ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΛΙΑ ΤΟΥ ΘΕΣΒΙΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΛΙΑ ΤΟΥ ΘΕΣΒΙΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ




Ο Ηλίας ο Θεσβίτης ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού. Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια του βασιλιά Αχαάβ, κατά τον 9ο-10ο αιώνα ΠΚΧ.


Το όνομα Ηλίας αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו‎), το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά Είναι Θεός». Αναφορές στον Ηλία περιέχονται και στο Κοράνιο.


Ο Ηλίας υπήρξε εξαιρετικά δραστήριος, δυναμικός και θαρραλέος προφήτης, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του Θεού. Όλα αυτά δείχνουν με πόσο ζήλο υπηρέτησε ο προφήτης Ηλίας το θέλημα του Θεού. Ο προφήτης Ηλίας, είχε βοηθό, μαθητή και διάδοχό του τον Ελισαίο.


Πλουσιότατες είναι οι λαϊκές παραδόσεις και τα έθιμα, όχι μόνο μεταξύ των ορθοδόξων Ελλήνων. Σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα στη Θράκη και τη Μακεδονία, ο προφήτης Ηλίας θεωρούνταν κύριος της βροχής, των βροντών και των κεραυνών.


Αυτό εξηγείται από τα γεγονότα που εξιστορούνται στην Παλαιά Διαθήκη για την ξηρασία που επέβαλε ο Ηλίας και το μετά τριετία άνοιγμα του ουρανού για να ξαναπέσει βροχή. Οι χωρικοί μάλιστα της Βόρειας Θράκης, πού ήρθαν στην Ελλάδα το 1923 και εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία, προσφέρανε στον άγιο «κουρμπάνι».


Ο κίνδυνος από την κάψα του ηλίου, αλλά και από την καλοκαιρινή νεροποντή, συνδέθηκε με τον προφήτη Ηλία. Στις κορυφές των βουνών, όπου βρίσκονται πάντα τα εκκλησάκια του, ο προφήτης Ηλίας αντικατέστησε το Δία των αρχαίων μας προγόνων, το Δία τον νεφεληγερέτη, τον κύριο του ηλίου, αλλά και της αστραπής, της βροντής και των ανέμων, μ’ ένα λόγο, το ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών.


Μ’ αυτή του την ιδιότητα ο Δίας λατρεύονταν την ίδια εποχή που γιορτάζεται ο δικός μας προφήτης Ηλίας, δηλαδή στις πρώτες μέρες του τελευταίου δεκαημέρου του Ιουλίου, κατά τα λεγόμενα κυνικά καύματα. Η ιδιότητα του προφήτη Ηλία ως ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών, που κληρονόμησε από τον νεφεληγερέτη Δία, γίνεται φανερή ανάμεσα σε άλλα, και από τις μετεωρολογικές παρατηρήσεις που γίνονται την ημέρα της γιορτής του.


Όταν αστράφτει και βροντάει πιστεύεται ότι ο προφήτης Ηλίας κυνηγάει το δράκο ή το διάβολο με το άρμα του στον ουρανό, χρησιμοποιώντας ως όπλο τον κεραυνό. Στη Σωζόπολη μάλιστα της Θράκης πίστευαν ότι όλο το 24ωρο «ο Άι Λιας τριγυρνά τον κόσμο με το άρμα του κι όταν βροντά και αστράφτει κυνηγά διαβόλους», ενώ στην Αδριανούπολη ότι διασχίζει τους ουρανούς πάνω στο άρμα του που σέρνουν τέσσερα πύρινα άλογα.


Όταν τα χτυπούσε με το μαστίγιο ακούγονταν οι αστραπές· από το άρμα ακούγονταν οι βροντές και όταν οι τροχοί του έβρισκαν σε πέτρες ακούγονταν κεραυνοί! Σε αλλά μέρη της Μακεδονίας η δοξασία για την καταδίωξη του διαβόλου από τον προφήτη συναντάται παραλλαγμένη:


Ο Ηλίας δεν κυνηγάει το διάβολο αλλά τη «λάμια», η οποία καταστρέφει τις καλλιέργειες του ανθρώπου. Οι χριστιανοί στη Βουλγαρία πίστευαν ότι ὁ άγιος κυνηγάει τη «λάμια» καθισμένος πάνω σε χρυσό άρμα και καταδιώκει το δράκο που τρώει τα γεννήματά τους στα χωράφια. Μόλις ο προφήτης τον δει, ρίχνει εναντίον του τους κεραυνούς.


Οι αστραπές μάλιστα που δεν συνοδεύονται από βροντές δεν είναι κεραυνοί, αλλά είναι οι φλόγες πού βγαίνουν από τα ρουθούνια των αλόγων του άρματος καί η λάμψη της χρυσής λόγχης του. O προφήτης   Ηλίας τιμάται στην κορυφή λόφων, υψωμάτων και βουνών («στα ψηλώματα»).


Ακριβώς γι’ αυτό πολλές κορυφές φέρουν το όνομα του και οι περισσότερες έχουν εκκλησάκια ή εικονοστάσια αφιερωμένα σ’ αυτόν.


Η εξήγηση για την τιμή αυτή «στα ψηλώματα» συνδέεται με διάφορες κατά περιοχές παραδόσεις του λαού. Έτσι:


Στην Αχαΐα διηγούνται ότι «ο Άι Λιας ήταν ναύτης, και επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές κόντεψε να πνιγεί, βαρέθηκε τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει σε μέρος που να μη ξέρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάζει το λοιπόν στον ώμο το κουπί του και βγαίνει στη στεριά.


Όποιον συναντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό πού βαστάει. Όσο του έλεγαν “κουπί” τραβούσε ψηλότερα, ώσπου έφτασε στην κορυφή του βουνού. Ρωτάει τους ανθρώπους που βρήκε εκεί τι είναι, και του λένε “ξύλο”. Κατάλαβε λοιπόν πως αυτοί δεν είχαν δει ποτέ τους κουπί και έμεινε μαζί τους εκεί στα ψηλά».


Σύμφωνα με παραλλαγή της παράδοσης αυτής στην Κεφαλονιά, ο άγιος είναι στις κορυφές, γιατί δεν πάτησε ποτέ στον κάμπο, ούτε σε χώμα τον θάψανε. Γυρίζει με το άρμα του στον ουρανό και μονάχα στις κορυφές στέκει και ανασαίνει. Κι όταν ζούσε, έτσι του άρεσε να βρίσκεται στα βουνά».


Με την ημέρα της γιορτής του (20 Ιουλίου) συνδέονται και άλλες δοξασίες και έθιμα. Γίνονται νοσταλγικοί περίπατοι και εκδρομές, λαϊκά προσκυνήματα και πανηγύρια. Μερικοί απ’ αυτούς που επικαλούνται την βοήθεια του αγίου για τη θεραπεία ασθενειών, ζώνουν το ναό με λεπτό κέρινο νήμα, με το οποίο ύστερα δένουν κατά τη λειτουργία το κεφάλι ή το μέλος του σώματος που πάσχει, με στάχυ, το οποίο κόβουν μετά τη Μεγάλη Είσοδο, «για να κοπεί» και ο πόνος. Ή δένουν πέτρα στον κορμό της ελιάς, για να κρατήσει τον καρπό της.


Aρκετές επίσης παροιμίες συνδέονται με τον προφήτη Ηλία, όπως: Τ’ Αϊ Λιός, γυρίζει ο καιρός αλλιώς. Απού τ’ Αι Λια, μπαίνει το λάδι στην ελιά. Της Άγια Μαρίνας σύκα, και τ’ Αϊ Λιός σταφύλι, και τ’ Άγιου Παντελεήμονα γεμάτο το μαντήλι. Άγια Μαρίνα δός μου σύκα, κι Αϊ Λιά άπλωσε και έπαρε. Τ’ Αϊ Πνευμάτου βάλ’ ορνό, καί τ’ Αϊ Λιᾶ φάε σύκα. Τ’ Αϊ Λιᾶ το καρύδι, του Σωτῆρος το σταφύλι, καί της Παναγιάς το σύκο.



* Εκ του ιστολογίου <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ON LINE>>. Επιμέλεια ημετέρα.


O ΠΡΟΦΗΤΗΣ HΛΙΑΣ ( 20 ΙΟΥΛΙΟΥ) ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ




Δύο εἶναι οἱ πιό συνηθισμένες ἀπεικονίσεις τοῦ προφήτη Ἠλία στίς τοιχογραφίες ἤ τίς φορητές εἰκόνες. Ἡ μία, βυζαντινῆς τεχνοτροπίας, τόν ἐμφανίζει νά κάθεται μέσα σέ σπηλιά, ἐπάνω στό ὄρος Χωρήβ. Ἔχει στραμμένη τήν κεφαλή του δεξιά στό ἄνω ἀριστερό μέρος τῆς εἰκόνας, πρός τόν κόρακα ὁ ὁποῖος τοῦ φέρνει τροφή.


ἄλλη, νεότερης συνήθως καί λαϊκῆς τεχνοτροπίας, εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπό τή σχετική διήγηση τοῦ Δ΄Βασιλειῶν γιά τήν ἁρπαγή τοῦ Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα στόν οὐρανό. Ἐνῶ τό ἅρμα μέ τόν προφήτη ὑψώνεται πρός τόν οὐρανό, αὐτός ἀφήνει νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) γιά νά τόν πάρει ὁ μαθητής καί διάδοχός του στό προφητικό ἀξίωμα Ἐλισαῖος.


Μερικές φορές ἀπεικονίζεται ὄρθιος, μαζί μέ ἄλλους προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης, φορώντας μακρύ ἑλληνικό χιτώνα καί ἀπό πάνω τή μηλωτή, εὐλογεῖ μέ τό δεξί χέρι καί κρατᾶ μέ τό ἀριστερό εἰλητάριο.


Λαϊκές παραδόσεις και έθιμα


Πλουσιώτατες εἶναι οἱ λαϊκές παραδόσεις καί τά ἔθιμα, ὄχι μόνο μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἀλλά καί πολλῶν βαλκανικῶν καί κεντροευρωπαϊκῶν λαῶν. Παραθέτουμε μία σύντομη ἐπιλογή, ἔχοντας ὑπόψη μας τά ὅσα ἀναφέρονται ἐκτενέστερα στό σχετικό λῆμμα τῆς «Θρησκευτικῆς καί Ἠθικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας» (τόμος ΣΤ΄, στ. 2426):


Σέ πολλές περιοχές, ἰδιαίτερα στή Θράκη καί τή Μακεδονία, τή Σερβία καί τή Γερμανία (πιό πολύ κατά τό Μεσαίωνα) ὁ προφήτης Ἠλίας ἐθεωρεῖτο κύριος τῆς βροχῆς, τῶν βροντῶν καί τῶν κεραυνῶν. Αὐτό ἐξηγεῖται ἀπό τά γεγονότα πού ἐξιστοροῦνται στήν Παλαιά Διαθήκη γιά τήν ξηρασία πού ἐπέβαλε ὁ Ἠλίας καί τό μετά τριετία ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ γιά νά ξαναπέσει βροχή.


Οἱ χωρικοί μάλιστα τῆς Βόρειας Θράκης, πού ἦρθαν στήν Ἑλλάδα τό 1923 καί ἐγκαταστάθηκαν κυρίως στή Μακεδονία, πρόσφεραν στόν ἅγιο «κουρμπάνι». Δηλαδή ἔσφαζαν 1015 κριάρια γιά νά στείλει βροχή.


Κι ἐπειδή τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ προφήτη Ἠλία (20 Ἰουλίου) δέν ἦταν ἀπαραίτητη ἡ βροχή, πρόσφεραν τό «κουρμπάνι» μεταξύ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου καί τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου (2 Μαΐου).


Σέ πολλά ἐπίσης μέρη γινόταν παλαιότερα καί τό ἔθιμο τῆς «Περπερούνας», σέ περιόδους μεγάλης ξηρασίας. Οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ στόλιζαν ἕνα ὀρφανό κορίτσι μέ πρασινάδες (χόρτα καί κλαδιά), πήγαιναν στό ποτάμι, βρέχονταν καί μ’ ἕνα μπακίρι γεμάτο νερό γύριζαν χορεύοντας καί τραγουδώντας τήν «Περπερούνα» στό χωριό.


ταν ἀστράφτει καί βροντάει πιστεύεται ὅτι ὁ προφήτης Ἠλίας κυνηγάει τό δράκο ἤ τό διάβολο μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό, χρησιμοποιώντας ὡς ὅπλο τόν κεραυνό. Στή Σωζόπολη μάλιστα τῆς Θράκης πίστευαν ὅτι ὅλο τό 24ωρο «ὁ ἉιΛιᾶς τριγυρνᾶ τόν κόσμο μέ τό ἅρμα του κι ὅταν βροντᾷ καί ἀστράφτει κυνηγᾶ διαβόλους».


νῶ στήν Ἀδριανούπολη, ὅτι διασχίζει τούς οὐρανούς πάνω στό ἅρμα του πού σέρνουν τέσσερα πύρινα ἄλογα. Ὅταν τά χτυποῦσε μέ τό μαστίγιο ἀκούγονταν οἱ ἀστραπές· ἀπό τό ἅρμα ἀκούγονταν οἱ βροντές καί ὅταν οἱ τροχοί του ἔβρισκαν σέ πέτρες ἀκούγονταν κεραυνοί!


Σέ ἄλλα μέρη τῆς Μακεδονίας ἡ δοξασία γιά τήν καταδίωξη τοῦ διαβόλου ἀπό τόν προφήτη συναντᾶται παραλλαγμένη: Ὁ Ἠλίας δέν κυνηγάει τό διάβολο ἀλλά τή «λάμια», ἡ ὁποία καταστρέφει τίς καλλιέργειες τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ χριστιανοί στή Βουλγαρία πίστευαν ὅτι ὁ ἅγιος κυνηγάει τή «λάμια» καθισμένος πάνω σέ χρυσό ἅρμα καί καταδιώκει τό δράκο πού τρώει τά γεννήματά τους στά χωράφια.


Μόλις ὁ προφήτης τόν δεῖ, ρίχνει ἐναντίον του τούς κεραυνούς. Οἱ ἀστραπές μάλιστα πού δέν συνοδεύονται ἀπό βροντές δέν εἶναι κεραυνοί, ἀλλά εἶναι οἱ φλόγες πού βγαίνουν ἀπό τά ρουθούνια τῶν ἀλόγων τοῦ ἅρματος καί ἡ λάμψη τῆς χρυσῆς λόγχης του. Σέ μερικά μέρη τῆς Βουλγαρίας πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας σκοτώνει τό δράκο πού στερεῖ τήν πόλη ἤ τό χωριό ἀπό νερό καί ἀπαιτεῖ κάθε φορά ὡς ἀντάλλαγμα μία παρθένο.


δοξασία πού ταυτίζει τόν προφήτη  Ἠλία με μετεωρολογικά φαινόμενα ἐπικρατεῖ στούς σλαβικούς, καί ὄχι μόνο, λαούς. Παραλήφθηκε δέ ἀπό τούς  Ἕλληνες. Ἔτσι στή Σερβία θεωροῦν ὅτι κάθε ἅγιος ἔλαβε ἕνα μερίδιο ἀπό τά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί στόν Ἠλία δόθηκε ἡ ἀστραπή καί ὁ κεραυνός. Στή Ρουμανία διηγοῦνται πώς μέ τήν ἀστραπή καί τή βροντή κυνηγάει τό διάβολο καί κεραυνώνει τίς γάτες καί τά σκυλιά στά ὁποῖα ὁ διάβολος προσπαθεῖ νά κρυφτεῖ.


προφήτης   Ἠλίας τιμᾶται στήν κορυφή λόφων, ὑψωμάτων καί βουνῶν («στά ψηλώματα»). Ἀκριβῶς γι’ αὐτό πολλές κορυφές φέρουν τό ὄνομά του καί οἱ περισσότερες ἔχουν ἐκκλησάκια ἤ εἰκονοστάσια ἀφιερωμένα σ’ αὐτόν.


να ἀπό τά γνωστότερα βρίσκεται στήν ψηλότερη κορυφή τοῦ Ταϋγέτου καί λέγεται «Ἁγιολιᾶς». Ἡ ἐξήγηση γιά τήν τιμή αὐτή «στά ψηλώματα», συνδέεται μέ διάφορες κατά περιοχές παραδόσεις τοῦ λαοῦ. Ἔτσι,


Στήν Ἀχαΐα διηγοῦνται ὅτι «ὁ Ἁι Λιᾶς ἦταν ναύτης, καί ἐπειδή ἔπαθε πολλά στή θάλασσα καί πολλές φορές κόντεψε νά πνιγεῖ, βαρέθηκε τά ταξίδια καί ἀποφάσισε νά πάει σέ μέρος πού νά μή ξέρουν τί εἶναι θάλασσα καί τί εἶναι καράβια. Βάζει τό λοιπόν στόν ὦμο τό κουπί του καί βγαίνει στή στεριά.


ποιον συναντοῦσε τόν ρωτοῦσε τί εἶναι αὐτό πού βαστάει. Ὅσο τοῦ ἔλεγαν “κουπί” τραβοῦσε ψηλότερα, ὥσπου ἔφτασε στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ. Ρωτάει τούς ἀνθρώπους πού βρῆκε ἐκεῖ τί εἶναι, καί τοῦ λένε “ξύλο”. Κατάλαβε λοιπόν πώς αὐτοί δέν εἶχαν δεῖ ποτέ τους κουπί καί ἔμεινε μαζί τους ἐκεῖ στά ψηλά».


Σύμφωνα μέ παραλλαγή τῆς παράδοσης αὐτῆς στήν Κεφαλονιά, ὁ ἅγιος «εἶναι στίς κορυφές, γιατί δέν πάτησε ποτέ στόν κάμπο, οὔτε σέ χῶμα τόν θάψανε. Γυρίζει μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό καί μονάχα στίς κορυφές στέκει καί ἀνασαίνει. Κι ὅταν ζοῦσε, ἔτσι τοῦ ἄρεσε νά βρίσκεται στά βουνά».


λλες λαϊκές δοξασίες ἀναφέρουν ὅτι: «Ὁ Μωάμεθ κυνηγάει τόν Ἁι Λιᾶ καί στούς κάμπους τόν φτάνει, στά κορφοβούνια ὅμως δέν μπορεῖ νά τόν ἀκολουθήσει κι ὁ ἅγιος βρίσκει ἐκεῖ καταφύγιο. Γι’ αὐτό τοῦ ἔχουν τά ξωκλήσια στίς κορυφές τῶν βουνῶν» (Ἀργολίδα).


«Γιά ν’ ἀποδείξει τήν πίστη του στό Θεό χτύπησε μέ τό ραβδί του τρεῖς φορές κι ἐβγῆκε νερό. Ἀπό τότε χτίζουνε τήν ἐκκλησία του στό ψηλότερο βουνό» (Κέα). «Ζεῖ καί κινεῖται ἀνάμεσά μας περιμένοντας τόν Ἀντίχριστο νά παλαίψει μαζί του» (Ναύπλιο).


κόμα, οἱ μωαμεθανοί πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ (πού δέν πέθαναν ἀλλά ἀναλήφθηκαν στόν οὐρανό) ζοῦν γιά νά ράβουν τά ροῦχα τῶν πιστῶν πού ἔζησαν σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Μωάμεθ καί θά πᾶνε στόν Παράδεισο.


λλοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἐρωτᾶται ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά τό μέλλον καί τήν τύχη τους. Οἱ μαντεῖες αὐτές βασίζονται σέ παρατήρηση τοῦ σχήματος τῆς σταγόνας τοῦ λαδιοῦ ἀπέναντι στόν ἥλιο, τοῦ χρώματος τοῦ καπνοῦ ἀπό καιόμενο θυμάρι, τοῦ περιεχομένου τῶν πρώτων καρυδιῶν πού κόβουν τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του κ.ἄ.


Μέ τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του (20 Ἰουλίου) συνδέονται καί ἄλλες δοξασίες καί ἔθιμα. Γίνονται νοσταλγικοί περίπατοι καί ἐκδρομές, λαϊκά προσκυνήματα καί πανηγύρια. 


Μερικοί ἀπ’ αὐτούς πού ἐπικαλοῦνται τή βοήθεια τοῦ ἁγίου γιά τή θεραπεία ἀσθενειῶν, ζώνουν τό ναό μέ λεπτό κέρινο νῆμα, μέ τό ὁποῖο ὕστερα δένουν κατά τή λειτουργία τό κεφάλι ἤ τό μέλος τοῦ σώματος πού πάσχει, μέ στάχυ, τό ὁποῖο κόβουν μετά τή Μεγάλη Εἴσοδο, «γιά νά κοπεῖ» καί ὁ πόνος. Ἤ δένουν πέτρα στόν κορμό τῆς ἐλιᾶς, γιά νά κρατήσει τόν καρπό της. Ἀρκετές ἐπίσης παροιμίες συνδέονται με τον προφήτη Ηλία, όπως:


Τ’ Ἁι Λιός, γυρίζει ὁ καιρός ἀλλιῶς. / Ἀπού τ’ Ἁι Λιᾶ, μπαίνει τό λάδι στήν ἐλιά. / Τῆς Ἁγια Μαρίνας σύκα, καί τ’ Ἅι Λιός σταφύλι, / καί τ’ Ἅγιου Παντελεήμονα γεμάτο τό μαντήλι. / Ἅγια Μαρίνα δός μου σύκα, / κι Ἁι Λιᾶ ἅπλωσε καί ἔπαρε. / Τ’ Ἁι Πνευμάτου βάλ’ ὀρνό / καί τ’ Ἁι Λιᾶ φάε σύκα. / Τ’ Ἁι Λιᾶ τό καρύδι, / τοῦ Σωτῆρος τό σταφύλι, / καί τῆς Παναγιᾶς τό σύκο. / Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».


Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του: Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.



* Ελ του ιστολογίου <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ON LINE>>. Επιμέλεια ημετέρα.


Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

ΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΟΥ (20 ΙΟΥΛΙΟΥ)




Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ

 



Εὐχαριστῶ, ἀγαπητοί μου, τὸν Κύριο ποὺ μὲ ἀξιώνει νὰ κηρύξω ἐδῶ στὴ μνήμη τοῦ προ­φήτου Ἠλιού. Λίγοι ἅγιοι τιμῶνται στὴν πατρί­δα μας ὅσο αὐτός. Ἀλλὰ ἡ τιμὴ στὸ πρόσωπό του ἐπιβάλλει νὰ γνωρίσουμε ποιός ἦταν καὶ νὰ προσπαθήσουμε νὰ τὸν μιμηθοῦμε. Θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω μία σκια­γραφία του.


προφήτης Ἠλίας, ἀγαπητοί μου, εἶ­νε ἅγι­ος τῆς παλαιᾶς διαθήκης, μεγά­λη προσωπικό­τητα, «ψυχὴ οὐ­ρανομήκης», ὅ­πως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἕνα πνευματικὸ φῶς (βλ. Ματθ. 5,14), ἕνας φάρος ποὺ ἄναψε ὁ Θεὸς νὰ φωτίζῃ τοὺς ἀν­θρώπους μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς.


Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ παρουσιάσουμε ἐδῶ ὅλη τὴ ζωή του. Ἀνοῖξτε τὴν Παλαιά Δι­αθήκη στὰ βιβλία Τρίτο (Γ΄, κεφ. 17ο-20ό) καὶ Τέταρτο (Δ΄, κεφ. 2ο) Βα­σιλειῶν, ποὺ ἱστοροῦν τὸν βίο του, καὶ θὰ θαυ­μάσετε· πράγματι εἶνε ἀξιοθαύμαστος.


(Τὸν θαυμάζει κανεὶς πρῶτα – πρῶτα γιὰ τὴν ἀσκητική του ζωή. Ὁ προφήτης Ἠλίας δὲν εἶ­χε περιουσία, ἦταν φτωχός. Δὲν εἶχε ἰδιοκτησία, γῆ· γιά σκέψου το, ἐσὺ ποὺ μαλώνεις μὲ τὸν ἀδερφό σου καὶ φτάνεις μέχρι Ἄρειο Πάγο γιὰ μιὰ λου­ρίδα γῆς.


Δὲν εἶχε μόνιμη κατοικία, σπίτι νὰ μεί­νῃ· ἦ­ταν μετανάστης, πρόσ­φυγας, σὰν τὰ που­λιὰ ποὺ πετοῦν ἀπὸ κλαρὶ σὲ κλαρί· ἄλλοτε στὰ Ἰεροσόλυμα, ἄλ­λο­τε στὴν ὕπαιθρο, ἄλ­λοτε κοντὰ στὸν Ἰ­ορ­δά­νη, ἄλλοτε στὴν ἔρημο, ἄλ­λοτε στὶς κορυ­φὲς τῶν βουνῶν, ἄλλοτε μέσ᾽ στὰ σπήλαια καὶ τὶς ὀπὲς τῆς γῆς, μόνος – κατά­μονος, καταδι­ω­κόμενος ἀπὸ βασιλιᾶ­δες. 


Μό­νη περιουσία του ἡ μηλωτή, μιὰ κάππα ἀπὸ τρίχες γίδας ἢ καμή­λας, μὰ ποὺ κάθε τρίχα της ἄ­ξιζε περισσότερο ἀπὸ μεταξωτὰ κι ἀραχνοΰ­φαν­τα καὶ πορφύρες βασιλικές· ὅπου ἄγγιζε αὐτὴ –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι– ἔκανε θαύματα· ἔ­σχισε τὸν Ἰ­ορδάνη, καὶ νεκρὸ ἀκόμη ἀνέστησε!


Ο προφήτης Ἠλίας ἔμεινε ξακουστὸς ἀκόμη γιὰ τὰ θαύματά του. Ποῦ νὰ τὰ διηγηθῇ κανείς! Στὴν ἐποχή του, λόγῳ τῆς ἀσεβείας τοῦ βα­σιλιᾶ Ἀχαάβ, ὁ προφήτης Ἠλίας εἶπε· Ὁ Κύρι­­ος ποὺ ὑπηρετῶ δὲν θὰ ξαναστείλῃ βροχὴ πα­­­ρὰ μόνο ἂν τὸ ζητήσω ἐγώ.


Κ᾽ ἔπεσε ἀν­ομβρία· σταγόνα δὲν ἔπεφτε στὴ γῆ ἐπὶ 3,5 χρό­νια. Τὸ θεωρεῖτε μικρό; Ἂν γί­νῃ ἀνομβρία, θ᾽ ἀδειάσουν οἱ πολιτεῖες· θὰ γυρίζῃς τὴ στρόφιγγα στὸ σπίτι καὶ νερὸ δὲν θά ᾽ρ­χεται.


Γιατὶ ἐνῷ ἡ κόττα πίνει μιὰ στα­λιὰ νερὸ καὶ σηκώνει τὸ κεφαλάκι της ἐπάνω σὰ νὰ λέῃ «Θεέ μου, σ᾽ εὐχαριστῶ», ἐμεῖς εἴμαστε ἀχάριστοι· καὶ ὄχι εὐχαριστῶ δὲ λέμε, ἀλλὰ καὶ βλαστημᾶμε.


Στὶς Ἰνδίες ἡ Βομβάη, μὲ 4,5 ἑκατομμύρια πληθυσμό, λόγῳ ἀν­ομβρί­ας ἦταν ἕτοιμη ν᾽ ἀδειάσῃ, κι ὅταν ἔπεσε βροχὴ βγῆκαν ὅλοι ἔξω καὶ χόρευαν ἀπ᾽ τὴ χα­ρά τους. Ἄντε, ἄνθρωπε, νὰ κάνῃς ἐσὺ ἐπι­στημονικὴ βροχὴ ποὺ λές.


Μὰ ἂν τὴν κάνῃς, ἕ­να ποτήρι νερὸ θά ᾽χῃ μιὰ λίρα, ἐνῷ ὁ Θεὸς τὸ δίνει δωρεάν· ἐκεῖ καταντήσαμε, τ᾽ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ νὰ γίνουν ἀντικείμενο ἐκμεταλλεύσεως. Μὲ μιὰ προσευχή, λοιπόν, τοῦ Ἠλία ὁ οὐ­ρα­νὸς ἔκλεισε κ᾽ ἡ γῆ ξεράθηκε.


ἴδιος κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ πῆγε στὸ χείμαρρο Χορράθ. Ἔ­πινε νερὸ μὲ τὶς φοῦχτες καὶ γιὰ φαῒ φρόν­­τιζε Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει τὰ πουλιὰ τ᾽ οὐρανοῦ. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, τὸ λέει ἡ Βίβλος· κοράκια τοῦ ἔφερναν ψωμὶ τὸ πρωὶ καὶ τὸ βράδυ κρέας.


κου μυστήριο· ὁ κόρακας, ποὺ ὅλο ἁρ­πάζει, ἐδῶ νὰ δίνῃ! Συμβολικὸ αὐτό· ἡ δύνα­μι τοῦ Θεοῦ μπορεῖ καὶ μερικὰ γαμψώνυχα «κοράκια» τῆς κοινωνί­ας νὰ τὰ κάνῃ νὰ δίνουν. Στέρεψε ὅμως κάποτε τὸ ποτάμι καὶ ὁ Κύ­ριος διέταξε τὸν Ἠλία νὰ μετακινηθῇ ἀπὸ ᾽κεῖ. Πῆγε στὰ Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας.


Πεινοῦσε, ὅ­­πως πεινοῦσαν ὅλοι· γιατὶ πεινοῦν καὶ οἱ ἅγιοι, ὄχι μόνο οἱ ἁμαρτωλοί. Ἐκεῖ βρῆκε μιὰ γυναῖκα χήρα μ᾽ ἕνα παιδὶ μονάκριβο καὶ τῆς λέει· –Πε­θαίνω, δός μου κάτι νὰ φάω. –Ἄν­θρω­πε τοῦ Θε­οῦ, λέει αὐτή, δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο· δυὸ φοῦ­χτες ἀλεύρι μοῦ ᾽μειναν καὶ λίγο λάδι· ἀλλ᾽ ἀφοῦ χτύπησες τὴν πόρτα μου, θὰ σοῦ κάνω μιὰ πίττα. 


Μεγάλη ἡ πίστι καὶ ἡ ἐλεημοσύνη της. Ὅταν ὁ προφήτης ἔφαγε, εὐλόγη­σε· κι ἀπ᾽ τὴν ὥρα ἐκείνη τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ λάδι δὲν ἔλειψαν ἀπ᾽ τὸ σπίτι της μέχρι ποὺ σταμάτησε ἡ ἀνομβρία, γιὰ νὰ ἐπαληθεύουν πάν­τοτε τὰ λόγια «Πλούσι­οι ἐπτώχευσαν καὶ ἐ­πείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦν­τες τὸν Κύριον οὐκ ἐ­λαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33,11). 


Μεγάλο πρᾶγμα ἡ εὐλογία. Ἅ­μα εὐλογή­σῃ ὁ Θεός, μιὰ γλάστρα τρέ­φει μιὰ οἰκογένεια· διαφορετικά, κι ὁ κάμ­πος τῆς Θεσ­σαλίας ἕναν ἄνθρωπο δὲν τὸν τρέφει. Ἐνῷ ὅμως ὁ Ἠλίας φιλοξενεῖτο στὸ σπίτι τῆς χήρας, τὸ μονάκριβο παιδί της ἀρρώστησε καὶ πέθανε, καὶ ἡ χήρα ἔκλαιγε. Τότε αὐτὸς προσευχήθηκε καὶ ἀνέστησε τὸ νεκρὸ παιδί!


Τέλος ἔλυσε ἕνα μεγάλο πρόβλημα. Ποιό; Ἡ πίστι τοῦ λαοῦ εἶχε κλονιστῆ· ἄ­­φησαν τὸν ἀ­ληθινὸ Θεὸ καὶ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸ βασιλιᾶ Ἀ­χα­ὰβ καὶ τὴ βασί­λισ­σα Ἰεζάβελ λάτρευαν ἕνα εἴδωλο, τὸ Βάαλ· γιατὶ «τὸ ψάρι βρω­μάει ἀπ᾽ τὸ κεφάλι».


Τότε ὁ προφήτης Ἠλίας εἶ­πε· –Ἐλᾶ­­τε βασιλιᾶ καὶ βασίλισσα, ἱερεῖς τοῦ εἰδώλου κ᾽ ἐσεῖς ὁ λαὸς ποὺ τὸ προσ­κυ­νᾶ­τε· ἐλᾶτε στὴν κορυφὴ τοῦ Καρμήλου. Θὰ χτίσουμε δύο θυσι­αστήρια, ἕνα ἐσεῖς γιὰ τὸ Βάαλ καὶ ἕνα ἐγὼ γιὰ τὸν Κύριο.


Θὰ βάλουμε πάνω τὰ ξύλα καὶ τὸ μο­σχάρι, ἀλλὰ φωτιὰ δὲν θ᾽ ἀνάψουμε. Θὰ προσ­ευχηθοῦμε ν᾽ ἀνάψῃ ἡ φωτιὰ μόνη της. Κι ὅ­που ἀνάψῃ, ἐκεῖ θὰ εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Συμφώ­νησαν.


Κι ἄρχισαν πρῶτοι οἱ 450 ἱερεῖς τῆς αἰ­σχύνης νὰ παρακαλοῦν ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ. –Κοιμᾶται ὁ θεός σας, τοὺς λέει ὁ Ἠλίας, δὲν ἀκούει, φωνάξτε πιὸ δυνατά. Ἀποτέλεσμα; Τίπο­τα. «Οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀ­κρόασις» (Γ΄ Βασ. 18,26)· ποιός θεὸς ν᾽ ἀκούσῃ καὶ ν᾽ ἀπαν­τή­σῃ; Ὅταν ἦρθε ἡ σειρά του, ὁ Ἠλίας τοὺς λέει· –῾Ρίξτε ἄ­φθονο νερό, μουσκέψτε τα ὅ­λα· πέτρες, μοσχά­ρι, ξύλα.


Καὶ μόλις προσευχήθηκε, φωτιὰ ἔπεσε ἀ­π᾽ τὸν οὐρανὸ κ᾽ ἔκαψε τὰ πάντα. Τότε ὅ­λος ὁ λαὸς ἔπεσε προσ­κύνησε καὶ εἶπε· Ὁ μό­νος ἀ­ληθινὸς Θεὸς εἶνε ὁ Θεὸς τοῦ Ἠλία (βλ. ἔ.ἀ. 18,39). Θαυμάζω τὸν Ἠλία γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ τὰ θαύματά του, τὸν θαυμάζω ὅμως καὶ γιὰ μία ἀρετὴ ποὺ σπανίζει· γιὰ τὸ θάρρος καὶ τὴν παρ­ρησία του.


ταν ψυχὴ ἀτρόμητη, στόμα ἐλεύ­θερο ποὺ δὲν κάνει διακρίσεις. Στὰ χρόνια ἐκεῖ­να ὁ βασιλιᾶς Ἀχαὰβ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔκανε τὸ ἑξῆς. Κοντὰ στὰ κτήματά του ἦταν τὸ ἀμ­πέλι ἑνὸς φτωχοῦ, τοῦ Ναβουθαί, καὶ ζήτησε νὰ τὸ ἐξαγοράσῃ. Ὁ φτωχὸς ἀρνήθηκε. –Ὄχι, λέει, εἶνε πατρικὴ κληρονομιά, δὲν τὸ δίνω.


Ἰε­ζάβελ ὅμως σκηνοθέτησε συκοφαντία, ὁ Ναβουθαὶ καταδικάστηκε καὶ λιθοβολήθηκε, καὶ ὁ βασιλιᾶς ἅρπαξε τὸ κτῆμα. Ποιός νὰ μιλήσῃ, ποιός νὰ ἐλέγξῃ; Οἱ πληρωμένοι ἱερεῖς; Σιωποῦσαν.


ἀκτήμων, ὁ ἀπένταρος, ποὺ εἶχε μό­νο μιὰ μηλωτή, ἀνέβηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ λέει· –Βασιλιᾶ, ἀδίκησες καὶ θὰ τιμωρη­θῇς· δὲν θά ᾽χῃ καλὸ τέλος ἡ βασιλεία σου, θὰ σκοτω­θῇς, σκυλιὰ θὰ φᾶνε ἐσένα καὶ τὴν Ἰεζάβελ καὶ θὰ γλείψουν τὸ αἷμα σας… Ἔτσι καὶ ἔγινε.


Τὸν θαυμάζω γιὰ ὅλα αὐτὰ τὸν προφήτη Ἠ­λία, τὸν θαυμάζω καὶ γιὰ τὸ τέλος του. Δὲν πέ­θανε ὅπως ἐμεῖς ποὺ πᾶμε μέσ᾽ στὴ γῆ. Εἶνε ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο ἀνθρώπους τῆς παλαιᾶς δι­αθήκης ποὺ δὲν εἶχαν φυσικὸ θάνατο.


κεῖ ποὺ περπατοῦσε κοντὰ στὸν Ἰορδάνη καὶ κουβέν­τιαζε μὲ τὸ μαθητή του τὸν Ἐλισσαῖο, ἕνα ἅρμα πύρινο τὸν πῆρε καὶ τὸν ὕψωσε στὸν οὐρανό. Κ᾽ εἶνε ἐκεῖ. Παρουσιάστηκε πάλι, ὅπως θὰ τὸν δοῦμε στὴν ἑ­ορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως, κοντὰ στὸ Χριστὸ νὰ κουβεντιάζῃ μαζί του.


Τελείωσα, ἀγαπητοί μου. Ἀλλὰ θέλω νὰ ξέρετε ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς προφητεῖες τῆς Γρα­φῆς καὶ τὴν ἑρμηνεία τῶν πατέ­ρων τῆς Ἐκκλη­σίας, ὁ προφήτης Ἠλίας θὰ ξα­νάρθῃ στὴ γῆ. Δὲν τρέμετε; Ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ τρέμω.


Θὰ ξανάρθῃ καὶ θὰ βρῇ τὴ γῆ χίλιες φορὲς χειρότερη ἀπ᾽ ὅ,τι ἦταν στὴν ἐποχή του. Θὰ δῇ ὅ­λα τὰ κακά. Καὶ ὁ Ἠλίας δὲν εἶνε σὰν ἐμᾶς· κρα­τάει ἀστροπελέκι καὶ μαχαίρι καὶ τσεκούρι. Θὰ ξανάρθῃ. Θὰ ἐ­λέγξῃ τοὺς βασιλιᾶδες, τοὺς πλουτοκράτες, τὸν κόσμο ὅλο. Πρὸ παν­τὸς θὰ τιμωρήσῃ τοὺς θρησκευτικοὺς ἡγέτες.


Γιατὶ δὲν σᾶς εἶ­πα τί ἔκανε τότε στὸν Κάρμηλο. Ἔκανε κάτι φο­βερό. Μόλις ἀποδείχθηκε ποιός εἶνε ὁ ἀληθι­νὸς Θεός, ὁ Ἠλίας ἅρπαξε ἀπ᾽ τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ γένια τοὺς ἱερεῖς τῆς αἰ­σχύνης τοὺς «ἐσθίοντας τράπεζαν Ἰεζάβελ» (Γ΄ Βασ. 18,19), τοὺς κατέβασε στὸ χείμαρρο Κισσῶν, κ᾽ ἐκεῖ τοὺς ἔσφαξε ὅ­λους ἐν χειρὶ Θεοῦ καὶ κοκκίνισε τὸ ποτάμι.


χ, Χριστὲ καὶ Παναγιά! Ὅταν ἔλθῃ ὁ Ἠλίας, δὲν θὰ χαριστῇ σὲ κανένα· οὔ­τε σ᾽ ἐμᾶς τοὺς παπᾶδες οὔτε σ᾽ ἐσᾶς τὸ λαό. Θὰ κατέβῃ. Πῶς θὰ κατεβῇ μὴ μὲ ρωτᾶτε, εἶ­νε μεγάλο θέμα. Θὰ κατεβῇ κατὰ διάφορα σχήματα.


Θὰ ξανάρθῃ ἐν πυρὶ καὶ ἀστραπαῖς καὶ βρονταῖς· θὰ πέσῃ ἠλεκτρικὴ σκούπα σ᾽ αὐτὴ τὴ βρωμερὴ κοινωνία τῆς πορνείας καὶ τῶν διαζυγίων, τὴ μοιχαλίδα καὶ ἁμαρτωλό, ποὺ οὔτε Θεὸ οὔτε Παναγιά, κανένα δὲν σέβεται.


λλ᾽ ἕως ὅτου ἔρθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, ἂς πέ­σουμε, ἀγαπητοί μου, στὰ πόδια τοῦ Ἐσταυρω­μένου νὰ δείξουμε μετάνοια εἰλικρινῆ. Κι ὅ­ταν ὁ Θεὸς δῇ μετάνοια, τότε θὰ μᾶς ἐλεήσῃ, διὰ πρεσβειῶν τοῦ προφήτου Ἠλιού. Εἴθε νὰ κάνῃ τὸ ἔλεός του σὲ ὅλους μας.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία,
ἡ ὁποία ἔγινε στόν ἱ. ναό Προφήτου Ἠλιού Ἁγ. Παρασκευῆς [Τσακοῦ] – Ἀθηνῶν
τήν Κυριακή 17-7-1966.

ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ: ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ




Για τη βιοτή του μακάριου Ηλία ποιος μπορεί να διηγηθεί; Διότι αυτός έτσι έζησε επάνω στη γη, ώστε να θεωρείται, πριν από τη μετάθεσή του, ότι ζει στους ουρανούς και συναναστρέφεται με τους ασώματους Αγγέλους·

αυτός που δεν απέκτησε επάνω στη γη τίποτε εντελώς· αυτός που τυλίγονταν μόνο τη μηλωτή και σ’ εκείνους που φορούσαν τα στέμματα και τις βασιλικές στολές παρουσιάζονταν φοβερός,


όχι από την ισχύ τού σώματος, αλλά από τη δύναμη της ακτημοσύνης και της εγκράτειας, και από τη χάρη του παναγίου Πνεύματος, που απέκτησε με την καλή του βιοτή·


αυτός που τίποτε δεν είχε, και όμως κατείχε τα πάντα· αυτός που αρνήθηκε όλη την άνεση αυτής της ζωής· αυτός που χώρισε τον ποταμό με το πρόσταγμά του· αυτός που πρόσταξε τον ουρανό να μη βρέξει στη γη τρία χρόνια και έξι μήνες·


αυτός που απέφυγε όλη τη μάταια δόξα αυτής της ζωής· αυτός που έσβησε τη φλόγα της αμαρτίας με τη δροσιά της εγκράτειας· αυτός που ποτέ δε σκέφθηκε κανένα σαρκικό· αυτός που έλεγξε τη βλάβη των προφητών της πλάνης και έσφαξε τους ιερείς του Βάαλ· 


αυτός που πρόσταξε να κατεβεί την τρίτη φορά φωτιά από τον ουρανό, και κατέκαψε τους άπιστους, και έλεγξε το βασιλιά για την εκτροπή του· αυτός που είχε τόσο μεγάλη παρρησία και θάρρος λόγου· αυτός που έδεσε τα σύννεφα.


Έτσι ο τόσο μεγάλος και τόσο σπουδαίος προφήτης δεν έζησε επάνω στη γη χωρίς θλίψεις και πειρασμούς, αλλά απεναντίας ύστερα από την παρουσίαση τόσο μεγάλων θαυμάτων, από το φόβο της γυναίκας,


έγινε εξόριστος και μετανάστης, και αναγκαζόταν να διανύσει νηστικός δρόμο σαράντα ημερών, αλλά ούτε έτσι βρήκε ανακούφιση, αλλά ξανά άλλη δοκιμασία τον ακολούθησε, ο θάνατος δηλαδή του παιδιού της χήρας.


Διότι ύστερα από την καλοσύνη της φιλοξενίας είδε εκείνη η μακάρια γυναίκα ότι έχει πεθάνει το παιδί της, και ενώ περίμενε να λάβει από τον προφήτη αμοιβή ευλογίας, λάβαινε σαν αμοιβή το οδυνηρότερο απ’ όλα γι’ αυτή· διότι αυτόν που περίμενε να έχει παρηγοριά στη ζωή της, τον έχασε με την παρουσία του προφήτη.


Πόση θλίψη τότε για τον προφήτη; Πόση αδυναμία; Διότι η γυναίκα ζητούσε το παιδί της, και αυτός που έδεσε τα σύννεφα στενοχωρούνταν από αυτή, καθώς του ζητούσε το παιδί της.


Γι’ αυτό, επειδή πιέζονταν από αυτή, αγκάλιασε το παιδί επτά φορές, στόμα με στόμα, και ικετεύοντας πολλή ώρα τον Θεό, έδωσε το παιδί σ’ εκείνη που το γέννησε, αφού το ανάστησε από τους νεκρούς. Διότι είχε βοηθό του στο έργο τη νηστεία και την ακτημοσύνη.


Είδατε, αδελφοί, τη δύναμη της ακτημοσύνης και της εγκράτειας· πώς και το θάνατο κατάργησε και ζωή χάρισε στο παιδί, και από δοκιμασίες και κινδύνους τον έσωσε, και με πύρινο άρμα τον ετοίμασε να ανεβεί στον Δεσπότη, χωρίς να πάθει τίποτε από τη φωτιά.


Και επειδή η ζωή του δροσίζονταν από την εγκράτεια και την αγνότητα και τη χάρη τού Θεού, μ’ αυτές και τις άλλες αρετές, ενώ ακόμη ήταν στο σώμα, ζούσε μαζί με τους ασώματους Αγγέλους.



Εκ του βιβλίου του:
<<ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ - ΕΡΓΑ>>,
τόμος Δ', εκδόσεις <<Το Περιβόλι της Παναγίας>>, Θεσσαλονίκη 1992.
Απόσπασμα από τον λόγο:
<<Στο λόγο που είπε ο Κύριος, ότι <<σ' αυτό τον κόσμο θα έχετε θλίψη>>.
Και <<για το να είναι ο άνθρωπος τέλειος>>, σελ. 372.
Εκ του ιστολογίου <<ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ>>.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ ΠΟΤΕ




Ο Προφήτης Ηλίας ήταν ένας μεγάλος προφήτης, με πλήρη εμπιστοσύνη στο Θεό, καθώς επίσης και άνθρωπος της προσευχής, όπως αναφέρει και ο Ιάκωβος στην επιστολή του. Ο Προφήτης Ηλίας, όπως και ο Ενώχ, ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι, οι οποίοι αναλήφθηκαν στους ουρανούς, χωρίς να έχουν πεθάνει.


Στις 20 Ιουλίου, ημέρα κατά την οποία τιμάται η μνήμη του Προφήτη Ηλία, δεν εορτάζουμε την κοίμησή του γιατί ο προφήτης Ηλίας δεν πέθανε. Γιορτάζουμε την ανάληψή του.


Ωστόσο, σύμφωνα με κάποιους ερμηνευτές ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι ο Προφήτης Ηλίας δεν ανελήφθη, όπως ο Κύριος, στον ουρανό, αλλά άφησε ο Θεός να φανεί ότι ανελήφθη και ότι ζει στη γη με το σώμα του άφθαρτο χιλιάδες χρόνια μετά.


Ο Πατέρας Επιφάνιος περί της Αναλήψεως του Προφήτη Ηλία λέει τα εξής: «Και ανελήφθη Ηλίας εν συσσεισμώ, (Συσσεισμός = κούνημα δυνατόν, εκ του συσσείω = κουνώ δυνατά ή απ’ όλα συγχρόνως τα μέρη συγκλονώ) ΩΣ εις τον Ουρανόν·


το δε, ΩΣ εις τον Ουρανόν, αμφίβολον έχει την έννοιαν· το δε, ΕΙΣ τον Ουρανόν, τρανήν δείκνυσι την αλήθειαν». Δηλαδή κάνει μία διάκριση, ο Άγιος Πατέρας, μεταξύ της αναλήψεως του Προφήτου, και της Αναλήψεως του Κυρίου.


Διότι πράγματι, ενώ στην ανάληψη του Προφήτη Ηλία, υπάρχει η μικρή συλλαβή «ΩΣ» (που αμφίβολον έχει την έννοιαν) στην Ανάληψη του Κυρίου υπάρχει η μικρή συλλαβή «ΕΙΣ» (που τρανήν δείκνυσι την αλήθειαν).


Διότι στα Γραφικά χωρία της Αναλήψεως του Κυρίου βρίσκουμε το «ΕΙΣ τον Ουρανόν» και όχι «ΩΣ εις τον Ουρανόν». Στην Αγία Γραφή, συναντάμε επίσης δύο πολύ ενδιαφέροντα σημεία, τα οποία πιστοποιούν ότι ο Προφήτης Ηλίας πράγματι δεν ανέβηκε στον ουρανό.


Το πρώτο είναι στην Καινή Διαθήκη, και είναι η ρητή δήλωση του Χριστού, την οποία χρησιμοποίησε και ο Μέγας Αθανάσιος: «Και ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ» (Ιωάννης 3/γ: 13). 


Ρητά εδώ το δηλώνει ο Ιησούς Χριστός, ότι κανείς, άρα ούτε ο Ηλίας, δεν ανέβηκε στον ουρανό. Όμως έχουμε και μια πιο άμεση επιβεβαίωση, ότι ο Προφήτης Ηλίας δεν ανέβηκε στον ουρανό μετά την αρπαγή του. Είναι πολύ ενδιαφέρον το εξής χωρίο από την Παλαιά Διαθήκη:


«10 Και απέστη από Ιούδα Εδώμ έως της ημέρας ταύτης· τότε απέστη Λομνά εν τω καιρώ εκείνω από χειρός αυτού, ότι εγκατέλιπε Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτού· 11 και γαρ αυτός εποίησεν υψηλά εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εξεπόρνευσε τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ και απεπλάνησε τον Ιούδαν.


12 και ήλθεν αυτώ εν γραφή παρά Ηλιού του προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεός Δαυίδ του πατρός σου…» (Β΄ Παραλειπομένων 21/κα). Εδώ περιγράφεται, ότι ο Ηλίας έστειλε μια επιστολή προς τον Ιωράμ, βασιλιά του Ιούδα, όπου τον επέκρινε για την ασεβή του πορεία.


Όμως το ειδικό ενδιαφέρον αυτής της επιστολής, είναι ότι ο Ηλίας την έστειλε μετά την ανάληψή του «προς τον ουρανό». Συνεπώς, ο Προφήτης Ηλίας, παρέμεινε στη γη, και από εκεί έστειλε την επιστολή.


Πάντως, σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα στη Θράκη και στη Μακεδονία ο Προφήτης Ηλίας θεωρούνταν κύριος της βροχής, ενώ το όνομά του συνδέθηκε τόσο με τον καλοκαιρινό ήλιο, όσο και με τις καλοκαιρινές μπόρες.


Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο προφήτης Ηλίας θεωρούνταν ρυθμιστής των καιρικών συνθηκών και πολλά είναι τα θαύματά του που συνδέονται με αυτή την ιδιότητα που του αποδίδεται. Εκ του ιστολογίου <<ΔΟΓΜΑ>>.


ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ: ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ





Ο προφήτης Ηλίας (Ηλιού όπως είναι γνωστός στην Παλαιά Διαθήκη) ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (Θισβέ) της περιοχής Γαλαάδ, που βρίσκεται δυτικά του ποταμού Ιορδάνη, γι' αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης (Γ' Βασιλειών 17,1. 18,27. 18,29. 20,17. Δ' Βασιλειών 1,3. 1,8).


Ανήκε στην φυλή του Ααρών και το όνομά του σημαίνει "ο Γιαχβέ είναι Θεός". Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα. Είναι από τους γνωστότερους και μεγαλύτερους προφήτες του Ισραήλ. Ο Ηλίας άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη. Ήταν δασύτριχος και ζωσμένος με μια δερμάτινη ζώνη (Δ' Βασιλειών 1,8).


Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του,


πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.


Ο προφήτης Ηλίας εμφανίστηκε σε μια δύσκολη εποχή για τον Ισραήλ, όταν στο βόρειο βασίλειο βασίλευε ο Αχαάβ, ένας κακός και ασεβής βασιλιάς, που επηρεαζόταν από την ειδωλολάτρισσα σύζυγό του Ιεζάβελ.


Ο προφήτης Ηλίας, ως απεσταλμένος του Θεού, πηγαίνει στο βασιλιά Αχαάβ και προφητεύει ότι θ’ ακολουθήσουν τρία χρόνια ανομβρίας στη χώρα. Έπειτα ο Κύριος είπε στον Ηλία, προκειμένου ν’ αποφύγει την οργή του Αχαάβ, να πάει στ’ ανατολικά και να κρυφτεί στο χείμαρρο Χορράθ, ανατολικά του Ιορδάνη.


Έτσι ο Ηλίας υπάκουσε στην εντολή του Κυρίου και κρύφτηκε στο χείμαρρο Χορράθ. Εκεί οι κόρακες, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, του έφερναν ψωμί το πρωΐ και κρέας το βράδυ. Κι από το χείμαρρο έπινε νερό. Μετά όμως από μερικές ημέρες ξεράθηκε ο χείμαρρος, γιατί υπήρχε ανομβρία στη χώρα (Γ’ Βασιλειών 17,1-7).


Όταν ξεράθηκε ο χείμαρρος, ο προφήτης Ηλίας πήρε καινούρια εντολή από τον Κύριο, να πάει στη Σαρεπτά, στην περιοχή της Σιδώνας, και να μείνει εκεί. Ο Κύριος έδωσε εντολή σε μια χήρα να φροντίζει για την τροφή του προφήτη. Σηκώθηκε, λοιπόν, ο Ηλίας και πήγε στη Σαρεπτά.


Όταν έφτασε στην πύλη της πόλης, είδε μια χήρα που μάζευε ξύλα. Της φώναξε και της ζήτησε να του φέρει λίγο νερό σ’ ένα κύπελλο για να πιει. Ενώ αυτή πήγαινε να φέρει νερό, ο Ηλίας της φώναξε ξανά να του φέρει και λίγο ψωμί, από εκείνο που κρατούσε στο χέρι της.


Εκείνη του απάντησε, ότι δεν είχε ψωμί, παρά μόνο μια χούφτα αλεύρι στο πιθάρι και λίγο λάδι στο δοχείο. Και ότι πήγε εκεί για να μαζέψει λίγα ξύλα, για να ετοιμάσει για κείνη και το γιο της ό,τι έχει απομείνει από το αλεύρι, και μετά να πεθάνουν από την πείνα.


Ο Ηλίας όμως της είπε να μην ανησυχεί και να πράξει όπως της είπε. Μόνο να φτιάξει πρώτα μια μικρή λαγάνα για κείνον κι έπειτα να φτιάξει για κείνη και το γιο της. Γιατί ο Κύριος είπε, ότι το πιθάρι με το αλεύρι δεν θ’ αδειάσει και το λάδι στο δοχείο δεν θα λιγοστέψει, ως τη μέρα που ο Κύριος θα στείλει βροχή ξανά στη γη.


Πήγε, λοιπόν, η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο προφήτης. Κι έμεινε ο Ηλίας στο σπίτι της και τρώγανε για πολλές μέρες. Πράγματι, το πιθάρι με το αλεύρι δεν άδειασε και το λάδι στο δοχείο δε λιγόστεψε, όπως ακριβώς είχε πει ο Κύριος μέσω του Ηλία (Γ’ Βασιλειών 17,8-16). Έπειτα από τα γεγονότα αυτά αρρώστησε ο γιος της γυναίκας.


Η αρρώστιά του ήταν πάρα πολύ βαριά, ώστε έσβησε πλέον η ζωή του. Τότε η γυναίκα είπε στον Ηλία: «Τι είμαι εγώ για σένα, άνθρωπε του Θεού; Ήρθες στο σπίτι μου για να θυμηθεί ο Κύριος της αμαρτίες μου και να θανατώσει το γιο μου;»


Τότε ο Ηλίας της ζήτησε να του φέρει το παιδί της. Το πήρε από την αγκαλιά της και το ανέβασε στο ανώγι, όπου έμενε ο ίδιος, και το ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι του. Προσευχήθηκε τότε στον Κύριο και του είπε, γιατί έκανε κακό στη χήρα που τον φιλοξενεί και άφησε να πεθάνει ο γιος της;


Μετά φύσηξε πάνω στο παιδί τρεις φορές και προσευχήθηκε στον Κύριο να επιστρέψει πίσω η ψυχή του παιδιού. Ο Κύριος άκουσε την επίκληση του Ηλία, ξαναγύρισε η ψυχή του παιδιού μέσα του και αναστήθηκε. Και τότε φώναξε δυνατά το παιδί.


Ο Ηλίας πήρε το παιδί και το παρέδωσε στη μητέρα του, λέγοντας πως το παιδί της είναι ζωντανό. Εκείνη του απάντησε, ότι έχει πεισθεί πως είναι άνθρωπος του Θεού και πως ό,τι προφητεύει είναι πραγματικά λόγος του Κυρίου (Γ’ Βασιλειών 17,17-24).


Μετά από πολύ καιρό, το τρίτο έτος της ξηρασίας, ο Κύριος έδωσε εντολή στον Ηλία να παρουσιαστεί στον Αχαάβ και του είπε ότι θα στείλει βροχή στη γη. Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Ηλίας να πάει στον Αχαάβ, ενώ η πείνα λόγω της ανομβρίας είχε επιδεινωθεί στη Σαμάρεια.


Ο Αχαάβ εκείνες τις μέρες είχε καλέσει τον Αβδιού, τον αρχιοικονόμο του, ο οποίος σεβόταν πολύ τον Κύριο. Κι όταν η Ιεζάβελ είχε διατάξει να θανατώσουν τους προφήτες του Κυρίου, ο Αβδιού είχε πάρει εκατό προφήτες και τους είχε κρύψει από πενήντα σε δύο σπήλαια και τους προμήθευε ψωμί και νερό.


Ο Αχαάβ, λοιπόν, είχε πει στον Αβδιού να πάνε σε όλες τις πηγές και στους χειμάρρους της χώρας, μήπως βρουν χορτάρι για να ταΐσουν τα άλογα και τα μουλάρια του παλατιού, πριν πεθάνουν μέσα στους στάβλους. Μοίρασαν, λοιπόν, τη χώρα ώστε να πάνε παντού. Ο Αχαάβ πήρε τον ένα δρόμο και ο Αβδιού πήρε τον άλλο δρόμο.


Στο δρόμο του ο Αβδιού συνάντησε τον προφήτη Ηλία. Τον αναγνώρισε, τον προσκύνησε και του είπε: «Εσύ είσαι αλήθεια ο Ηλίας;» Ο προφήτης Ηλίας του απάντησε «Εγώ είμαι. Πήγαινε να πεις στον κύριό σου ότι ο Ηλίας είναι εδώ».


Τότε ο Αβδιού του είπε: «Σε τι αμάρτησα και θέλεις να ρίξεις το δούλο σου στα χέρια του Αχαάβ, να με θανατώσει; Σε διαβεβαιώνω, ενώπιον του Κυρίου, ότι δεν υπάρχει έθνος και βασίλειο που ο Αχαάβ να μην έστειλε να σε αναζητήσουν.


Κι όταν του έλεγαν ότι δεν ήσουν εκεί, αυτός παρέδιδε στη φωτιά τη χώρα εκείνη. Και τώρα εσύ μου λες να πάω να του πω πως είσαι εδώ; Κι αν τώρα που θ’ αποχωριστούμε το Πνεύμα του Κυρίου σε μεταφέρει αλλού, κι εγώ πάω να ειδοποιήσω τον Αχαάβ κι έπειτα δεν σε βρει, τότε πάνω στο θυμό του θα με θανατώσει.


Αλλά εγώ, ο δούλος σου, σέβομαι τον Κύριο από τα νιάτα μου. Ασφαλώς δεν θα ξέρεις, κύριε μου, τι έκανα, όταν η Ιεζάβελ διέταξε να θανατώσουν τους προφήτες του Κυρίου; Εγώ έκρυψα εκατό προφήτες, πενήντα σε κάθε σπηλιά και τους προμήθευα ψωμί και νερό. Και τώρα μου λες να πάω να πω στον κύριό μου πως ο Ηλίας είναι εδώ;


Τότε είναι που θα με θανατώσει!» (Γ’ Βασιλειών 18,1-14). Ο Ηλίας τον καθησύχασε και τον διαβεβαίωσε, ενώπιον του Κυρίου, πως σήμερα θα παρουσιαστεί στον Αχαάβ οπωσδήποτε.


Έτσι ο Αβδιού πήγε και βρήκε τον Αχαάβ και του έδωσε το μήνυμα του προφήτη. Πράγματι ο Αχαάβ πήγε να συναντήσει τον Ηλία. Μόλις τον είδε, του είπε: «Εσύ είσαι που αναστατώνεις τον ισραηλιτικό λαό;»


Ο Ηλίας του απάντησε: «Δεν αναστατώνω εγώ τον λαό, αλλά εσύ και η οικογένεια του πατέρα σου, επειδή αρνηθήκατε να υπακούσετε τις εντολές του Κυρίου και λατρέψατε το Βάαλ.


Τώρα, λοιπόν, στείλε και συγκέντρωσε όλους τους Ισραηλίτες, στο όρος Κάρμηλος, όπως επίσης και τους 450 ιερείς του Βάαλ καθώς και τους 400 ιερείς των δασών της Αστάρτης, τους προστατευόμενους της βασίλισσας Ιεζάβελ» (Γ’ Βασιλειών 18,15-19).


Μετά το θάνατο του Αχαάβ οι Μωαβίτες κατεπάτησαν τη συνθήκη υποτέλειας, που είχαν συνάψει με τους Ισραηλίτες. Μια μέρα ο βασιλιάς Οχοζίας έπεσε από το υπερώο του παλατιού του στη Σαμάρεια και τραυματίστηκε.


Τότε έστειλε αγγελιαφόρους να πάνε στην Ακκαρών και να ρωτήσουν τον Βάαλ, εάν θα διαφύγει τον θάνατο από τον τραυματισμό αυτόν. Αλλά Άγγελος Κυρίου κάλεσε τον Ηλία και του είπε


να πάει να συναντήσει τους αγγελιαφόρους του Οχοζία και να τους πει: «Δεν υπάρχει Θεός αληθινός στον Ισραήλ και πάνε να συμβουλευτούν τον Βάαλ στην Ακκαρών; Αυτό δεν είναι σωστό.


Και γι’ αυτό το λόγο είπε ο Κύριος, να πείτε στον Οχοζία, βασιλιά του Ισραήλ, πως από το κρεβάτι δεν θα ξανασηκωθεί και θα πεθάνει πάνω σ’ αυτό». Ο Ηλίας πήγε και συνάντησε τους αγγελιαφόρους του Οχοζία και τους είπε τα λόγια του Κυρίου (Δ’ Βασιλειών 1,1-4).


Έτσι οι αγγελιαφόροι επέστρεψαν στον Οχοζία και εκείνος τους ρώτησε, γιατί επέστρεψαν τόσο σύντομα. Αυτοί του είπαν για τη συνάντησή τους με κάποιον άνδρα και του μετέφεραν τα λόγια του Κυρίου.


Ο Οχοζίας τους ζήτησε να του περιγράψουν τον άνδρα αυτόν. Εκείνοι είπαν πως ήταν δασύτριχος και ζωσμένος με μια δερμάτινη ζώνη. Ο Οχοζίας αναγνώρισε πως ο άνδρας που συνάντησε τους αγγελιαφόρους ήταν ο Ηλίας και έστειλε τον Πεντηκόνταρχο με τους άνδρες του να τον καλέσουν στο παλάτι.


Ο Πεντηκόνταρχος τον βρήκε να κάθεται στην κορυφή του όρους και του είπε «Άνθρωπε του Θεού, ο βασιλιάς σε καλεί να τον συναντήσεις». Ο προφήτης Ηλίας του απάντησε «Εάν εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού, όπως και είμαι, θα κατέβει φωτιά από τον ουρανό και θα κάψει εσένα και τους άνδρες σου».


Ο Οχοζίας έστειλε στον Ηλία άλλον Πεντηκόνταρχο, αλλά κι εκείνος μίλησε στον Ηλία με τα ίδια λόγια. Επαναλήφθηκε και με τον δεύτερο Πεντηκόνταρχο ότι έγινε με τον πρώτο. Ο Οχοζίας στη συνέχεια έστειλε


και τρίτο αξιωματικό, ο οποίος είπε στον Ηλία «Άνθρωπε του Θεού, γνωρίζω ότι φωτιά από τον ουρανό κατέκαψε τους δύο πρώτους Πεντηκόνταρχους και τους άνδρες τους, γι’ αυτό σε ικετεύω να δείξεις έλεος και να λυπηθείς τις ζωές μας».


Ο Άγγελος του Κυρίου είπε στον Ηλία να πάει μαζί του και να μην φοβηθεί (Δ’ Βασιλειών 1,5-15). Ο Ηλίας λοιπόν πήγε μαζί τους και παρουσιάστηκε στον βασιλιά. Ο Ηλίας επανέλαβε στον Οχοζία


ότι είχε πει στους αγγελιοφόρους του, ότι επειδή πήγαν να συμβουλευτούν τον Βάαλ στην Ακκαρών, γι’ αυτό το λόγο είπε ο Κύριος, πως από το κρεβάτι δεν θα ξανασηκωθεί και θα πεθάνει πάνω σ’ αυτό. Και πράγματι η προφητεία του Ηλία επαληθεύτηκε. Ο Οχοζίας σε λίγες ημέρες πέθανε (Δ’ Βασιλειών 1,15-17). Εκ του ιστολογίου <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE>>.


Print Friendly and PDF