ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ''ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ'' (ΜΕΡΟΝ 3ον)

 




Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου του
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου (1815-1894):
''ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ''.
Έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου, Αθήνα 1993, έκδοση εβδόμη, σελ. 26-31.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένων
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ




ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΕΚ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ


Ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος αποτελεί μια σημαντική μορφή της ρωσικής Ορθοδοξίας, ιδιαίτερα γνωστή για την πλούσια συγγραφική προσφορά και τον ηρωϊσμό της. Ο ηρωϊσμός αυτός εκδηλώθηκε κυρίως με δύο παράλογες για το ορθολογιστικό πνεύμα της εποχής μας πράξεις: Πρώτον, παραιτήθηκε από την επισκοπική του έδρα, για να ζήση ασκητικά. Και δεύτερον, αυτοφυλακίσθηκε και παρέμεινε επί εικοσιοκτώ ολόκληρα χρόνια έγκλειστος σ' ένα κελλί της ερήμου Βισένσκ! Ενώ όμως εγκατέλειψε χάριν της ησυχαστικής ζωής την αρχιερατική του διακονία, ο Κύριος του Αμπελώνος του ανέθεσε μια άλλη ποιμαντική, την <<ταχυδρομική ποιμαντική>>. Δεχόταν καθημερινά από είκοσι μέχρι σαράντα επιστολές, από διάφορα πρόσωπα και μέρη, με ερωτήματα επί ποικίλων θεμάτων. Και συνήθως απαντούσε σε όλες. Έτσι στο διάστημα των εικοσιοκτώ ετών της έγκλειστης ζωής του έγραψε χιλιάδες επιστολές που διακρίνονται για την απλότητα, την φυσικότητα και τη ζωντάνια τους. Οι επιστολές αυτές πρόσφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν καθοδήγησι και παρηγορία σε αναρίθμητες ψυχές. Πολλές είχαν εκδοθή σε τόμους ενώ ακόμα ζούσε. Μια δειγματοληπτική επιλογή απ' αυτές προσφέρουμε κι εμείς στο ελληνικό κοινό, μέσα από τις σελίδες του παρόντος βιβλίου. Το περιεχόμενο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται κυρίως σε θέματα απλά, πρακτικά, της καθημερινής πνευματικής ζωής, σαν απαντήσεις σε αντίστοιχα ερωτήματα των πιστών. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται κυρίως σε θέματα πίστεως. Η σύντομη βιογραφία του οσίου που ακολουθεί, είχε συμπεριληφθή και στην προγενέστερη έκδοσί μας <<Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Προς τις αδελφές Μοναχές>>. Κρίναμε όμως σκόπιμο να τη συμπεριλάβουμε και στην παρούσα έκδοσι, που είναι γενικωτέρου ενδιαφέροντος.




Προσευχή


<<Είθε ο Κύριος να ευλογή την προσπάθειά σας για την αδιάλειπτη νοερή προσευχή. Είναι απαράβατος πνευματικός νόμος να μας χαρίζη ο Θεός ό,τι ωφέλιμο Του ζητάμε. Η θεία βοήθεια πάντοτε είναι έτοιμη να μας δοθή και πάντοτε βρίσκεται κοντά μας.


Πρέπει όμως να την ζητήσουμε. Πλούσια μας χαρίζεται όταν δεν υπάρχη από πουθενά αλλού συμπαράστασι και με όλη μας την καρδιά απευθυνώμαστε στον Κύριο.


Όσο όμως στηριζόμαστε αγέρωχα στις δικές μας ανθρώπινες δυνάμεις, ο Κύριος δεν επεμβαίνει. Μοιάζει σαν να λέη: <<Ελπίζεις να επιτύχης μόνος σου. Πιστεύεις στο είδωλο του εαυτού σου. Περίμενε λοιπόν...>>.


Είθε ο Κύριος να μας χαρίση <<πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην>> (Ψαλμ. 50, 19), ώστε να καταφεύγουμε πάντοτε σ' Αυτόν.


<<Η ποιότης και η ποσότης της προσευχής φανερώνουν την κατάστασι των σχέσεών μας με τον Θεό και την στάθμη της πνευματικής μας ζωής. Γι' αυτό βλέπουμε αγίους, ν' αρχίζουν από την δύσι του ηλίου την προσευχή και να την συνεχίζουν όλη την νύχτα, μέχρι την ανατολή και ακόμη περισσότερο.


Η προσευχή τους ανυψώνει προς τον ουράνιο Πατέρα και τους αγίους, που τους παρηγορούν και τους ευφραίνουν>>. <<Επιθυμείτε να γνωρίσετε την νοερά προσευχή. Καλό και υπέροχο έργο επιθυμείτε!


Είναι όμως δύσκολο να προκόψη κανείς στην προσευχή του Ιησού, αν δεν συνηθήση να συγκεντρώνεται γενικά σε κάθε προσευχή. Ακολουθήστε γι' αυτό τον εξής τρόπο:


Συγκεντρώνετε την προσοχή σας στα λόγια και στα νοήματα ωρισμένων ψαλμών ή άλλων μικρών προσευχών, που ταιριάζουν στην εσωτερική σας κατάστασι.


Επαναλαμβάνετέ τους συχνά με βαθειά συναίσθησι και ανάμεσά τους παρεμβάλλετε την προσευχή του Ιησού. Αργότερα προσθέστε την επίκλησι προς την Υπεραγία Θεοτόκο και τους αγίους, καθώς και δεήσεις για ζώντας και νεκρούς>>.


<<Η ευχή <<Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με>>, είναι όπλο ισχυρό και αποτελεσματικό. Και τούτο διότι το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι φοβερό στους εχθρούς της σωτηρίας μας και ευλογητό στους αγίους>>. <<Η πραγματική προσευχή είναι θείο δώρο


Να παρακαλήτε θερμά τον Θεό να σας το χαρίση. Η ψυχρότητα στην προσευχή είναι αποτέλεσμα κατακρίσεων, οργής και θυμού, κοσμικών ενδιαφερόντων και απολαύσεων...


Φυλαχθήτε απ' όλα αυτά και θα υποχωρήση>>. <<Εάν μόνη σας επιδιώκετε την μοναχική κουρά, ίσως δεν πρέπει να επιμένετε. Εμπιστευθήτε το θέμα αυτό στην διάκρισι της Ηγουμένης.


Όταν εκείνη σας το προτείνη, τότε σεις ασφαλώς πρέπει να συμφωνήσετε. Υπήρξαν περιπτώσεις δοκίμων που αρνήθηκαν και αργότερα υπέμειναν θλίψεις και στενοχώριες.


Καλύτερα ν' αποφύγετε αυτό το ενδεχόμενο. Ευγνωμονείτε τον Θεό για τον πόθο της προσευχής, που νοιώθετε. Αυτό είναι το θεμέλιο της μοναχικής ζωής. Προσεύχεσθε συχνά, πρόθυμα και υπομονετικά.


Έτσι θα φθάσετε στην αδιάλειπτη προσευχή. Προσευχηθήτε ειδικά γι' αυτό. Ο Κύριος είναι κοντά σας. Προσπαθήστε να Τον σκέπτεσθε διαρκώς και να κρατάτε τον εαυτό σας σε ευλαβική συναίσθησι της παρουσίας Του>>.



Σωτηρία


Παντού μπορείτε να σωθήτε. Η σωτηρία δεν εξαρτάται τόσο από τον τόπο και τις εξωτερικές συνθήκες, όσο από την εσωτερική διάθεσι. Εάν υπάρχη πίστις ζωντανή, εάν δεν υπάρχουν αμαρτίες


που μας χωρίζουν από τον Θεό και σβήνουν τον θείο ζήλο, όπως το νερό σβήνει την φωτιά, εάν η σχέσι σας με την αγία μας Εκκλησία είναι σταθερή και βαθειά, εάν εκπληρώνετε όλα τα θρησκευτικά σας καθήκοντα, τότε βρίσκεσθε στον δρόμο της σωτηρίας. 


Σας μένει μόνο να προσέχετε και να διατηρήτε τον εαυτό σας στην θέσι που βρίσκεσθε με την διαρκή ενθύμησι του Θεού, την μνήμη του θανάτου, την <<συντετριμμένην και τεταπεινωμένην καρδίαν>>.


Έχοντας μια τέτοια εσωτερική διάθεσι μπορείτε να σωθήτε είτε εντός της μονής είτε εκτός αυτής. Γενικά οι προϋποθέσεις της σωτηρίας είναι καλύτερες εντός της μονής.


Αλλά εάν είναι καλύτερες ειδικά για σας, αυτό κάποιος άλλος μπορεί να το πη, όχι εγώ. Ο Κύριος είναι κοντά μας. Όλους μας αγαπά και θέλει όλοι να σωθούν. Δεν θα παραθεωρήση και την δική σας προσευχή.


Μόνο να προσεύχεσθε ταπεινά και προσεκτικά>>. <<Γνωρίζετε ασφαλώς πώς σώζεται μια ψυχή. Σας περιγράφω κι εγώ τον τρόπο: Προηγείται ο φόβος του Θεού.


Όταν κυριαρχεί μέσα στην ψυχή σαν καλός οικοδεσπότης, όλα τα τακτοποιεί. Υπάρχει μέσα σας; Ευχαριστήστε θερμά τον Θεό και διατηρήστε Τον. Δεν υπάρχει; Εξετάστε το γιατί.


Φροντίστε σύντομα να τον εγκαταστήσετε μέσα σας, κυρίαρχο και δεσπότη. Από τον φόβο του Θεού, γεννιέται σαν πρώτο τέκνο <<το συντετριμμένον πνεύμα και η συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία>> (πρβλ. Ψαλμ. 50, 19).


Για να ενισχυθή ο φόβος του Θεού, πρέπει να διατηρούμε αδιάλειπτα την μνήμη του θανάτου και της μελλούσης κρίσεως. Μόλις ξηπνήσετε το πρωϊ, επικαλεσθήτε την μνήμη αυτή όλη την ημέρα.


Συνεργασθήτε μαζί της σαν να είναι ο πρώτος σύμβουλός σας. Προσθέστε σ' αυτά την συναίσθησι της παρουσίας του Κυρίου, που βρίσκεται διαρκώς κοντά σας και γνωρίζει πιο μυστικές σκέψεις και πράξεις σας.


Όταν η τριάδα αυτή, ο φόβος δηλαδή του Θεού, η μνήμη του θανάτου και της κρίσεως, και η συναίσθησις της παρουσίας του Κυρίου, εγκατασταθή στην καρδιά σας, τότε θ' αναβλύση μόνη της η αδιάλειπτη επίκλησις του σωτήρος Χριστού, τότε το έργο της σωτηρίας σας βρίσκεται σε πρόοδο.


Όταν όμως απουσιάζη, τότε πρέπει ν' ανησυχήσετε και ν' αναζητήσετε την αιτία. Γιατι τότε οι οποιεσδήποτε άλλες προσπάθειές σας είναι ασήμαντες και μάταιες>>.


<<Είναι πολύ καλό να έχετε αγώνα. Εάν σταματήση θα είναι συμφορά. Εάν ο ζήλος χαλαρώση και δεν λαμβάνετε κανένα μέσο για την ενίσχυσί του, τότε θα σβήση εντελώς, όπως το καντήλι που του λείπει το λάδι.


Εφ' όσον λοιπόν πραγματικά ενδιαφέρεσθε για την σωτηρία σας, μην παραμένετε στην απραξία. Συγκεντρωθήτε στον εαυτό σας και σκεφθήτε όλες τις αφυπνιστικές χριστιανικές αλήθειες, αρχίζοντας από την δημιουργία του κόσμου και τελειώνοντας με την φοβερή ημέρα της Κρίσεως. 


Σκεφθήτε ότι η ζωή σας θα συνεχισθή σε μια αμετάβλητη αιωνιότητα είτε μακαρία είτε ζοφερή. Προσευχηθήτε στον πανταχού παρόντα Κύριο να ξυπνήση την ψυχή σας από τον επικίνδυνο ύπνο και ήθαργο.


Ο Κύριος να σας σώση.  Ο Κύριος να σας σώση.  Ο Κύριος να σας σώση. Δεν μπορούμε να κοιμώμαστε, όταν τριγύρω μας βρίσκωνται φθονεροί εχθροί που ζητούν να μας εξολοθρεύσουν>>.    





Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένων
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου του
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
''ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ''.
Έκδοση Ι. Μ. ΠαρακλήτουΑθήνα 1993, έκδοση εβδόμη, σελ. 26-31.



Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ: ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ (ΜΕΡΟΣ 10ον)

 



Ο αοίδιμος Αγιορείτης Γέροντας π. Αββακούμ (1894-1978) υπήρξε ένα σκεύος εκλογής της Θείας Χάριτος, που λάμπρυνε την Ορθοδοξία στο <<Περιβόλι της Παναγίας μας>>, χάριν της επίμονης και αδιάλειπτης ασκήσεώς του, αλλά και της ορθοτομημένης πνευματικής του στάσης έναντι των Καινοτόμων του εορτολογικού <<πραξικοπήματος>>. Πράος, πρόσχαρης, ταπεινός, προσευχητικός, ασκητικότατος, με μία γνήσια και ανόθευτη κατά Θεόν ευγένεια προς όλους, πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του σε ένα μικρό αυτοσχέδιο κελλάκι του Αγίου Φανουρίου στη Βίγλα. Εκεί με άλλους ζηλωτές της εποχής του επιδίδετο σε μεγάλες προσευχητικές ασκήσεις, ώστε το αγαπημένο του, χοντρό και μάλλινο κομποσκοίνι του να βρίσκεται συνεχώς επάνω του. Ο π. Αββακούμ είχε αποστηθίσει εντός του εξ' ολοκλήρου την Αγία Γραφή με ένα θαυμαστό και υπερκόσμιο τρόπο, ώστε ν' αναγκάσει κάποτε και αυτόν τον Νικόλαο Λούβαρη (γνωστό Οικουμενιστή θεολόγο) να υποκλιθεί στην ακατάληπτη πνευματική του κατάσταση. Ο π. Αββακούμ είχε εξορισθεί (τρις) από την Μονή της Μεγίστης Λαύρας λόγω του ιερού ζήλου του προς τις ιερές Παραδόσεις, μέχρι να κατασκευάσει το ταπεινό ησυχαστήριό του στη Βίγλα, αλλά και κάποιες φορές είχε παρεξηγηθεί από πολλούς συνασκητές του, επειδή από ευγένεια ανταπέδιδε τους ασπασμούς που του έκαναν Μοναχοί της Καινοτομίας. Ο π. Αββακούμ ανήκε σε αυτήν την κάστα των διακριτικών Μοναχών, που δεν ταύτιζε επ' ουδενί την Αποτείχιση με την Απομόνωση, την αγάπη προς τα Παραδεδομένα με τον Φανατισμό και την Οίηση. Με τα χρόνια έγινε γνωστή η εξαϋλωμένη και αποστεωμένη εμφάνισή του, η άνευ ορίων ταπεινότητά του και η γνήσια αγαπητική του προσέγγιση προς τους πάσχοντες αδελφούς του -λαϊκούς και κληρικούς- τους οποίους θεωρούσε Όλους αμέτρως ανωτέρους απ' αυτόν! Στο θαυμάσιο βιβλίο του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+2007) που αναφερόμαστε, υπό τον τίτλο <<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>, καταγράφουμε ενδεικτικά την κατάθεση ψυχής ενός ανωτέρου δικαστικού, που τον γνώρισε από κοντά, και γεύθηκε σιμά του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος! Σημειώνει: <<Ήτο, (ο π. Αββακούμ) όσα ερχότανε τότε με τόση χάρι, αφέλεια και βαθυτάτη ταπείνωση να μου εμπιστευθή, ανεπιτήδευτα, φυσικά, με τα γλυκά φωτεινά του μάτια, τα εξαϋλωμένα από τη νηστεία, αγρυπνία, αδιάλειπτη ευχή, για να με στηρίξη και μένα, εικοσάχρονο παιδόπουλο τότε, και αφού πάντα μού' βαζε <<μετάνοια>>, μ' αγκάλιαζε με άψογη οικειότητα, μ' αποκαλούσε <<πατέρα του>>. Πράγματι με καθήλωνε! [...] Άκακος, αμόλυντος, παιδικός, αρνησίκοσμος, ακτήμων με συναίσθηση μελλοθανάτου, με δίαιτα συνήθως <<κουκίων βρεγμένων και αγρίου μέλιτος>> μαγνήτευε κόσμο παρά το ψυχρό, πενιχρό ξυλοκρέββατό του, με σανίδια κι ένα σκαμνί κι ένα φτωχό πάγκο για διάβασμα - γράψιμο, γιατί ήτανε σοφός κι είχε μάθει, ότι καταχώνεται σε βάραθρο ή βόθρο η ψυχή που ποθάει υλικά, γήινα, φθαρτά. Ιδού το απαστράπτον ιδανικόν του, η παραδεισιακή του τέρψη, τρυφή, μακαριότητα>>! Μέσα σε λίγα λόγια, μια ενδεικτικά αδρή <<προσωπογραφία>> του αειμνήστου Γέροντος, που μέσα από τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου θα οσμιστούμε το αυθεντικό άρωμα της Ορθοπραξίας και θα γευθούμε τα κεχαριτωμένα εκχυλίσματα της Αγιοπνευματικής Χάριτος. Δόξω τω Θεώ πάντων ένεκεν!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος





Ε κ  τ ο υ  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )



ΙΓ'. Ο π. Αββακούμ και οι προσκυνηταί


Όσοι από τους προσκυνητάς της Μ. Λαύρας επεσκέπτεντο τον π. Αββακούμ στο Κελλάκι του, ή στο ησυχαστήριό του στην μακρυνή Βίγλα, οι περισσότεροι ζητούσαν ν' ακούσουν λόγο παρακλήσεως, λόγον που θα τους ανεκούφιζε ψυχικά και θα έρριχνε φως παρηγοριάς και ενισχύσεως στα ποικίλα προβλήματά τους.


Και μόνο η παρουσία του και η γεμάτη αγάπη και πνευματική ιλαρότητα φωνή του ήσαν ικανά να γεμίσουν με θυμηδίαν και πνευματικήν ειρήνην τον συνομιλητή του.


Ένας κληρικός που εγεύθη ικανώς την χάριν αυτήν, γράφει: <<Εις το πρόσωπόν του είδον ένα γέροντα με καρδιά μικρού παιδιού. Η καλωσύνη του και η πραότης του, η απλότης του


και η ταπεινοφροσύνη του, η εγκάρδιος αγάπη του και το μέγιστον ενδιαφέρον του διά την βοήθειαν και σωτηρίαν και άλλων ανθρώπων, ως και πολλά άλλα πνευματικά προσόντα με τα οποία εκοσμείτο, δεν περιγράφονται.


Από τον απλούν αυτόν μοναχόν πολύ ενισχύθην και ωφελήθην πνευματικώς... Ο π. Αββακούμ ήτο άνθρωπος χωρίς δόλον εις την καρδίαν του. Εις αυτόν φαρμόζεται απολύτως ο λόγος του Κυρίου:


<<Ίδε αληθώς ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι>>. Μεταξύ των επισκεπτών του υπήρχαν και οι άνθρωποι των γραμμάτων, Καθηγηταί Πανεπιστημίων, Επίσκοποι, στρατηγοί, φοιτηταί κ.λ.π., οι οποίοι είχαν άλλες απαιτήσεις και άλλου είδους ερωτήσεις να υποβάλλουν στον ασκητή μας.


Ένας εξ αυτών ήτο και ο γνωστός καθηγητής Νικόλαος Λούβαρις, ο οποίος τον επεσκέφθη περί το 1955 μαζί μ' ένα συνάδελφό του γερμανό. Αφού ο γέροντας έλυσε την απορίαν του γερμανού, αναφορικώς προς το ποία είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, εστράφη προς τον έλληνα καθηγητή και με το πνευματικό εκείνο χαμόγελο εις τα χείλη, τον ερώτησε:


-Τί θέλεις εσύ κ. Νικόλαε; -Να μου πης π. Αββακούμ, πού αναφέρει περί Ορθοδοξίας η Π. Διαθήκη, διότι με ερώτησαν μερικοί φοιτηταί και δεν είχα να τους απαντήσω, καίτοι έψαξα πολύ στον Ιερεμία και Ησαϊα.


-Όχι, όχι, δεν είναι τόσο ψηλά, του απεκρίθη αμέσως ο γέροντας. Είναι γύρω στο τρίτο με τέταρτο κεφάλαιο της Γενέσεως, λοιπόν άκουσον: <<Αδάμ δε έγνω την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκε τον Κάϊν και είπεν'


εκτησάμην άνθρωπον διά του Θεού, και προσέθηκε τεκείν τον αδελφόν αυτού, τον Άβελ. και εγένετο Άβελ ποιμήν προβάτων, Κάϊν δε ην εργαζόμενος την γην. Και εγένετο μεθ' ημέρας ήνεγκε Κάϊν από των καρπών της γης θυσίαν τω Κυρίω, και Άβελ ήνεγκε και αυτός από των πρωτοτόκων των προβάτων αυτού και από των στεάτων αυτών.


και επείδεν ο Θεός επί Άβελ και επί τοις δώροις αυτού, επί δε Κάϊν και επί ταις θυσίαις αυτού ου προσέσχε. και ελυπήθη Κάϊν λίαν, και συνέπεσε τω προσώπω αυτού. Και είπε Κύριος ο Θεός τω Κάϊν' ίνα τί περίλυπος εγένου, και ίνα τί συνέπεσε το πρόσωπόν σου;


ουκ εάν ορθώς προσενέγκης, ορθώς δε μη διέλης, ήμαρτες; ησύχασον'>> (Γεν. Α'. 1-7). Μόλις σταμάτησε ο γέροντας την από στήθους απαγγελίαν της ανωτέρω αγιογραφικής περικοπής, τον αγκάλιασε σεμνώς ο Λούβαρις και τον εφίλησε γεμάτος χαρά, διότι ένοιωσε διάχυτη την χαράν του Αγίου Πνεύματος στον ανυπόδητον συνομιλητήν του.


Ο γερο-Αββακούμ του ανέφερε εν συνεχεία δύο ακόμη Γραφικά χωρία που ομιλούν διά το θέμα του και τα οποία ευρίσκονται στις Παροιμίες του Σολωμόντος' το ένα έλεγε: <<Καρδία ορθή ζητεί αίσθησιν...>> (15, 14) και το δεύτερον: <<Ο ζητών τον Κύριον ευρήσει γνώσιν μετά δικαιοσύνης, οι δε ορθώς ζητούντες αυτόν ευρήσουσιν ειρήνην>> (16, 8).


Στο τέλος της συναντήσεως αυτής ο Λούβαρις αναγκάσθηκε να ομολογήση: <<Αυτός γνωρίζει πράγματα, τα οποία γνωρίζουν συνήθως μόνο Καθηγηταί Πανεπιστημίου. Αυτός μπορεί να κάνει κάθε σοφό να ντρέπεται.


Είναι πτωχός αλλά κατέχει περισσότερα απ΄ό,τι όλοι οι σοφοί και διανοούμενοι του κόσμου. Αυτός είναι πραγματικά φωτισμένος>>. Είναι περιττόν να τονισθή μετά πόσου θαυμασμού έκτοτε ο Λούβαρις περιέβαλλε τον γέροντα, συνεχώς στέλλοντάς του χαιρετισμούς με τους γνωστούς του, που ήρχοντο εις τον Άθωνα.


Το 1958 τον επεσκέφθη ο άρχων διδάσκαλος του Γένους, ο επίτιμος Διευθυντής του Λυκείου Κοραής της Κρήτης Ε. Πετράκης, ο οποίος του πήρε την κατωτέρω συνέντευξιν.


-Πάτερ Αββακούμ είπατε ότι για να γίνη κανείς μοναχός πρέπει να έχη κλήσιν από τον Θεόν, πρέπει να έχη φυσικήν προδιάθεσιν προς τούτο. Ποία είναι η ουσία της μοναχικής αυτής κλήσεως;


Απ: Η αγάπη του Χριστού εκδηλουμένη διά ταπεινώσεως και υπακοής.


Ερ: Αφού δεν έρχονται τώρα αρκετοί να αφιερωθούν στην αγάπη του Χριστού, δεν θα έπρεπε να προσαρμοσθούν οι Κανονισμοί προς τας σημερινάς συνθήκας;


Απ: Αν για να προσελκύσωμεν ανθρώπους που δεν έχουν κλήσιν από τον Θεόν κάναμε αβαρίας και αλλάζαμε τους κανόνας, θα κάναμε ό,τι και οι Φαρισαίοι που περιήγον την θάλασσαν και την ξηράν του ποιήσαι ένα προσήλυτον, και όταν το πετύχαιναν τον έκαναν <<υιόν γεέννης διπλότερον αυτών>>, δηλαδή θα καταστρέφαμε τους ανθρώπους αυτούς.


Δεν γίνεται κανείς μοναχός αν δεν τό' χει εκ φύσεως στην ψυχή του.


Ερ: Τί θα απογίνουν, πώς θα σωθούν, οι πολλοί εκείνοι που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να έλθουν εδώ;


Απ: Όσοι δεν έχουν έμφυτον την κλίσιν προς τον μοναχικόν βίον, δηλαδή ο πολύς κόσμος, δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν θα δοκιμάσουν την χαράν του Χριστού.


Έκαστος άνθρωπος έχει το τάλαντόν του από τον Θεόν και θα κριθή σύντομα με την χρήσιν που θα του κάνη. Εις το ζήτημα δε αυτό ουσιώδης παράγων είναι η συναίσθησις της αμαρτίας, η μετάνοια.


Το 1975 σε δύο φοιτητάς θα ομολογήση: <<Εγώ έχω όλη μου την ζωή με τον Χριστόν! Δεν θέλει ο Χριστός γηροκομεία>>. Η συζήτησις ήτο για την αφιέρωσι και τους αφιερωμένους στον Μοναχισμόν, και με όλη την απλότητα ο γέρων είπε τους μεγάλους αυτούς λόγους, που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να επαναλάβη άλλος Αγιορείτης.


Λέγοντας αυτά ήθελε να τονίση, ότι ο μοναχός πρέπει να αφιερούται σχετικά νέος, διότι όταν γηράση δεν είναι εύκολον ούτε για τον ίδιον, ούτε για την Μονήν που θα τον δεχθή, χωρίς βεβαίως να αποκλείωνται αι εξαιρέσεις.


Ιούνιον του 1952 ειδοποιήθη η Μονή Μ. Λαύρας ότι θα την επισκεφθούν οι τελειόφοιτοι της Θεολ. Σχολής Αθηνών με επικεφαλής τον καθηγητήν Ι. Καρμίρην.


Η γεροντία διέταξε τον π. Αββακούμ να έχη καθ' όλα έτοιμη την τράπεζαν διά την υποδοχήν, διότι από το 1948 σχεδόν είχε αναλάβει το διακόνημα αυτό, αφού σταμάτησε την συνεχή παραμονή του στην Βίγλαν.


Ήταν Τετάρτη και και ο γέροντας δούλευε στο κελλί του στον Άγιον Φανούριον, βγάζοντας πέτρες με το λοστάρι του και ξεχωρίζοντας το κοκκινόχωμα το κατάλληλο για χτίσιμο.


Θα ήταν περίπου δέκα το πρωί, όταν άκουσε καθώς δούλευε μια φωνή να του λέη εντός του προστακτικά: <<Να πας στο Μοναστήρι>>. Σύμφωνα με το πρόγραμμα οι φοιτηταί θα ήρχοντο το Σάββατον και ήταν ακόμη Τετάρτη. 


Απόρησε ο γέροντας και στάθηκε διστακτικός, αλλά η φωνή συνέχιζε να τον προσκαλή: <<Να πας στο Μοναστήρι>>. <<Αμέσως πλύθηκα>>, λέει ο π. Αββακούμ <<και μπήκα στο κελλί μου για να ετοιμασθώ.


Τότε βλέπω ότι η εικόνα του Χριστού που ήταν στον τοίχο έλαμπε και ακτινοβολούσε. Τί θαύμα! Χριστέ μου, βοήθησέ με>>, ψιθύρισαν τα χείλη του. Λίγο πριν το μεσημέρι είχε φθάσει στο Μοναστήρι, όταν δέχθηκε αμέσως τον έλεγχο ενός εκ των προϊσταμένων, διότι πριν λίγη ώρα είχαν έλθει εκτάκτως οι φοιτηταί, λόγω αλλαγής προγράμματος.


Δεν πρόλαβε να δικαιολογηθή ο γέροντας, όταν άλλος προϊστάμενος της Μονής του είπε να πάη να φορέση <<τα καλά του>>, διότι θα ωμιλούσε στην τράπεζα προς τους φοιτητάς.


Έτσι σε λίγη ώρα στην μεγάλη τράπεζα της Λαύρας αντί αναγνώσεως κατά την ώρα του γεύματος, άρχισε ο π. Αββακούμ το κήρυγμά του. Μίλησε περίπου 2 ώρες! Το θέμα του ήτο περί παρθενίας κατά την διδασκαλίαν των Πατέρων, πλαισιωμένα από ολόκληρα κεφάλαια εκ της Καινής και Παλαιάς Διαθήκης. 


<<Οι φοιτηταί είχαν σταματήσει το φαγητό και έγραφαν>>, λέει χαμογελώντας ο γέροντας. Τότε, μετά το φαί, ο Καρμίρης είπε. <<Να βάλετε όλοι μετάνοια στον Γέροντα>>.


Αφού τον εχαιρέτησαν κληρικοί και λαικοί σπουδασταί, ο Καρμίρης πρόσθεσε: <<Θεία Χάρις! μνήμη απέραντος, ούτε άκουσα, ούτε θα ξανακούσω>>. Ημέρες ευλογημένες, όπου το Όρος δεν είχε πτυχιούχους και μορφωμένους μοναχούς στα μέλη του, αλλά χαριτωμένους Αββακούμ, πλήρεις πίστεως και έργων αρετής.


Όλοι οι σημερινοί λόγιοι του Όρους να μαζευθούν, ένα Αββακούμ δεν κάνουν! Το θλιβερώτερον είναι ότι απουσιάζει και η συναίσθησις της πτωχείας μας' νομίζουμε ότι το Όρος ανθεί, ενώ στην ουσία μαραίνεται και φθίνει από όλες τις απόψεις...



Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )


Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σειρά αναρτήσεων εκ του βιβλίου
του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+ 2007),
<<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>,
εκτύπωση - βιβλιοδεσία ΑΘΗΝΑ Α.Ε., έκδοσις δ', σελ. 48-54, 
Αθήναι 2002.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 4ον)

 




Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου

του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α':
<<Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα - Η Ασκήτρια της Κλεισούρας 1886-1974>>,
έκδοση <<Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής>>,
Φυλή Αττικής 1998.
Ανάρτηση 4η, σελ. 50-57.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.




<<Μικρά Είσοδος στον θαυμαστό κόσμο μιας σύγχρονης Αγίας>>



Ευρίσκομαι στην σκιά της Αγιονορείτικης Εικόνας <<Άξιον έστιν>> πολλούς μήνες τώρα... Το καντηλάκι Της ανάβει ακοίμητο... Ζήτησα την Χάρι Της και δεν με παρέβλεψε... Εργάζομαι τόσο καιρό και δεν απόκαμα... Ουράνια χαρά με πλημμύριζε συνεχώς και λαχτάρα να ολοκληρώσω την προσπάθεια... Ήμουν μέσα σ' έναν <<Κήπο Χαρίτων>>... Η ευωδία των αρετών της Αγίας Γεροντίσσης μ' έκανε να λησμονήσω την κόπωσι και τις δυσκολίες... Μπροστά μου είχα μικρά τεμάχια των Λειψάνων της'  λίγα από τα μαλλάκια της'  χώμα από το μνήμα της'  ένα μέρος από το τσεμπέρι της'  και μία κάρτα με την Εικόνα και το Μοναστήρι της Παναγίας Κλεισουργιωτίσσης... Η γνωριμία μου μαζί της ήταν ένας σταθμός στην πνευματική μου πορεία. Μετά την κοίμησί της, το 1974, επιθυμούσα διακαώς να γράψω ό,τι γνώριζα για τον θαυμαστό κόσμο αυτής της σύγχρονης Αγίας. Θα ήταν ίσως οικονομία Θεού που τώρα, είκοσι πέντε περίπου χρόνια μετά την είσοδό της στην αιώνια κατάπαυσι, αξιώνομαι τελικά να προσφέρω στις φιλόθεες ψυχές αυτήν την εργασία. Η καθυστέρησις έγινε αιτία να συγκεντρώσω νέο υλικό που φωτίζει από κάθε πλευρά την αγιασμένη προσωπικότητα της δούλης του Θεού Μυρτιδιωτίσσης Μοναχής. Στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας μετά την ενανθρώπισι του Σωτήρος μας, ο κοσμικός περίγυρος απειλεί να μας συνθλίψη μέσα στις συμπληγάδες της αλαζονείας και της σαρκικότητος. Η οδηγητική μορφή της γενναίας Ασκήτριας ας μας φωτίζη στο σταυροαναστάσιμο μονοπάτι της εσωτερικής συντριβής, της χαρμολύπης, της υπομονής, της ελπίδος, της ευσπλαχνίας... Προσπάθησα να εισδύσω στα άδυτα ενός θαυμαστού κόσμου, να προσεγγίσω ό,τι κρυβόταν κάτω από την εξωτερική ασημότητα μιας καταφρονεμένης γυναίκας. <<Τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλούσια>>... Ένας θησαυρός κρυμμένος στα ράκη, την ατημελησιά, την τραχύτητα... Συνεχής αφάνεια, για να φανερωθή ο Θεός'  τόπος θεοφανείας για τους ταπεινούς... Έντιμη ενώπιον του Θεού και πολύτιμο σκεύος των θαυμασίων Του... Ζούσε από τώρα μυστικά την δόξα της Βασιλείας... Ανήκε στον γνώριμο χορό που μας συνεπαίρνει με την φωτεινή ομορφιά του και μας δίνει κουράγιο με τις <<παραδοξότητες>> και <<αντινομίες>> του... <<Γίγαντες ταπεινοί>>'  συναρπαστικοί στην δόξα και την απλότητά τους'  κατανυκτικοί στην αγιότητα και την μετάνοια'  γενναίοι στην άσκησι και την ευγένεια'  αθώοι στον πόνο και στην συγχωρητικότητα'  ελεύθεροι στην υπακοή και την αγνότητα'  αστραπηβόλοι στο βλέμμα και το δάκρυ τους'  αρχοντικοί στον λόγο και την πράξι... Η κοινωνία μας μαζί τους, κοινωνία με τον Κύριό μας, με την Ελπίδα μας... Όσο θα υπάρχουν Άγιοι ανάμεσά μας, έστω και άγνωστοι στους πολλούς, θα υπάρχη ελπίδα... Και εφ' όσον πάντοτε θα υπάρχουν Άγιοι ως την <<Αποκάλυψιν>> Εκείνου, πάντοτε θα υπάρχη ελπίδα... Και έχουμε τόσο ανάγκη από ελπίδα... Και η <<ελπίς ου καταισχύνει>>... Αυτή ας είναι η παρηγοριά μας στο κατώφλι της τρίτης χιλιετίας...



+ Ο  Ω. & Φ. Κ.


27.1.1998 εκ. ημ.

Ανακομιδή Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου





ε κ  τ ο υ  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )

Χρόνια οδυνηρά... Ο Άγιος Γεώργιος, επάνω από το άλογό του, προτρέπει την Σοφία σε υπομονή... Ήδη είχε περάσει τα τριάντα... Αρρωσταίνει βαρειά... Για οκτώ ημέρες <<φεύγει>> από τον κόσμο αυτό...


Οι γύρω της νομίζουν ότι πέθανε... Όμως κάποιο μυστήριο συντελείται: η ψυχή της μεταφέρεται στον ζοφερό άδη και βλέπει τις κολάσεις των δυστυχισμένων...


Οι <<λαλίες>> των κολασμένων διατηρήθηκαν νωπές στα αυτιά της για όλη της τη ζωή... Απεγνωσμένες κραυγές από ανδρόγυνα που <<χάλασαν>> τις Κυριακές και Εορτές, από συγγενείς που είχαν ζήλεια μεταξύ τους, από εκείνους που δεν κρατούσαν Τετράδες και Παρασκευές και Σαρακοστές... 


Ύστερα μεταφέρεται στον φωτεινό Παράδεισο: εκεί χαρά μεγάλη, ψαλμωδίες μελωδικές, Άγιοι και Δίκαιοι, ευφροσύνη και μακαριότης!... Ήταν ένα ακόμη ουράνιο μήνυμα, ότι <<πάντα του κόσμου καπνός και σκιά>>;... 


Όλα αυτό έδειχναν... Έτσι, μέσα σ' αυτόν τον ανεμοστρόβιλο της ματαιότητος της ζωής, που φέρνει σε λίγη ώρα τα πάνω κάτω, που σβήνει όνειρα και διαλύει τα πάντα μεταφέροντας τα τραγικά συντρίμμια γοργά σε ξένους τόπους, φθάνουμε στο 1923...


Ένα καράβι μεταφέρει την Σοφία μαζί με άλλους πρόσφυγες στην Ελλάδα... Κάποια στιγμή αρχίζει η ανησυχία... Όσο περνάει η ώρα, αυξάνεται... Ο καιρός αγριεύει... Κίνδυνος για ναυάγιο...


Ήταν ημέρα νηστείας... Και όμως οι δύστυχοι Πόντιοι δεν πρόσεχαν... Δεν κρατούσαν την νηστεία και τόσα άλλα... Η Σοφία τους ήλεγξε αυστηρά για την αμαρτία τους αυτή...


Ύστερα στενοχωρημένη και αποκαμωμένη, γέρνει λίγο σε μία άκρη στο κατάστρωμα και αποκοιμιέται. Διηγείται αργότερα: -Βλέπω την Παναϊα... Ήταν πολλά ωραία... Με τον Μανδύα Της σκέπαζε το πλοίο...


Μου λέει: <<Σοφία, γλυτώνω το καράβι, γιατι πάνω σ' αυτό υπάρχει τόση πίστι>>... Κι' άνοιξε τα χέρια Της γύρω στο μισό μέτρο... -Και η Παναϊα μου είπε σοβαρά: <<Όταν θα φθάσετε στην Ελλάδα, νάρθης στο Μοναστήρι μου>>...


Οι συγγενείς της Σοφίας, όσοι απομείναν, μετά από μία δραματική οκτάχρονη περιπέτεια (Ρωσία: 1916-1917, Λαύριο: 1919-1921), Δραπετσώνα: 1921-1923), την <<ανακαλύπτουν στον προσφυγικό καταυλισμό της Θεσσαλονίκης.


Και σε λίγο μεταφέρονται όλοι στις αγροτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας. Χωριά ολόκληρα γεμίζουν από Πόντιους, αναζωογονούνται, αλλά επίσης δημιουργούνται και νέοι συνοικισμοί με ονόματα Ποντιακά.


Οι πονεμένοι πρόσφυγες θέλουν να θυμούνται τις παληές πατρίδες τους, τις πατρογονικές εστίες. Η Σοφία μένει για λίγο με την συννυφάδα της στην Άρδασσα, κοντά στην Πτολεμαϊδα.


Ο Λάζαρος Χορτοκοπίδης, αδελφός του χαμένου συζύγου της, έχει εγκατασταθεί εκεί. Ο εγγονός του Κωνσταντίνος, από την κόρη του Παρθενία, μένει σήμερα στην Άρδασσα.


Η ενάρετη Σοφία όμως δεν αναπαύεται, δεν μπορεί να ανεχθή την βλαστήμια και ασέβεια' <<παρωξύνετο το πνεύμα>> της... Αλήθεια, πόσο σκληρή είναι η καρδιά μερικών ανθρώπων...


Μετά από τέτοια τραγωδία, δεν κάμπτεται το υπερήφανο φρόνημα, δεν συντρίβεται το πνεύμα, δεν γλυκαίνει τον πόνο η αυτομεμψία και η μετάνοια... Έτσι φεύγει, πάει στην Αναρράχη...


Εκεί έμενε ο μεγαλύτερος αδελφός της με τα τρία του παιδιά, δύο αγόρια - τον Αβραάμ και τον Ισαάκ - και ένα κορίτσι. Χαροκαμένος και αυτός και ταλαιπωρημένος' η σύζυγός του είχε πεθάνει στην εξορία...


Στο ίδιο χωριό έμενε και η αδελφή της Σοφίας, η Συμέλα, χήρα και αυτή, η οποία στη νέα της τώρα πατρίδα ξαναπαντρεύεται. Το πνεύμα της Σοφίας είναι ανήσυχο...


Γύρω της πολύς ο πόνος: ορφανά, προσφυγόπουλα, χήρες με τα μωρά στην αγκαλιά, φτώχια και κακομοιριά... Η φιλάνθρωπη καρδιά της ματώνει... Τρέχει, βοηθάει, παρηγορεί, στηρίζει, κλαίει μετά κλαιόντων...


Φτάνει στο σημείο ακόμη και να ζητιανεύη, για να δίνη ελεημοσύνη... Όλοι την σέβονται και την επαινούν. Της προτείνουν να παντρευτή πάλι, αλλά αρνείται σταθερά.


Ο αδελφός της θέλει να μείνη κοντά στην μεγάλη φαμίλια του, για να τους προσέξη σαν μητέρα. Η Σοφία όμως τα άνω φρονεί; -Συ θα κάνης νύφες να σε προσέξουν... Εγώ θα πάω στο Μοναστήρι... Δεν μπορώ να καθήσω εδώ...


Γίνονται πολλά άσχημα... Η βλαστήμια και η ασέβεια δεν έλειπαν δυστυχώς ούτε από εκεί... Δεν την κρατάει τίποτε στον κόσμο' όλα την <<διώχνουν>> προς την έρημο...


Κάνει όμως λίγο κουράγιο και μένει στην Αναρράχη κοντά δύο χρόνια (1923-1924). Σύντομα η νύφη, σύζυγος του ανεψιού της Αβραάμ, αναλαμβάνει τα βάρη της οικογένειας. Τίποτε πια δεν την συγκρατεί...


<<Τίς δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω; Ιδού εμάκρυνα και ηυλίσθην εν τη ερήμω>>... Ευλογημένη έρημος!... Μητέρα της γαλήνης... Καταφύγιο των διψασμένων...


Λιμάνι της αγιότητος... Η Σοφία με τα φτερά της θείας αγάπης υψώνεται οριστικά πια από τα εγκόσμια... Πρώτη <<κατάπαυσις>> ερημική και στάδιο αρχικό των αγώνων της, ένα εξωκκλήσι, σωστό ερημητήριο, κάπου στην περιοχή της Φλωρίνης.


Η Σοφία έζησε εκεί ως ερημίτισσα αρκετούς μήνες μέχρι το 1926. Οι πνευματικές αναβάσεις της άγνωστες στους ανθρώπους... Γνωστές όμως και αρεστές στην Μητέρα του Θεού, η Οποία την είχε προορίσει για αλλού...


Η Ουράνια Βασίλισσα εμφανίζεται στο όνειρό της μέσα σε φως με πορφυρά ενδύματα: -Σοφία! δεν είναι εδώ η θέσις σου... Θα πας στο Μοναστήρι μου... -Ποιά είσαι συ;... ερωτά θορυβημένη. -Είμαι η Παναγία η Κλεισουργιώτισσα... 


-Εκεί δεν γνωρίζω κανέναν..., τολμά να ψελίσση η ασκήτρια. -Θα πας... Έχεις δυο ανεψιούς: ο ένας ο μεγάλος ο Αβραάμ κι' ο άλλος ο Ισαάκ... Θα σε πάη ένας από τους δύο... -Ιδού η δούλη Σου... Γεννηθήτω το θείο θέλημα... 


Επιστρέφει στην Αναρράχη και κάθεται για λίγο... Τελικά δηλώνει αποφασιστικά στους συγγενείς της: -Θα πάω στο Μοναστήρι της Κλεισούρας... Διέταξε η Παναϊα...


Ο Ισαάκ αναλαμβάνει με το γαϊδουράκι να οδηγήση την θεία του εκεί που ώρισε η Θεοτόκος. 1927... Σαράντα χρόνια κλείνουν πίσω, γεμάτα ταραχή και αγωνία, δάκρυ και πόνο και αίμα...


Τώρα μπροστά στην γενναία αυτή ψυχή, την Σοφία από τον Πόντο, ανοίγεται το στάδιο των πνευματικών αθλημάτων... Έχει να διασχίση το μεγάλο πέλαγος των πειρασμών και δοκιμασιών, για να προσορμισθή τελικά στους κόλπους του Αβραάμ με το πολύτιμο φορτίο των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.


Με αδάμαστο φρόνημα και εκπληκτική ανδρεία, θα αγωνισθή για πενήντα περίπου χρόνια εναντίον του σαρκικού φρονήματος, της ασθενικής γυναικείας φύσεως και των πονηρών πνευμάτων. Η Παναγία όμως πάντα δίπλα της... Αλλά και ο ένδοξος καβαλλάρης, ο Άγιος Γεώργιος... Γι' αυτό και τελικά θα κερδίση τον στέφανον της ζωής...




Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α':
<<Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα Η Ασκήτρια της Κλεισούρας 1886-1974),
έκδοση <<Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής>>,
Φυλή Αττικής 1998, σελ. 50-57.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ''ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ'' (ΜΕΡΟΝ 2ον)



Φωτογραφία από το σπήλαιο που ασκήτεψε 
ο Όσιος Ανδρέας ο Ερημίτης (1209-1282)
πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού
 <<Χαλκιόπουλοι>> της επαρχίας Βάλτου
 της Αιτωλοακαρνανίας.





Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου του
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου (1815-1894):
''ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ''.
Έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου, Αθήνα 1993, έκδοση εβδόμη, σελ. 22-26.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένων
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ





ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΕΚ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ


Ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος αποτελεί μια σημαντική μορφή της ρωσικής Ορθοδοξίας, ιδιαίτερα γνωστή για την πλούσια συγγραφική προσφορά και τον ηρωϊσμό της. Ο ηρωϊσμός αυτός εκδηλώθηκε κυρίως με δύο παράλογες για το ορθολογιστικό πνεύμα της εποχής μας πράξεις: Πρώτον, παραιτήθηκε από την επισκοπική του έδρα, για να ζήση ασκητικά. Και δεύτερον, αυτοφυλακίσθηκε και παρέμεινε επί εικοσιοκτώ ολόκληρα χρόνια έγκλειστος σ' ένα κελλί της ερήμου Βισένσκ! Ενώ όμως εγκατέλειψε χάριν της ησυχαστικής ζωής την αρχιερατική του διακονία, ο Κύριος του Αμπελώνος του ανέθεσε μια άλλη ποιμαντική, την <<ταχυδρομική ποιμαντική>>. Δεχόταν καθημερινά από είκοσι μέχρι σαράντα επιστολές, από διάφορα πρόσωπα και μέρη, με ερωτήματα επί ποικίλων θεμάτων. Και συνήθως απαντούσε σε όλες. Έτσι στο διάστημα των εικοσιοκτώ ετών της έγκλειστης ζωής του έγραψε χιλιάδες επιστολές που διακρίνονται για την απλότητα, την φυσικότητα και τη ζωντάνια τους. Οι επιστολές αυτές πρόσφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν καθοδήγησι και παρηγορία σε αναρίθμητες ψυχές. Πολλές είχαν εκδοθή σε τόμους ενώ ακόμα ζούσε. Μια δειγματοληπτική επιλογή απ' αυτές προσφέρουμε κι εμείς στο ελληνικό κοινό, μέσα από τις σελίδες του παρόντος βιβλίου. Το περιεχόμενο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται κυρίως σε θέματα απλά, πρακτικά, της καθημερινής πνευματικής ζωής, σαν απαντήσεις σε αντίστοιχα ερωτήματα των πιστών. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται κυρίως σε θέματα πίστεως. Η σύντομη βιογραφία του οσίου που ακολουθεί, είχε συμπεριληφθή και στην προγενέστερη έκδοσί μας <<Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Προς τις αδελφές Μοναχές>>. Κρίναμε όμως σκόπιμο να τη συμπεριλάβουμε και στην παρούσα έκδοσι, που είναι γενικωτέρου ενδιαφέροντος.




Προσευχή


Επιθυμείτε να μάθετε κάτι σχετικό με την προσευχή. Τί θα μπορούσα να σας πω που να μην το ξέρετε; Πλησιάζοντας κανείς τον Κύριο αμέσως νιώθει την ανάγκη να προσευχηθή.


Σ' αυτό βοηθούν οι εκκλησιαστικοί ύμνοι και τα προσευχητάρια. Καθώς όμως προσεύχεται κανείς, διαπιστώνει ότι η προσευχή του διασπάται και διάφοροι λογισμοί απασχολούν την ψυχή. Τότε χρειάζεται αγώνας.


Όσο περισσότερο αγωνίζεται κανείς να συγκρατήση τον νου, τόσο και η προσευχή γίνεται περισσότερο καθαρή. Η ψυχική ατμόσφαιρα δεν καθαρίζεται τελείως αν δεν ανάψη η πνευματική φλόγα.


Αυτή είναι δώρο της θείας Χάριτος. Όταν ανάψη, η ακατάσχετη φλυαρία των λογισμών σταματά. Συμβαίνει στην ψυχή ό,τι συνέβη και στην αιμορροούσα, μόλις άγγιξε το ένδυμα του Κυρίου: <<Έστη η ρύσις του αίματος αυτής>> (Λουκ. 8, 44).


Στην κατάστασι αυτή η προσευχή τείνη να γίνη αδιάκοπη, αδιάλειπτη. Εδώ ασκείται συστηματικά η προσευχή του Ιησού, η συνεχής επανάληψις του <<Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με>>.


Έως εδώ φθάνει κανείς με την δική του προσπάθεια. Απ' εδώ και πέρα η θεία Χάρις επεμβαίνει περισσότερο δραστικά. Η προσευχή δίνεται από τον Θεό και δεν απορρέει από την ψυχική διάθεσι του ανθρώπου.


Εισέρχεται μέσα του το πνεύμα της προσευχής και γεμίζει το εσωτερικό της καρδιάς του. Η ψυχή τότε αναβλύζει μόνη της την προσευχή. Βρίσκεται στην επήρεια του πνεύματος της προσευχής. Εδώ υπάρχουν δύο στάδια:


Στο πρώτο η ψυχή τα αισθάνεται και τα διακρίνει όλα. Βλέπει γύρω της, νοιώθει την κατάστασί της, κυβερνά τον εαυτό της, μπορεί ακόμη και να διακόψη την επίσκεψι της χάριτος του πνεύματος της προσευχής.


Στο δεύτερο στάδιο, καθώς διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες και ιδιαίτερα ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος, έχουμε μια εντελώς διαφορετική κατάστασι. Η ψυχή, μεθυσμένη από την θεία Χάρι, παύει να αισθάνεται γήϊνα και τα αισθητά.


Αδυνατεί να ελέγχη τον εαυτό της και να επηρεάζη την κατάστασι στην οποία βρίσκεται. Αναφέρεται στα πατερικά κείμενα ότι κάποιος άρχισε την προσευχή το βράδυ, περιήλθε σ' αυτή την κατάστασι και συνήλθε το πρωϊ.


Σ' άλλους η κατάστασις αυτή συνωδευόταν με λάμψι στο πρόσωπο ή μια ακτινοβολία γύρω τους. Σ' άλλους με αιώρησι πάνω από το έδαφος. Ο απόστολος Παύλος σ' αυτή την κατάστασι <<ανήλθε μέχρι τρίτου ουρανού>>.


Και οι άγιοι Προφήτες με τον τρόπο αυτό μετέφεραν τις βουλές του Θεού. Θαυμάστε το έλεος του Κυρίου. Λίγο κοπιάζει κανείς και σε τι ύψη αξιώνεται ν' ανεβή! Γι' αυτό πρέπει να ενθαρρύνουμε κάθε αδελφό:


Αγωνίζου, αξίζει τον κόπο!>>. <<Ποτέ μην προσεύχεσθε βιαστικά. Να προσεύχεσθε με έντονη συμμετοχή του νου και της καρδιάς στα νοήματα της προσευχής. Να προετοιμάζεσθε πριν από την προσευχή μαζεύοντας τις σκέψεις και προσπαθώντας με συγκεντρωμένη προσοχή να σταθήτε ενώπιον του Κυρίου.


Βασική προϋπόθεσις μιας καλής προσευχής είναι η μετάνοια. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ο Θεός <<πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ουκ εξουδενώσει>>.


Σε κάθε προσευχή θυμηθήτε τις αμαρτίες, στις οποίες πέσατε. Τί προσπαθώ να κατορθώσω με την προσευχή; Να θερμανθή η καρδιά από αγάπη προς τον Θεό και να διατηρήται έντονη η αίσθησις της παρουσίας του Θεού.


Σ' αυτό βοηθεί πολύ η προσευχή του Ιησού: <<Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν>>. Συχνά να λέτε αυτή την προσευχή, μέχρις ότου η γλώσσα συνηθίση να την επαναλαμβάνη μόνη της.


Για να προοδεύση κανείς στην προσευχή πρέπει να προσπαθή να στολίση την καρδιά του με όλες τις αρετές. Προπαντός με την ταπείνωσι, την μετάνοια και την αυταπάρνησι. Ο Θεός όλα τα βλέπει και όλα τα ακούει.


Γνωρίζει όλα τα μυστικά μας. Γι' αυτό ας καθαρίσουμε κάθε κηλίδα του εαυτού μας. Και όποτε μας έλθη στο νου ή στην καρδιά ή στις αισθήσεις κάτι το ακάθαρτο, αμέσως ας το απομακρύνουμε και αμέσως ας καταφύγουμε στην προσευχή>>.


<<Κάθε αναφορά του νου και της καρδιάς προς τον Θεό είναι πραγματική προσευχή. Εάν, καθώς εργάζεσθε, ενθυμήσθε τον Θεό, αυτό αποτελεί προσευχή. Ο Μ. Βασίλειος θέτει το ερώτημα:


<<Πώς οι απόστολοι μπορούσαν να προσεύχωνται αδιάλειπτα;>>. Και δίνει την απάντησι: <<Σ' όλες τις εκδηλώσεις τους είχαν την σκέψι τους στον Θεό και ζούσαν διαρκώς αφωσιωμένοι σ' Αυτόν.


Αυτή η εσωτερική τους διάθεσις αποτελούσε αδιάλειπτη προσευχή>>. Εσείς που ζήτε μέσα στον κόσμο, πρέπει αφ' ενός ν' απομακρύνετε από την καρδιά σας κάθε αμαρτωλό λογισμό και αφ' ετέρου ν' αφιερώνετε στον Θεό όλες σας τις δραστηριότητς.


Αυτή η αναφορά στον Θεό μετατρέπει κάθε πράξι σε προσευχή. Αναφέρει η Αγ. Γραφή ότι το αίμα του Άβελ βοά προς τον Θεό. Κατά παρόμοιο τρόπο και τα έργα που αφιερώνονται στον Θεό, βοούν προς Αυτόν.


Κάποτε πρόσφεραν σ' έναν στάρετς εκλεκτό φαγητό. Μόλις το πήρε, είπε: <<Τί άσχημα που μυρίζει...>>. Τον ρώτησαν: <<Πώς συμβαίνει αυτό;>>. Και αυτός τους εξήγησε ότι το έστειλε άνθρωπος χωρίς καλή διάθεσι και ζωή.


Κάθε έργο εμποτίζεται μ' εκείνα τα αισθήματα με τα οποία πραγματοποιείται. Όσοι έχουν καθαρή καρδιά το αισθάνονται αυτό. Όπως ευωδιάζουν τ' άνθη, έτσι ευωδιάζουν τα έργα που γίνονται με καλή προαίρεσι.


Η ευωδία των καλών έργων υψώνεται προς τον ουρανό, όπως το θυμίαμα. Οι δοκιμασίες σας δεν σταμάτησαν. Νομίζετε ότι μάταια το επιτρέπει αυτό ο Θεός; Το επιτρέπει επειδή σας αγαπά.


Με την δοκιμασία σας καθαρίζει, σας κάνει αστραφτερούς σαν διαμάντι στον ήλιο. Σας εξομαλύνει ακόμη τον δρόμο για την βασιλεία των ουρανών. Η άμαξα με την οποία φθάνει κανείς εκεί είναι η υπομονή. Και στην υπομονή μόνο με τις δοκιμασίες μπορεί κανείς να την αποκτήση. Γι' αυτό ακριβώς και στέλνονται>>.




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένων
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου του
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
''ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ''.
Έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου, Αθήνα 1993, έκδοση εβδόμη, σελ. 22-26.



Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

 



( Ε κ   τ ο υ   π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )





ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'

Το προορατικόν της Αγίας


Ακούσατε και έτερον προ της τελευτής της Οσίας τε τελεσιούργημα. Άνθρωπος, τις φίλος της και γνώριμος, αγαθός, ευλαβής και φιλόχριστος, Χριστόφορος ονόματι, ήρχετο πολλάκις εις την Μονήν, και τον υπεδέχετο, και συναναστρέφετο ηξεύρουσα πως ήτο ενάρετος.


Μίαν ημεραν λοιπόν όπου ήλθε και συνωμίλησαν, ώραν πολλήν, όταν ήθελε να φύγη έβαλε μετάνοιαν κατά την συνήθειαν ζητώντας συγνώμην, η δε Αγία είπεν αυτώ.


-Άπελθε, τέκνον, ο Κύριος να αναπαύση μετά των δικαίων το πνεύμα σου. Ταύτα ακούσας εκείνος έμεινε σύντρομος και περίλυπος, διότι εκατάλαβεν ως φρόνιμος, ότι δεν έλεγεν η Οσία ταύτα χωρίς τινα έννοιαν.


Όταν τον είδε ταραγμένον επροφασίσθη, πως ήτον ο νους της εις άλλο και διά τούτο ταύτα ελάλησε. Και αφού ικανώς τον επαρηγόρησε, τον απέστειλεν ειε τον οίκον του.


Και απήλθε χωρίς να έχη ποσώς κανένα σημείον ασθενείας, αλλά όλος υγιής και άνοσος. Όταν έφθασεν εις τον οίκον του έφαγε καλά. Και την ώρα του εσπερινού έπεσε και εξέψυξεν έξαφνα.


Αλλά τούτο κανείς ακόμη δεν ήξευρε, μόνον η Αγία από Άγιον Πνεύμα, διά τούτο του είπε τα προρρηθέντα λόγια. Μία, δε από τας αδελφάς, όπου έτυχεν εκεί, όταν ταύτα ελάλησε της είπε:


Διατί, Κυρία μου, είπες τον λόγον εκείνον εις τον Χριστοφόρον και απήλθε περίλυπος; Η Αγία της λέγει: Μη νομίσης πως το είπα ούτω απλώς ως έτυχεν'


αλλά διότι έβλεπα ένα νέον λαμπρόν, όπου έστεκεν οπίσω σου, και εκράτει ηκονημένον δρέπανον, και άλλοι τινες πλησίον του, οίτινες εμετρούσαν τους χρόνους της ζωής του


με τα δάκτυλα και απεφάσισαν ότι η υστερινή του ημέρα είναι σήμερον, και αν δεν πιστεύης κάλεσον την δούλη Ευήθειαν να υπάγη εις τον οίκον του, να ιδή ότι απέθανε.


Έστειλαν λοιπόν και τον εύρον αποθαμένον' όθεν όλαι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν, πως τας ηξίωσε να έχωσι τοιαύτην διδάσκαλον. Από τότε επρόσεχον εις τους λόγους της και όταν έλεγε τινός, ο Θεός να τον αναπαύση αυτήν την ημέραν ετελειώνετο.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'
Προς το ταξείδιον των ουρανών


Αλλά και αυτή άνθρωπος, ήτον έπρεπε λοιπόν να πληρώση το χρέος της, το οποίον ο ρηθείς Άγγελος, της εφανέρωσε λέγοντας: Ήξευρε, ότι τον ερχόμενον χρόνον, την 28ην του παρόντος μηνός, όταν εορτάσης τον μάρτυρα Παντελεήμονα, έρχεσαι να παρασταθής εις τον θρόνον της θεότητας.


Είχε δε τότε 26 ο Ιούλιος, και εώρταζαν εις το Μοναστήριον της Αγίας του Αρχαγγέλου τα εγκαίνια, ότι αυτήν την ημέραν, τον ναόν ωκοδόμησαν, και τον εγκαινίασαν.


Τον άλλον χρόνον πάλιν, όταν εώρτασε ταύτην την πανήγυριν και του Αγίου Παντελεήμονος εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια, νηστεύουσα κατά την τάξιν μίαν εμδομάδα πρότερον και προσευχομένη,


χωρίς να γευθή, και ύδωρ ολότελα, μόνο το θαυμάσιον εκείνο μήλον, όπου της έστειλεν η ηγαπημένος μαθητής του Δεσπότου Χριστού από τον Παράδεισον, με τα άλλα δύο καθώς ανωτέρω είπομεν.


Το έφαγεν εις δόξαν Θεού, όταν εγνώρισε πως ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον Νυμφίον της, ότι προτήτερα δεν ηθέλησε να το φάγη διά να το έχη εις ταύτην την εξορίαν παρηγορίαν,


εις πάσαν αθυμίαν, όπου να είχε καμμίαν φοράν ως άνθρωπος  ή και από τας μοναχάς λύπην τινά ή παράπονον, τότε το ελάμβανον εις τας χείρας της και από την άμετρον αυτού ευωδίαν


εξηφανίζετο πάσα πικρία, και ετρέπετο η πολλή της λύπη εις αγαλλίασιν και εχαίρετο η πανολβία, ενθυμουμένη ποταπήν απόλαυσιν έμελε να κληρονομήση εις την ουράνιον Βασιλείαν πάντοτε.


Τότε πάλιν, όταν το έτρωγεν επληρώθη ευωδίας θαυμασίας όλον το Μοναστήριον. Η Οσία μετά την του μήλου μετάληψιν ήλθεν εις αγωνίαν, φοβουμένη τον θάνατον και κυττάζουσα προς τον ουρανόν έκλαιεν.


Αι Μοναχαί μη γνωρίζουσαι την αιτίαν του πάθους, ομοίως έκλαιον, και την ηρώτησαν τί είχεν. Εκείνη απεκρίθη: -Σήμερον, τέκνα μου, ταξιδεύω από τούτον τον κόσμον και πλέον δεν με βλέπετε, ότι ήλθεν η ώρα να υπάγω εις την ζωήν την αιώνιον.


Ψηφίσατε Προεστώταν την κυρίαν Μαρίαν, ότι ο Θεός την προέκρινεν, ήτις θέλει να σας κυβερνήσει θεάρεστα. Σπουδάσατε να περιπατήσετε την στενήν και τεθλιμμένην οδόν διά να εύρετε ευρυχωρίαν εις τον Πράδεισον' 


μισήσατε τας ψυχάς σας, διά να τας κερδίσετε κατά την θείαν πρόσταξιν. Μη κάμνετε ποτέ της σαρκός το θέλημα, αλλά το του Θεού ότι μόνον Εκείνος δύναται να σας βοηθήση την ώραν της κρίσεως.


Αυτά και έτερα ψυχωφελή λέγουυσα την τελευταίαν ώραν εσήκωσε προς τον ουρανόν τας χείρας και όμματα και προσηύξαυο ταύτα προς Κύριον: <<Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ,


Υιέ του Θεού ου ζώντος, ο ποιμήν ο καλός όπου μας ελύτρωσες με το πανάγιον και πολύτιμον αίμα Σου, εις τας αγίας Σου χείρας παραδίδω τούτο το μικρόν Σου ποίμνιον.


Σκέπασέ το με την σκέπην των πτερύγων Σου, και διαφύλαξον αυτό από τας επηρείας του δαίμονος. Ότι Συ είσαι ο αγιασμός ημών και λύτρωσις, και Σοι την ευχαριστίαν αναπέμπομεν, και δοξολογούμεν Σε πάντοτε>>.


Ταύτα προσευξαμένη εκάθισε, και αρχίζει να χαμογελά βλαίπουσα τους αγίους Αγγέλους, όπου την εχαιρέτησαν, και παρευθύς έλαμψε το πρόσωπόν της ως ο ήλιος, τότε έκλεισε (ώσπερ να εκοιμάτο) τα όμματα και ούτω παρέδωκε την ιεράν της ψυχήν προς Κύριον, ζήσασα χρόνους εκατόν τρεις.


Έδειχνεν όμως ως νέα και εύμορφος, η διά το χάρισμα της παρθενίας, όπου δεν εγνώρισεν κόσμον η κοσμία και πάνσεμνος, η μάλλον να ήτο η χάρις από τον Θεόν εξαίρετος, να μείνη εις αυτήν έως τέλους αυτή η ευμορφία και το κάλλος του σώματος να μαρτυρά την της ψυχής ωραιότητα.


Ηξιώθη και άλλης χάριτος από τον ουράνιον Νυμφίον της. Όταν παρέλαβε η Οσία την Ηγουμενίαν παρέλαβε 30 αδελφάς και όταν εκοιμήθη αφήκεν 100. Έγινεν από τας αδελφάς κλαυθμός και οδυρμός άμετρος.


Και πρεπόντως εθρήνησεν, τοιαύτης μητρός υστέρησιν' ου μόνον δε αυταί, αλλά και η πόλις, όλη σχεδόν εσυνάχθη, και εξόχως συγκλητικαί και αρχόντισσαι και παν γένος και ηλικία έδραμον άπαντες, όσοι ήκουσαν την αγίαν αυτής μετάστασιν, να ασπαθούν προς αγιασμόν το Άγιον αυτής και σεβάσμιον λείψανον.


Τόσον δε πλήθος συνήχθη ανδρών και γυναικών, όπου δεν εχώρει το Μοναστήριον, ούτε να το ενταφιάσουν ηδύναντο, έως ότου ενύκτωσε και τότε μετά βίας ετέλεσαν τα ειθισμένα τη τάξει της Εκκλησίας μας.


Είχαν μύρα ευωδέστατα, πολύτιμα και μοσχοθυμιάματα, όπου τα έφεραν οι Αρχιερείς κατά την συνήθειαν αμή τόση ευωδία έβγαινεν από το τίμιον εκείνον και πανσέβαστον λείψανον, όπου εκάλυψεν ασυγκρίτως όλα τα επίγεια αρώματα και θυμιάματα.


Αφού λοιπόν την έψαλλαν, είχαν ετοιμασμένον ένα γλωσσόκομον, και την έβαλαν διά τη ώραν, έως ότου της έκτισαν τάφον καινούργιον εις τον ναόν του Αγίου Μεγαλ. Θεοδώρου, όπου είναι πλησίον του Αρχαγγέλου, εκεί εις το Μοναστήριον και εις αυτόν ενεταφίασαν την ομοίαν, ή και θαυμασιωτέραν του Μάρτυρος.


Από τον τάφον αυτόν βγαίνει καθ' εκάστην ευωδία θαυμασία, μαρτυρούσα την παρρησίαν της Οσίας προς τον Κύριον. Εκείνος ο συγγενής της, τον οποίον ελύτρωσεν η Οσία από τον θάνατον ως άνωθεν είπομεν, 


ενθυμούμενος την μεγάλην ταύτην ευεργεσίαν, απέδιδε την ευχαριστίαν εορτάζοντας κάθε χρόνο την μνήμην της Αγίας πλουσιοπάροχα και λαμπρότατα και ου μόνον αυτός απήλευσεν από την Οσίαν ευεργεσίαν αλλά και όστις άλλος ήθελε τη επικαλεσθή μετά πίστεως, του έδιδε τα συμφέροντα.



ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Έως την σήμερον θαυματουργεί εις πολλούς έχοντας ανάγκην και μάλιστα εις αδικουμένους, οι οποίοι την επικαλούνται. Φωτίζει τους κριτάς η Οσία και κάμνουν κρίσιν δικαίαν, και λαμβάνει ο αδικούμενος το δίκαιον.


Ομοίως ενεργεί και εις όσους έχουν έχθρα και μίσος μεταξύ των και το διαλύει η επώνυμος της πάντα νουν υπερεχούσης ειρήνη, η Ειρήνη η χαριτώνυμος.


Μεσιτεύει με άρρητον τινα και θείαν δύναμιν, εις όσους ευρίσκονται εν μνησικακία και μίσος από δαιμονικής συνεργείας, και μαλάσσει τας καρδίας αυτών, ώστε να κάμνουν αγάπην συνεργούσης, της θείας Χάριτος.


Και ευλογίαν χαρίζει αυτή η χαριτώνυμος Ειρήνη εις εκείνον όπου την δεηθή με ευλάβειαν, διά να ειρηνεύση το σκάνδαλον, να καταπατηθή ο μισόκαλος και να δοξασθή ο Πανάγαθος Κύριος.


Περατώσασα, όθεν και ημείς τον ταύτης θεάρεστον βίον, επικαλούμεθα τας θεοπειθείς αυτής ευχάς διά την ειρήνην και τον θρίαμβον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την προστασίαν της ιεράς ημών Μονής και σταθεράν βοήθειαν των ευσεβώς επικαλουμένων αυτήν.


Δοξολογούμεν δε τον ενισχύσαντα Κύριον, ω πρέπει δόξα τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



Τ έ λ ο ς





 Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου 
της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου 
Καρελλάς Κορωπίου Αττικής,
 ''Βίος και Ακολουθία 
της Οσίας Μητρός ημών Ειρήνης Ηγουμένης Μονής Χρυσοβαλάντου'', 
σελ. 82-84, Οκτώβριος 2012.

Print Friendly and PDF