«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΣΤΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΣΤΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ (2025)
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΝΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΩΔΙΟ
Η κορυφή των αρετών είναι η προσευχή. Η βάση των αρετών είναι η νηστεία. Νηστεία είναι ο διαρκής μετριασμός της τροφής με σύνεση και διάκριση. Υπερήφανε άνθρωπε! Φαντάζεσαι τόσα πολλά και τόσα υψηλά για τον νου σου, κι αυτός είναι απόλυτα και αδιάσπαστα εξαρτημένος από το στομάχι σου. Ο νόμος της νηστείας φαινομενικά αφορά το σώμα, και ειδικότερα το στομάχι, στην πραγματικότητα όμως αφορά την ψυχή, και ειδικότερα τον νου. Ο νους, αυτός ο βασιλιάς του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, για να ασκήσει και να διατηρήσει τα κυριαρχικά δικαιώματά του, πρέπει πρώτα απ' όλα να υποταχθεί στον νόμο της νηστείας.
Μόνο έτσι θα μπορέσει να υποτάξει τις επιθυμίες της καρδιάς και του σώματος. Και μόνο με τη συνεχή εγρήγορση, τη νήψη, θα μπορέσει να διδαχθεί τις ευαγγελικές εντολές και να τις εφαρμόσει. Το θεμέλιο, λοιπόν, των αρετών είναι η νηστεία. Στον πρωτόπλαστο άνθρωπο, μέσα στον παράδεισο, δόθηκε μία μόνο εντολή, η εντολή της νηστείας. Και δόθηκε ασφαλώς επειδή αυτή ήταν αρκετή για τη διαφύλαξη της αθωότητας του ανθρώπου. Η εντολή δεν αφορούσε την ποσότητα αλλά την ποιότητα, το είδος της τροφής. Ας σωπάσουν, επομένως, όλοι όσοι δέχονται τη νηστεία ως προς την ποσότητα και την απορρίπτουν ως προς την ποιότητα. Εμβαθύνοντας εμπειρικά στη γνώση της νηστείας, θα αντιληφθούν τη σημασία της ποιότητας της τροφής.
Τόσο βαρυσήμαντη ήταν η εντολή της νηστείας που δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο μέσα στον παράδεισο, ώστε την ίδια ώρα του ανακοινώθηκε και η τιμωρία την οποία θα συνεπαγόταν η παράβασή της: ο αιώνιος θάνατος. Μέχρι σήμερα ο θάνατος της αμαρτίας επισκέπτεται τους παραβάτες της αγίας εντολής της νηστείας. Όποιος δεν έχει μέτρο και διάκριση στη διατροφή του, δεν μπορεί να διαφυλάξει την αγνεία και τη σωφροσύνη, δεν μπορεί να δαμάσει την οργή, δεν μπορεί να νικήσει την οκνηρία, την αθυμία και τη λύπη, γίνεται δούλος της φιλοδοξίας και κατοικητήριο της υπερηφάνειας. Την υπερηφάνεια τη γεννά μέσα στον άνθρωπο η σαρκική του κατάσταση, κι αυτήν πάλι τη δημιουργεί η τρυφηλή ζωή, γενικά, και η πλούσια διατροφή, ειδικότερα. Το Ευαγγέλιο ανανέωσε και υπογράμμισε την εντολή της νηστείας. «Προσέξτε καλά τον εαυτό σας», είπε ο Κύριος. «Μην παραδοθείτε στην κραιπάλη και τη μέθη».
Το αποτέλεσμα της κραιπάλης και της μέθης είναι η παχύτητα όχι μόνο του σώματος, αλλά και του νού και της καρδιάς. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, ο άνθρωπος οδηγείται τόσο σωματικά όσο και ψυχικά σε κατάσταση σαρκικότητας. Απεναντίας, η νηστεία οδηγεί τον χριστιανό σε κατάσταση πνευματικότητας. Όποιος καθαρίζεται με τη νηστεία, αποκτά ταπεινοφροσύνη, διάκριση, σεμνότητα, σιωπή, καλούς λογισμούς, αγαθά αισθήματα, ανάλαφρο σώμα, ικανότητα για πνευματική άσκηση, δεκτικότητα θείας χαριτώσεως. Ο σαρκικός άνθρωπος είναι ολοκληρωτικά βυθισμένος στις αμαρτωλές απολαύσεις. Και ο νούς και η καρδιά και το σώμα του είναι παραδομένα στην ηδυπάθεια. Δεν μπορεί όχι μόνο πνευματικές απολαύσεις να αισθανθεί και τη θεία χάρη να αποδεχθεί, μα ούτε και να μετανοήσει. Γενικά, είναι ανίκανος για κάθε πνευματική εργασία.
Είναι καρφωμένος στη γη, βυθισμένος στα γήινα, ζωντανός ως προς το σώμα και νεκρός ως προς την ψυχή. «Αλίμονο σ᾿ εσάς που τώρα είστε χορτάτοι, γιατί θα πεινάσετε». Ο αποφθεγματικός αυτός λόγος του Κυρίου αφορά τους παραβάτες της αγίας εντολής της νηστείας. Με τι θα τρέφεστε στην αιωνιότητα, όταν εδώ μάθατε να παραχορταίνετε από υλικές τροφές, που δεν υπάρχουν στον ουρανό; Με τι θα τρέφεστε στην αιωνιότητα, όταν δεν γευθήκατε κανένα ουράνιο αγαθό; Πως θα τραφείτε και θα ευφρανθείτε με τα ουράνια αγαθά, όταν γι᾿ αυτά δεν νιώσατε παρά αδιαφορία ή και αποστροφή; Ο «επιούσιος άρτος», το καθημερινό ψωμί, του χριστιανού είναι ο Χριστός. Ο αχόρταγος χορτασμός μ᾿ αυτόν τον Άρτο – να η σωτήρια τροφή και τρυφή, στην οποία καλούνται όλοι οι χριστιανοί. Αχόρταγα να χορταίνεις με τον λόγο του Θεού, αχόρταγα να χορταίνεις με την εφαρμογή των εντολών του Χριστού, αχόρταγα να χορταίνεις με τα εδέσματα του τραπεζιού, που ετοιμάστηκε μπροστά σου από τον Κύριο, και να μεθάς με το θεσπέσιο κρασί Του. «Από που ν᾿ αρχίσουμε», λέει ο όσιος Μακάριος ο Μέγας, «που ποτέ δεν ασχοληθήκαμε με την εξέταση των καρδιών μας; Ας σταθούμε έξω και ας χτυπάμε με την προσευχή και τη νηστεία, όπως μας παρακίνησε ο Κύριος: “Χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχθεί”.
Την άσκηση αυτή της προσευχής και της νηστείας, που μας συστήνει ένας από τους μεγάλους διδασκάλους του μοναχισμού, την έκαναν και οι άγιοι Απόστολοι. Έτσι αξιώνονταν να ακούνε τη φωνή του Αγίου Πνεύματος. Στις Πράξεις των Αποστόλων, για παράδειγμα, διαβάζουμε: «Κάποτε, ενώ αυτοί βρίσκονταν σε λειτουργική σύναξη λατρεύοντας τον Κύριο και νηστεύοντας, είπε το Άγιο Πνεύμα: «Να μου ξεχωρίσετε τον Βαρνάβα και τον Σαύλο για το έργο, για το οποίο τους έχω καλέσει.» Τότε αυτοί, αφού και πάλι νήστεψαν και προσευχήθηκαν, έβαλαν τα χέρια πάνω σ᾿ αυτούς και τους απέστειλαν». Ενώ οι Απόστολοι, λοιπόν, ασκούνταν με νηστεία και προσευχή, ακούστηκε εντολή του Αγίου Πνεύματος για την κήρυξη του Χριστού στους εθνικούς.
Θαυμαστή η συνένωση της νηστείας με την προσευχή! Η προσευχή είναι αδύναμη, αν δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στη νηστεία, και η νηστεία είναι άκαρπη, αν πάνω της δεν είναι οικοδομημένη η προσευχή. Η νηστεία αποξενώνει τον άνθρωπο από τα σαρκικά πάθη, ενώ η προσευχή παλεύει με τα ψυχικά πάθη και, αφού τα νικήσει, διαποτίζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, τον οποίο καθαρίζει από κάθε ρύπο κακίας. Και τότε ο Θεός έρχεται και κατοικεί στον καθαρό τούτο λογικό ναό. Όποιος σπέρνει σε γη ακαλλιέργητη, χάνει τον σπόρο και, αντί για σιτάρι, θερίζει αγκάθια. Έτσι κι εμείς αν σπέρνουμε στην ψυχή την προσευχή έχοντας παχιά σάρκα, τότε, αντί για καρπό καλό, θα θερίσουμε αμαρτία. Η προσευχή θα χάνεται ή θα μολύνεται μέσα σε μάταιες σκέψεις, ακάθαρτες φαντασιώσεις και ηδονικά αισθήματα. Η σάρκα μας προέρχεται από τη γη και, αν δεν την καλλιεργήσουμε όπως τη γη, ποτέ δεν θα φέρει καρπό καλό, τον καρπό της αλήθειας.
Αν πάλι καλλιεργεί κανείς τη γη με πολλή επιμέλεια αλλά την αφήνει άσπαρτη, τότε αυτή γεμίζει παράσιτα. Όμοια, αν το σώμα αδυνατίσει με τη νηστεία αλλά η ψυχή δεν καλλιεργηθεί με την προσευχή, τη μελέτη και την ταπεινοφροσύνη, τότε η νηστεία γεννά πολλά παράσιτα, πάθη ψυχικά, όπως της υψηλοφροσύνης, της φιλοδοξίας, της καταφρόνιας. Τι είναι το πάθος της πολυφαγίας και της μέθης; Η απώλεια του μέτρου στη φυσική ανάγκη της βρώσεως και της πόσεως, η λήψη, δηλαδή, τροφών πολύ περισσότερων, τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποικιλία, από τις απαραίτητες για τη συντήρηση της ζωής και των σωματικών δυνάμεων. Το πλεόνασμα αυτό ενεργεί αντίθετα στον φυσικό προορισμό της τροφής. Όχι μόνο δεν ωφελεί, αλλά και βλάπτει το σώμα, ελαττώνει τις σωματικές δυνάμεις και οδηγεί σε πρόωρο θάνατο.
Η ανάγκη της τροφής ικανοποιείται με τα απλά γεύματα, με την αποφυγή του κορεσμού, δηλαδή με τη διακριτική εγκράτεια, και με την αποφυγή της απολαύσεως, της ηδονής του λάρυγγα. Πρώτα-πρώτα, λοιπόν, πρέπει να βγάλουμε από τη ζωή μας τον κορεσμό και την απόλαυση. Με τον τρόπο αυτό θα χειραγωγήσουμε την επιθυμία μας για τροφή ώσπου να γίνει φυσιολογική, οπότε θα ικανοποιείται και με λιτά γεύματα. Η αχαλίνωτη επιθυμία ζητάει πάντα τον κορεσμό και την απόλαυση. Κι εμείς, για να την ικανοποιήσουμε, καταφεύγουμε στην βρώση και την πόση μεγάλης ποσότητας και ποικιλίας γευστικών τροφών και ποτών. Έτσι η επιθυμία ικανοποιείται, αλλά μόνο πρόσκαιρα. Σε λίγο γίνεται πιο σφοδρή, πιο απαιτητική. Και μεταβάλλεται σε αρρώστια, σε πάθος, που ακατάπαυστα ζητάει ικανοποίηση και που όσο κι αν ικανοποιείται, παραμένει ανικανοποίητο.
Αν έχουμε την πρόθεση ν᾿ αφιερώσουμε τον εαυτό μας στη διακονία του Θεού, ας θέσουμε τη νηστεία ως θεμέλιο της ασκήσεώς μας, και μάλιστα θεμέλιο σταθερό και ασάλευτο. Γιατί κανένα οικοδόμημα, όσο καλοχτισμένο, όσο γερό κι αν είναι αυτό καθ' εαυτό, δεν μπορεί να στηριχθεί σε θεμέλιο σαθρό. Ποτέ και με καμιά δικαιολογία, λοιπόν, ας μην επιτρέψουμε στον εαυτό μας την αθέτηση της νηστείας και της εγκράτειας με την πολυφαγία και, πολύ περισσότερο με τη μέθη. Οι Άγιοι Πατέρες συστήνουν τη μονοφαγία, δηλαδή τη λήψη τροφής μια φορά την ημέρα και όχι ως τον κορεσμό. Με τη μονοφαγία το σώμα ούτε αδυνατίζει λόγω πολυήμερης ασιτίας ούτε επιβαρύνεται με περισσές τροφές, αλλά διατηρείται ικανό για κάθε ψυχοσωτήρια δραστηριότητα.
Ο τρόπος αυτός διατροφής δεν έχει κάποια εντυπωσιακή ιδιαιτερότητα, κι έτσι στον άνθρωπο, που την ακολουθεί, δεν δίνεται αφορμή υπεροψίας, από την οποία κινδυνεύει ο καθένας μας, όταν ξεχωρίζει εντυπωσιακά σε κάποιαν αρετή. Όποιος, πάλι, είναι σωματικά αδύναμος ή ασχολείται με βαριές χειρονακτικές εργασίες, και γι᾿ αυτό δεν του φτάνει ένα γεύμα την ημέρα, πρέπει να τρώει δύο φορές. Η νηστεία έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για τη νηστεία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είτε μία φορά την ημέρα τρώμε είτε δύο, δεν πρέπει να φτάνουμε στον κορεσμό, γιατί αυτός μας αφαιρεί την ικανότητα για πνευματικές ασκήσεις και ανοίγει την πόρτα στα άλλα σωματικά πάθη. Η αδιάκριτη εγκράτεια, η παρατεταμένη δηλαδή ασιτία, δεν ενθαρρύνεται από τους Αγίους Πατέρες, επειδή, πρώτον, προξενεί σωματική εξασθένηση, δεύτερον, όπως ακριβώς και ο αντίθετός της κορεσμός, επιφέρει ανικανότητα για πνευματικές ασκήσεις, τρίτον, ευνοεί το πάθος της υπερηφάνειας και της οιήσεως και, τέταρτον, αναγκάζει συχνά τον άνθρωπο, από αδυναμία, να επιστρέψει στην πολυφαγία. Μεγάλη σημασία, εκτός από την ποσότητα, έχει και η ποιότητα της τροφής.
Ο απαγορευμένος καρπός του παραδείσου, μολονότι ήταν και ελκυστικός και εύγευστος, αποδείχθηκε καταστροφικός για την ανθρώπινη ψυχή, γιατί την έκανε να γνωρίσει το καλό και το κακό, κι έτσι να χάσει την αθωότητα, με την οποία είχε πλαστεί από τον Θεό. Μέχρι σήμερα η διατροφή εξακολουθεί να ασκεί καθοριστική επίδραση στην ψυχή, ιδιαίτερα μάλιστα η χρήση του κρασιού και όλων των αλκοολούχων ποτών. Τα ποτά αυτά επηρεάζουν ποικιλότροπα τις σωματικές λειτουργίες και τον εγκέφαλο, μέσω της κυκλοφορίας του αίματος, μειώνοντας ή και αφαιρώντας πρόσκαιρα τη διαύγεια του νου. Γι' αυτό κάθε ποτό που περιέχει οινόπνευμα, και ιδιαίτερα ρακί, πρέπει να το αποφεύγει ο ασκητής, που χρειάζεται να έχει το νού νηφάλιο και άγρυπνο, για να αναδεικνύεται πάντα νικητής στον πόλεμο των λογισμών. Ο νούς που νικιέται από τους λογισμούς, και μάλιστα τους αισχρούς, χάνει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα σε λίγες μόνο στιγμές, χάνει το πιο ανεκτίμητο θείο δώρο, που απέκτησε με πολλούς μακροχρόνιους κόπους.
Είπαν κάποτε στον αββά Ποιμένα πως ένας μοναχός δεν έπινε ποτέ κρασί. Και ο Όσιος αποκρίθηκε: «Το κρασί αποκλείεται για τους μοναχούς». Αυτόν τον κανόνα ακολουθούσαν οι Άγιοι Πατέρες, οι οποίοι, κι αν δεν μπορούσαν ν᾿ αποφύγουν εντελώς το κρασί, έπιναν σπάνια και με μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Τον ίδιο κανόνα πρέπει να ακολουθεί και κάθε ευσεβής χριστιανός που θέλει να διατηρήσει την αγνεία και τη σωφροσύνη του. Στο τραπέζι του ασκητή δεν έχουν θέση, επίσης, οι διεγερτικές τροφές, όπως είναι προπάντων το πιπέρι, η πιπερόριζα και τα άλλα μπαχαρικά, που ξεσηκώνουν τα σωματικά πάθη. Οι πιο ωφέλιμες τροφές είναι εκείνες που όρισε ο πάνσοφος Θεός για τον άνθρωπο αμέσως μετά την πλάση του, τροφές δηλαδή που προέρχονται από το φυτικό βασίλειο. Διαβάζουμε στη Γένεση: «Και είπε ο Θεός: “Να, όλα τα φυτά πάνω στη γη, που βγάζουν σπόρους, σας τα δίνω, καθώς και όλα τα δέντρα που έχουν καρπούς γεμάτους σπόρους. Αυτά θα είναι για τροφή σας”».
«Τη χρήση του κρέατος την επέτρεψε ο Κύριος μετά τον κατακλυσμό, όταν είπε στον Νώε και τα παιδιά του: «Κάθε τι που ζει και κινείται πάνω στη γη, μπορείτε να το τρώτε. Όλα αυτά σας τα δίνω, όπως σας έχω δώσει και τα χλωρά χόρτα». Οι φυτικές τροφές είναι οι πιο κατάλληλες για τους ασκητές, καθώς λιγότερο παχαίνουν το σώμα, λιγότερο θερμαίνουν το αίμα, λιγότερο βαραίνουν και καταπονούν το στομάχι και, προπαντός, δεν επηρεάζουν την καθαρότητα και τη διαύγεια του νου ο οποίος εξουσιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο. Με τις φυτικές τροφές τα πάθη ενεργούν πιο ήπια στο σώμα και την ψυχή, κι έτσι ο ασκητής επιδίδεται πιο εύκολα στον αγώνα της ευσεβίας. Απεναντίας, τα ψάρια, και προπάντων τα μεγάλα και λιπαρά της θάλασσας, όταν μάλιστα τρώγονται συχνά, παχαίνουν το σώμα, θερμαίνουν το αίμα, βαραίνουν το στομάχι και συσκοτίζουν τον νου. Τις ίδιες συνέπειες, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, έχει η βρώση των κρεάτων.
Γι᾿ αυτό και οι μοναχοί δεν τρώνε ποτέ κρέας. Αλλά ούτε και οι κοσμικοί, όσο έντονα κι αν κοπιάζουν σωματικά, πρέπει να τρώνε πολύ συχνά κρέας, επειδή βλάπτονται τόσο σωματικά όσο και ψυχικά για τους λόγους που αναφέραμε. «Μα πως!», θα αναφωνήσουν κάποιοι «έξυπνοι». «Ο Θεός μας επιτρέπει να τρώμε κρέας, κι εσύ μας αποτρέπεις;». Θα τους απαντήσω με τα λόγια του Αποστόλου: «Όλα επιτρέπονται αλλά δεν συμφέρουν όλα. Όλα επιτρέπονται, αλλά δεν οικοδομούν όλα». Αποφεύγουμε το κρέας όχι επειδή το θεωρούμε ακάθαρτο, μα επειδή δεν είναι υγιεινό, παχαίνει το σώμα και εμποδίζει την πνευματική μας πρόοδο. Η Αγία μας Εκκλησία, που διακριτικά οικονομεί όλα τα ζητήματα και σοφά θεσπίζει όλους τους κανόνες της για την επίγεια ζωή μας και την αιώνια σωτηρία μας, επιτρέπει στους κοσμικούς χριστιανούς να τρώνε κρέας, όχι όμως όλες τις ημέρες του χρόνου. Καθόρισε περιόδους κρεοφαγίας και περιόδους αποχής από το κρέας, τόσο για σωματική αποτοξίνωση όσο και για πνευματική άσκηση των πιστών.
Στους μοναχούς βέβαια, όπως είπα, απαγορεύεται εντελώς η χρήση του κρέατος, επιτρέπονται όμως τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά στις ημέρες και τις περιόδους κρεοφαγίας των κοσμικών. Σε καθορισμένες ημέρες και περιόδους, επίσης, επιτρέπονται στους μοναχούς και τα ψάρια. Τις περισσότερες ημέρες του χρόνου, ωστόσο, μπορούν να γεύονται μόνο φυτικές τροφές. Από τους αγωνιστές της ευσεβείας οι πιο ζηλωτές, ιδιαίτερα όσοι νιώθουν μέσα τους το Πνεύμα του Θεού, συντηρούνται σχεδόν αποκλειστικά με φυτικές τροφές και δεν πίνουν παρά μόνο νερό, αποφεύγοντας όχι μόνο τα οινοπνευματώδη αλλά και τα θρεπτικά ποτά, όπως είναι όλα όσα προέρχονται από το σιτάρι. Τους κανόνες της νηστείας τους θέσπισε η Εκκλησία για να βοηθήσει τα παιδιά της, για να χειραγωγήσει όλη τη χριστιανική κοινότητα στη σωτηρία. Γι᾿ αυτό δίνει στον καθένα τη δυνατότητα να ακολουθήσει, με την καθοδήγηση έμπειρου και διακριτικού πνευματικού πατέρα, αυστηρότερο ή ελαφρότερο πρόγραμμα νηστείας, ανάλογα με τη σωματική του δύναμη και αντοχή. Δεν πρέπει, βλέπετε, να νηστεύει κανείς υπέρμετρα και εξαντλητικά.
Το επαναλαμβάνουμε: Η νηστεία έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για τη νηστεία. Και τις τροφές μας τις έδωσε ο Θεός ακριβώς για να συντηρούμε το σώμα μας. Δεν έχουμε, λοιπόν, το δικαίωμα ν᾿ αφήνουμε αχρησιμοποίητα τα δώρα του Θεού, προξενώντας έτσι στο σώμα εξασθένηση, φθορά ή ακόμα και θάνατο. «Αν συγκρατήσεις την κοιλιά», λέει ο Μέγας Βασίλειος, «θα μπεις στον παράδεισο. Αν, όμως, δεν την συγκρατήσεις, θα γίνεις θύμα του θανάτου». Με τη λέξη «παράδεισος» πρέπει να εννοήσουμε εδώ την ευλογημένη κατάσταση της προσευχής και με τη λέξη «θάνατος» την ολέθρια κατάσταση της εμπάθειας.
Η ευλογημένη κατάσταση της προσευχής στο διάστημα της επίγειας ζωής του ανθρώπου, αποτελεί εχέγγυο της αιώνιας μακαριότητάς του στην ουράνια Εδέμ. Η υποταγή του στην αμαρτία, από το άλλο μέρος, και η κατάσταση της εμπάθειας, που είναι κατάσταση ψυχικού θανάτου, τον οδηγούν στα βάραθρα του άδη και στα αιώνια βάσανα. *Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, «Ασκητικές Εμπειρίες», Τόμ. Α'. έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου Μήλεσι Αττικής. *Εκ του ιστοτόπου «ekklisiaonline.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ: Η ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
Πνευματικά θησαυρίσματα από ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Πολλοί χριστιανοί, αγνοώντας τη μεγάλη ωφέλεια της νηστείας, την τηρούν με δυσφορία ή και την αθετούν. Και όμως, τη νηστεία πρέπει να τη δεχόμαστε με χαρά, όχι με βαρυγκώμια ή φόβο. Γιατί δεν είναι σε εμάς φοβερή, αλλά στους δαίμονες.
Φέρτε την μπροστά σε έναν δαιμονισμένο, και θα παγώσει από τον φόβο, θα μείνει ακίνητος σαν πέτρα, θα δεθεί με δεσμά αόρατα, όταν μάλιστα δει να τη συνοδεύει η αδελφή της και αχώριστη συντρόφισσά της, η προσευχή.
Γι’ αυτό και ο Χριστός είπε: «Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ(:αυτό όμως το είδος των δαιμόνων δεν βγαίνει από τον άνθρωπο που έχει καταληφθεί από αυτό, παρά μόνο με προσευχή που συνοδεύεται και με νηστεία, ώστε η προσευχή να γίνεται με διάνοια όσο δυνατόν ελαφρότερη και περισσότερο προσηλωμένη στο Θεό» [Ματθ.17,21].
Αφού, λοιπόν, η νηστεία διώχνει μακριά τους εχθρούς της σωτηρίας μας και είναι τόσο φοβερή στους δυνάστες της ζωής μας, πρέπει να την αγαπάμε και όχι να τη φοβόμαστε. Αν πρέπει κάτι να φοβόμαστε, αυτό είναι η πολυφαγία, προπαντός όταν συνδυάζεται με τη μέθη· γιατί αυτή μας δένει πισθάγκωνα και μας σκλαβώνει στα τυραννικά πάθη, ενώ η νηστεία, απεναντίας, μας απαλλάσσει από την τυραννία των παθών και μας χαρίζει την πνευματική ελευθερία. Όταν, λοιπόν και εναντίον των εχθρών μας πολεμάει και από τη δουλεία μάς λυτρώνει και στην ελευθερία μάς ξαναφέρνει, ποιαν άλλη απόδειξη της αγάπης της χρειαζόμαστε;
Δεν είναι μόνο οι μοναχοί που έχουν σε όλη τους την ισάγγελη ζωή σύντροφο τη νηστεία, μα και πολλοί κοσμικοί χριστιανοί, που με τα φτερά της έχουν ανέβει κι αυτοί σε ύψη ουράνιας φιλοσοφίας.
Σας θυμίζω πως οι δύο κορυφαίοι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας, μολονότι και από άλλες αρετές είχαν πολλή παρρησία στον Θεό, όποτε ήθελαν να μιλήσουν μαζί Του, στη νηστεία κατέφευγαν.
Αυτή τους οδηγούσε κοντά στον Κύριο. Μα και πολύ πιο πριν, στις αρχές της Δημιουργίας, όταν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, αμέσως τον παρέδωσε στα χέρια της νηστείας, αναθέτοντας σε αυτήν, σαν σε φιλόστοργη μητέρα και άριστη δασκάλα, να φροντίσει για τη σωτηρία του.
Γιατί το «ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ(:από τους καρπούς όλων των δέντρων του παραδείσου να τρώτε ελεύθερα, από τους καρπούς όμως του δέντρου της γνώσεως του καλού και του κακού να μη φάτε)»[Γέν.2,16-17],δεν ήταν παρά εντολή νηστείας. Κι αν στον παράδεισο ήταν αναγκαία η νηστεία, πολύ περισσότερο μετά έξω από τον παράδεισο. Αν πριν από το πλήγωμα ήταν φάρμακο χρήσιμο, πολύ περισσότερο μετά το πλήγωμα.
Αν πριν ανάψει ο πόλεμος των επιθυμιών και των δαιμόνων ήταν όπλο απαραίτητο, πολύ περισσότερο μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Αν είχε ακούσει αυτή τη φωνή ο Αδάμ, δε θα άκουγε την άλλη, που του είπε: «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ(:χώμα είναι το σώμα σου και στο χώμα θα καταλήξεις)»[Γέν.3,19]. Επειδή όμως δεν υπάκουσε, γι’ αυτό ακολούθησαν θάνατος και φροντίδες και πόνοι και λύπες και ζωή βαρύτερη από κάθε θάνατο.
Είδατε πως ο Θεός αγανακτεί, όταν η νηστεία περιφρονείται; Μάθετε τώρα και πώς ευφραίνεται, όταν αυτή τιμάται. Τον θάνατο επέβαλε όταν η νηστεία περιφρονήθηκε, τον θάνατο ανακάλεσε, όταν αυτή τιμήθηκε. Από ποιους; Από τους Νινευίτες.
«Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου (:και μίλησε ο Κύριος)», λέει η Αγία Γραφή, «πρὸς Ἰωνᾶν τὸν τοῦ Ἀμαθὶ λέγων· ἀνάστηθι καὶ πορεύθητι εἰς Νινευὴ τὴν πόλιν τὴν μεγάλην καὶ κήρυξον ἐν αὐτῇ, ὅτι ἀνέβη ἡ κραυγὴ τῆς κακίας αὐτῆς πρός με (:στον Ιωνά, τον γιο του Αμαθί, και του είπε: ‘’Σήκω και πήγαινε στη Νινευί, την πόλη τη μεγάλη’’)»[Ιων.1,1].
Ο Θεός τόνισε το μέγεθος της πάλης για να συγκινήσει τον προφήτη, επειδή γνώριζε τη μελλοντική φυγή του. Πάντως, μετά την παρακοή του και τη γνωστή περιπέτειά του με το θαλάσσιο κήτος που τον κατάπιε και μέσα στο οποίο παρέμεινε ζωντανός για τρεις μέρες (βλ. Ιων.1,3 έως 2,11), ο Ιωνάς πήγε επιτέλους στη Νινευί και έφερε στους κατοίκους της το θεϊκό μήνυμα της καταστροφής τους: «ἔτι τρεῖς ἡμέραι καὶ Νινευὴ καταστραφήσεται(: ακόμα τρεις μέρες και η Νινευί θα καταστραφεί)»[Ιων. 3,4].
Σαν το άκουσαν εκείνοι, δεν έδειξαν δυσπιστία ή αδιαφορία. Γρήγορα κατέφυγαν στη νηστεία όλοι, άνδρες, γυναίκες, κύριοι, δούλοι, άρχοντες, λαός, παιδιά, γέροι. Νηστεία επέβαλαν ακόμα και στα δίχως νοημοσύνη ζώα. Και μαζί με τη νηστεία, παντού πένθιμα ρούχα, παντού κλάμα, παντού προσευχή, παντού μετάνοια. Βλέπετε γιατί είπα πριν ότι την πολυφαγία και τη μέθη πρέπει να φοβόμαστε, όχι τη νηστεία; Γιατί η μέθη και η πολυφαγία παραλίγο να καταστρέψουν την πόλη, ενώ η νηστεία την έσωσε από την καταστροφή.
Ο προφήτης Δανιήλ, επίσης, μπήκε στο λάκκο των λιονταριών μαζί με τη νηστεία, και γι΄αυτό βγήκε σώος, σαν να είχε ριχτεί σε μαντρί προβάτων(Δαν. 6,16-23). Μα και οι Τρεις Παίδες με τη νηστεία μπήκαν στο καμίνι, γι’ αυτό βγήκαν από εκεί με τα σώματά τους ακέραια και πιο λαμπρά(Δαν. 3,19-27). Αν η φωτιά εκείνη ήταν αληθινή, πώς δεν έκανε ό,τι κάνει η φωτιά;
Αν τα σώματα εκείνα ήταν αληθινά, πώς δεν έπαθαν ό,τι παθαίνουν τα σώματα; Πώς; Ρώτησε τη νηστεία. Αυτή θα σου δώσει την απάντηση. Αυτή θα σου λύσει το αίνιγμα. Γιατί, πραγματικά, αίνιγμα ήταν το να παλεύουν σώματα με τη φωτιά και να νικούν τα σώματα. Βλέπεις παράδοξη πάλη; Βλέπεις ακόμα πιο παράδοξη νίκη; Θαύμασε τη νηστεία και δέξου την με ανοιχτή την αγκαλιά. Γιατί όταν και από τη φωτιά σώζει και από τα λιοντάρια φυλάει και τους δαίμονες απομακρύνει και θεϊκή απόφαση ακυρώνει και τη μανία των παθών καταστέλλει και στην ελευθερία μας ξαναφέρνει και τους λογισμούς μας γαληνεύει, όταν τόσα αγαθά έχει στα χέρια της, δεν είναι τρέλα να την αποφεύγουμε και να τη φοβόμαστε;
«Τη φοβόμαστε», θα πεις, «γιατί φθείρει και εξασθενίζει το σώμα». Θα μπορούσα να σου απαντήσω, ότι όσο ο εξωτερικός άνθρωπος, δηλαδή το σώμα, φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός, δηλαδή η ψυχή, μέρα με την μέρα ανανεώνεται[πρβλ. Β΄Κορ.4,16: «Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ᾿ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ(:κι επειδή γνωρίζουμε ότι όλα τα δυσάρεστα που μας συμβαίνουν καταλήγουν στην ευχαριστία και στη δόξα του Θεού, γι’αυτό δεν χάνουμε το θάρρος μας, αλλά κι αν ο εξωτερικός μας άνθρωπος, δηλαδή το σώμα μας, φθείρεται από τις θλίψεις και τους κινδύνους αυτούς, ο εσωτερικός μας όμως άνθρωπος, δηλαδή η ψυχή μας, γίνεται νεότερη μέρα με τη μέρα)»].
Από το άλλο μέρος, όμως, αν θελήσεις να εξετάσεις καλά το πράγμα, θα διαπιστώσεις πως η νηστεία περιφρουρεί και τη σωματική υγεία. Κι αν δεν πιστεύεις στα λόγια μου, ρώτησε τους γιατρούς, και καλύτερα θα σου τα πουν αυτοί, που ονομάζουν την ολιγοφαγία «μητέρα της υγείας», ενώ, απεναντίας, λένε πως από την πολυφαγία προέρχονται πάρα πολλές αρρώστιες, οι οποίες, σαν αυλάκια νερού που πηγάζουν από μολυσμένη πηγή, καταστρέφουν το σώμα.
Ας μη φοβόμαστε, λοιπόν, τη νηστεία, που από τόσα κακά μας απαλλάσσει. Αυτό δεν το λέω χωρίς λόγο. Βλέπω πολλούς ανθρώπους να ρίχνονται ασυγκράτητοι στο φαγητό και το πιοτό τόσο πριν, όσο και μετά τη νηστεία, καταστρέφοντας την ωφέλειά της. Έτσι, δηλαδή, γίνεται στην ψυχή μας ό,τι και σε ένα άρρωστο σώμα, που, μόλις αρχίσει να συνέρχεται και κάνει να σηκωθεί από το κρεβάτι, του δίνει κάποιος μια δυνατή κλωτσιά και το ρίχνει κάτω χειρότερα. Κάτι τέτοιο, λοιπόν, γίνεται και στην ψυχή μας, όταν πριν ή μετά τη νηστεία επισκιάσουμε τη νηφαλιότητα, που χαρίζει αυτή, με τον σκοτισμό, που φέρνει η κραιπάλη.
Αλλά και όταν νηστεύουμε, δεν φτάνει η αποχή από ορισμένες τροφές, για να ωφεληθούμε ψυχικά. Υπάρχει κίνδυνος, τηρώντας τις νηστείες της Εκκλησίας, να μην κερδίσουμε τίποτα. Πώς; Όταν μένουμε μακριά από τα φαγητά, δεν μένουμε όμως μακριά από την αμαρτία· όταν δεν τρώμε κρέατα, τρώμε όμως το βιος των φτωχών· όταν δεν μεθάμε με κρασί, μεθάμε όμως από την πονηρή επιθυμία· όταν περνάμε τη μέρα νηστικοί, βλέποντας όμως αισχρά θεάματα. Έτσι η νηστεία μας είναι ανώφελη. Γι’ αυτό ας τη συνδυάσουμε με τον πόλεμο εναντίον των παθών, με την εγκράτεια από κάθε αμάρτημα, με την προσευχή και τον πνευματικό αγώνα. Έτσι μόνο θα έχει καρπούς και θα είναι μια θυσία ευάρεστη στον Θεό.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Θέματα ζωής(από τις ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου), τόμος Β΄, θέμα: Μίσος και έχθρα, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2010, σελ. 200-204.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 23.2.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΑΡΕΣΤΟ ΤΡΟΠΟ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
[Υπομνηματισμός στα εδάφια: Ματθ.6,16-18]
«῞Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν (:και όταν νηστεύετε, μη γίνεστε σκυθρωποί και περίλυποι σαν τους υποκριτές·διότι αυτοί αλλοιώνουν τα πρόσωπά τους και παίρνουν την όψη και την έκφραση ανθρώπου καταβεβλημένου από τις στερήσεις, για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν· Αληθινά σας λέω ότι πήραν ολοκληρωτικά την αμοιβή τους από τους επαίνους των ανθρώπων)»[Ματθ.6,16].
Αρμόζει να στενάξουμε εδώ πολύ και να θρηνήσουμε πικρά. Δεν μιμούμαστε μόνο τους υποκριτές αλλά και τους έχουμε ξεπεράσει· διότι γνωρίζω, γνωρίζω πολλούς που όχι μόνο νηστεύουν και κάνουν επίδειξη, αλλά και πολλούς άλλους που δεν νηστεύουν και λαμβάνουν εντούτοις το ύφος ανθρώπων που νηστεύουν και κάνουν έτσι απολογία χειρότερη από την αμαρτία.
«Για να μη σκανδαλίσω», λέγει, «τους πολλούς, το κάνω αυτό». Μα τι είναι αυτό που λες; Είναι ο νόμος του Θεού που τα ορίζει αυτά και θυμήθηκες το σκάνδαλο; Και νομίζεις ότι σκανδαλίζεις, όταν τον τηρείς και αποσοβείς το σκάνδαλο, όταν τον παραβαίνεις; Μπορεί να υπάρξει χειρότερη ανοησία από αυτήν; Δεν θα σταματήσεις να γίνεσαι χειρότερος και από τους υποκριτές και να διπλασιάζεις την υποκρισία κατανοώντας τη μεγάλη υπερβολή της κακίας αυτής, δεν θα ντραπείς την έμφαση της διατυπώσεως;
Δεν είπε μόνο ότι υποκρίνονται, αλλά επειδή ήθελε να τους θίξει περισσότερο, λέγει: «ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν(:διότι αυτοί αλλοιώνουν τα πρόσωπά τους)», τα χαλούν δηλαδή, τα καταστρέφουν. Και αν τούτο λέγεται αφανισμός του προσώπου, το να φαίνεται ωχρό για λόγους κενοδοξίας, τι θα μπορούσαμε να πούμε για τις γυναίκες εκείνες που παραμορφώνουν με σκόνες και βαφές τα πρόσωπά τους προς καταστροφή των ακόλαστων νέων; Διότι εκείνοι τον εαυτό τους μόνο βλάπτουν, ενώ αυτές και τον εαυτό τους και όσους τις βλέπουν. Πρέπει και τη μία και την άλλη βλάβη να αποφεύγουμε με όλη τη δύναμή μας.
«Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ (:εσύ όμως όταν νηστεύεις, άλειψε το κεφάλι σου και νίψε το πρόσωπό σου, ώστε να φαίνεσαι χαρούμενος, και να μη φανείς στους ανθρώπους ότι νηστεύεις· αλλά η νηστεία σου να φανεί μόνο στον Πατέρα σου, που είναι βέβαια αόρατος, αλλά βρίσκεται παρών και στα πιο απόκρυφα μέρη)»[Ματθ.6,17-18].
Μας έχει δώσει εντολή όχι μόνο να μην επιδεικνυόμαστε, αλλά και να προσπαθούμε να παραμένουμε απαρατήρητοι, πράγμα που έκαμε και προηγουμένως. Και στη μεν περίπτωση της ελεημοσύνης δεν το έθεσε απλά, αλλά όταν είπε: «Προσέχετε τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων (:προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στους ανθρώπους)», πρόσθεσε: «πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς (:για να σας δουν και να σας θαυμάσουν)»[Ματθ.6,1].
Στην περίπτωση όμως της νηστείας και της προσευχής δεν όρισε τίποτα τέτοιο. Γιατί τάχα; Επειδή η ελεημοσύνη είναι αδύνατον να κρυφτεί ολότελα, είναι όμως δυνατόν να κρυφτεί η προσευχή και η νηστεία.
Όπως λοιπόν όταν είπε: «σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου(:εσύ όμως όταν κάνεις ελεημοσύνη, ας μη μάθει το αριστερό σου χέρι τι κάνει το δεξί σου)»[Ματθ.6,3], δεν εννοούσε τα χέρια, αλλά ότι πρέπει με προσοχή να περνάς απαρατήρητος από όλους.
Και όταν συμβούλευσε να αποσυρόμαστε για προσευχή στο ιδιαίτερο δωμάτιό μας, δεν όρισε αποκλειστικά ή κυρίως εκεί μόνο να προσευχόμαστε, αλλά υπονοούσε πάλι το ίδιο[βλ.Ματθ.6,6: «σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ(:εσύ όμως, αντίθετα, όταν πρόκειται να προσευχηθείς, μπες μέσα στο ιδιαίτερο δωμάτιό σου, κι αφού κλείσεις την πόρτα σου, κάνε την προσευχή σου στον Πατέρα σου που είναι αόρατος και κρυμμένος)»].
Έτσι και εδώ, η εντολή Του να αλειφόμαστε για να μην καταλάβουν οι άλλοι ότι νηστεύουμε, δεν έχει το νόημα να αλειφόμαστε οπωσδήποτε· διότι τότε θα βρεθούμε όλοι ότι παραβαίνουμε αυτόν τον νόμο και περισσότερο από όλους αυτοί που έκαναν κύριο έργο τους τη φύλαξή του, οι κοινότητες των μοναχών που κατέφυγαν ως ασκητές στα βουνά.
Δεν όρισε λοιπόν αυτό. Αλλά επειδή οι παλαιοί συνήθιζαν να αλείφονται σε κάθε ευχάριστο και χαρούμενο γεγονός- και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς και στην εποχή του Δαβίδ και του Δανιήλ- είπε να αλειφόμαστε και εμείς, όχι για να το κάνουμε αυτό οπωσδήποτε, αλλά να φροντίζουμε με κάθε τρόπο και πολλή προσοχή να κρύπτουμε το πράγμα αυτό.
Και για να μάθεις ότι έτσι είναι όταν Εκείνος παρουσίασε στην πράξη αυτό που όρισε με τον λόγο, και νήστεψε για σαράντα μέρες, παραμένοντας απαρατήρητος ούτε αλείφτηκε ούτε πλύθηκε. Ωστόσο και χωρίς να τα κάνει αυτά έφερε εις τέλος την άσκησή Του περισσότερο ακενόδοξα από κάθε άλλον.
Αυτό ακριβώς ορίζει και σε μας και με το να φέρει τους υποκριτές στη μέση και με το να αποτρέψει με διπλό παράγγελμα τους ακροατές Του. Και κάτι άλλο μας αφήνει να εννοήσουμε με το όνομα «υποκριτές». Όχι δηλαδή μόνο με το ότι το πράγμα είναι καταγέλαστο και προκαλεί ζημία εξαιρετική, αλλά και με το να παρουσιάσει ως εφήμερη την απάτη αυτήν, μας εμποδίζει από την πονηρή επιθυμία· διότι ο υποκριτής έως τότε φαίνεται λαμπρός, έως ότου τον παρακολουθούν οι θεατές· μάλλον ούτε και τότε δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη επειδή γνωρίζουν οι περισσότεροι ποιος είναι και ποιον υποκρίνεται.
Όταν όμως τελειώσει η παράσταση, φανερώνεται σε όλους ξεκάθαρα. Αυτό λοιπόν είναι απόλυτη ανάγκη να το υπομείνουν οι κενόδοξοι. Και είναι εδώ φανερό στους περισσότερους ότι αυτοί δεν είναι ό,τι φαίνονται αλλά φορούν ένα προσωπείο μόνο. Θα συλληφθούν πολύ περισσότερο μετά τη ζωή αυτήν, οπότε παρουσιάζονται όλα γυμνά και ξεσκέπαστα.
Και με άλλον τρόπο πάλι τους απομακρύνει από τους υποκριτές, παρουσιάζοντας την εντολή Του ότι είναι ελαφρά. Δεν κάνει αυστηρότερη τη νηστεία, ούτε διατάζει να την παρουσιάσουμε μεγαλύτερη, αλλά να μη χάσουμε τον στέφανο από αυτήν. Ώστε αυτό που φαίνεται βαρύ είναι κοινό και για εμάς και για τους υποκριτές, επειδή νηστεύουν και αυτοί. Εκείνο όμως που είναι ελαφρύτερο, το να μη χάσουμε τον μισθό επειδή κουραστήκαμε, «αυτό είναι», μας λέγει, «που ορίζω». Δεν προσθέτει τίποτε στον κόπο μας, εξασφαλίζει όμως για χάρη μας τους μισθούς μας και δεν αφήνει να φύγουμε αστεφάνωτοι όπως εκείνοι: «καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ(:και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά, θα σου αποδώσει την αμοιβή σου στα φανερά)»[Ματθ.6,18].
Ούτε θέλουν να μιμηθούν αυτούς που αγωνίζονται στους Ολυμπιακούς αγώνες, οι οποίοι παρόλο που τους παρακολουθεί τόσο πλήθος και τόσοι άρχοντες, ένα μόνο επιδιώκουν να ικανοποιήσουν, αυτόν που θα βραβεύσει τη νίκη τους, και ας είναι πολύ κατώτερος. Και εσύ που έχεις διπλή αιτία να παρουσιάσεις σε εκείνον την νίκη σου, διότι και ο βραβευτής είναι αυτός και ασύγκριτα υπερέχει από όλους όσοι κάθονται στο θέατρο, κάνεις επίδειξη της αρετής σου σε άλλους που όχι μόνο δεν σε ωφελούν, αλλά και σου προξενούν υπερβολική ζημία.
«Αλλά», λέγει, «και τούτο δεν σου το αποκλείω. Αν θέλεις να επιδειχτείς και στους ανθρώπους, περίμενε, και Εγώ θα σου το παραχωρήσω και τούτο πιο απλόχερα και με περισσότερο κέρδος. Σε αποσπά τώρα αυτό από τη δόξα μου, όπως σε συνδέει η περιφρόνησή τους. Τότε θα τα απολαύσεις όλα με κάθε ελευθερία.
Αλλά και πριν από αυτά δεν θα είναι μικρή η ωφέλειά σου και εδώ να καταπατήσεις όλη τη δόξα των ανθρώπων, να ελευθερωθείς από τη βαριά ανθρώπινη δουλεία και να γίνεις γνήσιος εργάτης της αρετής. Επειδή με τέτοιου είδους αντιλήψεις, αν βρεθείς στην έρημο, θα γίνεις έρημος από κάθε αρετή, αφού δεν θα έχεις θεατές».
Αυτό όμως το κάνει ένας που υβρίζει την ίδια την αρετή, αν όχι γι' αυτήν, αλλά πρόκειται να την ασκήσεις για τον σχοινοπλέχτη και τον σιδηρουργό και το πλήθος των ανθρώπων της αγοράς, για να σε θαυμάσουν οι κακοί και οι απομακρυσμένοι από αυτήν. Και καλείς τους εχθρούς της να σε δουν και να σε θαυμάσουν.
Είναι το ίδιο να προτιμά κανείς τη σωφροσύνη όχι για την αξία της σωφροσύνης, αλλά για να την επιδείξει σε όσους ζουν με εταίρες. Και εσύ λοιπόν δεν θα προτιμούσες την αρετή, παρά μόνο για τους εχθρούς της. Αξίζει και από αυτό να τη θαυμάσει κανείς, επειδή την επαινούν και οι εχθροί της. Πρέπει όμως να τη θαυμάζουμε όχι για τους άλλους, αλλά γι' αυτήν την ίδια. Επειδή και εμείς θεωρούμε προσβολή να μη μας αγαπούν για τον εαυτό μας, αλλά χάρη στους άλλους.
Να σκέπτεσαι το ίδιο και για την αρετή. Μην την επιδιώκεις προς χάριν των άλλων, μήτε να υπακούς στον Θεό για χάρη των ανθρώπων, αλλά στους ανθρώπους για χάρη του Θεού. Αν κάνεις το αντίθετο, ακόμη και αν νομίζεις ότι επιδιώκεις την αρετή, Τον ερεθίζεις όμοια με εκείνον που δεν την επιδιώκει· διότι όπως εκείνος παράκουσε με το να μην πράξει, έτσι και εσύ με το να πράξεις παράνομα.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf(σελ.481-486).
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Κ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 699- 705.http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 23.2.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023
«…ΕΙ ΜΗ ΕΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ»
Δεν μπορεί να υπάρξει Σαρακοστή χωρίς νηστεία. Όμως φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι σήμερα ή δεν παίρνουν τη νηστεία στα σοβαρά ή, αν την παίρνουν, παρεξηγούν τον πραγματικό πνευματικό σκοπό της. Για μερικούς νηστεία σημαίνει ένα συμβολικό «σταμάτημα» σε κάτι, για μερικούς άλλους νηστεία είναι μια προσεκτική τήρηση των νηστευτικών κανόνων.
Για μερικούς νηστεία σημαίνει ένα συμβολικό «σταμάτημα» σε κάτι, για μερικούς άλλους νηστεία είναι μια προσεκτική τήρηση των νηστευτικών κανόνων. Αλλά και στις δυο περιπτώσεις σπάνια η νηστεία συνδέεται με την όλη προσπάθεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Θα πρέπει πρώτα πρώτα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη νηστεία και ύστερα να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: Πώς μπορούμε εμείς να εφαρμόσουμε αυτή τη διδασκαλία στη ζωή μας;
Η νηστεία ή η αποχή από τις τροφές δεν είναι αποκλειστικά μια χριστιανική συνήθεια. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα και σε άλλες θρησκείες ή και πέρα από τις θρησκείες, όπως λόγου χάρη, σε μερικές ειδικές θεραπείες κλπ. Σήμερα οι άνθρωποι νηστεύουν (απέχουν από το φαγητό) για πάρα πολλές αιτίες ακόμα και για πολιτικούς, μερικές φορές λόγους. Είναι πολύ βασικό λοιπόν να ξεχωρίσουμε το μοναδικό περιεχόμενο στη χριστιανική νηστεία.
Αυτό μιας αποκαλύπτεται πρώτα απ’ όλα στην αλληλοεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα σε δυο γεγονότα που βρίσκονται στην Αγία Γραφή: το ένα στην αρχή της Παλαιάς Διαθήκης. Το πρώτο γεγονός είναι το «σταμάτημα της νηστείας» από τον Αδάμ στον Παράδεισο. Έφαγε, ο Αδάμ, από τον απαγορευμένο καρπό. Έτσι μάς παρουσιάζεται η πρώτη αμαρτία του ανθρώπου.
Ο Χριστός, ο Νέος Αδάμ – και αυτό είναι το δεύτερο γεγονός – αρχίζει με νηστεία. Ο Αδάμ πειράσθηκε και υπόκυψε στον πειρασμό. Ο Χριστός πειράσθηκε και νίκησε τον πειρασμό. Η συνέπεια της αποτυχίας του Αδάμ είναι η έξωσή του από τον Παράδεισο και ο θάνατος. Ο καρπός της νίκης του Χριστού είναι η συντριβή του θανάτου και η δική μας επιστροφή στον Παράδεισο.[…]
Ο Χριστός είναι ο Νέος Αδάμ. Έρχεται να επανορθώσει την καταστροφή που επέβαλε στη ζωή ο Αδάμ, να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην αληθινή ζωή. Και ο Χριστός επίσης αρχίζει με νηστεία: «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα, ύστερον επείνασε» (Ματθ.4,2).
Η πείνα είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία αναγνωρίζουμε την εξάρτησή μας από κάτι άλλο – τη στιγμή που νιώθουμε κατεπείγουσα και απαραίτητη ανάγκη για τροφή καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουμε τη ζωή μέσα μας. Είναι αυτό το όριο πέρα από το οποίο ή πεθαίνω από ασιτία ή αφού ικανοποιήσω το σώμα μου έχω ξανά το αίσθημα της ζωής μέσα μου.
Αυτή ακριβώς, με άλλα λόγια, είναι η στιγμή που αντιμετωπίζουμε την τελική ερώτηση: Από τι λοιπόν εξαρτάται η ζωή μου; Και εφ’ όσον η ερώτηση δεν είναι απλά μια ακαδημαϊκή ερώτηση, αλλά τη νιώθω μ’ ολόκληρο το σώμα μου, είναι επίσης και στιγμή πειρασμού. Ο Διάβολος ήρθε στον Αδάμ μέσα στον Παράδεισο, ήρθε επίσης και στο Χριστό μέσα στην έρημο.
Πλησίασε δηλαδή δυο πεινασμένους ανθρώπους και τους είπε: Χορτάστε την πείνα σας, γιατί αυτή είναι η απόδειξη ότι εξαρτάστε ολοκληρωτικά από την τροφή, ότι η ζωή σας βρίσκεται στην τροφή. Και ο μεν Αδάμ πίστεψε και έφαγε, ο Χριστός όμως αρνήθηκε τον πειρασμό και είπε: ο άνθρωπος «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται».
Αρνήθηκε να δεχτεί αυτό το ψέμα που ο διάβολος επιβάλλει στον κόσμο, το κάνει δε ολοφάνερη αλήθεια χωρίς καμιά επιπλέον συζήτηση, το κάνει θεμέλιο για όλες τις απόψεις μας, τις επιστήμες, την ιατρική, πιθανόν και για τη θρησκεία. Κάνοντας αυτό ο Χριστός αποκατέστησε τη σχέση ανάμεσα στην τροφή, τη ζωή και το Θεό, σχέση την οποία είχε σπάσει ο Αδάμ και που εμείς εξακολουθούμε να τη σπάζουμε κάθε μέρα.
Τι είναι, λοιπόν, νηστεία για μάς τους χριστιανούς; Είναι η είσοδός μας και η συμμετοχή μας σε κείνη την εμπειρία του Χριστού με την οποία μάς ελευθερώνει από την ολοκληρωτική εξάρτηση από την τροφή, την ύλη και τον κόσμο. Με κανένα τρόπο η δική μας ελευθερία δεν είναι πλήρης. Με το να ζούμε ακόμα στο μεταπτωτικό κόσμο, στον κόσμο του παλιού Αδάμ, με το να είμαστε μέρος του, εξακολουθούμε να εξαρτόμαστε από την τροφή.
Αλλά όπως ακριβώς ο θάνατός μας – από τον οποίο είναι ανάγκη οπωσδήποτε να περάσουμε – έγινε χάρη στο θάνατο του Χριστού μια διάβαση προς τη ζωή, έτσι και η τροφή που τρώμε και η ζωή που μας δίνει μπορεί να γίνει ζωή «εν τω Θεώ» και για το Θεό. Αλλά ακόμα και ο «επιούσιος άρτος» που παίρνουμε από το Θεό μπορεί να είναι σ’ αυτή τη ζωή μας και σ’ αυτόν τον κόσμο, εκείνο που μάς δίνει δύναμη, να είναι η επικοινωνία μας με το Θεό μάλλον παρά εκείνο που μάς χωρίζει απ’ Αυτόν.
Παρ’ όλα αυτά όμως μόνο η νηστεία είναι εκείνη που μπορεί να πραγματοποιήσει μια τέτοια μεταστροφή, μπορεί να μάς δώσει την υπαρξιακή βεβαίωση ότι η εξάρτησή μας από την τροφή και την ύλη δεν είναι ολοκληρωτική και τέλεια ότι ενωμένη με την προσευχή, τη χάρη και τη λατρεία μπορεί να γίνει πνευματική.
Όλα αυτά σημαίνουν, αν το νιώσουμε βαθιά, ότι η νηστεία είναι το μόνο μέσο με το οποίο ο άνθρωπος επανορθώνει την αληθινή πνευματική του φύση. Δεν είναι μια θεωρητική αλλά μια αληθινά πρακτική πρόκληση για τον «πατέρα του ψεύδους» που καταφέρνει να μάς πείσει ότι εξαρτιόμαστε μόνο από το ψωμί και να οικοδομήσει όλη την ανθρώπινη γνώση, την επιστήμη και όλη την ύπαρξη πάνω σ’ αυτό το ψέμα.
Η νηστεία είναι ένα ξεσκέπασμα αυτής της απάτης και ταυτόχρονα μια απόδειξη ότι υπάρχει αυτό το ψέμα. Έχει ύψιστη σημασία το ότι ο Χριστός, ενώ νήστευε συνάντησε το Σατανά και το ότι αργότερα είπε ότι ο Σατανάς δεν αντιμετωπίζεται «ει μη εν νηστεία και προσευχή». Η νηστεία είναι ο πραγματικός αγώνας κατά του Διαβόλου γιατί είναι η πρόκληση στο νόμο που τον κάνει «άρχοντα του κόσμου τούτου».
Και όμως αν κάποιος πεινασμένος ανακαλύψει ότι μπορεί πραγματικά να γίνει ανεξάρτητος απ’ αυτή την πείνα, ότι δεν θα καταστραφεί απ’ αυτή αλλά ακριβώς το αντίθετο ότι μπορεί να τη μετατρέψει σε πηγή πνευματικής δύναμης και νίκης, τότε τίποτε δεν απομένει απ’ αυτό το μεγάλο ψέμα στο οποίο ζούσαμε μετά από τον Αδάμ.
Πόσο άραγε ξεφύγαμε από την συνηθισμένη αντίληψη της νηστείας –ότι νηστεία δεν είναι παρά η αλλαγή φαγητών, ή το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται -, απ’ όλη την επιφανειακή υποκρισία; Τελικά νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω. Να φτάνω δηλαδή στα όρια εκείνης της ανθρώπινης κατάστασης οπότε φαίνεται καθαρά η εξάρτηση από την τροφή και, καθώς είμαι πεινασμένος ν’ ανακαλύπτω ότι αυτή η πείνα είναι πρώτα απ’ όλα μια πνευματική κατάσταση και που αυτή, στην πραγματικότητα, είναι πείνα για το Θεό.
Στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας, νηστεία πάντοτε σημαίνει τέλεια αποχή από την τροφή, κατάσταση πείνας, ώθηση του σώματος στα άκρα. Εδώ –όμως ανακαλύπτουμε ακόμα ότι η νηστεία σαν μια σωματική προσπάθεια δεν έχει κανένα νόημα χωρίς το πνευματικό συμπλήρωμά της «…εν νηστεία και προσευχή». Αυτό σημαίνει ότι χωρίς την αντίστοιχη πνευματική προσπάθεια, χωρίς να τρεφόμαστε με τη Θεία Πραγματικότητα, χωρίς ν’ ανακαλύψουμε την ολοκληρωτική μας εξάρτηση από το Θεό και μόνο απ’ Αυτόν, η σωματική νηστεία θα καταντήσει μια πραγματική αυτοκτονία. Αν ο ίδιος ο Χριστός πειράστηκε ενώ νήστευε, εμείς δεν έχουμε την παραμικρή πιθανότητα ν’ αποφύγουμε έναν τέτοιο πειρασμό.
Η σωματική νηστεία είναι απαραίτητη μεν αλλά χάνει κάθε νόημα και γίνεται αληθινά επικίνδυνη αν ξεκοπεί από την πνευματική προσπάθεια – από την προσευχή και την αυτοσυγκέντρωση. Η νηστεία είναι μια τέχνη που την κατέχουν απόλυτα οι άγιοι. Θα ήταν αλαζονικό και επικίνδυνο για μάς αν δοκιμάζαμε αυτή την τέχνη χωρίς διάκριση και προσοχή. Η λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής μάς υπενθυμίζει συνέχεια τις δυσκολίες, τα εμπόδια και τους πειρασμούς που περιμένουν όσους νομίζουν ότι μπορούν να στηριχτούν στη δύναμη της θέλησής τους και όχι στο Θεό.
Για το λόγο αυτό εκείνο που πρώτα απ’ όλα χρειαζόμαστε είναι μια πνευματική προετοιμασία για την προσπάθεια της νηστείας. Και αυτή είναι να ζητήσουμε από το Θεό βοήθεια επίσης να κάνουμε τη νηστεία μας θεο- κεντρική. Να νηστεύουμε εν ονόματι του Θεού. Πρέπει να ξανανιώσουμε ότι το σώμα μας είναι ναός της Παρουσίας του. Είναι ανάγκη να ξαναβρούμε ένα θρησκευτικό σεβασμό για το σώμα, την τροφή, για το σωστό ρυθμό της ζωής. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν πριν αρχίσει η νηστεία, ώστε όταν αρχίσουμε να νηστεύουμε να είμαστε εφοδιασμένοι με πνευματικό οπλισμό, με το όραμα και το πνεύμα της μάχης και της νίκης.
Κατόπιν έρχεται η ίδια η νηστεία. Σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω η νηστεία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε δύο επίπεδα: πρώτα σαν ασκητική νηστεία και δεύτερον σαν γενική νηστεία. Η ασκητική νηστεία περιλαμβάνει μια δραστική μείωση της τροφής έτσι ώστε η συνεχής κατάσταση πείνας να μπορεί να βιωθεί σαν υπενθύμιση του Θεού και σαν διαρκής προσπάθεια συγκέντρωσης του νου μας στο Θεό. Όποιος το έχει δοκιμάσει αυτό –έστω και για λίγο- ξέρει ότι η ασκητική νηστεία αντί να μάς αδυνατίζει, μάς ξαλαφρώνει, μάς ευκολύνει στην αυτοσυγκέντρωση, μάς κάνει νηφάλιους, χαρούμενους και καθαρούς. Αυτός που νηστεύει έτσι, παίρνει την τροφή σαν αληθινό δώρο του Θεού. Είναι συνέχεια στραμμένος προς τον εσωτερικό κόσμο ο οποίος, ανεξήγητα, γίνεται ένα είδος τροφής.[…]
Όσο για την γενική νηστεία είναι ανάγκη αυτή να περιορίζεται σε διάρκεια και να συνδυάζεται με τη Θεία Ευχαριστία. Με τις παρούσες συνθήκες ζωής η καλύτερη μορφή αυτής της νηστείας είναι η μέρα πριν από τη βραδινή Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Είτε νηστεύουμε αυτή τη μέρα από νωρίς το πρωί είτε αργότερα, το βασικό σημείο είναι να ζούμε όλη τη μέρα σαν μια μέρα προσδοκίας, ελπίδας, μια μέρα πείνας για τον ίδιο το Θεό. Δηλαδή να αυτοσυγκεντρωθούμε και να σκεφτούμε αυτό που πρόκειται να έρθει, το δώρο που θα πάρουμε και που για χάρη του απαρνούμαστε όλα τ’ άλλα δώρα.
Ύστερα απ’ όσα είπαμε, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι όσο περιορισμένη και αν είναι η νηστεία μας – εφ’ όσον είναι αληθινή νηστεία – θα μας οδηγήσει στον πειρασμό, στην αδυναμία, στην αμφιβολία και στον ερεθισμό. Μ’ άλλα λόγια δηλαδή θα είναι μια πραγματική μάχη και πιθανόν ν’ αποτύχουμε πολλές φορές. Αλλά αν ανακαλύψουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι μάχη και προσπάθεια, τότε βρήκαμε το βασικό στοιχείο της νηστείας. Μια πίστη που δεν έχει ξεπεράσει τις αμφιβολίες και τον πειρασμό σπάνια μπορεί να θεωρηθεί αληθινή πίστη.
Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμιά πρόοδος στη χριστιανική ζωή χωρίς την πικρή εμπειρία της αποτυχίας. Πάρα πολλοί άνθρωποι αρχίζουν να νηστεύουν με ενθουσιασμό και σταματούν μετά την πρώτη αποτυχία. Θα μπορούσα να πω ότι ακριβώς σ’ αυτή την πρώτη αποτυχία έρχεται η πραγματική δοκιμή. Αν μετά την αποτυχία και την συνθηκολόγηση με τις ορέξεις μας και τα πάθη μας ξαναγυρίσουμε όλα απ’ την αρχή και δεν υποχωρήσουμε όσες φορές κι αν αποτύχουμε, αργά ή γρήγορα η νηστεία μας θα φέρει τους πνευματικούς καρπούς της. Ανάμεσα στην αγιότητα και τον απoγοητευτικό κυνισμό βρίσκεται η μεγάλη και θεϊκή αρετή της υπομονής – υπομονή πρώτα απ’ όλα για τον εαυτό μας.
Δεν υπάρχει σύντομος δρόμος για την αγιότητα, για κάθε σκαλοπάτι πρέπει να πληρώσουμε ολόκληρο το αντίτιμο. Έτσι, το καλύτερο και ασφαλέστερο είναι ν’ αρχίσουμε με το ελάχιστο – ακριβώς λίγο πάνω από τις φυσικές μας δυνατότητες- και ν’ αυξήσουμε τις προσπάθειές μας λίγο λίγο, παρά να επιχειρήσουμε πηδήματα σε μεγάλα ύψη στην αρχή και να σπάσουμε μερικά κόκκαλα πέφτοντας στη γη!
Σαν συμπέρασμα: από μια συμβατική και τυπική νηστεία – δηλαδή νηστεία από υποχρέωση και συνήθεια – πρέπει να γυρίσουμε στην πραγματική νηστεία. Ας είναι περιορισμένη και ταπεινή αλλά να είναι συνεχής και αποφασιστική. Ας αντιμετωπίσουμε έντιμα τις πνευματικές και φυσικές μας δυνατότητες και ας ενεργήσουμε ανάλογα, ας θυμόμαστε πάντως ότι δεν μπορούμε να νηστέψουμε χωρίς να προκαλέσουμε αυτές τις δυνατότητες, χωρίς να ενεργοποιήσουμε στη ζωή μας τα θεϊκά λόγια «τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ».
*Από το Βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή» του π. Αλέξανδρου Σμέμαν. Εκδόσεις <<Ακρίτας>>. *Εκ του ιστολογίου <<enoriaka.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023
π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ: ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: «ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ»
Μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν ἀκολουθιῶν, μὲ τή νηστεία, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν προσευχὴ σὲ τακτὰ διαστήματα δέν ἑξαντλεῖται ἡ ὅλη προσπάθεια στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἢ μᾶλλον γιά νά εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀποτελεσματικὰ καὶ νά ἔχουν νόημα, πρέπει να ὑποστηρίζονται καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἴδια τή ζωή. Χρειάζεται δηλαδὴ, ἕνας «τρόπος ζωῆς» πού νά μὴν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ νά μὴν ὁδηγεῖ σὲ μία «διασπασμένη» ὕπαρξη.
Στό παρελθόν, στίς ὀρθόδοξες χῶρες ἡ ἴδια ἡ κοινωνία πρόσφερε μία τέτοια ὑποστήριξη μὲ τὸν συνδυασμό πού εἶχε στά ἔθιμα, στίς ἐξωτερικὲς ἀλλαγές, μὲ τή νομοθεσία, μὲ τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανονισμούς, μὲ ὅλα δηλαδὴ ὅσα περιλαμβάνονται στή λέξη πολιτισμός.
Κατὰ τή Μεγάλη Σαρακοστή ὁλοκλήρη ἡ κοινωνία ὑποδεχόταν ἕνα συγκεκριμένο ῥυθμὸ ζωῆς, ὁρισμένους κανόνες πού ὑπενθύμιζαν στά ἄτομα-μέλη τῆς κοινωνίας τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Στή Ῥωσία, λόγου χάρη, δέν μποροῦσε κανεὶς εὔκολα νά ξεχάσει τή Σαρακοστή γιατὶ οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χτυποῦσαν διαφορετικὰ αὐτὴ τὴν περίοδο·
τὰ θέατρα ἔκλειναν καί, σὲ παλιότερους καιρούς, τὰ δικαστήρια ἀνέβαλλαν τή λειτουργία τους. Φυσικὰ, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρεθίσματα ἀπὸ μόνα τους, εἶναι φανερό, ὅτι δέν ἦταν δυνατὸ νά ἀναγκάσουν τὸν ἀνθρωπο νά ὁδηγηθεῖ στή μετάνοια ἢ σὲ μία πιὸ ζωντανὴ θρησκευτικὴ ζωή. Ἀλλὰ ὅμως δημιουργοῦσαν μία ὁρισμένη ἀτμόσφαιρα – ἕνα εἶδος σαρακοστιανοῦ κλίματος, ὅπου ἡ ἀτομικὴ προσπάθεια γινόταν εὐκολότερη.
Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἴμαστε ἀδύναμοι χρειαζόμαστε τίς ἐξωτερικὲς ὑπενθυμίσεις, τὰ σύμβολα, τὰ σημάδια. Φυσικὰ πάντα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ σύμβολα ν’ ἀποκτήσουν αὐτοτέλεια, νά γίνουν αὐτοσκοπός, καὶ ἔτσι ἀντὶ νά εἶναι ἁπλά μία ὑπενθύμιση, νά γίνουν γιά τὴν κοινὴ ἀντίληψη τὸ μόνο περιεχόμενο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.
Αὐτὸν τὸν κίνδυνο τὸν ἔχουμε ἐπισημάνει παραπάνω, ὅταν μιλήσαμε γιά τὶς ἐξωτερικὲς συνήθειες καὶ τὰ πανηγύρια πού ἀντικαθιστοῦν τή γνήσια προσωπική προσπάθεια. Ἂν ὅμως καταλάβουμε σωστὰ αὐτές τίς συνήθειες, τότε θὰ γίνουν ὁ «κρίκος» πού συνδέει τὴν πνευματικὴ προσπάθεια μὲ τή ζωή.
Δέν ζοῦμε σὲ μία ὀρθόδοξη κοινωνία [Ὁ συγγραφέας, Ῥῶσος στήν καταγωγή, ζεῖ σήμερα στήν Ἀμερικὴ] καὶ φυσικὰ δέν εἶναι δυνατὸ νά δημιουργηθεῖ αὐτὸ τὸ «κλίμα» τῆς Σαρακοστῆς σὲ ἐπίπεδο κοινωνικό. Εἴτε εἶναι Σαρακοστὴ εἴτε ὄχι, ὁ κόσμος πού μᾶς περιβάλλει, ποὺ ἀποτελοῦμε καὶ μεῖς δικὸ του ἀναπόσπαστο κομμάτι, δέν ἀλλάζει. Κατὰ συνέπεια, ζητιέται ἀπὸ μᾶς μία νέα προσπάθεια νά σκεφτοῦμε τὴν ἀπαραίτητη θρησκευτικὴ σχέση ἀνάμεσα στό «ἐξωτερικὸ» καὶ τὸ «ἐσωτερικό».
Ἡ πνευματικὴ τραγωδία τῆς ἐκκοσμίκευσης εἶναι ἐκείνη πού μᾶς σπρώχνει σὲ μία πραγματικὴ θρησκευτικὴ «σχιζοφρένεια» – ἕνα σπάσιμο δηλαδὴ τῆς ζωῆς μας σὲ δυό κομμάτια: τὸ θρησκευτικὸ καὶ τὸ κοσμικό, ποὺ ἔχουν ὅλο καὶ λιγότερη ἀλληλοεξάρτηση. Ἔτσι, ἡ πνευματικὴ προσπάθεια εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά μεταθέσει τὰ παραδοσιακὰ ἔθιμα καὶ τὶς συνήθειες, πού εἶναι βασικὰ μέσα στήν προσπάθειά μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς.
Μ’ ἕνα πειραματικὸ καὶ ἀναγκαστικὰ σχηματικὸ τρόπο θὰ μποροῦσε κανεὶς νά δεῖ αὐτὴ τὴν προσπάθεια σὲ δυό πλαίσια: στή ζωὴ μέσα στό σπίτι καὶ στή ζωὴ ἔξω ἀπ’ αὐτό. Γιά τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, τὸ σπίτι καὶ ἡ οἰκογένεια ἀποτελοῦν τὴν πρώτη καὶ βασικότερη περιοχὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἢ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν στήν καθημερινὴ ζωή. Τὸ σπίτι, δηλαδὴ τὸ στυλ καὶ τὸ πνεῦμα τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς καὶ ὄχι τὸ σχολεῖο, ἀκόμα οὔτε καὶ ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἐκεῖνο πού σχηματίζει μέσα μας τή θεμελιακή ἀντίληψη γιά τὸν κόσμο, πού μορφοποιεῖ στόν ἐσωτερικὸ μας, τὸ βασικὸ προσανατολισμὸ, τὸν ὁποῖο ἴσως γιά ἀρκετὸ διάστημα δέν τὸν καταλαβαίνουμε, ἀλλά πού τελικὰ θὰ γίνει ἕνας ἀποφασιστικὸς παράγοντος.
Ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς τοῦ Dοstοyevsky στούς Ἀδελφοὺς Καραμαζὼφ λέει: «ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἔχει καλὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν παιδικὴ του ἡλικία εἶναι σωσμένος γιά ὅλη του τή ζωή». Τὸ σημαντικὸ δὲ εἶναι ὅτι κάνει αὐτὴ τὴν παρατήρηση ὕστερα ἀπὸ τή θύμηση τῆς μητέρας του πού τὸν εἶχε πάρει μαζὶ της στή Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων. Θυμᾶται τὴν ὀμορφιά τῆς ἀκολουθίας, τή μοναδική μελῳδίᾳ τοῦ κατανυκτικοῦ «κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου…».
Ἡ ὑπέροχη προσπάθεια γιά θρησκευτικὴ ἀγωγή πού γίνεται σήμερα στά κατηχητικὰ σχολεῖα δὲν σημαίνει καὶ πολλὰ πράγματα, ἂν δέν βασίζεται στή ζωὴ τῆς οἰκογένειας. Τί, λοιπόν, θὰ μποροῦσε καὶ θὰ ἔπρεπε νά γίνει στό σπίτι στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς; Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νά καλύψουμε ἐδῶ ὅλες τίς πλευρὲς τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς θὰ περιοριστοῦμε μόνο σὲ μία ἀπ’ αὐτές.
Ὅλοι μας, χωρὶς ἀμφιβολία, συμφωνοῦμε ὅτι ὁ τρόπος τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς ἔχει ῥιζικὰ ἀλλοιωθεῖ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης. Αὐτὰ τὰ μέσα τῆς «μαζικῆς ἐνημέρωσης» διαποτίζουν σήμερα ὁλόκληρη τή ζωή. Δέν χρειάζεται κανεὶς νά βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι γιά νά βρεθεῖ «ἔξω».
Ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι μόνιμα ἐδῶ, σὲ ἀπόσταση πού τὸν φτάνουμε… ἀκίνητοι. Καί, σιγὰ σιγά, ἡ στοιχειώδης ἐμπειρία νά βρεθοῦμε σ’ ἕναν ἐσωτερικὸ κόσμο, μέσα στήν ὀμορφιὰ τῆς «ἐσωτερικότητας» ἔχει ἐντελῶς χαθεῖ ἀπὸ τὸ σύγχρονο πολιτισμὸ μας. Καὶ ἂν δέν εἶναι ἡ τηλεόραση, εἶναι ἡ μουσική.
Ἡ μουσικὴ ἔπαψε νά εἶναι κάτι πού τὸ ἀκούει κανείς σταθερὰ. Ἔγινε πιὰ μία «ὑπόκρουση θορύβου» πού συνοδεύει τίς συνομιλίες μας, τὸ διάβασμα, τὸ γράψιμο κλπ. Στήν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ ἀνάγκη νά ἀκούγεται συνέχεια μουσικὴ φανερώνει τὴν ἀδυναμία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νά χαρεῖ τή σιωπή, νά τὴν καταλάβει ὄχι σὰν κάτι ἀρνητικό, σὰν μία ἁπλὴ ἔλλειψη, ἀλλὰ ἀκριβῶς σὰν μία παρουσία καὶ σὰν τὴν μοναδικὴ προϋπόθεση γιά τὴν πιὸ ἀληθινὴ παρουσία.
Ἂν ὁ Χριστιανὸς τοῦ παρελθόντος ζοῦσε κατὰ ἕνα μεγάλο βαθμὸ σ’ ἕνα σιωπηλὸ κόσμο πού τοῦ ἔδινε πλούσιες εὐκαιρίες γιά αὐτοσυγκέντρωση στόν ἐσωτερικὸ του κόσμο, ὁ σημερινὸς χριστιανὸς εἶναι ἀναγκασμένος νά κάνει εἰδικὴ προσπάθεια γιά νά καλύψει αὐτὴ τὴν ἀναγκαία διάσταση τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία αὐτὴ μόνο μπορεῖ νά μᾶς φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ τίς ὑψηλὲς πραγματικότητες. Ἔτσι, λοιπόν, τὸ πρόβλημα τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς δέν εἶναι περιθωριακὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ μὲ πολλοὺς τρόπους εἶναι ἕνα θέμα πνευματικῆς ζωῆς ἢ θανάτου.
Πρέπει κανεὶς νά συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά μοιράσουμε τή ζωή μας ἀνάμεσα στή «χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ στό τελευταῖο σήριαλ. Αὐτὰ τὰ δυό βιώματα εἶναι ἀσυμβίβαστα καὶ τὸ ἕνα, σίγουρα, θὰ σκοτώσει τὸ ἄλλο. Καὶ εἶναι πολὺ πιθανό, ἐκτὸς ἂν γίνεται μία ἔντονη προσπάθεια, ὅτι τὸ τελευταῖο σήριαλ ἔχει πολὺ μεγαλύτερες ἐλπίδες σὲ βάρος τῆς «χαρμολύπης» – παρὰ τὸ ἀντίθετο.
Μία πρώτη «συνήθεια» πού προτείνεται εἶναι νά μειωθεῖ δραστικὰ ἡ παρακολούθηση τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Δέν τολμοῦμε νά ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ὑπάρξει μία «γενικὴ» νηστεία, ἀλλὰ μόνο ἡ «ἀσκητικὴ» ἡ ὁποία, ὅπως ξέρουμε, σημαίνει, πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἀλλαγὴ τροφῆς καὶ μειώσή της. Φυσικὰ τίποτε τὸ κακὸ δέν ὑπάρχει, λόγου χάρη, στό νά συνεχίσει κανεὶς νά παρακολουθεῖ στό ῥαδιόφωνο καὶ στήν τηλεόραση εἰδήσεις, ἐκλεκτὲς σειρές, ἐνδιαφέροντα καὶ πνευματικὰ ἤ διανοητικὰ ἐμπλουτισμένα προγράμματα.
Ἐκεῖνο πού πρέπει νά σταματήσει στήν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς εἶναι ἡ πλήρης «παράδοση» στήν τηλεόραση – ἡ μετατροπὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ «λάχανο» πάνω σὲ μία πολυθρόνα κολλημένο στήν ὀθόνη πού παθητικὰ δέχεται ὅ,τι βγαίνει ἀπ’ αὐτή. Ὅταν ἤμουνα παιδὶ (ἦταν τότε ἡ προτηλεοπτικὴ ἐποχὴ) ἡ μητέρα μου συνήθιζε νά κλειδώνει τὸ πιάνο τὴν πρώτη, τὴν τετάρτη καὶ τὴν ἑβδόμη ἑβδομάδα τῆς Σαρακοστῆς.
Αὐτὴ ἡ ἀνάμνηση εἶναι μέσα μου ζωηρότερη ἀπὸ τὶς μακρινὲς ἀκολουθίες τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἀκόμα καὶ σήμερα ὅταν παίζει τὸ ῥαδιόφωνο αὐτές τίς μέρες μὲ ταράζει σχεδὸν ὅσο καὶ μία βλαστήμια. Ἀναφέρω αὐτὴ τὴν προσωπική μου ἀνάμνηση μόνο σὰν μία διευκρίνηση τῆς ἐπίδρασης πού μποροῦν νά ἔχουν μερικὲς ἐξωτερικὲς ἐνέργειες στήν ψυχὴ ἑνὸς παιδιοῦ.
Καὶ αὐτό πού κρύβεται ἐδῶ δέν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἀπομονωμένο ἔθιμο ἢ ἕνας κανόνας ἀλλὰ εἶναι μία ἐμπειρία τῆς Σαρακοστῆς σὰν μιᾶς εἰδικῆς χρονικῆς περιόδου, σὰν κάποιου πράγματος πού εἶναι παρόν ὅλο τὸ χρόνο καί πού δέν πρέπει νά χαθεῖ, νά ἀκρωτηριαστεῖ, νά καταστραφεῖ. Ἐδῶ ἀκόμα, ὅσον ἀφορᾶ τή νηστεία, μία ἁπλή ἀπουσία ἢ ἀποχή ἀπὸ τὴν τροφὴ δέν εἶναι ἐπαρκής, πρέπει νά ἔχει τὸ θετικὸ της συμπλήρωμα.
Ἡ σιωπή πού δημιουργεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ θορύβου τοῦ κόσμου, τῶν θορύβων πού παράγονται ἀπὸ τὰ μέσα τῆς μαζικὴς ἐπικοινωνίας, πρέπει νά γεμίσει μὲ θετικὸ περιεχόμενο. Ἂν ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ τροφὴ γιά τὶς ψυχὲς μας, τροφή, ἐπίσης, θέλει καὶ τὸ μυαλὸ μας, γιατὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ διανοητικὸ μέρος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πού καταστρέφεται σήμερα ἀπὸ τὸ ἀσταμάτητο σφυροκόπημα τῆς τηλεόρασης καὶ τοῦ ῥαδιοφώνου, τῶν ἐφημερίδων, τῶν εἰκονογραφημένων ἐκδόσεων κλπ.
Αὐτό, λοιπόν, ποὺ προτείνουμε, παράλληλα μὲ τὴν πνευματικὴ προσπάθεια, εἶναι μία διανοητική, θὰ λέγαμε, προσπάθεια. Πόσα, ἀλήθεια, ἀριστουργήματα, πόσους ὑπέροχους καρποὺς τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, τῆς φαντασίας καὶ τῆς δημιουργικότητας ἀρνούμαστε στή ζωὴ μας μόνο καὶ μόνο γιατὶ μᾶς εἶναι πολὺ πιὸ ἄνετο, γυρίζοντας στό σπίτι ἀπὸ τή δουλειά παραδομένοι στή σωματικὴ καὶ διανοητικὴ κόπωση, νά πιέσουμε τὸ κουμπὶ τῆς τηλεόρασης ἢ νά βυθιστοῦμε στό τέλειο κενὸ ἑνὸς εἰκονογραφημένου περιοδικοῦ.
Ἀλλὰ πῶς φανταζόμαστε ὅτι θὰ μπορούσαμε νά προγραμματίσουμε τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς; Ἴσως νά κάνουμε ἕνα κατάλογο βιβλίων γιά διάβασμα; Φυσικὰ δέν εἶναι ἀπαραίτητο ὅλα αὐτὰ τὰ βιβλία νά εἶναι ὁπωσδήποτε θρησκευτικά, δέν μποροῦν ὅλοι νά γίνουν θεολόγοι. Ὅμως ὑπάρχει πολλὴ «Θεολογία» κρυμμένη σὲ μερικὰ λογοτεχνικὰ ἀριστουργήματα καὶ καθετί πού πλουτίζει τή νοημοσύνη μας, κάθε καρπὸς τῆς ἀληθινῆς ἀνθρώπινης δημιουργίας εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καί, ὅταν χρησιμοποιηθεῖ κατάλληλα, ἀποκτάει πνευματικὴ ἀξία.
Σὲ προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέραμε ὅτι ἡ τετάρτη καὶ ἡ πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένες στή μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων τῆς χριστιανικῆς πνευματικότητας: τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακας καὶ τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Θὰ πρέπει αὐτὸ νά τὸ πάρουμε σὰν μία εὐρύτερη ἀπόδειξη ὅτι ἐκεῖνο πού ζητάει ἀπὸ μᾶς ἡ Ἐκκλησία νά κάνουμε στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶναι νά ἐμπλουτίσουμε τὸν πνευματικὸ καὶ διανοητικὸ ἐσωτερικὸ κόσμο μας, νά μελετήσουμε καὶ νά στοχασθοῦμε πάνω σὲ ὅ,τι μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει ν’ ἀνακαλύψουμε αὐτὸν τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο καὶ τὶς χαρὲς του. Ἀπὸ αὐτὴ τή χαρά, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ κλήση τοῦ ἀνθρώπου πού ἐκπληρώνεται ἐσωτερικὰ καὶ ὄχι ἐξωτερικά, ὁ «σύγχρονος κόσμος» δέν μᾶς προσφέρει σήμερα οὔτε κἄν μία γεύση• ὅμως χωρὶς αὐτή, χωρὶς τὴν ἀντίληψη τῆς Σαρακοστῆς σὰν ταξιδιοῦ στό βάθος τοῦ εἶναι μας, ἡ Σαρακοστὴ χάνει τὸ νόημά της.
Τέλος, ποιό θὰ μποροῦσε νά εἶναι τὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς στίς ἀτέλειωτες ὦρες πού περνᾶμε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι; Στίς συναλλαγὲς μας, καθισμένοι σ’ ἕνα γραφεῖο ἢ ἀσκώντας τὰ ἐπαγγελματικὰ μας καθήκοντα, ἢ ὅταν συναναστρεφόμαστε τοὺς συναδέφους καὶ τοὺς φίλους μας; Ἂν καὶ δέν εἶναι δυνατὸν νά δοθεῖ ἐδῶ μία συγκεκριμένη συνταγή, ὅπως καὶ σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση, ὅμως μερικὲς πολὺ γενικὲς ἀπόψεις μποροῦν νά λεχθοῦν.
Καὶ πρῶτα-πρῶτα ἡ Σαρακοστὴ εἶναι μία θαυμάσια εὐκαιρία νά ἐλέγξουμε τὸν ἀπίστευτα ὑπεροπτικὸ χαρακτῆρα μας στίς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, στά διάφορα γεγονότα καὶ στή δουλειά. «Χαμογέλα!», «μὴ στεναχωριέσαι» κλπ. Εἶναι σλόγκαν πού στήν πραγματικότητα ἔγιναν «διαταγές» πού πρόθυμα τὶς δεχόμαστε καί πού σημαίνουν: μὴν ἀνακατεύεσαι, μὴ ῥωτᾶς, μὴ προχωρᾶς βαθύτερα στίς σχέσεις σου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· φύλαξε τοὺς κανόνες τοῦ παιγνιδιοῦ πού συνδυάζει τή φιλική διάθεση μὲ τὴν τέλεια ἀδιαφορία· σκέψου τὰ πάντα μόνο μέσα στά πλαίσια τοῦ ὑλικοῦ κέρδους, τῆς ὠφέλειας, τῆς προαγωγῆς νά εἶσαι, μ’ ἄλλα λόγια, ἕνα κομμάτι τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἐνῶ συνέχεια χρησιμοποιεῖ τίς μεγάλες λέξεις: ἐλευθερία, εὐθύνη, φροντίδα κλπ., de facto ἀκολουθεῖ τὴν ὑλιστικὴ ἀρχὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτά πού τρώει!
Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι περίοδος γιά ἀναζήτηση νοήματος. Νά βρῶ, δηλαδή νόημα στήν ἐπαγγελματική μου ζωὴ στά πλαίσια τῆς κλήσης μου· νόημα στίς προσωπικὲς σχέσεις μου μὲ τ’ ἄλλα πρόσωπα· νόημα στή φιλία· νόημα στίς εὐθύνες μου. Δέν ὑπάρχει ἀπασχόληση, ἐπάγγελμα πού νά μὴ μπορεῖ νά «μεταμορφωθεῖ» – ἔστω καὶ γιά λίγο μόνο – μὲ στόχο ὄχι τή μεγαλύτερη ἀπόδοση ἢ τὴν καλύτερη ὀργάνωση, ἀλλὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις.
Ἡ ἴδια προσπάθεια γιά «ἐσωτερικοποίηση» ὅλων τῶν σχέσεών μας εἶναι ἀπαραίτητη γιατὶ εἴμαστε ἐλεύθερες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις πού καταντήσαμε (χωρὶς τὶς περισσότερες φορὲς νά τὸ ξέρουμε) φυλακισμένοι στά συστήματα τὰ ὁποῖα προοδευτικὰ κάνουν τὸν κόσμο μας ἀπάνθρωπο. Καὶ ἂν στήν πίστη μας ὑπάρχει κάποιο νόημα, αὐτὸ πρέπει νά εἶναι συνδεδεμένο μὲ τή ζωή καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθά της. Χιλιάδες ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι οἱ ἀπαραίτητες ἀλλαγὲς ἔρχονται μόνο ἀπ’ ἔξω μὲ τὴν ἐπανάσταση καὶ τὴν ἀλλαγὴ στίς ἐξωτερικὲς συνθῆκες.
Στό χέρι τους εἶναι νά ἀποδείξουν οἱ χριστιανοὶ ὅτι στήν πραγματικότητα καθετὶ ξεκινάει ἀπὸ μέσα -ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τή ζωή σύμφωνα μὲ τὴν πίστη αὐτή. Ἡ Ἐκκλησία ὅταν μπῆκε στόν Ἑλληνο-ῥωμαϊκὸ κόσμο, δέν κατάγγειλε τή δουλεία, δέν ξεσήκωσε σὲ ἐπαναστάση. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πίστη της, ἡ νέα θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς εἶναι κείνη πού προοδευτικὰ καταργεῖ τή δουλεία. Ἕνας «ἅγιος» -καὶ ἅγιος ἐδῶ σημαίνει, πολὺ ἁπλά, κάθε ἄνθρωπος πού παίρνει πάντοτε στά σοβαρὰ τὴν πίστη του- θὰ κάνει πολὺ περισσότερα γιά τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου παρὰ χιλιάδες τυπωμένα προγράμματα. Ὁ ἅγιος εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς ἐπαναστάτης σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Μία τελευταία γενικὴ παρατήρηση: ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι εὐκαιρία γιά ἔλεγχο στά λόγια μας. Ὁ κόσμος μας εἶναι ὑπερβολικὰ βερμπαλιστικὸς καὶ μεῖς συνέχεια πλημμυρίζουμε ἀπὸ λόγια πού ἔχουν χάσει τὸ νόημά τους καὶ συνεπῶς τή δύναμή τους. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποκαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ λόγου – ἕνα ἀληθινὰ θεῖο δῶρο στόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὁμιλία μας εἶναι προικισμένη μὲ τεράστια δύναμη εἴτε θετικὴ εἴτε ἀρνητική. Γι’ αὐτὸ ἐπίσης καὶ θὰ κριθοῦμε γιά τὰ λόγια μας: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· 37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ» (Ματθ. 12,36-37).
Ἐλέγχουμε τὰ λόγια μας μὲ τὸ νά ἀνακαλύπτουμε τή σοβαρότητα καὶ τὴν ἱερότητά τους, νά καταλαβαίνουμε ὅτι μερικὲς φορὲς ἕνα «ἀστεῖο» πού λέγεται ἀπερίσκεπτα, μπορεῖ νά ἔχει καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, μπορεῖ νά γίνει ἐκείνη ἡ τελευταία «σταγόνα» πού ξεχυλίζει τὸ ποτήρι καὶ ὁ ἄνθρωπος φτάνει στήν τελικὴ ἀπελπισία καὶ καταστροφή. Ἀλλὰ ὁ λόγος μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι καὶ μία μαρτυρία. Μία τυχαία συνομιλία σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τὸ συνάδελφο μπορεῖ νά μεταδώσει καλύτερα μία θεώρηση γιά τή ζωή, μία διάθεση ἀπέναντι στούς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στή δουλειά καὶ νά ἔχει περισσότερα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὸ τυπικὸ κήρυγμα.
Μπορεῖ, ἀπὸ μία τέτοια συνομιλία, νά πέσουν σπόροι γιά μία ἐρώτηση πάνω στή δυνατότητα μιᾶς ἄλλης προσέγγισης τῆς ζωῆς, σπόροι γιά ἐπιθυμία νά γνωρίσει κανεὶς περισσότερα. Δέν ἔχουμε, πραγματικά, ἰδέα πόσο ἐπηρεάζουμε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ λόγια, μὲ τὸν τόνο τῆς προσωπικότητάς μας. Καὶ τελικὰ οἱ ἄνθρωποι ἑλκύονται στόν Θεό, ὄχι γιατὶ κάποιος μπόρεσε νά τοὺς δώσει διαφωτιστικὲς ἐξηγήσεις, ἀλλὰ γιατὶ εἶδαν σ’ αὐτὸν τὸ φῶς, τή χαρά, τὸ βάθος, τή σοβαρότητα, τὴν ἀγάπη πού ἀπὸ μόνα τους ἀποκαλύπτουν τὴν παρουσία καὶ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.
Ἔτσι, ἂν ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ, ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή, εἶναι ἡ ἀνακάλυψη τῆς πίστης ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἐπίσης καὶ ἀνόρθωση τῆς ζωῆς του, τοῦ θεϊκοῦ νοήματός της, τοῦ κρυμμένου βάθους της. Μὲ τὸ νά ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν τροφὴ ξαναβρίσκουμε τή γλύκα της καὶ ξαναμαθαίνουμε πῶς νά τὴν παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη. Μὲ τὸ «νά μειώνουμε» τίς ψυχαγωγίες, τή μουσική, τὶς συζητήσεις, τὶς ἐπιπόλαιες κοινωνικότητες, ἀνακαλύπτουμε τὴν τελικὴ ἀξία τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, τῆς ἀνθρώπινης δουλειᾶς, τῆς ἀνθρώπινης τέχνης.
Καὶ τὰ ξαναβρίσκουμε ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς γιατὶ ξαναβρίσκουμε τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, γιατὶ ξαναγυρίζουμε σ’ Αὐτὸν καὶ δι’ Αὐτοῦ σὲ ὅλα ὅσα Ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσε μέσα ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός Του.Ἔτσι τή νύχτα τῆς Ἀνάστασης ψέλνουμε: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Ἐορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται». Μὴ μᾶς ἀποστερήσεις αὐτῆς τῆς προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε!
*π. Αλεξάνδρου Σμέμαν: «Μεγάλη Σαρακοστὴ – Πορεία προς το Πάσχα», μτφρ. Ελένη Γκανούρη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1999.
*Εκ του ιστολογίου <<imaik.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






