«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 27 Αυγούστου 2024
Κυριακή 19 Μαρτίου 2023
«ΜΗ ΠΑΡΑΔΙΔΕΣΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΝ»
'HΤΟ μεσημβρία καὶ ἐν τῷ κοιτῶνι τοῦ πλοιάρχου εὑρίσκετο ἡ Μαρίνα μόνη. Ὁ πλοίαρχος καταβὰς εὗρεν αὐτὴν καθημένην παρὰ τὴν κλίνην, καὶ κλαίουσαν. Ἰδοῦσα αὐτὸν ἀπέμαξε τὰ δάκρυά της. Ὁ πλοίαρχος ἐκάθισε πλησίον αὐτῆς. –Διατὶ δὲν ἀναβαίνεις ἐπάνω ν’ ἀερισθῇς, κόρη μου Μαρίνα; –Θ’ ἀναβῶ μετ’ ὀλίγον, ἀπήντησεν ἐκείνη. –Σὲ βλέπω, ἔκλαυσες πάλιν, εἶπεν ὁ πλοίαρχος. Δικαίωμά σου εἶναι, τέκνον μου, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ σ’ ἐμποδίσῃ. Ἀλλὰ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὴ παραδίδεσαι εἰς τὴν ἀπελπισίαν. Σοὶ ἀρκεῖ ὅ,τι ὑπέφερες, καὶ θέλεις νὰ ὑποφέρῃς πλειότερον; –Καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὑποφέρῃ ἤ νὰ μὴ ὑποφέρῃ; εἶπεν ἡ κόρη σκεπτική. –Ναί, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἐξαρτᾶται· διότι ν’ ἀλλάξῃ τις τὰ συμβάντα δὲν ἠμπορεῖ, ἀλλ’ ἠμπορεῖ ν’ ἀλλάξῃ τὸν ἑαυτόν του. –Πῶς γίνεται τοῦτο; –Νὰ μὴ ἀνασκάπτῃ πλειότερον τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη ἐντὸς τῆς καρδίας του, ἀλλὰ νὰ προσπαθῇ μάλιστα νὰ τὸ συγκαλύψῃ· μηδὲ νὰ ζητῇ νὰ μετρήσῃ τὸ βάθος τοῦ κενοῦ τούτου, μεταχειριζόμενος τὴν χεῖρα του ὡς βολίδα! –Νὰ εἶναι ἀσυλλόγιστος λοιπόν; –Νὰ μὴ παραδίδεται εἰς τὴν σκέψιν, εἰς τὴν θλῖψιν, εἰς τὴν μελαγχολίαν. Τί θὰ ἐγίνετο ἡ ἀνθρωπότης, ἄν ἔκαστος κατεβάλετο ὑπὸ τῆς πρώτης συμφορᾶς, ἥτις τῷ ἐπέρχεται; Ἤθελεν εἶναι ἤδη μηδενισμένη πρὸ αἰώνων, καὶ οὐδὲν θὰ ὑπῆρχεν. Ἀλλ’ ἡ ἀνθρωπότης εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε τοσαῦται ἀπ’ αἰώνων καταστροφαὶ δὲν ἠδυνήθησαν, οὐδὲ θὰ δυνηθῶσι, νὰ τὴν καταβάλωσιν. Ἄν τὰ ἄτομα ἀποθνήσκουσιν, ἀποθνήσκουσιν ὑποχωροῦντα εἰς τὸν νόμον τῆς φύσεως, ἀλλ’ ἡ ἀνθρωπότης ὀφείλει νὰ μείνῃ. Ἐπανίσταται ὅμως κατὰ τοῦ νόμου τῆς φύσεως καὶ οὐδὲ συντελοῦσιν εἰς τῆς ἀνθρωπότητος τὸν προορισμὸν οἱ ἄφρονες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποθνήσκουσιν ἀμέσως ἐξ ἠθικῶν αἰτίων. Διότι, ἄν πάντες τοὺς ἐμιμοῦντο, ἡ φύσις, ἀδυνατοῦσα πλέον νὰ θανατώσῃ, θὰ ἠδυνάτει ὡσαύτως καὶ νὰ γεννήσῃ. Ἑπομένως ὅσοι αὐτοκτονοῦσιν οὕτως, ἀντιστρατεύονται εἰς αὐτὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Μαρίνα παρετήρει τὸν πλοίαρχον κατὰ πρόσωπον καὶ ἀτενῶς ἀκούουσα ταῦτα. Ὁ ἀρχαϊκὸς οὗτος ναύτης ἦτο λοιπὸν πεπαιδευμένος; ἦτο φιλόσοφος;... (*) Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, «Ἡ Μετανάστις», στὸ «Τὰ Ἅπαντα», τ. 2ος, ἐπιμελ. Γ. Βαλέτα, ἄ.χ.τ. *Αναδημοσίευση εκ του περιοδικού <<Άγιος Κυπριανός>>, αρ. τεύχους 365, Μάρτιος 2012, σελ. 271. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τρίτη 25 Ιουνίου 2019
ΑΓΙΟΙ ΕΣΕΣΘΕ ΟΤΙ ΕΓΩ ΑΓΙΟΣ ΕΙΜΙ
«Ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἐγώ Ἅγιός εἰμι» (Δευτ. ιθ´ 2· Α´ Πετρ. α´ 16)
«Ὥσπερ τοίνυν ἀληθῶς εἰσι θεοί (οἱ Ἅγιοι) οὐ φύσει, ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φύσει Θεοῦ μέτοχοι, οὕτως εἰσί προσκυνητοί, οὐχί φύσει, ἀλλ᾿ ὡς τόν φύσει προσκυνητόν ἐν ἑαυτοῖς ἔχοντες»
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Α. Τρόποι προσκυνήσεως τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων
῾Ο Ἅγιος καὶ θεοφόρος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στὸν τρίτο Λόγο του «Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας» (PG τ. 94, στλ. 1317-1420), μετὰ τὴν ἀναφορά του στοὺς «πέντε τρόπους» τῆς προσκυνήσεως τοῦ Θεοῦ (§§ κη´- λβ´), περιγράφει «πόσα τὰ προσκυνούμενα εὑρίσκομεν ἐν τῇ Γραφῇ, καὶ κατὰ πόσους τρόπους προσάγομεν προσκύνησιν κτίσμασι» (§§ λγ´-λθ´). Ὁ Ἱερὸς Δαμασκηνὸς ἀποσαφηνίζει, ὅτι ἡ «προσκύνησις» εἶναι «σημεῖον» καὶ «σύμβολον»: ἔναντι μὲν τοῦ Θεοῦ, ὑποταγῆς καὶ «ταπεινώσεως» (§ κζ´), ἔναντι δὲ τῶν «κτισμάτων», «φόβου καὶ πόθου καὶ τιμῆς», ἀλλ᾿ «οὐδενὶ δεῖ προσκυνεῖν ὡς Θεῷ, εἰ μὴ μόνῳ τῷ φύσει Θεῷ, πᾶσι δὲ ὀφειλὴν ἀπονέμειν διὰ τὸν Κύριον» (§ μ´) (νὰ ἀπονέμουμε σὲ ὅλους ὅ,τι ὀφείλουμε, χάριν τοῦ Κυρίου / Ρωμ. ιγ´ 7).
Β. Πρῶτα προσκυνούμενα κτίσματα: οἱ Ἅγιοι
Στὴν Ἁγία Γραφή, λέγει ὁ θεῖος φωστὴρ τῆς Δαμασκοῦ (§ λγ´), εὑρίσκουμε νὰ προσκυνοῦνται πρωτίστως ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους ἔχει ἀναπαυθῆ ὁ Θεός, «ὁ μόνος Ἅγιος καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος» (Ἡσ. νζ´ 15), ὅπως εἶναι ἠ ἁγία Θεοτόκος καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι: αὐτοὶ εἶναι «οἱ κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοιωθέντες (τῷ) Θεῷ», τόσο ἀπὸ τὴν ἰδική τους προαίρεσι, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ποὺ κατοίκησε μέσα τους. Αὐτοὶ λέγονται ἀληθινὰ θεοί, ὄχι βεβαίως κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ θέσιν· ὅπως καὶ ὁ πυρακτωμένος σίδηρος λέγεται πῦρ (φωτιά), ὄχι βεβαίως κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ θέσιν καὶ κατὰ μέθεξιν (μετέχει στὴν φωτιά, γίνεται ὅλος φωτιά, ἀλλὰ δὲν μεταβάλλεται σὲ φωτιά).
Ἔτσι λοιπὸν καὶ οἱ Ἅγιοι: ὡμοιώθησαν μὲ τὸν Θεὸν «ἐκ τῆς ἑαυτῶν προαιρέσεως» καὶ «ἐκ τῆς Θεοῦ ἐνοικήσεως καὶ συνεργείας»· ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει: «Ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Δευτ. ιθ´ 2· Α´ Πετρ. α´ 16) καὶ αὐτὸ ἀφορᾶ τὸ πρῶτο δηλαδὴ τὴν προαίρεσι. Κατόπιν, ἐκεῖνον ποὺ θέλει καλοπροαίρετα τὸ ἀγαθό, ὁ Θεὸς τὸν βοηθεῖ καὶ «συνεργεῖ εἰς τὸ ἀγαθὸν» (πρβλ. Ρωμ. η´ 28). Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἐν συνεχείᾳ ὁ Θεὸς κατοικεῖ μέσα σὲ ὅσους πράττουν τὸ ἀγαθό: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β´ Κορινθ. Ϛ´ 16) καί: «Ναοί ἐσμεν Θεοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οίκεῖ ἐν ἡμῖν» (Α´ Κορινθ. γ´ 16). Ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ κατοικήσει στοὺς Ἁγίους, ὕστερα τοὺς δοξάζει καὶ τοὺς δίδει τὴν χάρι νὰ ἐνεργοῦν ὅσα καὶ Ἐκεῖνος: «Ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον, καὶ πᾶσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι´1)· «Ὅσα ποιῶ, καὶ ὑμεῖς ποιήσετε, καὶ μείζονα τούτων ποιήσετε» (Ἰωάν. ιδ´ 12)· «Ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ἀλλ᾿ ἢ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α´ Βασιλ. β´ 30)· «Εἴπερ συμπάσχομεν, ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν» (Ρωμ. η´ 17)· «Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν· ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ» (Ψαλμ. πα´ 1).
Γ. Προσκυνοῦντες τούς Ἁγίους, προσκυνοῦμε τόν Θεό
Καὶ συνεχίζει ὁ θεοφόρος Πατέρας μας: Ὅπως οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀληθινὰ θεοί, «οὐ φύσει, ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φύσει Θεοῦ μέτοχοι», ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι καὶ «προσκυνητοί», «οὐχὶ φύσει, ἀλλ᾿ ὡς τὸν φύσει προσκυνητὸν [Θεὸν] ἐν ἑαυτοῖς ἔχοντες»· ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει μὲ τὸν πυρακτωμένο σίδηρο: δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν φύσι του καυστικὸς καὶ ἑπομένως ἀπρόσιτος στὴν ἀφή, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ μετέχει στὴν φωτιὰ ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν φύσι της καυστική. Προσκυνοῦνται λοιπὸν πάντες οἱ Ἅγιοι, ἐπειδὴ ἔχουν δοξασθῆ ἀπὸ τὸν Θεό· ἐπειδὴ ἔγιναν ἀπὸ τὸν Θεὸ φοβεροὶ μὲς στοὺς ἐχθρούς, εὐεργέτες δὲ στοὺς προσερχομένους σὲ αὐτοὺς μὲ πίστι, ὄχι βεβαίως ὡς πρὸς θεοὺς καὶ εὐεργέτας κατὰ φύσιν, ἀλλ᾿ ὡς πρὸς θεράποντας / ὑπηρέτας καὶ λειτουργοὺς τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀξιώθηκαν νὰ ἔχουν παρρησίαν / θάρρος πρὸς Αὐτόν, διότι Τὸν ἀγάπησαν. Ἑπομένως, προσκυνοῦμε τὸν Ἅγιο, ἐπειδὴ λατρεύεται ὁ οὐράνιος Βασιλεύς, ὅταν βλέπη νὰ προσκυνῆται ὁ ἀγαπημένος Του θεράπων / ὑπηρέτης, ὄχι βεβαίως ὡς Βασιλεύς, ἀλλὰ ὡς ὑπάκουος λειτουργὸς καὶ ἀγαπητὸς φίλος.
Δ. Τιμῶντες τούς Ἀγίους, ἐκπληρώνονται τά αἰτήματά μας
Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἐκπληρώνονται καὶ τὰ αἰτήματα τῶν προσερχομένων μὲ πίστι: εἴτε τοῦ Ἁγίου ποὺ ζητεῖ τοῦτο ἀπὸ τὸν Βασιλέα, εἴτε διότι ὁ Κύριος ἀποδέχεται τὴν τιμὴ καὶ τὴν πίστι ἐκείνου τοῦ εὐσεβοῦς ποὺ ζητεῖ κάτι ἀπὸ τὸν θεράποντά Του, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ ἐζήτησε διὰ μέσου αὐτοῦ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ὅσοι προσήρχοντο, διὰ μέσου τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐθεραπεύοντο· ἔτσι καὶ ἡ σκιὰ καὶ τὰ σουδάρια καὶ τὰ σιμικίνθια (διαφόρου τύπου μαντήλια) τῶν θείων Ἀποστόλων ἐπήγαζαν ἰάσεις (Πράξ. ε´ 15· ιθ´ 12). Ε. Τιμωροῦνται ὅσοι ἀπαιτοῦν προσκύνησι καὶ ὅσοι καταφρονοῦν τοὺς Ἁγίους Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι θέλουν «ἀνταρτικῶς καὶ ἀποστατικῶς» νὰ προσκυνοῦνται ὡς θεοί, αὐτοὶ εἶναι «ἀπροσκύνητοι» καὶ ἄξιοι τοῦ αἰωνίου πυρός. Καὶ ὅσοι πάλι «καραφρονητικῶς, ὑπερηφάνῳ φρονήματι» δὲν προσκυνοῦν τοὺς θεράποντας / ὑπηρέτας τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀλαζόνες καὶ ὑπερήφανοι καταδικάζονται ὡσὰν νὰ ἀσεβοῦν πρὸς τὸν Θεόν· αὐτὸ τὸ μαρτυροῦν / βεβαιοῦν ἐκεῖνα τὰ παιδιὰ ποὺ ἐνέπαιξαν τὸν Ἅγιο Προφήτη Ἐλισσαῖο καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔγιναν τροφὴ στὶς ἀρκοῦδες (Δ´ Βασιλ. β´ 23-24). «Οἱ Ἅγιοι υἱοὶ Θεοῦ [εἰσιν], υἱοὶ τῆς Βασιλείας καὶ κληρονόμοι Θεοῦ καὶ συγκληρονόμοι Χριστοῦ. Τιμῶ οὖν τοὺς Ἁγίους καὶ συνδοξάζω τοὺς δούλους καὶ φίλους καὶ συγκληρονόμους Χριστοῦ, τοὺς δούλους ἐκ φύσεως καὶ φίλους ἐκ προαιρέσεως καὶ υἱοὺς καὶ κληρονόμους ἐκ θείας Χάριτος, ὥς φησιν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Πατέρα» (§ ΚϚ´)
Εκ του Περιοδικού ''Άγιος Κυπριανός'',
αριθμός τεύχους 296, Μάϊος - Ιούνιος 2000, σελ. 297-299
Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017
ΘΕΙΑ ΚΗΔΕΜΟΝΙΑ ΚΙ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Κάποτε, τό ῞Αγιον Πάσχα, ἐπεθύμησε ὁ ῞Οσιος νά φάγη τυρί νωπό καί ἐμέμφετο τόν ἑαυτό του ὡς λαίμαργο καί κοιλιόδουλο, διότι ὠρεγόταν σαρκικά θελήματα· τότε ἐμφανίσθηκε πίσω του ἄνθρωπος μέ πάταγο στήν γῆ, πού ἀκούσθηκε τρεῖς φορές, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στά χέρια του τυρί νωπό καί μόλις τό ἔδωσε στόν ῞Οσιο ἔγινε ἄφαντος. Αὐτό τό ἐφανέρωσε ὁ ῞Αγιος ἀργότερα στόν φίλο του Δημήτριο, ὄχι γιά νά ἐπαινεθῆ, ἀλλά γιά νά μήν καταλαλῆται ὁ Κύριος.
Διότι ὁ Δημήτριος ἔλεγε σέ κάποιους ἀδελφούς, ὅτι δέν εὑρίσκονται πλέον ἄνδρες θεῖοι καί ὅτι ἐσβέσθησαν τά θεῖα χαρίσματα τῶν παλαιῶν καί δέν φαίνονται πουθενά: «Ποιός σέ καιρό ἀνάγκης ἔχει τήν χάρι νά ἀξιώνεται τέτοιας προνοίας ἀπό τόν Θεό, ὥστε νά δέχεται τροφή ἀπό ᾿Αγγελική χεῖρα;»... Μόλις τό ἄκουσε αὐτό ο ῞Οσιος, ἐμειδίασε ὀλίγο καί τοῦ εἶπε: «Φίλτατε Δημήτριε, ραθυμία πλείστη σοῦ ἐγέννησε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τούς λόγους καί λογισμούς... ῾Ο Θεός εἶναι ὁμολογουμένως φιλανθρωπότατος καί κηδεμονικώτατος καί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πιό ἐπιμελητής καί ἀπό πατέρα· κανέναν δέν ἀποστερεῖ ἀπό κάθε γενεά, οὔτε ἀποκηρύττει, ἀλλά κήδεται καί ἀξιώνει θείων χαρισμάτων ὡς φιλόπαις πατήρ, καί ὅποια ἐπιθυμία ἐκφράσει αὐτός πού Τόν φοβεῖται, ἄν δέν βλάπτη τήν ψυχή του, δέν τοῦ τήν στερεῖ»...
Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτά, τοῦ ἐφανέρωσε τό θαυμάσιο πού ἀναφέραμε πρός δόξαν Θεοῦ. Τό ὅτι ὁ κάθε πιστός ἔχει φύλακα ῎Αγγελο τῆς ζωῆς του, ὁ θεῖος Πατήρ τό μαρτυροῦσε ἐκ πείρας καί τό ἐδιηγεῖτο. ῎Ελεγε, ὅτι ἄλλοτε ἔβλεπε τόν ῎Αγγελο ὡς γέροντα, ἄλλοτε ὡς νέο καί ἄλλοτε ὡς πολύ μικρό παιδί· διότι ὁ ῞Οσιος περιφερόταν πολλές φορές τήν νύκτα στήν ἔρημο καί ἔβλεπε τούς ᾿Αγγέλους καί δέν φοβόταν καθόλου οὔτε δείλιαζε ἀπό βροντές, ἀστραπές ἤ ἄγρια θηρία. Κάποια νύκτα πού ἔβρεχε δυνατά, εἰσῆλθε σέ κάποιο σπήλαιο καί προσευχόταν κατά τήν συνήθειά του.
Τότε ἦλθε καί μία πάρδαλις καί ἔπεσε δίπλα του. ῾Ο ῞Οσιος τῆς ἔριξε λίθο καί τήν ἐδίωξε καί ἐκείνη βγῆκε ἀτάραχα καί ἔφυγε, χωρίς νά ἀγριεύση ἐναντίον του... Κάποιοι μάλιστα τόν ἐρωτοῦσαν πῶς δέν ἐφοβεῖτο νά περιφέρεται τήν νύκτα σέ ἔρημο καί πολύ ἄγριο βουνό. Καί ὁ ῞Οσιος ἔλεγε: «῞Οσο μέ φυλάγει ὁ φύλακας τῆς ψυχῆς μου ῎Αγγελος, δέν φοβοῦμαι οὔτε ἀστραπές, οὔτε θηρία, οὔτε τίποτε ἄλλο· ἄν ὅμως Αὐτός μέ ἐγκαταλείψη γιά τίς ἁμαρτίες μου, τότε φοβοῦμαι καί τά φύλλα τῶν δένδρων ὅταν πίπτουν»!...
Εκ του Περιοδικού «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 311/Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2002, σελ. 192.
῾Απλοποίησις ἀπό τό ἔργο «Βίος καί Πολιτεία τοῦ ῾Οσίου Πατρός ἡμῶν Παύλου τοῦ νέου τοῦ ἐν τῷ Λάτρῳ»,
§§ 21-22, Edition: T. Wiegand, Milet. 3.1. Der Latmos, Berlin 1913, p. 118.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Τρίτη 4 Απριλίου 2017
ΟΛΑ ΝΑ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
Σας παραξενεύει
τό ὅτι ἐγώ δέν γράφω τίποτε ἄλλο παρά μόνον περί τοῦ Χριστοῦ.
Λέτε,
ὅτι πρέπει νά γράφουμε περί τῆς παγκόσμιας εἰρήνης,
περί τοῦ πολιτισμοῦ,
περί τῆς μορφώσεως,
περί τῆς ἐξελίξεως,
περί τῆς ἠθικῆς!
Ὤ, κύριε καί ἀδελφέ, μακάρι νά μήν ἤξερα νά γράφω τίποτε ἄλλο
παρά μόνον περί τοῦ Χριστοῦ
καί μακάρι νά μήν ξέρω τίποτε ἐκτός τοῦ Χριστοῦ!
Νά μποροῦσα νά εἰπῶ σάν τόν Ἀπόστολο:
«οὐ γάρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν εἰ μή Ἰησοῦν Χριστόν» (Α΄ Κορ. β΄ 2).
Ἀκοῦστε τοὺς κατοίκους τῆς οἰκίας · περὶ τίνος ὁμιλοῦν περισσότερο παρὰ περὶ τοῦ οἰκοκύρη τοῦ οἴκου; Ἀκοῦστε καὶ ἐρωτήσατε· ποιὸς ἀναφέρεται καθημερινὰ περισσότερο: σὲ ἕνα κράτος καὶ λιγότερο στὸν κυρίαρχο καὶ ἄρχοντα τοῦ κράτους; Πῶς τότε οἱ κάτοικοι τοῦ κόσμου νὰ μὴ ἀναφερώμαστε περισσότερο ἀπ’ ὅλα στὸν Οἰκοκύρη τοῦ κόσμου, στὸν Κυρίαρχο τοῦ σύμπαντος, στὸν Βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, στὸν Σωτῆρα τῶν ψυχῶν μας;
Ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν Χριστό, ὁμιλοῦμε καὶ γιὰ τὴν εἰρήνη, ἐφ’ ὅσον Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς Εἰρη νοφόρος καὶ Εἰρηνοδότης στὴν ἱστορία τοῦ πλανήτου μας. Ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν Χριστό, ὁμιλοῦμε καὶ γιὰ τὸν πολιτισμὸ (μὲ τὴν καλὴ ἔννοια τῆς λέξεως, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ στὴν ἡμέρες μας ἔχασε τὸ ἀληθινό της νόημα). Ἰδού, Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐμπνευστὴς τοῦ πλέον εὐγενικοῦ καὶ ἁγιωτάτου πολιτισμοῦ στὸν κόσμο. Τὰ νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν Χριστό, σημαίνει νὰ ὁμιλοῦμε καὶ γιὰ τὴν μόρφωσι τῶν ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον ὅλη ἡ ἐπιστήμη Του ἀναφέρεται στὸν διαφωτισμὸ τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ στὴν μεταμόρφωσι τοῦ πνεύματος.
Τὸ νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν Χριστὸ σημαίνει νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὴν ἐξέλιξι, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνον μπορεῖ νὰ πάη τοὺς ἀνθρώπους πέρα ἀπὸ τὸν τάφο. Τὸ νὰ γράφουμε καὶ νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν Χριστὸ σημαίνει, βέβαια, νὰ ὁμιλοῦμε ἀναπόφευκτα γιὰ τὴν ἠθική, δηλαδὴ γὰ τὴν συμπεριφορά, γιὰ τὴν τιμιότητα, τὴν καθαρότητα, τὸ ἔλεος πρὸς τοὺς πάσχοντες, τὴν ἀγάπη καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς.
Ὄντως, δὲν εἶναι καθόλου περίεργο ποὺ ἡ μετριότητά μου γράφει καὶ ὁμιλεῖ γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ εἶναι θλιβερὸ καὶ περίεργο ποὺ οἱ χιλιάδες ἄλλων, πιὸ δυνατῶν καὶ πιὸ ἱκανῶν ἀπὸ ἐμένα, δὲν σκέπτονται, δὲν ὁμιλοῦν, δὲν γράφουν, δὲν τραγουδοῦν γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Διότι, «ὁ μὲν θερισμὸς πο- λύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι» (Ματθ. θ΄ 37). Νὰ προσευχώμεθα στὸν Ἄρχοντα τοῦ θερισμοῦ, γιὰ νὰ πολλαπλασιάση τοὺς ἐργάτες Του στὸν ἀγρό Του.
Σᾶς παρακαλῶ,
προσπαθῆστε καί σεῖς νά εἰσέλθετε σέ ἐκείνην τήν μεγάλη χορωδία
τῶν ἀνθρώπων καί τῶν Ἀγγέλων,
τῶν ὁποίων τά βλέμματα κατευθύνονται μόνον σέ Αὐτόν,
καί οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν ὅλες τίς δυνάμεις τους
γιά τήν ἰσχυροποίησι τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου Του στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
Ἀπό τίς «Ἱεραποστολικές Ἐπιστολές» τοῦ ἁγίου Ἐπισκόπου Νικολάου Βελιμίροβιτς.
Περιοδικό ''Άγιος Κυπριανός,'' αριθμός τεύχους 373, Άνοιξη - Καλοκαίρι 2015, σελίδα 47.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Σάββατο 11 Μαρτίου 2017
ΤΕΚΝΟΝ ΤΟ ΜΥΡΜΗΚΙΝ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΡΩΓΕΙΝ ΣΕ
῾Η ἀλαζονεία καί ἡ ὑψηλοφροσύνη ἐπισύρουν τήν ὀργήν τοῦ Θεοῦ
᾿Από τόν Βίον τοῦ ῾Οσίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτου (Μνήμη: 8 Α´)
Εις τὸ Κοινόβιον εἶχον συνήθειαν οἱ Πατέρες νὰ κόπτωσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὰ χαμόκλαδα διὰ τὸ πῦρ, καὶ ἔκοπτον εἰς μίαν φορὰν ὅσα ἐχρειάζοντο δι᾿ ὅλον τὸ ἔτος, προσεκάλουν δὲ καὶ τοὺς Κελλιώτας καὶ ἄλλους τυχόντας ξένους διὰ νὰ βοηθήσωσιν ὅ,τι ἠδύναντο. Μίαν λοιπὸν τῶν ἡμερῶν μετὰ τὸ κόψιμον ἐκάθισαν περὶ τὴν τετάρτην ὥραν νὰ φάγωσιν, ἐκάθισε δὲ καὶ ὁ ῞Οσιος Γέρων εἰς μίαν τῶν τραπεζῶν. Εἷς δὲ ἐκ τῶν ᾿Αδελφῶν συμπεριφερόμενος μὲ ἀταξίαν, ἤρχισε νὰ λέγῃ ἀστεϊσμοὺς καὶ νὰ κάμνῃ σχήματα περιπαικτικὰ εἰς τοὺς συγκαθημένους ᾿Αδελφοὺς καὶ νὰ ἁρπάζῃ τὰ ἐπὶ τῆς τραπέζης.
῾Ο Γέρων ἀφοῦ ἔκαμεν ὑπομονὴν μίαν καὶ δύο φοράς, ὡς εἶδεν ὅμως τὸν ᾿Αδελφὸν ὅτι πειράζεται δυνατὰ ἀπὸ τὸν διάβολον, ἥπλωσε πρὸς αὐτὸν καὶ βλέπων αὐτὸν κατὰ πρόσωπον, λέγει πρὸς αὐτὸν μὲ σοβαρὰν φωνήν: – Μοναχοὶ εἴμεθα, ᾿Αββᾶ· ὑπερηφανεύεσαι, τέκνον, καὶ ἀλαζονεύεσαι μὲ αὐθάδειαν, χωρὶς νὰ συλλογίζησαι ὅτι ὁ Μοναχὸς εἶναι ὅλος εὐλάβεια εἰς πάντα καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι ὅλος ὀφθαλμὸς ὡς τὰ Χερουβίμ, χωρὶς νὰ ὑψηλοφρονῇ παντάπασι. Μὰ τὸ λέγω σοι, τέκνον, τὸ μυρμήκιν ἀνεβαίνει καὶ τρώγει σε καὶ ταπεινώνει τὴν ἀλαζονείαν σου (αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος τοῦ Γέροντος ἀντὶ ὅρκου· διότι οὐδέποτε ὤμοσεν, ἀλλὰ τὴν λέξιν ταύτην μετεχειρίζετο, μὰ τὸ λέγω σοι).
῾Ο δὲ ᾿Αδελφὸς ἀφοῦ ἐπερίπαιξε καὶ τὸν Γέροντα, ἔκαμνεν εἰς αὐτὸν σχήματα περιγελαστικά, λέγων: – Ναί, γέρον, τὸ μυρμήκιν ἀνεβαίνει καὶ τρώγει με. ῞Οταν ἐσηκώθησαν ἀπὸ τὸ φαγητόν, ἕκαστος ὅπου εὕρισκε μικρὰν σκιὰν ἀνεπαύετο ὀλίγον, ἕως ὅτου περάσῃ ὁ πολὺς καύσων τοῦ ἡλίου. ῾Ο ᾿Αδελφὸς λοιπὸν οὗτος ἀνεπαύθη εἰς τὴν σκιὰν πέτρας τινὸς καὶ ἐκοιμήθη βαρέως, διότι ἔπιε πολὺν οἶνον, μᾶλλον δὲ καὶ διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ λόγος τοῦ Γέροντος. ῾Ως συμβαίνει συνήθως εἰς τοὺς κόπτοντας ξύλα, εἶχε πληγωθῆ ὀλίγον ὑπὸ κλάδου θάμνου εἰς τὸ γόνατον καὶ ἐξῆλθε σταγὼν αἵματος. Πλησίον τῆς πέτρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκοιμήθη, ὑπῆρχε φωλεὰ μυρμήκων, οἱ ὁποῖοι ἐμυρίσθησαν τὸ αἷμα τῆς πληγῆς καὶ συναχθέντες, τοσοῦτον ἔφαγον αὐτὴν γύρωθεν καὶ ἐγύμνωσαν τὴν σάρκα, ὥστε ἔγινε τραῦμα σχεδὸν μιᾶς παλάμης.
῾Ο δὲ ᾿Αδελφός, ἀφοῦ ἐξύπνησε καὶ ἠσθάνθη τὸν πόνον τοῦ ποδός, ἔτριψεν αὐτὸν μὲ τὴν χεῖρα· ὅταν εἶδε δὲ τὴν ὀργὴν ἐκείνην, ἕως δύο φούκτας μυρμήκων γύρωθεν τοῦ ποδὸς αὐτοῦ καὶ τὴν μεγάλην πληγήν, ἤρχισε νὰ φωνάζῃ τὸ Κύριε, ἐλέησον! Συναχθέντες οἱ ᾿Αδελφοὶ ἠρώτων αὐτὸν τὴν αἰτίαν τῶν φωνῶν, ὁ δὲ ἀφοῦ ἔδειξε τὸν πόδα αὐτοῦ, εἶπε· – Τοῦτο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Γέροντος. Τοῦτο ἰδόντες πάντες ἐξεπλήττοντο, ὁ δὲ ᾿Αδελφὸς ἐσηκώθη καὶ ἦλθε τρέχων καὶ ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Γέροντος, ζητῶν συγχώρησιν διὰ τὸ σφάλμα του καὶ εὐχὴν θεραπείας.
Θαυμάσιος Βίος καί Διδασκαλία τοῦ ῾Οσίου Πατρός ἡμῶν Γεωργίου Χοζεβίτου τοῦ Κυπρίου,
ὑπό Παύλου Μοναχοῦ Χοζεβίτου, § 15, σελ. 24-25,
ἔκδοσις τρίτη, ῾Ιερουσαλήμ, τύποις ῾Ιεροῦ Κοινοῦ τοῦ Παναγίου Τάφου, ἄ.χ.
Αναδημοσίευση εκ του περιοδικού ''Άγιος Κυπριανός,'' τεύχος 336, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2007, σελ. 16.
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017
Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΩΖΟΝΤΟΣ
Στις ἡμέρες τοῦ ᾿Επισκόπου τῶν ῾Ιεροσολύμων ῾Αγίου Κυριακοῦ,
ζοῦσε ἕνας πολύ ἐλεήμων ἄνθρωπος,
ὀνόματι Σώζων.
Περνώντας κάποια μέρα ἀπ᾿ τήν πλατεῖα τῆς πόλεως,
βλέπει ἕνα φτωχό
πού ἦταν γυμνός καί τουρτούριζε ἀπ᾿ τό κρύο.
Τόν πόνεσε ἡ ψυχή του.
῎Εβγαλε λοιπόν τό ἱμάτιό του καί τό ἔδωσε στόν φτωχό.
Σέ λίγο ἐπέστρεψε σπίτι του.
῏Ηταν σούρουπο καί ξάπλωσε νά κοιμηθεῖ.
Βλέπει τότε στό ὄνειρό του,
ὅτι βρέθηκε σ᾿ ἕνα θαυμαστό κῆπο πού φωτιζόταν μέ καθαρό ἄϋλο φῶς.
Πλῆθος λουλούδια - ρόδα καί κρίνα - καί ψηλόκορμα δένδρα
τόν στόλιζαν,
πού ξέχυναν ἀπ᾿ τήν κορφή ὥς τίς ρίζες μιάν ὑπέροχη εὐωδία.
Τά δένδρα ἦταν κατάφορτα μέ ὡραιότατους καρπούς,
ὥστε τά κλαδιά τους ἔγερναν ὥς τή γῆ.
Τό καθένα εἶχε ξεχωριστή ὀμορφιά.
᾿Ανάμεσά τους πολυάριθμα πουλιά ἀπ᾿ ὅλα τά εἴδη
καί τά χρώματα κελαηδοῦσαν μελωδικά.
Τὸ κελάηδημά τους ἦταν τόσο θεϊκό, ὥστε νόμιζες ὅτι ἐρχόταν ἀπ᾿ τὸν οὐρανό. ῞Ολα τὰ δένδρα, τὰ φυτὰ καὶ τὰ λουλούδια κυμάτιζαν μὲ πολλὴ χάρη. Βλέποντας καὶ ἀκούγοντάς τα δοκίμαζε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀπερίγραπτη γλυκύτητα καὶ ἀνέκφραστη ἡδονή. Καθὼς παρατηροῦσε ἐκστατικός, ἔρχεται ἕνας νέος καὶ τοῦ λέει, «ἀκολούθησέ με». ῎Αρχισε νὰ βαδίζει πίσω του καὶ σὲ λίγο ἔφτασαν σ᾿ ἕνα χρυσοκάγκελο φράχτη. ῎Ερριξε τὸ βλέμμα του πέρα, ἀνάμεσα στὰ κενὰ ποὺ σχημάτιζαν τὰ χρυσᾶ κάγκελα καὶ εἶδε μιὰν αὐλὴ καὶ στὸ βάθος ἕνα θαυμάσιο παλάτι, ποὺ ἄστραφτε. Καθὼς κοιτοῦσε ὁ Σώζων, βγαίνουν ἀπ᾿ τὸ ἀνάκτορο δέκα ἕξι ἄνθρωποι φτερωτοί, ποὺ ἔλαμπαν σὰν τὸν ἢλιο.
Μετέφεραν ἀνὰ τέσσερις ἀπὸ ἕνα χρυσοστόλιστο κιβώτιο. Καθὼς διέσχιζαν τὸ παραμυθένιο ἐκεῖνο προαύλιο οἱ ῎Αγγελοι αὐτοὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ Σώζων κατάλαβε ὅτι κατευθύνονταν πρὸς αὐτόν. Μόλις πλησίασαν στὰ χρυσᾶ κάγκελα, ἀκριβῶς ἀπέναντί του, στάθηκαν, κατέβα- σαν τὰ κιβώτια ἀπ᾿ τοὺς ὤμους καὶ τὰ ἀκούμπησαν στὴ γῆ. Φαίνονταν τώρα σὰν νὰ περίμεναν κάποιον μεγάλο νὰ ἔρθει. Καὶ πράγματι, σὲ λίγο βλέπει ὁ Σώζων νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τ᾿ ἀνάκτορα ἕνας πανέμορφος ἄνδρας καὶ νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος τῶν ᾿Αγγέλων.
᾿Ανοῖξτε τὰ κιβώτια», τοὺς διέταξε, «καὶ δεῖξτε σ᾿ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τὶ τοῦ φυλάω γιὰ τὸ ἱμάτιο ποὺ μοῦ δάνεισε πρὸ ὀλίγου διὰ μέσου τοῦ φτωχοῦ». ᾿Αμέσως ἄνοιξαν τὸ ἕνα χρυσὸ κιβώτιο καὶ ἄρχισαν νὰ βγάζουν χιτῶνες καὶ ἱμάτια βασιλικά, ἄλλα κατάλευκα κι ἄλλα πλουμιστά, ὅλα πανέμορφα. Τὰ ἅπλωσαν μπροστά του, ρωτώντας τον: — Σοῦ ἀρέσουν, Σώζων; Καὶ ἐκεῖνος εἶπε μὲ δέος: — Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ δῶ, οὔτε τὴ σκιά τους! Συνέχιζαν ὡστόσο νὰ τοῦ δείχνουν λαμπρούς, καταστόλιστους καὶ ὁλόχρυσους χιτῶνες, ὥσπου ἀνέβηκε ὁ ἀριθμός τους στοὺς χίλιους.
῞Οταν πιὰ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος τῶν ᾿Αγγέλων τοῦ ἔδωσε νὰ καταλάβει, τὶ σημαίνει τὸ «ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει», τοῦ εἶπε: — Βλέπεις, Σώζων, πόσα ἀγαθὰ σοῦ ἑτοίμασα, ἐπειδὴ μὲ εἶδες γυμνὸ καὶ μὲ σπλαγχνίσθηκες καὶ μ᾿ ἔντυσες; Πήγαινε λοιπὸν καὶ συνέχισε νὰ κάνεις τὸ ἴδιο. ῎
Αν δώσεις στὸν φτωχὸ ἕνα ἱμάτιο, ἐγὼ θὰ σοῦ ἑτοιμάσω ἑκατονταπλάσια. ᾿Ακούγοντας αὐτὰ ὁ Σώζων ρώτησε μὲ δέος, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ τὸν Κύριο: — Κύριέ μου, τὸ ἴδιο θὰ κάνεις καὶ σ᾿ ὅλους ὅσοι βοηθοῦν τοὺς φτωχούς; Τοὺς φυλᾶς ἑκατονταπλάσια ἀγαθὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωή;
Κι ᾿Εκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε:
— ῞Οποιος θά θυσιάσει σπίτια ἤ χωράφια ἤ πλούτη
ἤ δόξα ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφές ἤ γυναῖκα
ἤ παιδιά ἤ ὁποιοδήποτε ἀγαθό τῆς γῆς,
«ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει».
Γι᾿ αὐτό,
ποτέ μή μετανοιώσεις γιά μιά σου ἐλεημοσύνη
ἐξευτελίζοντας τόν φτωχό,
πού τοῦ ἔδωσες κάτι!
Μή τυχόν,
ἀντί γιά ἀνταμοιβή, πάθης διπλῆ ζημιά.
Διότι αὐτός πού κάνει ἕνα καλό κι ἔπειτα μετανοιώνει
ἤ ἐξευτελίζει τόν φτωχό,
χάνει καί τόν μισθό του,
ἀλλά βρίσκεται καί ἔνοχος τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
῞Υστερα ἀπό αὐτά τά λόγια
ὁ Σώζων ξύπνησε γεμάτος θαυμασμό γιά τό ὅραμα.
Σηκώθηκε ἀμέσως ἀπ᾿ τό κρεββάτι του
καί ἔδωσε καί τό ἄλλο του ἱμάτιο σέ κάποιον πού ἤξερε
πώς τό εἶχε ἀνάγκη.
Τήν νύχτα βλέπει πάλι τό ἴδιο ὅραμα καί τό πρωΐ,
χωρίς καθυστέρηση,
μοίρασε ὅλη του τήν περιουσία,
ἀπαρνήθηκε τόν κόσμο καί ἔγινε ἕνας θαυμάσιος Μοναχός.
Εκ του περιοδικού «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 258, ᾿Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1994, σελ. 215-216.
Επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
H φωτογραφία της ανάρτησης είναι παρμένη από την Σελίδα του f.b. ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου''.
Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017
ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΚ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΤΥΦΛΟΣ
῾Η ῾Υπεραγία Θεοτόκος προνοεῖ γιά τό ψυχικό παρά γιά τό σωματικό ὄφελος τῶν δούλων Της
᾿Από τόν Βίο τοῦ ῾Οσίου ᾿Ανθίμου τοῦ Τυφλοῦ
(† 4.9.1782)
Πρώτος σταθμὸς τοῦ ῾Οσίου ᾿Ανθίμου ὑπῆρξε ἡ Χίος, τὸ ἁγιονῆσι τοῦ Αἰγαίου. Στὸ ἴδιο νησὶ κατέφυγαν κι ἄλλοι κολλυβάδες Πατέρες, διωγμένοι ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος. ᾿Απὸ τὸ συναξάρι τοῦ ῾Οσίου πληροφορούμεθα ὅτι γιὰ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ἀσκήθηκε μέσα στὴν ἐκκλησία τῆς ῾Αγίας Ματρώνης τῆς Χιοπολίτιδος, δίχως νὰ διευκρινίζεται ὅμως σὲ ποιά τοποθεσία τῆς νήσου βρισκόταν... ῾Ο ῞Οσιος Πατὴρ ἐδίδασκε τὸν Εὐαγγελικὸ λόγο στοὺς πιστοὺς μὲ ἀποτέλεσμα τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν καλὴν ἀλλοίωση καὶ μετάνοια πολλῶν ψυχῶν. ῎Εφθασε σὲ μεγάλα ἀσκητικὰ μέτρα. Συνήθιζε πάντοτε νὰ τρώγει λίγο ξερὸ ψωμὶ καὶ νὰ πίνει νερὸ μόνον μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου.
Κοιμόταν ἐλάχιστα πάνω στὰ ψυχρὰ μάρμαρα τῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ τὶς ὑπόλοιπες ὧρες τῆς νυκτὸς καλλιεργοῦσε τὴν νοερὰ προσευχὴ τοῦ γλυκυτάτου ᾿Ιησοῦ του... Κάποια νύχτα, ἐνῶ προσευχόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, ἀποκοιμήθηκε καταπονημένος. Τότε ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἀκόλουθη ὀπτασία: Παρουσιάσθηκαν μπροστά του δυὸ λαμπροφόροι νέοι, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶπαν: «῎Ανθιμε, ἀκολούθησέ μας γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσουμε ἐκεῖ ποὺ μᾶς διέταξε ἡ Κυρία τοῦ παντός». ῞Οταν πέρασαν ἀπὸ σκοτεινοὺς καὶ δυσώδεις τόπους, ὅπου ἀκούγονταν οἰμωγὲς καὶ θρῆνοι αὐτῶν ποὺ προγεύονταν τὴν κόλαση, ὁ ῞Οσιος ὀλιγοψύχησε. ῞Ομως οἱ ῎Αγγελοι ποὺ τὸν συνόδευαν, τοῦ ἔδωσαν θάρρος καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ τόπο φωτεινὸ καὶ εὐωδέστατο.
᾿Εκεῖ σὲ θρόνο ὑψηλὸ ἀντίκρισε τὴν ὑπερτέραν πάσης κτίσεως ῾Υπεραγία Θεοτόκο. Σπεύδοντας νὰ προσκυνήσει τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἄκουσε τὴν βροντερὴ φωνή Της νὰ τὸν καθηλώνει στὴ θέση του. «Μακριά, μακριὰ ἀπὸ μένα, διότι ἐναντίον τοῦ συμφέροντός σου μὲ παρακαλεῖς συνεχῶς γιὰ νὰ σοῦ δώσω τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν σου». Τὴν φοβερὴ ἐκείνη ὥρα παρουσιάστηκαν δυὸ ἄλλοι φωτοειδεῖς νέοι (οἱ ῞Αγιοι Γεώργιος καὶ Παρασκευή), οἱ ὁποῖοι κάνοντας ἐδαφιαία μετάνοια στὴν Βασίλισσα τοῦ κόσμου, εἶπαν παρακλητικά: «Δέσποινα καὶ Κυρία τοῦ παντός, γιὰ τὸ αἷμα ποὺ χύσαμε ὑπὲρ τοῦ γλυκυτάτου Υἱοῦ σου καὶ Δεσπότου ἡμῶν, καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔχεις πρὸς Αὐτόν, δέξου τὸν δοῦλον σου ῎Ανθιμο, ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸ νὰ κτίσει Μοναστήρια πρὸς τιμήν μας».
Τότε ὁδήγησαν μὲ σεβασμὸ τὸν ῞Οσιο μπροστὰ στὴν Θεομήτορα, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε: «῎Ανθιμε, ἐγὼ γιὰ τὴν μεγάλη σου εὐλάβεια καὶ γιὰ τὶς πολλές σου παρακλήσεις, ἀποφάσισα νὰ σοῦ δώσω λίγο φῶς. Γνώριζε ὅμως, ὅτι ἐὰν λάβεις αὐτὸ τὸ πρόσκαιρο, θὰ στερηθεῖς τὸ αἰώνιο». ῾Ο ῞Οσιος ἀμέσως δέχθηκε μὲ ταπείνωση καὶ δάκρυα χαρᾶς τὴν ἀπόφαση, παρακαλῶντας τὴν ῾Υπεραγία Θεοτόκο νὰ πρεσβεύει στὸ θρόνο τῆς Χάριτος γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του, ὥστε νὰ καταταχθεῖ εἰς τὰς αἰωνίους Μονὰς ὅπου οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται. ῎Ετσι ὁ Μοναχὸς ῎Ανθιμος παρέμεινε ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀόμματος.
Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου, Διδασκάλου, ῞Οσιος ῎Ανθιμος ὁ ἐκ Κεφαλληνίας ὁ Τυφλὸς ῾Ιεραπόστολος τοῦ Αἰγαίου'',
Βίος καὶ ᾿Ασματικαὶ ᾿Ακολουθίαι, σελ. 29-31, ᾿Ιθάκη 2005.
Αναδημοσίευση από το περιοδικό '''Αγιος Κυπριανός,'' αριθμός τεύχους 340, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2007, σελ. 88.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016
Η ΣΥΧΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Η συχνότης τῆς Θείας Κοινωνίας
῾Οσίου Γέροντος Παχωμίου ῾Ιδρυτοῦ τῆς Σκήτης τῶν ῾Αγίων Πατέρων τῆς Χίου
καί Πνευματικοῦ ῾Οδηγοῦ τοῦ ῾Αγίου Νεκταρίου Αἰγίνης (1839 - 14.10.1905)
Καὶ τίς νὰ μὴ κλαύσῃ τὴν ἀμάθειαν, καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν σημερινῶν ἱερέων μας; Ποῦ ἠκούσθη τοῦτο ποτέ, νὰ πηγαίνουν οἱ χριστιανοὶ εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν, νὰ ζητοῦν νὰ κοινωνήσουν, καὶ οἱ ἱερεῖς νὰ τοὺς ἐμποδίζουν, λέγοντες· μὴν εἶναι τσουρβᾶς ἡ Κοινωνία; ᾿Ακόμη δὲν εἶναι 40 ἡμέρες ὁποῦ ἐκοινώνησες, καὶ πάλιν ἔρχεσαι νὰ μεταλάβῃς; ῾Ωσαύτως καὶ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γνωρίζω πολλοὺς ἄνδρας καὶ γυναῖκας ὁποῦ βαστοῦν τριήμερον, καὶ πηγαίνοντες τὴν Τετάρτην εἰς τὴν Προηγιασμένην νὰ κοινωνήσουν, καὶ τοὺς ἐμποδίζουν λέγοντες· ἀκόμη ἕως ἐχθὲς ἔτρωγες κρέας, καὶ σήμερον ἦλθες νὰ κοινωνήσῃς;
Καὶ δεύτερον (λέγουσιν) ἡ Προηγιασμένη εἶναι διὰ τοὺς ἱερεῖς, καὶ ὄχι διὰ τοὺς λαϊκούς. Φεῦ! τῆς ἀμαθείας καὶ ἀφροσύνης μας! Σὺ μέν, ὦ ἄνθρωπε ἱερωμένε, ἀφ᾿ ἑσπέρας τρώγεις κρέας, πολλάκις καὶ μεθυσμένος τυγχάνεις, ἴσως δὲ εἶσαι καὶ ἀνευλαβής, καὶ πηγαίνεις καὶ λειτουργεῖς, καὶ αὐτὸς ὁποῦ νηστεύει μὲ τόσην εὐλάβειαν τὸν ἐμποδίζεις; Καὶ τὸν καθυστερεῖς τοσαύτης ὠφελείας καὶ ἁγιασμοῦ. Βλέπετε ἀμάθεια τῶν ἱερέων μας; Αὐτὴ ἡ Προηγιασμένη (λέγουσιν) εἶναι τῶν ἱερέων, καὶ ὄχι τῶν κοσμικῶν· ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει· ἐγώ, τετράκις τῆς ἑβδομάδος κοινωνῶ τοὺς ἐνορίτας μου, ὡσαύτως καὶ ὁ Χρυσόστομος καὶ ὅλη ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὴν τὴν συνήθειαν εἶχαν νὰ κοινωνοῦν 4 φορὲς τὴν ἑβδομάδα· καὶ ἐπειδὴ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστὴν Λειτουργία δὲν γίνεται μέσα εἰς τὴν ἑβδομάδα, ἐσοφίσθησαν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες νὰ ἐβγάζουν Προηγιασμένην, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κοινωνοῦν καὶ ἀνάμεσον τῆς ἑβδομάδος οἱ χριστιανοί, καὶ σὺ λέγεις τῶν ἱερωμένων εἶναι ἡ Προηγιασμένη; Καὶ βλέπε, ὦ ἀναγνῶστα, ἕως ὅτου ἦταν αὐτὴ ἡ τάξις καὶ ἐσυχνοκοινωνοῦσαν οἱ χριστιανοί, ἐθερμαίνετο ἡ καρδία τους ἀπὸ τὴν χάριν τῆς ῾Αγίας Κοινωνίας, καὶ ἔτρεχαν εἰς τὸ μαρτύριον, ὡσὰν τὰ πρόβατα· ῞Οστις λοιπὸν ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ἐμποδίζει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἄχραντον Κοινωνίαν, ἄς ἠξεύρῃ καλά, ὅτι μεγάλως ἁμαρτάνει.
Δὲν λέγω ὅμως νὰ κοινωνοῦμεν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔλαχεν, ἀλλὰ μὲ τὴν πρέπουσαν προετοιμασίαν. ῎Ηκουσα ὅμως νὰ λέγουν τινὲς ἱερεῖς· ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἱερεὺς καὶ συχνολειτουργῶ καὶ κοινωνῶ, ἀλλὰ ὁ λαϊκὸς δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν. Εἰς τοῦτο, ἀδελφέ μου ἱερέα, ἔχεις μεγάλο λάθος· διότι εἰς τὴν Κοινωνίαν δὲν διαφέρει εἰς τίποτε ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τὸν λαϊκόν· διατί, σὺ ἱερεύς, εἶσαι ὑπηρέτης τοῦ Μυστηρίου καὶ ὄχι πὼς ἔχεις τὴν ἄδειαν νὰ συχνοκοινωνᾷς καὶ ὁ ὁ λαϊκὸς ὄχι. Εἰς τοῦτο ἔχω νὰ σοῦ φέρω πολλὰς ἀποδείξεις τῶν ῾Αγίων, ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν ἀχράντων Μυστηρίων εἶναι συγκεχωρημένον συνεχῶς νὰ μεταλαμβάνουν ἐξ ἴσου, χωρὶς διαφοράν, καὶ ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς καὶ ἰδιῶται, καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἐκτὸς τῶν τριγάμων· ὅσοι γὰρ ἔχουν 3 γυναῖκας παρμένας, ἐκεῖνοι μόνον 3 φορὲς κοινωνοῦν τὸν χρόνον.
῎Εχω λέγω μυρίας ἀποδείξεις περὶ τούτου, ἀλλὰ ποῖον νὰ σοῦ πρωτογράψω; Χρυσόστομον, Κλήμεντα, Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Δαβίδ; Ποῖον λέγω νὰ σοῦ πρωτοείπω; Εἰς τοῦτο ἔχω νὰ σοῦ φέρω τόσας πολλὰς ἀποδείξεις, ὁποῦ χρειάζεται νὰ γεμίσω ἕνα βιβλίον ὁλόκληρον. Διὰ τοῦτο κόπτω τὸν λόγον καὶ σοῦ λέγω μὲ συντομίαν μόνον ἐτοῦτο· ὅταν δὲν θέλῃς νὰ συχνοκοινωνοῦν οἱ χριστιανοί, διατί βαστάζεις τὸ ἅγιον Ποτήριον καὶ τὸ δείχνεις εἰς τοὺς χριστιανοὺς καὶ φωνάζεις ἀπὸ τὸ ἅγιον Βῆμα·
Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε, καὶ πλησιάσατε εἰς τὰ Μυστήρια νὰ κοινωνήσετε; Καὶ ἔπειτα πάλιν ἐσεῖς οἱ ἴδιοι τοὺς ἐμποδίζετε, καὶ ψεύδεσθε φανερά; Διατί ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τοὺς προσκαλεῖτε καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοὺς διώχνετε;...
Εκ του περιοδικού ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ,'' αριθμός 319, Μάρτιος - Απρίλιος 2014, σελίδα 26.
᾿Από τό βιβλιάριο «῾Υπεράσπισις τῆς ᾿Αληθείας καί Νίκη κατά τοῦ Διαβόλου»,
ἔκδ. ε´ τῆς ῾Ιερᾶς Σκήτης ῾Αγίων Πατέρων Χίου, σελ. 76-78, ᾿Αθῆναι 1985.
᾿Επίσης βλ. τό ἀπόσπασμα αὐτό καί στό ἐνδιαφέρον σύγγραμμα τοῦ ᾿Αντωνίου Ν. Χαροκόπου,
῾Ο Γέροντας Παχώμιος ῾Ιδρυτής τῆς ῾Ιερᾶς Σκήτης τῶν ῾Αγίων Πατέρων τῆς Χίου, σελ. 141-142, ᾿Αθήνα 2003.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016
ΔΙΩΞΕ ΤΗΝ ΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ
Εἶναι μεγάλο σφάλμα πού δέν ἀγαπᾶς τήν μητέρα σου
καί τήν ἀντιμετωπίζεις μέ τόση καχυποψία.
Προσευχήσου νά σοῦ δώσει ὁ Θεός δύναμη,
μακροθυμία καί ἀνεξικακία, γιά νά μπορεῖς νά συγχωρεῖς.
Πρέπει νά σταματήσεις τίς ἔντονες ἀντεπιθέσεις σου,
τό συχνό καί πεισματικό ἀναμάσημα,
ὅτι σοῦ φέρθηκε ἄσχημα στό παρελθόν.
Δέξου, ἐπιτέλους, αὐτό τό παρελθόν
σάν ἕνα μέρος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τήν ζωή σου,
καί διῶξε τήν μνησικακία ἀπό τήν καρδιά σου.
Ξέχασέ τα ὅλα. Διατηρώντας μέσα σου ἐχθρότητα ἐναντίον ἐκείνων ποὺ διαμόρφωσαν τὸ παρελθόν σου, δὲν κάνεις τίποτε ἄλλο, παρὰ ν᾿ ἀνοίγεις πόλεμο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὶ παραλογισμός! ᾿Επιπλέον, ἂν θέλεις νὰ δεῖς τὰ πράγματα καθαρὰ καὶ τίμια, θὰ διαπιστώσεις ὅτι ἡ ζωή σου ὁλόκληρη δὲν ἦταν σκληρὴ καὶ βασανισμένη, ὅπως λές. Ξέρω, ὑπῆρχαν πικρὲς στιγμές.
Ἀλλά, τώρα τὸ πιὸ σωστὸ ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις εἶναι νὰ τὶς ξεχάσεις. Καὶ νὰ καλλιεργήσεις μέσα σου τὴ σκέψη, ὅτι κανένας ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὑπεύθυνος γι᾿ αὐτές. Σὲ θεώρηση οὐράνια καὶ ὄχι γήϊνη, οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐργαλεῖα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ κάνε κουράγιο.
Ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἀμείψει, ἂν μὲ ταπείνωση ἀποκαλύψεις τὶς ἀνοιχτὲς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου σ᾿ ἕναν ἔμπειρο πνευματικό. Θὰ σὲ ὁπλίσει μὲ τὴ δύναμη ποὺ χρειάζεσαι γιὰ ν᾿ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου... Θὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἄλλο, ἀλλὰ πρόσεξε μὴ μὲ παρεξηγήσεις: Δὲν θέλω γιὰ κανένα λόγο νὰ μειώσω τὴν ἀξία τοῦ καθημερινοῦ σου κανόνα προσευχῆς καὶ πατερικῆς μελέτης.
Θέλω νὰ σ᾿ ἀφήσω ἐντελῶς ἐλεύθερη, εἴτε νὰ τὸν συνεχίσεις ἀπαράλλακτο, εἴτε νὰ τὸν τροποποιήσεις, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες σου, τὶς δυνατότητές σου καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, πρέπει νὰ θυμᾶσαι ὅτι ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον εἶναι ὁ πρῶτος στόχος γιὰ τὸν ὁποῖο πρέπει ν᾿ ἀγωνίζεσαι. «Ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὅν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὅν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α´ ᾿Ιωὰν. δ´ 20).
Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ βγεῖς ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι σου γιὰ νὰ βρεῖς τὸν πλησίον. Ὁ σύζυγός σου εἶναι αὐτὸς ὁ πλησίον. Ἡ μητέρα σου εἶναι αὐτὸς ὁ πλησίον. Καὶ τὰ παιδιά σου ἐπίσης.
Μιά τελευταία συμβουλή:
Μήν ἀποθαρρύνεσαι, πού ἡ προσευχή σου εἶναι στεγνή, ψυχρή, ἀκατάνυκτη.
Συνέχισε, ἔστω κι ἔτσι.
Καί παράλληλα ταπείνωνε τόν ἑαυτό σου μέ κάθε τρόπο, σέ κάθε εὐκαιρία.
Μόνο οἱ ταπεινοί μποροῦν νά προσεύχονται ζωντανά, καθαρά, καρποφόρα.
Εκ του Περιοδικού: «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθμ. 334,
Σεπτέμβριος-᾿Οκτώβριος 2006, σελ. 336.
Στάρετς Μακαρίου τῆς ῎Οπτινα, Πνευματικές Νουθεσίες (ἀπό τίς ἐπιστολές του),
σελ.158-159,
ἔκδ. β´, ῾Ιερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, ᾿Ωρωπός ᾿Αττικῆς 1991.
Ἐπιμέλ. ἡμετ. Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Ο ΓΕΡΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
Κοντά στό Γιαροσλάβ [τῆς Ρωσίας] ζοῦσε ἕνα ἀγόρι
πού ὠνομαζόταν Θεόδωρος. ῞
Οταν ἦταν ἕξι ἐτῶν ἐπισκέφθηκε μία προορατική Γερόντισσα,
πού ὠνομαζόταν Ξένη καί αὐτή τοῦ εἶπε:
«Ποιός ἦλθε νά μέ ἰδῆ! Θεόδωρε, τί χαρά!
Σαράντα πέντε χρόνια θά βόσκης ἀγελάδες καί κατσίκες.
Νά μή χρησιμοποιήσης ποτέ ξύλο ἢ ράβδο σ᾿ αὐτά
καί ποτέ νά μή πῆς ἄσχημη ἢ θυμωμένη κουβέντα,
καί τά ζῶα θά σέ ὑπακούουν.
Μετά θά πᾶς στήν Πετρούπολι, στήν Μακαρία Ξένη,
τήν προστάτισσά μου καί μετά θά πᾶς
στήν ἁγία μας γῆ, στήν Βυρίτσα, στόν Γέροντα»!
῾Ο Θεόδωρος ζοῦσε μὲ τοὺς γονεῖς του καὶ τέτοιες σκέψεις ποτὲ δὲν πέρασαν ἀπὸ τὸ μυαλό του. ῞Ομως, σύντομα ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ πράγματι ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν ἕξι ἐτῶν ἔβοσκε ἀγελάδες. ᾿Εργάσθηκε ὡς βοσκὸς ἀκριβῶς γιὰ 47 χρόνια, ὅπως τοῦ εἶχε προείπει ἡ Γερόντισσα. Ποτὲ δὲν κτύπησε κάποιο ζῶο καὶ ποτὲ δὲν εἶπε μιὰ ἄσχημη κουβέντα· ποτὲ δὲν ἔχασε οὔτε μία ἀγελάδα. Εἶχε κατασκευάσει ἕνα κέρας (βούκινο), τὸ ὁποῖο φυσοῦσε καὶ μὲ αὐτὸ καλοῦσε τὶς ἀγελάδες.
Μέχρι ποὺ πέρασε τὴν ἡλικία τῶν πενήντα ἔβοσκε ἀγελάδες· ποτὲ δὲν ἔπαιρνε χρήματα, ἀλλὰ ἔτρωγε στὰ σπίτια τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀγελάδων, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης τὸν ἔντυναν. ῞Ολοι τὸν συμπαθοῦσαν γιὰ τὴν εὐγένεια καὶ τὴν ἀθωότητά του. Συχνὰ ἦταν πολὺ λυπημένος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἐκκλησιασθῆ στὶς μεγάλες ῾Εορτές, διότι ἔπρεπε νὰ βγάζη στὴν βοσκὴ τὶς ἀγελάδες καθημερινῶς. Κάποτε, στὴν ῾Εορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως, ἦταν ἐξαιρετικὰ λυπημένος καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεό: «῞Ολοι οἱ πιστοὶ προσεύχονται στὴν ᾿Εκκλησία σήμερα καὶ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι μαζί τους· εἶμαι πάντοτε μὲ τὶς ἀγελάδες καὶ τὶς κατσίκες»...
῞Οταν ὁ Θεόδωρος πῆγε τὶς ἀγελάδες στὴν βοσκή, τοποθέτησε μία Εἰκόνα σὲ ἕνα δένδρο καὶ προσευχόταν γιὰ ὧρες ἐκεῖ ἐνώπιόν της. ᾿Εκείνη τὴν ἡμέρα προσευχήθηκε μὲ ἰδιαίτερη θέρμη. Ξαφνικὰ εἶδε μία λάμψι ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ φωτὸς ἐπάνω ἀπὸ τὴν Εἰκόνα· τὸ φῶς ἦταν πιὸ λαμπρὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο. Μετὰ ἐμφανίσθηκε ὁ Σωτήρας μας μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν ᾿Ηλία καὶ τοὺς ᾿Αποστόλους Πέτρο, ᾿Ιάκωβο καὶ ᾿Ιωάννη! ῾Ο Θεόδωρος δὲν κατάλαβε πόσο κράτησε ἡ ὅρασις...
῞Οταν ἦλθε στὶς αἰσθήσεις του ἦταν πιὰ ἀπόγευμα· κατάλαβε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γυρίση τὰ ζῶα στὸ σπίτι, ὅτι ἦταν ὥρα γιὰ ἄρμεγμα καὶ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἡ ὅρασις ἐξαφανίσθηκε. ῾Ο Θεόδωρος σηκώθηκε καὶ ἔκλαυσε καὶ παρεκάλεσε τὸν Κύριο νὰ τοῦ ἀποκαλύψη, ἂν αὐτὸ ποὺ συνέβη ἦταν μία πραγματικὴ ὅρασις ἢ μόνον ἡ φαντασία του.
Πῆρε τὸ κέρας του καὶ κάλεσε τὶς ἀγελάδες καὶ στράφηκε πρὸς τὸ κοπάδι. Συγκλονίσθηκε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶδε: ὅλες οἱ ἀγελάδες ἦσαν γονατισμένες καὶ δάκρυα ἔρρεαν ἀπὸ τὰ μάτια τους!...
Σαράντα ἑπτά χρόνια ὁ Θεόδωρος ἐργάσθηκε
ὡς βοσκός καί μετά ἀποσύρθηκε.
Δέν εἶχε συγγενεῖς, οὔτε εἶχε παντρευθῆ.
Θυμήθηκε τήν καθοδήγησι, πού τοῦ δόθηκε στήν παιδική του ἡλικία
καί ταξίδευσε στήν ῾Αγία Πετρούπολι.
῏Ηταν τότε τό ἔτος 1949...
Εκ του Περιοδικού «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 297/᾿Ιούλιος-Αὔγουστος 2000, σελ. 323.
Μετάφρασις ἀπό τά ρωσικά, ἀπό τό ἔργο τοῦ Βασιλείου Νικολάγιεβιτς Μουράβιεφ,
''῾Ο Στάρετς Μεγαλόσχημος ῾Ιερομόναχος Σεραφείμ τῆς Βυρίτσας 1865-1949'',
κατά τήν διασκευασμένη ἔκδοσι τοῦ ᾿Αλεξάνδρου Τροφίμωφ,
σελ. 131-132, Μόσχα, ᾿Αδελφότης ῾Αγίου ᾿Αλεξίου, 1996.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016
Η ΝΕΟΚΟΥΡΗ ΜΟΝΑΧΗ ΘΕΟΔΟΤΗ
Η Θεοδότη ἦταν μητέρα τοῦ μεγάλου βυζαντινοῦ σοφοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ (1018-1078).
῾Υπῆρξε πολὺ εὐσπλαγχνικὴ καὶ εὐσεβής.
Τῆς ἄρεσε νὰ προσκαλῆ στὸ τραπέζι της φτωχούς, μὰ ὄχι γιὰ νὰ καμαρώνη σὰν γενναιόδωρη ἤ νὰ ταπεινώνη αὐτοὺς ποὺ ἐλεοῦσε.
῾Η Θεοδότη ἤξερε νὰ δίνη. ῾Υποδεχόταν ἡ ἴδια τοὺς φτωχοὺς ξένους της, τοὺς ἔπλενε τὰ πόδια καὶ ἤθελε
νὰ τοὺς περιποιῆται μόνη της, σὰν νὰ ἦταν μεγάλοι ἄρχοντες!
Διάβαζε ἀδιάκοπα τὴν ῾Αγία Γραφή.
Καταγινόταν πρωῒ καὶ βράδυ μὲ πνευματικὲς ἀσκήσεις καὶ φλογερὲς προσευχές.
῾Η ψυχή της ἀνέβαινε πρὸς τὸν Θεὸ μέσα σὲ θεῖες ἐκστάσεις. ᾿Ιδιαίτερα μερίμνησε γιὰ τὴ χριστιανικὴ διαπαιδαγώγησι τοῦ μικροῦ Μιχαήλ. Πάσχισε ἀπὸ τὰ μικρά του χρόνια νὰ τὸν κάνη ἕνα παιδὶ τίμιο, εὐλαβικὸ καὶ λογικό. Γι᾿ αὐτὸ δὲν παραδέχθηκε ποτὲ τὰ βράδια νὰ τοῦ λένε παραμύθια, ἤ νὰ τοῦ γεμίζουν τὸ κεφάλι μὲ κοσμικὲς ἀνόητες ἱστορίες. ᾿Απεναντίας τοῦ διηγόταν εὐλαβικὲς καὶ μορφωτικὲς ἱστορίες, τοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν ᾿Ισαάκ, ποὺ τὸν ὡδηγοῦσε ὁ πατέρας του στὸν τόπο τῆς θυσίας καὶ ὑποτάχθηκε ἀδιαμαρτύρητα στὴν πατρικὴ θέλησι, γιὰ τὸν ᾿Ιακώβ, ποὺ τὸν εὐλόγησε ὁ πατέρας του γιὰ τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἔδειχνε στὴ μητέρα του, καὶ ἀκόμη γιὰ τὸν Χριστό, ποὺ μικρὸς ἦταν τόσο ὑπάκουος στοὺς γονεῖς του... Καὶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἔβγαζε ἠθικὰ συμπεράσματα, κατάλληλα γιὰ τὴν ἡλικία τοῦ παιδιοῦ της.
῞Οταν τὸ εὐτυχισμένο ἀγοράκι μεγάλωσε, ἡ φιλόστοργη μητέρα ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὴν ἐπιστημονική του μόρφωσι παρὰ τὴν ἀντίθετη γνώμη τῶν ἄλλων συγγενῶν. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, ὁ ζῆλος γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἔγινε ἀκόμη πιὸ φλογερὸς σ᾿ αὐτὴ τὴ θερμὴ ψυχή. Στὸν πόθο της ν᾿ ἀπομακρύνη ἀπὸ τὴ ζωή της κάθε τί περιττό, ἔφθανε στὸ σημεῖο νὰ στερῆται ἀκόμη καὶ τ᾿ ἀπαραίτητα. Μάταια οἱ δικοί της τὴν παρατηροῦσαν γιὰ τὴν αὐστηρὴ νηστεἰα της. Μάταια ὁ πατέρας της τὴ μάλωνε καὶ τὴν πίεζε ν᾿ ἀλλάξη ζωή. ῎Αν κάποτε, γιὰ νὰ εὐχαριστήση τοὺς δικούς της, δεχόταν νὰ τῆς φέρουν κάπως ἀφθονώτερο φαγητό, τὴ στιγμὴ ποὺ καθόταν στὸ τραπέζι, ἄλλαζε γνώμη! Πρόσταζε νὰ φωνάξουν κάποια φτωχὴ ἀπὸ τὸν δρόμο, γιὰ νὰ φάη ἐκείνη τὸ φαγητό της. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ζωῆς ἀδυνάτιζε μέρα μὲ τὴ μέρα. Τώρα γιὰ νὰ πάη στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ σταθῆ ὄρθια τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, ἔπρεπε νὰ τὴν κρατοῦν δύο. ῾Ωστόσο δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη Μοναχή, κρίνοντας ἀπὸ μετριοφροσύνη πὼς δὲν ἦταν ἄξια γιὰ μιὰ τέτοια τιμή, ἄν καὶ ὅσο ἔνιωθε πὼς πλησίαζε στὸν θάνατο, λαχταροῦσε μὲ θέρμη τὸ ᾿Αγγελικὸ Σχῆμα.
῞Ομως ἕνα ὄνειρο συντόμεψε τὴν ἀπόφασί της. Κάποια ἀπὸ τὶς φίλες της ὀνειρεύθηκε μιὰ νύχτα πὼς βρέθηκε στὸν ῾Ιππόδρομο, μέσα στὸ αὐτοκρατορικὸ θεωρεῖο, καὶ πὼς ἔβλεπε ἐκεῖ μέσα, γύρω ἀπὸ ἕνα μυστηριώδη ὁλόχρυσο λαμπρὸ θρόνο, ἄλλους θρόνους ἀπὸ χρυσάφι ἤ ἐλεφαντόδοντο τοποθετημένους σὲ ἡμικύκλιο. Κοντά τους ἦταν κι ἕνας θρόνος φτιαγμένος ἀπὸ κάποιο διαφορετικό, ἄγνωστο ὑλικό, σκοτεινὸ καὶ ἀστραφτερὸ ταυτόχρονα. Καὶ καθὼς ρωτοῦσε γιὰ ποιόν ἦταν προορισμένο αὐτὸ τὸ ὡραῖο κάθισμα, μιὰ φωνὴ τῆς ἀποκρίθηκε πὼς ἦταν ὁ θρόνος τῆς Θεοδότης: – ῾Ο Αὐτοκράτορας –δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς τῶν Οὐρανῶν– πρόσταξε νὰ εἶναι ἕτοιμος, γιατί σὲ λίγο ἡ Θεοδότη θὰ ἔρθη νὰ καθίση. ῏Ηταν ἡ προειδοποίησις τοῦ συντόμου θανάτου της! ῾Η Θεοδότη τότε πῆρε τὴν ἀπόφασι νὰ φορέση τὸ Σχῆμα, νὰ γίνη Μοναχή. ῾Η τελετὴ τοῦ πνευματικοῦ γάμου ἦταν συγκινητικὴ καὶ ἐπίσημη! ῾Η ᾿Εκκλησία τῆς Μονῆς ἦταν στολισμένη ἑορταστικά. Οἱ Μοναχὲς γέμιζαν τοὺς Χοροὺς τῶν ψαλτῶν.
῾Ο Μιχαὴλ Ψελλός, καταξιωμένη μορφὴ στὸν πολιτικὸ καὶ ἐκπαιδευτικὸ κόσμο, ἦταν κι αὐτὸς μπροστά, στὴν πρώτη σειρὰ τοῦ συναγμένου πλήθους. ῞Ολοι ξαφνιάσθηκαν ὅταν εἶδαν τὴ Θεοδότη, ποὺ τὴν ἤξεραν ὑπερβολικὰ ἐξαντλημένη, νὰ στέκεται ὄρθια γιὰ κείνη τὴ μεγάλη μέρα. Φωτισμένη ἀπὸ μιὰ ὑπερφυσικὴ ὀμορφιά, παρουσιάσθηκε χωρὶς νὰ τὴν ὑποστηρίζη κανείς, προχώρησε μὲ σταθερὸ βῆμα ὥς τὸ ῾Ιερὸ καὶ σ᾿ ὅλο τὸ διάστημα τῆς ᾿Ακολουθίας τῆς Κουρᾶς στάθηκε ὄρθια καὶ ἀλύγιστη. ῾Ο διαπρεπὴς γιός της, ποὺ σ᾿ αὐτὴν ὤφειλε τὴν πνευματική του ἐξέλιξι, πολὺ συγκινημένος ἔπεσε μετὰ τὴν τελετὴ στὰ πόδια της, ζητώντας τὴν εὐλογία τῆς νεόκουρης. Τότε ἐκείνη τοῦ εἶπε: – Μακάρι νὰ μπορέσης κι ἐσύ, γιέ μου, νὰ γνωρίσης αὐτὴ τὴ χαρὰ καὶ τὴ χάρι. Τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ πρόσωπό της ἄλλαξε ὄψι καὶ μιὰ θεία λάμψι ἄναψε στὴ ματιά της.
῏Ηταν τὸ τέλος!
Θέλησε ν᾿ ἀναπαυθῆ λίγο καὶ κάθησε σ᾿ ἕνα χαμηλὸ στασίδι.
᾿Εκεῖ ἐκοιμήθη εἰρηνικά!...
῾Ολόκληρη ἡ Κωνσταντινούπολις συγκεντρώθηκε στὴν κηδεία της.
῞Ολοι προσπάθησαν ν᾿ ἀσπασθοῦν τὸ ἀσκητικὸ σῶμα, τὰ χέρια, τὸ πρόσωπο τῆς Μοναχῆς Θεοδότης...
''Χαρίσματα καί Χαρισματοῦχοι''
τόμος Δεύτερος, σελ. 216-219,
ἔκδοσις ἕκτη,
῾Ιερά Μονή Παρακλήτου, ᾿Ωρωπός ᾿Αττικῆς 1994
Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ
τεύχος 316, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2003
Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)


















