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνη σήμερα, ὁπότε ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις οἱ ὀρθόδοξοι Οἰκουμενισταὶ ὑπέγραψαν αἱρετικὰ κείμενα; Τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνη σήμερα, ὁπότε ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις προέβησαν σὲ ἀντικανονικὲς πράξεις; Τέλος, τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνη σήμερα, ὅταν οἱ ἀναρίθμητες αὐτὲς πτώσεις δὲν ἐπιτελέσθησαν χωρὶς πλήρη συνείδησι,ἀλλὰ ἦσαν προϊόντα βαθείας πεποιθήσεως; 


Θὰ κλείσω αὐτὴν τὴν παράγραφο μὲ ἕνα ἰσχυρὸ παράδειγμα σταθερᾶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως ἐμμονῆς στὴν κυριώτερη αἱρετικὴ ἄποψι τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅτι ᾿Ορθοδοξία καὶ αἵρεσις εὑρίσκονται δῆθεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ᾿Εκκλησίας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσετε προσεκτικὰ τὴν ἀνέλιξι καὶ συνέχεια τῆς αἱρέσεως. α) Τὸ πρῶτο μεῖζον οἰκουμενιστικὸ κείμενο, ἡ «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ 1920», στὴν ὁποία προαναφέρθηκα, θεωρεῖ ὡς γνωστὸν τὸ σύνολο «τῶν διαφόρων Χριστιανικῶν ᾿Εκκλησιῶν», δηλαδὴ ᾿Ορθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων, ὡς «τὸ ὅλον τῆς ᾿Εκκλησίας σῶμα». β) Τὸ 1967, ὁ πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, κατὰ τὴν ἐπίσκεψί του στὸ Βατικανό, συνυπέγραψε μὲ τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´, «Δήλωσιν Κοινὴν» (28.10.1967), μὲ τὴν ὁποία διεκηρύσσετο, ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ καὶ ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἠδυνήθησαν «νὰ ἐπανακαλύψωσιν ἀλλήλας, ὡς ἀδελφὰς ᾿Εκκλησίας».



γ)῾Ο προηγούμενος πατριάρχης Δημήτριος ἐχαρακτήρισε ἐπανειλημμένως τὸν Παπισμὸν 
ὡς «᾿Αδελφὴν ᾿Εκκλησίαν Ρώμης» 
καὶ διερμήνευε σαφέστατα τὸ ἐκκλησιολογικό του φρόνημα,
ὅταν τὸ 1979-ὑποδεχόμενος τὸν Πάπα στὸ Φανάρι-ἐδήλωνε,
ὅτι ἡ ἐπίσκεψις αὐτὴ εἶχε εὐρύτερη σημασία 
«ἐκείνης τῆς συναντήσεως δύο κατὰ τόπον ἐπισκόπων»·
«τὴν θεωροῦμεν»,
ἔλεγε δημοσίως,
«ὡς συνάντησιν τῶν ᾿Εκκλησιῶν Δύσεως καὶ ᾿Ανατολῆς».
δ) Τέλος, τὴν θεολογίαν τῶν «᾿Αδελφῶν ᾿Εκκλησιῶν»,
ἰδιαιτέρως ὅσον ἀφορᾶ Παπισμὸν καὶ ᾿Ορθοδοξία,
ἐνστερνίζεται πλήρως καὶ διεκήρυξε ἐπισημότατα ὁ νῦν πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος 
τὸ 1995 στὸ Βατικανό.
Διαπιστώνουμε λοιπὸν ἐπιμονὴ καὶ συνέχεια στὴν κακοδοξία.
Δὲν θὰ ἐπιμείνω ὅμως περισσότερο στὸν αἱρετικὸ χαρακτῆρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ·
μίαν βαθειὰ θεολογικὴ ἀνατομία,
τὴν ὁποία ἐπεχείρησε τὸ βῆμα αὐτὸ στὶς προηγούμενες «Συνάξεις» μας,
ἐβοήθησε ἀρκούντως νὰ κατανοηθῆ,
ὅτι «ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον μία “Κανονικὴ ᾿Αταξία”,
ἀλλ᾿ ἀναφέρεται εὐθέως στὰ ἐκκλησιολογικὰ θεμέλια τῆς ῾Αγιωτάτης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας:
οἱ Οἰκουμενισταί,στὴν προσπάθειά τους νὰ περιγράψουν τὴν ἐκκλησιολογικὴ φύσι τῶν ἑτεροδόξων Κοινοτήτων,
διετύπωσαν μίαν δέσμη θεολογικῶν ἀπόψεων,
μέσῳ τῶν ὁποίων ἀποδέχονται τὴν “ἐκκλησιαστικότητα” τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμάδων,
δηλαδὴ ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν “ὁρίων” τῆς ᾿Εκκλησίας»!...
Συνεχίζεται...



Απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού, με τίτλο:

''Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ''

έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, 1998

Τίτλος και επιμέλεια κειμένου 

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Από ομιλία του νυν Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ. Κυπριανού Β'.

Οι παραπομπές του κειμένου έχουν αφαιρεθεί προκειμένου να γίνει αυτό πιο ευανάγνωστο με ευθύνη του Ιστολογίου μας


  

Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ.Κυπριανός B' 


Print Friendly and PDF