ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ





ΓΕΝΙΚΑ: Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται ένας ύμνος, για την ακρίβεια ένα Κοντάκιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους σε αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω. Δηλαδή κάθε «οίκος», ή στροφή, ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).


Θεωρείται δίκαια ως αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι ποιητική, εμπλουτισμένη από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου. Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου. Ο ύμνος αυτός ονομάζεται «Ακάθιστος» από την όρθια στάση, που τηρούν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας της1. Οι πιστοί έψαλαν παλαιότερα τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά. Σύμφωνα με αναφορές Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ακάθιστος Ύμνος ήταν στενά συνδεδεμένος με την εορτή του Ευαγγελισμού.


ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Το 626, όταν ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγείτο εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Βασιλεύουσα πολιορκήθηκε αιφνιδιαστικά, κατόπιν συνεργασίας αντιπερισπασμού με τους Περσες, από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και στις 6 Αυγούστου Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Σέργιος, Πατριάρχης Κων/λεως, περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό.


Λίγη ώρα αργότερα, μέσα στη νύχτα, φοβερός ανεμοστρόβιλος, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον αποτελούμενο από ελαφρά μονόξυλα εχθρικό στόλο, ενώ μια αντεπίθεση των αμυνόμενων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους συνεργαζόμενους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε πια σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, όρθιο το πλήθος του πιστού λαού έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».


ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ: Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, ο ύμνος είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο, “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει”, με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο “Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια”, το οποίο έδωσε δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και περισσότερο δογματικό ύμνο. Σύμφωνα όμως με άλλες πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κων/νου Πωγωνάτου [673], Λέοντος Ισαύρου [717-8] και Μιχαήλ Γ΄[860].


Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ύμνος ψαλλόταν ως ευχαριστήρια ωδή προς τη Θεοτόκο, την Υπέρμαχο Στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, εντούτοις το πρόβλημα της σύνθεσης του Ακάθιστου Ύμνου παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα, καθώς οι μελετητές δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο ποιος, πότε και γιατί συνέθεσε τον ύμνο αυτό. Πάντως σε όλα τα χειρόγραφα ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο σύνθεσης, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου [431], επομένως ο Ύμνος δεν συνετέθη νωρίτερα από τη χρονιά αυτή.


Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν επί Ιουστινιανού [527-565], πράγμα που σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού. Η ορθόδοξη βυζαντινή παράδοση όμως αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό το Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, όπως οι: P. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Ευστρατιάδης, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η ποιητική του αρτιότητα και η δογματική του πληρότητα οδηγούν στο Ρωμανό.


Τέλος, σε έναν κώδικα του 13ου αιώνα, υπάρχει σημείωση, του 16ου, όμως, αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου. Η άποψη αυτή, πάντως, αντικρούεται από πολλούς μελετητές που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία της μεταρωμανικής εποχής2. Σύμφωνα, λοιπόν με μία εκδοχή, η οποία υποστηρίζεται και από τον καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη, αλλά και τον O. Bardenhewer, αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄[716-730], ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της Πόλης από τους Άραβες το 718, επί Λέοντο Ισαύρου.


Η εκδοχή αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι μία λατινική μετάφραση του Ύμνου, που έγινε περί το 800, από το Βενατσιάνο επίσκοπο Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου3. Μια άλλη εκδοχή, υποστηριζόμενη από τον Θ. Δετοράκη, βασίζεται σε μια αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της Μονής του Αγίου Σάββα Ιεροσολύμων, όπου εικονίζεται ένας μοναχός, που κρατάει ειλητάριο, όπου αναγράφεται: “Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη4”. Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει “ο άγιος Κοσμάς”. Πρόκειται για τον Κοσμά το Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 [κοιμήθηκε το 752]. Τέλος, αλλοι ερευνητές θεωρούν ότι ο Ύμνος συνετέθη από τον Πατριάρχη Σέργιο [K. Krumbacher, W. Christ, M. Paranikas, C. Del Grande, Αικ. Χριστοφιλοπούλου), τον σύγχρονο με την πολιορκία Γεώργιο Πισίδη, τον Ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.ά. Πάντως με βεβαιότητα, οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού, ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.


Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελείται από 24 “οίκους”, στροφές δηλαδή, οι οποίοι είναι δύο ειδών. Οι περιττοί (Α-Γ-Ε., κ.τ.λ.), που είναι εκτενείς, αποτελούνται από δεκαοκτώ στίχους. Οι πέντε πρώτοι περιλαμβάνουν τη διήγηση, οι δώδεκα επόμενοι αποτελούν χαιρετισμούς, οι οποίοι απευθύνονται προς την Θεοτόκο και ο δέκατος όγδοος είναι το εφύμνιο “χαίρε νύμφη Ανύμφευτε”. Οι άρτιοι οίκοι (Β-Δ-Ζ, κ.τ.λ..), που είναι σύντομοι, αποτελούνται μόνο από πέντε στίχους διήγησης και το επίσης σύντομο εφύμνιο “Αλληλούια”. Από τους άρτιους οίκους, οι περισσότεροι αναφέρονται στο Χριστό και κάποιοι στη Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω). Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου.


Με πηγές του την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Ακάθιστος Ύμνος περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους. Ο πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α έως Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος, όπου εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Έτσι, Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α-Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ-Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ) [ο μόνος οίκος που έχει πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ματθαίου. Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών. Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά “Χαῖρε” προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ “Χαῖρε Κεχαριτωμένη”, που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς5


ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ο αρχάγγελος Γαβριήλ έρχεται και φέρνει το θεϊκό μήνυμα, το “χαῖρε”, στη Θεοτόκο. Η Θεοτόκος απορεί για τον παράδοξο τρόπο της συλλήψεως. Ο Γαβριήλ της εξηγεί την απόρρητη βουλή του Θεού. Η δύναμη του Θεού επισκιάζει την Παρθένο και συλλαμβάνει τον Υιό του Θεού. Η Θεοτόκος επισκέπτεται τη συγγενή της Ελισάβετ, που κυοφορεί τον Πρόδρομο Ιωάννη, και ανταλλάσσουν προφητικούς λόγους. Ο Ιωσήφ αμφιβάλλει, αλλά ενημερώνεται από τον άγγελο για το μυστήριο της συλλήψεως. Ο Χριστός γεννάται και οι ποιμένες έρχονται και Τον προσκυνούν. Το αστέρι δείχνει τον δρόμο στους μάγους της Ανατολής. Οι μάγοι προσκυνούν το Θείο Βρέφο και επιστρέφουν από άλλο δρόμο στη Βαβυλώνα. Η φυγή της Αγίας Οικογένειας στην Αίγυπτο.


Ο Συμεών δέχεται στην αγκάλη του ως βρέφος τον Χριστό. Ο Λόγος του Θεού με την σάρκωσή Του δημιουργεί νέα κτίση, που Τον δοξολογεί Ο παράξενος [“ὁ ξένος”] τόκος προτρέπει τους ανθρώπους να αποξενωθούν από τον κόσμο και να υψώσουν το νου τους στον ουρανό. Όλος ήταν στην γη ο δοξολογούμενος Λόγος, αλλά και από τον ουρανό δεν απουσίαζε. Οι άγγελοι θαύμασαν το έργο της ενανθρώπησης του Θεού και την κοινωνία του με τους ανθρώπους. Οι σοφοί του κόσμου μένουν άφωνοι, μη μπορώντας νά εξηγήσουν το μυστήριο της γεννήσεως Ο Ποιμένας γίνεται πρόβατο για να σώσει τον κόσμο. Η Παρθένος γίνεται τείχος που προστατεύει όλους τους πιστούς. Κανένας ύμνος δεν επαρκεί για να υμνηθεί ο Σαρκωθείς Βασιλέας. Η Θεοτόκος είναι η λαμπάδα, που καθοδηγεί τους πιστούς στη Θεογνωσία. Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για να δώσει χάρη. Η Θεοτόκος είναι έμψυχος ναός στον οποίο δοξάζεται ο Χριστός. Τέλος, Ύμνος και ικεσία προς την Παρθένο.


ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ: Παλαιότερα ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν. Δεν διασώθηκε όμως ο τρόπος μελωδικής του εκτέλεσης, για το λόγο αυτό ψάλλεται μόνο το προοίμιο σε ήχο πλάγιο δ'. Στην ακολουθία των Χαιρετισμών, ψάλλεται αρχικά ο “Κανόνας” [Τροπάρια των Χαιρετισμών], με εννέα ωδές, ξεκινώντας με τους αντίστοιχους ειρμούς: Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος... Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε... Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ ἐπὶ θρόνου Θεότητος... Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου... Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον... Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες... Παῖδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ... Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι... Ακολουθεί η απαγγελία των οίκων του Ακαθίστου ύμνου. Ο ιερέας στέκεται στο μέσο του ναού, εκεί που παλιά βρισκόταν ο άμβωνας, και από τον οποίο ψαλλόταν το κοντάκιο. Εκεί, μπροστά σε εικόνα της Θεοτόκου απαγγέλλει τους οίκους.


Τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής απαγγέλλει από 6 οίκους, δηλαδή την πρώτη Παρασκευή (Α΄ Χαιρετισμοί) τους Α-Ζ, τη δεύτερη (Β΄ Χαιρετισμοί) τους Η-Μ, την τρίτη (Γ΄ Χαιρετισμοί) τους Ν-Σ, την τέταρτη (Δ΄ Χαιρετισμοί) τους Τ-Ω και, τέλος, την πέμπτη Παρασκευή (Ακάθιστος Ύμνος) όλους μαζί . Αξίζει να σημειωθεί πως στην Κωνσταντινούπολη, την γ΄ Παρασκευή των Νηστειών, συνηθίζεται να πηγαίνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης με τους πατριαρχικούς χορούς στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και να απαγγέλλει εκεί τους οίκους του Ακαθίστου. Η παράδοση αυτή ανακαλεί τη μνήμη των γεγονότωντου 626, δηλαδή της σωτηρίας της Πόλης με και της πρώτης εκτέλεσης του Ύμνου. Ο ιστορικός αυτός συμβολισμός προσδίδει λαμπρότητα και συναισθηματική φόρτιση στην ακολουθία, την οποία παρακολουθούν κάθε χρόνο πολλοί χριστιανοί από όλα τα μέρη της Πόλης.


ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ: Στην περίφημη εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, η Παναγία εικονίζεται σε όρθια στάση, με τα χέρια υψωμένα σε δέηση, ενώ σε εγκόλπιο, που έφερε στο στήθος της, εικονιζόταν ο Χριστός. Η εικόνα εξαφανίστηκε κατά την Εικονομαχία και κατά την παράδοση ανακαλύφθηκε το 1030 πίσω από έναν τοίχο, όταν ο Ρωμανός Γ΄ ο Αργυρός ανακαίνισε το ναό6. Κατά καιρούς έχουν αγιογραφηθεί διάφορες εικόνες με θέμα τον Ακάθιστο Ύμνο, στις οποίες παρουσιάζεται η Παναγία και γύρω της μικρές εικόνες που αναφέρονται σε κάθε οίκο του ύμνου. Υπάρχουν επίσης σχετικές τοιχογραφίες με το θέμα αυτό σε διάφορους ναούς. Από τις φορητές εικόνες, οι πιο γνωστές είναι:


Α΄ της Μονής Δοχειαρίου, που είναι μια μικρή και δυσδιάκριτη φορητή εικόνα και η οποία, κατά την παράδοση, είναι αυτή, μπροστά στην οποία εψάλλη για πρώτη φορά ο ύμνος από τον Πατριάρχη Σέργιο. Αυτό γράφει και αργυρή πλάκα στο πίσω μέρος της. Η παράδοση αναφέρει θαύματα που σχετίζονται με την εικόνα αυτή. Φυλάσσεται σε ομώνυμο παρεκκλήσιο και εκεί διαβάζονται οι Χαιρετισμοί επί καθημερινής βάσης.


Β΄της Μονής Χιλανδαρίου. Στο Καθολικό αυτής της μονής φυλάσσεται η εικόνα της Θεοτόκου του Ακαθίστου Ύμνου, που όταν, κατά την παράδοση, το 1837 ξέσπασε πυρκαγιά, και οι μοναχοί έψαλλαν τον Ακάθιστο Ύμνο, η εικόνα παρέμεινε άθικτη. Το γεγονός αυτό εορτάζεται στις 12 Ιανουαρίου.


Γ΄ της Μονής Ζωγράφου. Μπροτά στην εικόνα αυτή του Ακαθίστου, κατά την παράδοση, ένας γέροντας διάβαζε καθημερινά τον Ακάθιστο Ύμνο μέχρι που κάποια μέρα η εικόνα μίλησε και προανήγγειλε ότι πλησιάζουν λατινόφρονες στο μοναστήρι. Έκτοτε η εικόνα ονομάζεται Προαναγγελόμενη.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια Α΄1130-1156. Ι. Φουντούλης, Ο Ακάθιστος Ύμνος, ιστότοπος της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. mountathow.gr Γρηγόριος Παπαγιαννάκης. Ακάθιστος Ύμνος: άγνωστες πτυχές ενός πολύ γνωστού κειμένου. Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006. O Aκάθιστος Ύμνος [κείμενο], Οικουμενικό Πατριαρχείο και Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος [Μυριόβιβλος]. Α. Φιλιππίδης, Ιστορική αναδρομή στα χρόνια του Ακαθίστου Ύμνου, περιοδικό Παρέμβασις, Μάρτιος 2006. Παναγιώτης Αραμπατζής, «Απάντησις εις το ερώτημα: ποιος είναι ο ποιητής των 24 οίκων του Ακάθιστου Ύμνου εκ της μυστικής ακροστιχίδος του», Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Η' Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο-Πρακτικά, Αθήνα, 1987, σελ.137-140. Ακάθιστος Ύμνος, λήμμα στο Orthodoxwiki και στη Wikipedia. Μπορίσοβα, Τατιάνα, Ο Ακάθιστος Ύμνος και η μετάφρασή του στην εκκλησιαστική σλαβική γλώσσα, Πανεπιστήμιο Κρήτης. Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Φιλολογίας, 2007.




1. Διαβάζουμε στο Συναξαριστή: “ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα”.
2. Αν. Φιλιππίδης, Ιστορική αναδρομή στα χρόνια του Ακαθίστου, περιοδικό Παρέμβασις, Μάρτιος 2006 και Θ. Σαμαράς, Ο Ακάθιστος Ύμνος, εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα», Κομοτηνή, 9/3/2001.
3. Εκεί γράφει ο Χριστόφορος: “Incipit Hymnus de Sancta Dei Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano Patriarcha Constantinopolitano”.
4. Αυτό είναι η αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου Ύμνου.
5. Λουκάς α΄ 28. *Του Κωνστανίνοτ Αθ. Οικονόμου, εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 23.3.2018. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ




Η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου, είναι η πλέον ίσως δημοφιλής ιερά Ακολουθία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η Ακολουθία αύτη ψάλλεται εις τους ιερούς Ναούς μας κατά τας πρώτας πέντε εβδομάδας της Μ. Τεσσαρακοστής, εν ημέρα Παρασκευή. Κατά την πρώτην εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής (η «των Νηστειών») ψάλλονται οι εξ πρώτοι «οίκοι» του Ύμνου, ήτοι οι «οίκοι» Α-Ζ κατά την δευτέραν εβδομάδα ψάλλονται οι «οίκοι» Η-Μ κατά την τρίτην εβδομάδα ψάλλονται οι «οίκοι» Ν-Σ κατά την τετάρτην εβδομάδα ψάλλονται οι «οίκοι» Τ-Ω κατά δε την πέμπτην εβδομάδα ψάλλεται ολόκληρος ο Ύμνος. Τόσον τα τμήματα του Ακαθίστου Ύμνου, όσον και ολόκληρος ο Ύμνος, ψάλλονται μαζί με ειδικόν «Κανόνα», ο οποίος αρχίζει με τον ειρμόν «Ανοίξω το στόμα μου». Ψάλλονται δε αμφότερα εις το μέσον περίπου του «Μικρού Αποδείπνου», ήτοι της ωραίας εκείνης προσευχής της Εκκλησίας μας, που λέγεται καθημερινώς μετά το Δείπνον. Ονομάζεται «Μικρόν Απόδειπνον» διά να διακρίνεται από το «Μέγα Απόδειπνον», το οποίον λέγεται κατά την Μ. Τεσσαρακοστήν, πλην των ημερών Παρασκευής (οπότε λέγεται το «Μικρόν» μετά της Ακολουθίας των «Χαιρετισμών»), Σαββάτου και Κυριακής. (Υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τας οποίας, συμφώνως προς το Τυπικόν της Εκκλησίας μας, η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου δεν συνδυάζεται με το Μικρόν Απόδειπνον, αλλά με άλλας Ακολουθίας.) Εν συνεχεία θα ίδωμεν δι' ολίγων τι είνε ο Ακάθιστος Ύμνος, ποία η ιστορία του και ποίος ο ποιητής του. Μετά ταύτα δε θα ομιλήσωμεν περί «Κανόνων» και «Ωδών», ως και περί της σημασίας των διαφόρων ονομασιών των τροπαρίων, τέλος δε θα είπωμεν ολίγα και περί του «Κανόνος» του Ακαθίστου Ύμνου. Ο Ακάθιστος Ύμνος είνε «Κοντάκιον». «Κοντάκια» παλαιότερον ελέγοντο ολόκληροι ύμνοι, ανάλογοι προς τους «Κανόνας». Η ονομασία οφείλεται μάλλον εις το κοντόν ξύλον επί του οποίου ετυλίσσετο η μεμβράνα που περιείχε τον ύμνον. Το πρώτον τροπάριον ελέγετο «προοίμιον» η «κουκούλιον» και τα ακολουθούντα ελέγοντο «οίκοι», ίσως διότι ο όλος ύμνος εθεωρείτο ως σύνολον οικοδομημάτων αφιερωμένων εις μνήμην αγίου τινός. Κοντάκον λέγεται συνήθως σήμερον το πρώτον τροπάριον ενός τοιούτου ύμνου (Κοντακίου). Ο Ακάθιστος Ύμνος περιέχει προοίμιον και 24 «οίκους». Το προοίμιόν του παλαιότερον δεν ήτο το «Τη υπερμάχω Στρατηγώ» που είνε σήμερον, αλλ' έτερον. («Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει»). «Εφύμνια» έχει δύο: Το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια». Το πρώτον απαντά εις το προοίμιον και εις τους περιττούς «οίκους» (1, 3, 5, 7, κ.τ.λ.), το δε δεύτερον εις τους αρτίους «οίκους» (2, 4, 6, 8, κ.τ.λ.). «Εφύμνιον» λέγεται η τελευταία λέξις η φράσις του ύμνου, την οποίαν ο λαός επανελάμβανεν, αφού βεβαίως οι ψάλται έψαλλον ολόκληρον τον ύμνον. Ο Ακάθιστος Ύμνος αρχίζει με τον Ευαγγελισμόν της Παρθένου, και έπειτα αναφέρεται εις τα εν συνεχεία γεγονότα. Ομιλεί περί της επισκέψεως της Παρθένου προς την Ελισάβετ, περί των υποψιών του προστάτου της Παρθένου Ιωσήφ, περί της προσκυνήσεως του Κυρίου υπό των ποιμένων και των μάγων, περί της φυγής του Χριστού εις Αίγυπτον και περί της Υπαπαντής του Κυρίου. Αυτά εις το πρώτον ήμισυ. Εις το δεύτερον ήμισυ του ύμνου γίνεται λόγος περί της σαρκώσεως του Κυρίου, της θεώσεως των ανθρώπων και της θεομητορικής αξίας της Παναγίας. Ποίος ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου; Εις το ερώτημα αυτό δεν εδόθη μέχρι σήμερον απάντησις που να μη επιδέχεται αντιρρήσεις. Παρ' όλας τας ερεύνας και τας συζητήσεις, το πρόβλημα παραμένει ακόμη πρόβλημα. Άλλοι -και είναι οι περισσότεροι- θεωρούν τον Ύμνον ως έργον του Ρωμανού του Μελωδού. Άλλοι θεωρούν αυτόν ως έργον του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Άλλοι τον αποδίδουν εις τον Γεώργιον Πισίδην. Άλλοι εις τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανόν τον Α´ και άλλοι εις άλλους.



Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ: Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (4ο ΜΕΡΟΣ)


ΑΚΑΚΙΟΥ ΣΑΒΒΑΪΤΟΥ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ «ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ» ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘ. ΥΜΝΟΥ ΣΤΟΝ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ Κ. ΠΑΛΑΜΑ


Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


ΥΠΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟΝ ΥΜΝΟΝ (1898)


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ Α. ΚΑΝΤΙΩΤΗ: «Η ΩΡΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ»


ΑΚΑΚΙΟΥ ΣΑΒΒΑΪΤΟΥ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ

 



«­πῆρ­χεν εἰς τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν κά­ποιο ἀν­δρῶ­ον μο­να­στή­ρι­ον λε­γό­με­νον τοῦ Ἀ­βάσ­σου(*). Ἡ ὀ­νο­μα­σία του αὐ­τὴ ἴ­σως νὰ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ κτί­το­ρος, ὅ­μως ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νον εἰς τὴν Ὑ­πε­ρέν­δο­ξον Δέ­σποι­ναν ἡ­μῶν, τὴν Θε­ο­τό­κον, ἡ ὁ­ποία ἐ­κεῖ ὀ­νο­μά­ζε­ται «Ἀ­βασ­σι­ώ­τισ­σα» καὶ ἐ­πι­τε­λεῖ πάμ­πολ­λα θαύ­μα­τα. Συ­νή­θι­ζαν λοι­πὸν ὅ­λοι οἱ καλ­λί­φω­νοι ψάλ­ται νὰ με­τα­βαί­νουν ἐ­κεῖ, διὰ τὴν ἀ­γρυ­πνί­αν τοῦ «Ἀ­κα­θί­στου», ὡς λέ­γε­ται. Προ­κα­λοῦ­σαν ὅ­μως θό­ρυ­βον καὶ με­γά­λην ἀ­να­τα­ρα­χὴν εἰς τὸ μο­να­στή­ρι­ον. Οἱ μο­να­χοὶ θέ­λον­τες, κα­τὰ τὴν τά­ξιν, νὰ δι­α­φυ­λά­ξουν τὴν κα­τά­νυ­ξιν τῆς ἁ­γί­ας Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἀ­γα­να­κτοῦ­σαν. Τὸ ἔ­θος ὅ­μως ἦ­το πα­λαι­όν, καὶ οἱ μο­να­χοὶ δὲν εἶ­χαν τί νὰ κά­μουν.


Κά­πο­τε λοι­πὸν ἔ­γι­νε ἡ­γού­με­νος ἕ­νας πο­λὺ εὐ­λα­βὴς καὶ ἐ­νά­ρε­τος ἱ­ε­ρεύς, πλὴν ἄ­μου­σος. Αὐ­τὸς εἶ­πε πρὸς τοὺς μο­να­χοὺς τοῦ μο­να­στη­ρί­ου του: «Παι­διά μου, θέ­λω νὰ γνω­ρί­ζε­τε ὅ­τι δὲν θὰ ἐ­πι­τρέ­ψω τὴν κατ’ ἔ­θος προ­σέ­λευ­σιν ἐ­δῶ τῶν καλ­λι­φώ­νων». Τό­τε, οἱ μο­να­χοὶ θυ­μω­μέ­νοι τοῦ ἀ­πήν­τη­σαν: «Ἂν κά­μῃς ἔτ­σι, ποι­ός θὰ ψά­λῃ τοὺς οἴ­κους;» Καὶ ὑ­πο­κρι­νό­με­νοι τὰ ἄ­φω­να ὄν­τα, τοῦ εἶ­παν: «Ψά­λε τους ἐ­σύ!». Ὁ ἡ­γού­με­νος μὲ ἁ­πλό­τη­τα τοὺς εἶ­πεν: «Ἐ­γώ, τέ­κνα μου, σὺν Θεῷ! Ἐ­γὼ θὰ προ­σφέ­ρω εἰς τὸν Θε­ὸν ὁ­λό­κλη­ρον τὸ σέ­βας τῆς ἑ­ορ­τῆς». Ὅ­ταν λοι­πὸν ἔ­φθα­σεν ἡ ἡ­μέ­ρα, καὶ ἦλ­θεν ἡ νύ­κτα, εἶ­πεν ὁ ἡ­γού­με­νος πρὸς τὸν θυ­ρω­ρὸν τοῦ μο­να­στη­ρί­ου: «Κλεῖ­σον μὲ ἀ­σφά­λει­αν τὴν πύ­λην, καὶ οὐ­δε­νὸς νὰ ἐ­πι­τρέ­ψῃς τὴν εἴ­σο­δον, ἄλ­λως θὰ ἔ­χῃς ἐ­πι­τί­μι­ον».


θυ­ρω­ρὸς ἀ­μέ­σως ἐ­πῆ­γε καὶ ἀ­σφά­λι­σε τὴν πύ­λην, συμ­φώ­νως πρὸς τὴν ἐν­το­λήν. Ἦλ­θαν τό­τε οἱ καλ­λί­φω­νοι ἐμ­πρὸς εἰς τὸν πυ­λῶ­να καί, ἐ­πει­δὴ ηὗ­ραν τὴν εἴ­σο­δον κλει­στήν, σκαν­δα­λι­σθέν­τες ἔ­φυ­γαν, λέ­γον­τες πολ­λὲς ἀ­πει­λὲς κα­τὰ τῶν μο­να­χῶν. Ἀλ­λὰ καὶ κά­ποι­οι μο­να­χοί, ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους ὁ­πού συ­να­νε­στρέ­φον­το μὲ τοὺς καλ­λι­φώ­νους, χά­ριν τῶν ὁ­ποί­ων, λύ­ον­τες τὸν κα­νό­να τῆς νη­στεί­ας, ἔ­πι­ναν καὶ ἔ­τρω­γαν μετ’ αὐ­τῶν, ἔ­λε­γαν κρυ­φί­ως με­τα­ξύ των, μὲ βα­ρεῖ­αν δι­ά­θε­σιν κα­τὰ τοῦ ἡ­γού­με­νου: «Νὰ ἰ­δοῦ­με, τί θὰ κά­μῃ αὐ­τὸς ὁ ἄ­φω­νος ἰ­χθύς!».


­ταν, τέ­λος πάν­των, ἔ­φθα­σεν ἡ ὥ­ρα, κτυ­πή­σαν­τες τὸ σή­μαν­τρον συ­νή­χθη­σαν ὅ­λοι οἱ μο­να­χοί, πε­ρὶ τοὺς ἑ­βδο­μή­κον­τα, εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν. Καὶ ὅ­λοι πα­ρα­τη­ροῦ­σαν διὰ νὰ ἰ­δοῦν, τί θὰ κά­μῃ ὁ ἡ­γού­με­νος, ἐ­νῷ ὅ­σοι ἤ­ξευ­ραν νὰ ψά­λουν, πα­ρή­κου­σαν τὴν ἐν­το­λήν του γι­νό­με­νοι ἀ­φω­νό­τε­ροι τῶν ἰ­χθύ­ων. Ὅ­ταν λοι­πὸν ἦλ­θεν ἡ στι­γμὴ ὁ­πού, κα­τὰ τὴν τά­ξιν, ἔ­πρε­πε νὰ ἀρ­χί­σουν οἱ οἶ­κοι τῶν «Χαι­ρε­τι­σμῶν», ὁ ἡ­γού­με­νος ἐ­φώ­να­ξε τὸν ἐκ­κλη­σι­άρ­χην καὶ τοῦ εἶ­πεν: «Νὰ μοῦ φέ­ρῃς ἐ­δῶ τὸ ἐ­πι­τρα­χή­λι­ον καὶ τὸν φε­λώ­νην». Ἐ­κεῖ­νος τοῦ τὰ ἔ­φε­ρε, καὶ τό­τε αὐ­τός, πλη­σι­ά­σας εἰς τὴν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­μή­το­ρος, ἔ­κα­με τρεῖς με­τα­νοί­ας, ὡς εἴ­θι­σται εἰς τοὺς μο­να­χούς, ἀ­πε­κά­λυ­ψε τὴν κε­φα­λήν του, ἐ­νε­δύ­θη τὰ ἱ­ε­ρα­τι­κὰ ἄμ­φια, καὶ ἐ­στά­θη ἔμ­προ­σθεν τῆς εἰ­κό­νος τῆς Θε­ο­τό­κου. Δὲν ἐ­ζή­τη­σεν ἀ­πὸ τὴν Μη­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου νὰ τοῦ δώ­σῃ καλ­λι­φω­νί­αν, ἂν καὶ αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σεν. Ἐ­γνώ­ρι­ζεν ὁ γέ­ρων ὅ­τι εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νον εἰς τοὺς μο­να­χοὺς νὰ ἐ­πι­δί­δων­ται εἰς αὐ­τά.


­σφα­λῶς, καὶ ὁ μα­κά­ρι­ος Ρω­μα­νὸς ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γί­αν ἔ­λα­βε τὸ χά­ρι­σμα καὶ ὠ­νο­μά­σθη Με­λῳ­δός, αὐ­τὸς ὁ­ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἦ­το τε­λεί­ως ἄ­φω­νος, παρ’ ὅ­τι ἦ­το κλη­ρι­κὸς τῆς Με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πὸ εὐ­γε­νεῖς γο­νεῖς καὶ κο­σμη­μέ­νος μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­ρε­τές, ὅ­πως τὴν παρ­θε­νί­αν, τὴν σω­φρο­σύ­νην τῶν αἰ­σθή­σε­ων, τὴν πρα­ό­τη­τα καὶ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην. Τὸ μο­να­δι­κόν του μει­ο­νέ­κτη­μα ἦ­το ἡ πα­ρα­φω­νία, διὰ τὴν ὁ­ποί­αν καὶ τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σαν οἱ συ­νά­δελ­φοί του κλη­ρι­κοί. Τί ἆ­ρα­γε θὰ ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ κά­μῃ αὐ­τὸς διὰ τοῦ­το τὸ μει­ο­νέ­κτη­μά του; Κα­τα­φεύ­γει λοι­πὸν εἰς τὴν σκέ­πην καὶ τὴν βο­ή­θει­αν τῆς Γορ­γο­ε­πη­κό­ου Πα­νά­γνου Μη­τρὸς τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ, εἰς αὐ­τὴν ὁ­ποὺ ἔ­χει ὅ­λους τοὺς θη­σαυ­ροὺς τῶν χα­ρι­σμά­των. Νη­στεύ­ει καὶ τὴν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ λυ­θῇ τὸ δι­ά­φρα­γμα τῆς κα­κο­φω­νί­ας του.


τ­σι ἔ­κα­με. Καὶ κά­ποια νύ­κτα, ἐ­νῶ ἀ­γρυ­πνοῦ­σε καὶ ἔ­ψαλ­λε δε­ό­με­νος, ἐ­γο­νά­τι­σεν ὀ­λί­γον ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­σιν, καὶ ἔτ­σι τὸν ἐ­πῆ­ρεν ἕ­νας ὕ­πνος γλυ­κύς. Ἀ­νε­κά­θι­σεν ὅ­μως μετ’ ὀ­λί­γον καὶ βλέ­πει, ἔ­ξυ­πνος, ὄ­χι εἰς τὸν ὕ­πνον, παρ’ ὅ­τι καὶ εἰς τὸν ὕ­πνον ἡ πο­λυ­μέ­ρι­μνος ψυ­χὴ δὲν ἀ­πο­κοι­μᾶ­ται εὐ­κό­λως, βλέ­πει νὰ ἔρ­χε­ται ἡ Πα­νά­μω­μος Μη­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ νὰ τοῦ λέ­γῃ: «Τί σοῦ συμ­βαί­νει καὶ θλί­βε­σαι, εὐ­λο­γη­μέ­νον τέ­κνον, Ρω­μα­νέ;». Καὶ ἐ­κεῖ­νος ἀ­παν­τᾷ: «Διὰ τὴν κα­κο­φω­νί­αν μου αὐ­τὴν, Δέ­σποι­να Κυ­ρία, δι­ό­τι ὅ­λοι μὲ πε­ρι­γε­λοῦν». «Καὶ ἂν σοῦ χα­ρί­σω φω­νὴν με­λω­δι­κήν, τί μοῦ ὐ­πό­σχε­σαι; Θὰ γί­νῃς μο­να­χός;» «Ναί, Κυ­ρία μου», ἀ­παν­τᾷ ἐ­κεῖ­νος, «ἐφ’ ὅ­σον αὐ­τή, ἐξ ἄλ­λου, εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­θυ­μία μου».


Καὶ ἡ Δέ­σποι­να τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται: «Καὶ ἐ­γὼ γνω­ρί­ζω ὅ­τι εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πὸ τὰ κο­σμι­κά, ὅ­μως τὸ χά­ρι­σμα ἠμ­πο­ρεῖ νὰ βλά­ψῃ ὅ­σους δὲν προ­σέ­χουν. Ἂν θέ­λῃς νὰ σοῦ δο­θῇ τὸ χά­ρι­σμα, πρό­σε­ξε νὰ μὴ γί­νῃ γνω­στὸν τὸ μυ­στή­ρι­ον. Δι­α­μοί­ρα­σον ὅ,τι ἔ­χεις εἰς τοὺς πτω­χούς, καὶ πή­γαι­νε εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τόν μου ἀ­νά­κτο­ρον, τὴν Μο­νὴν τοῦ Ἀ­βάσ­σου, καὶ νὰ γί­νῃς ἐ­κεῖ μο­να­χός. Τό­τε θὰ ἔλ­θω ἐ­κεῖ, καὶ θὰ σὲ ἐ­πι­σκε­φθῶ». Λοι­πόν, εὐ­θὺς ὁ­ποὺ ἐ­ξύ­πνη­σεν, ἠ­σθάν­θη τὴν καρ­δί­αν του πλή­ρη συ­νέ­σε­ως καὶ γλυ­κύ­τη­τος, καὶ ἔ­σπευ­σε νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σῃ ὅ,τι τοῦ εἶ­χε ζη­τη­θῆ. Ὅ­ταν ὡ­λο­κλή­ρω­σε τὴν δι­α­νο­μὴν τῶν ὑ­παρ­χόν­των του, ἀ­νε­χώ­ρη­σε διὰ τὸ μο­να­στή­ρι­ον, φυ­λάτ­των πάν­το­τε κα­λῶς ὡς μυ­στι­κὸν ἀ­δη­μο­σί­ευ­τον τὸ μυ­στή­ρι­ον.


­κά­ρη μο­να­χός, καὶ ἀ­πέ­βα­λε με­τὰ τῶν τρι­χῶν τῆς κε­φα­λῆς του καὶ ὅ­λες τὶς κο­σμι­κὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες, γε­νό­με­νος ἔτ­σι κα­θα­ρὸν σκεῦ­ος τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἀ­νέ­με­νεν, ὅ­μως, ἐν σι­ω­πῇ τὴν ἐκ­δή­λω­σιν τῆς ὑ­πο­σχέ­σε­ως τῆς Πα­να­γί­ας.

ΥΠΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟΝ ΥΜΝΟΝ (1898)

ΥΠΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟΝ ΥΜΝΟΝ (1898) by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ on Scribd


Κυριακή 21 Απριλίου 2024

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

 



Κάθε ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἐκεῖνο ποὺ πιστεύει καὶ αἰσθάνεται, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κρύψῃ· νιώθει ἀνάγκη νὰ τὸ ἐκφράσῃ. Καὶ τὸ ἐκφράζει μὲ διαφόρους τρόπους· μὲ τὴ λάμ­ψι ἢ τὴ θλῖψι τοῦ προσώπου του, μὲ τὶς κινή­­σεις καὶ τοὺς μορφασμούς του, μὲ τὴν εὐγένεια, τὸ ὕφος καὶ τοὺς τρόπους του, πιὸ καθαρὰ μὲ τὴ γλῶσσα καὶ τὸν προφορικὸ λόγο του, καὶ πιὸ στα­θερὰ μὲ τὸν γραπτὸ λόγο, τὰ κείμενά του.


Αὐτὸ ὅμως ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς τὸ ἐκ­φράζει καὶ μὲ τὸ τραγούδι του. Τὸ τραγούδι εἶ­νε ἔκφρασις τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου μας. Πές μου τί τραγουδᾷς, νὰ σοῦ πῶ ποιός εἶσαι. Σήμερα δυστυχῶς ἐπικρατοῦν τραγούδια ποὺ δὲν ἐξυψώνουν ἀλλὰ μᾶλλον ταπεινώνουν κ᾽ ἐξευτελίζουν τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἱστορι­κὸς τοῦ μέλλοντος θὰ διαπιστώσῃ, ὅτι τὰ σημερινὰ τραγούδια, κατὰ 99%, εἶνε τραγούδια αἰσχροῦ ἔρωτα, καὶ θὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ γενεά μας ὑπῆρξε πανσεξουαλική.


πῆρξε ὅμως κάποτε ἐποχή, ποὺ μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ἔκαιγε μιὰ φλόγα ὄχι φυσικὴ καὶ γήινη, ἀλλὰ οὐράνια. Ἦταν ἡ φωτιὰ τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτος. Καὶ ἐκδήλωσις ἀκρι­βῶς αὐτοῦ τοῦ ἔρωτος πρὸς τὸν Θεὸ εἶνε τὰ ποιήματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Σήμερα δὲν μποροῦμε νὰ γράψουμε τέτοια ποιήματα καὶ τέτοια τραγούδια. Ὄχι για­τὶ δὲν ὑπάρχει μέλος, ἀλλὰ γιατὶ δὲν ὑπάρχει καρδιά· καρδιά, ποὺ ν᾿ ἀγαπάῃ τὸ Θεό, νὰ τὸν ἀγαπάῃ μὲ τόση ἔντασι ὅση τὸν ἀγάπησαν οἱ πρόγονοί μας.


να ἀπὸ τὰ πιὸ ἐμπνευσμένα τραγούδια τῆς Ἐκκλησίας μας εἶνε ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Ἔχει ἰδέες ὑψηλές, οὐρανογείτονες, οἱ ὁποῖ­ες ντύνονται μὲ ἔκφρασι καὶ ὕφος ἀπαράμιλλο. Εἶνε ἰδέες, ποὺ ἀγγίζουν τὰ ἄστρα τ᾽ οὐ­ρανοῦ καὶ ἐκφράζονται μὲ τὴν πιὸ εὐγενικὴ γλῶσσα τοῦ κόσμου, τὴν Ἑλληνική, τὴ μόνη ἱκανὴ ν᾽ ἀ­ποδώσῃ καὶ τὴν τελευταία ἀπόχρωσι τῆς σκέ­ψεως καὶ τοῦ αἰσθήματος. Νά τί εἶ­νε ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος· ἕνα ἀνυπέρβλητο ποί­ημα ποὺ θαυμάζουν οἱ αἰῶνες. Κάθε ποίημα, ποὺ ἔχει δημιουργηθῆ καὶ τὸ διαβάζουμε, προῆλθε ἀπὸ κάποια αἰτία. Τὸ ποί­ημα λοιπὸν αὐτό, ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος, πῶς δη­μιουργήθηκε; Ἡ ἱστορία μᾶς γυρίζει πίσω, στὶς συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες πρωτοακούστηκε.


Μὲ τὰ φτερὰ τὶς φαντασίας μας, ἀδελφοί μου, ἂς διασχίσουμε νοερὰ τὸν πέπλο τῶν αἰ­ώνων καὶ ἂς βρεθοῦμε στὸ ἔτος 626 μ.Χ. στὴν πόλι τῶν ὀνείρων μας, τὴν Κωνσταντινούπολι. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἦ­­ταν ἕνας ἀπὸ τοὺς γενναίους καὶ εὐσεβεῖς αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου, ὁ Ἡράκλειος. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατευμά­των του εἶχε φύγει ἀπὸ τὴ Βασιλεύουσα καὶ βρισκόταν μακριά, στὰ ἀνατολικὰ σύνορα, γιὰ ν᾿ ἀποκρού­σῃ ἕνα προαιώνιο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τότε ἡ Βυζαν­τινὴ αὐτοκρατορία, τοὺς Πέρσες.


Διεξῆγε μάχες στὰ πεδία τῆς Μικρᾶς Ἀ­σί­ας καὶ τῆς Ἀρμενίας. Νικοῦσε, θριάμβευε καὶ ἀνανέωνε τὰ τρόπαια τῶν προγόνων μας. Ἡ πορεία τοῦ Ἡρακλείου ἦταν πορεία σχεδὸν στὰ ἴχνη τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ὁ βασιλιᾶς τῆς Περσίας Χοσρόης κλονι­ζόταν. Πονηρὸς ὅμως καὶ πολυμήχανος, γιὰ νὰ φέρῃ ἀντιπερισπασμὸ στὸν Ἡράκλειο, ἔστειλε μιὰ στρατιά, ἡ ὁποία ἔφτασε στὰ πρόθυρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Συγχρόνως συν­εννοήθηκε μὲ τὸ βασιλιᾶ τῶν Ἀβάρων, μία βάρβαρη φυλὴ ποὺ κατέβηκε στὸν Δούναβι ποταμό· καὶ οἱ Ἄβαροι, ἔχοντας μαζί τους καὶ τοὺς Σλάβους, κατέβηκαν σὰν χιονοστιβάδα καὶ ἔφτασαν ἔξω ἀπὸ τὴν Πόλι.


Κωνσταντινούπολις τώρα κινδυνεύει. Πο­λιορκεῖται ἀπὸ παντοῦ, καὶ ὁ στρατὸς λείπει. Μόνο μιὰ μικρὴ φρουρὰ τὴν ὑπερασπίζεται. Ὁ λαὸς προβάλλει ἀντίστασι μὲ ἡγέτας δύο σπουδαίους ἄνδρες – εὐτυχὴς μία πόλι ποὺ ἔχει στοὺς κόλπους της ἄνδρες ὑπερόχους. Ὁ ἕνας ἦταν ὁ στρατηγὸς Βῶνος, καὶ ὁ ἄλλος ὁ ἐπίσκοπός της, ὁ πατριάρχης Κωνσταν­τινουπόλεως Σέργιος. Ὁ ἕνας πολεμοῦσε πάνω στὰ τείχη, στὶς ἐπάλξεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κι ὁ ἄλλος ἐμψύχωνε τὸ λαὸ καὶ μὲ τὸν ἱερὸ κλῆρο ἀνέπεμπε στοὺς ναούς, μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, θερμὲς δεήσεις στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο.


Θέλοντας νὰ ἐπιτύχουν κάποια χαλάρωσι στὴν σκληρὴ πολιορκία τῆς Πόλεως, οἱ δύο ἄνδρες ἔκριναν καλὸ νὰ στείλουν πρεσβεία στὸν χαγᾶνο (=τὸν ἡγεμόνα) τῶν Ἀβάρων. Αὐ­τὸς καθισμένος σὲ χρυσοστόλιστο θρόνο τοὺς δέ­χθηκε ἀγέρωχος καὶ τοὺς κράτησε ὄρθιους.
–Τί θέλετε; τοὺς ρώτησε. –Εἴμαστε Χριστιανοί, τοῦ εἶπαν, ἀγαποῦμε τὴν εἰρήνη. Σὲ παρακαλοῦμε νὰ λυπηθῇς τὴν Πόλι καὶ νὰ λύσῃς τὴν πο­λιορκία.


Γέλασε ὁ χαγᾶνος καὶ ἀποκρίθηκε· –Μέσα σὲ εἰκοσιτέσσερις ὧρες νὰ ἐγκαταλείψετε τὴν πόλι ὅλοι σας. Καὶ ἐκτὸς ἀπ᾽ τὸ πουκάμισο ποὺ φορᾶτε δὲν θὰ πάρετε τίποτε μαζί σας· ὅ,τι ἔχει ἡ Πόλι, εἶνε δικά μου. Συγχρόνως τοὺς ἀπείλησε προσθέτοντας· –Δὲν ὑπάρχει περίπτωσι νὰ σωθῆτε. Ὁ βασιλιᾶς σας μὲ τὸ στρατὸ βρίσκεται μακριὰ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς ὑπερασπιστῇ. Μόνο ἂν γίνετε ψάρια καὶ κολυμπήσετε ἢ πουλιὰ καὶ πετάξετε, τότε μόνο θὰ σωθῆτε.


φυγαν περίλυποι οἱ πρέσβεις τοῦ Βυζαν­τίου. Ἐπέστρεψαν στὴν Πόλι καὶ πῆραν ἀπόφασι νὰ ἀγωνισθοῦν μέχρι ἐσχάτων· οἱ ἄν­τρες στὰ τείχη μὲ τὰ ὅπλα, καὶ τὰ γυναικόπαι­δα στοὺς ναοὺς μὲ τὴν προσευχή. Ὁ χαγᾶνος, βέβαιος γιὰ τὴ νίκη, πίστευε ὅ­τι σὲ λίγο θὰ μπῇ στὴν Πόλι, θὰ τὴν κυριεύ­σῃ. Ἀλλὰ στὴν ἱστορία τῶν λαῶν συμβαίνουν ὡρισμένα γεγονότα ποὺ δὲν ἑρμηνεύον­ται φυσι­κῶς καὶ ἀνθρωπίνως· γεγονότα ποὺ δείχνουν, ὅτι ὑπάρχουν ἀστάθμητοι παράγοντες οἱ ὁ­ποῖοι κατευθύνουν τὴν ἱστορία, δείχνουν ὅτι ὑπάρχει θεία πρόνοια, ὑπάρχει Θεός!


νῷ ὁ χαγᾶνος περίμενε νὰ μπῇ στὴν Πόλι, τὴ νύχτα φύσηξε δυνατὸς ἄνεμος, ξέσπασε θύ­­ελ­λα, ποὺ σάρωσε ὅλο τὸν Βόσπορο. Τὰ 2 – 3 χιλιά­δες πλοιάρια τῶν Ἀβάρων καὶ τῶν Περσῶν συγ­κρούστηκαν μεταξύ τους, τσακίστη­καν, δια­λύθηκαν, ἔμειναν ξύλα ποὺ ἐπέπλεαν. Ὁ χαγᾶ­νος ἔντρομος, λέει κάποιος ἱστορικός –ἂς μὴν τὸ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς τὸ πιστεύουμε–, εἶ­δε στὰ τείχη μιὰ γυναῖκα μαυροφό­ρα νὰ προστατεύῃ ὁλόκληρη τὴν Πόλι. Ὁ στρατός τους πανικοβλήθηκε, καὶ τὸ πρωὶ ὁ πρὶν ἀγέρωχος χαγᾶνος περίφοβος τώρα ἔλυσε τὴν πολιορκία. Τότε ὁ πατριάρχης Σέργιος κάλεσε ὅλους, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, νὰ μαζευτοῦν στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Ἐκεῖ, ὄρθιοι ὅλη τὴ νύχτα, ἀ­νέπεμψαν στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο τὸν Ἀκάθι­­στο ὕμνο καὶ ἔψαλαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ κον­τά­κιο «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».


πὸ τότε, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὸ 626 μ.Χ., ἔ­χουν περάσει 1400 περίπου χρόνια. «Τὰ πάν­τα ῥεῖ», λέει ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος (Ἡράκλειτος παρὰ Μιχ. Ἰατροῦ Ε97 σ. 191, Π405 σ. 365), τὰ πάντα μεταβάλλονται. Ἀλ­λὰ μέσα στὴν διαρκῆ ῥοή, μεταβολὴ καὶ φθορά, τὸ τραγούδι αὐτὸ μένει ἀλώβητο ἀπὸ τὸ χρόνο κ᾽ ἐξακολουθεῖ ν᾽ ἀναπέμπεται μὲ τὴν ἴδια πνοή. Τὰ τραγούδια, ποὺ ἔκαναν ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἄν­θρωποι, λησμονήθηκαν· ἀλλὰ τὸ τραγούδι αὐ­τὸ τῆς Παναγίας μένει ἀλησμόνητο καὶ συγ­κι­­νεῖ κάθε ὀρθόδοξη καρδιὰ παντοῦ στὴ γῆ.


χει μεταφρασθῆ σὲ 25 μὲ 30 γλῶσσες, ἀ­πέ­κτησε μιὰ παγκοσμιότητα ποὺ δονεῖ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία. Ἑνώνει σὰν ἁλυσίδα ὅλους τοὺς ὀρ­θοδόξους, Ἕλληνες-Βουλγάρους-῾Ρουμάνους-῾Ρώσσους-Σέρβους, ἀκόμη κι ὅταν βρίσκονται κάτω ἀπὸ ἄθεα τυραννικὰ καθεστῶτα. Ὁ παν­ορθόδοξος αὐτὸς ὕμνος ἑνώνει ὅλη τὴν Ὀρ­θο­δοξία, καὶ εἶνε τὸ καύχημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.


λλ᾽ ἐνῷ στοὺς ναοὺς ἀναπέμπεται ὕμνος στὴν Παν­αγία κι ἀκούγεται πρὸς αὐ­τὴν τὸ «Χαῖ­ρε», ὅ­ταν βγαίνουμε ἔξω, δὲν ἀκοῦμε «Χαῖ­ρε»· ἀντιθέτως, πολὺ συχνά, ἀκούγονται φοβε­ρὲς βλασφημίες τοῦ ὀνόματός της. Ἀντὶ ὕμνου ὕ­βρεις λοιπόν; Πρέπει ν᾿ ἀνοίξῃ ἡ γῆ νὰ μᾶς κα­τα­πιῇ. Καμμιά γυναίκα, καὶ ἡ πιὸ διεφθαρμένη, δὲν ὑ­βρίζεται ἔτσι. Νὰ κλάψουμε γι᾽ αὐτό. Νεαρὸς εἰσπράκτορας λεωφορείου μοῦ ἔλεγ­ε· Θὰ φύγω ἀπ᾽ τὴ δουλειά, δὲν ὑποφέρω τὶς βλασφημίες τῶν θείων… Εἴμαστε ἔθνος χριστι­ανικό; Πότε θὰ γίνουμε κράτος ὀρθόδοξο;


Ξέρετε τί λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀδελφοί μου; Ἀκοῦς κάποιον νὰ βλαστημάῃ; συμ­βούλεψέ τον μία, δύο, τρεῖς φορές. Δὲν σ᾽ ἀ­κούει; χτύπα τον, ν᾽ ἁγιάσῃ τὸ χέρι σου. Μὴν ἐπιτρέπετε σὲ κανένα νὰ βλαστημᾷ τὴν Παναγία, ποὺ εἶνε ἡ προστάτις τοῦ ἔθνους, ἡ μητέρα τῶν ὀρθοδόξων, τὸ καταφύγιο παν­τὸς θλιβομένου· σὲ κάθε δύσκολη στιγμὴ ἀ­κούγεται «Παναγία, σῶσε μας!». Ὁ τόπος αὐ­τὸς νὰ μείνῃ καθαρὸς ἀπὸ τὸ μίασμα αὐτό.


ς ἀγωνισθοῦμε. Ἂν θέλουμε νὰ ζήσουμε, ἂν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὴ χάρι καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου, πρέπει νὰ σβήσουμε τὴ βλασφημία ἀπὸ τὸ σπίτι μας, ἀπὸ τὴ γειτονιά μας, ἀπὸ τὸν τόπο μας.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης (τὸν παλαιό) τὴν 8-3-1968 βράδυ. *Εκ του ιστολογίου «augoustinos-kantiotis.gr» της 15.3.2019. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘ. ΥΜΝΟΥ ΣΤΟΝ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ Κ. ΠΑΛΑΜΑ



Ακάθιστος Ύμνος, «η πλέον, ίσως, δημοφιλής ιερά Ακολουθία της Ορθοδόξου Εκκλησίας», κατά την έκφραση του επιφανούς Θεολόγου πατρός Επιφανίου Θεοδωροπούλου, είναι ένα Κοντάκιο –ποιητική ομιλία– που αποτελείται από τα εξής μέρη: Το Προοίμιο, τους Οίκους, δηλαδή τις στροφές, που μεταξύ τους έχουν οργανική ενότητα, και το Εφύμνιο. Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι ο Ακάθιστος είχε συντεθεί, για να εξυπηρετήσει τις λειτουργικές ανάγκες του Ευαγγελισμού, γιατί και το Κοντάκιο και οι 24 Οίκοι είναι αναπόσπαστα μέρη της Εορτής του Ευαγγελισμού και ανήκουν μόνο σ' αυτήν.


του Κων/νου Δεληγγιάννη
Δρ. Φιλ. Ομότ. Καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης


Το Κοντάκιο αναφερόταν αρχικά σε κοινό εορτασμό του από την Καινή Διαθήκη έως την Εικονομαχία. Στη μελέτη αυτή ο Καθηγητής κ. Μητσάκης παραθέτει πλήρη βιβλιογραφία και σαφέστατα συμπεράσματα. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε στις δοξολογίες για τη διάσωση της Βασιλεύουσας από τις βαρβαρικές επιδρομές, επί Ηρακλείου το 622, Κωνσταντίνου Πωγωνάτου το 672 και επί Λέοντος Ισαύρου το 717, που όπως αναφέρει ο λαμπρός θεολόγος και άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «έκτοτε εθεσπίσθη και ψάλλεται ο Ύμνος εις κάθε Εκκλησίαν».


Ο χαρακτήρας του Ακαθίστου είναι Θεοτοκολογικός και Χριστολογικός και όπως ήδη αναφέραμε, αναφέρεται στην «κατ' εξοχήν εορτή, βάσιν και, κεφάλαιον όλων των Εορτών...», όπως γράφει ο Θεολόγος Ιερομόναχος Ιωακείμ Ιβηρίτης σε μια περισπούδαστη μελέτη του. Ο Ακάθιστος Ύμνος και το Κοντάκιο, δηλαδή οι Οίκοι του Ευαγγελισμού, δεν είναι επική η λυρική ποίηση, όπως υποστηρίχθηκε από αρκετούς μελετητές, αλλά «Δράμα», του οποίου το χορικό αποτελούν οι Οίκοι. Αφού για το Δράμα απαιτείται «μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας» που να έχει «μέγεθος, ηδυσμένον λόγον, πρόσωπα δρώντα, κάθαρση, δέηση» κ.λ.π., ο Ακάθιστος τα έχει όλα.


Πράξις σπουδαιωτέρα και τραγικωτέρα από το δράμα της πτώσεως του ανθρώπινου γένους δεν ήτο δυνατόν να υπάρξει! Λύτρωση απολύτρωση, η Σταυρική Θυσία. «Ο ηδυσμένον λόγος», η Υμνολογία των Κανόνων, των Ωδών, των Κοντακίων, των Οίκων, πρόσωπα δε ο Αρχάγγελος, η Θεοτόκος, ο Υμνωδός. «Αδέτω σοι Δέσποινα κινών την λύραν του Πνεύματος» κ.λ.π. Και μετά έρχεται η λύση του δράματος, το Εμβατήριο: «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα Νικητήρια», για τη νίκη των οποίων καταγάγει η Θεοτόκος ως Στρατηγός στην πάλη των ανθρώπων κατά του Διαβόλου.


Διά της συγκαταθέσεως, «Ιδού η δούλη Κυρίου», σαρκώνεται ο Λόγος και καταλύεται η δύναμις του Αντιχρίστου. Υπάρχει μεγαλύτερη νίκη απ' αυτήν της Υπεραγίας Θεοτόκου εναντίον του Αντιχρίστου; Εάν μελετήσει καλά ο ερευνητής το κεφάλαιον της «Βασιλείου Τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, πως εορταζόταν στους Βυζαντινούς τα επινίκια, θα αντιληφθεί σίγουρα την ερμηνεία του «Ακαθίστου»! Ακόμη το λεξιλόγιο του Ακαθίστου είναι πέρα για πέρα θεολογικό και αντιπροσωπεύει την θεολογία της εποχής του Υμνογράφου, όπως διαμορφώθηκε από τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας.


Δεν μπορεί να έχει γραφτεί πριν από την Σύνοδο της Εφέσου το 431, «άρα είναι έργο» καταλήγει ο βυζαντινολόγος Καθηγητής Κ. Μητσάκης, «της μεγάλης ακμής του Κοντακίου, τέλος Ε΄ αρχές Ϛ΄ αιώνος». Όλα τα στοιχεία συνηγορούν για την απόδοση του Ακαθίστου στον Ρωμανό τον Μελωδό. Το μόνο χειρόγραφο που τον αναφέρει, βέβαια, ονομαστικά είναι ο κώδικας 41 της Μονής Βλατάδων σε μια παρασελίδια, πολύ μεταγενέστερη σημείωση, στο φύλο 193.


Χωρίς, βέβαια, να είναι ο ερευνητής απόλυτα σίγουρος, ο ποιητής του Ακαθίστου προέρχεται από τους κύκλους των λογίων της δεύτερης σοφιστικής που αντιπροσωπεύουν τις τάσεις των σχολών της Ανατολής. Ανάλυση των εκφραστικών τρόπων του Ακαθίστου με τους αντίστοιχους, που παρουσιάζουν και Κοντάκια του Ρωμανού, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ενότητα ύφους και πλήρης ταυτότης εκφραστικών μέσων. Ο ποιητής του Ακαθίστου με την ολόθερμη πίστη, αναζήτησε την καθαρή λυτρωτική ποίηση και ο ύμνος του αποβαίνει γνήσια εξεικόνιση της ψυχής και ησυχασμός ανάμεσα στα ουσιώδη σημεία της θρησκευτικότητας, που είναι η προσευχή όταν περνά από την τροφή της ελπίδας και της αγάπης μακριά από την σκοπιμότητα του αντιποιητικού θετικισμού.


Το κείμενο του Ακαθίστου, όπως και τα ανάλογα προς αυτό υμνολογικά-λειτουργικά κείμενα, είναι οπωσδήποτε έκφραση του Υψηλού, όπως θα έλεγε ο σοφός Καθηγητής της Βυζαντινής Ρυθμολογίας Παν. Μιχελής. Η θρησκεύουσα ψυχή που απαιτεί φτάνει στην εσωτερική κάθαρση. Κι αν ακόμη η έννοια του Θεού είναι απρόσιτη, ξαναγυρίζει σε μας η φωνή αυτή χωρίς να χάνει την ουσία της και χωρίς να δοκιμάσει ατυχία στον προορισμό της και κοινωνεί με τον Θεό και επικοινωνεί και μαζί μας. Η ουσία της είναι θεικού ύμνου.


Με αυτή την υπόσταση ανέβηκε στην ύπαρξη της δημιουργίας. Παρακολουθώντας ο ερευνητής τα σχετικά ευαγγελικά κείμενα και το κείμενο του Ακαθίστου, διαπιστώνει ότι ο μελωδός δεν ακολουθεί το κείμενο τυπικά, αλλά το πλουτίζει με μια ανάπτυξη του θέματος, που είναι σκίρτημα ψυχής, ποιητική ελευθερία σύμφωνα με την δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συγκίνηση μαζί και δόνηση, ένα δημιουργικό ταξίδι ανάμεσα στα ευαγγελικά κείμενα. Οι Οίκοι του β΄ μέρους, Ν-Ω, έχουν καίριους δογματικούς όρους. Ανασκευή κακόβουλων αιρέσεων, όπως του Νεστοριανισμού, του Μονοφυσιτισμού, Δοκητισμού κ.λ.π. Και εδώ, βέβαια, ο οίστρος του Υμνογράφου είναι απλωμένος με επάρκεια και οι κατάλληλες φράσεις προσάγονται με καλλολογικό, ωραιότατο υμνογραφικό ένδυμα και κάτω από διαρκή θερμότητα πνευματικού αισθήματος.


Βέβαια η Υπεραγία Θεοτόκος είναι το Πρόσωπο στο οποίο κυρίως απευθύνεται ο Υμνογράφος. Το κατηγόρημα κάθε προτάσεως αναφέρεται σ' Αυτήν. Τίποτα δεν είναι πρόχειρο και το ζύγισμα ουσιαστικών και επιθέτων είναι πάντοτε εύστοχο. Σειρά προτάσεων καταφατικών είναι ο Ακάθιστος, προτάσεις κρίσεως ανάμεσα σε μια διαρκή λιτότητα, ζουν μαζί χωρίς να συγκρούονται μέσα στους στίχους, ενωμένες στην κοινή λατρεία προς την Παναγία. Κάθε περιφραστικό κατηγόρημα περιέχει φράσεις θαυμασμού και χαιρετισμού με επιφωνηματική δόνηση. Τα πρωτότυπα επίθετα του κάνουν το κείμενο πλαστικό, κέντημα δεξιοτεχνικότατο, σαν κήπο πολύανθο, ένα έγχρωμο δειλινό ορίζοντα όπως οι ώρες που ψάλλεται ο Ύμνος.


Ο Μελωδός είναι λουσμένος, όπως οι αγιογράφοι του Πανσέληνου με ένα τέλειο ζωγραφικό-αγιογραφικό αίσθημα, αισθάνεται την έξαρση του υψηλού όσο και του ηθικού θέματος. Το ζωγραφικό χρώμα το αντικαθιστά η μουσικότητα. Ο κόσμος των ιδεών έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο τον αναζητούντα διά της ικεσίας την μεσιτεία της Θεοτόκου. Αν φανταστούμε στην περίοπτη θέση Της την Πλατυτέρα, αγιογραφημένη στην αψίδα του Ιερού, έτσι όπως συμβολίζει μια σύνδεση της γης με τον ουρανό, τότε θα καταλάβουμε τον Υμνογράφο του Ακαθίστου καθώς συνενώνει έννοιες μετάρσιες, χαρακτηρισμούς ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον ιδεαλισμό.


Αν προσέξει ο πιστός το τι εκλέγει να υμνήσει ο Μελωδός από τα περιστατικά του Ευαγγελισμού της Παναγίας μας και της Γεννήσεως του Κυρίου και τι από τη δογματική διδασκαλία για την Θεομήτορα, θα δει μια οπτασιαζόμενη ψυχή του υμνογράφου, που εκφράζοντας την Ορθόδοξη Θεολογία, εκφράζει και μεταδίδει έναν έντονο εσωτερισμό, που διαρκώς κυοφορεί ένα γνήσιο πνευματικό φρόνημα ποιήσεως. Ο υμνογράφος μας έδωσε το υψηλό ορθόδοξο θρησκευτικό περιεχόμενο όπως ο γνήσιος λαικός τραγουδιστής, που με τις πατροπαράδοτες ρίζες κρατά αλώβητο τον πυρήνα του Χριστιανικού Ελληνισμού.


Παρά την υψηλή δογματική του θέση ο Ύμνος είναι απόλυτα εύληπτος από το λαό, όπως η Θεία Λειτουργία πλάστηκε ακριβώς για να είναι προσιτή σε όλους τους πιστούς. Η επίδραση του Ύμνου στη Νεοελληνική Λογοτεχνία Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί της Νεοελληνικής μας Λογοτεχνίας εμπνεύστηκαν από το λαμπρό αυτό έργο της Ορθοδόξου Πίστεως. Ελλείψει χώρου θα αναφερθούμε σύντομα σε δύο κορυφαίους δημιουργούς, στον Αλ. Παπαδιαμάντη και τον Κ. Παλαμά. Ερευνώντας τα γραπτά του Παπαδιαμάντη, διαβάζουμε επί λέξει τα εξής: «Εν τω προκειμένω ύμνω απαντώσι και εμπνεύσεις ακραιφνεστάτης ποιήσεως... Η δι' όλου του ποιήματος διήκουσα ιδέα είναι η υπεροχή της Θείας Σοφίας έναντι των προσπαθειών της ανθρώπινης διανοίας προς εύρεσιν της αληθείας και η προσκύνησις της Παναγίας».


Τα τέσσερα γνωστά ποιήματα του Παπαδιαμάντη για την Παναγία δείχνουν και τη δική του υμνογραφική δημιουργία και την αγάπη του για τον Ύμνο. Εξ' ίσου πλούσια είναι και η λύρα του εθνικού μας ποιητή Κ. Παλαμά. Χαρακτηρίζει τον Ακάθιστο «τέλειον μωσαικόν απαρτισθέν από ψηφίδας εκλεκτώς περιμαζευμένας πανταχόθεν. Είναι κατόρθωμα δογματικόν μαζί και πανηγυρικόν». Στη «Φλογέρα του Βασιλιά» κυρίως, όπου αντικατοπτρίζεται η ψυχή του ποιητή στην προσήλωσή της, στην Ελληνική Εθνότητα, η Παναγία συνενώνει τον θρησκευτικό ευαγγελισμό καθώς ιστορείται η ζωή του Βυζαντίου. 


Απευθυνόμενος στην Θεοτόκο: «Μητέρα των ανέλπιδων κι όλων του κόσμου Σκέπη», είναι επηρεασμένος από το «την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι, Μήτηρ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην Σου» και από το «Χαίρε σκέπη του κόσμου». Ο δικός του στίχος από τη Φλογέρα του Βασιλιά: «Υπέρμαχη Στρατήγισσα σ' εσέ τα νικητήρια», «Μ' εσέ ξημέρωσε η χαρά και σβήει η κατάρα πήρε με Σε Μητέρα», από το «Χαίρε δι' ης η χαρά εκλάμψει χαίρε δι' ης η χαρά εκλείψει» κ.λ.π. Ο δικός του στίχος: «Σκέπη του Κόσμου πιο πλατειά απ' τον κόσμο, στο σκοτάδι, πύρινε στύλε οδηγητή και της ψυχής, λιμάνι», από το «Χαίρε σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης, χαίρε πύρινε στύλε, οδηγών τους εν σκότει» κ.λ.π. Στον δέκατο και ενδέκατο λόγο της «Φλογέρας του Βασιλιά» υπάρχουν στίχοι από τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα: «Ψηλότερη απ' τους ουρανούς, πιο καθαρή απ' τον ήλιο και πιο ακριβή από τα Χερουβείμ, πιο δοξασμένη ακόμα κι από τα Σεραφείμ, εσύ, στάμνα του Θείου Μάνα», προέρχονται από τον μικρό Παρακλητικό Κανόνα: «Την υψηλοτέραν των Ουρανών και καθαρωτέραν λαμπηδόνων ηλιακών...


Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ... Στάμνε Μάνα φέρουσα» κ.λ.π. Όχι μόνο οι μορφωμένοι, αλλά και ο απλός Ελληνικός λαός, τον Ακάθιστο τον έζησε στους αιώνες μέσα στην κατανυκτική ψαλτική τη γεμάτη δραματικό τόνο. Ο μυστικισμός του νίκησε την τυπολατρεία και η μηχανική αποστήθιση των τροπαρίων έδωσε στη λαική ψυχή το δέος να προσεγγίσει τα δυσκολονόητα σημάδια του μελωδού. Η υψηλή τάση να ενσαρκωθούν τα υπερκόσμια η να εξαϋλωθούν τα κοσμικά, αυτή που μορφοποιεί την ιδέα, προσδίδει στην αναχώρηση αυτή μια λύτρωση, από την οποία έχει τόση ανάγκη ο σημερινός τραγικός άνθρωπος.


Είναι δυστύχημα που τέτοια αριστουργήματα του βυζαντινού Ελληνισμού και της Ορθοδόξου Πίστεως δεν υπάρχουν στα νεοελληνικά αναγνώσματα, γιατί «ορισμένοι» συντάκτες των Παιδαγωγικών Ινστιτούτων ξέρουν μόνο να προσκολλώνται στους συνδικαλιστικούς και πολιτικούς μηχανισμούς και δεν αντιλαμβάνονται, ότι τέτοια κείμενα είναι εγερτήριο σάλπισμα, που αφυπνίζουν από τον λήθαργο, διδάσκουν και καθοδηγούν τις Ελληνικές γενεές στο καθήκον, θρησκευτικό και εθνικό. Ο Ακάθιστος Ύμνος θα μας υποδεικνύει τους δυο δρόμους που πρέπει να διανύσουμε, τον έναν ως Έθνος, ως λαός, ως φυλή, και τον άλλον ως Χριστιανοί Έλληνες Ορθόδοξοι. Περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία», Τεύχος 141. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Διακόνημα» της 11.5.2014. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τρίτη 9 Απριλίου 2024

Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ: Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (4ο ΜΕΡΟΣ)

 



[...] Τα κείμενα, που δημοσιεύονται σ' αυτό τον τόμο αναφέρονται: είτε στην Παναγία Μητέρα του Χριστού και Θεού μας, που όλα τα πιστά τέκνα της Εκκλησίας την αγαπούν και την αναγνωρίζουν ωσάν Μάνα στοργική και γλυκυτάτη, και τρέχουνε κοντά της σ' όποια δύσκολη στιγμή του βίου τους για να βρούνε μπάλσαμο και παρηγοριά στον πόνο τους' είτε στον αγαπημένο Νυμφίο της Εκκλησίας μας, το Χριστό, και τ' Άχραντα Πάθη Του. Είναι κείμενα, που, άλλα μεταδόθηκαν ως ραδιοφωνικές ομιλίες από το Α' Πρόγραμμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεοράσεως, και άλλα δόθηκαν ως διαλέξεις στην Αθήνα ή και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, με τις εόρτιες ευκαιρίες των Χριστουγέννων, των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα. Επειδή ο συγγραφέας τους δεν μπορούσε ν' ανταποκριθεί ξεχωριστά στις αιτήσεις πολλών ακροατών, που συχνά του ζητούσαν να τους στείλει αντίγραφα των ομιλιών, αποφάσισε να τα συγκεντρώσει όλα μαζί σε έναν εύχρηστο τόμο, γνωρίζοντας βέβαια τις αναπόφευκτες αδυναμίες των κειμένων -γραμμένων για περιορισμένης διάρκειας χρονικά όρια-, αλλά υποχωρώντας από αγάπη στους αδελφούς του, που τα ήθελαν για πνευματικούς κυρίως λόγους. Και για έν' άλλο θέμα πρέπει να σημειώσω εδώ δυο λόγια. Σε τούτο το βιβλίο μου ο αναγνώστης θα βρει, όπως σημειώνεται και στον υπότιτλο, «λογοτεχνικά και κατανυκτικά κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα». Για όσους παραξενευτούν με αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτηρισμό της ορθοδόξου λειτουργικής πνευματικότητος, προοιμιακό, κεφάλαιο του τόμου αυτού, όπου τονίζεται, πως έξω από τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή γενικώτερα, της Εκκλησίας μας ούτε πνευματική ζωή, νοείται υπαρκτή, ούτε -πολύ περισσότερο- ορθόδοξη πνευματικότης. Η πνευματική ζωή των ορθοδόξων χριστιανών πηγάζει, αυθεντικά και γνήσια, από τη μητέρα μας Εκκλησία, τρέφεται στις ιερές ακολουθίες της, και αυξάνει με τη χάρη του αγίου Πνεύματος και τη μετοχή των Αχράντων Μυστηρίων της Λειτουργίας της. Όλα τ' άλλα πνευματικά μέσα είναι ανεκτά ή χρήσιμα μόνο και κατά το μέτρο που οδηγούν στον τελικό κ' ευλογημένον αυτό σκοπό: στην ορθόδοξη λειτουργική πνευματικότητα, δηλαδή στη Λειτουργία και στην Ευχαριστία, όπως ακριβώς τα νοούν και τα διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες. [...]



Απόσπασμα εκ του προλόγου του συγγραφέως








Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Π. Β. Πάσχου: «Ο Γλυκασμός των Αγγέλων»,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
3η έκδοση, Ιανουάριος 2003, σελ 43-47.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
1η έκδοση 1975




Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ




«Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ»




Σχόλια στον Ακάθιστον Ύμνο, καθώς και άλλα λογοτεχνικά και κατανυκτικά
κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα.




ΧΑΙΡΕ ΝΥΜΦΗ ΑΝΥΜΦΕΥΤΕ




ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας διδάσκει πως, το θαύμα της σαρκώσεως του Χριστού από την Παναγία υπερβαίνει και αυτό το θαύμα της δημιουργίας του Κόσμου! (Ιω. Δαμασκηνός). Και ο λόγος είναι, γιατί από την Παναγία, που είναι ένας πνευματικός ουρανός πάνω στη γη, εσαρκώθη ο Χριστός και Σωτήρας μας, που είναι ο αβασίλευτος πνευματικός Ήλιος, ο ήλιος της δικαιοσύνης, όπως λέγει ο υμνογράφος στο απολυτίκιο της γιορτής της Υπαπαντής: Χαίρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών, φωτίζων τους εν σκότει... Από αυτή, λοιπόν, τη μεγάλη σημασία, που έχει για μας τους χριστιανούς η σάρκωση, η ενανθρώπιση του Χριστού, φωτίζεται και εξηγείται γιατί τιμούμε και γιορτάζουμε τόσο πολύ την παναγία Μητέρα Του: και το Αύγουστο, και το Νοέμβριο - Δεκέμβριο, και το Μάρτιο, ιδιαίτερα' αν και, όπως είναι γνωστό, στην κάθε μέρα και στην κάθε ακολουθία, η αγία Εκκλησία μας αναπέμπει ύμνους τιμής και δοξολογικά μεγαλυνάρια στη Θεοτόκο, με τα λεγόμενα «θεοτοκία» τροπάρια. Έτσι, και η γιορτή του Ευαγγελισμού, για την οποία είναι γραμμένος ο Ακάθιστος Ύμνος, που ψάλλεται αυτή την περίοδο σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες μας κάθε Παρασκευή, καθορίζεται από τη γιορτή των Χριστουγέννων -καθώς και πολλές άλλες γιορτές, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «ώστε εντεύθεν, ώσπερ από τινός πηγής, ποταμοί διάφοροι ρυέντες, αύται ετέχθησαν ημίν αι εορταί». Πραγματικά πνευματικά ποτάμια οι ορθόδοξες γιορτές, που αρδεύουν την Εκκλησία του Χριστού. Ένα τέτοιο ποτάμι δροσίζει τις ψυχές μας αυτές τις ημέρες, που με του «Χαιρετισμούς» της Παναγίας περιμένουμε τη μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού. Και όπως η γη, με τ' ανοιξιάτικα λουλούδια της στολίζεται κι ευωδιάζει από χίλια δυο αρώματα, έτσι και η ψυχή του κάθε ορθοδόξου χριστιανού στολίζεται μ' ευλάβεια και αγάπη προς τη Παναγία, και τρέχει στις εκκλησίες να προσφέρει τα πνευματικά της άνθη στην πανάμωμη Παρθένο και ν' ακούσει τους πολυαγαπημένους στίχους των «Χαιρετισμών» της. Στα κείμενα που θ' ακολουθήσουν, με θέμα τον «Ακάθιστο Ύμνο», θα προσπαθήσουμε, απλά και σύντομα, να πλησιάσουμε την Παναγία, ακολουθώντας, το κατά δύναμη, τον ιερό υμνογράφο, που έγραψε αυτό το αθάνατο μνημείο της βυζαντινής μας ποιήσεως και έπλεξε το καλύτερο στεφάνι για το πανάχραντο πρόσωπο της Θεοτόκου. Είναι γνωστό, πως ο ύμνος αυτός έχει κινήσει μεγάλους συγγραφείς, θεολόγους και φιλολόγους, να γράψουν μελέτες φιλολογικές κι ερμηνευτικές, άλλοτε με θαυμασμό κι ακρίβεια, κι άλλοτε με το νυστέρι και τον κανόνα της κριτικής επιστήμης, εξετάζοντας ένα πλήθος προβλημάτων της ιστορίας και της δημιουργίας του Ακαθίστου. Αλλά εδώ, όπως είναι φυσιολογικό, δεν είναι τόπος για να μπούμε σε τέτοια προβλήματα' τα αφήνουμε για τη βιβλιοθήκη και το επιστημονικό σπουδαστήριο, χωρίς να τ' απορρίπτουμε. Δεχόμαστε πως ο Ακάθιστος Ύμνος είναι καρπός ενός αγνώστου, για την ώρα μεγάλου ποιητού, που εκφράζει, με μια μεγαλειώδη σύνθεση, την πίστη της Εκκλησίας μας σχετικά με την Παναγία. Είναι ο μόνος, ως γνωστόν, ύμνος-κοντάκιο, που μπήκε ολόκληρος στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας' κι έχοντας, άλλοτε αφηγηματικό, άλλοτε θεολογικό και άλλοτε δοξαστικό χαρακτήρα, έγινε ο πιο λαοφιλής ύμνος των Χριστιανών προς την Παναγία. Όλος ο Ύμνος μαζί ψάλλεται στην παννυχίδα της Παρασκευής βράδυ - Σάββατο πρωί της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής' ενώ τις προηγούμενες τέσσερεις εβδομάδες ψάλλεται κάθε Παρασκευή τους και από μία στάση των Χαιρετισμών, από την Α' έως την Δ'. Από την πράξη, λοιπόν, της Εκκλησίας, και για λειτουργικούς λόγους, ο Ακάθιστος Ύμνος είναι χωρισμένος σε τέσσερα μέρη, που λέγονται «Στάσεις», και περιέχουν, καθώς ο Ύμνος φέρει αλφαβητικήν ακροστιχίδα, έξι στοιχεία του αλφαβήτου η κάθε μια τους. Σήμερα θα ιδούμε, όσο γίνεται πιο απλά, την πρώτη στάση, που αρχίζει -εκτός, φυσικά, από τα προοίμια «Το προσταχθέν» ή «Τη υπερμάχω στρατηγώ»- με τη φράση: «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη...». Στην αρχή της Α' Στάσεως, στον α' οίκο, παρουσιάζεται ο υμνογράφος σαν αφηγητής και μας λέγει πως ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατέβηκε από τον ουρανό να πει το «Χαίρε» στη Θεοτόκο και να της μεταδώσει το μεγάλο μήνυμα του Ευαγγελισμού, που είναι, άλλωστε, και το κεντρικό θέμα όλης της Α' Στάσεως των Χαιρετισμών. Ώσπου να πει, όμως, ο άγγελος το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, Ο Κύριος μετά σου», βλέπει πως, σύγχρονα, με την ασώματη αυτή φωνή του, έπαιρνε σάρκα ο Χριστός μέσα στα πανάχραντα σπλάχνα της Παρθένου' και μέσα στο θαυμασμό και στην έκταση, άρχισε να ψάλλει τους χαιρετισμούς του προς τη Θεοτόκο, όπου υμνεί και μεγαλύνει την αγνότητα, και την αρετή της, αλλά και την ανυπολόγιστης σημασίας προσφοράς της προς το πονεμένο γένος των ανθρώπων.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Π. Β. Πάσχου: «Ο Γλυκασμός των Αγγέλων»,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
3η έκδοσηΙανουάριος 2003, σελ 43-47.
1η έκδοση 1975


Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ Α. ΚΑΝΤΙΩΤΗ: «Η ΩΡΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ»




«Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου καὶ τὸ ὑπέρλαμπρον τὸ τῆς ἁγνείας σου ὁ Γαβριὴλ καταπλαγεὶς ἐβόα σοι, Θεοτόκε·

Ποῖόν σοι ἐγκώμιον προσαγάγω ἐπάξιον; τί δὲ ὀνομάσω σε; ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι. Διὸ ὡς προσετάγην βοῶ σοι·

Χαῖρε, ἡ Κεχαριτωμένη»

(Ἀκάθ. ὕμν.)



ὕμνος αὐτός, ἀγαπητοί μου, ψάλλεται τελευταῖος στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου. Εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ἐγκώμια τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀθάνατο ἐγκώμιοτῆς παρθενίας. Εἶνε ἀκόμη ὁ ἔμμεσος ἔλεγχος ὅσων ἐγκατέλειψαν τὰ διδάγματα τοῦΕὐαγγελίου καὶ ὡς χοῖροι κυλίονται στὸ τέλμα τῶν αἰσχροτάτων παθῶν καὶ ἡδονῶν.


Μᾶς λέει, ὅτι ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ κατέβηκε ἀπὸ τὰ οὐράνια καὶ στάθηκε μὲ θαυμασμὸ μπροστὰ στὴν Παρθένο. Τί ἐθαύμασε; Τὸ κάλλος, τὴν «ὡραιότητα τῆς παρθενίας».Τὸ κάλλος εἶνε δύο εἰδῶν · ἔχουμε κάλλος φυσικὸ καὶ κάλλος ὑπερφυσικό, ἔχουμε κάλλος σωματικὸ καὶ κάλλος πνευματικό.


Τὸ σωματικὸ κάλλος εἶνε ἡ ἁρμονία ἡ τάξις ἡ συμμετρία ποὺ ὑπάρχει στὰ ἀρχαῖα ἀγάλματα. Εἶνε ἐπίσης ἡ τάξις καὶ ἡ ἁρμονία ποὺ ὑπάρχει στὰ ἔμψυχα ἀγάλματα, ὅπως εἶνε οἱ ὡραῖες γυναῖκες καὶ οἱ ὡραῖοι ἄνδρες.Αὐτὸ ὅμως τὸ κάλλος εἶνε μικρᾶς ἀξίας.Γιατί μικρᾶς; Πρῶτον, διότι εἶνε φθαρτό . Ἦρθε στὴ μητρόπολι μία γριὰ 85 ἐτῶν μὲ τὸ μπαστουνάκι. Τὸ κεφάλι της ἀπὸ τὸ σκύψιμο ἄγγιζε τὰ σκαλοπάτια. Τὴν ἔβαλα νὰ καθήσῃ. Βγάζει μιὰ φωτογραφία καὶ μοῦ τὴ δείχνει.


ταν μιὰ ὡραιοτάτη κοπέλλα. –Εἶνε ἡ ἐγγονή σου; ρώτησα. –Ποιά ἐγγονή μου· ἐγώ εἶμαι. Πρὶν ἀπὸ 60χρόνια δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ὡραιότερη. Τώρα κατήντησα ἔτσι…Καὶ δὲν εἶνε μόνο φθαρτὸ τὸ κάλλος αὐτό·εἶνε καὶ ἐπιζήμιο . Ἐξ αἰτίας τοῦ γυναικείου κάλλους δημιουργοῦνται ζηλοτυπίες, διαζύγια, φόνοι, οἰκογενειακὰ δράματα, παγκόσμιοι πόλεμοι καὶ συρράξεις. Ἡ ὡραία Ἑλένη τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ἔγινε αἰτία τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου. Καὶ ἡ Κλεοπάτρα, μὲ τὰ κάλλη της, ἔγινε τὸ μῆλο τῆς ἔριδος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διασπάσθηκε ἡ Ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία...


νοῖξτε τὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν (11,22)· Τὸκάλλος, μᾶς λέει, πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπαραιτήτως ἀπὸ τὴν ἀρετή. Πάρτε –ἐπιτρέψτε μου τὴ λέξι, δὲν εἶνε δική μου, τὴ λέει ἡ ἁγία Γραφή–, πάρτε ἕνα χοῖρο, μιὰ γουρούνα. Στολίστε την μὲ μεταξωτά, περάστε της περιδέραια, κρεμάστε της σκουλαρίκια, βάλτε της βραχιόλια. Ἔχει καμμιὰ ἀξία ἡ γουρούνα; Μόλις τὰ φορέσῃ αὐτά, ἔτσι ὅπως εἶνε, θὰ πέσῃ μέσα στὴ λάσπη. Ὅση ἀξία ἔχει μιὰ γουρούνα στολισμένη, τόση ἀξία ἔχει καὶ μιὰ γυναίκα διεφθαρμένη, κι ἂς εἶνε καλλονή. Θέλετε ἕνα ἀκόμη παράδειγμα ἀπὸ τὶς διδαχὲς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ; Περπατοῦσαν, μᾶςλέει, δύο κάποτε στὸ δρόμο.


ἕνας ἦταν ἀσκητής, καὶ ὁ ἄλλος ἦταν ἄγγελος. Ὁ ἀσκητὴς δὲν τὸν κατάλαβε τὸν ἄγγελο· τὸν πέρασε γιὰ ἕναν ὡραῖο νέο. Περνώντας ἀπὸ μιὰ χαράδρα βρίσκουν ἕνα σκύλο ψόφιο ποὺ βρω-μοῦσε. Ὁ ἀσκητὴς ἔπιασε τὴ μύτη του· ὁ ἄγγελος τίποτε. Προχωροῦν παραπάνω, συναντοῦν ἕνα βόδι ψόφιο. Ὁ ἀσκητὴς ἔπιασε πάλι τὴμύτη του· ὁ ἄγγελος ὄχι. Προχωροῦν ἀκόμηπαραπέρα, συναντοῦν ἕνα ἄλογο ψόφιο, καὶ ἔγιναν πάλι τὰ ἴδια· ὁ ἀσκητὴς ἔπιασε τὴ μύ-τη του, ὁ ἄγγελος τίποτε. Προχωροῦν παραπέρα καὶ νά, ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλι μιὰ ὡραιοτάτη γυναίκα. Ἔλαμπε ἐξωτερικά, φοροῦσε μεταξωτά, καὶ τὰ βραχιόλια της κουδούνιζαν. Ὁ ἀσκητὴς τέντωσε τὰ μάτια του καὶ τὴν κοίταζε. Ὁ ἄγγελος ἔπιασε τὴ μύτη του.


Μὰ τί εἶσαι σύ; ῥώτησε ὁ ἀσκητής. Ὅταν περνούσαμε ἀπὸ τὰ ψοφίμια ποὺ βρωμοῦσαν δὲν ἔπιανες τὴ μύτη σου, τώρα σ᾿ αὐτὴ τὴν καλλονή, ποὺ κ᾿ ἐμένα τοῦ ἀσκητῆ συγκλονίζει τὸ εἶναι μου, ἐσὺ πιάνεις τὴ μύτη σου; –Ἄ, τοῦ ἀπαντᾷ, ἐγὼ εἶμαι ἄγγελος. Καὶ ἦρ­θα νὰ σὲ διδάξω, ὅτι δὲν ὑπάρχει χειρότερο πρᾶγμα ἀπὸ τὸ κάλλος, ὅταν αὐτὸ σκεπάζῃ βρωμιές. Αὐτὴ ἡ γυναίκα, ποὺ εἶνε ἐξωτερικὰ ὡραιοτάτη, ἐσωτερικὰ εἶνε βρώμα καὶ δυσωδία· γι᾿ αὐτὸ ἔπιασα τὴ μύτη μου. Ναί κοπέλλα μου, ναί κυρία μου! Ὁσοδήποτε ὡραία καὶ ἂν εἶσαι, ἐὰν δὲν ἔχῃς ἐσωτερικὸ κάλλος, προκαλεῖς τὴν βδελυγμία ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων.


κτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ κάλλος τὸ σωματικὸ ὑπάρχει καὶ τὸ ἀθάνατο καὶ αἰώνιο κάλλος, τὸ ὁποῖο δὲν φθείρει ὁ πανδαμάτωρ χρόνος. Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶνε τὸ κάλλος τῆς ἀρετῆς· εἶνε ἡ παρθενία, εἶνε ἡ ἁγνότης τῶν αἰσθημάτων, τῆς σκέψεως καὶ τῆς καρδιᾶς.  Ἡ δὲ ἁγνότης ἐσκήνωσε κατ᾿ ἐξοχὴν στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Παρθένος. Καὶ ὄχι μόνο παρθένος, ἀλλὰ ἀειπάρθενος. Ἡ Παναγία ἦταν τὸ «ῥόδον τὸ ἀμάραντον», τὸ «κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν» (ᾎσμ. 2,2).


λλ᾿ ἂς σταματήσουμε ἐδῶ κι ἂς κάνουμε ἕνα ἐρώτημα. Ἐὰν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ κατέβαινε τώρα στὴν ἁμαρτωλή μας γῆ καὶ ζητοῦ­σε γυναῖκα παρθένο, θὰ εὕρισκε;... Ἦταν κάποτε ἐποχή, ποὺ ἀπὸ τὴ Μάνη μέχρι τὸν Ἕβρο κι ἀπὸ τὴν Κέρκυρα μέχρι τὴν Κύπρο ἡ ἁγνότης ἐλατρεύετο καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔ­κτιζε Παρθενῶνες, γιὰ νὰ ἀκούγεται σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τιμᾷ τὴν παρθενία. Ὑπῆρχε ἐγκράτεια. Νέος καὶ νέα ἦταν 100% ἁγνοί. Ἔρχονταν σὲ γάμο καὶ ἔλεγε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· «Σὲ καὶ μόνον, καὶ αἰωνίως».


Ποιός σήμερα μπορεῖ νὰ τὸ πῇ; Παίζουμε θέατρο, κωμῳδία καὶ τραγῳδία. Ἔπαυσε πλέον ἡ ἁγνότης ν᾿ ἀποτελῇ ἀπαραίτητο προσὸν τοῦ γάμου. Καὶ ἐνῷ ἄλλοτε δι᾿ ἔλλειψιν ἁγνότητος δημιουργοῦνταν τεράστια ἐπεισόδια, σήμερα πλέον ἀποκτήσαμε συνείδησι ἐκφύλων λαῶν. Σὲ πολλὰ μέρη ἐπικρατοῦν οἱ προγαμιαῖες σχέσεις· μόλις ἀρραβωνιάζονται, ἔρ­χονται σὲ σαρκικὲς σχέσεις. Ἀπόψε στὸν Ἀκάθιστο εἶνε γεμᾶτες οἱ ἐκ­κλησίες. Ὡραῖο θέαμα, πλήρης ὁ οἶκος τοῦ Θε­οῦ. Μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι βρίσκεστε ἐ­δῶ. Καὶ σὲ λίγο θ᾿ ἀκούσετε· «Τὴν ὡραιότητα τῆς παρ­θενίας σου, καὶ τὸ ὑπέρλαμπρον τὸ τῆς ἁ­γνείας σου…». 


Πολὺ ὡραῖα! Πόσες φο­ρὲς θὰ τὸ ἀκούσετε; Τέσσερις – πέντε φορὲς τὸ χρόνο. Καὶ μετά; Μετρῆστε· χίλιες φορές, δύο καὶ τρεῖς χιλιάδες φορές, ἀκούγεται ἀπ᾿ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἀπὸ τὸ αἰσχρὸ ῥαδιόφωνο καὶ τὴν αἰσχροτάτη τηλεόρασι κι ἀπὸ τὰ θέατρα καὶ τοὺς κινηματογράφους, ἀκούγεται ἡ… «ὡραιότης» τῆς πορνείας, ἡ «ὡραιότης» τῆς μοιχείας, ἡ «ὡραι­ότης» πάσης κακίας καὶ διαφθορᾶς.


χ πατρίδα εὐλογημένη, πῶς ἤσουν ἄλλοτε! Διαβάστε τὰ δημοτικὰ τραγούδια, ποὺ ἔ­ψαλλαν κάτω στὸ Μωριᾶ, στὴν Κρήτη, στὰ νησιά, πέρα στὸν Ἕβρο καὶ στὸν Πόντο τὸν ἀ­θά­νατο. Τὰ τραγούδια ἐκεῖνα ἦταν τρόπον τι­νὰ μετάφρασις τοῦ ὡραιοτάτου αὐτοῦ ὕμνου, ποὺ ψάλλουμε στοὺς Χαιρετισμούς· «Τὴν ὡ­ραιότητα τῆς παρθενίας σου…». Ὑμνοῦσε ὁ Ἕλληνας καὶ ἡ Ἑλληνίδα τὴν παρθενία. Τώρα ὅλοι καὶ ὅλα σπρώχνουν τὸ νέο καὶ τὴ νέα στὴν ἀτιμία καὶ τὴ διαφθορά.


Μόνο ἐδῶ στὴν ἐκκλησία ἀκούγεται ὁ ἔ­παινος τῆς παρθενίας. Ἔξω ἀκούγονται τὰ ἀν­τίθετα. Ἀλλὰ δὲν μποροῦμε ἐδῶ μέσα νὰ ψάλλουμε «Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας…», καὶ ἔξω τὴν… «ὡραιότητα» τῆς πορνείας καὶ τὴν «ὡραιότητα» τῆς ἀσελγείας. Ὄχι. Κινδυνεύει ἡ Ἑλλάς, ἡ μαρτυρικὴ αὐτὴ χώρα, νὰ σαπίσῃ μέσα στὸν βόρβορο τῶν αἰ­σχρῶν παθῶν. Καὶ εἴμαστε ὅλοι ὑπεύθυνοι. –Ἀπαισιόδοξος εἶσαι; θὰ μοῦ πῆτε. Ὄχι δὲν εἶμαι ἀπαισιόδοξος. Γιατί, παρ᾿ ὅ­λα αὐτά, ἡ παρθενία δὲν ἐξέλιπε.


Μπορῶ νὰ σᾶς τὸ μαρτυρήσω. Ὑπάρχουν νέοι παρθένοι, βοσκοὶ καὶ χωρικοί, ἀλλὰ καὶ ἐπιστήμονες. Ὑ­πάρχουν νέες παρθένες. Καὶ στὴν ἐπαρχία καὶ μέσα στὴν Ἀθήνα. Ὑπάρχουν νέοι καὶ νέες, φοιτηταί, καθηγηταί, ἁγνὰ παιδιά, ἄγγελοι. Ὑπάρχουν παρθένοι καὶ στὸ ἐξωτερικό, καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ βρωμερὸ Παρίσι. Ὄχι ὄχι, δὲν θὰ ἐκλείψῃ ἡ παρθενία! Ὅσο κι ἂν διαβάλλεται, ὅσο κι ἂν λιγοστεύουν οἱ παρθένοι, ἐφ᾿ ὅσον ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καὶ μαρ­μαίρουν τὰ ἄστρα καὶ τρέχουν οἱ ποταμοὶ καὶ ἀνθίζουν ἄνθη καὶ κελαϊδοῦν ἀηδόνια, δὲν θὰ παύσῃ νὰ τιμᾶται ἡ παρθενία, εἰς αἶσχος ὅ­σων τὴν περιφρονοῦν.


Μὲ τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας, ὡς Χριστιανοὶ Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίδες, ἂς ψάλλουμε τώρα τὸν ὕμνο «Τὴν ὡραι­ότητα τῆς παρθενίας σου…»· ἀμήν. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος. Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Παρασκευὴ 18-4-1975. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 4.4.2014. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF