«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΒ' ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΒ' ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ (2022)
Αποσπασματική, απομαγνητοφωνημένη ομιλία
Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια ομιλίας
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ, ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ: ΟΙ ΔΕ ΕΝΝΕΑ ΠΟΥ;
Τῷ καιρῷ εκείνω, εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς.Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ (2022)
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ: ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ - ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: «ΔΙΔΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (2024)
ΕΠΙ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ: «ΞΕΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΕΥΓΝΩΜΩΝ»!
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ - ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (2021)
Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ - ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ
Ο μιμητής του Ιώβ, ο θείος Χρυσόστομος, εσυνήθιζε πάντοτε να λέγη το αξιομνημόνευτον αυτό απόφθεγμα, σε κάθε περίσταση. «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Δεν θα παύσω να το επαναλαμβάνω πάντοτε, για όλα όσα μου συμβαίνουν». Το ίδιο εσυνήθιζε να λέγη και ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς σε κάθε υπόθεση, μιμούμενος τον θείον Χρυσόστομον, ο οποίος με την εύλαλον γλώσσα του προσθέτει:
Ας ευχαριστούμε λοιπόν για όλα, για ό,τι και αν συμβή, αυτό είναι ευχαριστία. Διότι το να το κάνης αυτό όταν όλα πηγαίνουν ομαλά, δεν είναι σπουδαίον, επειδή σε αυτό ωθεί η ιδία η φύσις των πραγμάτων. Εάν όμως ευχαριστούμε ενώ ευρισκόμεθα στο βάθος των κακών, αυτό είναι θαυμαστόν.
Πράγματι, όταν εμείς ευχαριστούμε για εκείνα τα οποία άλλοι βλασφημούν και αποθαρρύνονται, κοίτα πόση η φιλοσοφία! Πρώτον, εύφρανες τον Θεόν. Δεύτερον, εντρόπιασες τον διάβολο. Τρίτον, αυτό που συνέβη το απέδειξες μηδαμινό. Δηλαδή συγχρόνως και εσύ ευχαριστείς, και ο Θεός απομακρύνει την λύπη, και ο διάβολος υποχωρεί.
Τίποτε αγιώτερον δεν υπάρχει από την γλώσσα, που μέσα στα κακά ευχαριστεί τον Θεόν. Όντως δεν υστερεί σε τίποτε από την γλώσσα του μάρτυρος. Στεφανώνεται και αυτή ομοίως με εκείνον. Διότι και αυτή έναν δήμιον έχει ενώπιόν της, ο οποίος την αναγκάζει να αρνηθή τον Θεόν δια της βλασφημίας. Τον διάβολον έχει, ο οποίος με δημίους λογισμούς την σχίζει σε λωρίδες, και την σκοτίζει με την λύπη. Αν λοιπόν κάποιος υπομείνη τα βάσανα και ευχαριστήση, έλαβε στέφανον μαρτυρίου.
Λέγει και ο μέγας Βασίλειος: είναι αισχρόν όταν μεν τα πράγματα έρχονται ευνοϊκά να ευλογούμε τον Θεόν, στα δε στενόχωρα και επίπονα να σιωπούμε. Αλλά τότε πρέπει και περισσότερο να τον ευχαριστούμε, γνωρίζοντας ότι «oν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν oν παραδέχεται…».
Τι λέγω; Όχι μόνο πρέπει κανείς να ευχαριστή τον Θεό για τις θλίψεις και τους πειρασμούς της παρούσης ζωής, αλλά πρέπει να τον ευχαριστή ακόμη και για την μέλλουσαν κόλασιν. Επειδή και η κόλασις είναι συμφέρον και ωφέλιμο για τους κολαζομένους. Γιατί; Επειδή η κόλασις είναι εμπόδιον της αμαρτίας και του κακού, γι’ αυτό ονομάζεται και κόλασις, επειδή κολάζει, και εμποδίζει το κακόν. Αν δεν υπήρχε κόλασις, η αμαρτία και το κακό, θα επεκτείνετο σε άπειρον διάστημα και ποτέ δεν θα ελάμβανε τέλος.
Γι’ αυτό και ο σοφώτατος Μάρκος ο Εφέσου είπε τούτον τον παράδοξον μεν στην ακοήν, όμως αληθινόν λόγον και βέβαιον, ότι δηλαδή συμφέρει στους κολαζομένους να κολάζωνται. Όθεν και ο όσιος Θεόκτιστος ο Στουδίτης, σε ένα τροπάριο εις τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν λέγει επί λέξει: «Και εν τη κολάσει ευχαριστώ», διότι η κόλασις δεν είναι κακόν καθ’ εαυτό, ή μάλλον είναι και καλόν. Αφ’ ενός μεν διότι εμποδίζει και συστέλλει την αμαρτίαν και δεν την αφήνει να ενεργή επ’ άπειρον, όπως είπαμε, αφ’ ετέρου δε διότι η κόλασις είναι ποινή και παίδευσις του κακού, και με αυτήν εκπληρώνεται η δικαιοσύνη του Θεού.
Όθεν, αν και η κόλασις δεν είναι προηγούμενον θέλημα του Θεού, είναι όμως επόμενον θέλημά του, σύμφωνα με τους ιερούς θεολόγους. Μόνη δε η αμαρτία είναι αυτή καθ’ εαυτήν κακό, και ούτε κατά προηγούμενον θέλημα του Θεού γίνεται, ούτε κατά επόμενον, αλλά κατά μοχθηράν γνώμην του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο θείος Χρυσόστομος παραγγέλλει στους χριστιανούς τα ακόλουθα: «Αυτό να είναι το έργο σας, να ευχαριστήτε στις προσευχές και για τις φανερές και για τις αφανείς ευεργεσίες, και για όσες ήταν σύμφωνες με το θέλημά σας και για όσες όχι. Και για την βασιλεία των ουρανών και για την γέεννα του πυρός, και στην θλίψη και στην άνεση. Έτσι συνηθίζουν να προσεύχωνται οι Άγιοι, και για τις κοινές ευεργεσίες να ευχαριστούν. Γνωρίζω εγώ κάποιον άγιον άνδρα ο οποίος προσεύχεται με αυτόν τον τρόπο.
Δεν έλεγε τίποτε πριν από αυτά τα λόγια, αλλά ότι: ευχαριστούμε Κύριε για όλες τις ευεργεσίες που έδειξες σε μας τους αναξίους από την πρώτην ημέρα μέχρι σήμερα. Γι’ αυτές που γνωρίζουμε και γι’ αυτές που δεν γνωρίζουμε, για τις φανερές, για τις αφανείς, για όσες έγιναν με έργο, για όσες με λόγο, για όσες έγιναν με την θέλησή μας και για όσες όχι, για όλες όσες έχουν γίνει σ’ εμάς τους αναξίους. Για τις θλίψεις, για τις ανέσεις, για την γέενα του πυρός, για την κόλαση, για την Βασιλείαν των Ουρανών».
Ο δε άγιος Ισαάκ είπεν ότι όποιος ευχαριστεί, παρακινεί τον ευεργέτην του να του δίδη περισσότερες ευεργεσίες: «η ευχαριστία του λαμβάνοντος ερεθίζει τον δίδοντα να δώση δωρήματα μεγαλύτερα από τα προηγούμενα». Και πάλιν ο ίδιος ο θείος Ισαάκ λέγει: «όποιος δεν ευχαριστεί για τα μικρότερα, και στα μεγαλύτερα είναι ψεύστης και άδικος». Και επίσης: «αυτό που οδηγεί τα χαρίσματα του Θεού προς τον άνθρωπον είναι η καρδία η κινουμένη προς ευχαριστίαν αδιάλειπτον».
Γίνε λοιπόν, άνθρωπε, ευχάριστος στον Θεόν για το κάθε τι, «ευλόγει αυτόν εν παντί καιρώ, η αίνεσις αυτού ας είναι δια παντός εν τω στόματί σου». Εάν υγιαίνης, δώρον του Θεού είναι η υγεία. Εάν ασθενής, η ασθένεια του σώματος είναι σωτηρία της ψυχής. Μη λείπη λοιπόν ποτέ από το στόμα σας η δοξολογία του Θεού. Εν παντί ευχαριστείτε τον Θεόν, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
*(18ος – 19ος αι., Ερμηνεία εις τας ΙΔ’ επιστολάς του Απ. Παύλου (Κολασ. δ΄ 15, σελ. 412). Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 417 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς). *Εκ του ιστοτόπου «poimin.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ - ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: «ΔΙΔΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
Η σημερινή ευαγγελική διήγηση για τη θεραπεία από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό των δέκα λεπρών (Λουκ. ιζ’ 12-19) έχει οριστεί από την αγία Εκκλησία μας να διαβάζεται σε κάθε περίπτωση κοινής ευχαριστίας προς τον Θεό για κάποια ευεργεσία Του. Από τους δέκα λεπρούς που θεραπεύτηκαν από τον Σωτήρα, μόνο ο ένας σκέφτηκε να Τον ευχαριστήσει. Οι υπόλοιποι εννέα, μολονότι ευεργετήθηκαν εξίσου, μολονότι είδαν στον ίδιο τους τον εαυτό ένα εκπληκτικό σημείο τής θείας ευσπλαχνίας και παντοδυναμίας, δεν εκτίμησαν πνευματικά ούτε την ανέλπιστη θεραπεία τους ούτε Εκείνον που με την προσταγή Του λυτρώθηκαν από την ανίατη ασθένεια.
Η συμπεριφορά των αχάριστων, των σκληρόκαρδων, των νεκρών ως προς τον νου και την καρδιά ανθρώπων αποδοκιμάστηκε από τον Κύριο. Όταν ο ένας από τους λεπρούς, που έγιναν καλά, επέστρεψε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό κι έπεσε στα πόδια τού Σωτήρα με ευχαριστίες, Εκείνος του είπε: «Δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα πού είναι; Κανένας τους δεν βρέθηκε να επιστρέφει και να δοξάσει τον Θεό;». Τα λόγια αυτά έχουν ένα βαθύ νόημα. Ο Θεάνθρωπος με την ανθρώπινη φύση Του δεν ζητούσε από τους ανθρώπους να Τον δοξάζουν. Τους ζητούσε, για το δικό τους καλό, να τιμούν τον Θεό όπως Του πρέπει.
Όσοι είχαν καλή προαίρεση και αληθινή θεοσέβεια, έβρισκαν τον Θεό που ήταν κρυμμένος στην ανθρώπινη μορφή τού Ιησού, έβρισκαν τον Σωτήρα και σ’ Εκείνον τη σωτηρία τους. Αρνήθηκαν τον Σωτήρα όσοι προηγουμένως είχαν αρνηθεί τον Θεό μέσα στην ψυχή τους. Ο Κύριος είπε κάποτε στους Ιουδαίους που Τον μισούσαν και Τον βλασφημούσαν: «Αν ο Θεός ήταν πραγματικά πατέρας σας, θα αγαπούσατε κι εμένα. Γιατί εγώ από τον Θεό βγήκα και ήρθα σ’ εσάς. Εκείνος που κατάγεται από τον Θεό, ακούει τα λόγια τού Θεού- γι’ αυτό εσείς δεν ακούτε (τα λόγια τού Θεού), επειδή δεν κατάγεστε από τον Θεό» (Ιω. 8:42, 47).
Η ευχαριστία είναι αρετή σπάνια ανάμεσα στους ανθρώπους. Δυστυχώς, συχνά ακούγεται μια θριαμβική διακήρυξη, που συνοδεύεται από έναν επίσης θριαμβικό καγχασμό: “Πήρα από τον τάδε αυτό κι αυτό!”. Με τη διακήρυξη αυτή αποκαλύπτεται μια φοβερή ψυχική εξαχρείωση: Αποσπάστηκε μια ευεργεσία με κολακεία, με προσποίηση και με άλλα παρόμοια μέσα· και ο άνθρωπος που εξαπατήθηκε και ευεργέτησε τον συνάνθρωπό του, εμπαίζεται απ’ αυτόν για την ευεργεσία του.
Σε κάποιες σωματικές ασθένειες παρατηρούνται συμπτώματα αλλόκοτα και ανεξήγητα. Τέτοια συμπτώματα παρουσιάζουν και οι πνευματικές ασθένειες. Έτσι, συχνά οι ευεργεσίες γεννούν στην ψυχή του ευεργετημένου όχι ευγνωμοσύνη, όπως θα ήταν φυσιολογικό, αλλά απεναντίας ένα άγριο μίσος εναντίον τού ευεργέτη. Απ’ αυτό το τόσο συνηθισμένο παράδοξο βγήκε η λαϊκή παροιμία: «Μην τρέφεις, μην ποτίζεις, μην πλουτίζεις τον εχθρό σου». Είναι πολύ ισχυρό το δηλητήριο της αμαρτίας, που έχει διαποτίσει τις ψυχές μας. Δηλητηριασμένοι απ’ αυτό, είμαστε ικανοί να μισήσουμε όχι μόνο τους ευεργέτες μας ανθρώπους, αλλά ακόμα και τον ευεργέτη μας Θεό. Το αποδεικνύουμε πολλές φορές και με πολλούς τρόπους.
Η έχθρα προς τον Θεό εκφράζεται με την περιφρόνηση των εντολών Του, εκφράζεται με διαγωγή σύμφωνη με το δικό μας θέλημα και τη δική μας σκέψη. Ο Κύριος είπε: «Όποιος δεν με αγαπά, δεν τηρεί τα λόγια μου». Γιατί περιφρονούμε τις θείες εντολές; Γιατί λησμονούμε τον Θεό; Γιατί δεν Τον γνωρίζουμε; Επειδή δεν συλλογιζόμαστε ούτε τον Θεό ούτε τον εαυτό μας, γι’ αυτό ζούμε επιπόλαια, γι’ αυτό ασχολούμαστε μόνο με τη ματαιότητα. Η ορατή κτίση μας κηρύσσει τον παντοδύναμο, τον πανάγαθο, τον πάνσοφο Θεό. Τον κηρύσσουμε κι εμείς οι ίδιοι. Την ύπαρξη, τις ικανότητες της ψυχής και του σώματος, όλα τα μέσα για την υλική υπόστασή μας και για τη διαμόρφωση του πνεύματός μας τα λάβαμε χωρίς τη δική μας γνώση ή θέληση. Τίποτα δεν κάνουμε από το τίποτα· όλα τα κάνουμε από τα εφόδια που μας έχουν δοθεί. Ακόμα και η ικανότητα να κάνουμε κάτι είναι βαλμένη στη φύση μας, δεν είναι δικό μας απόκτημα. Και μέσα μας και γύρω μας υπάρχουν αιτίες για να συλλογιζόμαστε τον Θεό και να Τον ευχαριστούμε.
Η Αγία Γραφή και τα κείμενα των αγίων πατέρων μάς αποκαλύπτουν την αφθονία και τη σπουδαιότητα των ευεργεσιών που μας παρακινούν να ευχαριστούμε τον Κύριο. Η ευχαριστία τού Θεού έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: Γεννά και δυναμώνει την πίστη, μας φέρνει κοντά στον Θεό. Η αχαριστία προς τον Θεό και η λήθη Του εξαλείφουν την πίστη και μας απομακρύνουν από κοντά Του. Ο απόστολος λέει ότι εκείνοι που πιστεύουν αληθινά στον Θεό είναι «ριζωμένοι σ’ Αυτόν και οικοδομούν τη ζωή τους επάνω Του, γίνονται όλο και πιο σταθεροί στην πίστη και προοδεύουν σ’ αυτήν, ευχαριστώντας τον Θεό».
Για την ουσιαστική ψυχική ωφέλεια που κερδίζει ο άνθρωπος με την ευχαριστία τού Θεού, Εκείνος μας παραγγέλλει να Τον ευχαριστούμε και να Τον ευγνωμονούμε ακατάπαυστα. «Να ευχαριστείτε τον Θεό για το καθετί», λέει ο απόστολος· και επισημαίνει: «Αυτό είναι το θέλημα του Θεού, όπως αποκαλύφθηκε σ’ εσάς διά του Χριστού». Μ’ άλλα λόγια, η καινοδιαθηκική εντολή τής ευχαριστίας τού Θεού είναι μυστική, πνευματική, θεία· απορρέει από το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Χριστού και βασίζεται σ’ αυτό το μυστήριο.
Ο Θεάνθρωπος πέρασε την επίγεια ζωή Του με στερήσεις και θλίψεις. Έτσι καθαγίασε τις στερήσεις και τις θλίψεις εκείνων που αληθινά πιστεύουν σ’ Αυτόν, έτσι τοποθέτησε τις στερήσεις και τις θλίψεις πιο πάνω από την επίγεια ευημερία, στην οποία ο Ίδιος δεν είχε καμιά μετοχή. Η παραγγελία για την ευχαριστία τού Θεού είναι ξένη προς το σαρκικό φρόνημα. Κατανοείται μόνο με τον πνευματικό λογισμό. Ο άνθρωπος που έχει σαρκικό φρόνημα, ακόμα και όταν ευχαριστεί, το κάνει μόνο για υλικές ευεργεσίες. Στις δοκιμασίες ταράζεται, γογγύζει και βλασφημεί. Ο Θεός, όμως, προστάζει να Τον ευχαριστούμε για όλα, ακόμα και για τις θλίψεις. Προστάζει να Τον ευχαριστούμε για τις θλίψεις μας, επειδή μ’ αυτές μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού. Και όταν προστάζει να Τον ευχαριστούμε για την ευημερία και την ευτυχία μας, το κάνει συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία μας.
«Γι’ αυτό ο Ιησούς», γράφει ο απόστολος, «για να αγιάσει τον λαό Του με το ίδιο Του το αίμα, θανατώθηκε έξω από την πύλη. Ας πάμε, λοιπόν, κι εμείς κοντά Του, έξω από το στρατόπεδο», δηλαδή έξω από τη συνήθεια αυτού του κόσμου, «και ας υποστούμε τον ίδιο μ’ Αυτόν εξευτελισμό. Γιατί δεν έχουμε εδώ μόνιμη πολιτεία, αλλά λαχταρούμε τη μελλοντική». «Γιατί σ’ εμάς δόθηκε το χάρισμα όχι μόνο να πιστεύουμε στον Χριστό, αλλά και να υποφέρουμε γι’ Αυτόν». Το δώρο, φυσικά, το ακολουθεί η ευχαριστία. Αν οι θλίψεις για τον Χριστό είναι θείο δώρο, δώρο που δίνεται από τον Θεό στον αληθινό χριστιανό, τότε ο χριστιανός οφείλει να δείξει έμπρακτα τη χριστιανική του ιδιότητα, ευχαριστώντας για τις θλίψεις· οφείλει να δεχθεί το δώρο τού Θεού, ευχαριστώντας γι’ αυτό.
Με την ευχαριστία δυναμώνει η πίστη, αποκαλύπτονται τα μεγάλα μυστήρια του Χριστιανισμού και, με την ενέργεια της χάριτος, μπαίνει στην ψυχή η θεογνωσία, την οποία ακολουθούν η θεία ειρήνη και η πνευματική παρηγοριά. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος αποφαίνεται: «Πριν από τη χάρη τρέχει η ταπείνωση, και πριν από την παιδαγωγική τιμωρία τρέχει η υπερηφάνεια. Στόμα που ευχαριστεί πάντοτε, δέχεται ευλογία από τον Θεό, και καρδιά που επιμένει στην ευχαριστία, κατοικείται από τη χάρη. Οδηγός των χαρισμάτων τού Θεού προς τον άνθρωπο είναι η καρδιά που κινείται σε αδιάλειπτη ευχαριστία, ενώ οδηγός τού πειρασμού προς την ψυχή είναι η έννοια του γογγυσμού, αν κινείται συνέχεια στην καρδιά». «Η ευχαριστία εκείνου που παίρνει τα δώρα, παρακινεί εκείνον που τα δίνει να προσφέρει δώρα ακόμα μεγαλύτερα από τα πρώτα. Δεν υπάρχει δώρο που να μένει χωρίς αύξηση, παρά μόνο εκείνο για το όποιο δεν εκφράστηκε ευχαριστία. Το μερίδιο του ανόητου είναι μικρό στα μάτια του».
Παρόμοιες επισημάνσεις κάνουν και οι άλλοι πατέρες τής Εκκλησίας. Όλοι μας προτρέπουν να ευχαριστούμε τον Θεό για το καθετί που μας συμβαίνει, είτε ευχάριστο είτε λυπηρό είναι αυτό. Η πίστη μάς διδάσκει ότι καθετί που μας συμβαίνει, προέρχεται από την πανάγαθη και πάνσοφη πρόνοια του Θεού για την ωφέλειά μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο η πίστη μας χειραγωγεί στην ευχαριστία τού Θεού. Η ευχαριστία τού Θεού, με τη σειρά της, διπλασιάζει την πίστη. Γιατί η ευχαριστία γεννιέται από την πίστη τού νου και στη συνέχεια γεννά την πίστη τής καρδιάς.
Το μεγάλο στάδιο της ευχαριστίας και της δοξολογίας ανοίγεται μπροστά στον χριστιανό που ζει ευλαβικά, σύμφωνα με τις εντολές τού Ευαγγελίου, τον χριστιανό που δεν τυφλώνεται από τις μάταιες απολαύσεις και μέριμνες, τον χριστιανό που αποβλέπει σταθερά στην απόλαυση της αιωνιότητας. Καθετί το πρόσκαιρο περνά και χάνεται. Ακατάπαυστα το μέλλον γίνεται παρόν και το παρόν παρελθόν. Ό,τι υπήρξε κι έφυγε, δεν επιστρέφει. Και καθετί το μελλοντικό θα έρθει για λίγο, πολύ λίγο, κι έπειτα θα γίνει παρελθόν. Όποιος ζει στη γη σαν ξένος και περαστικός ως προς τον τρόπο σκέψεως, ως προς τα αισθήματα της καρδιάς και ως προς τη συνολική διαγωγή του, που απορρέει από τον τρόπο σκέψεως και τα αισθήματα της καρδιάς, αυτός μπορεί να ευχαριστεί και να δοξολογεί ακατάπαυστα τον Θεό.
Έτσι έκανε και ο άγιος προφήτης Δαβίδ με τον φωτισμό και τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Παντού και πάντοτε, σαν εκστατικός, ξέχυνε από τα βάθη τής ψυχής του την ευχαριστία και τη δοξολογία τού Θεού: «Δόξαζε, ψυχή μου, τον Κύριο και όλο μου το είναι το όνομά Του το άγιο! Δόξαζε, ψυχή μου, τον Κύριο και μην ξεχνάς καμιάν από τις ευεργεσίες Του!». «Θα σε δοξολογήσω, Κύριε, μ’ όλη μου την καρδιά, θα διηγηθώ όλα τα θαυμαστά Σου έργα». «Θα Σε υμνώ, Θεέ μου, Βασιλιά μου, και θα δοξολογώ το όνομά Σου παντοτινά κι αιώνια. Κάθε μέρα θα Σε δοξολογώ, και θα υμνώ το όνομά Σου παντοτινά κι αιώνια». Ως αιτία τής δοξολογίας τού Θεού ο προφήτης προβάλλει τα απέραντο μεγαλείο Του: «Μεγάλος είναι ο Κύριος και άξιος πολύ να υμνείται· η μεγαλοσύνη Του δεν έχει όριο». Το μεγαλείο τού Θεού το έβλεπε ο Δαβίδ στα έργα Του: «Κύριε, Θεέ μου, είσαι πολύ μεγάλος!… Φοράς για ένδυμά Σου το φως, δηλώνεις τον ουρανό σαν σκηνή… Θεμελίωσες τη γη στις ασφαλείς βάσεις της». Η ορατή κτίση δίκαια μπορεί να ονομαστεί ένδυμα του Θεού. Μ’ αυτό το ένδυμα ο αόρατος Θεός γίνεται ορατός: «Ντύθηκες μεγαλοπρέπεια».
Μεγαλόπρεπη είναι, πράγματι, η ορατή κτίση. Κηρύσσει την ύπαρξη του Θεού, κηρύσσει την παντοδυναμία, την πανσοφία, την αγαθότητα του Θεού. Όλα τα δημιουργήματά Του, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα, έχουν τους νόμους τους. Η ανακάλυψη ενός αμελητέου μέρους αυτών των νόμων αποτελεί δόξα για τον ανθρώπινο νου, ο οποίος πρέπει να έχει την επίγνωση πως ό,τι έχει ανακαλυφθεί είναι μηδαμινό μπροστά σ’ εκείνα που δεν έχουν ανακαλυφθεί. Έχει ανακαλυφθεί ένα μεγάλο μέρος απ’ ό,τι είναι δυνατό ν’ ανακαλυφθεί με τις περιορισμένες ικανότητες του ανθρώπου. Αλλά το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος των φυσικών νόμων παραμένει απροσπέλαστο και ανεξήγητο.
Ο ανθρώπινος νους, που υπολόγισε τις πορείες των πλανητών στο αχανές διάστημα, στέκεται με απορία μπροστά στο ταπεινό χορταράκι, που αδιάφορα το πατάμε. Δεν μπορεί να ανακαλύψει σε τι συνίσταται η ζωή αυτού του μικρού χόρτου, ποιους χυμούς αντλεί με τη ρίζα του από τη γη, πώς και σε τι μετατρέπονται αυτοί οι χυμοί, πώς δίνουν, γενικά, στα φυτά διάφορες μορφές, διάφορα χρώματα, διάφορα αρώματα, διάφορες γεύσεις. Τι είναι η ηλιακή ακτίνα; Τι είναι το φαινόμενο του ηλεκτρισμού; Παρόμοια ερωτήματα μπορούμε να παραθέσουμε αναρίθμητα. Εμείς βλέπουμε ενέργεια. Η ενέργεια φανερώνει την ύπαρξη νόμων. Οι νόμοι είναι απρόσιτοι στον ανθρώπινο νου.
Τόσο η ανακάλυψη φυσικών νόμων που έχουν ερμηνευθεί και κατανοηθεί, όσο και η ανακάλυψη νόμων που ξεπερνούν την αντίληψή μας, αποτελέσματα του μόχθου και «αναμφισβήτητη δόξα του ανθρώπινου νου, μαρτυρούν καθαρά ότι οι νόμοι αυτοί θεσπίστηκαν από τον ύψιστο και άπειρο Νου. «Πόσο μεγαλειώδη είναι τα έργα Σου, Κύριε· όλα με σοφία τα δημιούργησες». Μόνο η αφροσύνη και ο παραλογισμός μπορούν να διακηρύσσουν ότι τα δημιουργήματα, που υπάρχουν και διέπονται από σοφούς νόμους, είναι προϊόντα της τύχης, ότι απέκτησαν υπόσταση χωρίς σκέψη. Τα έργα τού υψίστου Νού συκοφαντούνται μ’ αυτή τη θεωρία από τους άθεους. Οι ίδιοι καμαρώνουν για τον νου τους, όταν ανακαλύπτουν κάποιον νόμο, αλλά υποστηρίζουν ότι αυτός ο νόμος θεσπίστηκε από τη δίχως νου τύχη. Τι πιο παράλογο από μια συκοφαντία που αντιφάσκει προς τον εαυτό της;
Το μεγαλείο των έργων τού Θεού, καθώς το ατενίζουμε στην ορατή κτίση, μας παρακινεί σε δοξολογία Του: «Κάθε γενιά ανυμνεί τα έργα Σου και διακηρύσσει τη δύναμή Σου. Τη μεγαλόπρεπη δόξα τής αγιοσύνης Σου διαλαλούν και τα θαύματά Σου διηγούνται. Τη δύναμη των φοβερών Σου προσταγμάτων εξιστορούν και τη μεγαλοσύνη Σου διηγούνται». Κι αυτά γιατί «ό,τι μπορούν να γνωρίζουν για τον Θεό τούς είναι γνωστό, αφού ο Ίδιος ο Θεός τους το φανέρωσε. Δηλαδή, παρότι και η αιώνια δύναμη του Θεού και η θεϊκή Του ιδιότητα είναι αόρατες, μπορούν να τις δουν μέσα στη δημιουργία από τότε που έγινε ο κόσμος. Γι’ αυτό και δεν έχουν καμιά δικαιολογία» όσοι δεν γνώρισαν τον Θεό μέσ’ από τη δημιουργία, με την ενατένιση των ορατών δημιουργημάτων.
Η ορατή κτίση έχει τεθεί στην υπηρεσία μας —τ’ αστέρια τού ουρανού, ο αέρας και τα τόσα αέρια σώματα, η γη, οι θάλασσες, τα ποτάμια, τα ζώα, τα φυτά, τα ορυκτά. Ταξιδιώτη της γης! Κοίταξε τη φύση, αυτό το ξενοδοχείο στο οποίο έχεις καταλύσει για ένα μικρό χρονικό διάστημα, για το διάστημα της σύντομης επίγειας ζωής σου· κοίταξέ την με τον καθαρό νου που διαμορφώνει η ενάρετη ζωή· κοίταξε την αφθονία των αγαθών που υπάρχουν γύρω σου. Από ένα τέτοιο κοίταγμα η ψυχή σου θα γεμίσει φυσιολογικά με ευχαριστία τού Θεού. Έτσι έγινε με όλους όσοι ενατένισαν τη φύση με το πνεύμα που δίνει η χριστιανική ζωή. Γι’ αυτούς προείπε ο προφήτης: «Η ανάμνηση του πλήθους (των ευεργεσιών) της καλοσύνης Σου θα ξεχύνεται (από τις καρδιές τους) και για τη δικαιοσύνη Σου θ’ αναγαλλιάζουν. Συμπονετικός και εύσπλαχνος είναι ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος. Καλός είναι ο Κύριος για όλους, και το έλεός Του απλώνεται σ’ όλα τα δημιουργήματά Του. Θα Σε δοξολογούν, Κύριε, όλα τα δημιουργήματά Σου και θα Σε ευλογούν οι πιστοί Σου».
Σ’ όλους τους ανθρώπους δόθηκε η ικανότητα να βλέπουν τον Θεό καθαρά μέσα στη φύση και να Του απονέμουν προσκύνηση, δοξολογία, ευχαριστία. Τον βλέπουν, όμως, μόνο όσοι δεν στερούν από τον εαυτό τους αυτή την ικανότητα με την αμαρτωλή ζωή και με την αποδοχή μάταιων λογισμών, όσοι δεν ακολουθούν με την καθοδήγηση αυτών των ολέθριων οδηγών εσφαλμένη πορεία, όσοι δεν δείχνουν με τη διαγωγή τους ότι εχθρεύονται και αρνούνται τον Θεό. Ο Θεός, μέσα στην απέραντη αγαθότητά Του, φανερώθηκε στους ανθρώπους και με άλλον τρόπο. Φανερώθηκε ανάμεσά τους, δίπλα τους, για να Τον πλησιάσουν, να Τον οικειωθούν, να ενωθούν μαζί Του, να βρουν σ’ Αυτόν τη σωτηρία και την αιώνια μακαριότητα, να λυτρωθούν δι’ Αυτού από την απώλεια και την αιώνια δυστυχία, στην οποία είχαν καταδικαστεί με την αυτοπροαίρετη πτώση τους.
Φανερώθηκε όχι με μεγαλόπρεπη περιβολή, όχι με βασιλική πορφύρα —την ορατή κτίση, μολονότι παρέμεινε και μέσα σ’ αυτήν ως «πανταχού παρών». Φανερώθηκε με την ταπεινή μορφή τού ανθρώπου, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση και παίρνοντας επάνω Του όλες τις αδυναμίες μας —τις συνέπειες της πτώσεώς μας— εκτός από την αμαρτία. Φανερώθηκε στη γη, τη χώρα τής εξορίας μας, και πέρασε τη ζωή Του πάνω σ’ αυτήν όπως ταιριάζει σ’ έναν εξόριστο, με στερήσεις, με θλίψεις, με διώξεις, για να την τερματίσει με οδυνηρό θάνατο σε σταυρό.
Ο Θεάνθρωπος ομολόγησε με τη ζωή και τον θάνατό Του τη δικαιοκρισία τού Θεού, η οποία έριξε τους ανθρώπους από τον παράδεισο στη γη. Ομολόγησε, επίσης, την ενοχή των ανθρώπων ενώπιον του Θεού. Η ομολογία αυτή αποτελούσε τον μοναδικό αλλά και αναγκαίο όρο τής καταλλαγής μας μ’ Εκείνον. Όλοι όσοι θέλουν να είναι αληθινοί χριστιανοί, οφείλουν να ομολογούν την ενοχή τους ενώπιον του Θεού, πρώτον, με τον νου και την καρδιά, δεύτερον, με τα χείλη και τον λόγο και, τρίτον, με τη ζωή και τη διαγωγή τους. Ο καθένας μας πρέπει να σηκώνει τον σταυρό του και ν’ ακολουθεί τον Χριστό. Διαφορετικά, δεν μπορεί να είναι μαθητής τού Χριστού.
Μπροστά στο μεγαλείο τής θείας αγαθότητας, που φανερώθηκε με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και τη σωτηρία των ανθρώπων απ’ Αυτόν, ο χριστιανός εντυπωσιάζεται, απορεί, ξεσπά σε αδιάλειπτη δοξολογία και ευχαριστία τού Θεού, φλογίζεται από την επιθυμία να ζήσει σύμφωνα με τις εντολές τού Ευαγγελίου και ν’ ακολουθήσει τον Χριστό στη στενή και γεμάτη θλίψεις οδό. Και όταν μπει ο χριστιανός στη στενή οδό, τότε βλέπει και κατανοεί την καταστροφική πλάνη τής ευρύχωρης οδού· όταν γευθεί την πνευματική παρηγοριά με την οποία τρέφει ο Θεός όσους βαδίζουν στη γεμάτη θλίψεις οδό, όπως έτρεφε τους Ισραηλίτες με το μάννα στην έρημο, τότε αρχίζει ν’ αποστρέφεται τη σαρκική και αμαρτωλή απόλαυση, που σε τόση αφθονία την έχει ο κόσμος, όπως τότε η Αίγυπτος. Άφατη δοξολογία και ευχαριστία απευθύνει στον Θεό ο χριστιανός μέσα στις στερήσεις και τις θλίψεις, με τις οποίες η θεία πρόνοια τον απομακρύνει από τη μετοχή και τη δουλεία στην αμαρτία, με τις οποίες η θεία πρόνοια τον συγκαταλέγει στη χορεία των ακολούθων τού Χριστού.
Από κανέναν άνθρωπο δεν ανέβηκαν στον ουρανό δοξολογικές κραυγές προς τον Θεό για επίγεια ευημερία, σαν τις δοξολογικές εκείνες κραυγές των αγίων μαρτύρων για τα βασανιστήρια και τον θάνατο, με τα οποία αξιώθηκαν να σφραγίσουν την ομολογία τού Χριστού και να ενωθούν πλήρως μαζί Του. Από κανένα μεγαλόπρεπο ανάκτορο κι από κανένα πολυδάπανο συμπόσιο δεν ακούστηκαν δοξολογίες και ευχαριστίες τού Θεού, σαν τις δοξολογίες και τις ευχαριστίες που ακούστηκαν από τα φτωχικά κελιά των στερημένων και βασανισμένων μοναχών, σαν τις δοξολογίες και τις ευχαριστίες που ακούστηκαν από τα τραπέζια των νηστευτών, όταν αυτοί γεύονταν το πενιχρό ψωμί τους για την ενίσχυση του σώματος, του υπηρέτη της ψυχής τους, αποφεύγοντας τον χορτασμό, με τον οποίο η ψυχή υποδουλώνεται στα σώμα.
Το σαρκικό φρόνημα και η σαρκική ζωή κάνουν τον άνθρωπο να ξεχνά τον Θεό και τις ευεργεσίες Του, καλύπτοντας, θαρρείς, το μεγάλο έργο τής λυτρώσεως μ’ ένα αόρατο αλλά πυκνό παραπέτασμα. Το έργο αυτό αποκαλύπτεται μόνο σ’ εκείνους που «έχουν σταυρώσει τον αμαρτωλό εαυτό τους μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του». Από τον σταυρό είμαστε ικανοί να ομολογούμε, να δοξολογούμε και να ευχαριστούμε τον Θεό. Μέσα στην επίγεια ευημερία είμαστε ικανοί να Τον αρνηθούμε. Αδελφοί! Ας αναλάβουμε τον αόρατο αγώνα τής ευχαριστίας τού Θεού. Αυτός ο αγώνας μάς υπενθυμίζει τον Θεό, που Τον έχουμε ξεχάσει. Αυτός ο αγώνας μάς αποκαλύπτει το μεγαλείο τού Θεού, που είναι κρυμμένο από μας, καθώς και τις αναρίθμητες και ανέκφραστες ευεργεσίες Του προς όλους τους ανθρώπους και προς κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Αυτός ο αγώνας γεννά μέσα μας τη ζωντανή πίστη στον Θεό. Αυτός ο αγώνας θα μας δώσει τον Θεό, που δεν Τον έχουμε, τον Θεό, που μας Τον στέρησαν η ψυχρή καρδιά μας και η απρόσεκτη ζωή μας.
Οι κακοί λογισμοί μολύνουν και καταστρέφουν τον άνθρωπο, ενώ οι καλοί λογισμοί τον αγιάζουν και τον ζωογονούν. Οι κακοί λογισμοί «μας χωρίζουν από τον Θεό», ενώ οι καλοί λογισμοί μάς φέρνουν κοντά Του. Από τους καλούς λογισμούς γεννιούνται λόγια και έργα θεάρεστα. Από έναν καλό λογισμό οδηγήθηκε ο συνετός λεπρός στον Σωτήρα, για να Τον ευχαριστήσει. Κι Εκείνος του γνωστοποίησε τη σωτηρία του: «Η πίστη σου σε έσωσε». Με τους καλούς λογισμούς, ανάμεσα στους οποίους τιμητική θέση κατέχουν η ευχαριστία και η δοξολογία τού Θεού, μπορούμε να πλησιάσουμε τον Κύριο, μπορούμε να Τον ευαρεστήσουμε με άγια λόγια και έργα, μπορούμε ν’ αποκτήσουμε ζωντανή πίστη, μπορούμε να λάβουμε σωτηρία. Αμήν.
*Από το βιβλίο Ασκητικές ομιλίες Β', του Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις» της 18.1.2019. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΕΠΙ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ: «ΞΕΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΕΥΓΝΩΜΩΝ»!
Ξένος αλλά ευγνώμων! «Ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον παρά τούς πόδας αὐτοῦ (του Ιησού) εὐχαριστῶν αυτῷ»! Κραυγή πόνου! Κραυγή σπαρακτική από δέκα φωνές βραχνές δυστυχισμένων ανθρώπων, καταπληγιασμένων, παραμορφωμένων, φτάνει στην ακοή του Ιησού. Γυρίζει. Τους βλέπει με συμπάθεια θεϊκή. Δείχνει στοργή να τους ακούσει.
Τι του ζητάνε; «Ἰησού ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς» -Κύριε Ιησού, κάνε το έλεός σου σε μας. Αλλά τι έλεος; Τι άλλο! Ζητάνε να τους χαρίσει την υγεία τους, που την έχουν χάσει από την τρομερή αρρώστια, τη λέπρα! Αυτή τους έχει παραμορφώσει με πρηξίματα και πληγές. Εξαιτίας της τους έχουν απομονώσει. Γι’ αυτό και στον Κύριο φωνάζουν από μακριά και δεν πλησιάζουν. Άνεργοι πλανιούνται στις ερημιές μακριά από τους ανθρώπους. Έχουν στερηθεί και τα πιο αγαπητά τους πρόσωπα, γονείς, συζύγους, αδέλφια κι αυτά τα πολυαγαπημένα τους παιδιά!
Ο Κύριος τους βλέπει όλους με απέραντη στοργή. -Πηγαίνετε, είπε, στους ιερείς να δείξετε το σώμα σας, για να βεβαιώσουν εκείνοι -σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου- αν έχετε γίνει καλά. Πείστηκαν όλοι και ξεκίνησαν. Καθώς πήγαιναν, ένιωσαν την επίδραση του λόγου του Ιησού. Το σώμα τους θεραπεύτηκε. Το δέρμα τους καθάρισε τέλεια από τη λέπρα. Ένιωσαν γεροί, δυνατοί! Αλλά για δες τώρα τι περίεργα που φέρονται!
Ενώ πριν όλοι τους, και οι δέκα, συντροφεμένοι στον πόνο τους φώναζαν παρακαλώντας τον Ιησού να τους θεραπεύσει, τώρα στη χαρά τους σκορπίζουν. Ένας μονάχα ξεχωρίζει και παίρνει το δρόμο του γυρισμού δοξολογώντας τον Θεό, που τον έκανε καλά. Έρχεται τρέχοντας να βρει τον Ιησού. Τα πόδια του, τα πριν πληγιασμένα, που δεν τά ‘νιωθε, γιατί ήταν μουδιασμένα σαν ξερά, τρέχουν δυνατά και γρήγορα. Τρέχει κι όλο φωνάζει: “Δόξα σοι, Κύριε! Δόξα σε σένα Παντοδύναμε Θεέ!”.
Σαν έφτασε στον Κύριο -πηγαίνει κοντά Του- πέφτει στα πόδια Του με το πρόσωπο κάτω, μπρούμυτα, και δεν παύει να λέει ολόθερμο το «ευχαριστώ» του. Είναι ο Μέγας Ευεργέτης του κι από τα βάθη της ψυχής του προσφέρει σαν ευωδιαστό λουλούδι, την ευγνωμοσύνη του: «Σε ευχαριστώ, Κύριε, που με γιάτρεψες, ας είναι τρισδοξασμένο το όνομά Σου!…» Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης! Λιγότερο φωτισμένος από τους Ιουδαίους.
-Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; ρώτησε ο Κύριος με απορία δηλωτική της αγνωμοσύνης τους. Οι άλλοι εννέα που είναι; Χάθηκαν να γυρίσουν πίσω να δώσουν δόξα στο Θεό, εκτός από τούτον τον ξένο;… -Σήκω και πήγαινε, λέει ο Κύριος στον ευγνώμονα Σαμαρείτη. Η πίστη σου δε θεράπευσε μόνο το σώμα σου. Έκανες καλή αρχή, που θα σε οδηγήσει και στην πνευματική σωτηρία.
Αλήθεια πού είναι οι άλλοι εννέα; Γιατί δε θυμήθηκαν να γυρίσουν να δοξολογήσουν τον Θεό και να ευχαριστήσουν τον παντοδύναμο Ευεργέτη τους; Τους συνεπήρε η χαρά της θεραπείας τους! Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Στον πόνο μας, στις δυσκολίες μας καταφεύγουμε στο Σωτήρα Κύριο. Μα στη χαρά ξεχνάμε ότι τον είχαμε παρακαλέσει να μας βοηθήσει. Και δεν πηγαίνουμε να σταθούμε ευλαβικά μπροστά Του και να Του εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας για τη θεϊκή Του αγάπη.
Και οι ευεργεσίες, που δεχόμαστε από το Θεό, είναι πλήθος αμέτρητο! Πολλές μας είναι γνωστές. Μα είναι άπειρες αυτές που μας μένουν άγνωστες. Τις ξέρει μόνο Εκείνος. Όμως κι εμείς κάποτε στεκόμαστε απορημένοι και λέμε: -Αλήθεια, πώς σωθήκαμε τότε; Ποιος μας έδωσε την έμπνευση να φύγουμε νωρίτερα ή και αργότερα; Ή να αλλάξουμε θέση και έτσι ν’ αποφύγουμε τον κίνδυνο;
Πόσοι δεν έχουμε σωθεί με του Πανάγαθου Κυρίου την παντοδύναμη επέμβαση από πλήθους κινδύνους, που μας περικυκλώνουν! Άλλοτε σε ώρα ταξιδιού ή τολμηρού παιχνιδιού κι άλλοτε σε ώρα επικίνδυνης δουλειάς ή και σε απρόσμενες θεομηνίες: ανεμοθύελλες, σεισμούς, πλημμύρες… Και δεν είναι μόνο οι κίνδυνοι οι σωματικοί από αρρώστιες και δυστυχήματα και ξεγλιστρήματα θανάσιμα, που μας έσωσε ο Κύριος. Είναι προπάντων τα ανεπανόρθωτα πεσίματα τα ηθικά από τα οποία μας πρόλαβε αμέτρητες φορές και μας έσωσε από βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Μας άναψε το σήμα του κινδύνου και μας γλίτωσε από ανθρώπους που μας κάνουν δήθεν το φίλο, για να μας παρασύρουν χωρίς να το καταλάβουμε μακριά από το Σωτήρα Χριστό, μακριά από την οικογένεια. Να μας σπρώξουν έτσι εύκολα στον κατήφορο της αμαρτίας με θολωμένο το μάτι της ψυχής με αλυσοδεμένη τη θέληση από τα ναρκωτικά, από τα οινοπνευματώδη ποτά, από την κατάπικρη γεύση της αμαρτίας…
Μας χαρίζει ακόμη ο Θεός το θείο φωτισμό Του. Με αυτόν κάθε παιδί, κάθε νέος προοδεύει ανάλογα με την ηλικία του στα μαθήματα και αποκτά διανοητική και πνευματική μόρφωση. Προοδεύει στα γράμματα και στην αρετή… Ένας μονάχα βρέθηκε να γυρίσει και να ευχαριστήσει τον Κύριο; Οι άλλοι εννέα που είναι; Τους τράβηξε ο κόσμος. Οι άνθρωποι! Οι συγγενείς! Οι φίλοι… Αυτό συμβαίνει συχνά και σε μας. Δίνουμε πολλή προσοχή στη συμμετοχή των ανθρώπων στη χαρά μας. Και δε σκεπτόμαστε τον πρωταίτιο της χαράς και της ευτυχίας μας. Ξεχνάμε να δοξολογήσουμε το Θεό. Να ευχαριστήσουμε το Σωτήρα Κύριο.
Και να! Βρισκόμαστε στην αρχή του καινούργιου χρόνου. Πόσοι από εμάς άραγε διαθέσαμε λίγο χρόνο, για να σκεφτούμε τις πάμπολλες ευεργεσίες που μας χάρισε ο Θεός μέσα στο χρόνο που πέρασε και σε μας και σε ολόκληρη την οικογένειά μας, τους γονείς μας, τα αδέλφια μας;… Σταθήκαμε να Τον ευχαριστήσουμε ολόθερμα για όλες αυτές; Μια ανασκόπηση στα γεγονότα του περασμένου χρόνου θα είναι χρήσιμη, έστω κι αν είναι αργοπορημένη. Τα πλούσια θεϊκά δώρα που λάβαμε, θα μας παρακινήσουν να προσπέσουμε στον Κύριο. Να Τον δοξολογήσουμε και να Τον ευχαριστήσουμε με όλη μας την ψυχή και την καρδιά.
Η ευγνωμοσύνη μας θ’ ανοίξει το δρόμο, για να δεχθούμε από τον Κύριο νέες ευεργεσίες, πολλές και πολυποίκιλες, υλικές και πνευματικές. Εκείνος και τη ζωή μας θα προστατεύει και την ψυχή μας θα σώζει από θανάσιμα ξεγλιστρήματα στους δρόμους της αμαρτίας. Με τις ουράνιες δυνάμεις Του, τους Αγίους Αγγέλους Του, θα μας οδηγεί και το νέο χρόνο, κι όλα τα χρόνια της ζωής μας σε δρόμους φωτεινούς της αληθινής ζωής, της πραγματικής χαράς και ευτυχίας. *Εκ του ιστολογίου «agonistes.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Ὃταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν (:Όταν ο Χριστός φανερωθεί ο αίτιος και χορηγός της πνευματικής αυτής ζωής μας)», τότε να ζητείτε τη δόξα, τότε τη ζωή, τότε την απόλαυση. Αυτά είναι προπαρασκευαστικά για να απομακρύνει αυτούς από τις απολαύσεις και τις ανέσεις. Έτσι συνηθίζει ο απόστολος Παύλος, ενώ ομιλεί για άλλα, μεταπηδά σε άλλα· για παράδειγμα, ομιλώντας για εκείνους που τρέχουν έγκαιρα στα δείπνα[Κολ.2.16-23], μεταπήδησε αμέσως στην παρατήρηση των μυστηρίων· διότι έχει μεγάλη δύναμη ο έλεγχος, όταν γίνει σε ανύποπτο χρόνο.
«Είναι κρυμμένη», λέγει, «από εσάς». «Τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε(:Τότε κι εσείς μαζί με Αυτόν θα φανερωθείτε)». Συνεπώς τώρα δεν φαίνεστε. Πρόσεχε με ποιον τρόπο μετέθεσε αυτούς στον ουρανό. Όπως δηλαδή προανέφερα, πάντοτε προσπαθεί να δείξει ότι έχουν τα ίδια που έχει και ο Χριστός και σε όλες τις επιστολές του το ίδιο θέμα υπάρχει, να δείξει δηλαδή ότι σε όλα είναι μέτοχοι με τον Χριστό. Γι' αυτό και κεφαλή και σώμα Τον ονομάζει και τα πάντα κάνει για να παρουσιάσει αυτό το πράγμα.
Εάν λοιπόν φανερωθούμε τότε, ας μη στενοχωρούμαστε, όταν τώρα δεν απολαμβάνουμε την τιμή. Εάν η ζωή αυτή δεν είναι ζωή, αλλά είναι κρυμμένη, οφείλουμε να ζούμε αυτή τη ζωή σαν νεκροί. «Τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ(:Τότε κι εσείς μαζί με Αυτόν θα φανερωθείτε δοξασμένοι)», λέγει. «Δοξασμένοι» είπε, όχι έτσι απλώς, αφού και το μαργαριτάρι είναι κρυμμένο, έως ότου είναι μέσα στο στρείδι. Και αν λοιπόν μας υβρίσουν, ας μη θλιβόμαστε, και αν ακόμη παθαίνουμε οτιδήποτε· διότι δεν είναι δική μας ζωή αυτή η ζωή, είμαστε ξένοι και προσωρινοί. «Διότι πεθάνατε», λέγει. Ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε στο νεκρό σώμα που έχει ταφεί ή δούλους να αγοράζει ή σπίτια να κτίζει ή να κάνει πολυτελή ενδύματα; Κανείς. Ας μην είστε λοιπόν ούτε και εσείς, αλλά όπως ακριβώς ένα μόνο ζητούμε, να μη γυμνωθούμε δηλαδή, έτσι και εδώ ας ζητούμε μόνο ένα.
Ενταφιάστηκε ο πρώτος μας άνθρωπος. Ενταφιάστηκε όχι μέσα στη γη, αλλά στο νερό, χωρίς να τον διαλύει ο θάνατος, αλλά αφού διέλυσε το θάνατο, ο οποίος τον θανάτωσε, όχι με τον νόμο της φύσεως, αλλά με το ισχυρότερο από τη φύση πρόσταγμα της εξουσίας του Κυρίου· διότι αυτά που από τη φύση έγιναν θα μπορέσει κάποιος και να τα διαλύσει, αυτά όμως που γίνονται με το πρόσταγμά Του όχι πια. Τίποτε δεν είναι μακαριότερο από την ταφή αυτή, για την οποία όλοι χαίρονται, και άγγελοι και άνθρωποι, και ο Κύριος των αγγέλων. Για την ταφή αυτή δεν χρειάζονται ούτε ενδύματα· ούτε λάρνακα, ούτε τίποτε άλλο από τα παρόμοια.
Θέλεις να δει το σύμβολο; Θα σου δείξω την κολυμβήθρα, μέσα στην οποία ο ένας ενταφιάστηκε και ο άλλος αναστήθηκε[ενταφιάστηκε ο παλαιός μας άνθρωπος, ο άνθρωπος της αμαρτίας και αναστήθηκε ο νέος, ο άνθρωπος της χάριτος]. Στην Ερυθρά Θάλασσα βυθίστηκαν οι Αιγύπτιοι και ανυψώθηκαν οι Ισραηλίτες· στο ίδιο πράγμα αφενός μεν υπάρχει ταφή, αφετέρου δε γέννηση. Μην απορήσεις εάν γίνεται στο βάπτισμα γένεση και φθορά συγχρόνως. Γιατί, πες μου, η διάλυση δεν είναι αντίθετο από τη συγκόλληση; Είναι ολοφάνερο. Αυτό κάνει το πυρ, διότι διαλύει και αφανίζει το κερί, συγκολλά όμως το χώμα που περιέχει μεταλλεύματα και κάνει το χρυσάφι. Έτσι λοιπόν και εδώ, η δύναμη του πυρός αφού εξαφάνισε τον πήλινο ανδριάντα, παρουσίασε στη θέση εκείνου τον χρυσό ανδριάντα· διότι πραγματικά πριν από το λουτρό του βαπτίσματος ήμασταν πήλινοι, ύστερα όμως από αυτό γινόμαστε χρυσοί.
Από πού αποδεικνύεται αυτό; Άκουσε τον Παύλο ο οποίος λέγει: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ (:Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη, χωματένιος. Ο δεύτερος άνθρωπος είναι ο Κύριος, ο οποίος κατέβηκε από τον ουρανό και μαζί με τη θεία Του φύση προσέλαβε και την ανθρώπινη)» [Α΄Κορ.15,47]. Είπα λοιπόν ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά του πήλινου από τον χρυσό, βρήκα όμως πιο μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που κατάγεται από τον ουρανό και σε αυτόν που προέρχεται από τη γη. Και δεν είναι τόση η διαφορά πήλινου και χρυσού, όση των γήινων και των ουρανίων. Ήμασταν κέρινοι και πήλινοι πριν από την αναγέννησή μας μέσω του αγίου Βαπτίσματος, διότι η φλόγα της επιθυμίας μάς έλειωσε πολύ περισσότερο από ό,τι το πυρ λειώνει το κερί· και ο τυχαίος ο πειρασμός μάς συνέθλιψε πολύ περισσότερο από ό,τι ο λίθος τους πήλινους. […]
«Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας, ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐν αὐτοῖς(:Νεκρώστε λοιπόν τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές. Νεκρώστε την πορνεία, την ακαθαρσία, κάθε πάθος και υποδούλωση στο κακό, κάθε κακή επιθυμία και την πλεονεξία, η οποία είναι λατρεία στο είδωλο του χρήματος. Για τα αμαρτήματα αυτά έρχεται η οργή του Θεού σε αυτούς που συστηματικά και με επιμονή δεν θέλουν να πιστεύουν. Στα αμαρτήματα αυτά και εσείς κάποτε πορευθήκατε και τα υπηρετήσατε, όταν ζούσατε ανάμεσα σε αυτούς, τους άπιστους ανθρώπους)»[Κολ.3,5-7].
Ακούσατε τι βροντοφώναξε πριν λίγο ο Παύλος; Τι υπάρχει χειρότερο από μία τέτοια πλεονεξία; Αυτή είναι πιο κακή από κάθε επιθυμία. Αυτό είναι πιο βαρύ από εκείνο που έλεγα, δηλαδή η μανία και η βλακεία για τα χρήματα. «Καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία(:Και την πλεονεξία η οποία είναι λατρεία στο είδωλο του χρήματος)».Βλέπετε πού τελειώνει το κακό; Μη λοιπόν δυσανασχετείτε· διότι δεν το κάνω επειδή το θέλω, ούτε απλώς θέλω να έχω εχθρούς, αλλά θα ήθελα να φτάσετε σε τέτοιο σημείο αρετής, ώστε εγώ να ακούω από εσάς τα πρέποντα.
Ώστε δεν είναι αυτό αποτέλεσμα αυθεντίας, ούτε αξιώματος, αλλά οδύνης και υπερβολικού πόνου ψυχής. Συγχωρέστε με, συγχωρέστε με· δεν θέλω να ασχημονώ ομιλώντας για τέτοιου είδους πράγματα, αλλά αναγκάζομαι. Δεν λέγω αυτά επειδή θέλω να ανακουφίσω την οδύνη των φτωχών, αλλά για χάρη της δικής σας σωτηρίας. Καθόσον θα χαθούν, θα χαθούν εκείνοι που δεν έθρεψαν τον Χριστό. Διότι τι και αν τρέφεις φτωχό άνθρωπο; Ενόσο κάνεις τέτοιες σπατάλες και ζεις έτσι με απολαύσεις, όλα είναι περιττά. Διότι εκείνο που ζητείται δεν είναι να δώσεις πολλά, όχι ,όμως και το μικρότερο μέρος της περιουσίας σου· διότι αυτό είναι δείγμα ανθρώπου που εμπαίζει, που αστειεύεται.
«Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς(:Νεκρώστε λοιπόν τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές)». Τι λέγεις, Παύλε; Δεν είπες εσύ ότι ενταφιαστήκατε; Ότι ενταφιαστήκατε μαζί με τον Χριστό; Ότι περιτμηθήκατε; Ότι «γδυθήκαμε το σώμα, που δούλευε στις αμαρτίες της σάρκας»; Πώς λοιπόν λέγεις πάλι, «νεκρώστε»; Μήπως αστειεύεσαι; Σαν να είναι αυτοί ανάμεσά μας, έτσι ομιλείς; Δεν υπάρχει αντίφαση. Αλλά όπως ακριβώς, εάν κάποιος, αφού καθαρίσει εντελώς ακάθαρτο ανδριάντα, ή καλύτερα, αφού τον κατασκευάσει από την αρχή, και τον παρουσιάσει αστραφτερό πάλι, εάν μεν έλεγε ότι εξαφανίστηκε η σκουριά και έχει χαθεί, και συμβούλευε πάλι να φροντίζουμε να απομακρύνεται η σκουριά, δεν θα αντέφασκε· διότι δεν συμβουλεύει να απομακρυνθεί η σκουριά εκείνη, που καθάρισε, αλλά αυτή που εμφανίζεται ύστερα· έτσι ο Παύλος δεν εννοεί την προηγούμενη νέκρωση, ούτε εκείνες τις πορνείες, αλλά εκείνες που εμφανίζονται αργότερα. Είπε ότι δεν είναι δική μας η παρούσα ζωή, αλλά άλλη που βρίσκεται στους ουρανούς.
Πες μου λοιπόν· επειδή είπε: «Νεκρώστε λοιπόν τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές», μήπως λοιπόν και η γη έχει διαφθαρεί; Ή με το «ἐπὶ τῆς γῆς» εννοεί αυτά τα αμαρτήματα; «Την πορνεία, την ακαθαρσία», λέγει. Παράβλεψε τα πράγματα, τα οποία ούτε να τα αναφέρει θεώρησε καλό, και με την ακαθαρσία έχει δηλώσει τα πάντα. «Το πάθος», λέγει, «τις κακές επιθυμίες». Να λοιπόν γενικά είπε το καθετί· διότι όλα είναι επιθυμία κακή, δηλαδή η βασκανία, η οργή, η λύπη. «Καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας· δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας (:Και την πλεονεξία, η οποία είναι λατρεία στο είδωλο του χρήματος. Για τα αμαρτήματα αυτά έρχεται η οργή του Θεού σε αυτούς που συστηματικά και με επιμονή δε θέλουν να πιστεύουν)», λέγει. Διότι γι' αυτά έρχεται η οργή του Θεού σε εκείνους που απειθούν.
Με πολλούς τρόπους απομάκρυνε από αυτά· με τις ευεργεσίες που έγιναν στο παρελθόν, με τα μελλοντικά κακά από τα οποία έχουμε απαλλαγεί, ποιοι είμαστε και γιατί. Και όλα εκείνα, όπως ποιοι και σε ποια κατάσταση είμαστε, και ότι έχουμε απαλλαγεί από αυτήν, πώς και με ποιο τρόπο και γιατί, όλα αυτά ήταν αρκετά να τους οδηγήσουν μακριά από αυτά, αλλά το πιο φοβερό από όλα ήταν αυτό, δυσάρεστο μεν να το πούμε, όχι όμως ανωφελές αλλά και ωφέλιμο· «δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας(:Για τα αμαρτήματα αυτά έρχεται η οργή του Θεού σε αυτούς που συστηματικά και με επιμονή δε θέλουν να πιστεύουν)», λέγει. Δεν είπε «σε σας», αλλά «ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας (:σε αυτούς που συστηματικά και με επιμονή δεν θέλουν να πιστεύουν)»· «ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐν αὐτοῖς(:Στα αμαρτήματα αυτά και εσείς κάποτε πορευθήκατε και τα υπηρετήσατε, όταν ζούσατε ανάμεσα σε αυτούς, τους άπιστους ανθρώπους)». Ελέγχοντας λέγει, «όταν ζούσατε ανάμεσα σε αυτούς», και εγκωμιάζοντας, διότι τώρα δε ζουν· τότε μπορούσαν να ζουν ανάμεσά τους.
«Νυνὶ δὲ ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς τὰ πάντα(:Τώρα όμως βγάλτε και πετάξτε από πάνω σας κι εσείς, σαν ακάθαρτο ένδυμα, όλα αυτά τα κακά)». Πάντοτε λέγει και γενικά και ειδικά για τον καθένα. Αυτά είναι αποτέλεσμα της διαθέσεως του καθενός. «ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν· μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους (:την οργή, τον θυμό, την κακία και πονηριά, την κακολογία, την αισχρολογία από το στόμα σας. Μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλο)»· «αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν(:την αισχρολογία από το στόμα σας)», λέγει με έμφαση, διότι το λερώνει.
«ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν(:αφού πλέον γδυθήκατε τον παλαιό διεφθαρμένο άνθρωπο μαζί με τις πράξεις του και ντυθήκατε τον νέο άνθρωπο που συνεχώς ανανεώνεται και γίνεται καινούργιος, ώστε να προοδεύει στην τέλεια γνώση του Θεού. Και γίνεται διαρκώς καινούργιος με το να παίρνει την ίδια μορφή με την εικόνα του Χριστού που τον δημιούργησε)»[Κολ.3,9]. Αξίζει να εξετάσουμε εδώ, γιατί τέλος πάντων καλεί τον ανήθικο βίο ‘’μέλη’’ και ‘’άνθρωπο’’ και ‘’σώμα’’ και τον ενάρετο πάλι το ίδιο. Και εάν ο άνθρωπος είναι οι αμαρτίες, πώς λέγει «μαζί με τις πράξεις του»; Με το να πει «τον παλαιό άνθρωπο», απέδειξε ότι δεν είναι αυτό ο άνθρωπος, αλλά εκείνο. Η προαίρεση είναι πιο σημαντική από την ουσία, και αυτό είναι μάλλον ο άνθρωπος, παρά εκείνο. Διότι η ουσία δεν ωθεί στην κόλαση, ούτε εισάγει στη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι, και κανένα ούτε αγαπάμε, ούτε μισούμε όταν είναι άνθρωπος, αλλά όταν αυτός είναι καλός ή κακός άνθρωπος.
Εάν λοιπόν η μεν ουσία είναι το σώμα, αυτή δε δεν φέρει ευθύνη για κανένα από τα δύο, πώς λέγει ότι αυτό είναι κακό; Και γιατί λέγει «σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ(:μαζί με τις πράξεις του)»; Εννοεί την προαίρεση μαζί με τα έργα. Αποκαλεί αυτόν παλαιό, επειδή θέλει να δείξει την ατιμία του και την ασχήμια τους και την αδυναμία του. Και τον αποκαλεί νέο, αντί να λέγει «μην περιμένετε ότι και αυτό θα πάθει το ίδιο, αλλά το αντίθετο· διότι όσο προχωρεί η ηλικία του, δεν προχωρεί προς τα γηρατειά, αλλά προς νεότητα, που είναι σπουδαιότερη από την πρώτη». Διότι το να τα αποκτήσει περισσότερη γνώση, αξιώνεται και μεγαλύτερα, και περισσότερο προοδεύει, γίνεται πιο δυνατός, όχι από τη νεότητά του μόνο, αλλά και από το είδος στο οποίο ανήκει. Να, ‘’κτίσις’’ ονομάζεται ο άριστος τρόπος ζωής. Σύμφωνα με την εικόνα του Χριστού· διότι αυτό σημαίνει «σύμφωνα με την εικόνα Εκείνου που τον δημιούργησε», επειδή και ο Χριστός δεν πέθανε στα γηρατειά, αλλά ήταν τόσο καλός, ώστε ούτε να μπορούμε να Τον περιγράψουμε.
«ὅπου οὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός(:Σε αυτόν τον νέο άνθρωπο δεν υπάρχει διάκριση Έλληνα και Ιουδαίου, περιτετμημένου Ισραηλίτη και απερίτμητου εθνικού, βάρβαρου και Σκύθη, δούλου και ελεύθερου, αλλά και εθνικότητα και καταγωγή και αξίωμα και τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σε όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)»[Κολ.3,11]. Ιδού τρίτο εγκώμιο του ανδρός αυτού, όταν δεν ισχύει η διαφορά ούτε της εθνικότητας, ούτε του αξιώματος, ούτε της καταγωγής, όταν δεν έχει τίποτε από τα εκτός της πίστεως, ούτε έχει ανάγκη από αυτά· διότι τέτοια είναι όλα αυτά.
«Δεν υπάρχει διάκριση Έλληνα και Ιουδαίου, περιτετμημένου Ισραηλίτη και απερίτμητου εθνικού, βάρβαρου και Σκύθη, δούλου και ελεύθερου»· «Έλληνας», δηλαδή προσήλυτος· «και Ιουδαίος», από καταγωγή. Αν έχεις Αυτόν μόνο, θα κατορθώσεις τα ίδια με τους άλλους που τα έχουν αυτά. «Τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σε όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός», λέγει. «Όλα σε εσάς θα είναι ο Χριστός, και το αξίωμα και το γένος, και σε όλους θα είναι Αυτός ο ίδιος». Ή κάτι άλλο εννοεί, ότι «όλοι έχετε γίνει Χριστός ένας και είστε σώμα Αυτού».
«᾿Ενδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι (:Σαν εκλεκτοί λοιπόν του Θεού που είστε και αγιασμένοι και αγαπημένοι Του, αποκτήστε και ντυθείτε)». Αποδεικνύει πόσο εύκολα κατορθώνεται η αρετή, και για να την έχουμε αυτήν πάντοτε και για να την μεταχειριζόμαστε σαν το πιο μεγάλο στολίδι μας. Και μαζί με τον έπαινο γίνεται και η παραίνεση· διότι τότε έχει την πιο μεγάλη δύναμη. Διότι έγιναν άγιοι, αλλά όχι εκλεκτοί. Τώρα όμως έγιναν και εκλεκτοί και άγιοι και αγαπημένοι. «Σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ(:ντυθείτε καρδιά συμπονετική και ευσπλαχνική)». Δεν είπε ευσπλαχνία, αλλά εντονότερα το εξέφρασε με τις δύο λέξεις. Και δεν είπε, όπως συμβαίνει στα αδέλφια, αλλά όπως φέρονται οι πατέρες στα παιδιά. Μη λοιπόν μου πεις ότι έκανε λάθος· γι' αυτό είπε σπλάχνα. Και δεν είπε, συμπάθεια, για να μην εξευτελίσει εκείνους , αλλά, «καρδιά συμπονετική και ευσπλαχνική».
«χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πρᾳότητα, μακροθυμίαν, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων καὶ χαριζόμενοι ἑαυτοῖς ἐάν τις πρός τινα ἔχῃ μομφήν· καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ὑμῖν, οὕτω καὶ ὑμεῖς(:αγαθή και ευεργετική διάθεση, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία. Να ανέχεστε ο ένας τις αδυναμίες του άλλου και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο, εάν έχει κανείς παράπονο εναντίον του άλλου. Όπως και ο Χριστός σας έκανε χάρη και σας συγχώρησε, έτσι κι εσείς να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο)». Πάλι ξεχωριστά τα αναφέρει και αυτό κάνει πάντοτε, διότι από την αγαθότητα προέρχεται η ταπεινοφροσύνη, και από αυτήν η μακροθυμία.
«Να ανέχεστε ο ένας τις αδυναμίες του άλλου», λέγει, δηλαδή, να παραδέχεστε ο ένας τον άλλο. Και πρόσεχε πώς αυτό τίποτε δε φανέρωσε, αφού το ονόμασε παράπονο και είπε «καθώς και ο Χριστός σας συγχώρησε». Είναι μεγάλο το πρότυπο, πράγμα που πάντοτε κάνει, από τον Χριστό προτρέποντας αυτούς. ‘’Παράπονο’’, λέγει. Εκεί μόνο το παρουσίασε αυτό ασήμαντο, όταν όμως ανέφερε το Πρότυπο, έπεισε ότι και αν ακόμη έχουμε μεγάλα παράπονα, πρέπει να συγχωρούμε. Διότι το «καθώς ο Χριστός», αυτό σημαίνει· και όχι μόνο αυτό, αλλά ότι πρέπει και με όλη μας την καρδιά να συγχωρούμε· και δεν φτάνει αυτό μόνο αλλά ότι πρέπει και να αγαπάμε. Διότι αφού ο Χριστός παρουσιάστηκε για παράδειγμα, παρουσιάζει στη συνέχεια όλα αυτά· και ότι πρέπει να θυσιάζουμε τη ζωή μας γι΄αυτούς, είτε είναι μεγάλα τα αδικήματα είτε δεν έχουμε αδικήσει εμείς πρώτοι, είτε εμείς μεν είμαστε μεγάλοι, εκείνοι δε μικροί, είτε πρόκειται να μας υβρίζουν και ύστερα από αυτά, διότι το, καθώς αυτά απαιτεί· και ότι δεν πρέπει να σταματήσουμε μέχρι τον θάνατο, αλλά εάν είναι δυνατό, να συνεχίσουμε και ύστερα.
«ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος (:Και πάνω από όλα αυτά να ντυθείτε την αγάπη, η οποία σαν κρίκος δένει μαζί όλες τις αρετές σε τέλειο σύνολο)»[Κολ.3,11]. Βλέπεις ότι αυτό εννοεί; Επειδή δηλαδή είναι δυνατό να μην αγαπά κανείς, αν και συγχωρείται, ναι, λέγει, και να αγαπά, και δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο είναι δυνατό να συγχωρεί κανείς. Διότι μπορεί κανείς και αγαθός να είναι και πράος και ταπεινόφρονας και μακρόθυμος και να μην επιθυμεί τα πάντα. Γι' αυτό αρχίζοντας είπε «σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ(:καρδιά συμπονετική και ευσπλαχνική)», και αγάπη και ευσπλαχνία. «Και πάνω από όλα αυτά να ντυθείτε την αγάπη, η οποία σαν κρίκος δένει μαζί όλες τις αρετές σε τέλειο σύνολο». Αυτό που θέλει να πει είναι το εξής: ότι δεν υπάρχει κανένα όφελος από εκείνα, διότι όλα εκείνα διαλύονται, αν δεν γίνονται με αγάπη.
Αυτή περισφίγγει όλα εκείνα· οποιοδήποτε αγαθό και αν αναφέρεις, αν δεν υπάρχει αυτή, δεν είναι τίποτε, αλλά εξαφανίζεται. Και όπως στο πλοίο, αν οι αποσκευές είναι μεγάλες, οι δε ταινίες για το δέσιμό τους είναι μικρές, δεν υπάρχει κανένα όφελος· όμοια και στο σπίτι, εάν δεν υπάρχουν οι συνδέσεις ξύλων· αλλά και στο σώμα, και αν ακόμη είναι μεγάλα τα οστά, αν οι σύνδεσμοι δεν υπάρχουν, δεν υπάρχει κανένα όφελος. Διότι οποιαδήποτε κατορθώματα και αν έχει κανείς, όλα είναι μάταια, αν δεν υπάρχει η αγάπη. Δεν είπε ότι είναι η κορυφή των αρετών αλλά εκείνο που είναι σπουδαιότερο, ‘’σύνδεσμος’’· αυτό είναι πιο αναγκαίο, παρά εκείνο· διότι η μεν κορυφή είναι αύξηση της τελειότητας, ενώ ο σύνδεσμος είναι η συνοχή εκείνων που συνιστούν την τελειότητα, σαν να είναι δηλαδή η ρίζα.
«Καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθητε ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε(: Και η ειρήνη που δίνει ο Θεός ας επιστατεί και ας κυριαρχεί μέσα στις καρδιές σας. Γι’ αυτήν την ειρήνη εξάλλου προσκληθήκατε, ώστε να γίνετε ένα σώμα. Προσπαθείτε ακόμη να γίνεστε και ευχάριστοι μεταξύ σας)»[Κολ.3,15]. Η ειρήνη του Θεού, η σταθερή και ασφαλής αυτή είναι. Αν εξαιτίας ανθρώπου έχεις ειρήνη, γρήγορα διαλύεται, αν όμως έχεις ειρήνη εξαιτίας του Θεού, δε διαλύεται. Αν και ανέφερε το γενικό, δηλαδή την αγάπη, όμως έρχεται πάλι στο ιδιαίτερο· διότι υπάρχει και αγάπη χωρίς μέτρο, όπως, όταν από πολλή αγάπη κατηγορεί κανείς χωρίς λόγο και φιλονικεί και δείχνει αποστροφή. «Όχι», λέγει, «δεν θέλω αυτό. Όχι όπως στο παρελθόν, αλλά όπως ο Θεός έκανε ειρήνη προς εσάς, έτσι και εσείς να κάνετε». Πώς έκανε; Επειδή Αυτός θέλησε, χωρίς να λάβει κάτι από εμάς.
Τι σημαίνει «η ειρήνη που δίνει ο Θεός ας επιστατεί και ας κυριαρχεί μέσα στις καρδιές σας»; Εάν αντιμάχονται δύο σκέψεις, μην επιτρέψεις τον θυμό, μην επιτρέψεις την ύβρη να κατέχει το βραβείο, αλλά την ειρήνη. Για παράδειγμα, έστω ότι κάποιος υβρίστηκε άδικα. Από την ύβρη γεννήθηκαν δύο σκέψεις, η μία που προτρέπει να αμυνθεί και η άλλη να υπομείνει την ύβρη, και παλεύουν μεταξύ τους. Εάν η ειρήνη του Θεού βρίσκεται στο μέσο για να κρίνει, δίνει το βραβείο στη σκέψη που προτρέπει την υπομονή, και καταντροπιάζει την άλλη. Με ποιο τρόπο; Πείθοντας ότι ο Θεός είναι ειρήνη, ότι έκανε ειρήνη με εμάς. Δεν δείχνει μόνο μεγάλο τον αγώνα του πράγματος. «Ας μην επιστατεί και να κυριαρχεί», λέγει, «ο θυμός, ούτε η φιλονικία, ούτε η ειρήνη των ανθρώπων, διότι αυτή προέρχεται από την προσπάθεια να αμύνονται οι άνθρωποι, από το να μην παθαίνουν κανένα κακό. Αλλά δεν θέλω αυτήν την ειρήνη», λέγει, «αλλά εκείνη, την οποία και άφησε Αυτός. Έκανε στάδιο μέσα στις σκέψεις μας και αγώνα και άθληση και κριτή».
Έπειτα πάλι προτροπή· «εἰς ἣν καὶ ἐκλήθητε(:Γι’ αυτήν την ειρήνη εξάλλου προσκληθήκατε)», λέγει. Υπενθύμισε πόσων αγαθών αιτία είναι η ειρήνη. Γι’ αυτήν σε κάλεσε, σε αυτήν σε κάλεσε, ώστε να δεχτείς αξιόπιστα το βραβείο. Γιατί λοιπόν έκανε ένα σώμα; Όχι για να εξουσιάζει αυτή; Όχι για να έχουμε αφορμή για ειρήνη; Γιατί όλοι είμαστε ένα σώμα; Και πώς είμαστε ένα σώμα; Για την ειρήνη είμαστε ένα σώμα, και επειδή το σώμα είναι ένα, έχουμε ειρήνη. Γιατί όμως δεν είπε «η ειρήνη του Θεού ας νικά», αλλά «ας βραβεύει»; Έκανε περισσότερο αξιόπιστη. Δεν άφησε την πονηρή σκέψη να αγωνίζεται εναντίον της, αλλά να στέκεται πιο κάτω. Και το όνομα του βραβείου εξύψωσε τον ακροατή, διότι αν δώσει το βραβείο στην αγαθή σκέψη, όσες αναισχυντίες και αν κάνει εκείνη, δε θα προκύψει κανένα όφελος στο μέλλον. Άλλωστε και εκείνη αντιλαμβανόμενη, ότι όσα και αν κάνει, δεν θα λάβει το βραβείο όσο και αν εξαγριωθεί και επιχειρήσει να προσβάλλει πιο δυνατά, επειδή ματαιοπονεί, θα απομακρυνθεί.
Και καλώς πρόσθεσε «καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε(:και να προσπαθείτε να γίνεστε ευχάριστοι μεταξύ σας)». Διότι αυτό σημαίνει να είναι κανείς ευχάριστος και πάρα πολύ υποχωρητικός, το να μεταχειρίζεται τους συνανθρώπους του με όμοιο τρόπο, όπως αυτόν ο Θεός, το να υποχωρεί στον κύριό του, το να υπακούει, το να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για όλα, είτε τον υβρίσει κανείς, είτε τον χτυπήσει· διότι εκείνος που εκφράζει ευγνωμοσύνη στον Θεό, για τα όσα έπαθε, θα υπερασπιστεί τον Δημιουργό του, καθόσον εκείνος που υπερασπίζεται τον εαυτό του, δεν αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Αλλά ας μη γίνουμε όπως εκείνος ο δούλος που χρωστούσε τα εκατό δηνάρια, για να μην ακούσουμε το «Πονηρέ δούλε»[Ματθ.18,32: «Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;(:Δούλε πονηρέ, όλο το χρέος εκείνο, το τόσο μεγάλο, σου το χάρισα, επειδή με παρακάλεσες. Δεν έπρεπε και εσύ να λυπηθείς και να σπλαχνιστείς τον σύνδουλό σου, όπως και εγώ σε λυπήθηκα και σου έδειξα έλεος, αν και δεν είμαι σύνδουλός σου, αλλά κύριός σου;)»], διότι τίποτε δεν είναι χειρότερο από την αχαριστία αυτή. Ώστε αυτοί που δικαιολογούν τον εαυτό τους είναι αχάριστοι.
Γιατί όμως ανέφερε πρώτα την πορνεία; Διότι αφού είπε «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς(:Νεκρώστε λοιπόν τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές)», αμέσως λέγει «την πορνεία» και αυτό σχεδόν κάνει παντού. Επειδή αυτό το πάθος προπάντων εξουσιάζει, αφού και στην επιστολή του που έγραφε προς του Θεσσαλονικείς αυτό έκανε: «Τοῦτο γάρ ἐστι θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν, ἀπέχεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ τῆς πορνείας(:Αυτό είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός σας· δηλαδή εσείς οι Χριστιανοί να αγιάζετε τους εαυτούς σας με την αγνότητα και να απέχετε από την πορνεία)»[Α΄Θεσ. 4,3]. Και τι το παράδοξο; Γράφοντας και στον Τιμόθεο λέγει: «Χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις· σεαυτὸν ἁγνὸν τήρει(:Να μη θέτεις γρήγορα τα χέρια σου σε κανένα για να τον χειροτονήσεις, ούτε να γίνεσαι συμμέτοχος και συνυπεύθυνος δε ξένες αμαρτίες, τις οποίες είναι επόμενο να διαπράξει αυτός που χειροτονείται ανάξια. Να διατηρείς τον εαυτό σου καθαρό και από δικές σου αμαρτίες αλλά και από ξένες)» [Α΄Τιμ. 5,22]· και πάλι αλλού λέγει: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον(:Επιδιώκετε ειρήνη με όλους. Επιδιώκετε και τον αγιασμό και την καθαρότητα της καρδιάς από κάθε πάθος· διότι χωρίς τον αγιασμό κανείς δεν θα δει τον Κύριο)» [Εβρ. 12,14].
«Νεκρώσατε οὖν (:Νεκρώστε λοιπόν)», λέγει, «τὰ μέλη ὑμῶν (:τα μέλη σας)». Γνωρίζετε πώς είναι το νεκρό, μισητό, αποτρόπαιο, αποσυντεθειμένο. Αν το νεκρώσεις δεν μένει νεκρό, αλλά φθείρεται αμέσως, όπως ακριβώς το σώμα. Σβήσε λοιπόν τη θερμότητα και τίποτε δεν μένει νεκρό. Δείχνει αυτόν να κάνει αυτό, πράγμα που ο Χριστός έκανε στην περίπτωση του βαπτίσματος. Γι' αυτό και τα ονομάζει μέλη, σαν να παρουσιάζει κάποιον άριστο και να μεταχειρίζεται πιο μεγάλη έμφαση. Και καλώς είπε «τὰ ἐπὶ τῆς γῆς(:τα ευρισκόμενα επάνω στη γη)», διότι εδώ μένουν και εδώ φθείρονται, πολύ περισσότερο από τα μέλη αυτά. Ώστε δεν είναι τόσο το σώμα γήινο, όσο γήινη είναι η αμαρτία. Διότι αυτό φαίνεται κάποτε και καλό, εκείνα όμως ποτέ. Και τα μέλη αυτά επιθυμούν όλες τις γήινες απολαύσεις. Αν το μάτι είναι τέτοιο, δεν βλέπει τα αγαθά που βρίσκονται στους ουρανούς, αν το αυτί είναι τέτοιο, αν το χέρι ή οποιοδήποτε άλλο μέλος αναφέρεις. Το μάτι βλέπει τα σώματα, τα κάλλη και τα χρήματα, αυτά που είναι από τη γη, με αυτά ευχαριστείται· το αυτί ευχαριστείται με το ηδυπαθές μελωδικό τραγούδι, την κιθάρα και τον αυλό και την αισχρολογία. Αυτά δεν έχουν σχέση με τη γη.
Αφού λοιπόν τοποθέτησε αυτούς στον ουρανό πλησίον του θρόνου, τότε λέγει: «Νεκρώστε τα μέλη σας που βρίσκονται επάνω στη γη». «Διότι δεν είναι δυνατό να σταθείτε στον ουρανό με τα μέλη αυτά· δεν είναι δυνατό εκεί, όπου πρέπει να ενεργούν». Και το χώμα αυτό είναι χειρότερο από εκείνο. Διότι εκείνο το χώμα γίνεται χρυσός· διότι λέγει: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν(:Και θα αλλάξουμε, διότι το φθαρτό αυτό σώμα πρέπει να ντυθεί αφθαρσία, και το θνητό αυτό σώμα να ντυθεί αθανασία)» [Α΄Κορ. 15,53], αυτό όμως το χώμα δεν μπορεί πια να αναχωνευτεί. Ώστε αυτά τα μέλη ανήκουν περισσότερο στη γη, παρά εκείνα.
Γι' αυτό δεν είπε «από τη γη», αλλά «τα ευρισκόμενα επάνω στη γη», διότι μπορεί αυτά να μην είναι επάνω στη γη. Αυτά λοιπόν είναι ανάγκη να είναι επάνω στη γη, εκείνα όμως δεν είναι ανάγκη πια. Διότι όταν το αυτί δεν ακούει τίποτε από όσα λέγονται στη γη, από τα εδώ, αλλά από τους ουρανούς, δε βρίσκεται επάνω στη γη· όταν το στόμα δε λέγει τίποτε από τα εδώ, δε βρίσκεται επάνω στη γη· όταν το χέρι δεν πράττει τίποτε από τα πονηρά, δεν είναι από όσα βρίσκονται επάνω στη γη αυτά, αλλά από τα ευρισκόμενα στους ουρανούς. Αυτό και ο Χριστός λέγει: «Εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμα σου βληθῇ εἰς γέενναν(: Και αν κάποιο πρόσωπο που είναι χρήσιμο, φιλικό και αγαπητό σε σένα σαν το δεξί σου μάτι σου γίνεται αφορμή εμπαθούς επιθυμίας και αμαρτίας, χωρίσου οριστικά από αυτό και πέταξέ το μακριά από εσένα· όπως θα έκανες και με το μάτι σου εάν κινδύνευε να πάθει και να βλαφτεί από αυτό όλο το σώμα σου· διότι σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου και να μη ριχτεί όλο το σώμα σου στη φωτιά της κολάσεως.
Σε συμφέρει να στερηθείς τη φιλία και τη χρησιμότητα του προσώπου αυτού και να μη ριχτείς μαζί με εκείνο στη φωτιά της κολάσεως)»[ Ματθ.5,29], δηλαδή εάν βλέπεις με ακόλαστο τρόπο, «να το βγάλεις», δηλαδή την πονηρή σκέψη. Εγώ όμως νομίζω ότι λέγοντας «πορνεία», «ακαθαρσία», «πάθος», «επιθυμία», εννοεί το ίδιο πράγμα, δηλαδή την πορνεία, απομακρύνοντάς μας με όλα αυτά από αυτήν. Διότι στην πραγματικότητα το πάθος αυτό είναι· και όπως ακριβώς πάσχει το σώμα ή έχει πυρετό ή τραυματίζεται, έτσι και αυτό. Και δεν είπε «εμποδίστε», αλλά «νεκρώστε», ώστε να μην αναστηθούν στο μέλλον, και «απομακρύνετε». Εκείνο που γίνεται νεκρό το απομακρύνουμε, όπως παραδείγματος χάρη, αν υπάρχουν εξογκώματα στο σώμα, το σώμα είναι νεκρό, και απομακρύνουμε αυτό. Αλλά εάν μεν το κόψεις ενώ είναι ζωντανό, προκαλεί φοβερό πόνο, εάν όμως το κόψεις όταν είναι νεκρωμένο, ούτε καν το αισθανόμαστε. Έτσι λοιπόν συμβαίνει και με τα πάθη· κάνουν ακάθαρτη την ψυχή, κάνουν την αθάνατη ψυχή να υπόκειται σε πάθη.
Πώς έχει ονομαστεί ειδωλολατρία η πλεονεξία, πολλές φορές το έχουμε πει. Διότι εκείνα που υπερβολικά τυραννούν το ανθρώπινο γένος είναι αυτά, η πλεονεξία, η ακολασία και η κακή επιθυμία. «Δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας(:για τα αμαρτήματα αυτά έρχεται η οργή του Θεού σε αυτούς που συστηματικά και με επιμονή δεν θέλουν να πιστεύουν)», λέγει. «Υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» τούς ονομάζει, αποστερώντας αυτούς της συγνώμης και για να δείξει ότι επειδή δεν έχουν πειστεί, είναι ανάμεσα σε αυτούς. «Ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε (:Στα αμαρτήματα αυτά και εσείς κάποτε πορευθήκατε και τα υπηρετήσατε, όταν ζούσατε ανάμεσα σε αυτούς, τους άπιστους ανθρώπους)», λέγει, και πειστήκατε. Παρουσιάζει αυτούς ακόμη και να βρίσκονται ανάμεσα σε αυτούς και τους επαινεί λέγοντας: «Νυνὶ δὲ ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς τὰ πάντα, ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν (:Τώρα όμως βγάλτε και πετάξτε από πάνω σας κι εσείς, σαν ακάθαρτο ένδυμα, όλα αυτά τα κακά, την οργή, τον θυμό, την κακία και πονηριά, την κακολογία, την αισχρολογία από το στόμα σας)».
Αλλά σε άλλους μεταφέρει τον λόγο. Τις ύβρεις ονομάζει «πάθη και βλασφημίες», όπως ακριβώς από το θυμό λέγει την πονηρία. Και αλλού λέγει ελέγχοντας: «Διὸ ἀποθέμενοι τὸ ψεῦδος λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ· ὅτι ἐσμὲν ἀλλήλων μέλη(: γι' αυτό πετάξτε από επάνω σας μια για πάντα το ψέμα, και ο καθένας σας να λέει την αλήθεια στο συνάνθρωπό του· διότι όλοι μας αποτελούμε ένα σώμα και είμαστε μεταξύ μας μέλη ο ένας του άλλου)»[Εφ.4,25]. Παρουσιάζει αυτούς σαν δημιουργούς των ανθρώπων, που άλλον τον απομακρύνουν, άλλον πάλι τον αποδέχονται. Είπε εκεί τα μέλη, εδώ λέγει τα πάντα. Ανέφερε την καρδιά αυτού, τον θυμό, το στόμα, τη βλασφημία, τα μάτια, την πορνεία, την πλεονεξία, τα χέρια και τα πόδια, το ψέμα, αυτήν τη διάνοια και τον παλαιό νου. Έχει μία βασιλική μορφή, τη μορφή του Χριστού. Νόμιζα ότι αυτοί προέρχονται μάλλον από τους εθνικούς· διότι όπως ακριβώς το χώμα που είναι άμμος, αν άλλη είναι πιο μεγάλη σε μέγεθος και άλλη πιο μικρή, έχασε πρώτα τη δική της μορφή και ύστερα γίνεται χρυσή, και όπως τα μαλλιά όποια και αν είναι δέχονται άλλη όψη και έκρυψαν την πρώτη, έτσι λοιπόν και ο πιστός.
«ἀνεχόμενοι ἀλλήλων(:Να ανέχεστε ο ένας τις αδυναμίες του άλλου)», λέγει. Έδειξε το δίκαιο, να ανέχεσαι τον άλλο και ο άλλος εσένα, πράγμα που λέγει στην «προς Γαλάτας» επιστολή του: «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ(:Για να προστατεύεστε λοιπόν απ΄ τον κίνδυνο να πέσετε κι εσείς, να υπομένετε ο ένας τις ενοχλήσεις του άλλου, που οφείλονται στα ελαττώματα και τις ελλείψεις του· και έτσι, με την υπομονετική αυτή ανοχή, εκπληρώστε τελείως τον νόμο του Χριστού, δηλαδή την εντολή της αγάπης. Άνθρωπος που δεν υπομένει με αγάπη την αδυναμία του άλλου, δε συναισθάνεται ότι έχει και αυτός ελαττώματα, αλλά έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Η ιδέα του όμως αυτή είναι ψεύτικη)» [Γαλ.6,2].
«καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε(:προσπαθείτε ακόμη να γίνεστε και ευγνώμονες απέναντι στον ευεργέτη Θεό)», λέγει. Διότι αυτό προπάντων επιζητεί παντού, το αποκορύφωμα των αγαθών. Ας Τον ευχαριστούμε λοιπόν για όλα, όπως και αν γίνονται, διότι αυτό είναι ευχαριστία· διότι το να κάνουμε αυτό όταν ευημερούμε, δεν είναι σπουδαίο πράγμα, διότι η ίδια η φύση των πραγμάτων μάς ωθεί σε αυτό· όταν όμως Τον ευχαριστούμε ενώ βρισκόμαστε σε κατάσταση απογνώσεως, τότε είναι αξιοθαύμαστο. Όταν λοιπόν για εκείνα, που άλλοι βλασφημούν και αποθαρρύνονται, εμείς ευχαριστούμε Αυτόν, βλέπε πόση είναι η ευσέβεια. Πρώτο, ευχαρίστησες τον Θεό· δεύτερο, καταντρόπιασες τον διάβολο· τρίτο, και αυτό που έγινε δεν το φανέρωσες· διότι συγχρόνως και εσύ ευχαριστείς και ο Θεός τη στενοχώρια αφαιρεί, και ο διάβολος υποχωρεί.
Αν λοιπόν αποθαρρυνθείς, επειδή πραγματοποίησε εκείνο που ήθελε, παραμένει αυτός, και ο Θεός επειδή βλασφημήθηκε, σε εγκαταλείπει, και το κακό αυξάνει. Εάν όμως ευχαριστήσεις, επειδή αποχωρείς χωρίς κανένα όφελος, αποχωρεί και ο διάβολος, και ο Θεός, επειδή τιμήθηκε, ανταποδίδει την τιμή πλουσιότερα. Και δεν υπάρχει άνθρωπος, που ευχαριστεί για τα κακά, να αισθάνεται τα κακά. Διότι χαίρεται η ψυχή επειδή πέτυχε, αμέσως καθίσταται γελαστή η συνείδηση, λάμπει από χαρά με τους επαίνους της η ψυχή, η γελαστή ψυχή δεν είναι δυνατό να είναι σκυθρωπή. Και εκεί ενώ μαζί με τη συμφορά έρχεται και η συνείδηση ως τιμωρός, εδώ όμως στεφανώνει και αναγνωρίζει τον νικητή.
Τίποτε δεν είναι αγιότερο από τη γλώσσα εκείνη που στα κακά ευχαριστεί τον Θεό. Πράγματι, δεν υπολείπεται καθόλου της γλώσσας των μαρτύρων, όμοια και αυτή και εκείνος στεφανώνονται. Καθόσον και σε αυτήν στάθηκε ο δήμιος αναγκάζοντάς την να αρνηθεί τον Θεό με βλασφημίες, στάθηκε ο διάβολος ενοχλώντας με βασανιστικές σκέψεις, προκαλώντας σύγχυση με στενοχώριες. Αν λοιπόν υποφέρει τις θλίψεις και ευχαριστήσει τον Θεό, έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-colossenses.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Κολοσσαείς επιστολή, επιστολές Ζ΄και Η΄(κατ΄επιλογήν), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1983, τόμος 22, σελίδες 215-219 και 240-251.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 20.1.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)




