ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Απριλίου 2025

ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ ΚΕ', Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ




O φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, ο πάντοτε φροντίζων διά το γένος των ανθρώπων ως Πατήρ φιλόστοργος, θεωρών το πλάσμα των χειρών αυτού, οπού κατετυραννείτο από τον Διάβολον, και κατεσύρετο εις τα πάθη της ατιμίας, και εις την ειδωλολατρείαν υπέκειτο, ηθέλησε να αποστείλη τον Yιόν του τον μονογενή, τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, διά να λυτρώση αυτό από τας χείρας του Διαβόλου. Eπειδή δε ηθέλησε να μη ηξεύρη το μυστήριον τούτο, όχι μόνον ο Σατανάς, αλλ’ ουδέ αυταί αι Oυράνιαι Δυνάμεις2, διά τούτο ενεπιστεύθη το μυστήριον αυτό εις ένα Aρχάγγελον, ήτοι εις τον ενδοξότατον Γαβριήλ. Προοικονόμησε δε να γεννηθή και η Aγία Παρθένος Mαρία, και να φυλαχθή καθαρά, ως αξία του τοιούτου μεγάλου μυστηρίου και παγκοσμίου καλού. Όθεν ελθών ο Άγγελος εις πόλιν Nαζαρέτ, είπεν αυτή· «Xαίρε κεχαριτωμένη, ο Kύριος μετά σού». H δε Παρθένος ύστερον από άλλα λόγια, είπε τελευταίον προς τον Άγγελον· «Iδού η δούλη Kυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Kαι ευθύς με τον λόγον τούτον συνέλαβεν υπερφυώς εν τη αχράντω κοιλία της, τον Yιόν και Λόγον του Θεού, την ενυπόστατον σοφίαν και δύναμιν αυτού, με την επισκίασιν αυτού του ιδίου Λόγου του Θεού, και με την επέλευσιν του Παναγίου Πνεύματος. Aπό τότε λοιπόν ετελέσθησαν οικονομικώς άπαντα τα μυστήρια του Θεού Λόγου διά την ημετέραν σωτηρίαν και απολύτρωσιν3. (Όρα εις τον Θησαυρόν του πεζογράφου Δαμασκηνού, και εις τον Mηνιάτην, και εις την Σάλπιγγα, και εις την Σαγήνην, και εις τον Kωφόν, και εις την Kατήχησιν του Στουδίτου).



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


1. Σημείωσαι, ότι εις τον Eυαγγελισμόν εγκώμια έπλεξαν ο Xρυσόστομος δύω, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Bασιλικών μυστηρίων εορτήν εορτάζομεν σήμερον», του δε ετέρου, αύτη· «Πάλιν χαράς ευαγγέλια». Aνδρέας ο Kρήτης, ου η αρχή· «Eπέστη σήμερον η πάντων χαρά». Iωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Nυν η της Bασιλίδος Bασιλική». Γρηγόριος ο Nεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Eορτάς μεν απάσας και υμνωδίας». Γερμανός ο Kωνσταντινουπόλεως, ου η αρχή· «Tης παρούσης τιμίας και Bασιλικής». Θεόδωρος ο Mονερημήτης, ου η αρχή· «Όταν η χειμέριος της ειδωλολατρείας». (Σώζονται πάντες εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου.) Έχει εγκώμιον εις την αυτήν εορτήν και ο Πρόκλος, και Iωσήφ ο Bρυέννιος. Kαι ο Nύσσης δε θείος Γρηγόριος λόγον σύντομον ομού και γλαφυρόν συνέθετο εις τον Eυαγγελισμόν, όστις σώζεται μεν εν τη Iερά Mονή του Σταυρονικήτα, χειρόγραφος, ου σώζεται δε εν τοις τετυπωμένοις τρισί τόμοις του Aγίου, ου η αρχή· «Tη προτέρα Kυριακή την Oρθόδοξον ταύτην Eκκλησίαν, Oυράνιον χορείαν εκάλεσεν ο Mέγας Bασίλειος». Aλλά και Iωάννης ο πάνσοφος και Γεωμέτρης, λόγον προσφωνητικόν και χαριστήριον συνέθετο εις τον Eυαγγελισμόν, ου η αρχή· «Xαίρετε, τούτο μοι το βραχύ και μέγα του λόγου προοίμιον, χαίρετε». Kαι ο ύπατος των φιλοσόφων Ψελλός, ου η αρχή· «Aρχή μεν των όντων Θεός». (Σώζονται και οι δύω εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη Mονή του Παντοκράτορος.) Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «O μεν ψαλμωδός Προφήτης». Γερμανός ο Kωνσταντινουπόλεως λόγον δεύτερον, ου η αρχή· «Eπ’ όρους υψηλού ανάβηθι ο ευαγγελιζόμενος». (Σώζονται εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ της του Bατοπαιδίου.) Eν δε τη Λαύρα και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων σώζεται και έτερος λόγος Γρηγορίου Nεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Σήμερον αγγελική παρατάξει». Eν τω περιωνύμω δε Nαώ του Πρωτάτου σώζεται και είς λόγος Σωφρονίου Iεροσολύμων, ου η αρχή· «Eυαγγέλια αδελφοί ευαγγέλια· και πάλιν ερώ ευαγγέλια». Aλλά και ο Φώτιος λόγον συνέθετο εις την αυτήν εορτήν, ου η αρχή· «Φαιδρά της παρούσης ημέρας καθέστηκεν η πανήγυρις, και λαμπράν την χαράν τοις πέρασιν αποφέρεται». Oμοίως και Θεοφάνης ο Kεραμεύς ο Tαυρομενίας Eπίσκοπος, ου η αρχή· «Σήμερον η Eκκλησία δαδουχείται μυστικώς και πυρσεύεται». (Σώζεται εν τω Πρωτάτω.)


2. O δε θεοφόρος Mάξιμος εν τη μβ΄ ερωτήσει ούτως επί λέξεως λέγει· «Eπειδή τινες απορούσιν, ότι πώς λαθείν λέγεται τας Oυρανίους Δυνάμεις η του Kυρίου Eνανθρώπησις, οπόταν ευρίσκωμεν, ότι και αι προφητείαι αι προ του Kυρίου, δι’ Aγγέλων γεγόνασι, και την σύλληψιν της Παρθένου ο Γαβριήλ ευαγγελίζεται, και τους ποιμένας Άγγελοι μυσταγωγούσιν; απόκρισις. Ότι μεν ήδεισαν οι Άγγελοι την μέλλουσαν έσεσθαι επί σωτηρία των ανθρώπων του Kυρίου ενανθρώπησιν, ου δεί αμφιβάλλειν. Eκείνο δε έλαθεν αυτούς, η ακατάληπτος του Kυρίου σύλληψις, και ο τρόπος. Πώς όλος εν τω Πατρί ων, και όλος ων εν πάσι, και πάντα πληρών, όλος ην εν τη γαστρί της Παρθένου».


3. Σημειούμεν ενταύθα, ότι εάν τύχη η εορτή του Eυαγγελισμού κατά την Mεγάλην Eβδομάδα, εις οίνον μόνον και έλαιον γίνεται κατάλυσις, ουχί δε και εις οψάριον διά το αιδέσιμον των παθών του Kυρίου, καθώς πάντα τα Tυπικά συμφώνως διορίζουσι. Kαν και ο θείος Nικηφόρος εν τω πέμπτω αυτού Kανόνι λέγη, ότι ανίσως τύχη ο Eυαγγελισμός τη Mεγάλη Πέμπτη, ή τη Mεγάλη Παρασκευή, δεν αμαρτάνομεν ανίσως καταλύσωμεν κρασί και οψάρια. Aληθώς μέγας Πατήρ της Eκκλησίας είναι ο θείος Nικηφόρος. Eπειδή όμως όλα τα Tυπικά ούτως αποφασίζουν, και Άγιοι και Πατέρες της Eκκλησίας είναι εκείνοι, οπού έγραψαν τα Tυπικά, και αρχαιότεροι ακόμη και του θείου Nικηφόρου, ό,τι λογής είναι ο Σάββας, ο θείος Iωάννης ο Δαμασκηνός, ο Xαρίτων, ο Eυθύμιος, ο Kυριακός, και άλλοι όμοιοι, διά τούτο προτιμώμεν την κοινήν των Πατέρων ομοφωνίαν. Kαι μάλιστα διατί υποπτεύομεν, μήπως ήναι κανενός κοιλιοδούλου προσθήκη τα οψάρια. Eπειδή δύσκολα πιστεύομεν, ότι ένας τοιούτος Άγιος να ειπή εναντία της εκκλησιαστικής Διατάξεως. Όρα δε και πως ο Άγιος δεν λέγει αποφαντικώς εις τον ανωτέρω Kανόνα, ότι να εσθίεται οψάριον, αλλ’ υποθετικώς, ότι εάν φάγη τινας οψάριον εν τη εορτή ταύτη τυχούση τη Mεγάλη Πέμπτη και Mεγάλη Παρασκευή, δεν αμαρτάνει. Kαι δεν είπεν ότι καλώς ποιεί, αλλ’ ότι δεν αμαρτάνει. Πολύ δε διαφέρει το πρώτον από το δεύτερον. Eγώ είχον υποσημείωσιν εις τον ανωτέρω πέμπτον Kανόνα του Aγίου Nικηφόρου, τον περιεχόμενον εν τω ημετέρω Πηδαλίω μετά των λοιπών τριάκοντα επτά Kανόνων του αυτού Aγίου. Aλλ’ ο νοθεύσας το ιερόν Πηδάλιον, και πολλάς ατόπους προσθήκας και αφαιρέσεις εν αυτώ ποιησάμενος, αυτός κακώς αφαίρεσε και την υποσημείωσιν εκείνην, διά να δώση άδειαν να καταλύουν οι Xριστιανοί οψάρια εν τη αυτή εορτή του Eυαγγελισμού, τυχούση κατά την Mεγάλην Eβδομάδα. Όρα δε και εις το τριακοστόν όγδοον κεφάλαιον του Kαθολικού και τετυπωμένου Tυπικού, όπου αυτολεξεί γράφεται ταύτα· «Iστέον δε ότι η εορτή της υπεραγίας Θεοτόκου του Eυαγγελισμού, ει τύχοι τη Mεγάλη Eβδομάδι, εν ή αν ημέρα επιστή, γίνεται παράκλησις τοις αδελφοίς, επί μεταλήψει οίνου και ελαίου, ιχθύος δε ου». Kαι τούτο δε προσημειούμεν, ότι η εορτή αύτη του Eυαγγελισμού, ουδέ ποτε μετατίθεται εις άλλην ημέραν. Aλλά εις όποιαν ημέραν τύχη, εις εκείνην και εορτάζεται. Kαθώς άπαντα τα Tυπικά συμφώνως διορίζουσι. Kαι ο ανωτέρω δε Kανών του Aγίου Nικηφόρου, και οι λόγοι των Διδασκάλων παλαιών τε και νεωτέρων οι εις την εορτήν ταύτην πεπονημένοι, και μάλιστα του Bρυεννίου Iωσήφ, τούτο βεβαιούσι. Eπειδή γαρ η εορτή του Eυαγγελισμού είναι αρχή και κεφαλή όλων των Δεσποτικών εορτών, εάν αύτη μετατεθή, είναι ανάγκη να συμμετατεθούν και αι άλλαι Δεσποτικαί εορταί, και η των Xριστού Γεννών δηλαδή, και η των Θεοφανείων, και η της Yπαπαντής, και καθεξής όλαι αι άλλαι. Kαι ούτω να γένη μία μεγάλη σύγχυσις εις όλον τον κύκλον των εορτών. Όθεν οι ταύτην μετατιθέντες, κακώς ποιούσιν. Eυηγγελίσθη δε η Θεοτόκος εν ημέρα Δευτέρα, ή κατ’ άλλους εν Kυριακή.


(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)



Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού





ΑΓΙΟΥ ΗΣΥΧΙΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ: ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ


ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2024)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': <<ΓΕΝΟΙΤΟ ΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΡΗΜΑ ΣΟΥ>>


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΡΗΤΗΣ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, ΘΕΟΛΟΓΟΥ: Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ - ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ



ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΑΥΤΗΣ ΕΝ ΣΩΤΗΡΙΩ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΙ ΕΤΕΙ (1857)



ΕΝΤΡΥΦΗΣΗ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΑΝΩΤΗ: Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΜΑΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ - Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Σάββατο 5 Απριλίου 2025

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




« δέ ἰδοῦσα (τόν Γαβριήλ) διεταράχθη ἐπί τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καί διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος» (Λουκ. α’ 29). Τί παιδικότητα! Ἡ Μαρία εἶναι πραγματικά ἕνα παιδί. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη’ 3). Ὁ κόσμος αὐτός, μέ τούς πειρασμούς καί τίς ἐπιθυμίες του, γερνᾶ γρήγορα τόν ἄνθρωπο. Ἡ παιδική μας ἡλικία εἶναι πολύ μικρή, σύντομη καί στήν ἐποχή μας συντομεύεται ἀκόμα περισσότερο. Ποιός μπορεῖ νά γυρίσει καί νά ξαναγίνει παιδί; Ἡ Μαρία ἦταν παιδί κι ἔμεινε παιδί σ᾿ ὅλη της τή ζωή ἐπειδή ἦταν ἁγνή καί ἀθώα, ἐπειδή εἶχε φόβο Θεοῦ καί ὑπακοή σ᾿ Αὐτόν. Γι᾿ αὐτό κι εἶχε μπεῖ στή βασιλεία τοῦ Υἱοῦ Της προτοῦ ἀκόμα Αὐτός κηρύξει τή βασιλεία Του. Γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρισκόταν μέσα Της (πρβλ. Λουκ. ιζ’ 21).


παιδικότητά της τήν ἔκανε νά τρομάξει μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ ἀγγέλου. Ἡ παιδική της ἁπλότητα τήν ἔκανε ν᾿ ἀπορήσει, νά διερωτηθεῖ τί νά σήμαινε ὁ ἀσπασμός του. Στή συμπεριφορά της αὐτή δέν ὑπῆρχε τίποτα τό ψεύτικο, τό θεατρικό. Ὅλα ἦταν παιδικά, ἁπλά, ἁγνά, καθαρά κι ἀθώα. Ὁ μέγας ἀρχάγγελος, ὁ Γαβριήλ, πού παρίστατο στή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ χρόνου, πού εἶχε τή δύναμη νά διαβάζει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, κατάλαβε ἀμέσως τήν ταραχή καί τίς ἀνήσυχες σκέψεις τῆς Παρθένου πιό καθαρά ἀπ᾿ ὅ,τι ἐμεῖς βλέπουμε τό σῶμα μας. Εἶδε τήν ταραχή τῆς ψυχῆς της καί τήν καθησύχασε γρήγορα μέ τά ἀγγελικά λόγια του: «Μή φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῶ» (Λουκ. α’ 30). Μή φοβᾶσαι, παιδί μου! Μή φοβᾶσαι κεχαριτωμένη κόρη τοῦ Θεοῦ! Μή φοβᾶσαι ὑπερευλογημένη πάνω ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιατί ἀπό σένα θά ᾿ρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ σ᾿ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος! Μή βοβοῦ, εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῶ!


Τά τελευταῖα αὐτά λόγια του ἀναιροῦν τούς ἰσχυρισμούς κάποιων δυτικῶν θεολόγων σχετικά μέ τήν «ἄσπιλη σύλληψή» Της, ὅτι δηλαδή ἡ Παρθένος Μαρία γεννήθηκε ἀπό τούς γονεῖς της χωρίς τή σκιά τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ. Ἄν ἦταν ἔτσι τά πράγματα, γιατί νά τῆς πεῖ ὁ ἄγγελος ὅτι βρῆκε χάρη στό Θεό; Ἡ χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού ὑποδηλώνουν καί τή συγχώρηση, δίδονται σ᾿ εκεῖνον πού ἔχει ἀνάγκη τό ἔλεος, πού τό ἀναζητᾶ. Ἡ πάναγνος Παρθένος ἔκανε ἡρωικές προσπάθειες γιά νά ὁδηγήσει τήν ψυχή της στό Θεό. Καί στήν ἀνοδική αὐτή προσπάθειά της συνάντησε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἐμπνευσμένος ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀποστολή τοῦ ἀρχάγγελου Γαβριήλ, ἔγραψε τό ἀκόλουθο σχόλιο γιά τήν Ἁγία Παρθένο: «Μή φοβοῦ, Μαριάμ, εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῶ», μιά χάρη πού δέν τήν ἔλαβε οὔτε ἡ Σάρα οὔτε ἡ Ρεββέκα.


Βρῆκες τή χάρη πού οὔτε ἡ Μεγάλη Ἄννα δέν ἀξιώθηκε νά βρεῖ. Ἔγιναν κι αὐτές μητέρες, ἀλλά ἔχασαν τήν παρθενικότητά τους. Ἐσύ ὅμως ἔγινες μητέρα, ἀλλά διατήρησες καί τήν παρθενία σου ἀνέπαφη. Γι᾿ αὐτό μή φοβᾶσαι, γιατί βρῆκες χάρη στό Θεό, μιά χάρη πού κανένας ἄλλος ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔλαβε ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ χρόνος. Ἡ Ἁγνή ψυχή τῆς Παρθένου ἠρέμησε. Καί τότε ὁ φτερωτός ἀρχάγγελος τοῦ Θεοῦ τῆς ἔδωσε τό μεγαλύτερο ἀπό τά οὐράνια μηνύματα: «Ἰδού συλλήψῃ ἐν γαστρί καί τέξῃ υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καί υἱός ὑψίστου κληθήσεται, καί δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός τόν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρός αὐτοῦ, καί βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. α’). Ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ μιλάει καθαρά, μέ λεπτομέρειες. Θά συλλάβεις «ἐν γαστρί», λέει, δηλαδή σωματικῶς. Τήν ἴδια περίπου ἔκφραση χρησιμοποιεῖ ὁ Ψαλμωδός ὅταν λέει στόν 50ό ψαλμό του (στιχ. 12) «καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου».


Δίνοντας ἔμφαση στό λόγο ἐν γαστρί ὁ ἀρχάγγελος, εἶναι σά νά θάλει προκαταβολικά νά μᾶς προφυλάξει ἀπό τίς πλανεμένες διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν Δοκητῶν ὅτι ὁ Χριστός τάχα δέν εἶχε πραγματικό σῶμα κι ὅτι δέ γεννήθηκε πραγματικά. Πώς δέν ἦταν δηλαδή πραγματικά καί σωματικά ἄνθρωπος, ἀλλά ἕνα ὁμοίωμά του. Ἀλλά καί τό ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι γεμάτο νοήματα. Αὐτό τό ὄνομα ἔφερε κι ὁ γιός τοῦ Ναυῆ, πού ὁδήγησε τούς Ἰσραηλίτες στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, προεικονίζοντας ἔτσι τό ρόλο τοῦ Σωτήρα Ἰησοῦ πού ὁδήγησε τό ἀνθρώπινο γένος στήν πραγματική κι αἰώνια γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὅλα τά ὑπόλοιπα πού εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος ἀπέβλεπαν σέ μιά προσπάθεια νά πείσει τήν Παρθένο πώς ὁ γιός της θά ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Πώς θά ἦταν Υἱός τοῦ Ὑψίστου. Πώς ὁ Θεός θά τοῦ ἔδινε τό θρόνο τοῦ Δαβίδ καί πώς θά γινόταν παντοτινός βασιλιάς τοῦ οἴκου Ἰακώβ.


λ᾿ αὐτά βρίσκονταν στό νοῦ κάθε Ἰσραηλίτη, ἀλλά πολύ περισσότερο στό νοῦ τῆς πνευματικά φωτισμένης Παρθένου Μαρίας. Τό μόνο πού ἔμενε τώρα ἦταν ν᾿ ἀποκτήσει συγγενική σχέση μέ τό Μεσσία. Ὁ Ἀρχάγγελος δέν τῆς τ᾿ ἀποκάλυψε ὅλα σχετικά μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ, παρά μόνο ὅσα τῆς ἦταν γνωστά ἀπό τίς προφητεῖες καί κατανοητά ἀπό τήν ἁγία Γραφή. Δέν τῆς μίλησε γιά τόν παγκόσμιο καί πανανθρώπινο ρόλο τοῦ Ἰησοῦ, παρά μόνο ὅσα τῆς ἦταν γνωστά ἀπό τίς προφητεῖες καί κατανοητά ἀπό τήν Ἅγία Γραφή. Δέν τῆς μίλησε γιά τόν παγκόσμιο καί πανανθρώπινο ρόλο τοῦ Ἰησοῦ ὡς Σωτήρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί τῶν φυλῶν. Δέν τῆς εἶπε πώς θά εἶναι ὁ ἱδρυτής τῆς πνευματικῆς βασιλείας, ὁ κριτής ζώντων καί νεκρῶν. Ἀκόμα λιγότερα τῆς φανέρωσε πώς ὁ Υἱός της θά εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό Ἕνα ἀπό τά Τρία αἰώνια Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄν τῆς τά εἶχε πεῖ ὅλ᾿ αὐτά, ἡ ταραχή της θά ἦταν πολύ μεγαλύτερη.


παιδικότητα κι ἡ ἁγνότητά Της δέν τήν ἔκαναν καί παντογνώστρια. Εἶχε πολλά ἀκόμα νά μάθει ἀπό τό γιό της, τόσο στόν παρόντα χρόνο, ὅταν «συνετήρει τά ρήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β’ 19), ὅσο καί στήν αἰωνιότητα. Ὁ Ἀρχάγγελος κινήθηκε πιστά μέσα στό πλαίσιο τῆς ἑβραϊκῆς παράδοσης καί ἀντίληψης. Συγκέντρωσε καί ἕνωσε ὀργανικά ὅλα ὅσα ἦταν σκόρπια στούς προφῆτες (Ἡσ. θ΄ 6-8, ι΄ 16, ια΄ 1, Ἱερ. κε΄ 5, λ΄ 9, Ἰεζ. λδ΄ 24, Ὠσηέ γ΄ 5, Μιχ. ε΄ 4, Ψαλμ. ρλα΄ 11, Δαν β΄ 44 κλπ.). Κι ὅλ᾿ αὐτά τά γνώριζε καλά ἡ Παρθένος. «Ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυίδ ἀλήθειαν καί οὐ μή ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» (Ψαλμ. ρλα΄ 11). Ἡ Παρθένος ἄκουσε τό οὐράνιο μήνυμα καί μέ τήν παιδική της ἁγνότητα ρώτησε τόν ἐπισκέπτη της: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω;» (Λουκ. α΄ 34). Τά λόγια αὐτά δέν ἐκφράζουν κάποια δυσπιστία στό ἀγγελικό μήνυμα, ἀλλά τήν καθαρότητα καί τήν ἀθωότητά της.


Τί θ᾿ ἀπαντοῦσε κάποιος ἀπό σᾶς σ᾿ ἕνα παρόμοιο μήνυμα πού θά σᾶς ἔφερνε ὁ πιό ἀσυνήθιστος ἐπισκέπτης; Αὐτό πού θά γινόταν στή σίγουρα φοβισμένη καί τρέμουσα καρδιά σας θά ἦταν αὐτό πού ἔνιωσε κι ἡ ἁγνή Παρθένος; Ἐκείνη δέν εἶπε κανένα λόγο παραπανίσιο. Ἄν ἡ ἐρώτησή της ἦταν παραπανίσια γιά τήν ἴδια, δέν εἶναι ὅμως γιά μᾶς. Γιά χάρη μας τό εὐλογημένο πνεῦμα της ἔκανε τήν ἐρώτηση πού ὅλοι μας θά θέλαμε νά κάνουμε, ἀφοῦ δεσμευόμαστε ἀπό τούς φυσικούς νόμους. Γιά νά ᾿χουμε γέννηση, εἶναι ἀπαραίτητος ὁ ἄντρας. Ποῦ λοιπόν εἶναι ὁ ἄντρας ἐδῶ; Αὐτό εἶναι πού ὅλοι μας θά εἴχαμε ρωτήσει, ἐπειδή ζοῦμε μακριά ἀπό τήν ἐλευθερία πού ἀπολαμβάνει ὁ παντοδύναμος Θεός, ἐπειδή νιώθουμε πάνω μας τό βάρος τῶν φυσικῶν νόμων. Ἔτσι γιά χάρη μας, ἦταν ἀπαραίτητο νά κάνει ἡ Παρθένος τήν ἐρώτηση αὐτή. Γιά ν᾿ ἀκούσουμε τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν Ἀρχάγγελο. Ποιά ἀπάντηση ἔδωσε ὁ Ἀρχάγγελος;


«Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ. καί ἰδοῦ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καί αὐτή συνειληφυῖα υἱόν ἐν γήρει αὐτῆς, καί οὗτος μήν ἕκτος ἐστίν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· ὅτι οὐκ ἀδυνατίσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα» (Λουκ. α΄ 35-37). Αὐτή εἶναι μιά πλήρης καί ἱκανοποιητική ἀπάντηση. Ὅπου Θεός βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις. Ὅταν ὁ ζῶν Θεός ἐφαρμόζει τό θέλημα Του γιά νά ἐργαστεῖ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φύση κι οἱ νόμοι της ἀτονοῦν, εἶναι σά νά μήν ὑπάρχουν. «Ἡ χάρη δέν ὑπόκειται στό νόμο τῆς φύσης», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας. Ὁ ἴδιος ὁ ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, μαρτυρεῖ πώς «τό πνεῦμα ἐστί τό ζωοποιοῦν» (Ἰωάν. στ΄ 63). Τό Πνεῦμα χορηγεῖ ζωή ἄμεσα καί ἔμμεσα. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔδωσε ἄμεσα ζωή στόν παράδεισο, πρίν ἀπό τήν πτώση. Μετά τήν πτώση ἔδινε ζωή ἔμμεσα, μέ τή δημιουργία ψυχῆς καί σώματος.


ναφέρουμε τήν ἔμμεση αὐτή ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὡς «φυσική», σύμφωνη μέ τό φυσικό νόμο. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὅμως ἔχει τό δικαίωμα καί τήν ἀπεριόριστη δυνατότητα νά δώσει ζωή καί ἄμεσα, σύμφωνα μέ τή θέληση καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί σέ σχέση μέ τήν ἔμμεση δωρεά τῆς ζωῆς, πάλι τό Πνεῦμα εἶναι ὁ Κύριος καί Ζωοδότης. Ἀπό μόνη της ἡ φύση δέν εἶναι παρά σκιά, ἕνα παραπέτασμα, ἀπ᾿ ὅπου ἐνεργεῖ τό Πνεῦμα. Ὑπάρχουν ὅμως βαθμοί καί στάδια ἐμμεσότητας. Τό Πνεῦμα μερικές φορές ἐνεργεῖ περισότερο κι ἄλλες πάλι λιγότερο ἔμμεσα. Τέτοια παραδείγματα ἔχουμε μέ τίς παραγωγικές καί τίς στεῖρες γυναῖκες. Ἡ Ἐλισάβετ ἦταν στείρα, ἀλλά ὄχι ἀπόλυτα. Τό ἴδιο γινόταν μέ τή μητέρα τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Σαμψών καί τοῦ Σαμουήλ.


σύλληψη μιᾶς ἡλικιωμένης γυναίκας δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἄμεση ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀφοῦ ὅλες οἱ γυναῖκες πού εἶναι ἀπόγονοι τῆς Εὔας, παραγωγικές ἤ στεῖρες, συλλαμβάνουν «ἐν ἁμαρτίαις», δέν εἶναι ἀμέτοχες σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν καί παθῶν. Ἡ μόνη σύλληψη μέ ἄμεση ἐνέργεια, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ σύλληψη τῆς πάναγνης Παρθένου Μαρίας. Στήν ἱστορία τῆς δημιουργίας, ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τό Χριστό, ποτέ δέν εἴχαμε περιστατικό τέτοιας γέννησης. Αὐτή εἶναι ἡ μοναδική περίπτωση στήν ὥς τώρα ἱστορία, ἀλλά καί στήν αἰωνιότητα. Κι αὐτή εἶναι ἡ σύλληψη καί γέννηση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ὅτι οὐκ ἀδυνατίσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα». Αὐτό σημαίνει πώς κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ ἐφαρμόζεται στήν ὁλότητά του. Ὁ Θεός μᾶς λέει μέ τόν ἐμπνευσμένο προφήτη Του Ἡσαΐα: «Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν» (Ἡσα. ζ΄ 14). Αὐτό ἐκπληρώνεται τώρα. Ἀπό τήν ἴδια τή στιγμή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, τό μόνο πού μποροῦμε νά ποῦμε γιά τό Θεό εἶναι πώς «εἶπε καί ἐγενήθησαν».


«Τά λόγια Κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τή γῆ, κεκαθαρμένον ἑπταπλασίως» (Ψαλμ. ια΄ 7). Ἡ Παρθένος Μαρία δέν ἀμφισβήτησε καθόλου τά θεϊκά λόγια πού τῆς ἀποκάλυψε ὁ Ἀρχάγγελος. Ἄν τά εἶχε ἀμφισβητήσει, ὅπως ἔκανε ὁ Ζαχαρίας ὁ ἱερέας, ἴσως εἶχε τιμωρηθεῖ ὅπως ἐκεῖνος. Μ᾿ ὅλο πού στίς ἀπαντήσεις καί τῶν δυό τους ὑπάρχει κάποια ὁμοιότητα, ἡ καρδιά τους ἦταν ἐντελῶς διαφορετική. Κι ἐκεῖνο πού βλέπει ὁ Θεός εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Δυό ὁλότελα διαφορετικές καρδιές μποροῦν νά διατυπώσουν παρόμοια λόγια. Ἡ ταπεινή Παρθένος ἄκουσε τήν ἐξήγηση πού τῆς ἔδωσε ὁ ἀγγελιαφόρος τοῦ Θεοῦ καί συμπλήρωσε τή συζήτησή της μέ τόν Ἀρχάγγελο μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» (Λουκ. α΄ 28). Δέν εἶπε, «ἰδού ἡ δούλη σου, ἀρχάγγελε», ἦταν ἁπλά ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ, μετέφερε τό θέλημά Του. Ἦταν κι αὐτός δυνατός καί ἀθάνατος, ἀλλά ὡς ὑπηρέτης τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά δέν εἶπε «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα τοῦ Κυρίου», ἀλλά «κατά τό ρῆμά σου».


δειξε ἔτσι σεβασμό καί τιμή στόν ἀθάνατο λειτουργό τοῦ οὐράνιου οἰκοδεσπότη. Κι οἱ δυό αὐτές σκέψεις της φανερώνουν τήν ἄμεση ὑπακοή καί τήν τέλεια ταπείνωσή της. Τέτοια σοφή ἀπάντηση μόνο μιά καρδιά πού πλημμύριζε ἀπό καθαρότητα μποροῦσε νά δώσει. Γιατί σέ τέτοια καρδιά δίδεται εὔκολα καί ἄμεσα ἀληθινή σοφία. Τή στιγμή τοῦ πειρασμοῦ στόν παράδεισο ἡ Εὔα τήν ξέχασε αὐτή τή γλώσσα καί πρόσεξε τά λόγια τοῦ σατανᾶ, ἡ καρδιά της τή στιγμή αὐτή ἦταν ἀκάθαρτη, σκοτισμένη. Λόγω τοῦ σκοτισμοῦ αὐτοῦ ἡ σοφία τήν ἐγκατέλειψε. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ παρακοή σκότισαν τήν καρδιά της ἀλλά καί τό νοῦ της. Ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τήν παρακοή της στό Θεό ὁ παλιός κόσμος γκρεμίστηκε, τό γένος τῶν ἀνθρώπων παραμορφώθηκε κι ἡ κτίση ὁλόκληρη στενάζει. Ὁ νέος κόσμος ἔπρεπε νά θεμελιωθεῖ στήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή.


ταπείνωση κι ἡ ὑπακοή τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνουν κάθε λόγο. Μόνο ὁ Υἱός της, ὁ Σωτήρας κι ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου, θά τήν ξεπεράσει σέ ταπείνωση κι ὑπακοή. Τελικά ὁ φτερωτός ἀγγελιοφόρος τοῦ «κεφαλαίου τῆς σωτηρίας» μας πέταξε ψηλά στόν οὐρανό, κοντά στούς ἀθάνατους συντρόφους του. Τά καλά νέα, ὁ «εὐαγγελισμός» του, δέν εἶναι ἕνας ἁπλός λόγος, ἀλλά μεταφράστηκε ἀμέσως σέ ἔργο, ὅπως καί κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μιλάει καί γίνεται, «εἶπε καί ἐγένετο». Στή γῆ, πού ἦταν καταραμένη λόγω τοῦ χωρισμοῦ της ἀπό τό Θεό καί τῆς ἐπίδρασης πού δεχόταν ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, δέν εἶχε φτάσει ποτέ ἕνα τόσο χαρμόσυνο κι ἐλπιδοφόρο μήνημα σάν κι αὐτό πού ἔφερε ὁ ἀστραφτερός καί θαυμάσιος ἀρχάγγελος Γαβριήλ.


Ποιά γλώσσα δέ θά τόν δοξάσει καί ποιά καρδιά δέ θά νιώσει εὐγνωμοσύνη ἀπέναντί του; Ποτέ ἥλιος δέν καθρεφτίστηκε τόσο λαμπερά σέ διαυγή νερά, ὅσο στόν καθρέφτη τῆς πάναγνης καρδιᾶς τῆς Παρθένου Μαρίας. Γράφει ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος γιά τήν παρθενία: Ὦ παρθενία, πού χαροποιεῖς τήν καρδιά καί οὐρανοποιεῖς τή γῆ! Ὦ παρθενία, κτῆμα ἀγαθό, ἀμόλυντο ἀπό ἄγρια θηρία! Ὦ παρθενία, πού κατοικεῖς στίς ἄκακες καί ταπεινές ψυχές καί μεταποιεῖς τό λαό τοῦ Θεοῦ! Ὦ παρθενία, πού ἀνθίζεις σάν λουλούδι στήν ψυχή καί στό σῶμα καί πλημμυρίζεις τόν οἷκο μέ τό ἄρωμά σου!Ἡ διαυγής πρωινή αὐγή, ἀπ᾿ ὅπου προβαίνει ὁ ἥλιος, θά σάστιζε μπροστά στήν καθαρότητα κι ἁγνότητα τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀπό τήν ὁποία γεννήθηκε ὁ ἀθάνατος ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός καί Σωτήρας μας. Ποιό γόνυ δέ θά κλίνει μπροστά της καί ποιά γλώσσα δέ θά κραυγάσει: «Χαῖρε, εὐλογημένη! Χαῖρε, αὐγή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου! Χαῖρε, τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα τῶν Σεραφείμ! Δόξα στόν Υἱό σου, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων». Ἀμήν!





Ἀπό τό βιβλίο: ''Θεός ἐπί γῆς, ἄνθρωπος ἐν οὐρανῷ'', 
Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης, Πέλλης 2, 152 34, Φραγκοκκλησιά Ἀττικῆς.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ [ΕΒΡ. 2,11-18] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ





« τε γὰρ ἁγιάζων(: καθόσον υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ του αρχηγού της σωτηρίας και εκείνων που σώζονται μέσω Αυτού· διότι και ο Ιησούς που μας αγιάζει και μας σώζει)», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες. δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν (:και εμείς που αγιαζόμαστε και σωζόμαστε, όλοι καταγόμαστε από έναν Πατέρα. Γι' αυτήν ακριβώς την αιτία και ο Χριστός δεν ντρέπεται να ονομάζει αυτούς, που καλεί σε σωτηρία, αδελφούς Του)».


Να πάλι πώς ενώνει τιμώντας αυτούς και παρηγορώντας και κάνοντάς τους αδελφούς Του Χριστού, σύμφωνα με αυτό, με το ότι κατάγονται όλοι από τον ίδιο Πατέρα. Στη συνέχεια πάλι βεβαιώνοντας αυτό και για να δείξει, ότι εννοεί την κατά σάρκα ένωση, πρόσθεσε το «ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι (:Εκείνος που αγιάζει και αυτοί που αγιάζονται)». Βλέπεις πόση είναι η διαφορά; Γιατί Εκείνος αγιάζει και εμείς αγιαζόμαστε. Και παραπάνω ονόμασε τον Ιησού Αρχηγό της σωτηρίας των ανθρώπων. Γιατί ένας είναι ο Θεός, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα.


«Δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν (:για τον λόγο αυτόν δεν ντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς)». Βλέπεις πάλι πώς δείχνει την υπεροχή; Γιατί με το να πει «δεν ντρέπεται», δείχνει ότι το παν δεν προέρχεται από τη φύση του πράγματος, αλλά από τη φιλοστοργία Εκείνου που δεν ντρέπεται και την πολλή Του ταπεινοφροσύνη. Αν και όλοι δηλαδή καταγόμαστε από έναν Πατέρα, Αυτός όμως αγιάζει και εμείς αγιαζόμαστε. Είναι μεγάλη η διαφορά· Αυτός προέρχεται από τον Πατέρα, ως Υιός γνήσιος, δηλαδή από την ουσία Του· εμείς όμως ως κτίσμα, δηλαδή από την αρχική ανυπαρξία. Επομένως είναι μεγάλη η διαφορά.


Γι’ αυτό, λέγει ο Απόστολος Παύλος, «οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου (:δεν ντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς Του λέγοντας: ‘’θα διακηρύξω και θα ομολογήσω το όνομά σου στους αδελφούς μου’’)»[Εβρ.2,12-13·πρβλ.Ψαλμ.21,23: «Διηγήσομαι τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε».]. Γιατί, όταν ντύθηκε τη σάρκα, ντύθηκε επομένως και την αδελφική ιδιότητα προς τους ανθρώπους, και συνεισήλθε μαζί με τη σάρκα και η αδελφική σχέση.


Και αυτό βέβαια εύλογα το λέγει, όμως το «ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾿ αὐτῷ (:Εγώ ο Μεσσίας ως άνθρωπος θα στηρίξω την εμπιστοσύνη μου πάνω σε Αυτόν, τον Θεό και Πατέρα)», τι το θέλει; Και το επόμενο εύλογα το είπε· «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός (:ιδού εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Θεός)»[πρβλ. Ησ.8,18]. Όπως δηλαδή εδώ δείχνει τον εαυτό Του Πατέρα, έτσι εκεί τον δείχνει αδελφό· «Θα διακηρύξω και θα ομολογήσω», λέγει ο Ιησούς, «το όνομά σου στους αδελφούς μου».


Και πάλι δείχνει την υπεροχή και τη μεγάλη διαφορά με τα επόμενα που λέγει: «ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία». «Επειδή λοιπόν τα παιδιά του Θεού», λέγει, «κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος(:είναι άνθρωποι και έχουν συμμετάσχει όλα στην ασθενική και φθαρτή ανθρώπινη φύση)»[Εβρ.2,14]. Βλέπεις ότι εννοεί την ομοιότητα; Ως προς τη σάρκα. «καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν (:γι' αυτό και αυτός παρόμοια μετέσχε στην ίδια ανθρώπινη φύση και αληθινά έγινε άνθρωπος)».


Ας ντρέπονται όλοι οι αιρετικοί, ας κρυφτούν όσοι λέγουν ότι ο Ιησούς ήρθε φαινομενικά και όχι πραγματικά. Γιατί δεν είπε μόνο ότι πήρε τα ίδια και ύστερα σιώπησε(αν και βέβαια κι αυτό να έλεγε θα ήταν αρκετό),αλλά ο Απόστολος Παύλος φανέρωσε κάποιο άλλο μεγαλύτερο, προσθέτοντας το «παραπλησίως(:παρόμοια)». «Ούτε φανταστικά ούτε εικονικά», λέγει, «αλλά πραγματικά»· γιατί το «παραπλησίως» δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.


Στη συνέχεια δείχνει την αδελφική σχέση και αναφέρει την αιτία της οικονομίας του πράγματος· «ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον»: «Για να καταστήσει», λέγει, «με τον θάνατό Του ανίσχυρο εκείνον που είχε τη δύναμη και την εξουσία του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο». Εδώ δείχνει κάτι που είναι άξιο θαυμασμού, ότι δηλαδή με εκείνο που εξουσίαζε ο διάβολος, με εκείνο ηττήθηκε, και ότι με εκείνο που ήταν ισχυρό όπλο του εναντίον της οικουμένης, ο θάνατος, με αυτό τον έπληξε ο Χριστός· ακόμη φανερώνει και τη μεγάλη δύναμη του νικητή. Βλέπεις πόσο καλό προξένησε ο θάνατος του Ιησού;


«Καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους(:και έτσι να απαλλάξει αυτούς)», λέγει, «ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας(: οι οποίοι, επειδή φοβούνταν τον θάνατο, σε ολόκληρη τη ζωή τους, κατακρατούνταν από τη δουλεία της ανησυχίας και της αγωνίας μήπως πεθάνουν και στερηθούν τη ζωή αυτήν, και υποστούν έπειτα και τα δεινά της καταδίκης μετά τον θάνατο)»[Εβρ.2,15]. «Για ποιον λόγο τρομάζετε», λέγει, «γιατί φοβάστε αυτόν που καταργήθηκε; Δεν είναι πια φοβερός, αλλά καταπατήθηκε, εξευτελίστηκε, είναι ασήμαντος και τιποτένιος».


Τι όμως σημαίνει το «ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας (:όσοι από φόβο του θανάτου ήταν υποδουλωμένοι σε όλη τους τη ζωή)»; Τι εννοεί με αυτό; Ότι όποιος φοβάται τον θάνατο, είναι δούλος και δέχεται τα πάντα για να μην πεθάνει· ή το άλλο εννοεί, ότι δηλαδή όλοι ήταν δούλοι του θανάτου και εξουσιάζονταν απ’ αυτόν που δεν είχε ακόμη καταλυθεί· ή αν δεν είναι αυτό, ότι οι άνθρωποι ζούσαν διαρκώς με φόβο. 


Γιατί, περιμένοντας πάντοτε ότι θα πεθάνουν και φοβούμενοι τον θάνατο, δεν μπορούσαν να γνωρίσουν καμία ευχαρίστηση, επειδή είχαν το φόβο αυτόν. Γιατί αυτό υπαινίχθηκε, λέγοντας, «σε όλη τους τη ζωή».


Εδώ δείχνει ότι ταλαιπωρούνται, όσοι πιέζονται, όσοι διώκονται, ενώ όσοι δεν έχουν πατρίδα και περιουσία και όλα τα άλλα, ζουν πιο ευχάριστα και πιο ελεύθερα από εκείνους που παλαιότερα ζούσαν με απολαύσεις, που δεν έπαθαν τίποτε τέτοιο, που ευημερούσαν. 


Γιατί εκείνοι, περνώντας όλη τους τη ζωή κάτω από αυτόν τον φόβο, ήταν και δούλοι, ενώ αυτοί είναι απαλλαγμένοι από τον φόβο αυτόν και περιφρονούν εκείνο που έτρεμαν εκείνοι. 


Όπως κάποιος δηλαδή που ενθαρρύνει με πολλή ευγένεια τον φυλακισμένο που πρόκειται να θανατωθεί και το περιμένει πάντοτε αυτό, κάτι τέτοιο ήταν την παλιά εποχή ο θάνατος. Τώρα όμως έγινε το ίδιο, όπως αν κάποιος, διώχνοντας αυτόν τον φόβο, τον προέτρεπε με ευγένεια να αγωνίζεται, και ορίζοντας και τον αγώνα, υποσχόταν να τον οδηγήσει όχι στον θάνατο, αλλά στη βασιλεία.


Από ποιους λοιπόν θα ήθελες να είσαι; Από τους φυλακισμένους που ενθαρρύνονται και καθημερινά περιμένουν την απόφαση, ή από αυτούς που αγωνίζονται πολύ και κουράζονται με τη θέλησή τους για να φορέσουν το διάδημα της βασιλείας; Βλέπεις πώς ενθάρρυνε την ψυχή τους και τους ανέβασε ψηλά; Και δείχνει ότι όχι μόνο ο θάνατος έχει καταλυθεί, αλλά ότι με αυτόν έχει καταργηθεί και εκείνος που επιχειρούσε και κάνει πάντοτε τον άσπονδο πόλεμο εναντίον μας, δηλαδή ο διάβολος. Γιατί εκείνος που δε φοβάται τον θάνατο είναι έξω από την τυραννική εξουσία του διαβόλου.


Αν κάποιος δηλαδή για να σώσει το δέρμα του θα έδινε άλλο δέρμα και για να σώσει τη ζωή του θα έδινε τα πάντα [Ιώβ 2,4: « ὑπολαβὼν δὲ ὁ διάβολος εἶπε τῷ Κυρίῳ· δέρμα ὑπὲρ δέρματος· καὶ πάντα, ὅσα ὑπάρχει ἀνθρώπῳ, ὑπὲρ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐκτίσει(: ο διάβολος παίρνοντας τον λόγο είπε προς τον Κύριο· “για να σώσει κανείς το δέρμα του, ευχαρίστως δίνει άλλο δέρμα. Όλα όσα έχει ο άνθρωπος μπορεί να τα θυσιάσει, αρκεί να διατηρήσει έτσι την ζωή του)», όταν κανείς αποφασίζει να περιφρονήσει ακόμη και τη ζωή του, τίνος θα είναι στη συνέχεια δούλος; Κανέναν δεν φοβάται, κανέναν δεν τρέμει· από όλους είναι ανώτερος και από όλους περισσότερο ελεύθερος. Γιατί, εκείνος που περιφρονεί τη ζωή του, πολύ περισσότερο θα περιφρονήσει τα άλλα. Όταν ο διάβολος βρει μια τέτοια ψυχή, τίποτε από τα δικά του δεν θα μπορέσει να κάνει σε αυτήν. Τι δηλαδή, πες μου, θα τη φοβερίσει με απώλεια χρημάτων και ατίμωση και εξορία από την πατρίδα;


Αυτά όμως είναι ασήμαντα γι’ αυτόν που δεν θεωρεί τη ζωή του πολύτιμη, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο[Πράξ. 20,24: «ἀλλ᾿ οὐδενὸς λόγον ποιοῦμαι οὐδὲ ἔχω τὴν ψυχήν μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι τὸν δρόμον μου μετὰ χαρᾶς καὶ τὴν διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ(:εγώ όμως τίποτε απ’ αυτά δεν λογαριάζω, ούτε θεωρώ τη ζωή μου πολύτιμη για μένα, όσο θεωρώ σπουδαίο και πολύτιμο να τελειώσω με ανάπαυση συνειδήσεως και χαρά το δρόμο της αποστολής μου και να ολοκληρώσω τη διακονία που μου ανέθεσε ο Κύριος Ιησούς: να δίνω δηλαδή τη μαρτυρία μου για το ευαγγέλιο, το οποίο γνωστοποιεί στους ανθρώπους τη χάρη που τους έδωσε ο Θεός)»].


Βλέπεις ότι απομάκρυνε την τυραννία του θανάτου και συγχρόνως διέλυσε τη δύναμη του διαβόλου; Γιατί εκείνος που γνωρίζει να φιλοσοφεί πολύ για την ανάσταση, πώς θα φοβάται τον θάνατο και πώς θα τρομάζει στη συνέχεια; Μη στενοχωριέστε, λοιπόν, λέγοντας «για ποιο λόγο τα πάθαμε αυτά και εκείνα;» , γιατί έτσι η νίκη γίνεται λαμπρότερη. Δεν θα ήταν όμως λαμπρή αν δεν κατέλυε τον θάνατο με θάνατο. Και το θαυμαστό είναι τούτο, ότι τον νίκησε με αυτά με τα οποία ήταν δυνατός αυτός, δείχνοντας παντού την εφευρετικότητα και την επινοητικότητά Του. Ας μην αρνηθούμε λοιπόν τη δωρεά που μας δόθηκε. «οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς (:γιατί δεν λάβαμε από τον Θεό)», λέγει, «πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ(: πνεύμα δειλίας, αλλά πνεύμα δύναμης και αγάπης και σωφρονισμού)»[Β΄Τιμ.1,7].Ας σταθούμε λοιπόν γενναία, περιφρονώντας τον θάνατο.


ΟΜΙΛΙΑ Ε΄(επιλεγμένο απόσπασμα) «Οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται. ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι(:ήταν λοιπόν αναγκαίο να γίνει ο Υιός και άνθρωπος· διότι αναμφίβολα δεν έρχεται να βοηθήσει αγγέλους, οπότε δεν θα ήταν ανάγκη να φορέσει σάρκα, αφού οι άγγελοι είναι άσαρκοι· αλλά έρχεται να βοηθήσει τους απογόνους του Αβραάμ)»[Εβρ.2,16].


Θέλοντας ο Παύλος να δείξει τη μεγάλη φιλανθρωπία του Θεού και την αγάπη που είχε για το ανθρώπινο γένος, αφού είπε: «ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν(:επειδή λοιπόν τα παιδιά του Θεού είναι άνθρωποι και έχουν συμμετάσχει όλα στην ασθενική και φθαρτή ανθρώπινη φύση, γι' αυτό και αυτός παρόμοια μετέσχε στην ίδια ανθρώπινη φύση και αληθινά έγινε άνθρωπος· για να καταστήσει με τον θάνατό Του ανίσχυρο εκείνον που είχε τη δύναμη και την εξουσία του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο)»[Εβρ. 2,14], διασαφηνίζει το χωρίο αυτό και λέγει: «οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται(:έπρεπε λοιπόν να ενανθρωπήσει ο Υιός, διότι δεν αναλαμβάνει βέβαια να βοηθήσει και να στηρίξει στην σωτηρία άυλους αγγέλους [επειδή τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη να γίνει άνθρωπος])».


Μην εκλάβεις επιπόλαια αυτό που λέχθηκε, ούτε να θεωρήσεις πως αυτό είναι κάποιο απλό πράγμα, το ότι δηλαδή Αυτός έλαβε τη δική μας σάρκα· γιατί «οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται», δεν το χάρισε αυτό στους αγγέλους, αλλά τους απογόνους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό που λέγει; Δεν ανέλαβε τη φύση του αγγέλου, αλλά του ανθρώπου. Και τι σημαίνει «ἐπιλαμβάνεται»; Από μεταφορά εκείνων που καταδιώκουν όσους τους αποστρέφονται και κάνουν τα πάντα για να τους εμποδίσουν ενώ φεύγουν και να τους συλλάβουν καθώς τρέχουν.


Aπομακρυνόμενη δηλαδή από Aυτόν η ανθρώπινη φύση και μάλιστα φεύγοντας πολύ μακριά(γιατί λέγει: «ὅτι ἦτε ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ(:να θυμάστε ότι κατά τον καιρό εκείνο ζούσατε χωρίς Χριστό, αποξενωμένοι από το θεοσύστατο πολίτευμα των Ισραηλιτών και ξένοι προς τις διαθήκες, με τις οποίες ο Θεός υποσχόταν την λύτρωση μέσω του Χριστού. Δεν είχατε καμία ελπίδα για σωτηρία και αιώνια ζωή, δεν γνωρίζατε τον αληθινό Θεό και ζούσατε σαν άθεοι στον κόσμο)»[Εφ. 2,12], Αυτός την καταδίωξε και τη συνέλαβε.


Από εδώ αποδεικνύεται πως αυτό το έκαμε μόνο από φιλανθρωπία και αγάπη και ενδιαφέρον για μας. Όπως λοιπόν όταν λέγει «οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;(: όλοι οι άγγελοι δεν είναι πνεύματα υπηρετικά, τα οποία αποστέλλονται από τον Θεό, για να εξυπηρετούν αυτούς, που μέλλουν να κληρονομήσουν τη σωτηρία;)»[Εβρ.1,14],αποδεικνύει τη μεγάλη Του φροντίδα για την ανθρώπινη φύση και ότι ο Θεός ενδιαφέρεται πολύ γι’ αυτήν, έτσι και εδώ το πολύ μεγαλύτερο το αναφέρει με τη σύγκριση που κάνει λέγοντας: «γιατί δεν έρχεται να βοηθήσει άσαρκους αγγέλους».


Πραγματικά είναι μεγάλο και θαυμαστό και εκπληκτικό να κάθεται στον ουρανό η Σάρκα που είναι από μας και να προσκυνείται από τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και τα Σεραφείμ και τα Χερουβίμ. Όταν το σκέπτομαι αυτό πολλές φορές, εκπλήσσομαι και φαντάζομαι μεγάλα πράγματα για το ανθρώπινο γένος. Γιατί βλέπω μεγάλα και λαμπρά τα προοίμια και μεγάλο το ενδιαφέρον του Θεού για τη δική μας φύση. Και δεν είπε απλώς ότι έρχεται να βοηθήσει τους ανθρώπους, αλλά, θέλοντας να τους εξυψώσει και να δείξει το γένος τους μεγάλο και τίμιο, λέγει: «αλλά έρχεται να βοηθήσει τους απογόνους του Αβραάμ».


«θεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι(:προκειμένου λοιπόν να βοηθήσει ανθρώπους, έπρεπε να εξομοιωθεί σε όλα με τους αδελφούς Του αυτούς)»[Εβρ.2,17].Τι σημαίνει η φράση «κατὰ πάντα(:σε όλα)»; «Γεννήθηκε», λέγει, «ανατράφηκε, μεγάλωσε, έπαθε όλα όσα έπρεπε, και τέλος πέθανε». Αυτό σημαίνει το «έπρεπε να γίνει σε όλα όμοιος με τους αδελφούς Του». Αφού λοιπόν είπε πολλά για τη μεγαλοσύνη Του και την ουράνια δόξα Του, στη συνέχεια κάνει λόγο για την οικονομία του Θεού. Και πρόσεχε με πόση σύνεση και δύναμη, πώς τον παρουσιάζει να προσπαθεί πολύ, ώστε να γίνει όμοιος με μας, πράγμα που δείχνει το μεγάλο Του ενδιαφέρον.


Γιατί, αφού είπε παραπάνω: «Επειδή λοιπόν τα παιδιά του Θεού είναι άνθρωποι και έχουν συμμετάσχει όλα στην ασθενική και φθαρτή ανθρώπινη φύση, γι' αυτό και Αυτός παρόμοια μετέσχε στην ίδια ανθρώπινη φύση και αληθινά έγινε άνθρωπος· για να καταστήσει με τον θάνατό Του ανίσχυρο εκείνον που είχε τη δύναμη και την εξουσία του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο», και εδώ λέγει: «έπρεπε να γίνει σε όλα όμοιος με τους αδελφούς Του». Σαν να έλεγε: «Αυτός που είναι τόσο μεγάλος, η ακτινοβολία της δόξας του Θεού, η σφραγίδα της υπόστασής Του, Αυτός που δημιούργησε τον κόσμο, που κάθεται στα δεξιά του Πατέρα, Αυτός θέλησε και φρόντισε να γίνει σε όλα αδελφός μας και γι’ αυτό άφησε τους αγγέλους και τις ουράνιες δυνάμεις και κατέβηκε σε μας και ήρθε να μας βοηθήσει».


Πρόσεχε και πόσα αγαθά χάρισε· κατέλυσε τον θάνατο, μας έβγαλε από την τυραννία του διαβόλου, μας ελευθέρωσε από τη δουλεία, μας τίμησε αφού έγινε αδελφός μας. Και δε μας τίμησε μόνο με το να γίνει αδελφός μας, αλλά και με πολλά άλλα. Γιατί θέλησε να γίνει και Αρχιερέας μας προς τον Πατέρα· γι’ αυτό και προσθέτει τη φράση: «ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν (:και να γίνει αρχιερέας σπλαχνικός και άξιος, ώστε να βασίζεται ο καθένας μας σε Αυτόν· αρχιερέας αξιόπιστος στα αρχιερατικά έργα που πρέπει να επιτελούνται και να προσφέρονται στον Θεό)». «Γι’ αυτό», λέγει, «ανέλαβε τη δική μας σάρκα, από φιλανθρωπία μόνο, για να μας ελεήσει· γιατί δεν υπάρχει καμία άλλη αιτία της οικονομίας, παρά μόνο αυτή. Είδε δηλαδή ότι ήμασταν πεσμένοι κάτω, χαμένοι, καταδυναστευόμενοι από τον θάνατο, και μας ελέησε».


«να ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ(:προκειμένου να γίνει αρχιερέας σπλαχνικός και άξιος, ώστε να βασίζεται ο καθένας μας σε Αυτόν· αρχιερέας αξιόπιστος στα αρχιερατικά έργα που πρέπει να επιτελούνται και να προσφέρονται στον Θεό για την εξιλέωση και τη συγχώρηση του λαού)», λέγει[Εβρ.2,17].Τι σημαίνει «πιστός»; Αληθινός, δυνατός. Γιατί αρχιερέας πιστός είναι μόνο ο Υιός, δυνατός να απαλλάξει εκείνους των οποίων είναι αρχιερέας, από τα αμαρτήματά τους. Για να προσφέρει λοιπόν τη θυσία που μπορεί να μας καθαρίσει, γι’ αυτό έγινε άνθρωπος. Πρόσθεσε λοιπόν «στην υπηρεσία του Θεού».


Δηλαδή, εξαιτίας της υπηρεσίας Του προς τον Θεό. «Ήμασταν», λέγει, «εχθροί του Θεού, καταδικασμένοι, περιφρονημένοι. Δεν υπήρχε κανείς να προσφέρει για μας θυσία. Είδε ότι βρισκόμασταν σε τέτοια κατάσταση και μας ελέησε, χωρίς να ορίσει σε μας αρχιερέα, αλλά έγινε ο ίδιος αρχιερέας πιστός, δηλαδή γνήσιος». Στη συνέχεια, για να δείξει πως έγινε πιστός, πρόσθεσε τη φράση: «για να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού».


«ν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι(:Έγινε λοιπόν σπλαχνικός καθώς εξομοιώθηκε με μας· διότι, εφόσον υπέφερε και δοκίμασε ο Ίδιος πειρασμούς, καθώς θυμάται τι υπέφερε Αυτός, με πολλή συμπάθεια θα βοηθήσει και εκείνους που πειράζονται και δοκιμάζονται)», λέγει[Εβρ.2,18]. Αυτό είναι πολύ ταπεινό και ευτελές και ανάξιο του Θεού. «Επειδή», λέγει, «έπαθε αυτό». Εδώ μιλάει για τον Χριστό που σαρκώθηκε και ίσως λέχθηκε για πληροφορία των ακροατών και εξαιτίας της αδυναμίας Του. Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: «έπαθε αυτά που πάθαμε, και τώρα δεν αγνοεί τα δικά μας πάθη· δεν τα γνωρίζει δηλαδή ως Θεός μόνο, αλλά και ως άνθρωπος τα γνώρισε, επειδή δοκιμάσθηκε στην πράξη με αυτά· έπαθε πολλά, γνωρίζει να συμπάσχει». 


Αν και βέβαια ο Θεός είναι απαθής, όμως εδώ αναφέρεται σε εκείνα που έχουν σχέση με τη σάρκωση. Σαν να έλεγε: «και αυτή η σάρκα του Χριστού έπαθε πολλά κακά. Γνωρίζει τι είναι θλίψη, γνωρίζει τι είναι πειρασμός, και όχι λιγότερο από μας που τα πάθαμε, γιατί πραγματικά και Αυτός έπαθε». Τι λοιπόν σημαίνει το «δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι (:μπορεί να βοηθήσει όσους δοκιμάζονται)»; Σαν να έλεγε κανείς: «με πολλή προθυμία θα απλώσει χέρι βοηθείας, θα δείξει συμπάθεια». Επειδή ήθελαν να έχουν κάτι μεγάλο και περισσότερο από τους πιστούς που προέρχονταν από τους εθνικούς, δείχνει ότι έχουν κάτι περισσότερο με αυτό, πράγμα που δεν έβλαπτε καθόλου τους εθνικούς.


Και ποιο είναι αυτό; Ότι από αυτούς προέρχεται η σωτηρία, ότι αυτούς ήρθε να βοηθήσει πρώτα, ότι από εκεί ανέλαβε σάρκα. «Γιατί δεν έρχεται», λέγει, «να βοηθήσει αγγέλους, αλλά τους απογόνους του Αβραάμ». Με αυτό τιμάει τον πατριάρχη και δείχνει τι σημαίνει «απόγονοι του Αβραάμ». Γιατί τους θυμίζει την υπόσχεση που δόθηκε σε αυτόν που έλεγε: «ὅτι πᾶσαν τὴν γῆν, ἣν σὺ ὁρᾷς, σοὶ δώσω αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματί σου ἕως αἰῶνος(:διότι όλη αυτήν την γη, την οποία βλέπεις, θα την δώσω σε σένα και στους απογόνους σου στους αιώνες)»[Γέν. 13,15], δείχνοντας με αυτό το πολύ μικρό τη συγγένεια, το ότι από έναν κατάγονται όλοι.


Επειδή όμως δεν ήταν μεγάλη εκείνη η συγγένεια, έρχεται πάλι σε αυτή και ασχολείται στη συνέχεια με την οικονομία της σάρκωσης και λέγει: «για να μπορεί να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού». Για ποιο λόγο δεν είπε «της οικουμένης», αλλά «του λαού»; Γιατί πραγματικά σήκωσε τις αμαρτίες όλων μας. Επειδή πρώτα γι’ αυτούς ήταν ο λόγος Του. Γιατί και ο άγγελος έλεγε στον Ιωσήφ: «Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν(:και θα γεννήσει γιο και εσύ που από τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης αναγνωρίζεσαι ως προστάτης και πατέρας Του, θα Του δώσεις το όνομα «Ιησούς», το οποίο σημαίνει «σωτήρας».


Και θα Του δώσεις αυτό το όνομα, διότι Αυτός θα σώσει από τις αμαρτίες Του τον νέο Ισραήλ, ο οποίος θα Τον πιστέψει ως σωτήρα και θα γίνει με την πίστη αυτή ο πραγματικός λαός Του)»[Ματθ.1,21]. Αυτό λοιπόν έπρεπε να γίνει πρώτο, και γι’ αυτό ήρθε, ώστε να σώσει αυτούς και τότε μέσω αυτών εκείνους, αν και έγινε το αντίθετο. Αυτό έλεγαν και οι απόστολοι από την αρχή: «ὑμῖν πρῶτον ὁ Θεὸς ἀναστήσας τὸν παῖδα αὐτοῦ Ἰησοῦν ἀπέστειλεν αὐτὸν εὐλογοῦντα ὑμᾶς ἐν τῷ ἀποστρέφειν ἕκαστον ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν(:ο Θεός, αφού έδωσε ζωή στο δούλο Του, Ιησού και με την ενανθρώπησή Του Τον ανέδειξε το ευλογημένο σπέρμα και απόγονο του Αβραάμ, Τον έστειλε πρώτα σε σας για να σας ευλογεί, εφόσον κι εσείς καταβάλλετε κάθε προσπάθεια να απομακρυνθεί ο καθένας από τις πονηρίες σας)» [Πράξ. 3,26]· και πάλι, «ὑμῖν ὁ λόγος τῆς σωτηρίας ταύτης ἀπεστάλη(:σε σας στάλθηκε το κήρυγμα της σωτηρίας αυτής, την οποία προσφέρει ο Ιησούς Χριστός)»[Πράξ. 13,26]. Εδώ δείχνει την ευγενική καταγωγή των Ιουδαίων λέγοντας «για να μπορεί να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού».


Πρώτα λέγει αυτά. Ότι βέβαια Αυτός είναι Εκείνος που συγχώρησε τις αμαρτίες όλων το φανέρωσε και στον παραλυτικό λέγοντας: «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι(:σου συγχωρούνται οι αμαρτίες)»[Ματθ.9,5], και στο βάπτισμα· γιατί λέγει στους μαθητές: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος(:λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)»[Ματθ.28,19]. [..]


Και μην απορήσεις αν το «επειδή ο ίδιος δοκιμάστηκε» λέχθηκε περισσότερο ανθρώπινα. Γιατί αν για τον Πατέρα, που δεν σαρκώθηκε, λέγει η Γραφή: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν καί εἶδε πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων(:ο Κύριος έσκυψε από τον ουρανό και είδε όλους τους υιούς των ανθρώπων)»[ Ψαλμ. 13, 2], δηλαδή έμαθε τα πάντα πολύ καλά, και «καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται(:θα κατεβώ για να δω αν πράγματι οι αμαρτίες τους είναι όπως οι κραυγές τους που ανέρχονται προς Εμένα)»[Γέν. 18,21], και πάλι «δεν μπορεί ο Θεός να υποφέρει τις αμαρτίες των ανθρώπων» (φανερώνοντας η αγία Γραφή το μέγεθος της οργής),πολύ περισσότερο θα μπορούσαν να λεχθούν αυτές οι ανθρώπινες εκφράσεις για τον Χριστό που έπαθε με σάρκα. Επειδή δηλαδή πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι η πείρα είναι το ασφαλέστερο απ’ όλα τα πράγματα που οδηγούν στη γνώση, θέλει να δείξει ότι Αυτός που έπαθε, γνωρίζει τι πάσχει η ανθρώπινη φύση.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος



ΠΗΓΕΣ:


1. https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-hebraeos.pdf

2. Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Εβραίους επιστολή,      ομιλίες Δ΄και Ε΄(κατ’ επιλογήν), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ.    οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1989, τόμος 24, σελίδες 302-307 και 322-355.
3.http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
4. Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή       νεοελληνική),  εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
5. Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

6. Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
7. http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
8. http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm



ΑΚΤΙΝΕΣ


Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΜΑΣ




Όλος ο κόσμος γιορτάζει σήμερα και πανηγυρίζει χαρούμενα για τον άγιο Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, που είναι και Ευαγγελισμός δικός μας, όλου του κόσμου. Αρχάγγελος ευαγγελίζεται στην Παρθένο Μαρία ότι θα γεννήσει τον Σωτήρα του κόσμου, αλλά έμμεσα και σε μας, σε όλους τους ανθρώπους όλης της ανθρώπινης ιστορίας, ότι η Παρθένος Μαρία θα γεννήσει τον Σωτήρα μας, τον δικό μας Σωτήρα.


του Κων/νου Γανωτή


Κι ο λαός μας δέχτηκε τον Ευαγγελισμό του με ταπείνωση και με μαρτυρικό φρόνημα. Με το θερμό τους ζήλο οι πρόγονοί μας και με την υπέροχη γλώσσα τους εξάπλωσαν την πίστη και τη φωνή του Ευαγγελίου σ’ όλο τον κόσμο.


Ένας τέτοιος όμως εργάτης του Ευαγγελισμού έπρεπε να δοκιμαστεί και να ασκηθεί στην αγιότητα, για να παίξει τον υπερφυσικό του ρόλο. Γι’ αυτό ο εθνικός μας ποιητής ονοματίζει την Ελλάδα «μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα».


Κι έτσι ο λαός μας πέρασε πρώτα από το καμίνι των μεγάλων διωγμών και βγήκε απ’ αυτούς με χιλιάδες μάρτυρες αλλά και με την δόξα, που της χάρισε ο Θεός. Ο Θεός που πήρε το τεράστιο παγκόσμιο κράτος των Ρωμαίων κατακτητών και διωκτών Ρωμαίων και το ακούμπησε στα χέρια των θυμάτων τους κι έτσι έγινε η Ρωμιοσύνη, αυτό που το ονόμασαν Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ένα παγκόσμιο κράτος με Ορθόδοξη πίστη και γλώσσα Ελληνική.


Κι έτσι ύστερ’ απ’ τη δοκιμασία μας στον πόνο του μαρτυρίου η πατρίδα μας δοκιμάστηκε και στη δόξα κι έγινε φάρος, που φώτισε τον κόσμο στην Αλήθεια και τον φωτίζει ακόμα.


Στο τέλος όμως οι άρχοντές μας εμέθυσαν από τη δόξα της εξουσίας κι έχασαν την ταπείνωση. Έτσι ο Θεός μάς υποδούλωσε σε βάρβαρο λαό «διά τας αμαρτίας ημών», όπως ομολογούσαν οι πατέρες μας. Και έπεσε πάλι στην αφάνεια και στο μαρτύριο ο λαός μας και δίδαξε πάλι με άλλο τρόπο την αρετή της πίστης και της ταπείνωσης.


Για 400 και αλλού για 500 και 600 χρόνια υπέμεινε ο λαός μας ένα ατελείωτο μαρτύριο, για να κρατήσει την πίστη του. Οι περιηγητές μαρτυρούν ότι κανένας λαός δεν πέρασε τόσα και τόσο βαριά μαρτύρια, για να κρατήσει την θρησκεία του.


Ο λαός μας σ’ όλη τη μακρότατη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ανέδειξε τριάντα χιλιάδες νεομάρτυρες και μάλιστα συχνά νεομάρτυρες παιδιά. Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για την καρτερία των προγόνων μας στα μαρτύρια της πίστης τους χωρίς να αναφέρουμε τον Ιωάννη τον Μονεμβασιώτη, παλληκαράκι 15 χρονών, που τον αγόρασε ένας αγάς της Θεσσαλονίκης κι αυτόν και τη μάνα του κι ήθελε να τον αλλαξοπιστήσει, για να τον κάνει γιό του, γιατί ήταν άτεκνος.


Τον εξεβίαζε να καταλύσει τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, για να ξεκόψει απ’ την πίστη του Χριστού. Αυτός αρνήθηκε σταθερά να φάει τα φαγιά τους κλεισμένος στο στάβλο του αφέντη του με καθημερινά βασανιστήρια. Αντιμετώπισε και τον πειρασμό της μάνας του, που τον παρακαλούσε με δάκρυα να διακόψει τη νηστεία, για να μην την αφήσει μόνη της σ’ αυτόν τον κόσμο, αφού οι Αλβανοί είχαν σφάξει τον ιερέα πατέρα του.


Και στη μάννα του αντιστάθηκε ο δεκαπεντάχρονος νεομάρτυρας με τούτα τα λόγια: Εγώ είμαι γιός παπά και πρέπει να φυλάττω καλύτερα τα έθιμα της Εκκλησίας μας από τους γιούς των λαϊκών. Κι αν δεν τηρήσουμε αυτά τα μικρά, πώς θα τηρήσουμε εκείνα τα μεγάλα;


Και στο τέλος τον έσφαξε ο αφέντης του και τα λείψανά του θαυματουργούν τώρα στο χωριό του Γεράκι κοντά στη Μονεμβασιά. Ετελειώθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1773.


Οι μάρτυρες της θρησκείας στην Τουρκοκρατία κρατούσαν αναμμένη τη φλόγα της πίστης στις καρδιές των ραγιάδων και στήριζαν την ελπίδα ότι το γένος θα λευτερωθεί.


Κι ένας άλλος ήρωας παιδομάρτυρας εστόλισε την Τουρκοπατημένη πατρίδα μας, ο Νικόλαος ο παντοπώλης, παλληκαράκι από το Καρπενήσι, που εμαρτύρησε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1672 στην Πόλη με παρρησία Χριστού.


Από τα παραδείγματα αυτά καταλαβαίνουμε πως η σκλαβιά του Γένους μας ήταν ένα μαρτύριο εθνικό, που ωρίμαζε μέσα στις καρδιές των ραγιάδων την ελπίδα της λευτεριάς.



ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ





α) Τι σημαίνει ευαγγελισμός β) Η θέωση της Παναγίας γ) Θεοτόκος και προπατορικό αμάρτημα δ) Υπακοή και ελευθερία της Θεοτόκου ε) Η σύλληψη του Λόγου έγινε δημιουργικώς στ) Η θέωση της ανθρωπίνης φύσεως «άμα τη προσλήψει» ζ) Η υπέρ φύσιν και κατά φύσιν κυοφορία η) Η σύλληψη ανήδονος, η κυοφορία άκοπος και η γέννηση ανώδυνος θ) Η Θεοτόκος τύπος του μέλλοντος αιώνος ι) Προσωπική μέθεξη του Ευαγγελισμού.


του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου


Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία. Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση.


Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία.


Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα». Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.


α' Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).


Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του.


Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως. Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ.


Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.


β’ Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη«. Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση.


Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση. Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου.


Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού.


Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της.


Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης).


Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.


γ’ Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό.


Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις. Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος.


Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος.


Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη.


Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα. Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό.


Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα.


Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις. Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού.


Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.


δ’ Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.


Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία.


Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.


Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το «θέλειν», ενώ το γνωμικό θέλημα με το «πώς θέλειν», και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση. Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα.


Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο.


Η ερώτησή της «πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω» (Λουκ. α’, 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.


ε’ Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης«. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ. α’, 20).


Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου. Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το «γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου», λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το «δημιουργικώς», όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το «γεννητώς», όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα.


Η τρίτη είναι το «φυσικώς», όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος «δημιουργικώς», και όχι γεννητώς και φυσικώς. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.


Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα.


Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε. Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν» (Ψαλμ. οα’, 6).


Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.


στ’ Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ». Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως. Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού.


Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό. Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό.


Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός «παρήλθεν» ή «συμπαρήλθεν» δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο. Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε «μετά της θατέρου κοινωνίας» στην υπόσταση του Λόγου.


Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.


ζ’ Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος. Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.


Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: «ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.


η’ Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. 


Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ. Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται «ανυποτάκτως» κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. 


Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη. Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως. Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως.


Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ’, 1). Με τον όρο «νεφέλη κούφη» εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας. Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού.


Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα «νικάται φύσεως τάξις».


θ’ Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού. Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου.


Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα. Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.


Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.


ι’ Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: «Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής» (Ησ. κστ’, 18). 


Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός. 


Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ’, 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός. Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.


Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.


Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.



Σεπτέμβριος 1994


Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές», Ι. Μ. ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, 1995.



Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)


Print Friendly and PDF