«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ & ΦΥΛΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ (1997)
Απόσπασμα ομιλίας
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α',
το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου του 1998,
στο πνευματικό κέντρο
''Ευαγγελισμός της Θεοτόκου'' στον Κολωνό.
Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Με τη βοήθεια του Θεού -για μια ακόμη χρονιά- ευρισκόμεθα στην παραμονή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Για εκείνους που αγαπούν τη σωτηρία τους, για κείνους που θέλουν ν' αγωνίζονται, αυτή η περίοδος είναι η ωραιοτέρα!
Καμμιά αρετή δεν κατορθώνεται χωρίς την προσευχή και την νηστεία. Κανένα πάθος δεν αποβάλλεται, καμμιά αδυναμία δεν αποβάλλεται, χωρίς την προσευχή και την νηστεία.
Πίσω από κάθε πάθος λένε οι Πατέρες οι Άγιοι κρύβεται κι ένα δαιμόνιο. Γι' αυτό λέει ο Χριστός μας: ''τούτο το γένος (δηλαδή των δαιμόνων) δεν εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία''.
Και η νηστεία -όπως προανέφερα το πρωί στο Μοναστήρι μας- δεν είναι αυτό που λένε μερικοί αδιάβαστοι και ανευλαβείς, ότι -δηλαδή- είναι εφεύρημα των ιερέων η νηστεία, αλλά είναι εντολή του Θεού και έχει τόση ιστορία αυτή η εντολή, όσο και η ύπαρξις του ανθρώπου!
Είναι η πρώτη εντολή που έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους μέσα στον Παράδεισο, που ήταν για κείνους ο Παράδεισος και ήταν η μοναδική εντολή που τους έδωσε, να μην γευθούν έναν από τους καρπούς εκεί, από δένδρο του Παραδείσου.
Και είναι γνωστή η συνέπεια αυτή της παρακοής, την βλέπετε εδώ. Εδώ κρύβεται η μεγάλη μας συμφορά και στο ότι κάνουμε κακή χρήση του αυτεξουσίου. Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο είναι η ελευθερία, είναι το αυτεξούσιο!
Δυστυχώς ο άνθρωπος κάνει κακή χρήση αυτού του αυτεξουσίου. Με την θέλησή του λοιπόν ο άνθρωπος γίνεται αντάρτης των εντολών του Θεού, αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και δυστυχώς γίνεται εχθρός του Θεού με το έτσι θέλω.
Γι' αυτό λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ''Ο άνευ σου πλάσας σε ου δύναται άνευ σου σώσε σε''. Από ανέκφραστη αγάπη χωρίς να το θέλεις εσύ, σε έκανε άνθρωπο! Δεν μπορεί να σε σώσει, αν δεν το θέλεις.
Τόσο σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Βλέπουμε λοιπόν ο ίδιος ο Χριστός μας να λέει: ''Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν''! Όστις θέλει!
Όποιος δεν θέλει, μπορεί να μην τον ακολουθήσει, αλλά αυτός που θα θελήσει ''οπίσω μου ελθείν'', ''απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού''.
Γι΄αυτό λοιπόν οι Πατέρες, οι Άγιοι, έχουν καθιερώσει σήμερα να γιορτάζεται η έξοδος των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο,
για να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε, πόσο εστοίχισε η παράβασις, η μοναδική αυτή παράβασις της εντολής, όχι μόνο στους πρωτοπλάστους, αλλά σε όλο το ανθρώπινο γένος...
Όπως εκείνοι βγήκαν λένε οι Άγιοι Πατέρες, εμείς δεν θα μπορέσουμε να μπούμε στον Παράδεισο, χωρίς την προσευχή και την νηστεία.
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μέσα στα πολλά θεία διδάγματα που έχει, τα σπουδαιότερα είναι τρία. Και αρχίζει ο Χριστός μας για την ανεξικακία!
Έχει ανάμεσα από την φιλαργυρία και την μνησικακία, έχει στην μέση την νηστεία, για όσους δεν πρόλαβαν ν' ακούσουν το Ευαγγέλιο, θα μου επιτρέψετε να το επαναλάβω.
''Είπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος''· Σε άλλη θέση του Ευαγγελίου αναφέρει μέσα ''και από καρδίας''.
Εάν λέει μέσα από την καρδιά δεν συγχωρέσεις αυτούς που σε έχουν πικράνει, που σε έχουν προσβάλλει, που σε έχουν αδικήσει που, που, που.... Εάν λοιπόν δεν τον συγχωρέσεις μέσα από την καρδιά σου, ούτε ο Θεός θα συγχωρέσει τα δικά σου αμαρτήματα...!
Και είμεθα τόσο άφρονες οι περισσότεροι Χριστιανοί, που ενώ θέλουμε ο Θεός να μας συγχωρέσει και, ενώ του το ζητάμε κάθε πρωϊ να μας συγχωρέσει,
και κομποσκοίνι τραβάμε (ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ), (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό), ωστόσο η μνησικακία δεν βγαίνει μέσα από την καρδιά μας...
Δεν έχουμε την δύναμη να συγχωρέσουμε τον συνάνθρωπό μας, είτε είναι σύζυγος, είτε αδελφός, ή παιδί, ή φίλος ή συνεργάτης.
Πόσοι φεύγουν από αυτόν τον κόσμο εξομολογημένοι, κοινωνημένοι, αλλά αμίλητοι και με εμπάθεια και κακία προς συνανθρώπους. Και αφήνουν μάλιστα και εντολή πολλές φορές στα παιδιά τους, στην γυναίκα τους:
''ούτε στον τάφο μου, ούτε στην κηδεία μου να έρθει. Πρόσεξε μην τον αφήσεις κι έρθει, θα αναστηθώ και θα σε πάρω στο κυνήγι''...!
Έλεγα και τις άλλες από αυτήν εδώ την θέση, που ήρθε κάποιος από την Φυλή και με παρακάλεσε κλαίγοντας, ''τί να κάνω;''.
Έχει αφήσει ο αδελφός μου στην γυναίκα του, στα παιδιά του, αν θα πάω στο σπίτι, στην κηδεία του να με βγάλουν έξω. Και τί να κάνω; Φοβάμαι μήπως εξευτελιστούμε και γίνουμε ρεζίλι. Και έκλεγε...
Είχε τόσο πόθο να πάει να δει τον αδελφό του, που ήταν ετοιμοθάνατος, που φοβόταν... Πέθαινε, ήθελε να πάει να προσκυνήσει το λείψανό του και φοβόταν...
Και αφού μου περιέγραψε εκεί την κατάσταση, φοβήθηκα μήπως γίνει εκεί καμία ιστορία και του είπα, κάθισε εκεί απέναντι -στους Αγίους Αναργύρους θα τον θάβανε- σε κάποιο μέρος που θα πάνε τον λείψανο,
πήγαινε στον τάφο του κι όταν φύγουν οι άλλοι, κλάψε και παρακάλεσε τον Θεό γονατιστός, να τον συγχωρέσει κι εκείνον κι εσένα.
Βλέπετε τι φοβερό, τι φοβερό! Γι' αυτό λοιπόν, τι να ωφελήσει η νηστεία, γι' αυτό ο Χριστός μας μας λέει για να μας ωφελήσει, θα πρέπει από καρδίας να συγχωρέσουμε. Αν δεν συγχωρέσουμε δεν θα μας συγχωρέσει ο Θεός.
«Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος. Εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. 6, 14-15)
Πολλές φορές -λοιπόν- βλέπουμε σε Χριστιανούς ανθρώπους έναν φαρισαϊσμό. Δείχνουν, ότι είναι καταβεβλημένοι, ότι έχουν ατονία, για να δείχνουν ότι νηστεύουν...
Είναι κάτι το φοβερό, να κολάζεται ο άνθρωπος με κάποια αρετή... Να κολάζεσαι από αμαρτίες το καταλαβαίνω. Να κλέψεις, να πεις ψέματα, να πορνεύσεις, να μοιχεύσεις, το καταλαβαίνω.
Αλλά να προσεύχεσαι και να κολάζεσαι, όπως ο Φαρισαίος;... Να νηστεύεις και να κολάζεσαι;...
Έλεγε ένας Ασκητής που πηγαίνανε στην Αλεξάνδρεια και μπροστά τους ήταν άλλοι δύο και λέει στον υποτακτικό του: Τον βλέπεις αυτόν παιδί μου; Λέει, ναι Γέροντα. Είναι λέει πολύ υπερήφανος άνθρωπος.
Έχει φωλιασμένο μέσα του το δαιμόνιο της έπαρσης, της κενοδοξίας. Γέροντα λέει, από πού το γνωρίζεις; Και του απαντάει από τις τρύπες του παντελονιού του!...
Αυτός είχε ανοίξει τρύπες στο παντελόνι του και με την σκέψη ότι οι άνθρωποι τον θεωρούν απλόν, ταπεινόν, ρακένδυτον, υπερηφανευόταν από αυτό το πράγμα. Βλέπετε τι προσοχή χρειάζεται;
Και γιατι, όπως προανέφερα η προσευχή, η νηστεία, μας βοηθάει να βγούμε από τις αδυναμίες, από τα πάθη μας, από τα ελαττώματά μας.
Γι' αυτό ο Χριστός μας εδώ μας τονίζει να προσέξουμε καλά για να μην χάσουμε τον μισθό της νηστείας, πως θα πρέπει να νηστέψουμε. Το επαναλαμβάνω λοιπόν:
''Όταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί΄ ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.
Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω -λοιπόν- λέει, ότι αυτοί δεν έχουν κανέναν μισθό με αυτή την νηστεία.
''Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ''.
Και συνεχίζει λοιπόν για το τρίτο δίδαγμα: ''Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης [...] θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ,
όπου ούτε πόσις ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν· όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών''.
Τί να σε ωφελήσει η νηστεία, εάν έχεις το πάθος της φιλαργυρίας; Ο Απόστολος Παύλος το ονομάζει ''ρίζα όλων των κακών''. Και συμπληρώνει: ''ίσον ειδωλολατρία!''. Και δεν είναι μόνον φιλάργυροι, αυτοί που έχουν πολλά χρήματα... Είναι και πολλοί πτωχοί, που είναι φιλάργυροι! Γίνονται ακόμη φτωχότεροι, κάνουν την ζωή τους πιο δυστυχισμένοι... [...].
Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα ομιλίας
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α',
το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου του 1998,
στο πνευματικό κέντρο
''Ευαγγελισμός της Θεοτόκου'' στον Κολωνό.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ: Η ΕΚΟΥΣΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ
Κυριακή της Τυρινής (Ματθ. στ' 14 - 21).
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. ῞Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι· θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2025)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ (2014)
Ο ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ 1997 ΑΠΟ ΤΗΝ Ι. Μ. ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ
ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΕΣΠΕΡΑΣ: ΤΑΞΙΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΣΥΓΝΩΜΗΣ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ: ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ
ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΥΡΟΜΕΝΙΟΥ ΚΑΙ ΚΕΡΑΜΕΩΣ: ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΗΘΕΙΣ
ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2025) - ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2021)
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ (2021)
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1997
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2023)
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ 1997
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Η ΝΗΣΤΕΙΑ
ΕΚΑΘΙΣΕΝ ΑΔΑΜ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ (ΨΑΛΛΕΙ Ο ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΠΑΥΛΟΣ ΦΟΡΤΩΜΑΣ)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2023)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2022)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΝΗΣΤΕΙΑ, ΣΥΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΛΙΤΟΤΗΤΑ» (2026)
ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΑΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΓ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Στα πολλά χρόνια που πέρασαν, μας είχε δοθεί η ευκαιρία πολλές φορές να μιλήσουμε για τη νηστεία καθώς επίσης να αναλύσουμε πότε το Ευαγγελικό και πότε το Αποστολικό ανάγνωσμα.
Τελευταία ημέρα σήμερα του Τριωδίου χριστιανοί μου, Κυριακή της Τυρινής. Και από αύριο Καθαρά Δευτέρα, αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή. Σήμερα η συγνώμη και από αύριο οι ημέρες του πένθους και της νηστείας σωματικής, αλλά κυρίως όμως πνευματικής νηστείας. Αύριο είναι ημέρα αργίας. Η εκκλησία μας πενθεί και αρχίζει από πρωίας με πολύωρες κατανυκτικές ακολουθίες και προσευχές. Οι περισσότεροι όμως από μας τους ορθοδόξους χριστιανούς ακολουθούμε λαϊκές παραδόσεις και όχι θρησκευτικές.
Έτσι λοιπόν οι χριστιανοί μας θα βγουν στην ύπαιθρο με τα λεωφορεία, με τα αυτοκίνητά τους, θα το στρώσουν στο γλέντι, στο χορό και στη μέθη, την οποία όπως ακούσατε στο Αποστολικό ανάγνωσμα πόσο την καυτηριάζει ο λόγος του Θεού... Βέβαια, το να υψώσουν τα παιδιά το χαρταετό τους αυτό δεν είναι κακό, που θα γιορτάσουν τα κούλουμα και άλλα έθιμα...θα μείνουν όμως, και αυτό είναι σημαντικό, μακριά από αυτό που ζητά αυτή την ημέρα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.
Αρκετοί θα νηστέψουν με άλαδες τροφές, και άλλοι θα κάμουν μονοήμερη ή διήμερη ή και τριήμερη ακόμα όσοι μπορούν μόνο με νερό και αντίδωρο. Και αυτή είναι η πρώτη καλή αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η Καθαρά Δευτέρα είναι ημέρα πένθους. Η εκκλησία μας και όλοι οι ναοί ενδύονται με μαύρα καλύμματα.
Ακόμα και τα κανδήλια μας γίνονται πένθιμα. Μετά από την βραδινή συγνώμη στους ιερούς ναούς και στις οικογένειες όπου υπάρχει η ευλαβής αυτή συνήθεια, όλοι οι σωστοί ορθόδοξοι χριστιανοί, θα καλλιεργήσουν έτι περισσότερο τη μετάνοια. Διότι ανοίγεται ένα στάδιο 49 ημερών πνευματικών αγώνων (ακούσατε το στάδιο των αρετών «ηνέοκται» που έψαλλαν οι ψάλτες μας) δια μέσου των οποίων καλούνται οι χριστιανοί να συμμετάσχουν στο Πάθος του Χριστού μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Δεν μπορούμε να υποδεχτούμε τον Νυμφίον Χριστόν ψυχικά απροετοίμαστοι. Σωματικά δεν μπορούμε έτσι κι αλλιώς, διότι κουβαλάμε χίλιες δυο αρρώστιες ο καθένας, και οι περισσότεροι από μας είμεθα άρρωστοι και ανήμποροι. Μπορούμε όμως να προετοιμαστούμε πνευματικά με αυστηρή πνευματική νηστεία.
Και πρώτον, με εγκράτεια της γλώσσης (το επανέλαβε και το τόνισε και το αποστολικόν ανάγνωσμα) όχι κρίσεις και όχι κατακρίσεις. Δεύτερον, με νηστεία των σωματικών μας αισθήσεων και τρίτον με νηστεία των λογισμών, των ακαθάρτων σκέψεων, των αισχρών νοημάτων και των πονηρών φαντασιών.
Η τριπλή αυτή νηστεία είναι νηστεία παθών. Δηλαδή, καλούμεθα σε αυστηρή πνευματική νηστεία εναντίον των παθών μας, και πρέπει να τα υποβάλλουμε σε ασιτία. Και πρέπει να τα σκοτώσουμε τα πάθη μέσα μας.
Γι’αυτό και λέμε ότι η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής, αλλά όπως και κάθε άλλη νηστεία, Τετάρτης, Παρασκευής, Χριστουγέννων, Δεκαπενταυγούστου και λοιπά, είναι κυρίως η τριπλή πνευματική νηστεία που αναφέραμε, και αυτή η νηστεία είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος.
Δε σκοτώνουμε δηλαδή, το σώμα μας που είναι ναός του Παναγίου Πνεύματος, αλλά τα πάθη μας. Η εκκλησία μας, μας συνιστά και μας προτρέπει όπως από σήμερα καθαρίσουμε εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος.
Τις δε λαμπάδες των ψυχών μας, να τις στολίσουμε, να τις ευπρεπίσουμε με έργα αγάπης, ελεημοσύνης, φιλοξενίας, με έργα που να έχουν το πνεύμα μέσα της επιεικείας, της συγχωρητικότητος, της ταπεινοφροσύνης. «Μη κατεσθίοντες τον πλησίον τη συκοφαντία και τη κατακρίση». Το λέει αρχαία ε; πιστεύω να το καταλάβατε. Δηλαδή, να μη καταξεσχίζουμε και να μη κατατρώγουμε τις σάρκες του πλησίον, του αδελφού μας, του συνανθρώπου μας. Με τι; Με τις συκοφαντίες και τις κατακρίσεις. Ο πλησίον μπορεί να είναι οποιοσδήποτε...να είναι ο φίλος, να’ ναι ο γνωστός, να’ ναι ο γείτονας, να’ ναι ο συγγενής, να’ ναι ο παπάς σας...κι εγώ μέσα, να’ ναι ο Δεσπότης, να’ ναι ο γιατρός, να’ ναι ο συνεργάτης, να’ ναι ο προϊστάμενος, να’ ναι το παιδί μας, να’ ναι ο σύντροφός μας, να’ ναι ο βουλευτής, ο υπουργός, ο υπάλληλος, και κάθε χριστιανός.
Σκοπός μας είναι λοιπόν να σκοτώσουμε και να διαλύσουμε κάθε πάθος, κάθε κακία και κάθε πονηριά από μέσα μας. Να αποβάλλουμε δηλαδή τα έργα του σκότους – το ακούσατε και αυτό στο αποστολικό ανάγνωσμα – και να ενδυθούμε και να θωρακιστούμε με τα όπλα του φωτός. Και όπλα του φωτός είναι κατά πρώτον τα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας (βάπτισμα, χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Ιερά Εξομολόγησις), είναι η υπακοή μας στο θέλημα του Αγίου Θεού με την πιστή τήρηση των Ευαγγελικών Του εντολών και με την αντίστοιχη καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών, με πρώτη τη μετάνοια. Η μετάνοια μαζί με όλες τις αρετές, θα βοηθήσει αποτελεσματικά ώστε με ασφάλεια να διαπεράσουμε το πέλαγος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και να φθάσουμε λαμπαδοφορούντες στο θεϊκό λιμάνι της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου μας.
Και με άλλο κατανυκτικότατο τροπάριο, η Εκκλησία μας απευθύνεται στην ψυχή του καθενός από μας...στην ψυχή μου, αλλά και στη δική σου ψυχή και στη δική σου ψυχή... και φωνάζει: «Νίψον ψυχή μου.. », «πλύσου ψυχή μου... », «Νίψου.... » και ψυχή σου και ψυχή όλων... «Νίψον, γρηγόρησον, στέναξον, δάκρυσον, βόησον δια προσευχής (και δια της διπλής νηστείας πνευματικής και της κατά δύναμιν σωματικής) όλων των της αμαρτίας και των παθών σου φόρτον απόρριψον». Όλο το βάρος που φέρνεις πάνω στους ώμους σου και πάνω στην καρδιά σου και στην ψυχή σου...το βάρος αυτό το τεράστιο, το μεγάλο, το ασήκωτο από την αμαρτία και τα πάθη...να το απορρίψεις. Πώς όμως; Και απαντάει η Εκκλησία, στο ίδιο τροπάριο... «Τη θερμή μετανοία». Με την ολόθερμη, με την ολοζώντανη, με την αληθινή μετάνοια. Με αυτόν τον τρόπον απορρίπτεται το βάρος της αμαρτίας και των παθών. Να λοιπόν, τι μας διδάσκει και σε τι μας προτρέπει η αρχή της πρώτης ημέρας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Αλλά και στο πρώτο μεγάλο απόδειπνο της Καθαράς Δευτέρας, αύριο το απόγευμα δηλαδή, θα ακούσουμε ψαλτά την μεγαλοπρεπέστατη προειδοποίηση της Εκκλησίας μας. Δεν είναι μόνο μεγαλοπρεπής, είναι και αυστηρά προειδοποιητική: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις;... » Ψυχή μου, λέει, ψυχή μου, σήκω αμέσως επάνω, σήκω όρθια, στάσου όρθια και μάλιστα γρήγορα, τώρα αμέσως. Γιατί κοιμάσαι τόσο βαριά τον ύπνο της αμαρτίας; Γιατί αμελείς τον πνευματικό σου αγώνα που αφορά τη σωτηρία σου; Γιατί καθυστερείς στο να πολεμάς εναντίον των παθών σου; Γιατί κοιμάσαι; Ξύπνα επιτέλους! Δε βλέπεις ότι πλησιάζει το τέλος σου; Δε βλέπεις ότι σήμερα, αύριο, μεθαύριο φεύγεις απ’αυτή τη ζωή, πεθαίνεις;
Ψυχή μου, ψυχή μου, θα βρεθείς είτε το θέλεις είτε δεν το θέλεις, είτε σ’ αρέσει είτε δε σ’ αρέσει μπροστά στο φοβερό κριτήριο του Αγίου Θεού. Και τότε;...μέλλεις θορυβείσθαι. Και τότε θα θορυβηθείς, θα φοβηθείς, θα τρομάξεις. Γι’αυτό πριν είναι αργά «Νίψον, ψυχή μου, γρηγόρησον, στέναξον, δάκρυσον, μετανόησον» και τότε φώναξε δυνατά και με όλη σου την καρδιά «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «’Ημαρτον στον ουρανόν και ενώπιόν Σου», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με ότι η ψυχή μου κακώς δαιμονίζεται μέσα της, από τα δικά μου τα πάθη και τις δικές μου κακίες». «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη βασιλεία Σου». «Κύριε, Κύριε, δώρισέ μου..του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν ουδέποτε τον αδελφόν μου». Έτσι κλείνει κάθε Μεγάλη Σαρακοστή και κάθε από τις Ώρες που διαβάζουμε.
Υπάρχουν λοιπόν πάθη που κάθε μέρα μας βασανίζουν, υπάρχουν αδυναμίες που καθημερινώς μας ταλαιπωρούν, υπάρχουν κακίες και πονηριές που μαυρίζουν τις σκέψεις μας και σκοτίζουν το νου μας. Πολλά τα αγκάθια της ψυχής μας που θέλουν τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος για να καούν και να εξαφανιστούν τελείως. Και η φωτιά αυτή είναι η αληθινή μετάνοια, είναι τα δάκρυα της μετανοίας και στην προσευχή και ιδιαίτερα στο πετραχήλι του πνευματικού. Για να πάρει όμως φωτιά η προσευχή μας, αυτή η προσευχή που κάνουμε κάθε μέρα, αυτό το μικρό κομποσχοινάκι, αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» πρέπει να γίνεται κι αυτό με πνεύμα μετανοίας.
Αλλά και ο εκκλησιασμός μας πρέπει να έχει τη θερμότητα της μετανοίας. Σήμερα που εκκλησιαστήκαμε όλοι μας και που όλοι μας (είτε κοινωνήσουμε είτε όχι) παίρνουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος... για να τη νιώσουμε βαθιά μέσα μας πρέπει να έχουμε έρθει ήδη με πνεύμα μετανοίας. Και όταν κοινωνούμε των αχράντων μυστηρίων να μην προσερχόμεθα μόνον μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, αλλά και με μετάνοια αληθινή. Και την Αγία Γραφή όταν τη μελετάμε, πρέπει η καρδιά μας να πυρπολείται όχι μόνο από τη ζέουσα πίστη ότι αυτός είναι ο αληθινός λόγος του Θεού, αυτή είναι η αλήθεια που σώζει, αλλά και από τη μετάνοια. Πολύ δε περισσότερο η μετάνοια οφείλει να μας διακατέχει ψυχοσωματικά στο μεγάλο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.
Αλλά και η πολλαπλή μας νηστεία, κυρίως η πνευματική, στις αισθήσεις και στη γλώσσα και στους λογισμούς και ύστερα η σωματική όπως είπαμε, διότι έχουμε πολλές ασθένειες θα πρέπει κι αυτή να μπολιάζεται με το πνεύμα της μετανοίας. Και τότε... και τότε θα λάβουμε πλουσιοπάροχα την άφεση, την άφεση των αμαρτιών. Και η ψυχή μας θα καθαριστεί, θα γίνει πεντακάθαρη σαν το πανάλευκο χιονάκι... *Κήρυγμα του π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου εκ της ιστοσελίδος «agia-varvara.blogspot.com» της 13.3.2005. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΞΟΡΙΑΣ ΑΔΑΜ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ
Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, εἶναι καλὸν πρᾶγμα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ γνωρίζοντας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, εἶπε: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Θέλετε δὲ νὰ μάθετε ὅτι χωρὶς μετάνοια, καὶ μάλιστα μετάνοιαν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τοιαύτην ὅπως ὁ Λόγος τὴν ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε; Ἀκοῦστε τὸν ἴδιον τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέγει: «… πᾶσα ἁμαρτία ἐκτός τοῦ σώματός ἐστιν· ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει…». Καὶ πάλιν: «παραστῆναι δεῖ ἡμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα ἀπολήψεται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἅ ἔπραξε, εἴτε ἀγαθὰ εἴτε φαῦλα».
Ἠμπορεῖ λοιπὸν πολλὲς φορὲς λαμβάνοντας κάποιος ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰ νὰ εἰπῆ: «εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διότι δὲν ἐμόλυνα κανένα μέλος τοῦ σώματός μου μὲ κάποια πονηρὰ πράξη», καὶ ἔχει δῆθεν παρηγορία ἀπὸ αὐτό, ἐπειδὴ εἶναι ξένος ἀπὸ σωματικὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἀποκρίνεται ὁ Δεσπότης λέγοντας τὴν παραβολὴν περὶ τῶν δέκα Παρθένων, καὶ δεικνύει σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι καθόλου δὲν ὠφελούμεθα ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ἐὰν δὲν συνυπάρχουν σ’ ἐμᾶς καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές.
Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος πάλιν ὁ Παῦλος μαζὶ μὲ τὸν Δεσπότην φωνάζει: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον». Γιατί ὅμως εἶπε «διώκετε»; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν σὲ μίαν ὥρα νὰ γίνωμε καὶ νὰ εἴμεθα ἅγιοι, ἀλλὰ πρέπει ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ μικρά, νὰ φθάσωμε προοδευτικῶς στὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν καθαρότητα, καὶ διότι ἀκόμη καὶ χίλια χρόνια ἐὰν ζήσωμε στὴν ζωὴν αὐτήν, οὐδέποτε θὰ ἠμπορέσωμε νὰ τὰ ἀποκτήσωμε αὐτά σε τέλειον βαθμό, ἀλλὰ βάζοντας ἀρχὴν καθημερινῶς, ὀφείλουμε νὰ ἀγωνιζώμεθα συνεχῶς. Αὐτὸ ἐφανέρωσε πάλιν ὁ ἴδιος λέγοντας: «Διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδὴ) ἐφ’ ᾧ καὶ κατελήφθην (ἐκεῖνο δηλαδὴ γιὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Χριστὸς μὲ ἔφερε κοντά του)»…
Διότι κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἁμαρτήσει, ὅπως ἐγὼ ὁ κατακεκριμένος, καὶ ἔκλεισε μὲ τὸν βόρβορο τῶν ἡδονῶν τὶς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς του, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλη τὴν περιουσία του τὴν διεμοίρασε στοὺς πτωχούς, καὶ ἐγκατέλειψε ὅλη τὴν δόξα καὶ λαμπρότητα τῶν ἀξιωμάτων καὶ πολυτέλειαν οἴκου καὶ ἵππων, ποιμνίων καὶ δούλων, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους του φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς του ὅλους, καὶ ἦλθε πτωχὸς καὶ ἀκτήμων καὶ ἔγινε μοναχός, παρ’ ὅλα αὐτὰ χρειάζεται τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ζωήν του.
Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ ἀποπλύνη τὸν βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων του, καὶ ἀκόμη περισσότερον ἐὰν εἶναι καλυμμένος, ὅπως ἐγώ, μὲ τὴν αἰθάλη καὶ τὸν βόρβορο τῶν πολλῶν του κακῶν, ὄχι μόνον στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια, ἀλλὰ σὲ ὅλο γενικῶς τὸ σῶμα του. Πράγματι, δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν κάθαρσιν τῆς ψυχῆς μας ἡ διανομὴ τῶν ὑπαρχόντων, ἀδελφοί, ἐὰν παραλλήλως δὲν κλαύσωμε καὶ δὲν θρηνήσωμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας. Διότι νομίζω ὅτι ἐὰν δὲν καθαρίσω ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν μου μὲ κάθε δυνατὴν προσπάθεια καὶ μὲ τὰ δάκρυα ἀπὸ τὸν μολυσμὸν τῶν ἁμαρτημάτων μου, ἀλλὰ ἐξέλθω ἀπὸ τoν βίον μολυσμένος, δικαίως θὰ γελάση καὶ ὁ Θεὸς εἰς βάρος μου καὶ οἱ ἄγγελοί του, καὶ θὰ ἐκβληθῶ στὸ πῦρ τὸ αἰώνιον μὲ τοὺς δαίμονες.
Ναί, πράγματι, ἔτσι εἶναι ἀδελφοί. Διότι τίποτε δὲν ἐφέραμε μαζί μας στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸ δώσωμε στoν Θεὸν ὡς ἀντίλυτρον γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἀδελφοί, σὲ ὅλους, ὄχι μόνον στοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ στοὺς λαϊκούς, τὸ νὰ μετανοοῦν πάντοτε καὶ διαρκῶς, καὶ νὰ κλαίουν καὶ νὰ παρακαλοῦν τὸν Θεόν, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν πράξεων νὰ ἀποκτήσουν καὶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές. Ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς τὸ ἐπιβεβαιώνει μαζί μου καὶ ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης, ὁ μέγας στῦλος καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς λόγους τοι περὶ τοῦ Δαυίδ·
ἐξηγῶντας ἐκεῖ τὸν πεντηκοστὸν ψαλμόν, λέγει ὅτι εἶναι δυνατὸν κάποιος ποὺ ἔχει γυναίκα καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ πλῆθος ὑπηρετῶν καὶ περιουσίαν πολλήν, καὶ διαπρέπει στὰ κοσμικὰ πράγματα, νὰ ἠμπορῆ ὄχι μόνον αὐτό, τὸ νὰ κλαίη δηλαδὴ καθημερινῶς καὶ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ μετανοῆ, ἀλλὰ καὶ νὰ φθάση στὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς ἐὰν θέλη, καὶ νὰ λάβη Πνεῦμα Ἅγιον καὶ νὰ γίνη φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀπολαμβάνη τὴν θέαν του, ὅπως ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακὼβ καὶ στὰ Σόδομα ὁ Λὼτ καί, γιὰ νὰ ἀφήσω τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ εἶναι πολλοί, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Δαυίδ.
Στὴν δὲ νέαν χάρι καὶ ἐπιφάνειαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας, ὁ ἁλιεὺς καὶ ἀγράμματος Πέτρος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὴν πενθερά του καὶ τοὺς ἄλλους ἐκήρυττε τὸν Θεὸν ποὺ τότε ἐφανερώθη. Τοὺς δὲ ἄλλους ποῖος θὰ τοὺς ἀπαριθμήση, ποὺ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ; Βασιλεῖς, ἀρχιερεῖς, ἐξουσιαστάς, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ὅσους ἔζησαν μόνο μὲ τὰ ἀπαραίτητα, τῶν ὁποίων οἱ πόλεις καὶ οἱ οἰκίες καὶ οἱ ναοὶ ποὺ ἐκεῖνοι φιλοτίμως ἀνήγειραν, τὰ γηροκομεῖα καὶ τὰ ξενοδοχεῖα, σώζονται καὶ ὑπάρχουν μέχρι τώρα;
Ὅλα αὐτὰ καὶ ὅταν ἦσαν ἀκόμη ἐκεῖνοι στὴν ζωὴ τὰ κατεῖχαν καὶ τὰ χρησιμοποιοῦσαν εὐσεβῶς, ὄχι ὡς κύριοί των, ἀλλὰ ὡς δοῦλοι τοῦ Δεσπότου μετεχειρίζοντο αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοὺς ἔδωσε ὁ Κύριος, ὅπως ἦταν ἀρεστὸν σ’ Ἐκεῖνον, «χρώμενοι (χρησιμοποιῶντας) μὲν τῷ κόσμω, οὐ καταχρώμενοι δέ», σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλον. Γι’ αὐτὸ καὶ τώρα, στὴν παροῦσα ζωή, ἔγιναν ἔνδοξοι καὶ λαμπροί, καὶ στοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας, στὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, θὰ γίνουν ἐνδοξότεροι καὶ λαμπρότεροι. Καὶ μάλιστα ἐὰν δὲν εἴμαστε ὀκνηροὶ καὶ ράθυμοι καὶ καταφρονηταὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πρόθυμοι καὶ ἄγρυπνοι καὶ προσέχαμε τὸν ἑαυτόν μας, οὐδεμίαν ἀνάγκη θὰ εἴχαμε ἀποταγῆς ἢ κουρᾶς ἢ τῆς φυγῆς ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ γιὰ νὰ σὲ βεβαιώσω γι’ αὐτὸ ἄκουσε!
Ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἔκαμε τὸν ἄνθρωπο βασιλέα ὅλων ὅσων ὑπάρχουν ἐπάνω στὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ποὺ εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν θόλον τοῦ οὐρανοῦ. Διότι βέβαια ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, γιὰ τὸν ἄνθρωπον ἐδημιουργήθησαν. Τί λοιπόν; Ἄραγε ἐπειδὴ ἦταν βασιλεὺς ὅλων αὐτῶν τῶν ὁρατῶν, ἐβλάπτετο ἀπὸ αὐτὰ στὴν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς; Ὄχι, καθόλου, ἀλλὰ ἐὰν ἐζοῦσε εὐχαριστῶντας τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τὰ ἐδημιούργησε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε ὅλα, ἀκόμη περισσότερο θὰ εὐδοκιμοῦσε. Διότι ἐὰν δὲν παρέβαινε τὴν ἐντολὴν τοῦ Δεσπότου, δὲν θὰ ἔχανε αὐτὴν τὴν Βασιλεία, δὲν θὰ στεροῦσε τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἔκαμε αὐτό, δικαίως ἐξεδιώχθη, ἐξωρίσθη, ἔζησε καὶ ἀπέθανε. Καὶ θὰ σᾶς εἰπῶ ἕνα πράγμα τὸ ὁποῖον, νομίζω, κανεὶς δὲν τὸ ἀπεκάλυψε σαφῶς, ἀλλὰ ἔχει λεχθεῖ σκιωδῶς. Ποῖον; Ἄκου τὴν Θείαν Γραφὴ ποὺ λέγει: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ (μετὰ τὴν παράβασιν ἐννοῶ). Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Γιατί τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ ποιητὴς τοῦ παντός; Ὁπωσδήποτε θέλοντας νὰ τὸν φέρη σὲ συναίσθησι, καὶ καλῶντας τον σὲ μετάνοια, λέγει «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Ἐξέτασε τὸν ἑαυτόν σου, διαπίστωσε τὴν γύμνωσίν σου! Κοίτα ποῖον ἔνδυμα, ποίαν δόξαν ἐστερήθης. «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Σὰν νὰ τὸν παρακαλῆ καὶ νὰ τοῦ λέγη: «Ναί, σύνελθε, ταπεινέ, ναί, ἄφησε τὸν τόπον ὅπου εἶσαι κρυμμένος. Ἀπὸ ἐμένα νομίζεις ὅτι κρύβεσαι; Εἰπὲ Ἥμαρτον!».
Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει αὐτό, ἢ μᾶλλον ἐγὼ ὁ ἄθλιος δὲν τὸ λέγω, διότι ἰδικό μου εἶναι τὸ πάθος! Ἀλλὰ τί λέγει; «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσω, καὶ ἔγνων ὅτι γυμνός εἰμι καὶ ἐκρύβην». Καὶ τί τοῦ ἀπήντησεν ὁ Θεός; «Καὶ τίς ἀνήγγειλέ σοι ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἐκ τοῦ ξύλου, οὐ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Βλέπεις, ἀγαπητέ, μακροθυμίαν Θεοῦ; Διότι ὅταν εἶπε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ:», καὶ ἐκεῖνος δὲν ὁμολόγησεν εὐθὺς τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ εἶπε: «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα, Κύριε καὶ ἔγνων ὅτι γυμνός εἰμι καὶ ἐκρύβην», ὁ Θεὸς δὲν ὠργίσθη, δὲν τὸν ἀπεστράφη ἀμέσως καὶ ὁριστικῶς, ἀλλὰ τοῦ δίδει εὐκαιρίαν νὰ ἀποκριθῆ καὶ δευτέραν φοράν, καὶ λέγει: «τίς ἀνήγγειλέ σοι ὅτι γυμνὸς εἶ; Εἰ μὴ ἐκ τοῦ ξύλου οὐ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;».
Πρόσεξε βάθος λόγων τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ: «Τί λέγεις, ὅτι εἶσαι γυμνός, τοῦ λέγει, κρύβεις ὅμως τὴν ἁμαρτίαν σου; Μήπως νομίζεις ὅτι μόνον τὸ σῶμα σου βλέπω καὶ δὲν βλέπω τὴν καρδίαν καὶ τοὺς λογισμούς σου;». Διότι ὁ Ἀδάμ, ἐπειδὴ ἀπατήθη, ἤλπιζεν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγνώριζε τὴν ἁμαρτίαν του, καὶ ἔλεγε μέσα του κάπως ἔτσι: «ἐὰν εἰπῶ ὅτι εἶμαι γυμνός, τότε ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν γνωρίζει, θὰ μοῦ εἰπῆ: καὶ γιατί εἶσαι γυμνός; Τότε ἐγὼ θὰ τοῦ ἀπαντήσω ἀρνητικὰ καὶ θὰ τοῦ εἰπῶ: δὲν γνωρίζω, καὶ ἔτσι θὰ τοῦ διαφύγω, καὶ θὰ ἀπολαύσω πάλι τὴν πρώτην μου στολή. Τουλάχιστον δὲν θὰ μὲ ἐκδιώξη, τουλάχιστον δὲν θὰ μὲ ἐξορίση!». Ἐνῶ συλλογίζετο αὐτά, ὅπως καὶ τώρα κάμουν πολλοὶ καὶ πρῶτος ἐγὼ ὁ ἴδιος, καὶ κρύπτουν τὰ ἁμαρτήματά τους, ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ πολλαπλασιάση τὸ κρῖμα του, λέγει:
«Καὶ πόθεν ἔγνως ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ξύλου οὐ ἐνετειλάμην σοὶ μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Σὰν νὰ λέγη. «Πράγματι, νομίζεις ὅτι κρύπτεσαι ἀπὸ ἐμέ; Δὲν γνωρίζω ἐγὼ τί ἔπραξες; Δὲν λέγεις τὸ Ἥμαρτον»; Εἰπέ, πτωχέ: Ναί, ἀλήθεια, Κύριε, παρέβην τὴν ἐντολήν σου, ἔπταισα ἀκούοντας τὴν συμβουλὴν τῆς γυναικός, ἔσφαλα πολὺ ἀκολουθῶντας τὸν λόγο της καὶ παρακούοντας τὸν ἰδικόν σου, ἐλέησόν με! Ἀλλὰ δὲν λέγει τοῦτο, δὲν ταπεινώνεται. Νεῦρον ἀπὸ σίδερον ὁ αὐχένας τῆς καρδίας του, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ ἰδικός μου. Διότι ἐὰν ἔλεγε αὐτό, θὰ ἔμενε στὸν Παράδεισο, καὶ ὅλον ἐκεῖνον τὸν κύκλο τῶν μυρίων κακῶν, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ὅταν ἐξωρίσθη καὶ ἔμεινε κάτω στὸν Ἅδη τόσους πολλοὺς αἰῶνες, θὰ τὸν εἶχε ἀποφύγει τότε μὲ ἕνα μόνον λόγον.
Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖον ἔχω ὑποσχεθῆ νὰ ὁμιλήσω. Καὶ ἄκου τὴν συνέχεια, γιὰ νὰ γνωρίσης ὅτι τὰ λόγια μου εἶναι ἀληθινά, καὶ τίποτε δὲν εἶναι ψεῦδος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Εἶπεν ὁ Θεὸς στὸν Ἀδάμ: «Ἣν ὥραν φάγεσθε ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην ὑμῖν τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε», δηλαδὴ τὸν ψυχικὸν θάνατο, πράγμα ποὺ καὶ ἔγινε τὴν ἰδίαν ὥρα, γι’ αὐτὸ καὶ ἐγυμνώθη ἀπὸ τὴν ἀθάνατον στολήν του. Τίποτε περισσότερον δὲν εἶπεν ὁ Θεὸς καὶ τίποτε περισσότερον δὲν ἔγινε. Διότι προγνωρίζοντας ὁ Θεὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ πρόκειται νὰ ἁμαρτήση, καὶ θέλοντας νὰ τὸν συγχωρήση, ὅταν αὐτὸς μετανοοῦσε, μὲ τίποτε περισσότερον, ὅπως εἴπαμε, δὲν τὸν ἀπείλησε.
Ἐπειδὴ ὅμως ἠρνήθη τὴν ἁμαρτίαν του, καὶ δὲν μετενόησε οὔτε ὅταν ἠλέγχθη ἀπὸ τὸν Θεὸν (διότι εἶπε: «Ἡ γυνή, ἣν δέδωκάς μοι, αὕτη μὲ ἠπάτησεν», σὰν δηλαδὴ νὰ λέγη στὸν Θεόν: «Σὺ ἔπταισες. Ἡ γυναίκα, τὴν ὁποία σὺ μοῦ ἔδωσες, αὕτη μὲ ἐξηπάτησε»)…, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ λέγει: «Ἐν κόπῳ καὶ ἱδρῶτι φαγῇ τὸν ἄρτον σου, καὶ ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι ἡ γῆ» καὶ τελευταία ὅτι: «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ». Ἤθελα νὰ μετανοήσης, λέγει, καὶ νὰ ἐπανέλθης στὴν προηγουμένην σου διαγωγήν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶσαι τόσο σκληρός, φύγε λοιπὸν ἀπὸ κοντά μου, καὶ ἡ ἀπομάκρυνσή σου θὰ σοῦ εἶναι ἀρκετὴ γιὰ παιδαγωγία, ἐπειδὴ εἶσαι χῶμα, καὶ στὸ χῶμα θὰ ἐπιστρέψης.
Γνωρίζεις λοιπὸν τώρα ὅτι, ἐπειδὴ μετὰ τὴν παράβαση δὲν μετενόησε νὰ εἰπῆ «Ἥμαρτον», ἐξορίζεται καὶ προστάσσεται νὰ ζῆ μὲ κόπο καὶ ἱδρῶτα. Γι’ αὐτὸ καὶ κατεδικάσθη νὰ ἐπιστρέψη στὴν γῆν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη. Καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὴν συνέχεια. Ἀφήνοντας λοιπὸν αὐτόν, ἔρχεται στὴν Εὔα, θέλοντας νὰ δείξη ὅτι δικαίως καὶ αὐτὴ θὰ ἐξορισθῆ, ἀφοῦ δὲν θέλει νὰ μετανοήση, καὶ τῆς λέγει: «Τί τοῦτο ἐποίησας;» γιὰ νὰ εἰπῆ τουλάχιστον αὐτὴ τὸ «Ἥμαρτον». Διότι ποία ἄλλη ἀνάγκη ἔκαμε τὸν Θεὸν νὰ τῆς ἀπευθύνη αὐτὰ τὰ λόγια, παρὰ μόνον γιὰ νὰ εἰπῆ: «Ἀπὸ τὴν ἀφροσύνη μου, Δέσποτα, τὸ ἔπραξα αὐτό, ἡ ταπεινὴ καὶ ἀθλία, καὶ παρήκουσα ἐσὲ τὸν Κύριόν μου. Ἐλέησόν με!».
Ἀλλὰ δὲν εἶπε αὐτό. Καὶ τί εἶπε; «Ὁ ὄφις ἐξηπάτησέ με». Ὢ τί ἀναισθησία! Καὶ συνωμίλησες μὲ τὸν ὄφιν, ὁ ὁποῖος σοῦ ὡμιλοῦσε κατὰ τοῦ Δεσπότου, καὶ προτίμησες αὐτὸν ἀντὶ τοῦ Θεοῦ ποὺ σὲ ἔπλασε, καὶ ἐθεώρησες προτιμοτέραν καὶ ἀληθεστέραν τὴν συμβουλὴν ἐκείνου ἀπὸ τὴν ἐντολὴν τοῦ Δεσπότου; Καὶ ἐπειδὴ οὔτε αὐτὴ ἠμπόρεσε νὰ εἰπῆ τὸ «Ἥμαρτον», ἐκβάλλονται ἀπὸ τὴν τρυφήν, ἐξορίζονται ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἀλλὰ πρόσεχε, παρακαλῶ, τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, καὶ μάθε καὶ διδάξου ἀπὸ αὐτὰ ὅτι, ἐὰν μετανοοῦσαν, δὲν θὰ εἶχαν ἐκδιωχθῆ, δὲν θὰ εἶχαν κατακριθῆ, δὲν θὰ εἶχαν καταδικασθῆ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν γῆν ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθαν. Καὶ τί ἔγινε ἔπειτα; Ἄκουσε!
Ὅταν ἐξεδιώχθησαν καὶ ἔπεσαν ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέσα στοὺς ἱδρῶτες καὶ τοὺς σωματικοὺς κόπους, ἤρχισαν δὲ νὰ πεινοῦν καὶ νὰ διψοῦν, καὶ συγχρόνως νὰ ριγοῦν καὶ νὰ τρέμουν καὶ νὰ πάσχουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἐμεῖς πάσχουμε σήμερα, αἰσθάνθησαν περισσότερο τὴν δυστυχία καὶ τὸ κατάντημά τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν τὴν κακοφροσύνην τους, καὶ τὴν ἀνέκφραστον φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ. Περιπατῶντας λοιπὸν καὶ καθήμενοι ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο, μετανοοῦσαν, ἔκλαιαν, ἐθρηνοῦσαν, ἐκτυποῦσαν τὸ πρόσωπο, ἐξερρίζωναν τὰ μαλλιά τους, καταδικάζοντας μὲ ὀδυρμοὺς τὴν σκληροκαρδίαν τους, καὶ αὐτὸ ὄχι μόνον μίαν ἡμέραν οὔτε δύο ἢ δέκα, ἀλλά, πιστέψετέ το, σὲ ὅλην τους τὴν ζωή.
Καὶ πῶς δὲν θὰ ἔκλαιαν πάντοτε καὶ διαρκῶς, ἐνθυμούμενοι ἐκεῖνον τὸν πρᾶον καὶ ἤρεμον Δεσπότην, ἐκείνην τὴν τρυφὴν τὴν ἀνέκφραστον, τὰ ἀπερίγραπτα κάλλη τῶν ἀνθέων ἐκείνων, τὴν ἀμέριμνον ἐκείνην καὶ ἀκοπίαστον ζωήν, τὶς ἀνόδους καὶ τὶς καθόδους τῶν ἀγγέλων πρὸς αὐτούς; Διότι ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἐκλεγῆ ἀπὸ κάποιον ἄρχοντα τοῦ παρόντος κόσμου ὡς προσωπικοί του ὑπηρέτες, ὅσον μὲν διατηροῦν ἀνόθευτον τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δουλεία πρὸς τὸν κύριόν τους καὶ ἀγαποῦν αὐτὸν καὶ τοὺς ὁμοδούλους των, ἀπολαμβάνουν καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν παρρησία καὶ τὴν εὔνοια καὶ τὴν ἀγάπη του, ζῶντας μέσα σὲ πολλὴν ἄνεση καὶ τρυφὴ καὶ σπατάλη.
Ἐὰν ὅμως ἀλαζονευθοῦν κατὰ τοῦ κυρίου τους, καὶ ἀποθρασυνθοῦν καὶ αὐθαδιάσουν ἐναντίον τῶν συνδούλων τους, τότε ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὸν παρρησία καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὔνοιάν του, ἐξορίζονται σὲ χώρα μακρινήν, καὶ ὑποβάλλονται κατόπιν διαταγῆς του σὲ μυρίους πειρασμούς, μέσα σὲ κόπους καὶ σὲ μεγάλες ταλαιπωρίες. Ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερον συνειδητοποιοῦν τὴν ἄνεση τὴν ὁποίαν ἀπελάμβαναν, καὶ πόσον ἐζημιώθησαν ἀπὸ τὴν στέρησιν τόσων ἀγαθῶν. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ἔπαθαν καὶ οἱ πρωτόπλαστοι, οἱ ὁποῖοι ὅσον ἦσαν στὸν Παράδεισον, ἀπελάμβαναν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, ἔπειτα ὅμως ἐξέπεσαν ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐξωρίσθησαν. Ὅταν αἰσθάνθησαν ἀπὸ ποῦ ἔπεσαν, πάντοτε θρηνοῦσαν, πάντοτε ἔκλαιαν, ἐπικαλούμενοι τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Κυρίου τους.
Ἀλλὰ Αὐτὸς τί κάνει, ὁ πλούσιος σὲ ἔλεος καὶ βραδὺς σὲ τιμωρίες; Ἐπειδὴ εἶδε ὅτι ἐταπεινώθησαν, τὴν μὲν ἀπόφαση ποὺ εἶχε λάβει δὲν τὴν ματαιώνει ἐντελῶς -αὐτὸ τὸ ἔκαμε πρὸς σωφρονισμὸν ἰδικόν μας, καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται κανεὶς κατὰ τοῦ ποιητοῦ τῶν ὅλων- προγνωρίζοντας δὲ ὡς Θεὸς καὶ τὴν πτώση τους καὶ τὴν μετάνοιαν, εἶχεν ὁρίσει ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὁπωσδήποτε πρὶν νὰ δημιουργήση τὰ πάντα, καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὸν χρόνον καὶ πῶς καὶ πότε θὰ τοὺς ἀνακαλέση ἀπὸ τὴν ἐξορία, μὲ τρόπο μυστικὸν καὶ ἀπὸ κάθε κτίσμα ἀνεξιχνίαστον. Πράγματι, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλα τὰ μυστήρια τῆς θείας αὐτῆς Οἰκονομίας ἀποκαλυφθοῦν σὲ κάποιους, καὶ θελήσουν νὰ τὰ γράψουν, δὲν θὰ φθάση οὔτε ὁ χρόνος οὔτε τὸ χαρτὶ οὔτε τὸ μελάνι, οὔτε ὁ κόσμος ὅλος θὰ χωρέση τὰ βιβλία αὐτὰ ποὺ θὰ γραφοῦν.
Ὅπως λοιπὸν ἀπὸ εὐσπλαγχνίαν εἶχεν εἰπεῖ καὶ προορίσει ἀπὸ πρίν, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἔπραξε. Καὶ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους γιὰ τὴν ἀναίδειάν τους καὶ γιὰ τὴν ἀμετανόητο καρδία καὶ γνώμην ἐξεδίωξε ἀπὸ τὸν Παράδεισον, ὅταν μετενόησαν ὅπως ἔπρεπε, καὶ ἐταπεινώθησαν ἀξίως, καὶ ἔκλαυσαν, καὶ ἐθρήνησαν, Αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ μόνος Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος, ἀπὸ μόνον τὸν προάναρχον Πατέρα, κατῆλθεν, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, καὶ ὄχι μόνον ἔγινεν ἄνθρωπος ὅμοιος μὲ ἐκείνους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποθάνη ὅπως αὐτοὶ κατεδέχθη, προτιμῶντας βίαιον καὶ ἐπονείδιστον θάνατο. Κατῆλθε δὲ καὶ στὸν Ἅδη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς ἀνέστησε. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ὁποῖος τόσα ἔπαθε γι’ αὐτούς, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακαλέση ἀπὸ τὴν μακρὰν ἐκείνην ἐξορίαν, ἐὰν μετανοοῦσαν στὸν Παράδεισο, δὲν θὰ τοὺς συμπαθοῦσε;
Καὶ πῶς ὄχι, ἀφοῦ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του φιλάνθρωπος, καὶ τοὺς ἐδημιούργησε ἀκριβῶς γι’ αὐτό, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουν δηλ. τὰ ἀγαθά του μέσα στὸν Παράδεισο καὶ νὰ δοξάζουν τὸν εὐεργέτην τους; Ναί, πράγματι ἀδελφοί, αὐτό, ὅπως φρονῶ, θὰ ἐγίνετο. Γιὰ νὰ μάθης δὲ καὶ τὰ ὑπόλοιπα, καὶ νὰ πιστεύσης περισσότερο στὸν λόγον, ἄκου καὶ τὰ ἑξῆς! Ἐὰν εἶχαν μετανοήσει ὅταν ἀκόμη ἦσαν μέσα στὸν Παράδεισον, ἐκεῖνον τὸν ἴδιον Παράδεισο θὰ ἀπελάμβαναν καὶ τίποτε περισσότερον. Ἐπειδὴ δὲ γιὰ τὴν ἀμετανοησία τους ἐξεβλήθησαν, μετὰ ταῦτα ζῶντας μέσα στὶς θλίψεις, μετενόησαν καὶ ἔκλαυσαν πολύ. Αὐτά, ὅπως εἶπα, δὲν θὰ τὰ ἐπάθαιναν, ἐὰν εἶχαν μετανοήσει μέσα στὸν Παράδεισον.
Γιὰ τοὺς πόνους λοιπὸν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἱδρῶτες καὶ τοὺς κόπους, καὶ γιὰ τὴν καλήν τους μετάνοια, θέλοντας ὁ Δεσπότης Θεὸς νὰ τοὺς τιμήση καὶ νὰ τοὺς δοξάση, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς κάνη νὰ λησμονήσουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ δεινά, τί κάνει; Πρόσεξε, παρακαλῶ, τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας! Ὅταν κατῆλθε στὸν Ἅδη καὶ τοὺς ἀνέστησε, δὲν τοὺς ἀποκατέστησε πάλι στὸν Παράδεισον ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσαν, ἀλλὰ τοὺς ἀνέβασε σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐκάθισε ἐκ δεξιῶν τοῦ προανάρχου Πατρός του καὶ Θεοῦ, τί λέγεις ὅτι τὸν ἔκαμε αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἦταν κατὰ φύσιν δοῦλος του; Τὸν ἔκαμε κατὰ χάριν πατέρα του! [ἀφοῦ ὁ ἴδιος αὐτοαποκαλεῖται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου]. Εἶδες σὲ ποῖον ὕψος τὸν ἀνέβασε ὁ Δεσπότης, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ταπείνωσιν καὶ τοὺς θρήνους καὶ τὰ δάκρυά του;
Ὢ δύναμις τῆς μετανοίας καὶ τῶν δακρύων! Ὢ πέλαγος ἀνεκφράστου φιλανθρωπίας καὶ ἀνεξιχνιάστου ἐλέους, ἀδελφοί! Διότι ὄχι μόνον ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἀπογόνους του, ἐμᾶς δηλαδὴ τὰ τέκνα του, οἱ ὁποῖοι μιμούμεθα τὴν ἐξομολόγησιν ἐκείνου, τὴν μετάνοια, τὸν θρῆνο, τὰ δάκρυα καὶ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα προείπαμε, τοὺς ἐτίμησε καὶ τοὺς ἐδόξασε, τόσον ὅσον καὶ ἐκεῖνον, ὅσους μέχρι σήμερα κάνουν ὅπως ἔκανε ἐκεῖνος, καὶ ὅσους θὰ τὸν μιμηθοῦν ἀπὸ σήμερα, εἴτε κοσμικοὶ εἶναι εἴτε μοναχοί. «Ἀμήν», εἶπεν ὁ ἀψευδὴς Θεός, «οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτοὺς ποτέ, ἀλλ’ ὡς ἀδελφούς μου καὶ φίλους καὶ πατέρας καὶ μητέρας καὶ συγγενεῖς καὶ συγκληρονόμους μου ἀναδείξω αὐτούς, καὶ ἐδόξασα καὶ δοξάσω. Καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ ἄνω καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, καὶ τῆς ζωῆς αὐτῶν καὶ εὐφροσύνης καὶ δόξης οὐκ ἔσται τέλος ποτέ».
Τί ὠφέλησεν, εἰπέ μου ἀδελφέ, τοὺς πρωτοπλάστους ἡ ἀκοπίαστος καὶ ἀμέριμνος ζωὴ μέσα στὸν Παράδεισον, ἀφοῦ ἐραθύμησαν, καὶ ἀπὸ ἀπιστίαν πρὸς τὸν Θεὸν κατεφρόνησαν καὶ παρέβησαν τὴν ἐντολήν του; Διότι ἐὰν τὸν εἶχαν πιστεύσει, δὲν θὰ ἐθεωροῦσε ἡ Εὕα τὸν ὄφι πλέον ἀξιόπιστον, ὁ δὲ Ἀδὰμ τὴν Εὔα πλέον ἀξιόπιστον ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀλλὰ θὰ εἶχαν φυλαχθῆ νὰ μὴ φάγουν ἀπὸ τὸ φυτόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔφαγαν καὶ δὲν μετενόησαν, ἐξεβλήθησαν. Ἀπὸ τὴν ἐξορίαν πάλι καθόλου δὲν ἐβλάβησαν, ἀλλὰ καὶ πάρα πολὺ ὠφελήθησαν, καὶ αὐτὸ συνετέλεσε στὴν σωτηρίαν ὅλων μας.
Διότι ἀφοῦ κατῆλθεν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Κύριός μας, κατετρόπωσε τὸν ἐχθρό μας, τὸν θάνατον, παραδίδοντας ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν Του, καὶ ἔτσι ἐματαίωσεν ἐντελῶς τὴν καταδίκην ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ προπάτορος. Καὶ ἀναγεννῶντας καὶ ἀναπλάττοντας καὶ ἀπαλλάσσοντάς μας τελείως ἀπὸ αὐτὴν μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα, μᾶς καθιστᾶ ἐντελῶς ἐλευθέρους στὸν κόσμον αὐτόν, καὶ μὴ ἐνεργουμένους τυραννικῶς ἀπὸ τὸν ἐχθρόν. Ἀλλὰ τιμῶντας μας μὲ τὸ αὐτεξούσιον μὲ τὸ ὁποῖον μᾶς εἶχε προικίσει ἀπ’ ἀρχῆς, μᾶς δίδει περισσοτέραν δύναμιν ἐναντίον του, ὥστε ὅποιοι θέλουν νὰ τὸν νικοῦν μὲ εὐχέρειαν μεγαλυτέραν ἀπὸ ὅλους τοὺς πρὸ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἁγίους.
Καὶ μετὰ τὸν θάνατόν τους νὰ μὴν ὁδηγοῦνται καὶ αὐτοὶ ὅπως ἐκεῖνοι κάτω στὸν Ἅδη, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν τρυφὴ καὶ τὴν ἀπόλαυσι ποὺ ἐπικρατεῖ ἐκεῖ, καὶ νὰ ἀξιώνωνται νὰ ἀπολαμβάνουν τώρα μὲν σὲ μέτριον βαθμό, μετὰ δὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασι, πλήρως ὅλην τὴν αἰωνίαν χαρά. Νὰ μὴ προφασίζωνται λοιπὸν αὐτοὶ ποὺ ἐπιζητοῦν προφάσεις, οὔτε νὰ λέγουν ὅτι εἶναι πλήρης ἡ ἐπιρροὴ τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδὰμ ἐπάνω μας, καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἑλκύει πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὴν ἁμαρτία. Διότι ὅποιοι τὸ σκέπτονται καὶ τὸ λέγουν αὐτό, νομίζουν ὅτι ἀνωφελῶς καὶ ματαίως ἔγινεν ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, πράγμα ποὺ μόνον οἱ αἱρετικοὶ λέγουν, ὄχι οἱ πιστοί.
Πράγματι, γιὰ ποῖον ἄλλον λόγο κατῆλθε καὶ ἐγεύθη τὸν θάνατο, παρὰ μόνον βεβαίως γιὰ νὰ καταργήση τὴν καταδίκη ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ νὰ ἐλευθερώση τὸ γένος μας ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ ποὺ τὸ πολεμεῖ; Διότι αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ αὐτεξουσιότης, δηλαδὴ τὸ νὰ μὴν ἐξουσιαζώμεθα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπον ἀπὸ κάποιον ἄλλον. Ἐπειδὴ ἐμεῖς μὲν ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἡμάρτησε εἴμεθα μέχρι τότε ἁμαρτωλοί, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ παρέβη τὴν ἐντολὴν παραβάτες, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἔγινε δοῦλος τῆς ἁμαρτίας δοῦλοι κι ἐμεῖς τῆς ἁμαρτίας, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἐδέχθη τὴν κατάραν καὶ ἐνεκρώθη ἐπικατάρατοι καὶ ἐμεῖς καὶ νεκροί, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὴν συμβουλὴν τοῦ πονηροῦ καὶ ὑπεδουλώθη σ’ αὐτόν, καὶ ἔχασε τὸ αὐτεξούσιον, εἴχαμε κι ἐμεῖς δεχθεῖ τὴν ἐπήρειαν αὐτοῦ, καὶ εἴχαμε καταδυναστευθῆ ἀπὸ τὴν τυραννικήν του ἐξουσίαν.
Ὁ Θεὸς ὅμως κατῆλθε καὶ ἐσαρκώθη, ἔγινεν ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς χωρὶς ὅμως τὴν ἁμαρτία, καὶ ἔλυσε τὴν ἁμαρτίαν, ἡγίασε δὲ τὴν σύλληψιν καὶ τὴν γέννησιν, καὶ ἐπειδὴ ἀνετράφη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, εὐλόγησε κάθε ἡλικίαν. Καὶ ὅταν ἔγινε τέλειος ἄνδρας, τότε ἤρχισε τὸ κήρυγμα, διδάσκοντάς μας νὰ μὴ προτρέχωμε σὲ ὅ,τιδήποτε καὶ νὰ μὴ προλαμβάνωμε ἐκείνους ποὺ ἐλευκάνθησαν στὴν σύνεση καὶ στὴν ἀρετήν, ὅσοι μάλιστα εἴμεθα νέοι στὴν φρόνηση καὶ δὲν ἔχουμε ἀνδρωθῆ. Ἐδέχθη ἐπάνω του ὅσα ἦσαν πρὸς τὸ συμφέρον μας, καὶ ἀφοῦ ἐφύλαξε ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς αὐτοῦ, ἔλυσε τὴν παράβαση, καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς παραβάτες ἀπὸ τὴν καταδίκην. Ἔγινε δοῦλος ἀναλαμβάνοντας μορφὴν δούλου, καὶ ἐπανέφερε ἐμᾶς τοὺς δούλους στὸ δεσποτικὸν ἀξίωμα, ἀναδεικνύοντάς μας δεσπότες τοῦ πρώην τυράννου.
Καὶ τὸ μαρτυροῦν αὐτὸ οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι καὶ μετὰ θάνατον ἀποδιώκουν ὡς ἀδυνάμους καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ὑπασπιστάς του. Μὲ τὴν σταύρωσίν του ὁ ἴδιος ἔγινε κατάρα, καὶ ἔλυσε ὅλην τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ἀπέθανε, καὶ μὲ τὸν θάνατόν του κατετρόπωσε τὸν θάνατον. Ἀνέστη, καὶ ἐξηφάνισε τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ, ὁ ὁποῖος διὰ μέσου τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἐναντίον μας. Διότι βάζοντας μέσα στὸ θανατηφόρο δηλητήριο καὶ στὸ φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀνέκφραστον ἐνέργειαν τῆς Θεότητος καὶ τὴν ζωοποιὸν ἐνέργειαν τοῦ σώματός του, ἐλύτρωσε τελείως ὅλον το γένος μας ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ. Καθαίροντας δὲ καὶ ζωοποιῶντας μας μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα καὶ μὲ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, τοῦ τιμίου σώματος καὶ τοῦ αἵματός του, μᾶς ἀποκαθιστᾶ ἁγίους καὶ ἀναμαρτήτους.
Ἀλλὰ καὶ μᾶς ἀφήνει τὴν τιμὴν τοῦ αὐτεξουσίου, γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε ὅτι ὑπηρετοῦμε τὸν Δεσπότην μὲ τὴν βία, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεσιν. Καὶ ὅπως ὁ Ἀδὰμ ἦταν στὸν Παράδεισον ἐξ ἀρχῆς ἐλεύθερος, ξένος πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν βία, ὑπήκουσε δὲ στὸν ἐχθρὸν μὲ τὸ αὐτεξούσιον θέλημά του, ἐξηπατήθη καὶ παρέβη τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἀναγεννώμενοι μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα, ἀπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ γινόμεθα αὐτεξούσιοι, καὶ ἐὰν δὲν ὑπακούσωμε στὸν ἐχθρὸν μὲ τὴν ἰδικήν μας θέλησιν, δὲν ἠμπορεῖ μὲ ἄλλον τρόπο νὰ ἐνεργήση κάτι ἐναντίον μας.
Πράγματι, ἐὰν πρὶν ἀπὸ τὸν νόμο καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς ὅλα αὐτὰ τὰ βοηθήματα, πολλοὶ καὶ ἀναρίθμητοι εὐηρέστησαν τὸν Θεὸν καὶ ἀνεδείχθησαν ἄμεμπτοι, ὅπως ὁ δίκαιος Ἐνώχ, τὸν ὁποῖον μετέθεσε τιμώντας τον μὲ τὸν τρόπον αὐτό, καὶ ὁ Ἠλίας τὸν ὁποῖον παρέλαβε στὸν οὐρανὸν μὲ ἅρμα πύρινον, τί θὰ ἀπολογηθοῦμε ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν χάριν καὶ τὴν τοιαύτη καὶ τόσο μεγάλην εὐεργεσίαν, οὔτε ἴσοι μὲ τοὺς πρὸ τῆς χάριτος εὑρισκόμεθα, ἀλλὰ ζοῦμε μέσα στὴν ραθυμία, καὶ καταφρονοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς παραβαίνουμε; Καὶ αὐτὸ μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας, μετὰ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ βαπτίσματος καὶ τὴν προστασία τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ τὴν ἐπισκίασιν καὶ ἐπέλευσιν τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅτι θὰ τιμωρηθοῦμε, ἐὰν ἐπιμένωμε στὸ κακόν, περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἡμάρτησαν ὅταν ἐπικρατοῦσε ὁ νόμος, τὸ ἐδήλωσεν ὁ Παῦλος λέγοντας: «Εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;». Ἄς μὴ ἀποδίδη λοιπὸν τὴν εὐθύνην καὶ ἄς μὴ κατηγορῆ τὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τὸν ἑαυτόν του καθένας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ ὁποῖος περιπίπτει σὲ ὁποιαδήποτε ἁμαρτίαν, καὶ ἄς ἐπιδεικνύη ἀξίαν μετάνοια ὅπως ἐκεῖνος, ἐὰν βεβαίως θέλη νὰ ἐπιτύχη τὴν αἰωνίαν ἐν Κυρίῳ ζωήν…
Ἐκεῖνος ποὺ συλλογίζεται πάντοτε τὶς ἁμαρτίες του, καὶ συνεχῶς βλέπει ἐμπρός του τὴν μέλλουσαν κρίσιν, καὶ μετανοεῖ, καὶ κλαίει θερμῶς, αὐτὸς ὑπερβαίνει ὅλα μαζὶ τὰ πάθη καὶ τὰ ἁμαρτήματα, καὶ τὰ ὑπερνικᾶ ἀνυψούμενος ἀπὸ τὴν μετάνοιαν, ὥστε νὰ μὴν ἠμπορῆ οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ νὰ φθάση καὶ νὰ προσεγγίση τὴν ψυχή του στὸ ὕψος ἐκεῖνο ποὺ πετά. Ἐὰν δὲ ὁ νοῦς μας, πτερωμένος ἀπὸ τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα, καὶ ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ταπείνωσιν ποὺ γεννᾶται ἀπὸ αὐτά, δὲν ἀνυψωθῆ στὸ ὕψος τῆς ἀπαθείας, δὲν θὰ ἠμπορέσωμε νὰ ἐλευθερωθοῦμε, δὲν θὰ παύσουν νὰ μᾶς κεντοῦν πότε τὸ ἕνα, πότε τὸ ἄλλο πάθος, καὶ νὰ μᾶς κατασπαράσσουν σὰν ἄγρια θηρία. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον, ἐξ αἰτίας αὐτῶν, θὰ χάσωμε τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, καὶ ἀπὸ αὐτὰ πάλι θὰ τιμωρηθοῦμε αἰωνίως.
Γι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ ὅλους, πνευματικοί μου πατέρες καὶ ἀδελφοί, καὶ ποτὲ δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ τὴν ἀγάπη σας, νὰ μὴν ἀμελήσετε τὴν σωτηρία σας, ἀλλὰ μὲ κάθε τρόπο νὰ προσπαθήσετε νὰ ἀνυψωθῆτε ὀλίγον ἀπὸ τὴν γῆ. Καὶ ὅταν γίνη αὐτὸ τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖο θὰ σᾶς καταπλήξη, τὸ νὰ ἀνυψωθῆτε δηλαδὴ ἀπὸ τὴν γῆ καὶ νὰ ὑπερίπτασθε στὸν ἀέρα, δὲν θὰ θελήσετε πλέον νὰ κατέλθετε οὔτε κἄν γιὰ λίγο καὶ νὰ σταθῆτε στὴν γῆ. Λέγοντας δὲ «γῆν» ἐννοῶ τὸ σαρκικὸν φρόνημα, καὶ «ἀέρα» τὸ πνευματικόν.
Διότι ἐὰν ὁ νοῦς ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πάθη, καὶ δι’ αὐτοῦ ἀντικρύσωμε τὴν ἐλευθερίαν τὴν ὁποία μᾶς ἐχάρισεν ὁ Χριστός, δὲν θὰ καταδεχθοῦμε πλέον νὰ κατέλθωμε στὴν προηγουμένην δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ παύσωμε νὰ γρηγοροῦμε καὶ νὰ προσευχώμεθα, ἕως ὅτου μεταβοῦμε πρὸς τὴν ἐκεῖθεν μακαριότητα καὶ τύχωμε τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, «χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
*(Βλ. Λόγος [Κατήχησις] Ε΄, στὸ Ἅπαντα τῶν Ἁγίων Πατέρων, Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου Ἅπαντα, τ. 1, ἔκδ. «Ὠφελίμου Βιβλίου», Ἀθῆναι 1973, σελ. 102 ἑ. · βλ. καὶ «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον», σελ. 485 ἑ.). Πηγή: https://www.ecclesiagoc.gr
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ
Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα, οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται, καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄῤῥηκτον κατέχοντες τὴν Πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην, ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν. Ὁ ποιῶν ταῦτα, τὸν ἀληθινὸν κομίζεται στέφανον, παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως.
Από τους Αίνους της Κυριακής της Τυρινής
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ (2025)
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Κυριακή 2 Μαρτίου 2025
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, 1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 77-78.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Ο σωστικός χώρος της εκκλησίας (καθημερινές σκέψεις και σχόλια στα ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα για τις 365 μέρες του χρόνου) είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο που περιέχει το καθημερινό σχόλιο του οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου για κάθε μέρα του έτους.
Η χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, είχε προγραμματιστεί ώστε το κείμενο να ενταχθεί στη δομή του Ημερολογίου της Εκκλησίας εκείνου του έτους.
Καθώς κάθε χρόνο η ύλη δομείται διαφορετικά, λόγω της κινητής εορτής του Πάσχα, ο όσιος συγγραφέας συνιστά στον αναγνώστη να καταφεύγει για τα Γραφικά αναγνώσματα στον πασχάλιο κύκλο κάθε χρόνου.
Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί καλύτερα παρακολουθώντας το ορθόδοξο ημερολόγιο, για να διαπιστώσει ποια Κυριακή μετά την Πεντηκοστή διανύουμε και να καταφεύγει στην αντίστοιχη εβδομάδα του έτους, για να βρει το σχόλιο της ημέρας.
Σκοπός του Οσίου ήταν πάντα να παρέχει υγιή τροφή στην ψυχή. Θεωρώντας τα λόγια του σε καθημερινή βάση, ο αναγνώστης δέχεται διαρκή ενθάρρυνση για ν' αγωνίζεται με επιμέλεια ώστε ν' απορρίψει την απιστία και την αμαρτία, ν' αναπτύξει την πίστη και την αρετή και να πλησιάσει περισσότερο τον Κύριο και Σωτήρα μας.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
«Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος' εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ' 14). Πόσο απλό και εύχρηστο μέσο σωτηρίας! Τα παταπτώματά σας συγχωρούνται με την πρυπόθεση ότι και σεις θα συγχωρέσετε τα παραπτώματα. Αυτό σημαίνει πως η υπόθεση της συγχώρεσης είναι στα δικά σου χέρια. Ενίσχυσε τον εαυτό σου να ξεπεράσεις τα ταραγμένα συναισθήματά σου προς τον αδελφό σου και να τα κάνεις αισθήματα ειρηνικά. Αυτό είναι όλο. Η ημέρα της συγχώρεσης θα έρθει' τί μεγάλη και ουράνια μέρα του Θεού είναι αυτή! Αν όλοι μας τη χρησιμοποιούσαμε όπως έπρεπς, η μέρα αυτή θα μετέτρεπε τις χριστιανικές κοινωνίες σε κοινωνίες ουράνιες. Κι η γη τότε θα συγχωνευόταν με τον ουρανό.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, 1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 77-78.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


.jpg)
.jpg)
.jpg)
