ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ «ΦΙΛΕΝΑΔΑ» ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ; (2025)




Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ




Όταν ο Κύριος Ιησούς άφηνε την τελευταία Του πνοή στο σταυρό, ακόμα και τη στιγμή αυτή της επιθανάτιας αγωνίας Του, προσπαθούσε να κάνει καλό στους ανθρώπους. Δε σκεφτόταν τον εαυτό Του. Στους ανθρώπους ήταν ο νους Του, γι’ αυτό και παράδωσε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που έδωσε ποτέ στο ανθρώπινο γένος. Κι αυτό είναι η διδασκαλία Του για τη συγχώρηση. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’ 34). Ποτέ ως τότε δεν είχαν ακουστεί τέτοια λόγια στους τόπους εκτέλεσης. Αντίθετα μάλιστα, εκείνοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο με τον ίδιο τρόπο, είτε αθώοι ήταν είτε ένοχοι, συνήθως επικαλούνταν θεούς και ανθρώπους για εκδίκηση. «Εκδικηθείτε», ήταν ο λόγος που ακουγόταν συχνά μπροστά στο ικρίωμα και δυστυχώς ακούγεται ως τις μέρες μας από τους μελλοθάνατους, ακόμα κι από εκείνους που προτού θανατωθούν κάνουν το σταυρό τους
.


Ο Χριστός, προτού παραδώσει την τελευταία Του πνοή, συγχώρεσε όλους εκείνους που τον βασάνισαν, τον μυκτήρισαν και τον θανάτωσαν. Προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα Του να τους συγχωρέσει, αλλά προχώρησε ακόμα παραπέρα. Τους δικαιολόγησε, βρήκε ελαφρυντικό γι’ αυτούς. Είπε, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι. Γιατί επανέλαβε ιδιαίτερα o Κύριος τη διδαχή Του για τη συχώρεση, την ώρα που βρισκόταν πάνω στο σταυρό; Από το τεράστιο πλήθος των διδαχών που έκανε ενόσω ζούσε, γιατί διάλεξε αυτήν κι όχι κάποια άλλη να προφέρουν τα άγια χείλη Του, στο τέλος ακριβώς της επίγειας ζωής Του; Αναμφίβολα επειδή ήθελε η διδασκαλία Του αυτή να παραμείνει στη μνήμη όλων, να λειτουργήσει σαν παράδειγμα προς μίμηση. Στο πάθος Του πάνω στό σταυρό, σ’ αυτό το μεγαλειώδες πάθος που ξεπερνά κάθε μεγαλείο, που υψώνεται πάνω από τους βασιλιάδες και τους κριτές της γης, πάνω από σοφούς και διδασκάλους, από πλούσιους και φτωχούς, από κοινωνικούς αναμορφωτές κι επαναστάτες, ο Κύριος Ιησούς με το παράδειγμα της συχώρεσης έβαλε τη σφραγίδα στο ευαγγέλιό Του.


Έδειξε μ’ αυτόν τον τρόπο πως χωρίς συχώρεση ούτε οι βασιλιάδες μπορούν να κυβερνούν, ούτε οι δικαστές να κρίνουν, οι σοφοί δεν μπορούν να είναι σοφοί, ούτε οι διδάσκαλοι να διδάσκουν. Δεν μπορούν οι πλούσιοι κι οι φτωχοί να ζουν ως άνθρωποι κι όχι σαν άλογα ζώα, δε γίνεται ο πυρετός των επανασταστών κι αναμορφωτών να είναι χρήσιμος. Πάνω απ’ όλα ο Χριστός ήθελε με τη διδαχή Του αυτή να δείξει πως, χωρίς συγχωρητικότητα, οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν το ευαγγέλιό Του, ούτε πολύ περισσότερο να το εφαρμόσουν. Ο Κύριος ξεκίνησε τη διδασκαλία Του με λόγια για τη μετάνοια και την τέλειωσε με λόγια για τη συχώρεση. Η μετάνοια είναι ο σπόρος, η συχώρεση είναι ο καρπός. Ο σπόρος δεν έχει καμιά αξία αν δεν καρποφορήσει. Καμιά μετάνοια δεν έχει αξία χωρίς συχώρεση. Τι θα ήταν η κοινωνία των ανθρώπων χωρίς συχώρεση; Ένα θηριοτροφείο, τοποθετημένο στη μέση του θηριοτροφείου της φύσης.


Τι άλλο θα ήταν όλοι οι νόμοι των ανθρώπων στη γη παρά αλυσίδες αφόρητες, αν δεν υπήρχε η συχώρεση να τις μαλακώσει; Θα μπορούσε μια γυναίκα ν’ αποκαλείται μητέρα αν δεν είχε συχώρεση, ή ένας αδερφός να ονομάζεται αδερφός, ο φίλος φίλος, ή ο χριστιανός χριστιανός; Όχι! Η συχώρεση είναι η καρδιά κι η ρίζα όλων αυτών των τίτλων. Αν δεν υπήρχαν οι λέξεις «συχώρεσέ με» και «νά ‘σαι συχωρεμένος», η ζωή των ανθρώπων θα ήταν αβάσταχτη, ανυπόφορη. Δεν υπάρχει σοφία στον κόσμο ικανή να δημιουργήσει τάξη και να επιβάλει την ειρήνη, χωρίς την εφαρμογή της συχώρεσης. Ούτε υπάρχουν σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα ικανά να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη μεγαλοψυχία και την ευγένεια, χωρίς να εφαρμόσουν την πρακτική της συχώρεσης. Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο η κοσμική γνώση αν δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγχωρέσει τον πλησίον του, να του πει ένα καλό λόγο ή να του ρίξει μια γλυκιά ματιά; Τίποτα απολύτως. Τι θα χρησιμεύσουν στον άνθρωπο εκατοντάδες μπουκάλια λάδι μπροστά στο καντήλι, αν κανένα απ’ αυτά δεν έχει να μαρτυρήσει τη συχώρεση μιας τουλάχιστο ταπεινωτικής προσβολής; Τίποτα απολύτως.


Αν γνωρίζαμε πόσα μας συγχωρούνται σιωπηρά κάθε μέρα και κάθε ώρα, όχι μόνο από το Θεό αλλά κι από ανθρώπους, θα τρέχαμε με ντροπή να συγχωρέσουμε τους άλλους. Πόσα απρόσεχτα αλλά και προσβλητικά λόγια βγαίνουν από το στόμα μας, στα οποία η απάντηση που δεχτήκαμε είναι η σιωπή; Πόσα άγρια βλέμματα ρίχνουμε από δω κι από κει; Πόσες ανάρμοστες πράξεις κάνουμε, σε πόσες απαράδεκτες ενέργειες προβαίνουμε; Κι οι άνθρωποι τα προσπερνούν όλ’ αυτά, δεν εφαρμόζουν το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Και τι να πούμε για τη συχώρεση του Θεού; Δεν υπάρχουν επαρκή λόγια να την εκφράσουν. Για να περιγράψει κανείς τα αμέτρητα βάθη της αγάπης και της συγχωρητικότητας του Θεού, χρειάζεται λόγος θεϊκός. Και τέτοιος είναι ο λόγος που μας δίνει το σημερινό ευαγγέλιο. Ποιος θα μπορούσε στον ουρανό ή στη γη να μας εξηγήσει καλύτερα και να μας περιγράψει τα πράγματα του Θεού, αν όχι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο προαιώνιος Υιός του Θεού; «Ουδείς επιγινώσκει… τον πατέρα ει μη ο υιός και ω εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. ια’ 27).


Ο Κύριος Ιησούς φανέρωσε την αμέτρητη συγχωρητικότητα του Θεού στην παραβολή του δούλου εκείνου που είχε μεγάλο χρέος. Πήρε αφορμή γι’ αυτό από τον απόστολο Πέτρο, όταν τον ρώτησε πόσες φορές θά ‘πρεπε να συγχωρεί τις προσβολές του αδελφού του: «έως επτάκις;» Στην ερώτηση αυτή ο Κύριος απάντησε μ’ αυτά τα πολύ σημαντικά λόγια: «ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. ιη’ 22). Προσπάθησε να συγκρίνεις τις δυο αυτές προτάσεις και θα διαπιστώσεις τη διαφορά ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Ο Πέτρος, όταν ρώτησε το Διδάσκαλό Του «έως επτάκις;», νόμιζε πως είχε φτάσει στα ανώτατα όρια της συγχωρητικότητας. Η απάντηση του Κυρίου όμως ήταν: έως εβδομηκοντάκις επτά! Και σα να μη του φάνηκε αρκετό ακόμα κι αυτό το μέτρο, πρόσθεσε μετά και την ακόλουθη παραβολή, για να ξεκαθαρίσει καλύτερα τα πράγματα.


«Διά τούτο ωμοιώθη η βασίλεια των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού» (Ματθ. ιη’ 23). Η βασιλεία των ουρανών δεν προσφέρεται για περιγραφή, ούτε με λόγια ούτε με χρώματα. Η ομοιότητά της μπορεί ν’ απεικονιστεί μόνο μέσα σε περιορισμένη έκταση, με όρους αυτού του κόσμου. Ο Κύριος χρησιμοποιεί παραβολές, επειδή είναι ουσιαστικά αδύνατο να εκφράσει με άλλα μέσα πράγματα που δεν ανήκουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Τον κόσμο αυτόν τον έχει παραμορφώσει και αμαυρώσει η αμαρτία. Δεν έχασε εντελώς όμως την ομοιότητά του με τον άλλο κόσμο, τον αληθινό. Ο κόσμος αυτός δεν είναι αντίγραφο του άλλου, σε καμιά περίπτωση. Είναι απλά μια χλωμή εικόνα και σκιά του. Επομένως ανάμεσα στους δυο κόσμους μπορούμε να κάνουμε σύγκριση όπως ανάμεσα σε κάτι αληθινό και στη σκιά του.


Κάποιος βασιλιάς αποφάσισε να κανονίσει τους λογαριασμούς του με τους δούλους του, που ήταν οφειλέτες του. Ένας βασιλιάς δεν είναι ποτέ οφειλέτης στους δούλους του, εκείνοι του χρωστάνε. «Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων» (Ματθ. ιη’ 24). Ένα τάλαντο ισοδυναμεί με διακόσιες σαράντα χρυσές λίρες. Δέκα χιλιάδες τάλαντα ανέρχονται σε περίπου δυόμισυ εκατομμύρια χρυσές λίρες. Αυτό ήταν ένα τεράστιο ποσό ακόμα και για μια χώρα, όχι για ένα δούλο. Τι σημασία έχει αυτό όμως; Το πλήθος των αμαρτιών μας ενώπιον του Θεού, των οφειλών μας προς Αυτόν, είναι πολύ μεγαλύτερο. Όταν ο Κύριος μιλάει για την οφειλή του δούλου προς το βασιλιά, εννοεί τις οφειλές μας στο Θεό, γι’ αυτό και επισημαίνει πόσο μεγάλο είναι το οφειλόμενο ποσό, που όμως σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγαλύτερο από τις αμαρτίες των ανθρώπων.


«Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι» (Ματθ. ιη’ 25). Την εποχή εκείνη τόσο ο ρωμαϊκός όσο κι ο ιουδαϊκός νόμος (Έξ. κα’ 2, Λευϊτ. κε’ 39), προέβλεπαν να πουλιούνται σκλάβοι οι πτωχευμένοι οφειλέτες, μαζί με τις οικογένειές τους. Αναφέρεται στην Αγία Γραφή πως μια χήρα έκραζε στον προφήτη Ελισαίο: «Ο δούλος σου ανήρ μου απέθανε… και ο δανειστής ήλθε λαβείν τους δύο υιούς μου εαυτώ εις δούλους» (Δ’ Βασ. δ’ 1). Αυτό έκανε κι ο βασιλιάς της παραβολής κι ήταν τόσο δίκαιο όσο και νόμιμο. Το βαθύτερο νόημα της εντολής του βασιλιά ήταν πως, όταν οι αμαρτίες ξεπερνούν τα όρια, ο Θεός μας στερεί όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος που καταξιώνουν τον άνθρωπο. Η πώληση του οφειλέτη σημαίνει πως ο αμαρτωλός στερείται το πρόσωπο που του έδωσε ο Θεός. Η πώληση της γυναίκας του σημαίνει τη στέρηση των δώρων της αγάπης και του ελέους.


Η πώληση των παιδιών του υποδηλώνει πως στερείται τη δυνατότητα δημιουργίας και ενός έστω αγαθού. Και πάντα όσα είχε, σημαίνει πως αποξενώνεται από κάθε χαρά πνευματικής ευλογίας. Και αποδοθήναι, σημαίνει πως όλα τα θεόσδοτα χαρίσματα επιστρέφουν από τον αμαρτωλό άνθρωπο στο Θεό, την Πηγή και τον Κύριο «παντός αγαθού». «Η ειρήνη υμών προς υμάς επιστραφήτω» από ένα σπίτι που δεν αξίζει, είπε ο Κύριος στους μαθητές Του (Ματθ. ι’ 13). «Πεσών ουν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων· κύριε, μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου άπέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ» (Ματθ. ιη’ 26, 27). Τι ξαφνική, τι απρόσμενη μεταβολή! Πόσο φτηνό αντίλυτρο του δανείου, πόσο αμέτρητο έλεος! Ο κακός δούλος, που είχε σωρεύσει ένα τεράστιο χρέος, δεν είχε που να καταφύγει, ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Δεν μπορούσε κανένας άλλος στον κόσμο να τον βοηθήσει, εκτός από το δανειστή του. Από τη μιά μεριά ήταν ο κύριός του κι από την άλλη οι σύνδουλοί του. Οι άλλοι δούλοι δεν τολμούσαν να τον βοηθήσουν, ενάντια στη θέληση του κυρίου τους.


Ο μόνος που θα μπορούσε να τον βοηθήσει, ήταν ο κύριός του, ο κριτής του. Έτσι κι εκείνος έκανε το μοναδικό πράγμα που του ήταν δυνατό και λογικό: Έπεσε στα πόδια του κυρίου του κι επαιτούσε το έλεός του. Δε του ζήτησε να του χαρίσει το χρέος – ούτε να το σκεφτεί αυτό δεν τολμούσε. Του ζήτησε μόνο παράταση του χρόνου εξόφλησης. Μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω, του είπε. Κι ο βασιλιάς, που ήταν αληθινός άνθρωπος και σωστός κριτής, απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. Του χάρισε μια διπλή ελευθερία: τόσο από τη σκλαβιά όσο κι από το χρέος. Δεν είναι αυτό ένα πραγματικά βασιλικό δώρο; Αυτός όμως δεν είναι ο τρόπος που συμπεριφέρονται πολλές φορές οι επίγειοι βασιλιάδες. Τέτοιο έλεος και μάλιστα μη απαιτητό, μόνο από τον ουράνιο Βασιλιά μπορεί να έρθει. Εκείνος το κάνει αυτό και μάλιστα συχνά. Όταν κάποιος αμαρτωλός συνέρχεται και μετανοεί, ο ουράνιος Βασιλιάς είναι έτοιμος να του συγχωρέσει μύριες αμαρτίες, να επιστρέψει στον αμαρτωλό όλες τις δωρεές που αποστερήθηκε.


Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει το μέτρο της ευεργεσίας του Θεού. Κανένας δεν μπορεί ούτε καν να την περιγράφει. «Ιδού γαρ απήλειψα ως νεφέλην τας ανομίας σου και ως γνόφον τας αμαρτίας σου· επιστράφηθι πρός με και λυτρώσομαί σε» (Ησ. μδ’ 22), είπε ο Κύριος. Εκείνος που επιστρέφει στο Θεό με ειλικρινή μετάνοια, δέχεται τη συγχώρηση του Θεού για όλες τις αμαρτίες του. Ο Θεός του χαρίζει περισσότερο χρόνο δοκιμασίας, για να δει κατά πόσο ο αμαρτωλός αυτός θα μείνει μαζί Του ή θα τον προδώσει. Όταν ο βασιλιάς Εζεκίας βρισκόταν στο νεκρικό κρεβάτι, γύρισε προς τον τοίχο και προσευχήθηκε στον Κύριο θρηνώντας και ζητώντας Του να επιμηκύνει τη ζωή του. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή του και του χάρισε άλλα δεκαπέντε χρόνια ζωής. Μετά απ’ αυτό ο Εζεκίας ευχαρίστησε και δοξολόγησε το Θεό με τούτα δω τα λόγια: «Είλου γάρ μου την ψυχήν, ίνα μη απόληται, και απέρριψας οπίσω μου πάσας τας αμαρτίας» (Ησ. λη’ 17). Ευδόκησες στην ψυχή μου και την προφύλαξες από το λάκκο της φθοράς, είπε. Με λύτρωσες απ’ όλες τις αμαρτίες μου.


Κάτι ανάλογο έγινε με το δούλο που ήταν καταχρεωμένος. Ζήτησε από τον Κύριο να μακροθυμήσει, να του χαρίσει λίγο χρόνο για να μπορέσει να εξοφλήσει το χρέος του. Κι ο Κύριος του χάρισε ολόκληρο το χρέος, αλλά του έδωσε και την ελευθερία του. Περίμενε μόνο να δει όχι πώς θα κατορθώσει ο δούλος εκείνος ν’ αποπληρώσει το παλιό του χρέος, αλλά τι θα του ανταποδώσει για τη νέα ευεργεσία του. Ας παρακολουθήσουμε τι έκανε στη συνέχεια ο δούλος: «Εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι ει τι οφείλεις» (Ματθ. ιη’ 28). Αφού ο κύριός του τον συγχώρεσε, του χάρισε το χρέος και τον ελευθέρωσε, ο δούλος βρήκε κάποιον σύνδουλό του που του είχε δανείσει χρήματα. Τώρα ο δούλος φέρθηκε σαν κύριος στο σύνδουλό του. Τότε όμως έγινε ένας φοβερός κύριος, δυνάστης. Ενώ ο βασιλιάς είχε φερθεί στον οφειλέτη του μ’ έναν ανθρώπινο και βασιλικό τρόπο, ο ίδιος οφειλέτης, που η ευσπλαχνία του κυρίου του τον είχε σώσει από τον όλεθρο, στο σύνδουλό του φέρθηκε σαν άγριο θηρίο.


Και για τι χρέος; Μόλις για εκατό δηνάρια! Ο βασιλιάς του χάρισε το χρέος του, που ήταν δέκα χιλιάδες τάλαντα. Κι ο αχάριστος δούλος για ένα ελάχιστο ποσό άρπαξε το σύνδουλό του από το λαιμό και τον πέταξε στη φυλακή, ωσότου του πληρώσει το χρέος. Αυτός δεν ήταν ο τρόπος που διευθετούσε ο βασιλιάς τους λογαριασμούς με τους δούλους του, αλλά εκείνος που χρησιμοποιούσαν οι δούλοι μεταξύ τους. Ο δανειστής-δούλος άρπαξε από το λαιμό το χρεώστη-σύνδουλό του και απαιτούσε την άμεση αποπληρωμή του χρέους του. «Πεσών ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί και αποδώσω σοι» (Ματθ. ιη’ 29). Επαναλήφθηκε το ίδιο σενάριο που είχε εκτυλιχτεί λίγο νωρίτερα, όταν ο κακός αυτός δούλος είχε γονατίσει μπροστά στα πόδια του κυρίου του. Είχε ζητήσει κι αυτός από τον κύριό του να μακροθυμήσει, να του χαρίσει λίγο χρόνο, κι αυτός θα πλήρωνε το χρέος του.


Κι ο κύριός του ένιωσε συμπάθεια και του χάρισε τα μύρια τάλαντα. Ο ίδιος όμως, όταν ήρθε η σειρά του, δεν ένιωσε καμιά συμπάθεια για το σύνδουλό του, που του χρωστούσε μόλις εκατό δηνάρια. Δεν έδειξε ούτε έλεος ούτε συγχωρητικότητα, αλλά «έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ αυτώ το οφειλόμενον» (Ματθ. ιη’ 30). Έτσι συμπεριφέρθηκε ο δανειστής δούλος στο χρεώστη σύνδουλό του. Έτσι συμπεριφέρεται άνθρωπος σε άνθρωπο. Και τέτοια συμπεριφορά μετατρέπει το έλεος του Θεού σε δικαιοσύνη. Όταν ο άνθρωπος παίζει με την ευσπλαχνία του Θεού, πέφτει ο ίδιος στη δικαιοσύνη Του. Κι η κρίση αυτής της δικαιοσύνης, που ακολουθεί μια περιφρονημένη ευσπλαχνία, είναι φοβερή: «Μη πλανάσθε, Θεός ου μυκτηρίζεται· ο γαρ εάν σπείρει ο άνθρωπος, τούτο και θερίσει» (Γαλ. στ’ 7), βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος. Όταν γονατίζουμε μπροστά στο Θεό και ζητούμε το έλεός Του για τις δυσεξαρίθμητες αμαρτίες μας κι έπειτα πετάμε τον αδελφό μας στη φυλακή για μια μοναδική αμαρτία που έκανε και μας πρόσβαλε, τότε μυκτηρίζουμε το Θεό. Ας μην ξεγελιόμαστε. Ο Θεός δεν επιτρέπει να τον εμπαίζουμε, να τον μυκτηρίζουμε, να παίζουμε μαζί Του.


Τα χέρια Του δεν είναι μακριά μας, και τα δυό Του χέρια. Τόσο εκείνο που μας χαϊδεύει όσο κι εκείνο που τιμωρεί. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» (Εβρ. ι’ 31). Πόσο φοβερό είναι, φαίνεται καθαρά από τη συνέχεια της παραβολής του Χριστού: «Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γενόμενα» (Ματθ. ιη’ 31). Ποιοι είναι αυτοί οι σύνδουλοι που είδαν τα γενόμενα και ελυπήθησαν σφόδρα; Είναι άνθρωποι σπλαχνικοί που διαθέτουν πνευματική αντίληψη και γνωρίζουν τι θα κάνει ο Θεός στον πονηρό δούλο, εκείνοι που βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια την ανείπωτη κακία του πονηρού δούλου και κραυγάζουν στο Θεό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό αναφέρεται και στους αγγέλους, που θα μπορούσαν να ονομαστούν κι αυτοί σύνδουλοι των ανθρώπων, αφού κι οι δυο βρίσκονται στην υπηρεσία του Θεού ή κι επειδή, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, όσοι είναι άξιοι για τον άλλο κόσμο, είναι «ισάγγελοι» (Λουκ. κ’ 36).


Περιττεύει να πούμε πως ούτε οι σπλαχνικοί άνθρωποι ούτε κι οι άγγελοι πρέπει να πληροφορήσουν το Θεό για ό,τι γίνεται στον κόσμο, για να το μάθει κι ο Θεός μ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Ύψιστος Θεός είναι παντογνώστης και παντεπόπτης. Όλα όσα βλέπουν κι αντιλαμβάνονται άγγελοι και άνθρωποι, γίνονται με τη βοήθεια του Θεού. Γιατί αναφέρει τότε πως οι σύνδουλοι είδαν αυτό που έκανε ο άσπλαχνος δούλος και το ανέφεραν στον κύριό τους; Γιά νά δείξει τη συμπάθεια που δείχνουν οι καλοί άνθρωποι κι οι άγγελοι. Είναι θέλημα του ίδιου του Θεού ώστε όλοι οι πιστοί δούλοι Του να χαίρονται με το καλό και να θλίβονται με την αμαρτία. Οι λυπημένοι δούλοι τότε ήρθαν και πληροφόρησαν τον κύριό τους για όσα έγιναν. «Τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ· δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι, επεί παρεκάλεσάς με. ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» (Ματθ. ιη’ 32, 33). Ο βασιλιάς δε θα τιμωρήσει τον πονηρό δούλο προτού καταγγείλει μπροστά του την κακία του.


Μ αυτόν τον τρόπο θα ενεργήσει ο Κύριος και στην Τελική Κρίση. Θα στραφεί σ’ εκείνους που στέκονται στα δεξιά Του, θα τους καλέσει στην αιώνια μακαριότητα και θα τους εξηγήσει γιατί κρίθηκαν άξιοι. Μετά θα στραφεί σ’ εκείνους που στέκονται αριστερά Του, θα τους οδηγήσει στην αιώνια κόλαση και θα τους εξηγήσει επίσης γιατί καταδικάστηκαν να πάνε εκεί. Ο Κύριος θέλει να γνωρίζουν όλοι γιατί κρίθηκαν άξιοι για ανταπόδοση ή για τιμωρία, ώστε κανένας να μη σκεφτεί πως ο Θεός τους μεταχειρίστηκε άδικα. Ο Θεός καλεί πρώτα τον πονηρό δούλο και τον απομακρύνει για πάντα από κοντά Του. Το πονηρό δεν μπορεί να έχει κάτι κοινό με το καλό. Αμέσως μετά αποδείχνεται γιατί ο Θεός αποκάλεσε τον δούλο αυτόν πονηρό: πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι. Ο Θεός δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες. Δε λέει: «σου χάρισα το δάνειο δέκα χιλιάδων ταλάντων και συ δε χάρισες στο σύνδουλό σου το δικό του χρέος, τα εκατό δηνάρια». Λέει απλά: πάσαν την οφειλήν. Ελπίζει έτσι να διεγείρει στον αμαρτωλό τη συναίσθηση του μεγάλου χρέους του. Επεί παρεκάλεσάς με.


Ο Κύριος δεν μπαίνει και δω σε λεπτομέρειες. Αποσιωπά όσα προηγήθηκαν της παράκλησης του δούλου, το ότι έπεσε στα πόδια Του γονατιστός και τον παρακάλεσε. Οι δυο αυτές πράξεις σημαίνουν μετάνοια. Και της μετάνοιας προηγήθηκε η προσευχή. Η προσευχή χωρίς μετάνοια είναι χωρίς νόημα, ανενεργή. Από τη στιγμή όμως που η προσευχή θα συνδεθεί με τη μετάνοια, ο Θεός την εισακούει. Ο δούλος με το υπέρογκο χρέος στην αρχή έδειξε πραγματική μετάνοια κι έτσι ζήτησε από τον κύριό του να μακροθυμήσει. Η προσευχή του εισακούστηκε αμέσως κι ο κύριος του έδωσε περισσότερα απ’ όσα ζητούσε. Του χάρισε ολόκληρο το χρέος. Ο κύριος συνέχισε χαρακτηρίζοντας την κακία του δούλου αυτού προς το σύνδουλό του κι αυτό το έκανε με ερώτηση. Για ποιο λόγο; Γιατί δεν του είπε: «Εγώ σου έδειξα έλεος, εσύ όμως φέρθηκες άσπλαχνα στο σύνδουλό σου», αλλά ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; Τό ‘κανε αυτό ώστε ο πονηρός δούλος να συνειδητοποιήσει πως δεν είχε τι ν’ απαντήσει, ώστε ο κύριος να τον φέρει σε αμηχανία, ανίκανο να μιλήσει και να πει κάτι.


Του έδωσε την ευκαιρία να μιλήσει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αν είχε κάτι να πει. Όταν ο υπηρέτης του αρχιερέα χτύπησε τον Κύριο στο μάγουλο και τον ρώτησε: «Ούτως συ αποκρίνη τω αρχιερεί;», ο Κύριος Ιησούς του απάντησε: «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τι με δέρεις;» (Ιωάν. ιη’ 22-23). Παρόμοια απάντηση με του Χριστού έπρεπε να δώσει κι ο δούλος, αντί της ένοχης σιωπής του. Τέτοια απάντηση όμως θα ήταν σα νά ‘ρίχνε κάρβουνα αναμμένα στο κεφάλι του και κάτω από τα πόδια του. Ο τρόπος αυτός του να εκθέτει κανείς την ενοχή του άλλου χρησιμοποιείται κι από το βασιλιά της σημερινής ευαγγελικής περικοπής: ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου; Στην αρχή είχαμε τον τρόμο της σιωπής κι ύστερα ακολούθησε ο τρόμος της καταδίκης: «Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ» (Ματθ. ιη’ 34). Όταν το έλεος αντιστρέφεται και γίνεται δίκαιη καταδίκη, τότε ο Θεός γίνεται φοβερός. Ο μακάριος Δαβίδ λέει στο Θεό: «Συ φοβερός ει, και τις αντιστήσεταί σοι; από τότε η οργή σου» (Ψαλμ. οε’ 8). Κι ο προφήτης Ησαΐας: «Ιδού το όνομα Κυρίου έρχεται διά χρόνου πολλού, καιόμενος ο θυμός» (λ’ 27).


Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε πολύ εναντίον του άσπλαχνου δούλου και τον παράδωσε στους βασανιστές – στα πονηρά πνεύματα, αφού εκείνα είναι που βασανίζουν πραγματικά το ανθρώπινο γένος. Σε ποιον θα μπορούσε να παραδοθεί εκείνος που είχε απομακρυνθεί από το Θεό για την ασπλαχνία του, αυτός που ο Θεός τον αποκαλεί πονηρό δούλο, αν όχι σ’ εκείνον που προκαλεί το μεγαλύτερο κακό, στο διάβολο; Γιατί λέει: έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ; Για να δείξει πως είχε ήδη καταδικαστεί στα αιώνια βάσανα. Πρώτα πρώτα είναι εντελώς απίθανο για έναν άνθρωπο με τέτοιο χρέος να μπορέσει ποτέ να το εξοφλήσει. Και δεύτερο, επειδή ο Θεός δεν απαγγέλει ποτέ τέτοια τελική καταδίκη στον άνθρωπο σ’ αυτή τη ζωή, παρά μόνο μετά το θάνατο, οπότε δεν υπάρχει πια δυνατότητα για μετάνοια, ούτε και για την εξόφληση του χρέους των αμαρτιών που έκανε σ’ αυτή τη ζωή. «Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών» (Ματθ. ιη’ 35).


Αυτό είναι το τέλος της παραβολής κι αυτή είναι η ουσία του θέματος. Δεν υπάρχει επιφύλαξη ή κάποιο διφορούμενο στα λόγια αυτά. Ο Θεός θα συμπεριφερθεί απέναντί μας με τον τρόπο που εμείς συμπεριφερόμαστε στον αδελφό μας. Ο Κύριος Ιησούς μας το ξεκαθάρισε αυτό και μαζί Του δεν υπάρχει πιθανότητα λάθους ή έλλειψη γνώσης. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο Χριστός δεν είπε ο Πατέρας σου, αλλά ο πατήρ μου ο επουράνιος. Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δείξει πως αν δε συγχωρήσουμε τον αδελφό μας για τις αμαρτίες του, χάνουμε το δικαίωμα να ονομάσουμε Πατέρα μας το Θεό. Ο Κύριος επισημαίνει επίσης με ποιόν τρόπο πρέπει να γίνει η συχώρεση: από των καρδιών υμών. Ο βασιλιάς συγχώρεσε το χρέος του δούλου του με την καρδιά του, γι’ αυτό και λέει, σπλαγχνισθείς δε ο κύριος… Κι η ευσπλαχνία, το έλεος, προέρχεται από την καρδιά. Αν δε συγχωρήσουμε τον αδελφό μας κι αν δεν το κάνουμε αυτό από την καρδιά μας, με συμπάθεια κι αγάπη, τότε κι ο Θεός, ο κοινός Δημιουργός μας, θα φερθεί σ’ εμάς όπως κι ο βασιλιάς εκείνος της παραβολής στον ανελεήμονα δούλο.


Θα παραδοθούμε στους βασανιστές – στα πονηρά πνεύματα – που θα μας βασανίζουν αιώνια στο βασίλειο του σκότους, εκεί όπου ο κλαυθμός κι ο βρυγμός των οδόντων είναι ατελεύτητος. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα μας το είχε πει ο Κύριος. Δεν το είπε μόνο στο κείμενο της παραβολής του άσπλαχνου δούλου αυτό, αλλά και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις: «Εν ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’ 2). Η διδαχή αυτή είναι ακριβώς ίδια μ’ εκείνην της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, χωρίς κανένα διφορούμενο, χωρίς καμιά επιφύλαξη. Την ίδια ακριβώς διδαχή μας έκανε ο Κύριος και με τη μεγαλύτερη προσευχή που μας παρέδωσε, την Κυριακή προσευχή: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. στ’ 12); Όταν λέμε από τότε το Πάτερ ημών, ανανεώνουμε τη συμφωνία μας με το Θεό. Του λέμε να μας φερθεί όπως φερόμαστε κι εμείς στους δικούς μας ανθρώπους. Να μας ελεήσει, όπως ελεούμε κι εμείς, να μας συγχωρήσει, όπως συγχωρούμε κι εμείς αυτούς που μας προσβάλλουν. Πόσο εύκολα δίνουμε εντολές στο Θεό, τι φοβερή ευθύνη αναλαμβάνουμε για τον εαυτό μας! Στο Θεό είναι εύκολο να μας συγχωρέσει, στο μέτρο που συγχωρούμε κι εμείς τους άλλους. Του είναι εύκολο να συγχωρέσει σε όλους μας κάποιο χρέος από δέκα χιλιάδες τάλαντα. Εμείς είμαστε έτοιμοι να συγχωρέσουμε με τέτοια θεϊκή ευκολία χρέος εκατό δηναρίων που μας οφείλει ο άδελφός μας; 


Πιστέψτε με, όσο μεγάλο κι αν είναι το χρέος κάποιου ανθρώπου προς το συνάνθρωπό του, όσο κι να αμάρτησε ένας άνθρωπος στον αδελφό ή το φίλο του, το χρέος αυτό δε θα ξεπερνά τα εκατό δηνάρια, σε σύγκριση με το τεράστιο χρέος που οφείλει ο καθένας μας στο Θεό. Όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, είμαστε καταχρεωμένοι στο Θεό. Οποτεδήποτε σκεφτούμε να οδηγήσουμε τους συνανθρώπους μας στο δικαστήριο για τα χρέη του, πρέπει να σκεφτούμε πως εμείς χρωστάμε στο Θεό απείρως περισσότερα. Εκείνος όμως μακροθυμεί, περιμένει, υπομένει και μας συγχωρεί. Πρέπει να θυμόμαστε πως με όποιο μέτρο μετράμε τους άλλους, θα μετρηθούμε κι εμείς. Πάνω απ’ όλα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Χριστός πάνω στο σταυρό: «Πάτερ, άφες αυτοίς!» (Λουκ. κγ’ 24). Όποιος έχει έστω και λίγη συνείδηση, θα ντραπεί όταν τα θυμηθεί αυτά και θα τραβήξει το χέρι του, δε θα συνεχίσει να καταδιώκει εκείνους που του οφείλουν κάποιο μικρό χρέος.


Αδελφοί μου! Ας βιαστούμε να συγχωρήσουμε όλες τις αμαρτίες και τις προσβολές που μας κάνουν, ώστε κι ο Θεός να συγχωρέσει όλες τις δικές μας αμαρτίες και προσβολές. Ας κάνουμε γρήγορα, προτού μας κρούσει την πόρτα ο θάνατος και μας πει: «Είναι πολύ αργά!» Πίσω από την πόρτα του θανάτου δε θα μπορέσουμε ούτε να συγχωρέσουμε ούτε να συγχωρεθούμε. Δόξα στο έλεος του Θεού και στη δικαιοσύνη Του. Δόξα και ύμνος στο θείο μας Διδάσκαλο και Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Πηγή: https://alopsis.gr

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Ομιλίες Δ' – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012.


«ΚΥΡΙΕ, ΠΟΣΑΚΙΣ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ΕΙΣ ΕΜΕ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΙ ΑΦΗΣΩ ΑΥΤΩ; ΕΩΣ ΕΠΤΑΚΙΣ;»


(Ματθ. 18, 23- 35).

Τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πράγματι ἡ «καινή διδαχή» καί ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ «καινή ἐντολή» καί αὐτό διαπιστώνεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ὅπως θά διαπιστώσουμε καί ἀπό τό σημερινό εὐαγγελικό κείμενο.


παραβολή τοῦ κακοῦ καί ἄσπλαχνου δούλου ἀποτελεῖ τό εὐαγγελικό κείμενο τῆς σημερινῆς Κυριακῆς. Ἀφορμή γιά νά διδαχθεῖ ἀπό τόν Χριστό ἀποτέλεσε ἡ ἐρώτηση τοῦ Πέτρου· «Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμέ ὁ ἀδελφός καί ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις;» Τό ἐρώτημα τοῦ Πέτρου ἀσφαλῶς προϋποθέτει τήν ὕπαρξη κάποιου σχετικοῦ προβλήματος στόν Ἰουδαϊσμό τήν ἐποχή ἐκείνη.


Μάλιστα ὑπῆρχαν κάποιοι νομοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι περιόριζαν σέ 3 μέ 4 περιπτώσεις τή δυνατότητα συγγνώμης. Ὁ Πέτρος στό «ἑπτάκις» πού ἀνέφερε, ἴσως νά ἐκπροσωποῦσε μιά πιό ἐπιεικέστερη θέση. Παρά ταῦτα καί ἡ ἐπιεικής αὐτή θέση βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀγάπης, πού διδάσκει καί ἐνσαρκώνει στόν κόσμο ἡ παρουσία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.


παντώντας στό ἐρώτημα τοῦ Πέτρου, ὁ Χριστός τοῦ λέει· «οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλά ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά», καί γιά νά δώσει ἔμφαση σ’ αὐτό τό «ἑβομηκοντάκις ἑπτά», διδάσκει τήν παραβολή τοῦ ἄσπλαχνου δούλου. Ὁ Πέτρος λέγοντας τό «ἕως ἑπτάκις» θέτει ἕνα ὅριο μέσα στό ὁποῖο περικλείει τό χρέος τῆς ἀφέσεως καί τῆς συγγνώμης. Ὁ Χριστός ὅμως μέ τό «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά“» δέν κάνει ἁπλά ἕνα πολλαπλασιασμό, οὔτε καί παραποιεῖ, ἤ ἀπαξιοῖ τήν πνευματική καί ποιοτική οὐσία τῆς συγγνώμης. Θέλει νά τονίσει ἰδιαίτερα τήν ἀξία τῆς ἐπιείκιας, γιατί χρειάζεται ὅλοι μας νά εἴμαστε ἐπιεικεῖς καί μέσα ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἐπιείκιας νά δίνουμε τή συγγνώμη μας πρός τό «πταίσαντα» συνάν-θρωπό μας.


Διαβάζοντας προσεκτικά τό ἱερό κείμενο εὔκολα διαπιστώνουμε, ἀπό τό ἕνα μέρος τή μεγαλοψυχία τοῦ κυρίου ἐκείνου, πού μ’ ἕνα «μακροθύμησον» τοῦ δούλου του, χάρισε τό τεράστιο χρέος «τῶν μυρίων ταλάντων». Ἀπό τό ἄλλο ὅμως μέρος τήν διαφαίνεται ἡ ἀχαρακτήριστη συμπεριφορά τοῦ δούλου ἐκείνου, πού ἐνῶ τόσο πολύ εὐεργετήθηκε ἀπό τόν κύριό του ἔδειξε τόση φρικτή ἀπανθρωπία πρός τό σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ χρωστοῦσε μερικά δηνάρια. Τόσο ὁ ἕνας, ὅσο καί ὁ ἄλλος ἦταν χρεῶστες. Καί οἱ δυό μεταχειρίστηκαν τήν ἴδια λέξη «μακροθύμησον“».


λέξη αὐτή στήν καρδιά τοῦ «κυρίου τοῦ δούλου ἐκείνου» λειτούργησε πολύ ἀνθρώπινα, μέ ἐπιείκια, καί χάρισε χωρίς περιστροφές τή μεγάλη ὀφειλή, καί «πᾶσαν τήν ὀφειλήν αὐτῷ ἀφῆκεν». Φαίνεται ὅμως ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εἶχε ἀπάνθρωπη καρδιά, γιατί ὅταν σέ λίγο συνάντησε ἕνα σύνδουλό του μέ τρόπο ἐπιτακτικό ζητᾶ τήν ἐξόφληση τοῦ μικροῦ χρέους.


Τά δανεισμένα χρήματα ἀσφαλῶς προέρχονταν ὄχι ἀπό δικά του ἀλλά ἀπό τό ποσό τῶν μυρίων ταλάντων πού εἶχε δανεισθεῖ ἀπό τόν Κύριό του. Καί ἐνῶ ὁ σύνδουλος μεταχειρίστηκε τήν ἴδια ἀκριβῶς φράση «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί», γιά τή μηδαμινή ὀφειλή, αὐτός ὄχι μόνο δέν φέρθηκε ἀνάλογα μέ τόν κύριό του, πού τοῦ χάρισε τό ὑπερβολικό ὑψηλό χρέος του, ἀλλά καί σέ μιά ἐπίδειξη ἀπάνθρωπης συμπεριφορᾶς ἀπαιτεῖ ἐδῶ καί τώρα τά ὀφειλόμενα.


Καί οἱ δυό δοῦλοι ἦταν στόν ἴδιο χῶρο, καί ζοῦσαν τή φρίκη τῆς δουλείας. Καί ἐνῶ θά περίμενε κανείς κάποια συμπεριφορά καλωσύνης ἀπό τόν ἄνθρωπο, πού ἐνῶ τοῦ χαρίστηκε ἕνα μεγάλο χρέος, ὁ ἴδιος ἐμφανίζεται μετά ἀπό λίγο μέ ἀφάνταστη σκληρότητα. Στόν ἀχάριστο δοῦλο δέν λειτούργησε ἡ καρδιά, ἀλλά ὁ ψυχρός ὑπολογισμός. Ξέχασε γρήγορα τήν συμπάθεια πού τοῦ ἔδειξε ὁ κύριός του, καί φέρνεται ἐξουσιαστικά στόν συνάνθρωπό του.


Πολλές φορές ὅλοι μας κλείνουμε τήν καρδιά μας καί ἐμφανίζουμε τήν ψυχρότητα τῆς λογικῆς καί τοῦ ὑπολογισμοῦ καί φερόμαστε ἐξουθενωτικά πρός τόν συνάνθρωπο, τόν σύνδουλό, μας. Ἄν μπορέσουμε νά δοῦμε τούς διπλανούς μας, ὄχι σάν ξένους, ἀλλά σάν σύνδουλους ὅμοιους μ’ ἐμᾶς, μέ ὀφειλή πρός τό ὑπερούσιο πρόσωπο τῆς Ἀγάπης καί τῆς Ἀλήθειας, πρός τό ὁποῖο ὅλοι εἴμαστε ὀφειλέτες μυρίων ταλάντων, θά λειτουργοῦσαν πιό ἀνθρώπινα οἱ σχέσεις μας.


Κύριος δίδαξε μέ τό παράδειγμά του, ὅτι ἄν λειτουργήσει ἡ καρδιά μας, ἄν στή σκέψη μας ὑπάρχει ἡ δική μας ὀφειλή πρός τόν Θεό, τότε καταλύεται κάθε διάθεση γιά ἐκμετάλλευση καί καταδυνάστευση τοῦ συνανθρώπου μας. Ὁ ἄνθρωπος πού στέκεται δίπλα μας ξεδιπλώνει κάθε στιγμή τό χρέος τῆς κοινῆς μας πορείας, ἀλλά καί τό δέος πού πρέπει νά ἔχουμε σάν ὀφειλέτες στήν ἀναφορά μας πρός τόν δεσπόζοντα τῶν ὅλων, πού εἶναι ὁ κοινός Λυτρωτής, ἀλλά καί κοινός Κύριος.


περικοπή αὐτή ἀκόμη δίνει τή δυνατότητα νά προσεγγίσει καθένας μας τή φύση τῆς κοινωνίας ἡ ὁποία δημιουργεῖται μέσα στό ἐκκλησιαστικό σῶμα στό ὁποῖο ἐμεῖς οἱ χριστιανοί μετέχουμε. Ἡ κοινωνία αὐτή εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί δέν ἀντιγράφει καμμιά κατάσταση ὁμαδικῆς συμβιώσεως ἀπ’ αὐτές πού ὑπάρχουν στόν κόσμο. Μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά βρίσκεται μέσα στόν κόσμο, νά ἐνεργεῖ στά πλαίσια τοῦ κόσμου, δέν ἔχει ὅμως γήινη τήν προέλευση Ἡ ἀρχή της βρίσκεται στόν οὐρανό, καί σέ τελική ἀνάλυση ἀποτελεῖ τή φανέρωση τοῦ τρόπου ὑπάρξεως, τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος στόν κόσμο.


ζωή τῶν Τριῶν θείων Προσώπων εἶναι τό πρότυπο καί θεμέλιο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τά τρία θεῖα Πρόσωπα εἶναι ἴσα καί ἰσότιμα μεταξύ τους, ἔτσι καί ὅσοι ἐντάσσονται στήν Ἐκκλησία εἶναι ἰσότιμοι. Γι’ αὐτό μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας χρειάζεται νά ὑπάρχει ἡ ἀνεκτικότητα, αὐτό τό ἐπισημειώνει ὁ ἀποστόλος Παῦλος «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφεσ. 4, 2). Ἡ ἀνεκτικότητα δημιουργεῖ τήν γέφυρα στίς σχέση μέ τούς συνανθρώπους μας ἔναντι τῶν ὁποίων εἴμαστε «σύνδουλοι». Πράγματι ὅταν βιώνεται ἡ ἔννοια τοῦ συνδούλου, τότε ἐνεργεῖται ἡ «ἐν Χριστῷ κοινωνίᾳ» μέσα στά πλαίσια τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας.


λειτουργία τῆς ἰσοτιμίας δείχνει, ὅτι κάθε ἄνθρωπος, εἴτε λαϊκός εἴτε κληρικός εἶναι ὀφειλέτης. Ἡ ἔννοια τοῦ συνδούλου θέλει νά δηλώσει τή θέση τοῦ καθενός μας μπροστά στό Θεό καί ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας. Ὅλοι μας, ποιμένες καί ποιμενόμενοι, ἔχουμε ἀνάγκη ἐξίσου τή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα ἡ εὐθύνη ἐκείνου πού γνωρίζει, στήν προκειμένη περίπτωση τοῦ κληρικοῦ, δημιουργεῖ τήν ἐπιπρόσθετη ὀφειλή.


γαπητοί μου Ἀδελφοί, Ἡ ἀνεξικακία δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις γιά νά λάβουμε καί ἐμεῖς τό ἔλεος πού εἶναι στοιχεῖο ἀναγκαῖο καί γιά τή δική μας σωτηρία. «Ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος· κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰακ. 2, 13), δηλαδή στήν τελική κρίση δέν θά ὑπάρχει ἔλεος γι’ αὐτόν, πού δέν ἔδειξε εὐσπλαχνία. Ἐνῶ γιά τόν εὔσπλαχνο ἡ τελική κρίση θά εἶναι θρίαμβος. Ὅσα περισσότερα συγχωρῶ, τόσα περισσότερα μοῦ συγχωρεῖ ὁ Θεός. (π. Κ Φ). *Εκ του ιστολογίου «fiorakis.org». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ





Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ακούσαμε την παραβολή των μυρίων ταλάντων[1]. Η παραβολή αναφέρει ότι ένας δούλος χρωστούσε στο βασιλιά του μύρια τάλαντα. Ο δούλος παρακάλεσε τον βασιλιά όπως του χαρίσει το χρέος. Έτσι, ο βασιλιάς τον λυπήθηκε και του το χάρισε. Παρόλα αυτά που γνώρισε ο δούλος τι θα πει ευσπλαχνία από τον βασιλιά, ο ίδιος ο δούλος δεν σπλαχνίσθηκε τον σύνδουλό του που του χρωστούσε 100 δηνάρια, με αποτέλεσμα να τον κλείσει στη φυλακή[2]. Ακούγοντας ο βασιλιάς την πράξη του πρώτου δούλου, οργίσθηκε και άλλαξε την απόφαση του να του χαρίσει το δάνειο. Τον έδωσε στο βασανιστές μέχρι να ξεπληρωθεί το χρέος του[3].


Ο ιερός Χρυσόστομος μας προτρέπει να εισέλθουμε στη συνείδησή μας και να αναλογισθούμε όσα έχουμε πράξει σε όλη μας τη ζωή. «Πάντας γαρ ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού»[4]. Να αναλογισθούμε πως θα είναι το δικαστήριο της ψυχής μας. Αν λησμονήσαμε όσα πράξαμε, ο Θεός δεν θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θα τα στήσει όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβουμε να τα εξαλείψουμε τώρα με την Μετάνοια και την Εξομολόγηση και με το να μην μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας[5].


Όλοι μας καθημερινά διαπράττουμε αμαρτίες, ασχέτως εάν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι δεν αμαρτάνουμε και νομίζουμε ότι είμαστε αναμάρτητοι. Όλο και κάτι κάνουμε, διαρκώς αμαρτάνουμε. Ακόμη και μια μέρα να ζούσε κάποιος πάνω στη γη, σίγουρα θα αμαρτούσε και αυτό μας το διαβεβαιώνει ο δίκαιος Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης[6]. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει ότι κάνουμε πολλές αμαρτίες, και τις περισσότερες ούτε που καταλαβαίνουμε ότι τις διαπράττουμε[7].


Πρέπει να ασχολούμαστε με τις δικές μας αμαρτίες, τα δικά μας λάθη και να προσπαθούμε να τα διορθώνουμε. Δεν έχουμε δικαίωμα ούτε να σχολιάζουμε, ούτε να ασχολούμαστε με τις αμαρτίες των άλλων. Όταν βλέπουμε την αμαρτωλότητα των άλλων πρέπει να δούμε την δική μας καρδιά και να αναρωτη­θούμε: «Εγώ είμαι καθαρός από αμαρτία, δεν υπάρχει μέσα μου το ίδιο πάθος που βλέπω στον αδελφό μου;» πρέπει εμείς να παρα­κολουθούμε ακούραστα τις κινήσεις της δικής μας καρδιάς και να διώχνουμε από μέσα της κάθε ακαθαρ­σία. Να προσέχουμε τις σκέψεις μας, τις επιθυμίες, τα κίνητρα και τις πράξεις. Να τα αναλύουμε με προσο­χή εξετάζοντας μήπως υπάρχει σ’ αυτά κάτι αμαρτω­λό[8].


Στο πάθος Του πάνω στο σταυρό, σ’ αυτό το μεγαλειώδες πάθος που ξεπερνά κάθε μεγαλείο, που υψώνεται πάνω από τους βασιλιάδες και τους κριτές της γης, πάνω από σοφούς και διδασκάλους, από πλούσιους και φτωχούς, από κοινωνικούς αναμορφωτές κι επαναστάτες, ο Κύριος Ιησούς με το παράδειγμα της συχώρεσης έβαλε τη σφραγίδα στο ευαγγέλιό Του. Έδειξε μ’ αυτόν τον τρόπο πως χωρίς συχώρεση ούτε οι βασιλιάδες μπορούν να κυβερνούν, ούτε οι δικαστές να κρίνουν, οι σοφοί δεν μπορούν να είναι σοφοί, ούτε οι διδάσκαλοι να διδάσκουν.


Χωρίς συγχωρητικότητα, οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν το Ευαγγέλιό Του, ούτε πολύ περισσότερο να το εφαρμόσουν, μας τονίζει ο Άγιος Νικόλαος επίσκοπος Αχρίδος. Ο Κύριος ξεκίνησε τη διδασκαλία Του με λόγια για τη μετάνοια και την τέλειωσε με λόγια για τη συχώρεση. Η μετάνοια είναι ο σπόρος, η συχώρεση είναι ο καρπός. Ο σπόρος δεν έχει καμιά αξία αν δεν καρποφορήσει. Καμιά μετάνοια δεν έχει αξία χωρίς συχώρεση[9].


Δυστυχώς, πολλές φορές δεν δείχνουμε έλεος στους οφειλέτες μας. Άρα δεν τηρούμε την εντολή του Κυρίου μας «γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ υμών οικτίρμων εστίν»[10]. Αλλά μην ξεχνάμε τον λόγο του Αποστόλου Ιακώβου «η γαρ κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος»[11]. Πρέπει να μας συγκλονίζουν αυτά τα λόγια ώστε να μας ξυπνήσουν από τον λίθαργο που κοιμόμαστε διότι ούτε έλεος δείχνουμε ούτε συγχώρεση και να ευχόμαστε να μην έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα όπως τον άσπλαχνο δούλο, τον οποίο ο Κύριος τον παρέδωσε εις τους βασανιστές.


Γι΄αυτό πρέπει να συγχωρούμε τους πάντες και τα πάντα με όλη την καρδία, όπως τονίζει ο Κύριος στο τέλος της παραβολής. «Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν»[12]. Όταν βλέπουμε τις κακίες που κάνουν οι άλλοι, πρέπει να θυμόμαστε τον λόγο «πρόσεχε σεαυτόν».


Το δίδαγμα που εξάγεται από την σημερινή Ευαγγελική περικοπή είναι ότι πρέπει να είμαστε ανεξίκακοι. Είναι μεγάλη αρετή η ανεξικακία, είναι η αιτία όλων των αγαθών, καθώς οδηγεί την ψυχή σε γαλήνιο λιμάνι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ιερός Χρυσόστομος[13]. Ένα άλλο δίδαγμα που εξάγεται είναι η απεριόριστη συγχώρηση και αγάπη που πρέπει να δείχνουμε προς τον πλησίον μας για οποιοδήποτε λόγο μας έχει φταίξει και για όσες φορές μας έχει στεναχωρήσει.


Ας μάθουμε να είμαστε σπλαχνικοί, όπως Εύσπλαχνος είναι ο Επουράνιος Πατέρας μας και με όλη μας την ψυχή και καρδία συγχωρούμε στον πλησίον τα παραπτώματά του. Εάν το πράττουμε αυτό σε καθημερινή βάση, τότε και τα δικά μας σφάλματα και λάθη θα μας τα συγχωρήσει ο Κύριος ενώπιον του φρικτού και φοβερού Του βήματος. Αμήν. «Πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική, ένοχος έσται τη κρίσει»[14]




[1] Ματθαίου 18,23-35
[2] Ματθαίου 18, 28-30
[3] Ματθαίου 18, 34
[4] Β΄ Κορινθίους 5,10
[5] Ιερού Χρυσοστόμου, Ομιλία εις την παραβολή του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος, ΕΠΕ 26,18
[6] Ιώβ 14, 4-5 «τίς γὰρ καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου; ἀλλ᾿ οὐθείς, ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ἀριθμητοὶ δὲ μῆνες αὐτοῦ παρ᾿ αὐτοῦ· εἰς χρόνον ἔθου, καὶ οὐ μὴ ὑπερβῇ».
[7] Μεγάλου Βασιλείου, Ασκητικά, ΕΠΕ 9,404 «πολλὰ ἁμαρτάνον­τες, τὰ πλεῖστα οὔτε συνίεμεν»
[8] Αγίου Λουκά Κριμαίας, Λόγος περί σκληροκαρδίας, Λόγοι και ομιλίες» Τόμος Γ
[9] Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ – Κυριακοδρόμιο
[10] Λουκά 6,36
[11] Ιακώβου 2,13
[12] Ματθαίου 18, 35
[13] Ιερού Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 28,170
[14] Ματθαίου 5,22 *Εκ του ιστολογίου «pemptousia.gr» της 21.8.2017. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ




''Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα ἔχει, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων, Μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοί, καὶ πάντα ἀποδώσω σοι. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων, ᾽Απόδος εἴ τι ὀφείλεις. Πηγή: https://www.askitikon.eu


Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων, Μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. Ἰδόντες οὖν οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ, Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με·οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς κἀγὼ σὲ ἠλέησα;καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον. Οὕτως καὶ ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν. «Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;»


κούσαμε στὸ σημερινὸ εὐ­αγγελικὸ ἀνάγνωσμα τὴν Πα­ραβολὴ τῶν ­μυρίων τα­λάν­των. Ἕνας δοῦλος, δηλαδὴ ὁ κάθε ἄνθρωπος, χρωστοῦσε στὸ βασιλιά του, δηλαδὴ στὸ Θεό, «μύρια τάλαντα», 10.000 τάλαντα, ἀμύθητο ποσό, ποὺ δηλώνει τὶς πολλές του ἁμαρτίες. Ὁ δοῦλος παρακάλεσε τὸν βασιλιὰ νὰ τοῦ χαρίσει τὸ χρέος· πράγματι ὁ βασιλιὰς τὸν σπλαχνίσθηκε καὶ τοῦ τὸ χάρισε. Ὅμως ὁ δοῦλος ἐκεῖνος δὲν ἔδειξε ἀνάλογη συμπάθεια σὲ σύνδουλό του ποὺ τοῦ χρωστοῦσε 100 δηνάρια, ποσὸ συγκριτικὰ ἀσήμαν­το, ἀλλὰ τὸν ἔβαλε στὴ φυλακή. Τότε ὁ βασιλιὰς ὀργίστηκε, ἄλλαξε τὴν ἀπόφασή του καὶ παρέδωσε τὸν ἄσπλαχνο δοῦλο στοὺς βασανιστὲς μέχρι νὰ ξεπληρώσει τὸ χρέος του. Τὸ δίδαγμα τῆς Παραβολῆς εἶναι ἡ ἀπεριόριστη συγχώρηση, δηλαδὴ τὸ νὰ συγχωροῦμε πάντοτε ὅποιον μᾶς ἔχει φταίξει, ὅσες φορὲς κι ἂν μᾶς ἔχει φταίξει.


Γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅμως καλύτερα τὴν Παραβολή, ἂς δοῦμε γιατί οἱ ἁμαρτίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου παρομοιάζονται μὲ ὑπέρ­ογκο χρέος καὶ πόσο σημαντικὸ εἶ­ναι νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους.


1. Ὅλοι εἴμαστε πολὺ ἁμαρτωλοὶ. Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι δὲν ἔχουν ἁμαρτίες. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅμως ἄλλα μᾶς διδάσκει. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος τονίζει ὅτι «πολλὰ πταίομεν ἅπαντες» (Ἰακ. γ´ 2). Ὅλοι – συμπεριλαμβάνει καὶ τὸν ἑαυτό του ὁ Ἅγιος – ὅλοι ἀνεξαιρέτως φταῖμε σὲ πολλά. «Πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», διδάσκει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. γ´ 23). Ὅλοι ἀνεξ­αιρέτως ἁμάρτησαν καὶ στεροῦνται τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ· καὶ ἑπομένως ἔχουν ἀνάγκη ἐλέους. Ἀλλὰ καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Ἰὼβ διερωτᾶται: «Τίς καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύ­­που;» Ποιὸς θὰ βρεθεῖ καθαρὸς ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας; Καὶ ἀπαντᾶ: Κανείς, ἀκόμη κι ἂν ζοῦσε μόνο μιὰ μέρα πάνω στὴ γῆ (Ἰὼβ ιδ´ 4-5).


κόμη στὴ Γένεση διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς μετὰ τὸν Κατακλυσμὸ ἀποφάσισε: Δὲν θὰ ἐπιφέρω ξανὰ τέτοια ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ στὸ ἀνθρώπινο γένος, «ὅτι ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ»· διότι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ρέπει μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια στὸ κακὸ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία (Γεν. η´ 21)· καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε συχνὰ νὰ τιμωρεῖ τὴν ἀνθρωπότητα γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ἐπίσης ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει στὰ «Ἀσκητικά» του ὅτι «πολλὰ ἁμαρτάνον­τες, τὰ πλεῖστα οὔτε συνίεμεν»· κάνουμε πολλὲς ἁμαρτίες, καὶ τὶς περισσότερες οὔτε ποὺ καταλαβαίνουμε ὅτι τὶς διαπράττουμε (ΕΠΕ 9, 404). Ὅλοι λοιπὸν εἴμαστε πολὺ ἁμαρτωλοί· Ἐπιπλέον τὴν ἐνοχή μας αὐξάνει ἀσύλληπτα τὸ ὅτι δὲν ἁμαρτάνουμε σ᾿ ἕναν ἴσο μὲ ἐμᾶς ἀλλὰ στὸν ἄπειρο Θεό.


2. Ἂν δὲν συγχωροῦμε, δὲν θὰ σωθοῦμε. Λοιπὸν τί θὰ κάνουμε; Πῶς θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ τεράστιο αὐτὸ χρέος καὶ τὶς φοβερὲς συνέπειές του, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση; Ὑπάρχει λύση στὸ πρόβλημα, ἀνέλπιστη λύση. Τὴν ἀκούσαμε στὴν Παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων. Μᾶς τὴν προτείνει ὁ εὐσπλαχνικότατος Κύριός μας: «Ἂν συγχωρεῖς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου ὅσους σοῦ φταῖνε, ἐγὼ θὰ σοῦ συγχωρήσω ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, ὅσο πολλὰ κι ἂν εἶναι αὐτά». Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέει ὁ Κύριος: «Μοῦ χρωστᾶς 100.000.000 εὐρώ. Θὰ σοῦ τὰ χαρίσω ὅλα· ὑπὸ μία ὅμως προϋπόθεση: νὰ χαρίσεις κι ἐσὺ τὰ χρέη τῶν ἄλλων πρὸς ἐσένα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀσυγκρίτως μικρότερα, 10, 20, 100 εὐρώ!» Τί συμφέρουσα πρόταση! Τί ἐπιείκεια, τί ἔλεος ἐφαρμόζει ὁ Κύριος ἀπέναντί μας! Ἂν συνέβαινε αὐτὸ μὲ οἰκονομικὸ χρέος, θὰ τὸ θεωρούσαμε καταπληκτι­κὴ εὐκαιρία.


Καὶ ὅμως ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα μας συνήθως δυσκολευόμαστε οἱ ἄνθρωποι νὰ συγχωρήσουμε, καὶ μάλιστα μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας, νὰ ξεχάσουμε τελείως τὸ κακὸ ποὺ μᾶς ἔκαναν! Ἂν ὅμως εἶναι τόσο σημαντικὸ νὰ συγχωροῦμε, πῶς θὰ τὸ κατορθώσουμε; Νὰ θυμόμαστε πάντοτε τὴν Παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων. Καὶ νὰ σκεφτόμαστε: Ὁ ἀναμάρτητος Χριστὸς μὲ συγχωρεῖ γιὰ τὶς ἀναρίθμητες ἁμαρτίες μου, καὶ ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν συγχωρῶ τὸν συνάνθρωπό μου; Καὶ πῶς περιμένω νὰ βρῶ ἔλεος; Νὰ συγχωροῦμε, ἂν ὄχι ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον, τουλάχιστον ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ δική μας σωτηρία – εἶναι κι αὐτὸ ἕνα πρῶτο βῆμα. Τέλος νὰ καλλιεργοῦμε τὴ μετάνοια. Ὅ­ποιος συναισθάνεται πόσο ἁμαρτω­λὸς εἶναι, εὔκολα συγχωρεῖ. Ἡ ἀνεξικακία εἶναι πολὺ μεγάλη ἀ­ρετή. Μᾶς ἐξομοιώνει μὲ τὸν Θεό, ὁ Ὁ­ποῖος συνέχεια συγχωρεῖ ὅσους μετανοοῦν καὶ ἐλεεῖ ὅλους. Αὐτὴ μᾶς ἀνοίγει τὸν Παράδεισο.


Εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἀγαθῶν, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καθὼς ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ σὲ γαλήνιο λιμάνι (ΕΠΕ 28, 170). Νὰ τὴν ἀγαπήσουμε καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς τὴν χαρίζει, ὥστε νὰ μᾶς ἀξιώσει τῆς Βασιλείας Του, ὅπου ἐπικρατεῖ ἡ ἀπέραντη ἀγάπη καὶ μακαριότητα.


Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ




Ο απόστολος Πέτρος, μάλλον εξ ονόματος όλων των μαθητών, έρχεται στον Ιησού Χρι­στό και υποβάλλει ένα ερώτημα, το οποίο ήταν από τους κοινούς τόπους στην διδα­σκα­λί­α των ραββίνων, αλλά και στις συζητήσεις των ευσεβών ανθρώπων τις εποχής. Ρωτά, λοι­πόν, ο Πέτρος, «Κύριε, πόσες φορές αν μου κάνει κακό θα πρέπει να συγχωρήσω τον α­δελ­φό μου; μέχρι επτά;». Πηγή: https://aganargiripsiri.wordpress.com


Το ερώτημα αυτό συνδέεται με την διδασκαλία που είχαν α­κού­­σει νωρίτερα από τον Χριστό, ότι «όσα αν δέσετε στη γη θάναι δεμένα στον ουρανό κι όσα λύ­σετε, συγχωρέστε στη γη θάναι συγχωρεμένα στον ουρανό» (ὅσα ἐάν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ· καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐ­ρανῷ, Ματθ. 18, 18) και θέλει με τον τρόπο αυτό να δει πόσο μεγάλη θα πρέπει να εί­ναι φιλανθρωπία μας απέναντι στους ανθρώπους.


Η φιλανθρωπία του Θεού είναι άπει­ρη, αλ­λά τι γίνεται με τον αδελφό μου· γιαυτό ο Πέτρος θέτει το ερώτημα με τον τρόπο αυτό και το κάνει πιο πρακτικό. Ο Μωσαϊκός νόμος συνιστούσε να συγχωρούμε τον αδελφό που μας έβλαπτε τρεις φο­ρές (Αμώς 2,6)· ο Πέτρος, όμως, επηρεασμένος από την διδασκαλία του Κυρίου θέλει να πλει­ο­δοτήσει και δέχεται τις επτά φόρες. Για τους Εβραίους το επτά ήταν ο αρι­θμός του πλή­θους, αλλά και της τελειότητας· σε επτά ημέρες δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο· ε­πτά φορές την ημέρα υμνούσε ο Δαυίδ τον Θεό· στις επτά εβδομάδες (7Χ7= 49) ήταν το Ιω­βηλαίο έτος. Λέγοντας, λοιπόν, επτά φορές ο Πέτρος εννοούσε το πολύ, κι αυτό ήταν το πολύ για τον Πέτρο όχι όμως για τον Χριστό. Για τον Χριστό αυτό ήταν λίγο, το πολύ ή­ταν, «ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά», (7Χ70= 490, Ματθ. 18, 22), δηλαδή άπειρες. Και για να γίνει κατανοητό αυτό ο Χριστός έφερε ένα παράδειγμα, την παραβολή που ακούσαμε.


Ένας βασιλιάς αποφάσισε κάποτε να ελέγξει την διαχείριση των υπηρετών του και με έκ­πληξη ανακάλυψε ότι ένας εξ αυτών είχε καταχρασθεί ένα αστρονομικό ποσό «δέκα χι­­λι­ά­δες τάλαντα», δηλαδή δέκα χιλάδες κουβάδες χρυσά νομίσματα! Αδυνατούσε φυ­σι­κά να επιστρέψει το ποσό και κατά την πρακτική της εποχής έπρεπε να πουληθεί ο ίδιος κι η οικογενειά του ως δούλοι και όσα κατείχε για να ξεπληρωθεί μέρος του ποσού. Στο άκουσμα της απόφασης αυτής πανικός κατέλαβε τον καταχραστή και τότε με απόγνωση έ­πεσε στα πόδια του βασιλιά και με δάκρυα στα μάτια εκπλιπαρούσε για έλεος και συγ­γνώμη και θα τα ειστρέψει. Τελικά ο βα­σιλιάς ενέδωσε· λυπήθηκε την οικογένεια του υ­πη­ρέτη του και του έδωσε άφεση και του χώρησε το χρέος· τον συγχώρεσε και του επέ­τρε­­ψε να πάει σπίτι του. Στην έξοδο του μεγάρου, όμως, συνάντησε έναν από τους συναδέλφους του που έτυχε να του χρωστά ένα ευτελές ποσό των εκατό δηναρία, δηλ. ίσα με εκατό ημερομίσθια της ε­­πο­χής.


Σαν ύαινα επέπεσε στον λαιμό του συναδέλφου του και του έσφιγγε τον λαιμό για να τον πνίξει, φωνάζοντας, «δώσε μου αυτά που μου χρωστάς». Ο συνδούλος του, ό­πως ο ίδιος λίγο νωρίτερα, έπεσε στα πόδια και τον παρακαλούσε να μακροθυμίσει και αυ­τός θα επιστρέψει τα χρήματα. Ανένδοτος, όμως, ο ευεργετημένος δούλος, οδήγησε τον συνδούλο του στη φυλακή μέχρις ότου ξεπληρώσει όλο το ποσό. Οι άλλοι συνάδελφοι τους που ήταν μάρτυρες και στα δύο περιστατικά έσπευσαν να με­ταφέρουν την σκηνή στον βασιλιά, ο οποίος εξοργισμένος διέταξε να παρουσιασθεί ο ευερ­γετημένος δούλος αμέσως μπροστά του και του είπε αυστηρά:


«δούλε πονηρέ, επειδή με παρακάλεσες εγώ σε λυπήθηκα και σου χάρισα όλο το χρέος· εσύ δεν έπρεπε να κάνεις το ίδιο με τον συνδούλο σου» και διέταξε να τον ρίξουν στην φυλακή και στους βάναυ­σους δεσμοφύλακες μέχρι να επιστρέψει το χρέος μέχρι το τελευταίο λεπτό. Μετά την παραβολή, ο Χριστός εκδίδει την ετυμηγορία του: «έτσι κι ο πατήρ σας ο ου­ρά­νιος θα κάνει, αν δεν συγχωρέσετε με την καρδιές σας τα παραπτώματα των αδελφών σας», που θα πει ότι όταν αντί να συγχωρήσουμε τον αδερφό μας δρούμε σαν κριτές, ανα­λαμβάνοντας κρίση και τιμωρία πάνω μας, τότε προκαλούμε και την κρίση και τιμωρία του Θεού στην ζωή μας κατά το ίδιο μέτρο.


Ο Χριστός είναι ξεκάθαρος: «έτσι κι ο πατήρ σας ο ου­ρά­νιος θα κάνει», που σημαίνει ότι το μέτρο είναι στο χέρι μας, «με το κριτήριο που κρίνετε θα κριθήτε και με το μέτρο που μετράτε, θα μετρηθήτε» (ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν), Ματθ 7,2. Στην πράξη αυτό σημαίνει· ΠΡΟΣΕΧΕ, αν δρας σαν κριτής για τις αμαρτίες του αδερφού σου, απέναντι σου να περιμένεις τότε τον Θεό να δρα σαν δικαστής. Αντί για συγχώρεση του χρέους σου, να περιμένεις τιμωρία αφού εσύ δεν συγχώρεσες τον αδελφό σου! Δεν έχεις δικαίωμα να προσεύχεσε και να ζητάς έλεος από τον Θεό, όταν εσύ δεν ελεείς τον α­δελ­φό σου. 


Πώς θα πεις, «καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν», αν δεν τηρείς την υπό­σχε­σή σου, «ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», (Ματθ. 6,12);


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ




Ματθαίου 18,23-35


Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Αρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Εξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· Ο δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. Ιδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ «ΦΙΛΕΝΑΔΑ» ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ;


ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2009)


ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ


«ΚΥΡΙΕ, ΠΟΣΑΚΙΣ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ΕΙΣ ΕΜΕ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΙ ΑΦΗΣΩ ΑΥΤΩ; ΕΩΣ ΕΠΤΑΚΙΣ;»


ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ


ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ


ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ


Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)




Αγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Πολλὲς φορές, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ προβλήματα νὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φροντίζουμε νὰ τὰ δημιουργοῦμε. Στὴν Μεγάλη Παράκληση πρὸς τὴν Κυρὰ-Παναγιὰ ψάλλουμε μεταξὺ ἄλλων: «οἱ μισοῦντές με μάτην […] λάκκον ηὐτρέπισαν». Δυστυχέστερο, ὅμως, εἶναι τὸ φαινόμενο μόνοι μας νὰ σκάβουμε τὸν λάκκο μας καὶ νὰ πέφτουμε μέσα. Αὐτὸ γίνεται ὅταν στὴ ζωή μας ἐπιλέγουμε νὰ ἀκολουθήσουμε ὄχι τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ θέλημά μας, ὅπως συνέβη μὲ τὸ τραγικὸ κεντρικὸ πρόσωπο τῆς σημερινῆς παραβολῆς.


Κάποιος Βασιλιὰς θέλησε νὰ ζητήσει λογαριασμὸ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτες του. Τοῦ παρουσίασαν τότε ἕναν δοῦλο, ὁ ὁποῖος χρωστοῦσε τὸ ὑπέρογκο ποσὸ τῶν δέκα χιλιάδων ταλάντων. Ἐπειδὴ ὁ δοῦλος δὲν εἶχε νὰ ξεπληρώσει τὸ βαρύτατο χρέος, ὁ Βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ πάρουν τὴν γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ καὶ ὅλο του τὸ βιός, ὥστε νὰ τὰ λάβει ὁ ἴδιος ἀντὶ τοῦ χρέους. Καταλυπημένος μὲ τὴν διαταγὴ αὐτή, ὁ ὀφειλέτης ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Βασιλιᾶ παρακαλῶντάς τον νὰ δείξει ἔλεος, καὶ ὑποσχέθηκε νὰ ξεχρεώσει. Πράγματι, ὁ Βασιλιὰς σπλαχνίσθηκε καί, τελικά, τοῦ χάρισε τὸ χρέος.


ναπαυμένος ὁ δοῦλος, βγῆκε ἀπ΄ τὸ παλάτι καὶ λίγα μέτρα πιὸ πέρα εἶδε κάποιον σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ὄφειλε μόλις ἑκατὸ δηνάρια. Σὲ σύγκριση μὲ τὰ δέκα χιλιάδες τάλαντα, τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀποτελοῦσαν ἕνα τελείως μηδαμινὸ καὶ ἀσήμαντο ποσό. Κὶ ὅμως, γιὰ νὰ δοῦμε ὅλοι μας πόσο εὔκολα μποροῦν τὰ πάθη νὰ τυφλώσουν τὸν ἄνθρωπο, ὁ δοῦλος ποὺ παρὰ λίγο γλίτωσε τὴν ὁλικὴ καταστροφὴ τῆς οἰκογένειάς του χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Βασιλιᾶ, ἄρχισε ὡς δῆθεν ἀνώτερος νὰ ζητᾶ διὰ τῆς βίας τὰ ὀφειλόμενα ἑκατὸ δηνάρια ἀπὸ τὸν σύνδουλό του. Τί κὶ ἂν ἐκεῖνος ἔπεφτε καὶ τὸν παρακαλοῦσε; Ἀδίστακτος αὐτός. Εἶχε ξεχάσει τὴν θέση στὴν ὁποία μόλις πρὶν λίγο βρισκόταν, γιὰ αὐτὸ καὶ τόση ἦταν ἡ ἀσπλαχνία του, ποὺ ἅρπαξε τὸν σύνδουλό του καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή. Λογάριασε ὁ δυστυχὴς χωρὶς τὸν ξενοδόχο.


Τὸ νέο γνωστοποιήθηκε ἀστραπιαῖα στὸν Βασιλιά. Ἐκεῖνος, ὀργισμένος γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ ἔλαβε χώρα, εἶπε στὸν δοῦλο: «δοῦλε πονηρέ, ὅλο σου τὸ χρέος στὸ χάρισα ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ ἐσὺ νὰ σπλαχνισθεῖς τὸν σύνδουλό σου ὅπως κι ἐγὼ σὲ σπλαχνίσθηκα;». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, διέταξε δικαίως νὰ τὸν παραδώσουν στοὺς βασανιστές, μέχρι νὰ ἐπιστρέψει ὅσα χρωστοῦσε.


Εὔκολα κατανοοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὴν καθημερινή μας ζωή. Ὁ Βασιλιάς, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ Δικαιοκρίτης Θεός. Ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε συγκεντρωμένο στὸ ἱστορικό μας ἕνα βαρύτατο φορτίο ἁμαρτιῶν. Ἂν καὶ φέρουμε αὐτὸ τὸ φορτίο, ὁ Θεὸς «οὐ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν». Δὲν μᾶς ἀνταπέδωσε τὴν ἀξία τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἀλλὰ μᾶς σπλαχνίσθηκε καὶ μᾶς λύτρωσε ἀπὸ τὸ χρέος καὶ μᾶς λυτρώνει κάθε φορὰ ποὺ προστρέχουμε μὲ μετάνοια καὶ εἰλικρίνεια στὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως.


ταν, ὅμως, φεύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐξομολόγηση, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς γρήγορα ξεχνᾶμε τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ μὲ τὸ ποὺ βλέπουμε κάποιον -ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος λέγεται σύζυγος, πεθερὰ ἢ πεθερός, ἀδερφὴ ἢ ἀδερφός- ὁ ὁποῖος λίγο μᾶς κορόιδεψε, μᾶς σκούντηξε, μᾶς μίλησε ἀπότομα, μᾶς εἰρωνεύτηκε, μᾶς ἔκλεψε, μᾶς ἔκρινε, μᾶς χτύπησε, εἴμαστε ἔτοιμοι (καὶ τὸ κάνουμε ἀρκετὲς φορές) νὰ τὸν παραδώσουμε στὸ πὺρ τὸ ἐξώτερον, σὰν νὰ εἴμαστε βασιλικώτεροι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ. Τότε, ὅμως, λαμβάνουμε τὴν «ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Ἡ ἀγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀσπλαχνία πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς συνδούλους μας, προκαλεῖ τὴν Θεία Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἀπόλυτη.


Δὲν εἶναι λογικὸ καὶ δίκαιο; Πῶς γίνεται νὰ θέλω ἀπὸ τὸν Ὕψιστο Θεὸ νὰ εἶναι Ἐλεήμων ἀπέναντι σὲ ἐμένα, ἕναν ταπεινὸ δοῦλο, ὅταν ἐγὼ μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία σπεύδω νὰ καταστρέψω τοὺς ὅμοιους μὲ ἐμένα ταπεινοὺς συνανθρώπους μου; Κὶ ὅλο αὐτὸ γιατί; Γιὰ νὰ ἐπικρατήσει γιὰ λίγο τὸ «ἐγώ» μου. Γιὰ αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» ζημιωνόμαστε ἀφάνταστα. Αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» εἶναι ποὺ μᾶς ἀνοίγει τὸν λάκκο. Ἂν ἀντ’ αὐτοῦ ἐπιλέξουμε τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτομάτως ἔχουμε ἐξασφαλίσει διὰ παντὸς τὸν πλοῦτο τῆς φιλανθρωπίας Του. Τί ἐξυπνώτερο ἀπὸ αὐτό;

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ




Ας ευχαριστήσουμε, ἀγαπητοί μου, τὸ Θεό, ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ φθάσουμε πάλι στὴν Κυριακὴ αὐτή. Μποροῦσε καὶ νὰ μὴ φθάναμε, λόγῳ τῶν τόσων ἁμαρτιῶν μας. Ἡ Ἐκκλησία, ἀδελφοί μου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἶνε καὶ σχολεῖο, τὸ σχολεῖο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ δείχνουν καὶ τὰ δύο ἀναγνώσματα, οἱ περικοπὲς ἀποστόλου καὶ εὐαγγελίου, ποὺ διαβάζονται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη κάθε φορά. Ὁ ἀπόστολος σήμερα περιέχει πολλὰ νοήματα, παραδείγματα, εἰκόνες. Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς παρουσιάσω μόνο μία εἰκόνα.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

(ἱ. ναός Ἁγ. Τριάδος Ἀμπελοκήπων – Ἀθηνῶν 2-9-1962)


 ἀπόστολος Παῦλος ἀπαντᾷ στοὺς κατηγόρους του. Μὰ εἶχε κατηγόρους; θὰ πῆτε. Καὶ ποιός μεγάλος ἄνθρωπος δὲν ἔχει κατηγόρους; Ἔτσι καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τὸν συκοφαντοῦσαν καὶ τὸν διέβαλλαν, ὅτι δὲν εἶνε ἀπόστολος. Ἀπαντᾷ λοιπὸν ἐδῶ καὶ λέει· Εἶμαι ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Ἀπόδειξις τὸ κήρυγμά μου, ἀπόδειξις ἡ ἐκκλησία τῆς Κορίνθου ποὺ ἵδρυσα, ἀπόδειξις οἱ κόποι καὶ οἱ ὁδοιπορίες μου. Αὐτὰ πιστοποιοῦν, ὅτι εἶμαι ἀπόστολος. Καὶ τί θὰ πῇ ἀπόστολος; Ἀπόστολος εἶνε ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεχώρισε ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ μυριάδες ἄλλους γιὰ νὰ τοῦ ἀναθέσῃ μιὰ σοβαρὴ δουλειά· καὶ αὐτός, πάνω στὴν ἀποστολή του, θυσιάζει ὅλο τὸν ἑαυτό του· ὅπως τὸ λιβάνι καίγεται ὁλόκληρο, δὲ᾿ μένει τίποτα, ἔτσι καὶ ὁ ἀπόστολος ὅλη τὴ ζωή του τὴν «καίει» πάνω στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. 


Θυσιάζει καὶ οἰκογένεια καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα καὶ χρόνο καὶ χρῆμα καὶ αἷμα· εἶνε ἕτοιμος νὰ βρεθῇ μέσ᾿ στὰ μπουντρούμια τῶν φυλακῶν, νὰ ὑποστῇ τὰ πάντα, καὶ νὰ μαρτυρήσῃ ἀκόμη. Τί εἶνε ὁ ἀπόστολος; Ἕνας στρατιώτης, στρατιώτης Χριστοῦ. Αὐτὸ λέει σήμερα ὁ Παῦλος στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα (βλ. Α΄ Κορ. 9,7· βλ. καὶ Β΄ Τιμ. 2,3). Κι ὅπως ὁ στρατιώτης παίρνει ἀπ᾿ τὸ στρατὸ τὸ σιτηρέσιό του, τὸ ποσὸ ποὺ χρειάζεται γιὰ τροφὴ καὶ ἐνδυμασία, κατὰ παρόμοιο τρόπο κ᾿ ἐγώ, ὡς στρατιώτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δικαιοῦμαι νὰ παίρνω τὸ σιτηρέσιό μου ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλ᾿ ἐγώ, λέει, καὶ αὐτὸ τὸ μισθό μου δὲν τὸν παίρνω. Θυσιάζω καὶ τὸ δικαίωμά μου αὐτό, γιὰ νὰ μὴ δώσω λαβὴ σὲ κανένα νὰ πῇ, ὅτι ζῶ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο.


Στρατιῶτες, λοιπόν, οἱ ἀπόστολοι· ὁ Παῦλος, ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ ὑπὸ γενικωτέραν ἔννοιαν στρατιῶτες εμεθα ὅλοι. Κ᾿ ἐσεῖς, ἀγαπητοί μου, εἶστε στρατιῶτες· στρατιῶτες τῆς πίστεως, τοῦ εὐαγγελίου, τοῦ Χριστοῦ. ―Καὶ ἀπὸ πότε γίναμε στρατιῶτες; Στρατιώτης θεωρεῖται ἕνας νέος ἅμα παρουσιαστῇ στὸ κέντρο νεοσυλλέκτων καὶ τὸν ντύσουν στὸ χακί. Ἀφήνει τὰ πολιτικά του ροῦχα, τὰ κάνει ἕνα δεματάκι καὶ τὰ στέλνουν στὸ σπίτι στὴ μάνα του. Στρατιώτης γίνεται ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τοῦ φοροῦν τὴ στολή. Ἔτσι καὶ ὁ κάθε Χριστιανός. Ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου ὑπενθυμίζω, ὅτι ὅλοι εμαστε στρατιῶτες. Ὅλοι κάποια μέρα δώσαμε παρών, βγάλαμε τὰ ροῦχα τὰ βρώμικα καὶ φορέσαμε ἕνα ὁλόλαμπρο ἔνδυμα. Πότε ἔγινε αὐτό, πότε καταταγήκαμε στὸ στράτευμα; 


Τὴν ὥρα ποὺ ἕνας εὐλαβὴς ἱερεὺς μὲ τὸ στοργικό του χέρι μᾶς βύθιζε στὰ νερὰ τῆς κολυμβήθρας «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Μᾶς ρώτησε τότε· ―«Ἀποτάσσῃ τῷ σατανᾷ;». ―«Ἀποτάσσομαι», εἴπαμε. ―«Συντάσσῃ τῷ Χριστῷ;». Καὶ ἀποκριθήκαμε· ―«Συντάσσομαι». ―«Συνετάξω τῷ Χριστῷ;», θὰ εἶσαι στὸ ἑξῆς ὁριστικῶς μὲ τὸ Χριστό; ― «Συνεταξάμην», ὑποσχεθήκαμε (ἀκολ. βαπτ.). Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη φορᾷς πλέον τὸν φωτεινὸ χιτῶνα, εἶσαι στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ, καὶ καλεῖσαι νὰ πειθαρχῇς σ᾿ αὐτόν. Δὲ᾿ μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο αὐτὸν γιὰ νὰ γλεντοῦμε καὶ νὰ κάνουμε τὰ κέφια μας· μᾶς ἔφερε γιὰ ἕνα μεγάλο σκοπό. Εἴμεθα στρατιῶται Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ πολεμήσουμε. Μὲ ποιούς νὰ πολεμήσουμε; ποιοί εἶνε οἱ ἐχθροί μας;


Πρῶτος ἐχθρὸς τοῦ Χριστιανοῦ εἶνε ὁ κόσμος, οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲ᾿ σκέπτονται καὶ δὲ᾿ ῥυθμίζουν τὴ ζωή τους μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ ζοῦν κατὰ τὶς ἐπιθυμίες τους· ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαποῦν τὸ ψεῦδος, τὴν ἀδικία, τὴν ἐκμετάλλευσι, τὴν ἀπιστία καὶ ἀθεΐα. Αὐτὸς εἶνε ὁ κόσμος. Καὶ σὲ ρωτῶ· τί θέσι θὰ πάρῃς ἀπέναντί του; Ἐὰν ῥυθμίζῃς τὴ ζωή σου μὲ ὅ,τι λέει ὁ κόσμος, τότε δὲν εἶσαι φίλος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστιανὸς πάει κόντρα μὲ τὸν κόσμο, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ τὸν μισήσῃ, θὰ τὸν καταδιώξῃ. Ἀλλὰ τὸ εἶπε ὁ Χριστός· «Ἐὰν σᾶς μισῇ ὁ κόσμος, νὰ γνωρίζετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν» (Ἰωάν. 15,18). Μισεῖ ὁ κόσμος τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς πραγματικούς. Μὴ φοβᾶστε ὅμως. Ὁ Χριστὸς λέει· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (ἔ.ἀ. 16,33).


 Χριστιανὸς ὅμως δὲν ἔχει μόνο ὁρατοὺς ἐχθροὺς μὲ «αἷμα καὶ σάρκα» (Εφ.6,12)· ἔχει καὶ ἀόρατο ἐχθρό. Εἶνε ὁ σατανᾶς, ὁ διάβολος. Μᾶς πολεμεῖ μέρα καὶ νύχτα. Μᾶς πολεμεῖ μὲ τὰ λεφτά, μὲ τὶς ἡδονὲς καὶ διασκεδάσεις, μὲ φόβητρα καὶ θέλγητρα, μὲ ποικίλους λογισμοὺς καὶ ἰδίως αἰσχρούς. Μᾶς πολεμεῖ ἀκόμα μὲ τὴ μαγεία, μὲ τὸν πνευματισμό, μὲ τὶς αἱρέσεις, μὲ τὸ μασονισμό, μὲ μύρια μηχανήματα· γιατὶ εἶνε πολυμήχανος. Καὶ ἀμφιβάλλω σήμερα ἀπὸ τοὺς χίλιους Χριστιανοὺς ἂν μένῃ ἕνας ὄρθιος. Γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία φωνάζει· «Στῶμεν καλῶς» (θ. Λειτ.), ἂς σταθοῦμε προσεκτικοί. Στὴν ἐποχή μας μάλιστα ὁ διάβολος θὰ πολεμήσῃ τὴν Ἐκκλησία καὶ μὲ τὴν ἄθεο ἐπιστήμη. Ἀλλ᾿ ὄχι, ἀδελφοί μου. Δὲ᾿ θὰ νικήσῃ ἡ ἀπιστία καὶ ἀθεΐα, δὲ᾿ θὰ νικήσῃ ὁ δράκων· θὰ νικήσῃ τὸ ἀρνίον, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐσταυρωμένος (βλ. Ἀπ. 12,3 κ.ἑ.· 5,6,12· 13,8).


Λοιπόν, στρατιώτης νὰ εἶσαι· νὰ πολεμᾷς ἐναντίον τοῦ κόσμου, ἐναντίον τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὀργάνων του. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν ὑπάρχει κ᾿ ἕνας ἄλλος ἐχθρὸς πολὺ κοντά μας. Δὲ᾿ φοβᾶμαι τὸ διάβολο ἅμα ἔχω τὸ Χριστό, δὲ᾿ φοβᾶμαι τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ξέρεις τί φοβᾶμαι; Τὸν ἑαυτό μου! Ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς εἶνε ὁ ἑαυτός μας, ὁ κακὸς δηλαδὴ ἑαυτός μας, ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸν ὀνομάζει «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος» (Ῥωμ. 6,6). Εἶνε τὰ πάθη μας, οἱ κακίες μας, οἱ κακὲς ἐπιθυμίες μας πού, ὅπως λέει ὁ ἄλλος ἀπόστολος, ὁ Πέτρος, «στρατεύονται κατὰ τῆς ψυχῆς» (Α΄ Πέτρ. 2,11). Ἡ ἐπιθυμία ἑδρεύει στὴν ψυχή. Δὲ᾿ φταίει δηλαδὴ τὸ σῶμα· αὐτὸ εἶνε ὄργανο. Ἡ κακὴ ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς, αὐτὸς εἶνε ὁ κακὸς ἑαυτός μας ποὺ σπρώχνει τὸ σῶμα στὴν ἁμαρτία. Ὡς στρατιῶτες Χριστοῦ ἂς πολεμήσουμε λοιπὸν καὶ ἐναντίον τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας ἀντρίκια. Καὶ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας τὸ ἔλεγαν· «Ἡ πιὸ μεγάλη νίκη εἶνε νὰ νικήσῃς τὸν ἑαυτό σου».


δελφοί μου! Στὸν ἀγῶνα αὐτὸ μᾶς καλεῖ σήμερα ὁ ἀπόστολος. Καὶ σὲ τέτοιο ἀγῶνα τὸ πρῶτο ποὺ ἀπαιτεῖται εἶνε νὰ εἶσαι ἄγρυπνος. Εἶδα στρατιῶτες στὰ χρόνια τοῦ πολέμου νὰ κεντοῦν τὸ κορμί τους μὲ βελόνες καὶ καρφιά, γιὰ νὰ μὴν ἀποκοιμηθοῦν. Γιατὶ λίγο ν᾿ ἀποκοιμηθοῦν, μπαίνει ὁ ἐχθρός. Μάτωναν τὸ δέρμα τους κι ἀκουγόταν· «Φύλακες, γρηγορεῖτε!». Ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς. Ἂν εἴμεθα στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, «γρηγορεῖτε», ἀδέρφια μου! (Ματθ. 24,42· 25,13· 26,41· Μᾶρκ. 14,38· 13,35,37· Α΄ Κορ. 16,13 κ.ἀ.). Μπορεῖ νὰ γίνῃς ἅγιος, ἀσκητής, θαυματουργός, καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ νὰ πέσῃς στὸν ᾅδη. Προσοχὴ λοιπόν.


Τὸ δεύτερο ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη εἶνε τὰ ὅπλα. Ὁ στρατιώτης δὲ᾿ χωρίζεται ἀπὸ τὰ ὅπλα. Ἔχουμε κ᾿ἐμεῖς ὅπλα. Ὁ Χριστιανὸς διαθέτει ἀκαταμάχητο ὁπλοστάσιο. Ποιά εἶνε τὰ ὅπλα του; Ρωτῆστε τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Τὸ πιὸ δυνατὸ ὅπλο εἶνε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ· τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τὸ κανόνι, ποὺ συντρίβει τὰ κάστρα τῆς ἀθεΐας καὶ τῶν αἱρέσεων. Δὲ᾿ θὰ νικήσουν οἱ θεωρίες τοῦ ἄλφα καὶ τοῦ βῆτα· θὰ νικήσῃ ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀνίκητος ἀρχιστράτηγός μας. Σημαία μας, ποὺ ἐβάφη μὲ τὸ αἷμα του, ὁ τίμιος σταυρός. Καὶ σάλπιγξ, ποὺ μᾶς καλεῖ στὴ μάχη, τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου.


λλὰ θέτω, ἀγαπητοί μου, τὸ ἐρώτημα· Εἴμαστε στρατιῶτες Χριστοῦ;… Ἂν θέλετε νὰ δῆτε ἀληθινοὺς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, νὰ διαβάζετε τοὺς βίους τῶν ἁγίων. Αὐτοὶ εἶνε ἀγωνισταί! Ἐμεῖς δυστυχῶς δὲν ἀγωνιζόμεθα. Λιποτάκται εἴμεθα. Ἐὰν ἀγωνιζόμεθα, ἂν μᾶς πονοῦσε ἡ πίστι μας ὅπως μᾶς πονάει τὸ σπίτι μας τὰ παιδιά μας τὸ μαγαζί μας τὸ αὐτοκίνητό μας, ἄλλη θὰ ἦταν ἡ ζωή μας, ὁ τόπος μας θὰ εὐωδίαζε, δὲ᾿ θὰ ὑπῆρχε βλαστήμια!… Ὅλοι νὰ καταλάβουμε τὸν προορισμό μας· νὰ γίνουμε ἀγωνισταί, νὰ πολεμήσουμε γιὰ τὴν πίστι μας, γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ μας, γιὰ τὸ εὐαγγέλιο· καὶ τότε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ εἶνε μαζί μας εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν. Πηγή: http://www.augoustinos-kantiotis.gr


Print Friendly and PDF