ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΟΛΑ ΦΩΝΑΖΟΥΝ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»!

 



ς ἱεροκῆρυξ, ἀγαπητοί μου, εὑρίσκομαι ἐδῶ καὶ σᾶς ἀπευθύνω τὸν χαιρετισμὸτ ῆς Ἀναστάσεως, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη»Οἱ δύο αὐτὲς λέξεις εἶνε τὸ θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, δυναμίτης κατὰ τοῦ σατανᾶ. Ἔχουν τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας. Ὁ διάβολος προσπαθεῖ νὰ τὶς σβήσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσῃ. Ὅσοπερνοῦν οἱ αἰῶνες τόσο ῥιζώνουν βαθύτερα. Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» τὸ ἔλεγαν σαράντα μέρες, μέχρι τῆς Ἀναλήψεως· παντοῦ, ἀντὶ γιὰ κάθε ἄλλο χαιρετισμό. Σήμερα δυστυχῶς φραγκέψαμε· τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν λέγεται, δὲν ἀκούγεται.


Καινούργιοι ἄνεμοι ἔπνευσαν, νέα ἤθη καὶ ἔθιμα ζητοῦν νὰ νοθεύσουν τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, νέοι ἐχθροὶ ζητοῦν νὰ βάλουν δυναμῖτες στὰ θεμέλιά μας, νὰ τινάξουν στὸν ἀέρα ὅ,τι σεβάστηκαν αἰῶνες. Κρύωσε, πάγωσε ἡ καρδιά μας, ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ἔπλασε ν᾿ ἀγαπᾷ πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὸ Χριστό. Ὑπάρχουν δυστυχῶς τώρα πολλοὶ ποὺ ἔπαψαν νὰ πιστεύουν. Ὑπάρχουν ἐδῶ ἄθεοι, σὲ μιὰ χώρα ποὺ ἄπιστος δὲν ὑπῆρχε οὔτε γιὰ σπόρο. Καὶ τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους τρόπους προωθοῦν τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία.


Αὐτοί, ὅταν δοῦν κάποιον ν᾿ ἀγαπάῃ τὸ Χριστό, πέφτουν πάνω του μὲ ὅλα τὰ ὅπλα τους, γιὰ νὰ μὴ μείνῃ πιὰ ψυχὴ ποὺ νὰ πιστεύῃ. Ἐσύ – τοῦ λένε καὶ τὸν φουσκώνουν σὰν μπαλ-λόνι, ἐσὺ ποὺ ζῇς στὸν αἰῶνα αὐτόν, ποὺ πῆγες στὰ σχολεῖα καὶ μορφώθηκες καὶ πῆρες διπλώματα πανεπιστημίου, ἐσὺ ποὺ διαβάζεις περιοδικὰ καὶ βιβλία ἐπιστημονικά, ἐσὺ λοιπὸν πιστεύεις αὐτὰ ποὺ λέει ἡ Ἐκκλησία κ᾽ οἱ παπᾶδες; μὰ εἶνε δυνατὸν ἕνας πεθαμένος ν᾿ ἀναστηθῇ; ὑπάρχει ἀνάστασι νεκρῶν;… πάλιωσε ἡ θρησκεία καὶ ἡ Ἐκκλησία, λένε. Μιλᾶνε ἔτσι, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ κανένα ῥοῦχο, ποὺ παλιώνει καὶ τὸ πετᾷς. Ἀλλ᾽ ὄχι, ἀδελφοί μου. Ἡ θρησκεία μας δὲν εἶνε ἕνα ῥοῦχο φτειαγμένο ἀπὸ κλωστὲς ἀνθρώπινες. Ἡ Ἐκκλησία μας ναί, εἶνε ῥοῦχο, ἀλλὰ ῥοῦχο φτειαγμένο μὲ βελόνες ἀγγελικές, ἔνδυμα ὑφασμένο στὸν ἀργαλειὸ τῆς αἰωνιότητος, περιβόλαιον ποὺ δὲν θὰ παλιώσῃ ποτέ.


νοῖξτε καὶ διαβάστε τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, καὶ θὰ δῆτε ἐκεῖ νὰ λέῃ· «αὐτοὶ ἀπολοῦνται», ὅλα δηλαδὴ θὰ παλιώσουν καὶ θὰ σβήσουν· «καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται»· σὺ ὅμως, Κύριε, ζῇς καὶ ὑπάρχεις εἰς τοὺς αἰῶνας (Ἑβρ. 1,11-12=Ψαλμ. 101,27-28)Ὄχι, δὲν παλιώνει ἡ πίστι μας. Εἶνε σὰν νὰλές, ὅτι πάλιωσε ὁ Δούναβις ἢ ὁ Βόλγας ἢ ὁ Ἀχελῷος.


π᾿ τὸν καιρὸ ποὺ ἔφτειαξε ὁ Θεὸς τὴ Γῆ, τὰ ποτάμια τρέχουν καὶ ποτίζουν. Τὸ ποτάμι εἶνε πάντοτε χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο· ἔτσι καὶ ἡ θρησκεία, σὰν ποτάμι ποὺ βγῆκε ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Θεότητος, θὰ ἀρδεύῃ αἰωνίωςτὶς ψυχές. Ἐσὺ ποὺ λὲς ὅτι ἡ θρησκεία πάλιωσε, εἶνε σὰν νὰ λὲς ὅτι πάλιωσε ὁ ἥλιος. Μὰ ὁ ἥλιος ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ λάμπῃ ὅπως στὰ χρόνια τοῦ Ὁμήρου· δὲν πάλιωσε. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, βέβαια, καὶ τὰ ποτάμια καὶ ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἄστρα κάποτε θὰ παλιώσουν·τὸ εἶπε ὁ Χριστός (βλ. Ματθ. 24,35).


Μόνο ἐκεῖνος ζῇ καὶ βασιλεύει καὶ δὲν παλιώνει ποτέ. Γι᾽ αὐτὸ κλεῖστε τ᾿ αὐτιά σας στὶς φωνὲς τῆς ἀπιστίας. –Καλὰ εἶν᾽ αὐτά, θὰ πῆτε, ἀλλὰ ἐδῶ δίνουμε μάχη· ἔχουμε ἐχθρούς, ποὺ θέλουν ἐπιχειρήματα, ζητοῦν θαύματα γιὰ νὰ πιστέψουν ὅτι ὑπάρχει ἀνάστασις Χριστοῦ καὶ νεκρῶν.


λᾶτε λοιπόν, ἀδελφοί μου, νὰ κάνουμε ἕνα περίπατο. Ἂς βγοῦμε ἀπὸ τὴν ἀποπνικτικὴἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργοῦν στὴν ἀτμόσφαιρα τὰ φυσικὰ καυσαέρια καὶ πρὸ παντὸς τὰ πνευματικὰ καυσαέρια τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀθεΐας. Γιατὶ ὡρισμένοι κόπτονται νὰ καθαριστῇ ἡ ἀτμόσφαιρα ἀπὸ τοὺς βιομηχανικοὺς ῥύπους, ἀδιαφοροῦν ὅμως γιὰ τὴν ἠθικὴ ἀτμόσφαιρακαὶ τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας, ποὺ ἀπειλεῖ ὅλους μὲ ἀσφυξία καὶ ψυχικὸ θάνατο.


ς δοῦμε λοιπὸν στὴ φύσι τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως.



*Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, 15 Μαΐου 2016 πρωὶ. «Κυριακή Σύντομον Κήρυγμα». Περίοδος Δ΄ - Ἔτος ΛΓ΄Φλώρινα - ἀριθμ. φύλλου 1948. Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης.


Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

Η ΔΙΔΑΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΘΕΟΥ

 



Η εορτή, ἀγαπητοί μου, σήμερα. Μὰ τί θὰ πῇ ἑορτή; Ἑορὴ εἶνε νὰ γλεντήσουμε καὶ νὰ ἀσωτεύσουμε; Ὄχι δά. Ἑορτὴ εἶνε νὰ πᾷς στὴν ἐκκλησία, ν᾽ ἀνάψῃς κερί, νὰ προσκυνήσῃς τὴν εἰκόνα, ν᾽ ἀκούσῃς μὲ προσοχή τὸν ἀπόστολο καὶ τὸ εὐαγγέλιο, νὰ κάνῃς τὸ σταυρό σου, νὰ πῇς ἕνα «Κύριε, ἐλέησον», ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεός», ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», νὰ κοινωνήσῃς τὰ ἄχραντα μυστήρια μὲ φόβο πίστι καὶ ἀγάπη,νὰ πάρῃς τὸ ἀντίδωρο· αὐτὸ εἶνε ἑορτή.


Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα· νὰ διαβάσῃς τὸν βίο τοῦ ἁγίου καὶ νὰ τὸν μιμηθῇς. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος «ἑορτὴ ἁγίου ἴσον μίμησις ἁγίου». Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ἑορτὲς ἁγίων, τῶν ἀγγέλων, τῆς Θεοτόκου, τῶν ἁγίων πατέρων. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἔχουμε τὶς δεσποτικὲς ἑορτές, καὶ ἡ πιὸ μεγάλη εἶνε τὸ Πάσχα, ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, ἡ ῥίζα καὶ τὸ θεμέλιο τῆς πίστεώς μας. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἡμέρα «ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ.117,24). Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὴν ἑώρταζαν 40 μέρες καὶ ἀντὶ ἄλλου χαιρετισμοῦ ἔλεγαν «Χριστὸς ἀνέστη» - «Ἀληθῶς ἀνέστη».


40 μέρες μετὰ τὸ Πάσχα εἶνε ἡ Ἀνάληψις, καὶ στὶς 50 μέρες ἡ Πεντηκοστή. Ἂν τώρα μοιράσουμε τὸ 50 στὸ μέσον, στὶς 25 ἡμέρες, εἶνε ἡ ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Θέλω τώρα νὰ πῶ λίγα λόγια ἐπάνω στὸ εὐαγγέλιο τῆς σημερινῆς ἡμέρας (βλ. Ἰω. 7,14-30). Στὴν ἀρχὴ τὸ εὐαγγέλιο λέει, ἀγαπητοί μου, ὅτι ὁ Χριστὸς δίδασκε καὶ τὸν ἄκουγαν ὅλοι, μικροὶ - μεγάλοι, καὶ «ἐθαύμαζον» (ἔ.ἀ. 7,15). Ἔλεγαν μὲ ἀπορία· –Ποῦ ξέρει αὐτὸς αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι εἶνε ἕνας φτωχός, ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ φτωχὴ μάνα, σχολεῖο δὲν πῆγε, ἔμαθε ἀπὸ μικρὸς τὴν τέχνη τοῦ μαραγκοῦ καὶ ζοῦσε μ᾽ ἕνα μεροκάματο. Δὲν ἔμαθε γράμματα·


πῶς τώρα λέει τέτοια πράγματαποὺ πρώτη φορὰ τ᾽ ἀκοῦμε;… Ἀπαντώντας ὁ Χριστὸς στὴν ἀπορία τους εἶπε· –Ναί, σχολειὸ δὲν πῆγα· αὐτὰ λοιπὸν ποὺ σᾶς λέω δὲν εἶνε δικά μου, εἶνε τοῦ οὐρανίου Πατρός· «ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με» (ἔ.ἀ. 7,16). Ἡ διδασκαλία μου δὲν εἶνε ἀνθρώπινη, εἶνε θεία διδασκαλία. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πράγματι εἶνε θεϊκά, ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ὄχι ἀπὸ τὴ γῆ. Ἐδῶ πολλοὶ δάσκαλοι εἶπαν διάφορα πράγματα (Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, Μάρξ, Λένιν κ.ἄ.) καὶ τοὺς θαύμασαν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ οἱ διδασκαλίες τους μιὰ μέρα θὰ σβήσουν, ἡ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθάνατη.


Χρόνια, αἰῶνες, χιλιετίες θὰ περάσουν, μὰ τὰ λόγια του πάντα θ᾽ ἀγγίζουν τὶς καρδιές. Ὁ Χριστὸς εἶνε σὰν τὸν ἥλιο, ποὺ ἐνῷ ὅλα ἀλλάζουν αὐτὸς δὲν ἀλλάζει, δὲν ἀλλοιώνεται· εἶνε «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8). Ὅπως δηλαδὴ δὲν ἀλλάζει ὁ ἥλιος, ἔτσι δὲν ἀλλάζει καὶ ἡ διδασκαλίατου. Κι ὅταν ὁ ἥλιος μιὰ μέρα σβήσῃ –γιατὶ θὰ σβήσῃ–, ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ θὰ μείνῃ. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35).⃝Ἀθάνατη ἡ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ· εἶνε ἀκόμη ἀναγκαία γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως φύλου, χρώματος, φυλῆς,ἐποχῆς, κοινωνικῆς καταστάσεως· ὅπως ὅλοι ἔχουν ἀνάγκη τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ γιὰ νὰ σωθοῦν ἔχουν ἀνάγκη τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.


Η διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶνε μόνο εὐχάριστη, γλυκειὰ σὰν τὸ μέλι καὶ δροσερὴ σὰν τὸ νερό, εἶνε και ἀποτελεσματική· εἶνε σὰν τὸφάρμακο ποὺ τὸ παίρνεις καὶ θεραπεύεσαι. Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ φέρνει μεγάλα ἀποτελέσματα. Τὸ βλέπουμε αὐτὸ π.χ. στὴν Ἀφρική. Ἐκεῖ ἰθαγενεῖς ἀνθρωποφάγοι ἄλλαξαν! Ποιός τοὺς ἄλλαξε; Ὁ Χριστός. Πῶς τοὺς ἄλλαξε; Πῆγαν ἐκεῖ μακριὰ ἱεραπόστολοι, κήρυκες δηλαδή, ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν πατρίδα. πλησίασαν, κατήχησαν τοὺς ἀγρίους καὶ τοὺς βάπτισαν Χριστιανούς (κάποτε ἡ Ἑλλάδα ἦταν χώρα ἱεραποστόλων· ἀπὸ ἐδῶ ἔφυγαν καὶ πῆγαν στὴ Ρουμανία, στὴ Σερβία, στὴ Βουλγαρία, στὴ Ρωσία· ἂν εἶνε σήμερα Χριστιανοὶ οἱ Ρῶσοι, οἱ Ρουμᾶνοι, οἱ Βούλγαροι, τὸ ὀφείλουν στοὺς Ἕλληνες ἱεραποστόλους).


Τώρα τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος πᾶνε στὴν Ἀμερικὴ γιὰ δολλάρια, στὴ Γερμανία γιὰ μάρκα, στὴν Ἀγγλία γιὰ λίρες· δὲν πᾶνε ἐκεῖ ὡς ἱεραπόστολοι. Πῆγε λοιπὸν καὶ στοὺς ἀγρίους τῆς Ἀφρικῆς ἕνας ἱεραπόστολος, τοὺς δίδαξε, καὶ ἄλλαξαν· καὶ τὸ βράχο, ποὺ πάνω του ἔσπαζαν τὰ κεφάλια ἀνθρώπων κ᾽ ἔτρωγαν τὰ μυαλά, ἐκεῖνο τὸ βράχο τὸν σκάλισαν καὶ τὸν ἔκαναν κολυμβήθρα νὰ βαπτίζωνται Χριστιανοί! Ἄλλαξαν, τοὺς ἄλλαξε ἡ ἀθάνατη διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μὴν πῇ κανεὶς ὅτι αὐτὰ γίνονταν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», στὰ χρόνια τὰ παλιά. Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς δοκιμάσῃ νὰ δῇ. «Ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ λαλῶ» (ἔ.ἀ. 7,17). ἂν θέλῃς, λέει, νὰ μάθῃς ὅτι τὰ λόγια ποὺ λέω δὲν εἶνε δικά μου ἀλλὰ ἔχουν θεϊκὴ τὴν προέλευσι, τότε προσπάθησενὰ τὰ ἐφαρμόσῃς στὴ ζωή σου.


Δῶστε μου ἕναν ἄνθρωπο, μιὰ οἰκογένεια, ἕνα χωριό, μιὰ κοινωνία, μιὰ ἀνθρωπότητα ποὺ ὅλοι νὰ πιστεύουν καὶ νὰ ὑπακούουν στὸ Χριστό, καὶ θὰ δῆτε νά ᾽νε εὐτυχισμένοι. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶνε στὶς ἀνέσεις καὶ στὶς γνώσεις, στὰ μέσα καὶ κέντρα διασκεδάσεως καὶ στὰ πανεπιστήμια.


Μακριὰ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ὅλα τὰ ἐπιτεύγματα γίνονται φαρμάκι. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ ραδιόφωνα, τὰ τηλέφωνα, τὶς τηλεοράσεις, τὰ λεφτά, τὶς γυναῖκες καὶ τὰ γλέντια, ὅταν στὸν οὐρανὸ παρουσιαστοῦν τὰ «μαυροπούλια» ποὺ εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, τ᾽ἀεροπλάνα ποὺ ἀπὸ τὶς οὐρές τους θὰ σπέρνουν θάνατο... Νά ἡ κατάληξις. Ὅπως εἶπε ὁ Παπουλάκος, ἕνας ἄλλος προφήτης, «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο». Δὲν ὑπάρχει λοιπόν, ἀγαπητοί μου, καμμιά ἄλλη διδασκαλία ἀνώτερη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.


Κι ἂν ἀκόμα ὑποτεθῇ ὅτι στὰ ἄστρα κατοικοῦν ἄλλα λογικὰ ὄντα, κ᾽ ἐκεῖ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν ἄλλη διδασκαλία ἀνώτερη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τί ὑπολείπεται· νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε. Πάρε λοιπὸν στὰ χέρια σου τὸ Εὐαγγέλιο. Ἂν εἶσαι τόσο φτωχὸς ποὺ δὲν ἔχεις χρήματα νὰ τὸ ἀγοράσῃς, ἐν ἀνάγκῃ πούλησε τὸ πουκάμισό σου καὶ πάρε ἕνα Εὐαγγέλιο –τόσο ἀναγκαῖο νὰ τὸ θεωρῇς. Καὶ ἄρχισε νὰ τὸ μελετᾷς. Διάβαζέ το τὸ πρωί, τὸ μεσημέρι, τὸ βράδυ, τὴ νύχτα. Μὴ μοῦ πῇς, ὅτι δὲν ἔχεις χρόνο. Μπορεῖςνὰ ἐξοικονομήσῃς χρόνο. Ἄφησε κατὰ μέρος ἄλλα πράγματα, περιττὰ ἢ καὶ βλαβερά, ποὺτώρα σὲ δεσμεύουν.


Καὶ πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα ἐλευθερώσου ἀπὸ τὴν τηλεόρασι, αὐτὸ τὸ δαίμονα. Κάποια προφητεία ἔλεγε, ὅτι θὰ ᾽ρθῇ καιρὸς ποὺ ὁ διάβολος θὰ βρῇ ἕνα κουτὶ καὶ θὰ τρελάνῃ μ᾽ αὐτὸ τὴν ἀνθρωπότητα. Νά τὸ κουτὶ τοῦ διαβόλου ποὺ τρέλανε τὴν ἀνθρωπότητα. Ρώτησα ἕνα παιδὶ στὴ Φλώρινα· –Πόσο διαβάζεις; –Ἔ, καμμιὰ ὥρα. –Παραπάνω; –Ὄχι, λέει. –Πόση ὥρα παίζεις; –Δυὸ ὧρες. –Καὶ πόση ὥρα βλέπεις τηλεόρασι; –Πέντε ὧρες… Πέντε ὧρες! ἀποβλακώθηκαν τὰ παιδιά. Καὶ ἕνας μικρὸς ἀπὸ τὶς Πρέσπες ἔβλεπε στὴν τηλεόρασι σπαθιά, κουμπούρια, σκοτωμούς. Μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶδε καὶ κάποιον νὰ τὸν κρεμᾶνε. Καὶ αὐτὸ ποὺ εἶδε ἐκεῖ, ἤθελε νὰ τὸ ἀναπαραστήσῃ· πῆρε λοιπὸν ἕνα καλώδιο, κλείστηκε σὲ μιὰ ἀποθήκη στὴν Πτολεμαΐδα καὶ τὸ ἀπομιμήθηκε· τὸν βρῆκαν κρεμασμένο!... Ἀνάθεμα στὴν τηλεόρασι!


Εἶνε ἡ χειρότερη τηλεόρασι στὸν κόσμο, γιατὶ κυβερνᾶνε ἄθεοι. Φταῖνε λοιπὸν αὐτοί, οἱ καλικάντζαροι τοῦ διαβόλου, φταίει ἡ κυβέρνησι· ἀλλὰ φταῖς κ᾽ ἐσύ, ποὺ χαζεύεις μπροστά της. –Καὶ τί νὰ κάνω; θὰ πῇς, πῶς θὰ περάσω τὴν ὥρα μου; Ν᾽ ἀνοίξῃς ἄλλη τηλεόρασι. Θὰ σοῦ δείξω ἐγὼ μιὰ ἄλλη τηλεόρασι, πάμφθηνη, ποὺ ἂν τὴν ἀνοίξῃς θὰ δῇς ἐκεῖ θαυμάσια - ἔξοχα πράγματα! Ποιά εἶνε ἡ τηλεόρασι αὐτή; Ἡ ἁγία Γραφή. Ἂν τὴν ἀνοίξῃς, βλέπεις ἐκεῖ τὸ Χριστὸ σὲ ὅλη τὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο του.


Σὲ κάθε σπίτι νὰ ὑπάρχῃ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τώρα τὸ ἔχουμε καὶ ὀρθόδοξα ἑρμηνευμένο. Ὅπου εἶνε ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶνε ἡ ἀλήθεια, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη, ὁ παράδεισος· ὅπου λείπει ὁ Χριστός, ἐκεῖ τὸ ψέμα, ἡ ἀδικία, σκλαβιά, τὸ μῖσος, ὁ πόλεμος,ἡ καταστροφή, ἡ κόλασι. Καὶ κόλασι γίναμε, γιατὶ φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ ἕνα μόνο θὰ μᾶς σώσῃ, νὰ ἐπιστρέψουμε σ᾽ αὐτόν.


Σᾶς ὁρκίζω, ἀδέρφια μου, μὲ ὠμοφόριο στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ·κλεῖστε τὶς τηλεοράσεις! γιατὶ ἂν δὲν τὶς κλείσετε, θὰ θρηνήσουμε κι ἄλλα θύματα. Κλεῖστε τις, κι ἀνοῖξτε τὸ Εὐαγγέλιο. Διαβάστε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ θὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς διὰπρεσβειῶν τῶν ἁγίων τῆς πίστεώς μας εἴθε νὰ σκέπῃ καὶ νὰ φυλάῃ τὸν τόπο μας· ἀμήν.


() επίσκοπος Αυγουστίνος


Κυριακή 21 Απριλίου 2024

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

 



Κάθε ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἐκεῖνο ποὺ πιστεύει καὶ αἰσθάνεται, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κρύψῃ· νιώθει ἀνάγκη νὰ τὸ ἐκφράσῃ. Καὶ τὸ ἐκφράζει μὲ διαφόρους τρόπους· μὲ τὴ λάμ­ψι ἢ τὴ θλῖψι τοῦ προσώπου του, μὲ τὶς κινή­­σεις καὶ τοὺς μορφασμούς του, μὲ τὴν εὐγένεια, τὸ ὕφος καὶ τοὺς τρόπους του, πιὸ καθαρὰ μὲ τὴ γλῶσσα καὶ τὸν προφορικὸ λόγο του, καὶ πιὸ στα­θερὰ μὲ τὸν γραπτὸ λόγο, τὰ κείμενά του.


Αὐτὸ ὅμως ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς τὸ ἐκ­φράζει καὶ μὲ τὸ τραγούδι του. Τὸ τραγούδι εἶ­νε ἔκφρασις τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου μας. Πές μου τί τραγουδᾷς, νὰ σοῦ πῶ ποιός εἶσαι. Σήμερα δυστυχῶς ἐπικρατοῦν τραγούδια ποὺ δὲν ἐξυψώνουν ἀλλὰ μᾶλλον ταπεινώνουν κ᾽ ἐξευτελίζουν τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἱστορι­κὸς τοῦ μέλλοντος θὰ διαπιστώσῃ, ὅτι τὰ σημερινὰ τραγούδια, κατὰ 99%, εἶνε τραγούδια αἰσχροῦ ἔρωτα, καὶ θὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ γενεά μας ὑπῆρξε πανσεξουαλική.


πῆρξε ὅμως κάποτε ἐποχή, ποὺ μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ἔκαιγε μιὰ φλόγα ὄχι φυσικὴ καὶ γήινη, ἀλλὰ οὐράνια. Ἦταν ἡ φωτιὰ τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτος. Καὶ ἐκδήλωσις ἀκρι­βῶς αὐτοῦ τοῦ ἔρωτος πρὸς τὸν Θεὸ εἶνε τὰ ποιήματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Σήμερα δὲν μποροῦμε νὰ γράψουμε τέτοια ποιήματα καὶ τέτοια τραγούδια. Ὄχι για­τὶ δὲν ὑπάρχει μέλος, ἀλλὰ γιατὶ δὲν ὑπάρχει καρδιά· καρδιά, ποὺ ν᾿ ἀγαπάῃ τὸ Θεό, νὰ τὸν ἀγαπάῃ μὲ τόση ἔντασι ὅση τὸν ἀγάπησαν οἱ πρόγονοί μας.


να ἀπὸ τὰ πιὸ ἐμπνευσμένα τραγούδια τῆς Ἐκκλησίας μας εἶνε ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Ἔχει ἰδέες ὑψηλές, οὐρανογείτονες, οἱ ὁποῖ­ες ντύνονται μὲ ἔκφρασι καὶ ὕφος ἀπαράμιλλο. Εἶνε ἰδέες, ποὺ ἀγγίζουν τὰ ἄστρα τ᾽ οὐ­ρανοῦ καὶ ἐκφράζονται μὲ τὴν πιὸ εὐγενικὴ γλῶσσα τοῦ κόσμου, τὴν Ἑλληνική, τὴ μόνη ἱκανὴ ν᾽ ἀ­ποδώσῃ καὶ τὴν τελευταία ἀπόχρωσι τῆς σκέ­ψεως καὶ τοῦ αἰσθήματος. Νά τί εἶ­νε ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος· ἕνα ἀνυπέρβλητο ποί­ημα ποὺ θαυμάζουν οἱ αἰῶνες. Κάθε ποίημα, ποὺ ἔχει δημιουργηθῆ καὶ τὸ διαβάζουμε, προῆλθε ἀπὸ κάποια αἰτία. Τὸ ποί­ημα λοιπὸν αὐτό, ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος, πῶς δη­μιουργήθηκε; Ἡ ἱστορία μᾶς γυρίζει πίσω, στὶς συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες πρωτοακούστηκε.


Μὲ τὰ φτερὰ τὶς φαντασίας μας, ἀδελφοί μου, ἂς διασχίσουμε νοερὰ τὸν πέπλο τῶν αἰ­ώνων καὶ ἂς βρεθοῦμε στὸ ἔτος 626 μ.Χ. στὴν πόλι τῶν ὀνείρων μας, τὴν Κωνσταντινούπολι. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἦ­­ταν ἕνας ἀπὸ τοὺς γενναίους καὶ εὐσεβεῖς αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου, ὁ Ἡράκλειος. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατευμά­των του εἶχε φύγει ἀπὸ τὴ Βασιλεύουσα καὶ βρισκόταν μακριά, στὰ ἀνατολικὰ σύνορα, γιὰ ν᾿ ἀποκρού­σῃ ἕνα προαιώνιο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τότε ἡ Βυζαν­τινὴ αὐτοκρατορία, τοὺς Πέρσες.


Διεξῆγε μάχες στὰ πεδία τῆς Μικρᾶς Ἀ­σί­ας καὶ τῆς Ἀρμενίας. Νικοῦσε, θριάμβευε καὶ ἀνανέωνε τὰ τρόπαια τῶν προγόνων μας. Ἡ πορεία τοῦ Ἡρακλείου ἦταν πορεία σχεδὸν στὰ ἴχνη τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ὁ βασιλιᾶς τῆς Περσίας Χοσρόης κλονι­ζόταν. Πονηρὸς ὅμως καὶ πολυμήχανος, γιὰ νὰ φέρῃ ἀντιπερισπασμὸ στὸν Ἡράκλειο, ἔστειλε μιὰ στρατιά, ἡ ὁποία ἔφτασε στὰ πρόθυρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Συγχρόνως συν­εννοήθηκε μὲ τὸ βασιλιᾶ τῶν Ἀβάρων, μία βάρβαρη φυλὴ ποὺ κατέβηκε στὸν Δούναβι ποταμό· καὶ οἱ Ἄβαροι, ἔχοντας μαζί τους καὶ τοὺς Σλάβους, κατέβηκαν σὰν χιονοστιβάδα καὶ ἔφτασαν ἔξω ἀπὸ τὴν Πόλι.


Κωνσταντινούπολις τώρα κινδυνεύει. Πο­λιορκεῖται ἀπὸ παντοῦ, καὶ ὁ στρατὸς λείπει. Μόνο μιὰ μικρὴ φρουρὰ τὴν ὑπερασπίζεται. Ὁ λαὸς προβάλλει ἀντίστασι μὲ ἡγέτας δύο σπουδαίους ἄνδρες – εὐτυχὴς μία πόλι ποὺ ἔχει στοὺς κόλπους της ἄνδρες ὑπερόχους. Ὁ ἕνας ἦταν ὁ στρατηγὸς Βῶνος, καὶ ὁ ἄλλος ὁ ἐπίσκοπός της, ὁ πατριάρχης Κωνσταν­τινουπόλεως Σέργιος. Ὁ ἕνας πολεμοῦσε πάνω στὰ τείχη, στὶς ἐπάλξεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κι ὁ ἄλλος ἐμψύχωνε τὸ λαὸ καὶ μὲ τὸν ἱερὸ κλῆρο ἀνέπεμπε στοὺς ναούς, μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, θερμὲς δεήσεις στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο.


Θέλοντας νὰ ἐπιτύχουν κάποια χαλάρωσι στὴν σκληρὴ πολιορκία τῆς Πόλεως, οἱ δύο ἄνδρες ἔκριναν καλὸ νὰ στείλουν πρεσβεία στὸν χαγᾶνο (=τὸν ἡγεμόνα) τῶν Ἀβάρων. Αὐ­τὸς καθισμένος σὲ χρυσοστόλιστο θρόνο τοὺς δέ­χθηκε ἀγέρωχος καὶ τοὺς κράτησε ὄρθιους.
–Τί θέλετε; τοὺς ρώτησε. –Εἴμαστε Χριστιανοί, τοῦ εἶπαν, ἀγαποῦμε τὴν εἰρήνη. Σὲ παρακαλοῦμε νὰ λυπηθῇς τὴν Πόλι καὶ νὰ λύσῃς τὴν πο­λιορκία.


Γέλασε ὁ χαγᾶνος καὶ ἀποκρίθηκε· –Μέσα σὲ εἰκοσιτέσσερις ὧρες νὰ ἐγκαταλείψετε τὴν πόλι ὅλοι σας. Καὶ ἐκτὸς ἀπ᾽ τὸ πουκάμισο ποὺ φορᾶτε δὲν θὰ πάρετε τίποτε μαζί σας· ὅ,τι ἔχει ἡ Πόλι, εἶνε δικά μου. Συγχρόνως τοὺς ἀπείλησε προσθέτοντας· –Δὲν ὑπάρχει περίπτωσι νὰ σωθῆτε. Ὁ βασιλιᾶς σας μὲ τὸ στρατὸ βρίσκεται μακριὰ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς ὑπερασπιστῇ. Μόνο ἂν γίνετε ψάρια καὶ κολυμπήσετε ἢ πουλιὰ καὶ πετάξετε, τότε μόνο θὰ σωθῆτε.


φυγαν περίλυποι οἱ πρέσβεις τοῦ Βυζαν­τίου. Ἐπέστρεψαν στὴν Πόλι καὶ πῆραν ἀπόφασι νὰ ἀγωνισθοῦν μέχρι ἐσχάτων· οἱ ἄν­τρες στὰ τείχη μὲ τὰ ὅπλα, καὶ τὰ γυναικόπαι­δα στοὺς ναοὺς μὲ τὴν προσευχή. Ὁ χαγᾶνος, βέβαιος γιὰ τὴ νίκη, πίστευε ὅ­τι σὲ λίγο θὰ μπῇ στὴν Πόλι, θὰ τὴν κυριεύ­σῃ. Ἀλλὰ στὴν ἱστορία τῶν λαῶν συμβαίνουν ὡρισμένα γεγονότα ποὺ δὲν ἑρμηνεύον­ται φυσι­κῶς καὶ ἀνθρωπίνως· γεγονότα ποὺ δείχνουν, ὅτι ὑπάρχουν ἀστάθμητοι παράγοντες οἱ ὁ­ποῖοι κατευθύνουν τὴν ἱστορία, δείχνουν ὅτι ὑπάρχει θεία πρόνοια, ὑπάρχει Θεός!


νῷ ὁ χαγᾶνος περίμενε νὰ μπῇ στὴν Πόλι, τὴ νύχτα φύσηξε δυνατὸς ἄνεμος, ξέσπασε θύ­­ελ­λα, ποὺ σάρωσε ὅλο τὸν Βόσπορο. Τὰ 2 – 3 χιλιά­δες πλοιάρια τῶν Ἀβάρων καὶ τῶν Περσῶν συγ­κρούστηκαν μεταξύ τους, τσακίστη­καν, δια­λύθηκαν, ἔμειναν ξύλα ποὺ ἐπέπλεαν. Ὁ χαγᾶ­νος ἔντρομος, λέει κάποιος ἱστορικός –ἂς μὴν τὸ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς τὸ πιστεύουμε–, εἶ­δε στὰ τείχη μιὰ γυναῖκα μαυροφό­ρα νὰ προστατεύῃ ὁλόκληρη τὴν Πόλι. Ὁ στρατός τους πανικοβλήθηκε, καὶ τὸ πρωὶ ὁ πρὶν ἀγέρωχος χαγᾶνος περίφοβος τώρα ἔλυσε τὴν πολιορκία. Τότε ὁ πατριάρχης Σέργιος κάλεσε ὅλους, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, νὰ μαζευτοῦν στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Ἐκεῖ, ὄρθιοι ὅλη τὴ νύχτα, ἀ­νέπεμψαν στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο τὸν Ἀκάθι­­στο ὕμνο καὶ ἔψαλαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ κον­τά­κιο «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».


πὸ τότε, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὸ 626 μ.Χ., ἔ­χουν περάσει 1400 περίπου χρόνια. «Τὰ πάν­τα ῥεῖ», λέει ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος (Ἡράκλειτος παρὰ Μιχ. Ἰατροῦ Ε97 σ. 191, Π405 σ. 365), τὰ πάντα μεταβάλλονται. Ἀλ­λὰ μέσα στὴν διαρκῆ ῥοή, μεταβολὴ καὶ φθορά, τὸ τραγούδι αὐτὸ μένει ἀλώβητο ἀπὸ τὸ χρόνο κ᾽ ἐξακολουθεῖ ν᾽ ἀναπέμπεται μὲ τὴν ἴδια πνοή. Τὰ τραγούδια, ποὺ ἔκαναν ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἄν­θρωποι, λησμονήθηκαν· ἀλλὰ τὸ τραγούδι αὐ­τὸ τῆς Παναγίας μένει ἀλησμόνητο καὶ συγ­κι­­νεῖ κάθε ὀρθόδοξη καρδιὰ παντοῦ στὴ γῆ.


χει μεταφρασθῆ σὲ 25 μὲ 30 γλῶσσες, ἀ­πέ­κτησε μιὰ παγκοσμιότητα ποὺ δονεῖ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία. Ἑνώνει σὰν ἁλυσίδα ὅλους τοὺς ὀρ­θοδόξους, Ἕλληνες-Βουλγάρους-῾Ρουμάνους-῾Ρώσσους-Σέρβους, ἀκόμη κι ὅταν βρίσκονται κάτω ἀπὸ ἄθεα τυραννικὰ καθεστῶτα. Ὁ παν­ορθόδοξος αὐτὸς ὕμνος ἑνώνει ὅλη τὴν Ὀρ­θο­δοξία, καὶ εἶνε τὸ καύχημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.


λλ᾽ ἐνῷ στοὺς ναοὺς ἀναπέμπεται ὕμνος στὴν Παν­αγία κι ἀκούγεται πρὸς αὐ­τὴν τὸ «Χαῖ­ρε», ὅ­ταν βγαίνουμε ἔξω, δὲν ἀκοῦμε «Χαῖ­ρε»· ἀντιθέτως, πολὺ συχνά, ἀκούγονται φοβε­ρὲς βλασφημίες τοῦ ὀνόματός της. Ἀντὶ ὕμνου ὕ­βρεις λοιπόν; Πρέπει ν᾿ ἀνοίξῃ ἡ γῆ νὰ μᾶς κα­τα­πιῇ. Καμμιά γυναίκα, καὶ ἡ πιὸ διεφθαρμένη, δὲν ὑ­βρίζεται ἔτσι. Νὰ κλάψουμε γι᾽ αὐτό. Νεαρὸς εἰσπράκτορας λεωφορείου μοῦ ἔλεγ­ε· Θὰ φύγω ἀπ᾽ τὴ δουλειά, δὲν ὑποφέρω τὶς βλασφημίες τῶν θείων… Εἴμαστε ἔθνος χριστι­ανικό; Πότε θὰ γίνουμε κράτος ὀρθόδοξο;


Ξέρετε τί λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀδελφοί μου; Ἀκοῦς κάποιον νὰ βλαστημάῃ; συμ­βούλεψέ τον μία, δύο, τρεῖς φορές. Δὲν σ᾽ ἀ­κούει; χτύπα τον, ν᾽ ἁγιάσῃ τὸ χέρι σου. Μὴν ἐπιτρέπετε σὲ κανένα νὰ βλαστημᾷ τὴν Παναγία, ποὺ εἶνε ἡ προστάτις τοῦ ἔθνους, ἡ μητέρα τῶν ὀρθοδόξων, τὸ καταφύγιο παν­τὸς θλιβομένου· σὲ κάθε δύσκολη στιγμὴ ἀ­κούγεται «Παναγία, σῶσε μας!». Ὁ τόπος αὐ­τὸς νὰ μείνῃ καθαρὸς ἀπὸ τὸ μίασμα αὐτό.


ς ἀγωνισθοῦμε. Ἂν θέλουμε νὰ ζήσουμε, ἂν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὴ χάρι καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου, πρέπει νὰ σβήσουμε τὴ βλασφημία ἀπὸ τὸ σπίτι μας, ἀπὸ τὴ γειτονιά μας, ἀπὸ τὸν τόπο μας.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης (τὸν παλαιό) τὴν 8-3-1968 βράδυ. *Εκ του ιστολογίου «augoustinos-kantiotis.gr» της 15.3.2019. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Η ΝΗΣΤΕΙΑ




πὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, ἀγαπητοί μου, ἀρχίζει ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, περίοδος πνευματικῆς ἀσκήσεως, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καλεῖ ὅλους σὲ ἕνα πνευματικὸ συναγερμό, σὲ μία ψυχικὴ ἔξαρσι πρὸς τὰ ἄνω, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Τὰ ἄνω ζητεῖτε, …τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. 3,1-2).


Ναί, πρὸς τὰ ἄνω! Δὲν εἶνε μόνο ἡ γῆ μὲ τὶς ὡραῖες πεδιάδες, τοὺς ποταμοὺς καὶ τοὺς ὠκεανούς της, μὲ τὰ πλούτη καὶ τοὺς θησαυρούς της, μὲ τὶς κατοικίες καὶ τοὺς οὐρανοξύστες, μὲ τὶς μεγάλες καὶ ποικίλες ἐφευρέσεις τῆς ἐπιστήμης, ποὺ πρέπει αὐτὴ καὶ μόνο νὰ ἑλκύῃ τὸ ἐνδιαφέρον μας. Διότι τί εἶνε ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ γῆ; Ἐν σχέσει πρὸς τὸ σύμπαν δὲν εἶνε παρὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμου. Αὐτὸ λέει ἡ ἐπιστήμη. Καὶ ὅμως γι᾽ αὐτὸ τὸ κουκκὶ τόσα ἐγκλήματα, τόσοι πόλεμοι, τόσα αἵματα. Γιατί; Γιατὶ ὅλοι εἴμαστε προσκολλημένοι στὴν ὕλη· γιατὶ πιστέψαμε πὼς οἱ θησαυροὶ τῆς γῆς εἶνε οἱ μόνοι στὸ σύμπαν· γιατὶ ποτέ δὲν ὑψώσαμε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἄνω.


Μοιάζουμε μὲ τὰ λαίμαργα ἐκεῖνα ζῷα, τοὺς χοίρους, ποὺ μπαίνουν κατὰ κοπάδια στὰ ὡραῖα δάση μὲ βελανιδιές, σκύβουν διαρκῶς κάτω, ὀργώνουν μὲ τὰ ῥύγχη τους τὴ γῆ, τρῶνε ἀχόρταγα τὰ βελανίδια, μὰ κανένα ἀπὸ τὰ τετράποδα αὐτὰ δὲν θὰ δῇς νὰ ὑψώνῃ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ πάνω καὶ νὰ δῇ μιὰ στιγμὴ τὰ πανύψηλα δέντρα ποὺ τοῦ δίνουν τὴν τροφή.
Σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι βρίσκεται σήμερα καὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰῶνος μας. Ἀπολαμβάνει τὰ διάφορα ἀγαθά, ποὺ πηγὴ προελεύσεως σὲ τελικὴ ἀνάλυσι ἔχουν τὸν πάνσοφο καὶ πανάγαθο Θεό, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀπορροφημένος ἀπὸ τὴν ὕλη, ἀπὸ τὴ μανία νὰ κατακτήσῃ τὴν ὕλη, δὲν εὐκαιρεῖ, δὲν θέλει νὰ εὐκαιρήσῃ, οὔτε ἕνα δευτερόλεπτο, γιὰ νὰ ὑψώσῃ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ νὰ πῇ στὸ Δημιουργὸ ἕνα εὐχαριστῶ.


λλὰ νά, μέσα στὴν ἀποκτήνωσι ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο οἱ ὑλιστικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὴ ζωή, ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ λέει· Ἄνθρωποι, ὣς πότε θὰ ζῆτε στὰ τέλματα; ὣς πότε θὰ κυλιέστε στὴν ὕλη; Ξεκολλῆστε, ἀπογειωθῆτε! Δὲν εἶνε ἡ ὕλη ὁ μόνος κόσμος ποὺ ἀξίζει ν᾿ ἀπορροφᾷ ὅλη τὴ ζωτικότητα καὶ δραστηριότητα τοῦ πνεύματός σας. Πέρα ἀπὸ τὰ μόρια τῆς ὕλης ἁπλώνεται ἕνας ἄλλος κόσμος, κόσμος ἀπείρως ὡραιότερος ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο ποὺ βλέπουμε κι ἀγγίζουμε μὲ τὶς αἰσθήσεις μας. Εἶνε ὁ κόσμος τοῦ πνεύματος, τῶν ἀληθειῶν, τῶν ἀρχῶν, τῶν ἰδεῶν· εἶνε ὁ κόσμος τῶν ἀΰλων, τῶν ἀθανάτων πραγμάτων, ποὺ κανένας χρόνος δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλοιώσῃ καὶ νὰ ἐξαλείψῃ.


πογείωσις! Ὡραῖο εἶνε, ἀγαπητέ μου, ν᾿ ἀνεβῇς σ᾽ ἕνα ἀεροπλάνο, νὰ πετάξῃς πάνω ἀπὸ πεδιάδες, φαράγγια, πανύψηλα βουνά, κι ἀπὸ ᾽κεῖ νὰ ῥίξῃς τὸ βλέμμα σου πρὸς τὴ γῆ, ποὺ ἁπλώνεται κάτω σ᾽ ἕνα πανόραμα. Ἀλλ᾿ ἀπείρως ὡραιότερο εἶνε νὰ βρῇ ἡ ψυχή σου τὰ μέσα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ σπάσῃ τὰ δεσμὰ τῆς ὕλης, θὰ πάρῃ φτερὰ καὶ θὰ πετάξῃ πρὸς τὰ ἄνω, θ᾽ ἀγγίξῃ τὰ ἄστρα, θὰ περάσῃ τὰ ἄστρα, θὰ φτάσῃ στὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου, θ᾿ ἀκούσῃ ᾄσματα ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καὶ θὰ δῇ ὁράματα ποὺ θὰ τὴν κρατοῦν σὲ θάμπος καὶ ἔκστασι καὶ θὰ λέῃ· «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης» «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου» (Ἠσ. 6,3 καὶ θ. Λειτ.).


σὲ τί ὕψη μπορεῖ νὰ φτερουγίσῃ ἡ ἀνθρώπινη ψυχή! Μὲ ποιά ὅμως μέσα ἡ ψυχὴ πετάει σ᾽ αὐτὰ τὰ πνευματικὰ ὕψη, ἐκεῖ ποὺ ἀνέβηκαν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι σὰν τὸν Ἰερεμία καὶ τὸν Ἠσαΐα, σὰν τὸν Παῦλο καὶ τὸν Πέτρο, σὰν τὸν Βασίλειο καὶ τὸν Χρυσόστομο; Ἕνα ἀπὸ τὰ ἀποτελεσματικὰ μέσα ποὺ ἐξυψώνουν τὴν ψυχὴ μᾶς ὑποδεικνύει τὴν περίοδο τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας. Εἶνε –παρακαλῶ μὴ γελάσῃ κανείς– ἡ νηστεία! Ἡ νηστεία; Ναί, ἡ νηστεία!


λλὰ ποιά νηστεία; Ὄχι ἡ νηστεία ὅπως τὴν κατήντησε ἡ ἄγνοια καὶ ἡ διαστροφὴ τοῦ γνησίου χριστιανικοῦ πνεύματος, ἀλλὰ ἡ νηστεία ὅπως τὴν δίδαξε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, ὅπως τὴν παρέλαβαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, ὅπως τὴν κήρυξαν οἱ μεγάλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅπως τὴν ἐφάρμοσαν οἱ Χριστιανοὶ τῶν κατακομβῶν τῶν πρώτων αἰώνων, οἱ ὁποῖοι σὰν ἄυλα πνεύματα, σὰν ἄγγελοι, ζοῦσαν πάνω σ᾽ αὐτὴ τὴ γῆ, καὶ γι᾽ αὐτὸ τοὺς θαύμαζαν κι αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἐχθροί τους, οἱ δήμιοι καὶ σταυρωταί τους.


Θὰ μάκραινε πολὺ ὁ λόγος ἂν θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρουσιάσω ὅλα τὰ θαυμάσια διδάγματα τῶν μεγάλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας περὶ νηστείας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ βλέπαμε τὴ νηστεία νὰ προβάλλῃ ὄχι σὰν μία ῥακένδυτη καὶ ῥυπαρὴ γυναίκα, ἀλλὰ σὰν μία ἔνδοξη βασίλισσα, ποὺ ἔρχεται ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ δώσῃ μύρια δῶρα στοὺς κατοίκους τῆς γῆς.


Τί εἶνε ἡ νηστεία; «Ἀληθὴς νηστεία», ἀπαντᾷ ὁ μέγας Βασίλειος, εἶνε «ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις» (Ἑ.Π. Migne 31,181b), ν᾿ ἀπέχῃς δηλαδὴ ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τροφή, ἀλλ᾽ ἀπ᾽ ὅλα τὰ κακά. Ἡ νηστεία, συνεχίζει ὁ ἴδιος πατήρ, δίνει φτερὰ γιὰ νὰ φτάσῃ ἡ προσευχὴ γρηγορώτερα στὸ Θεό. «Νηστεία οἴκων αὔξησις, ὑγείας μήτηρ, νεότητος παιδαγωγός, κόσμος πρεσβύταις (=στόλισμα τοῦ γήρατος)» (ἔ.ἀ. 31,173c), γυμναστήριο τῆς ψυχῆς, ὅπλο κατὰ τοῦ πειρασμοῦ, πολύτιμος σύντροφος σὲ ὅλη τὴ ζωή μας.


δὲ ἱερὸς Χρυσόστομος σὲ ρωτάει· «Χριστιανέ, νηστεύεις; Ἐὰν νηστεύῃς ἀληθινά, δεῖξε το μὲ τὰ ἔργα σου. Ποιά ἔργα; Ἐὰν δῇς φτωχό, ἐλέησέ τον. Ἐὰν ἔχῃς ἐχθρό, συμφιλιώσου μαζί του. Ἐὰν κάποιος φίλος σου εὐδοκιμῇ καὶ προοδεύῃ, μὴ τὸν φθονήσῃς. Ἐὰν δῇς ὡραία γυναῖκα, προσπέρασε γρήγορα. Γιατὶ δὲν πρέπει νὰ νηστεύῃ μόνο τὸ στόμα ἀπὸ τὰ φαγητά· πρέπει νὰ νηστεύουν καὶ τὰ μάτια μας καὶ τ᾿ αὐτιά μας καὶ τὰ χέρια μας καὶ τὰ πόδια μας καὶ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός μας. Ἂς νηστεύουν τὰ μάτια μας ἀπὸ θεάματα ἀκολασίας. Ἂς νηστεύουν τ᾿ αὐτιά μας μὲ τὴν ἀπομάκρυνσί μας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ αἰσχρολογοῦν καὶ κακολογοῦν καὶ διαβάλλουν. Ἂς νηστεύουν τὰ πόδια μας μὲ τὴν ἄρνησι νὰ πᾶμε σὲ κέντρα ἀσωτίας καὶ διαφθορᾶς. Ἂς νηστεύῃ ἡ γλῶσσά μας ἀπὸ κάθε περιττὸ καὶ βλαβερὸ λόγο (βλ. Ἑ.Π. Migne 49,53).


Κ᾽ ἕνας ἄλλος ἀρχαῖος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ἐκήρυττε· «Νηστεύσωμεν, ἀδελφοί, ΔΙΑ ΝΑ ΕΛΕΗΣΩΜΕΝ». Οἱ πρῶτοι δηλαδὴ Χριστιανοὶ περιώριζαν τὰ γεύματά τους, καὶ τὰ χρήματα ποὺ θὰ δαπανοῦσαν γιὰ τὰ φαγητὰ τὰ ἔδιναν σὲ ἐλεημοσύνες. Κλεῖστε, ἀδελφοί μου, κλεῖστε μιὰ στιγμὴ τὰ μάτια σας καὶ φανταστῆτε ὅλη τὴν Ἑλλάδα μας, ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη κι ἀπὸ τὴν Κέρκυρα μέχρι τὴ ῾Ρόδο καὶ τὴν Κύπρο, φανταστῆτε δηλαδὴ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ἀπὸ τὰ προεδρικὰ μέγαρα μέχρι τὶς καλύβες τῶν χωρικῶν μας, νὰ νηστεύουν ὁλοκληρωτικὴ νηστεία τὴν τελευταία ἡμέρα ἑκάστου μηνός, καὶ τὴν ἑπομένη τὰ χρήματα, ποὺ θὰ δαπανοῦσε ὁ καθένας γιὰ τὸ φαγητό, νὰ τὰ καταθέτῃ σὲ μία τράπεζα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν φτωχῶν, ἀσθενῶν, ὀρφανῶν καὶ χηρῶν, τῶν μυρίων θυμάτων τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας. Τί πλούτη θὰ μαζεύονταν, ἂν ἐφαρμοζόταν ἡ ἁγία αὐτὴ συνήθεια τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων! «Νηστεύσωμεν, ἵνα ἐλεήσωμεν».


Πρὸ ἐτῶν, ὅταν ἡ πατρίδα μας, λόγῳ τῶν δεινῶν συνθηκῶν ποὺ εἶχαν προηγηθῆ, βρισκόταν σὲ κατάστασι ἀνάγκης, γράφτηκε στὶς ἐφημερίδες ἡ προτροπή, ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ ἕνα γεῦμα τους καὶ τὸ ἀντίτιμο τοῦ γεύματος νὰ προσφερθῇ κατὰ τὴν περιφορὰ δίσκου σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἴθε ἡ ὡραία αὐτὴ ἔμπνευσι νὰ λάβῃ καὶ πάλι σάρκα καὶ ὀστᾶ. Εἴθε κατὰ τὴν ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ποὺ καλούμεθα νὰ ἑτοιμαστοῦμε γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὰ σεπτὰ πάθη καὶ τὴν ἀνάστασι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, εἴθε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν κρισιμότητα τῶν στιγμῶν ποὺ περνάει ἡ φυλὴ καὶ ἡ πατρίδα μας, καὶ μὲ κάθε τρόπο ν᾽ ἀγωνιστοῦμε γιὰ τὴν πνευματική μας ἀφύπνισι, καὶ ν᾿ ἀξιωθοῦμε νὰ δοῦμε τὸ συντομώτερο τὴν ἡμέρα τῆς χαρμόσυνης ἀναστάσεως.


Τελειώνω, ἀγαπητοί μου, μὲ τὸ ἀρχαῖο χριστιανικὸ σύνθημα, τὸ ὁποῖο πάντοτε, ἀλλ᾿ ἰδιαιτέρως τὴν περίοδο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, πρέπει νὰ συγκινῇ τὶς ψυχές μας· «Νηστεύσωμεν, ἵνα ἐλεήσωμεν». (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


*Νηστεία (εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Τυρινῆς), βιβλίον Ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, Βόλος 1950, σσ. 156-158 καὶ περιοδ. «Σάλπιγξ Ὀρθοδοξίας» 1982, σσ. 51-52. *Εκ του ιστολογίου «augoustinos-kantiotis.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ




Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου, προσεύχεται πάντοτε, προσεύχεται κι αὐτὴ τὴν ὥρα. Προσεύχεται ἔντονα. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὑπάρχει προτροπὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς συνιστᾷ τὴν ἔντονη προσευχή· «Ἀγρυπνεῖτε», λέει, «ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. 21,36). «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε», λέει ἐπίσης ὁ Κύριος (Ματθ. 26,41). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει· «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17).


Προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μας διαρκῶς, ἀνὰ πᾶσαν ὥρα. Δὲν ὑπάρχει μόνο τὸ κοσμικὸ ὡρολόγιο, δὲν ὑπάρχει μόνο τὸ ὡράριο ἐργασίας τοῦ κόσμου· ὑπάρχει καὶ τὸ ὡράριο προσευχῆς στὸ Θεό, ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ. Προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία τὸ πρωὶ στὸν ὄρθρο, προσεύχεται τὸ μεσημέρι στὶς ὧρες, προσεύχεται τὸ ἀπόγευμα στὸν ἑσπερινό, προσεύχεται τὸ βράδι στὸ ἀπόδειπνο, προσεύχεται τὰ μεσάνυχτα στὸ μεσονυκτικό.


Προσεύχεται ὅλες τὶς ἡμέρες. Κάθε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος εἶνε ἀφιερωμένη σὲ κάποια μνήμη. Ἡ Δευτέρα λόγου χάριν εἶνε ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Ἡ Τρίτη στὴ μνήμη τοῦ τιμίου Προδρόμου. Ἡ Τετάρτη στὴν ἀνάμνησι τῆς προδοσίας. Ἡ Πέμπτη στὴ μνήμη τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Ἡ Παρασκευὴ στὴν ἀνάμνησι τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸ Σάββατο; Κάθε Σάββατο, ποὺ χτυπάει ἡ καμπάνα, ὁ ἱερεὺς προσεύχεται ὑπὲρ τῶν νεκρῶν· τὸ Σάββατο εἶνε ἡμέρα τῶν νεκρῶν. Καὶ τέλος ἡ Κυριακή, ἡ ἐπίσημος καὶ μεγαλοπρεπὴς ἡμέρα, εἶνε ἀφιερωμένη στὴν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν καὶ ζῇ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.


Τὴν Κυριακὴ πρέπει νὰ τὴν τιμοῦμε ὅλοι. Καὶ ὅμως δὲν τὴν τιμοῦμε. Ἐὰν κρίνουμε ἀπὸ τὰ ἔργα μας, ἀπὸ τὴν αἰσχρὴ συμπεριφορὰ ποὺ δείχνουμε τὴν ἡμέρα αὐτή, δὲν ὑπάρχει Κυριακή. Ἦταν κάποτε ἡ Κυριακή. Τώρα θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν τὴν ὀνομάζουμε Κυριακή, ἀλλὰ… διαβολική! Γιατὶ στὸν διάβολο τὴν ἀφιερώνουν οἱ ἄνθρωποι. Τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα, ὅπως βεβαιώνουν στατιστικὲς τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν δικαστηρίων, γίνονται τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἔπαυσε στὸν αἰῶνα αὐτὸν νὰ τιμᾶται ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου.


Σήμερα ὅμως εἶνε Σάββατο, ἡμέρα τῶν νεκρῶν. Ἀλλὰ τὸ σημερινὸ Σάββατο διαφέρει ἀπὸ ὅλα τὰ Σάββατα τοῦ ἔτους. Γι᾿ αὐτὸ ὀνομάζεται Ψυχοσάββατο. Τί σημαίνει ψυχοσάββατο; Ἡ Ἐκκλησία μας στρέφεται μὲ ἱερὴ συγκίνησι στοὺς τάφους καὶ θυμᾶται τοὺς νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Οἱ νεκροὶ εἶνε πολλοί. Οἱ νεκροί, ποὺ εἶνε θαμμένοι ἐδῶ στὰ κοιμητήρια εἶνε πιὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ποὺ βρίσκονται στὴν πόλι. Ἔχουμε δύο πόλεις· ἡ μία ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ζῶντας, καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τοὺς κεκοιμημένους. Ἡ μικρὴ πόλις ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ζῶντας πόσοι εἴμαστε; Μερικὲς χιλιάδες; Εἴμαστε μειοψηφία. Ἡ μεγάλη πόλις, ἡ ἀπέραντη πόλις, εἶνε τὸ νεκροταφεῖο. Πάνω ἀπὸ ἕνα ἑκατομμύριο εἶνε θαμμένοι ἐκεῖ μέσα. Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ μειοψηφία, αὐτοὶ εἶνε πλειοψηφία.


Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς νεκρούς, ποὺ καθένας κατὰ διαφορετικὸ τρόπο ἀπῆλθαν ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο, μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς πέθαναν νήπια –καὶ αὐτὰ εἶνε τὰ μακάρια πνεύματα–, ἄλλοι πέθαναν γέροντες ἀσπρομάλληδες. Ἄλλοι πέθαναν μέσα στὸ σπίτι, καὶ ἄλλοι ἔξω στοὺς δρόμους ἢ στὰ βουνά. Ἄλλοι πέθαναν στὴν ξηρά, ἄλλοι στὴ θάλασσα. Ἄλλοι πέθαναν μὲ φυσικὸ θάνατο, ἄλλοι ἀπὸ διάφορα δυστυχήματα ἢ τοὺς ἔφαγαν τὰ θηρία τῆς ἐρήμου.


λους αὐτοὺς τοὺς θυμᾶται σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Θυμᾶται ὅμως καὶ κάποιους ἄλλους. Ποιούς; Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσι, πρέπει ὁ πιστὸς Χριστιανός, ὅταν περάσουν τρεῖς μέρες ἀπὸ τὸ θάνατο, νὰ τελῇ μνημόσυνο, τὰ τριήμερα· ὅταν περάσουν ἐννέα ἡμέρες, τὰ ἐννιάμερα· ὅταν περάσουν σαράντα ἡμέρες, τὰ σαράντα κ.λπ.. Ἔχουν σημασία αὐτά. Δὲν εἶνε τώρα ἡ ὥρα νὰ σᾶς ἐξηγήσω, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ἢ στὸ χρόνο, ἢ στὰ τρία χρόνια κ.λπ.. Τώρα δυστυχῶς πᾶνε κι αὐτά, λησμονήθηκαν. Τώρα λησμονοῦν καὶ τοὺς νεκρούς!


ν πᾶτε στὴν Ἰαπωνία, θὰ δῆτε ὅτι τιμοῦν πολὺ τοὺς νεκρούς. Τὰ νεκροταφεῖα τους εἶνε περιβόλια, ἄλση ὡραιότατα. Καὶ ὅταν βαπτίζωνται ἢ ὅταν στεφανώνωνται, τὶς σπουδαιότερες δηλαδὴ στιγμὲς τῆς ζωῆς τους, οἱ Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στὰ νεκροταφεῖα καὶ προσεύχονται στοὺς τάφους τῶν νεκρῶν. Ἐμεῖς…· θὰ ἔλεγα μιὰ σκληρὴ λέξι, ἀλλὰ δὲν τὴν λέω. Κτηνώδης εἶνε ἡ κατάστασις. Γίναμε ἀγριώτεροι ἀπὸ ὅλους. Λησμονήσαμε τοὺς νεκρούς. Χορτάριασαν τὰ μνήματα. Ἀπαίσια εἶνε ἡ ὄψι τῶν νεκροταφείων μας –πλὴν ἐλαχίστων–, οὔτε ἕνα μπουκέτο λουλούδια δὲν τοὺς πᾶμε. Παίρνει τὸ παιδὶ ἢ τὸ ἐγγόνι τὴν περιουσία ἐκείνων, ποὺ κοπίασαν γιὰ νὰ ζῇ αὐτὸς τώρα εὐτυχής, καὶ δὲν τοὺς ἀνάβει ἕνα κερί. Ὑπάρχουν πολλοὶ κεκοιμημένοι ποὺ τοὺς ἔχουν λησμονήσει οἱ πάντες.


λλ᾿ ἐδῶ εἶνε τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ὅλος ὁ κόσμος τοὺς λησμονῇ, δὲν τοὺς λησμονεῖ ὅμως ἡ μάνα· ναί, ἡ μάνα. Ποιά εἶνε ἡ μάνα, εἰδικῶς σ᾿ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες; Ἐὰν γιὰ ἄλλους λαοὺς τῶν Βαλκανίων, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ῥουμάνους καὶ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ῥώσους ποὺ εἶνε κι αὐτοὶ ὀρθόδοξοι, ἐὰν γι᾿ αὐτοὺς ἡ Ἐκκλησία εἶνε μιὰ φορὰ μάνα, γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες εἶνε χίλιες φορὲς μάνα, ἡ «γλυκειὰ μάνα» μας, ὅπως ἔλεγε ὁ Κρυστάλλης.


Αὐτὴ ἡ μάνα λοιπὸν δὲν λησμονεῖ τὰ παιδιά της. Ἂν σὲ λησμονήσῃ ὁ ἄντρας, σὲ λησμονήσῃ ἡ γυναίκα, σὲ λησμονήσῃ τὸ παιδί σου, ἡ Ἐκκλησία δὲν σὲ λησμονεῖ. Τέτοια ἁγία ἡμέρα ἀναπέμπει δέησι ὑπὲρ ὅλων τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδίως τῶν νεκρῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους λησμόνησαν οἱ συγγενεῖς τους καὶ δὲν τελοῦν μνημόσυνα γι᾽ αὐτούς. Ὑπὲρ ὅλων αὐτῶν τελεῖ σήμερα τὸ μνημόσυνο.


λλὰ κ᾿ ἐμεῖς οἱ ζῶντες ἂς προετοιμαζώμαστε γιὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου. Μὴ φανοῦμε ἀμελέστεροι ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες προγόνους μας. Γιατὶ ὑπῆρχαν πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί, ὅπως ὑπάρχουν καὶ μετὰ Χριστὸν εἰδωλολάτρες. Πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί; Περίεργο πρᾶγμα! Μάλιστα. Πρὸ Χριστοῦ Χριστιανὸς ἦταν λ.χ. ὁ Φίλιππος ὁ Μακεδών, ὁ ἔνδοξος βασιλεύς, ὁ πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Δὲν ἦταν Χριστιανὸς βαπτισμένος, ἀλλ᾿ ὅμως τί ἔκανε; Εἶχε ὁρίσει ἕνα στρατιώτη του πρωὶ πρωὶ νὰ παρουσιάζεται ἐνώπιόν του καὶ νὰ τοῦ δίνῃ ἀναφορά, πρὶν ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ»· Φίλιππε, θυμήσου ὅτι θὰ πεθάνῃς.


Τώρα ἐμεῖς σβήσαμε ἀκόμα καὶ τὶς ταμπέλλες τῶν καταστημάτων ποὺ κατασκευάζουν φέρετρα, γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐνοχλῇ ὁ θάνατος. Καὶ τὶς κηδεῖες τὶς ὠνομάσαμε τελετές· «γραφεῖα τελετῶν» γράφουν, ὄχι «γραφεῖα κηδειῶν». Καὶ ὅμως ὁ θάνατος ἔρχεται. Ἔρχεται ὡς ἀστραπὴ καὶ κεραυνός, ὡς τρομακτικὴ βροντὴ καὶ αἰφνίδιος σεισμός. «Ὅρος φιλοσοφίας», ἔλεγε ὁ Ἀριστοτέλης, ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας, εἶνε ἡ «μνήμη θανάτου»· γιὰ νὰ ἐμβαθύνῃ δηλαδὴ κανεὶς στὴ σοφία, πρέπει νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἐπαναφέρει σὲ τάξι τὸν ἄνθρωπο καὶ δημιουργεῖ μέσα του κατάνυξι καὶ σωτηρία.


Τὴ μνήμη λοιπὸν τοῦ θανάτου ὑπενθυμίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔρχονται γιὰ τὸ Ψυχοσάββατο στὴν ἐκκλησία. Ὦ Ψυχοσάββατο στὴ Ῥούμελη, στὸ Μοριά, στὴ Μακεδονία, στὰ νησιὰ τὰ εὐλογημένα, σὲ κάθε γωνία τῆς Ἑλληνικῆς γῆς! Ὅλοι τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἔτρεχαν μὲ τὰ κόλλυβα ἀπὸ νωρὶς στὴν ἐκκλησία.


Τελειώνοντας εὔχομαι σὲ ὅλους· Ν᾿ ἀναπαύσῃ ὁ Θεὸς «ἐν σκηναῖς δικαίων» ὅλους τοὺς νεκρούς, κ᾿ ἐμᾶς νὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ ἔχουμε τέλος χριστιανικό, σύμφωνα μὲ τὴν ὡραία αἴτησι τῆς Ἐκκλησίας μας «Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ»· ἀμήν.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος,  Ορθόδοξη Πίστη και Ζωή,  Κείμενα Ορθόδοξης Πνευματικότητας. *Εκ του ιστολογίου «augoustinos-kantiotis. gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΑΥΤΟ;



Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Ψυχοσάββατο. Τί θὰ πῇ Ψυχοσάββατο; Σάββατο τῶν ψυ­χῶν. Ἐπ᾽ αὐτοῦ ἂς ποῦμε λίγες λέξεις. Κατ᾽ ἀρχὴν ἡ λέξι Σάββατον δὲν εἶνε ἑλληνι­κή, εἶνε ἑ­βρα­ϊκή· Σάββατον στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει ἀ­νάπαυσις ἢ «κατάπαυσις» (βλ. Ἑβρ. 4,4 κ.ἀ.). Ὅσοι διαβάζετε τὴν ἁγία Γραφή, θὰ γνωρί­ζετε ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ ὑλικὸ σύμ­παν σὲ ἕξι ἡμέρες (βλ. Γέν. κεφ. 1). Ὅταν λέει ἡ ἁγία Γραφὴ ἕξι ἡμέρες, ἐννοεῖ μακρὲς χρονικὲς περι­όδους, στὶς ὁποῖες συνέβησαν γεγονότα κοσμογονικά. Ἡ γῆ, ὁ ἥλιος, τὰ ἀ­­στέρια, ὅλο τὸ σύμπαν ἀπὸ τὶς παμμέγιστες σφαῖρες μέχρι τὸ μικρὸ ἄτομο, ποὺ κι αὐτὸ εἶνε μιὰ μικρογραφία τοῦ σύμ­παν­­­τος, δημιουγήθηκαν σὲ ἕξι ἡμέρες.


Μετά, λέει ἡ ἁγία Γραφή, τὴν ἑβδόμη ἡμέ­ρα ὁ Θεὸς ἀναπαύθηκε, «κατέπαυσε ἀ­πὸ πάν­­των τῶν ἔργων» τῆς δημιουργίας (βλ. Γέν. 2,2). Δὲν λέει ὅ­τι σταμάτησε νὰ ἐπιβλέπῃ τὸ σύμπαν, ἀλλ᾽ ὅ­τι σταμά­τησε νὰ δημιουργῇ· στὸ ἑξῆς δὲν πρόκειται πλέον νὰ προσ­τεθοῦν νέα εἴδη σ᾽ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν­. «Κατέ­παυ­σε» μὲν ἡ δημιουργία, ἀλ­λ᾽ ὄχι ἡ μέριμνα, ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὑπ᾽ αὐτὴ τὴν ἔννοια, τῆς θεί­ας προνοίας, νοεῖται τὸ σπουδαῖο ἐκεῖνο θεολογικὸ ῥητὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρ­τι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰω. 5,17). Δὲν παύει ἡ φρον­τίδα, ἡ μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν συντήρησι καὶ τὴν διακυβέρνησι τοῦ κόσμου.


πειδὴ λοιπὸν ὁ Θεὸς «κατέπαυσε» τὴν ἑ­βδόμη ἡμέρα, γι᾽ αὐτὸ ὥρισε καὶ γιὰ τὸν ἄνθρω­πο ὡς ἡ­μέρα ἀναπαύσεως τὴν ἑβδόμη ἡμέρα. Ἡ τετάρτη ἐντολὴ λέει· «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποι­ήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑ­­βδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἔξ. 20,9-10. Δευτ. 5,13-14).


Καὶ πράγματι τὸ Σάββατο τηρεῖται μέχρι σή­μερα μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια ἀπὸ τοὺς Ἑ­βραί­ους. Ἂν πᾶτε στὸ Ἰσραήλ, θὰ δῆτε ὅτι Σάββα­το στὶς ὁδικὲς ἀρτη­ρίες δὲν κινεῖται τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ αὐτοκίνητα τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν πρώτων βοηθειῶν γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Αὐτὸ εἶνε ἔλεγχος γιὰ μᾶς τοὺς Χριστιανούς. Ἐμεῖς ἀντὶ τοῦ Σαββάτου ἔχουμε τὴν Κυριακή, πρῶτον εἰς ἀνάμνησιν τῆς καταπαύσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, δεύτερον γιὰ ν᾽ ἀναπαυώμεθα ἀπὸ τὴν ἐργασία, καὶ τρίτον γιὰ νὰ τιμοῦμε τὸ τρισμέγιστο γεγο­νὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.


Τὸ σημερινὸ ὅμως Σάββατο εἶνε ἐξαιρετικό· ὀνομάζεται Ψυχοσάββατον. Γιατί ὀνομάζεται ἔτσι; Διότι σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ τελοῦμε γενικὸ μνημόσυνο τῶν νεκρῶν. Καὶ τοῦτο γιὰ τοὺς ἑξῆς τρεῖς λόγους.


Πρῶτος λόγος. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν πεθαί­­νουν ὑπὸ ὁμαλὲς συνθῆκες· δὲν ἐκπνέουν στὸ σπίτι, ἔχοντας δίπλα τους τὰ προσ­φιλῆ πρόσω­πα· δὲν συνοδεύονται ὅλοι στὴν τε­λευταία κα­τοικία ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους· δὲν ψάλλεται σὲ ὅλους ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία· δὲν γεμίζει τὸ φτυάρι ὁ ἱερεὺς μὲ χῶμα καὶ νὰ πῇ «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19 καὶ Ἐξόδ. ἀκολ.).


Πολλοὶ ἄνθρωποι «ἐξεμέτρησαν τὸ ζῆν» ὑπὸ συνθῆκες δραματικές. Ἄλλοι ταξίδευαν στοὺς ὠκεανούς, ναυάγησαν τὰ πλοῖα καὶ ἡ θάλασσα ἔγινε τάφος μυριάδων νεκρῶν. Ἄλλοι διέσχιζαν μεγάλες ἐρήμους, χάθηκαν μέσα σὲ δά­ση καὶ τοὺς κατέφαγαν θηρία. Ἄλλοι κατα­πλακώθηκαν ἀπὸ σεισμούς, ἄλλοι ἔγιναν κάρ­βουνο ἀπὸ κεραυνούς, ἄλλοι ἐγκλωβίσθηκαν στὰ βάθη μεταλλείων, ἄλλοι κάηκαν σὲ πυρκα­ϊὲς ἐργοστασίων, καὶ ἄλλοι ἀπὸ διάφορες ἄλλες αἰτίες τελείωσαν τὴ ζωή τους· χθὲς π.χ. ἐ­γράφη στὸν τύπο, ὅτι μία χιονοθύελλα στὴν Περσία σάρωσε κυριολεκτικῶς χιλιάδες ἀνθρώ­πους καὶ ἔγιναν ἄφαντοι. Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος! ἕνα ἄχυρο εἶνε, τίποτα δὲν εἶνε. Ὅλους λοι­πὸν αὐτοὺς μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία.


πάρχουν ἀκόμη καὶ τὰ λεγόμενα φτωχαδάκια· ἄνθρωποι ποὺ κηδεύονται χωρὶς νὰ τοὺς συνοδεύῃ καν­είς, ἢ ποὺ οἱ συγγενεῖς τους δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ τοὺς κάνουν μνημόσυνα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ κάτι πλούσιοι –πῶς νὰ τοὺς περιγράψω;–, πού, ἐνῷ ἄ­φησαν τεράστι­ες περιουσίες (σπίτια, πολυκατοικίες, πλούτη), ἐν τούτοις τὰ παιδιά τους δὲν τοὺς θυμοῦν­ται, δὲν φέρνουν στὸν τάφο τους ἕνα λου­λούδι, ἕνα πιάτο κόλλυβα. Ἂν μπορούσαμε νὰ τοὺς ἀ­κούσουμε θὰ μᾶς ἔλεγαν·


Τί κάναμε οἱ ἀνό­ητοι! ἀντὶ νὰ μοιράσουμε τὰ ὑ­πάρχοντά μας σὲ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα καὶ ναούς, τ᾽ ἀφήσαμε σὲ ἄσπλαχνα τέρατα… Δι­ότι τέρας εἶνε πράγματι ὅποιος δὲν θυμᾶται τοὺς προγό­νους του. Λαὸς ποὺ δὲν θυμᾶται τοὺς νεκρούς του εἶνε ἀνάξιος νὰ ζῇ πάνω στὴ γῆ. Στὴν Ἰαπωνία τιμοῦν τοὺς νεκρούς· τοὺς τάφους ἐκεῖ τοὺς ἔχουν περιβόλια, κι ὅταν πρόκειται κάποιος νὰ στεφανωθῇ καὶ νὰ δημιουργήσῃ οἰ­κογένεια, θὰ πάῃ στοὺς τάφους τῶν παππούδων. Ἀντιθέτως ἐδῶ πολλὰ νεκροταφεῖα εἶνε ἐγκαταλελειμμένα. Δείκτης πολιτισμοῦ ἑνὸς ἔθνους εἶνε καὶ τὰ νεκροταφεῖα. Δεῖξτε μου τὸ νεκροταφεῖο σας καὶ θὰ καταλάβω.


Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ὥρισε ἡ Ἐκκλησία νὰ τελοῦ­­με σήμερα γενικὸ μνημόσυνο, γιὰ νὰ περιλαμ­βάνῃ καὶ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος λησμο­νεῖ. Ἂν ὁ κόσμος καὶ οἱ δικοί τους τοὺς λησμο­νοῦν, ἡ Ἐκκλησία, ἡ «γλυκειὰ μάνα» ὅπως εἶ­πε ὁ ποιητὴς Κρυστάλλης, δὲν τοὺς λησμονεῖ. Κάθε φορὰ ποὺ τελεῖ τὴ θεία λειτουργία θυ­μᾶται τοὺς νεκρούς, κατ᾽ ἐξοχὴν δὲ σήμερα. Αὐτὸς εἶνε ὁ πρῶτος λόγος.


Ο δεύτερος λόγος ποὺ τελοῦμε γενικὸ μνη­μόσυ­νο εἶνε, ὅτι αὔριο ξημερώνει Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, μιὰ ἡμέρα ποὺ ἀστράφτει καὶ βρον­τᾷ. Διαβάζεται τὸ φοβερώτερο εὐαγγέλιο, τὸ εὐ­αγγέλιο τῆς Κρίσεως· ἀ­νατριχιάζει ὁ ἄν­θρω­­πος ὅταν τ᾽ ἀκούει. Κατ᾽ ἐμὲ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ἀπὸ γαστρονομικῆς ἀπόψεως λέγεται «τῆς Ἀ­­πόκρεω», ἀπὸ πνευματικῆς ὅμως ἀπόψεως πρέπει νὰ λέγεται Κυριακὴ «τῆς Κρίσεως».


Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Ἔτυχε κανεὶς ἀπὸ σᾶς νὰ εἶνε κατηγορούμενος, καὶ μάλιστα σὲ ἡμέρες δύσκολες, νὰ ὁδηγῆται στὸ δικαστήριο, ἡ καταδίκη νά ᾽νε σίγουρη, καὶ νὰ σκέπτεται πῶς θ᾽ ἀπολογηθῇ; Ὅπως λοιπὸν ὁ ὑπό­δικος περιμένει τὴν ἡμέρα τῆς δίκης, ἔτσι κ᾽ ἐ­μεῖς –νὰ εἶστε ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιοι–, κ᾽ ἐγὼ ποὺ σᾶς μιλῶ κ᾽ ἐσεῖς ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε καὶ ὅ­λα τὰ δισεκατομμύρια τῶν ζώντων καὶ τῶν νε­κρῶν, θὰ παρουσιαστοῦμε ὑπόδικοι ἐνώπι­ον τοῦ Κυρίου. Κριτής μας θὰ εἶνε ὁ ἐσταυρω­μένος Λυτρωτής. Θὰ μᾶς κρίνῃ μὲ νόμο ὄχι ἀν­θρώπινο ἀλλὰ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶ­νε ζυ­γαριὰ φαρμακείου, ζυγίζει καὶ τὸ τελευταῖο γραμ­μάριο, καὶ τὸν τελευταῖο δηλαδὴ λο­γισμό· οἱ σκέ­ψεις, τὰ λόγια, τὰ ἔργα μας θὰ παρελάσουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου σὰν κινηματογραφι­κὴ ταινία. Θὰ δικαστοῦμε. Καὶ πρέπει ν᾽ ἀνησυ­χοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τί ἀπολογία θὰ δώσουμε.


Ν᾽ ἀνησυχοῦμε καὶ γιὰ τοὺς νεκρούς μας· ποῦ θὰ πᾶνε, στὴν κόλασι ἢ στὸν πα­ράδεισο; Ποῦ βρίσκονται ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, οἱ συγ­γενεῖς; Καὶ στὴ ζυγαριὰ ξέρετε ὅτι, καθὼς ἀμφιταλαν­τεύεται, λίγο βάρος τὴν κάνει νὰ γείρῃ πρὸς τὸ ἕνα μέρος. Λίγα γραμμάρια ἀπαιτοῦνται· μιὰ προσευχὴ δηλαδή, ἕνα μνημόσυνο, λίγες ἐλε­ημοσύνες εἶνε ἱκανὲς κατὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστι νὰ κλείνουν τὴ ζυγαριὰ δεξιά – ἀλλοίμονο ἂν κλείνῃ ἀριστερά. Δεξιὰ εἶνε ὁ παράδεισος, ἡ ἀνέκφραστη μακαριότης· ἀριστερὰ κόλασις. Ἐπειδὴ λοιπὸν αὔριο σαλπίζει ἡ σάλπιγξ τοῦ ἀρχαγγέλου, γι᾽ αὐτὸ σήμερα, ἐν ἀναμομονῇ τῆς παγκοσμίου κρίσεως, κάνουμε μνημόσυνα γιὰ ν᾽ ἀνακουφίσουμε τοὺς νεκρούς.


Καὶ τρίτος λόγος εἶνε, ὅτι πρέπει νὰ θυμώμα­στε διαρκῶς τὸ θάνατο, ποὺ εἶνε μία πραγμα­τικότης. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρ­χαῖοι πρόγονοί μας, «ὅρος φιλοσοφίας μνήμη θανάτου»· ἂν θέλῃς νὰ βρῇς τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ζῇς σὰν ἄγγελος, νὰ θυμᾶσαι τὸ θάνατο· σὲ παίρνει καὶ σὲ ἀνεβάζει σὲ ἄλλη σφαῖρα. Πήγαινε στοὺς τάφους, στάσου ἐκεῖ λίγα λεπτὰ καὶ πές· Ἄχ μάνα, γιατί νὰ σὲ λυπήσω· ἄχ πατέρα, γιατί νὰ σὲ πικράνω· ἄχ ἄντρα, γιατί νὰ σὲ ἀτιμάσω· ἄχ γυναίκα, γιατί νὰ σὲ ἀπατήσω· ἄχ παιδί μου, γιατί νὰ σὲ ἀμελήσω. Ἐάν, ἀντὶ νὰ διανυκτερεύουμε στὰ κέντρα διασκεδάσεως, πηγαίναμε ἐκεῖ, κανένας δὲν θὰ ἁμάρτανε.


Εἴμαστε Χριστιανοί, ἀλλ᾽ ἂς διδαχθοῦμε ἀ­πὸ ἕνα πρόγονό μας πρὸ Χριστοῦ. Εἶνε ὁ Μακεδὼν Φίλιππος, ὁ πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀλε­ξάνδρου. Αὐτὸς εἶχε ὁρίσει, κάθε πρωί, μόλις ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, ἕνας στρατιώτης νὰ παρου­σιάζεται ἐνώπιόν του καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ»· ἂν καὶ εἶσαι βασιλιᾶς κ᾽ ἐξουσιάζεις λαούς, πρόσεξε γιατὶ θὰ πεθά­νῃς. Αὐτὰ ὁ Φίλιππος. Ἐνῷ ἐμεῖς, ἀποφεύγον­τας μὲ κάθε τρόπο τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, καὶ τὰ γραφεῖα κηδειῶν τὰ μετωνομάσαμε «γραφεῖα τελε­τῶν», νὰ μὴ μᾶς τὸν θυμίζουν. Μνημονεύ­ετε τοῦ θανάτου! εἶνε ὁ καλύτερος δάσκαλος, χαρίζει τὰ μεγαλύτερα διδάγματα.


δελφοί μου, δὲν εἴμαστε ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι, ὥστε νὰ λέμε «Μετὰ θάνατον μηδέν». Ὄχι μηδέν! Οἱ νεκροὶ ζοῦν καὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη πραγματικότης ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε πιθανῶς στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης τὴν 12-2-1972. *Εκ του ιστολογίου «augoustinos-kantiotis.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ




«Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις » (Ματθ. 15,28)


ΧΡΙΣΤΟΣ, ἀγαπητοί μου, –πρέπει νὰ τὸ ποῦμε πολλὲς φορές, ὥσπου νὰ ῥιζώσῃ στὴν καρδιά μας–εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὸς εἶνε τὸ θεμέλιο τῆς πίστεώς μας, ἡ ῥίζα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Χριστός μας εἶνε Θεός .Τὸ φωνάζει ὅλο τὸ σύμπαν, ὑλικὸ καὶ πνευματικό. Τὸ φωνάζουν πρὸ παντὸς τὰ θαύματα, ποὺ ἔκανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων.Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτὰ διηγεῖται τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.


Χριστός, βαδίζοντας ἀπὸ πόλι σὲ πόλι κι ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἔφτασε στὰ ἄκρα τοῦ Ἰσραήλ. Πέρα ἀπὸ ᾿κεῖ κατοικοῦσαν εἰδωλολάτρες, οἱ κάτοικοι τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος.Γιατί ὁ Χριστὸς ἔφτασε μέχρι τὰ σύνορα;Γιὰ νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν εἶνε Θεὸς ἑνὸς μόνο λαοῦ, ὅπως τὸν ἤθελαν –καὶ τὸν θέλουν μέχρι σήμερα–οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, γιατὶ ὅλοι εἶνε παιδιά του.


ρθε στὰ σύνορα, γιὰ νὰ βρῇ αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦσαν καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν Ἰσραήλ· στοὺς εἰδωλολάτρες, στοὺς Ἕλληνες, στὴν Εὐρώπη,στὴν Ἀμερική, στὴν Ἀφρική, στὴν Αὐστραλία,στὴν ἀπέραντη Ἀσία.Ὅταν ἔφτασε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ, μιὰ γυναίκα Χαναναία , ἀπ᾽ αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ κατοικοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ Ἰσραήλ, ἄφησε τὴνπατρίδα καὶ τὸ χωριό της, καὶ ἦρθε νὰ τὸν βρῇ. Καὶ μόλις εἶδε τὸ Χριστό, ἄρχισε νὰ φωνάζῃ «Κύριε, ἐλέησον» , νὰ λέῃ αὐτὲς τὶς δυὸλέξεις ποὺ κ᾿ ἐμεῖς τὶς λέμε στὴν ἐκκλησία.Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» τὸ λέμε πολλὲς φο-ρὲς κατὰ τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας. Ὁ ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου ζητᾷ ὡρισμένα πράγματα ἀπὸ τὸ Θεό, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶνε ἡ πηγὴ ὅλων τῶν ἀγαθῶν.


νῷ λοιπὸν ὁ ἱερεὺς παρακαλεῖ, οἱ ψάλτες καὶ ὅλος ὁ λαὸς λένε τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἐμεῖς ὅμως αὐτὸ τὸ «Κύριε, ἐλέησον» δὲν τὸ λέμε μὲ τὴν καρδιά μας. Μέσ᾽ στὴν ἐκκλησία ὁ ἕνας κοιτάει τὸ ρολόι του, ὁ ἄλλος χασμουριέται. Τὸ κορμί μας εἶνε ἐκεῖ, ἀλλὰ ἡ ψυχή μας εἶνε ἔξω, στὸ δρόμο, στὴν ἀγορά, στὸ σπίτι, στὰ παιδιά, στὴ γυναῖκα, στὰ χωράφια, στὰ ζῷα… Δὲν λέμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» μὲ δάκρυα στὰ μάτια, ὅπως ἡ Χαναναία.Ἐκείνη τό ᾽λεγε μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν καρδιά της.Τί ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Κύριο; Εἶχε ἕνα κορίτσι ἄρρωστο· ἦταν δαιμονισμένο, εἶχε δαιμόνιο. –Μὰ ὑπάρχουν δαιμόνια; θὰ πῇ κάποιος.Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς πάῃ στὴν Κεφαλονιά, στὸν Ἅγιο Γεράσιμο, νὰ δῇ τί κάνουν τὰ δαιμόνια. Μόλις θὰ μπῇ τὸ δαιμόνιο στὸν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος χάνει τὰ λογικά του.


λλα λέει καὶ ἄλλα κάνει. Πέφτει μιὰ στὸ νερὸ -μιὰ στὴ φωτιά, ἀφρίζει. Εἶνε θέαμα ἐλεεινό.Ἡ μάνα αὐτὴ ὑπέφερε, καιγόταν. Ἔτρεξε σὲ γιατρούς, ἴσως καὶ σὲ μάγους ἀκόμη. Ἀλλὰ οἱ μάγοι κακὸ καὶ ὄχι καλὸ θὰ κάνουν· γιατὶ εἶνε ὁ ἴδιος ὁ διάβολος. Καὶ ἡ Χαναναία, ἀφοῦ δὲ βρῆκε πουθενὰ θεραπεία, κατέφυγε στὸ Χριστό . Τὸν παρακαλοῦσε· Ἐλέησέ με τὴ δυστυχισμένη μάνα… Γιατὶ μιὰ φορὰ ὑποφέρει τὸπαιδί, δέκα φορὲς ὑποφέρει ἡ μάνα. Καὶ ὁ Χριστός; Ἄκουγε δίχως νὰ δίνῃ ἀπάντησι. Ἤθελε νὰ δοκιμάσῃ τὴν πίστι τῆς γυναίκας. Οἱ μαθηταί του τὸν παρακαλοῦσαν νὰ κάνῃ καλὰ τὸ κορίτσι, γιὰ νὰ πάψῃ ἡ μάνα νὰ φωνάζῃ. Μὰ ἐκεῖνος δὲν τοὺς ἄκουγε.


κεῖ φάνηκε ἡ μεγάλη πίστι τῆς Χαναναίας .Ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε. Κ᾿ ἐκεῖνος τῆς εἶπε κάτι λόγια πολὺ σκληρά , ποὺ ἂν δὲν εἶχε πίστι θά ᾿φευγε. –Σ᾿ ἀκούω, τῆς ἀπάντησε. Ἀλλὰ δὲν εἶνε σωστὸ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ ποὺ εἶνε προωρισμένο γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τὸ δώσω στὰ σκυλιά.Ποιά εἶνε τὰ σκυλιά , καὶ ποιά τὰ παιδιά ; Τὰ θαύματα ποὺ κάνω, λέει ὁ Χριστός, πρέπει νὰτὰ ἀπολαύσουν τὰ παιδιά. Παιδιὰ εἶνε ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός , ποὺ πίστευε στὸν ἀληθινὸΘεό. Σκυλιὰ εἶνε οἱ εἰδωλολάτρες , γιατὶ ὅπωςτὰ σκυλιὰ κάνουν ἀσχήμιες ἔτσι κι αὐτοὶ ἔκαναν πράγματα ποὺ προκαλοῦσαν φρίκη. –Ναί, Κύριε, ἀπαντᾷ ἡ Χαναναία· δὲν εἶμα ιἄξια νὰ λέγωμαι ἄνθρωπος καὶ παιδί σου καὶ ν᾿ ἀπολαμβάνω τὰ ἀγαθά σου.


να σκυλάκι εἶμαι. Ἀλλὰ στὸ σπίτι, ὅταν τὰ παιδιὰ τρῶνε τὸ ψωμὶ καὶ τὸ φαγητό, καὶ τὸ σκυλάκι περιμένει νὰ πέσῃ κανένα ψίχουλο γιὰ νὰ τὸ φάῃ. Σὲ παρακαλῶ λοιπόν, Κύριε, δός μου κ᾿ ἐμένα ἕνα ψίχουλο ἀπὸ τὴ χάρι σου . Δὲν θέλω ὁλόκληρο τὸ ψωμί, ἕνα ψίχουλο ζητῶ… Ὅπως μιὰ ἀκτίνα, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ ἄπειρο, θερμαίνει καὶ ζωογονεῖ τὴ γῆ, ἔτσι κ᾽ ἕνα ψίχουλο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ φτάνει.Μεγάλη ἡ ταπείνωσι τῆς Χαναναίας.Ἐμᾶς, νὰ μᾶς ἔλεγε κάποιος σκυλιά; θὰ φεύγαμε θυμωμένοι.


Καμμιὰ φορὰ λέμε οἱ ἱεροκήρυκες κάποιο λόγο αὐστηρό, κ᾿ οἱ Χριστιανοὶ θυμώνουν. Ἄ, μᾶς ἔβρισε σήμερα, λένε· δὲν ξαναπᾶμε στὴν ἐκκλησία… Καὶ ποῦ νὰ γίνῃ ἔλεγχος γιὰ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα! θὰ μᾶ σταυρώσετε… Ἀπὸ τὰ χίλια ποὺ κάνετε ἕνα σᾶς λέμε, μ᾿ ὅλο τὸν πόνο καὶ τὴν εὐγένεια,κ᾿ ἐσεῖς θυμώνετε καὶ μᾶς κατηγορεῖτε.Ἐδῶ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ὕβρισε τὴ γυναῖκα,σκυλάκι τὴν εἶπε. Αὐτὴ ὅμως δὲ θύμωσε. Μά-λιστα ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία καὶ ἀπήντησε· –Ναί, Κύριε, σκυλάκι εἶμαι· δός μου λοιπὸν κ᾽ ἐμένα ἕνα ψίχουλο ἀπὸ τὸ τραπέζι σου.Τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε μιὰ τέτοια πίστι,τῆς εἶπε· –Ὦ γυναίκα, μεγάλη εἶνε ἡ πίστι σου, «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις» (Ματθ. 15,28). Θαυμά-ζω καὶ βραβεύω τὴν πίστι σου.Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη βγῆκαν τὰ δαιμόνιακαὶ τὸ κορίτσι της ἔγινε καλά.


Νὰ μιμηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς τὴν πίστι τῆς Χαναναίας, ἀγαπητοί μου. Αὐτὸ μᾶς διδάσκει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.Ὅπως ἐκείνη ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς ἔχουμε βάσανα .Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρὶς βάσανα. Ὁ ἕνας ἔχει παιδὶ ἀνάπηρο, ὁ ἄλλος ἔχει παιδὶ ἄρρωστο στὸ κρεβάτι, ὁ ἄλλος ἔχει παιδὶ καθυστερημένο καὶ ἀνόητο ποὺ δὲ μαθαίνει γράμματα. Ἄλλος ἔχει δύσκολη γυναῖκα, μὲσκληρὴ γλῶσσα, ποὺ τὸν πικραίνει συνεχῶς καὶ τὸν κάνει νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ σπίτι του. Ἡ ἄλλη ἔχει ἄντρα ἄσωτο, μέθυσο, σκληρὸ καὶ ἀπάνθρωπο… Ἄλλος πάλι ἔχει οἰκονομικὲς δυσχέρειες καὶ δὲ μπορεῖ νὰ βγάλῃ τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν του. Ἄλλον τὸν κυνηγοῦν, τὸνσυκοφαντοῦν, τὸν διαβάλλουν, τὸν τρέχουνστὰ δικαστήρια. Ἄλλος ἔχει κορίτσι καὶ δὲ μπορεῖ νὰ τὸ παντρέψῃ. Ἄλλος ἔχει βάσαναμὲ τὸν ἑαυτό του· ἔχει κάποια ἀρρώστια. Ἄλλος ἔχει δαιμόνια…


μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπουδὲν εἶνε ἔξω· δὲν εἶνε οὔτε ὁ ἄντρας οὔτε ἡγυναίκα οὔτε τὸ παιδί. Ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς εἶνε μέσα· εἶνε ὁ ἑαυτός μας, ποὺ πει-ράζεται ἀπὸ τὰ δαιμόνια.Ἂν ὅπως ὁ γιατρὸς ἀκτινοσκοπεῖ τὸ σῶμα ἐξετάσουμε κ᾿ ἐμεῖς βαθειὰ τὴν ψυχή μας, θὰ δοῦμε ὅτι ἔχουμε πολλὰ δαιμόνια . Ὅλοι οἱ ἄν-θρωποι πειράζονται ἀπὸ δαιμόνια. Ὁ ἕνας ἀπὸ τὸ δαιμόνιο τοῦ θυμοῦ, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸ δαι-μόνιο τῆς πορνείας ἢ τῆς μοιχείας, ἄλλος ἀ-πὸ τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρίας καὶ πλεονεξίας… Καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ ὑποφέρουμε καὶ εἴμαστε σὰν δαιμονισμένοι.Τί νὰ κάνουμε; Νὰ τρέξουμε κοντὰ στὴν Ἐκκλησία . Νὰ ποῦμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» ὅπως ἡ Χαναναία.


Νὰ ποῦμε πολλὲς φορὲς«Ἐλέησέ μας, Θεέ μου, γιατὶ χανόμαστε».Κάθονται ἀμέριμνοι, γλεντοῦν καὶ διασκεδάζουν· ἢ τρέχουν γιὰ τὰ ὑλικὰ κέρδη, κ᾿ ἔπειτα μαλώνουν στὴ μοιρασιά. Δὲ βλέπουν, ὅτι ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ κινδυνεύει νὰ γίνῃ παγκόσμιος πόλεμος . Δὲ θὰ μείνῃ τίποτε, στάχτη θὰ γίνουν ὅλα. Καὶ μετὰ θὰ δοῦμε, ποῦ εἶνε τὰ κέρδη, οἱ ἡδονές, οἱ καυγᾶδες, οἱ πορνεῖες καὶ οἱ μοιχεῖες. Θὰ γίνῃ στάχτη ὁ πλανήτης μας, γιατὶ ἁμαρτήσαμε πολὺ στὸ Θεό.Σ᾿ αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια ποὺ ζοῦμε, ἀδελφοί μου, νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ πλησιάσουμε στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ ποῦμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» .Κύριε, ἐλέησε τὰ παιδιά μας, ποὺ ἔφυγανἀπὸ τὸ δρόμο σου. Ἐλέησε τοὺς δασκάλουςκαὶ καθηγητὰς στὰ σχολεῖα. Ἐλέησε τοὺς ἄρχοντές μας. Ἐλέησε τὴ γῆ, τὰ χωράφια, τὰ ζῷα. Ἐλέησε τὴν πατρίδα μας καὶ ὅλα τὰ ἔθνη.


Κύριε, ἐλέησέ μας .Ἡ Χαναναία εἶπε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» μὲ ζεστὴ καρδιά , καὶ ὁ Χριστός μας ἔκανε τὸ θαῦμα. Σ᾿ ἐμᾶς ἡ καρδιὰ εἶνε μπούζι. Κι ὅταν ἐκκλησιαζόμαστε οὔτε δάκρυα οὔτε τίποτα…Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεό, νὰ μᾶς δώσῃ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μας . Καὶ τότε ἐκεῖνος θὰ πῇ στὸν καθένα μας αὐτὸ ποὺεἶπε στὴ Χαναναία· «Ὦ ἄνθρωπε, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις»· ἀμήν. *Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ὁσίου Ναοὺμ Ἀρμενοχωρίου - Φλωρίνης τὴν 8-2-1981. *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 16.2.2013. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ «ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, ΚΥΡΙΕ...»




Μία, ἀγαπητοί μου, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες κακίες ποὺ μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα εἶναι ἡ ἀχαριστία. Ἀντιθέτως μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἀρετὲς εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη, νὰ αἰσθάνεσαι τὸν ἑαυτό σου ὑποχρεωμένο νὰ πεῖ ἕνα εὐχαριστῶ στοὺς εὐεργέτες σου. Εὐγνωμοσύνη ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει στὸν πατέρα ποὺ τὸν γέννησε, στὴ μάνα ποὺ τὸν ἀνέθρεψε, στὸ δάσκαλο ποὺ τὸν δίδαξε, στὸν ἱερέα ποὺ τὸν εὐλογεῖ, σὲ κάθε εὐεργέτη του.


λλὰ τί εἶναι οἱ εὐεργέτες αὐτοί; Μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι. Ἕνας εἶναι ὁ μέγας εὐεργέτης –ποὺ δυστυχῶς δὲν τὸ αἰσθανόμεθα· καὶ αὐτὸς ὁ μέγας εὐεργέτης εἶναι ὁ Θεός, ὁ Κύριος τοῦ παντός. Οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, εἶναι ἀμέτρητες. Ἂν μπορεῖς νὰ μέτρησης τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, θὰ μετρήσης καὶ τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἀπολαμβάνουμε συνεχῶς. Εὐεργεσίες τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα· τὸ χειμώνα, τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, τὸ φθινόπωρο...


πως τὸ ψάρι ποὺ πάει νὰ κολυμπάει μέσα στὴν ἀχανὴ θάλασσα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται εἶναι μέσα στὸ πέλαγος τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ. Κάθε στιγμὴ ἡ καρδιά σας δὲν κάνει τὶκ-τάκ; Γιὰ σκεφτεῖτε, ἐκεῖ ποὺ κάθεστε, νὰ σταματήσει; Γιὰ αὐτὸ κάθε σφυγμὸς ἂς εἶναι κ' ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Θεό. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α' Θεσ. 5,18) νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό.


Μία ἀπὸ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ τὸ ὅτι πηγαίνουμε στὸ ναό. Διότι ὁ ναὸς εἶναι τόπος Ἱερός· εἶναι οὐρανός, παράδεισος, κάτι πολὺ μεγάλο. Τὸ πιστεύεις; Ἔλα στὴν ἐκκλησία. Δὲν τὸ πιστεύεις; Κάθισε στὸ σπίτι σου. Μὲ πίστη νὰ πηγαίνεις στὸ ναὸ· τότε ὁ ναὸς λαμβάνει ἄπειρες διαστάσεις. Τί γίνεται ἐκεῖ; Μᾶς δέχεται. Ποιὸς μᾶς δέχεται; Ὁ ἄλφα, ὁ βῆτα, ὁ γάμα; Καὶ τί εἶναι καὶ ὁ ὑπουργός, καὶ ὁ πρωθυπουργός, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας; Πελώρια μηδενικὰ μπροστὰ σ' ἐκεῖνον ποὺ κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα. Μᾶς δέχεται σὲ ἀκρόαση ὁ Θεὸς καὶ ἔχει τὰ αὐτιὰ του ἀνοιχτὰ ν' ἀκούσει τὶς δεήσεις μας. Ἐκεῖ δέχεται ἀκροάσεις, ἐκεῖ εἶναι ὁ τόπος τῆς ἱερᾶς συνεντεύξεως. Ἐκεῖ παρακαλοῦμε τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς δώσει - τί; Προσέξατε - τὴ θεία λειτουργία. Ὅπως τὸ παιδὶ παρακαλεῖ τὸν πατέρα, ἔτσι κ' ἐμεῖς ζητοῦμε ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Τί ζητοῦμε; Εἴκοσι αἰτήματα ἔχει ἡ Θεία Λειτουργία, τὸ ἕνα σπουδαιότερο ἀπὸ τὸ ἄλλο.


Τὸ πρῶτο ποὺ ζητοῦμε μόλις ἀρχίζει ἡ θεία λειτουργία· «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης»· «Πατέρα, δός μας τὴν εἰρήνη». Δὲν περιμένουμε οὔτε ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ οὔτε ἀπὸ τὴ Δύση, ἀπ' αὐτοὺς ποὺ μιλοῦν περὶ εἰρήνης ἀλλ' ἑτοιμάζουν πόλεμο. Ὑποκριταὶ μόνο στὴν Ἐκκλησία τὸ αἴτημα εἶναι ἁγνό. Καὶ τόσο ἐπίκαιρο. Ἂν γίνει τώρα πόλεμος, θὰ γίνει μὲ πυρηνικὲς βόμβες. «Δῶσε τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο, Κύριε».


«πὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου». Τί ἄλλο ζητοῦμε. Τὴν «εὐστάθεια τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν»· «Κύριε, φύλαγε τὶς κατὰ τόπους ἐκκλησίες σου, νὰ στέκουν σταθερά, νὰ μὴν ἔρθουν βάρβαροι καὶ ἄθεοι νὰ τὶς κλονίσουν. Κράτησε τὴν Ἐκκλησία σου, Χριστέ, ἀσάλευτη μέχρι συντέλειας τῶν αἰώνων». Τί ἄλλο ζητοῦμε. Τὴν ἑνότητα. Ὁ κόσμος εἶναι χίλια κομμάτια- οἱ λαοὶ χωρισμένοι παλεύουν σὰ λιοντάρια μεταξύ τους ἰδεολογικῶς.


Λέμε λοιπὸν «Σὲ παρακαλοῦμε, Κύριε, τὰ χίλια κομμάτια νὰ ἑνωθοῦν», νὰ γίνη «μία ποίμνη, εἷς ποιμὴν» (Ἰωαν. 10,16). Ἑνότης, αἴτημα σπουδαιότατο· «Ὑπέρ... τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». «Κύριε, φώτισε τοὺς ἄρχοντες ποὺ μᾶς κυβερνοῦν. Δὸς τους μυαλό, καὶ πιὸ πολὺ δὸς τους καρδιά, νὰ σκέπτονται τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλά, γιὰ νὰ προοδεύει τὸ ἔθνος μας». Τί ἄλλο ζητοῦμε. «Ἐνίσχυσε, Κύριε, τὸ στρατό μας ποὺ φυλάει τὰ σύνορα».


Τί ἄλλο ζητοῦμε; Θυμούμεθα τὸν κόσμο ὅλο στὴν ἐκκλησία. «Κύριε, προστάτευσε τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά, τοὺς ἀρρώστους ποὺ βογκᾶνε στὰ κρεβάτια, τοὺς ναῦτες ποὺ ταξιδεύουν καὶ κινδυνεύουν μέσ' στὸν ὠκεανό. Κύριε, δὲς τοὺς αἰχμαλώτους, τοὺς φυλακισμένους, τοὺς δούλους...». Κανένα δὲν ἀφήνει ἡ Ἐκκλησία μας σὰν μάνα, ποὺ θυμᾶται ὅλα τὰ παιδιά της, ἔτσι καὶ αὐτὴ θυμᾶται ὅλους καὶ παρακαλεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.


Σὲ κάθε δέηση ποὺ ἀναπέμπει ἡ Ἐκκλησία, ποὺ ζητοῦμε ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά, Τί ἀπαντοῦν οἱ ψάλτες ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ; «Κύριε, ἐλέησον». Τὸ λέει μόνο ὁ ψάλτης· πρέπει νὰ τὸ λέει ὅλη ἡ Ἐκκλησία. «Κύριε, ἐλέησον», σῶσε μας, δὸς μας αὐτὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη σὰν πατέρας ποὺ εἶσαι. Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» εἶναι ἡ πιὸ σύντομη προσευχή. Δύο λέξεις εἶναι, ἀλλὰ τί δύναμη ἔχουν, ὅταν λέγονται ὅπως πρέπει, μὲ βαθιὰ πίστη καὶ ἀφοσίωση!


Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» τὸ εἶπε καὶ ἡ γυναίκα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου καὶ ἔκανε θαῦμα. Ποιὰ ἦταν ἡ γυναίκα αὐτή; Ἦταν μία Χαναναία. Χαναναία δὲν εἶναι ἕνα γυναικεῖο ὄνομα· εἶναι ὄνομα ποὺ δηλώνει τὴν καταγωγὴ της (ὅπως λέμε Ἀθηναία, ἔτσι καὶ Χαναναία)· ἡ πατρίδα της ἦταν στὰ σύνορα τοῦ Ἰσραήλ. Ὅταν ἦρθε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ κοντά, αὐτὴ ἔτρεξε καὶ τοῦ φώναζε· «ἐλέησόν με, Κύριε» (Ματθ. 15,22). Τί ἤθελε;


Εἶχε ἕνα κορίτσι δυστυχισμένο, ποὺ τὸ σπάρασσε τὸ δαιμόνιο· ἔπεφτε κάτω, ἄφριζε, σπαρταροῦσε σὰν τὸ ψάρι, φοβερὸ θέαμα. Κανένας μάγος, κανένας γιατρὸς δὲ μπόρεσε νὰ τὸ θεραπεύσει. Ἀπελπισμένη, ἔρχεται στὴν Ἐλπίδα καὶ λέει «Κύριε, ἐλέησον». Μὰ ὅταν ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαντᾶ φαίνεται νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται. Αὐτὴ δὲν ἀπελπίζεται. Τρέχει ἀπὸ πίσω, φωνάζει δυνατώτερα «Κύριε, ἐλέησον». Ἐπεμβαίνουν οἱ μαθηταὶ: —Μά, Κύριε, δὲν ἀκοῦς; δὲν τὴ λυπᾶσαι, δὲν τὴν σπλαχνίζεσαι;... Εἶχε τὸ σκοπὸ του ὁ Χριστός. —Ἐγώ, λέει, τὸ ψωμὶ τὸ 'χω γιὰ τὰ παιδιά μου, ὄχι γιὰ τὰ σκυλιά.


Τί ἐννοοῦσε· τὰ θαύματα τὰ κάνω στὸ λαό μου τὸν Ἰσραήλ, ὄχι στοὺς ἀκάθαρτους εἰδωλολάτρες (δὲν ἦρθε ἀκόμα ὁ καιρὸς γι' αὐτούς). Μία ὕβρις ἦταν αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμός· τὴν εἶπε σκυλί. Ἀλλ' αὐτὴ δὲ θύμωσε, δὲν ἔφυγε. Πῆρε τὸ λόγο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἔκανε ὅπλο της. -Ναί, λέει, Κύριε, παραδέχομαι ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι παιδί σου, εἶμαι ἕνα σκυλάκι στὴν αὐλή σου. Καὶ τὸ σκυλάκι ὅμως κάθεται κάτω ἀπ' τὸ τραπέζι. Τρώει τὸ ἀφεντικὸ φαγητό, κι αὐτὸ περιμένει νὰ φάει ἀπ' τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν. Ἕνα ψίχουλο, Κύριε, θέλω· δὲ ζητῶ τὸ ψωμί σου ὁλόκληρο...


Τί μεγάλα λόγια αὐτά! Ἕνα ψίχουλο ἀπὸ τὴν ἄπειρο δύναμη τοῦ Χριστοῦ ζήτησε. Κι ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε αὐτὴ τὴν πίστη, αὐτὴ τὴν ταπείνωση, αὐτὴ τὴν ἐπίμονο προσευχή, τῆς εἶπε· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις...». Ἂς διδαχθοῦμε, ἀγαπητοί μου, κ' ἐμεῖς. Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι ψέμα· ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ζωντανή, ὁλοζώντανη. Μπορεῖ νὰ 'ναι ψέμα τὰ ἄστρα, ὁ ἥλιος, ἡ γῆ, τὰ πάντα· ἕνα δὲν εἶναι ψέμμα· Ὁ Κύριός μας. Νὰ μιμηθοῦμε λοιπὸν κ' ἐμεῖς τὴ Χαναναία. Ἂς γονατίζουμε καὶ ἂς προσευχώμεθα λέγοντας ἀκαταπαύστως τὸ «Κύριε, ἐλέησον».


Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» τὸ λέγανε οἱ ἅγιοι καὶ ἔκαναν θαύματα. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ λέγανε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ γονατιστοὶ καὶ μὲ δάκρυα. Στὴ Ρωσία ὁ πιστὸς λαὸς τὸ λέει καὶ βουίζει ἡ ἐκκλησία. Στὸ Ἅγιο Ὄρος κρατοῦν κομποσχοίνι ὅλη νύχτα· κάθε κόμπος κ' ἕνα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἐμεῖς; Τυπικῶς παρόντες στὴν ἐκκλησία τῷ σώματι, ἀπόντες τῷ πνεύματι χωρὶς συναίσθηση, χωρὶς ρίγος. Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» εἶναι ἡ πιὸ μικρὰ προσευχή. Μπορεῖ νὰ τὴν πεῖ κ' ἕνας ἀγράμματος, μπορεῖ νὰ τὴν πεῖ καὶ τὸ μικρὸ παιδί, καὶ τὸ νήπιο, κι ὁ ἀσπρομάλλης γέρος. Καὶ ὁ Θεὸς ἀκούει τὸ «Κύριε, ἐλέησον».


Τὸ συνιστῶ κ' ἐγὼ σ' ἐσᾶς. Δὲν κάνεις μεγάλες προσευχές, δὲν εἶσαι διαρκῶς στὴν ἐκκλησία; Λέγε, ἐκεῖ ποὺ εἶσαι, τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Κάθεσαι νὰ φᾶς, «Κύριε, ἐλέησον». Βράδιασε, «Κύριε, ἐλέησον». Ξημέρωσε, «Κύριε, ἐλέησον». Πᾶς στὴ δουλειά, «Κύριε, ἐλέησον». Σκάβεις τὴ γῆ, «Κύριε, ἐλέησον». Βόσκεις τὰ ζῶα, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι ἐργάτης, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι ἀξιωματικός, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι στρατιώτης, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι ἁμαρτωλός, «Κύριε, ἐλέησον».


Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» κάνει θαύματα. Αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε θὰ μᾶς τὸ δώσει ὁ Θεός, γιατί εἶναι πατέρας. Λέει ὁ Χριστός· «Ποιὸς πατέρας ζητεῖ τὸ παιδὶ του ψωμί, καὶ τοῦ δίνει πέτρα; ἢ ζητεῖ ψάρι, καὶ τοῦ δίνει φίδι;» (Ματθ. 7,9-10, Λουκ. 11,11). Ἂν ὁ ἐπίγειος πατέρας ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ παιδιά του, πολὺ περισσότερο ἐκεῖνος ποὺ τοῦ λέμε «Πάτερ ἡμῶν...». Θὰ μᾶς τὰ δώσει αὐτὰ ὁ Θεός, ἐὰν πιστεύουμε πραγματικά, ἐὰν εἴμεθα Χριστιανοὶ· ἀμήν. *Εκ του ιστολογίου  «agiazoni.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF