ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ: ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

 



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής Β' Νηστειών (Μάρκ. β΄ 1-12)

Τῷ καιρῷ εκείνῳ, εἰσῆλθεν ο Κύριος πάλιν εἰς Καπερναοὺμ καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. Καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορ ύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; Καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; Ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας λέγει τῷ παραλυτικῷ. Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.





ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (2023)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (2025)


Η ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΓΧΥΣΗ


ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΗ ΠΡΟΣ ΝΗΣΤΕΙΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ: ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Β' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ (2024)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: ΟΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ, ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ (2015)


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΕΙΣ ΤΗΝ Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΙΜΙΟΝ ΚΑΙ ΖΩΟΟΠΟΙΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ


Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ


ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ: Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ


ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ: ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΕΝ ΤΑΙΣ ΘΛΙΨΕΣΙΝ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΣΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ ΥΠ' ΑΥΤΟΝ ΠΑΛΑΜΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ


ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ Β' ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ» (2024)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (2010)


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ Α. ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ: ΠΡΩΤΑ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΑΤΡΟΣ ΨΥΧΩΝ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ: ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ - ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ




Πιστεύομε στο Θεό, και πιστεύομε τον Θεό· άλλο το ένα και άλλο το άλλο. 

Πραγματικά πιστεύω τον Θεό σημαίνει ότι θεωρώ βέβαιες κι' αληθινές τις επαγγελίες 

που μας έδωσε· πιστεύω δε στον Θεό σημαίνει

 ότι φρονώ περί αυτού ορθώς. 

Πρέπει δε να τα έχομε και τα δύο, να είμαστε αληθινοί και στα δύο και να συμπεριφερόμαστε έτσι,

 ώστε και να πιστευόμαστε από εκείνους που βλέπουν σωστά και πιστοί να είμαστε ενώπιον του Θεού 

προς τον οποίο απευθύνεται η πίστις, και ως πιστοί ακριβώς να δικαιούμαστε από αυτόν «διότι», λέγει, 

«ε πίστευσε ο Αβραάμ και τούτο υπολογίσθηκε για την δικαίωσή του». 

Πώς λοιπόν πιστεύσας δικαιώθηκε ο Αβραάμ;

 Έλαβε από τον Θεό υπόσχεση για το σπέρμα του, που ήταν ο Ισαάκ, ότι θα ευλογηθούν όλες οι φυλές του Ισραήλ.

 Έπειτα διατάσσεται από τον Θεό να θυσιάσει, παιδί ακόμη, τον Ισαάκ που ήταν ο μόνος διά του οποίου

 επρόκειτο να εκπληρωθεί η υπόσχεσις.

 Και χωρίς ν' αντείπη τίποτε ο πατέρας, έσπευσε να γίνει αυτόχειρ του παιδιού του, ενώ θεωρούσε αυτήν την

 δι' αυτού υπόσχεση βέβαιη και έγκυρη.



Βλέπετε ποια είναι η πίστις που δικαιώνει; Αλλά επαγγέλθηκε και σε μας ο Χριστός κληρονομιά ζωής αΐδιας και τρυφής και δόξης και βασιλείας, ενώ έπειτα παρήγγειλε να πτωχεύωμε, να νηστεύωμε, να ζούμε με ευτέλεια και θλίψη, να είμαστε έτοιμοι για θάνατο, να σταυρώνουμε τους εαυτούς μας μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Εάν λοιπόν σπεύδομε προς αυτά και πιστεύομε εκείνη την επαγγελία του Χριστού, πραγματικά επιστεύσαμε τον Θεό κατά το παράδειγμα του Αβραάμ, και τούτο θα υπολογισθεί για την δικαίωσί μας. 3. Και παρατηρήσατε την ακολουθία των προτάσεων. Το ότι δηλαδή εδέχθηκε να προσφέρει για σφαγή τον Ισαάκ δεν έγινε μόνο ισχυρά μαρτυρία και απόδειξις της πίστεως του Αβραάμ, αλλά υπήρξε και αίτιο του ότι ο Χριστός ε γεννήθηκε από το σπέρμα του, διά του οποίου ευλογήθηκαν όλες οι φυλές της γης κι εκπληρώθηκε η επαγγελία. 


Διότι κατά κάποιον τρόπο ο Θεός έγινε οφειλέτης σ' αυτόν που έδωσε για τον Θεό τον μονογενή και γνήσιο υιό του· οφειλέτης ν' αντιδώση γι' αυτόν και την προς αυτόν επαγγελία τον δικό του μονογενή και γνήσιο υιό. Έτσι και σε μας· η χάρη των εντολών του Θεού σωφροσύνη και δικαιοσύνη και ταπείνωσις, η υπομονή των κάθε είδους κακώσεων και μετάδοσις των αγαθών, καθώς και η κακοπάθεια του σώματος με νηστείες και αγρυπνίες και γενικώς το να σταυρώνουμε τους εαυτούς μας μαζί με τα παθήματα και τις επιθυμίες, όχι μόνο είναι απόδειξις ότι πιστεύομε αληθινά στις επαγγελίες του Χριστού, αλλά και καθιστά κατά κάποιον τρόπο τον Θεό οφειλέτη να αντιπροσφέρη σε μας την αΐδια και άφθαρτη ζωή και τρυφή, την δόξα και βασιλεία. 4. Γι' αυτό και ο ίδιος, απευθυνόμενος προς τους μαθητές του, έλεγε· μακάριοι είναι οι πτωχοί διότι δική σας είναι η βασιλεία των ουρανών· μακάριοι οι πενθούν τες, μακάριοι οι ελεήμονες, μακάριοι οι διωκόμενοι για την δικαιοσύνη»· και, αλλοίμονο στους πλούσιους, αλλοίμονο στους γελώντας, αλλοίμονο στους χορτασμένους, αλλοίμονό σας όταν όλοι οι άνθρωποι σας κολακεύουν. 


Αυτός λοιπόν που αποβλέπει όχι προς τα μακαριζόμενα από τον Κύριο, αλλά προς τα ταλανιζόμενα, ειπέ μου, πώς θα πιστευθή ότι εμπιστεύεται τον Θεό; «Δείξε μου», λέγει, «την πίστι σου από τα έργα σου», και «όποιος είναι σοφός, ας δείξη τα έργα του από την καλή συμπεριφορά». 5. Ότι λοιπόν πιστεύομε αληθινά τον Θεό, δηλαδή αναγνωρίζομε αληθινές και βέβαιες τις επαγγελίες ή απειλές του προς εμάς, και περιμένομε να εκδηλωθούν γρήγορα, δεικνύεται διά των αγαθών μας έργων και της τηρήσεως των θείων εντολών. Ότι δε ορθώς πιστεύομε στον Θεό, δηλαδή καλώς και ασφαλώς και ευσεβώς φρονούμε γι' αυτόν, από που προέρχεται η απόδειξις; από την συμφωνία προς τους θεοφόρους πατέρες μας. Ότι δε το να εμπιστευώμαστε αδιαψεύστως τον Θεό προκαλεί την αντίθεσι όχι μόνο από τα πάθη της σαρκός και από τις παγίδες του πονηρού, αλλά και από τους εμπαθείς ανθρώπους, που θέλγουν και παρασύρουν κάτω προς τις εμπαθείς ηδονές, έτσι και το να πιστεύωμε ορθώς στον μόνο αληθινό Θεό προκαλεί την αντίθεση όχι μόνο από την άγνοια και από τις υποβολές του Αντικειμένου, αλλά και από τους δυσσεβείς ανθρώπους που τον αρπάζουν και τον ρίπτουν μαζί τους κάτω προς την δική τους απώλεια. 


Είναι όμως στη διάθεση μας, για κάθε μια από τις περιπτώσεις, μεγάλη βοήθεια, όχι μόνο από τον ίδιο τον Θεό και την από αυτόν δοσμένη σ' εμάς γνωστική δύναμη, αλλά και από τους αγαθούς αγγέλους και από τους θεοσεβείς ανθρώπους που ζουν κατά το θέλημα του Θεού. 6. Γι' αυτό η πνευματική και κοινή μητέρα και τροφός μας, η Εκκλησία του Χριστού, σήμερα αφ' ενός μεν αντικηρύσσει ολοφανέστερα και δημοσιώτερα αυτούς που έλαμψαν κατά την ευσέβεια και αρετή και τις πανίερες συνόδους των και τα θεία δόγματα που διατυπώθηκαν σ' αυτές, αφ' ετέρου δε αποκηρύσσει επισημότερα τους οπαδούς της δυσσεβείας και τα πονηρά διδάγματα και φρονήματά τους· έτσι ώστε εμείς αυτούς μεν αποστρεφόμενοι, τους δε ορθοδόξους ακολουθώντας, να πιστεύομε σ' ένα Θεό, Πατέρα, Υιό και άγιο Πνεύμα, από τον οποίο και δια του οποίου και στον οποίο έγιναν τα πάντα, ο οποίος υπάρχει πριν από όλα και επάνω σε όλα και μέσα σε όλα και υπεράνω του παντός, μονάς σε τριάδα και τριάς σε μονάδα, ασυγχύτως ενουμένη και αμερίστως διαιρούμενη· μονάς η ίδια και τριάς παντοδύναμη. 7. 


Είναι Πατήρ άχρονος και άναρχος και αΐδιος, μόνος αιτία και ρίζα τής θεότητος που ενυπάρχει στον Υιό και στο άγιο Πνεύμα· όχι μόνος δημιουργός, αλλά μόνος Πατήρ ενός Υιού και μόνος προβολεύς ενός αγίου Πνεύματος· πάντοτε ων και πάντοτε ων Πατήρ και πάντοτε ων μόνος Πατήρ και μόνος προβολεύς. 8. Του οποίου ένας είναι Υιός, συναΐδιος με αυτόν και χρονικώς συνάναρχος· όχι άναρχος δε, διότι έχει γεννήτορα και ρίζα, πηγή και αρχή τον Πατέρα, από τον οποίο μόνον προήλθε πριν από όλους τους αιώνες ασωμάτως, απαθώς, αρρεύστως, γεννητώς, αλλά δεν διαιρέθηκε· που είναι Θεός από Θεό, όχι άλλος κατά το ότι είναι Θεός και άλλος κατά το ότι είναι Υιός· πάντοτε ων και πάντοτε ων Υιός και πάντοτε ων ασυγχύτως προς τον Θεό· 


Λόγος ζωντανός, φως αληθινό, ενυπόστατος σοφία, αιτία και αρχή όλων των δημιουργημάτων, αφού όλα αυτά έγιναν δι' αυτού· αυτός εκένωσε τον εαυτό του χάριν της συντελείας των αιώνων, όπως προείπαν οι προφήτες, παίρνοντας για μας την δική μας μορφή, και, αφού εκυοφορήθηκε από την αειπάρθενη Μαρία μ' ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος, εγεννήθηκε κι' ενανθρώπησε αληθινά, έγινε όμοιος μ' εμάς καθ' όλα, πλην της αμαρτίας, ενώ έμεινε ό,τι ήταν, Θεός αληθινός σε μια υπόσταση και μετά την ενανθρώπηση, ενεργών όλα τα θεία ως Θεός και όλα τα ανθρώπινα πάθη· απαθής και αθάνατος ων και διαμένων ως Θεός, εκουσίως δε παθών για μας κατά την σάρκα ως άνθρωπος, σταυρωθείς και αποθανών, ταφείς και αναστάς κατά την τρίτη ημέρα και καταργήσας δια του θανάτου και της αναστάσεώς του αυτόν που έχει την κυριαρχία του θανάτου· και μετά την ανάστασι επιφανείς, αναληφθείς στον ουρανό και καθίσας από τα δεξιά του Πατρός αφού έκαμε ομότιμο και ομόθρονο ως ομότιμο το φύραμά μας, με το οποίο πρόκειται να έλθη πάλι ενδόξως να κρίνη ζώντας και νεκρούς, που θα επανέλθουν προς την ζωή εξ αιτίας της παρουσίας του, και ν' αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του. 


Αναγνωρίζοντας κι εμείς αισθητό και περιγραπτό τούτο το από εμάς πρόσλημμά του και φύραμα, εικονίζομε και προσκυνούμε ευσεβώς και αυτήν που τον εγέννησε παρθενικώς και τους ευαρεστήσαντας αυτόν τελείως. Τούτου τα σύμβολα των παθών, και μάλιστα τον σταυρό, τιμούμε και προσκυνούμε ως θεία τρόπαια κατά του κοινού πολεμίου. Την ανάμνησι τούτου τελώντας κατά την εντολή του καθημερινώς, ιερουργούμε τα θειότατα μυστήρια και μετέχομε σ' αυτά. Κατά την παραγγελία τούτου πριν από όλα βαπτιζόμαστε και βαπτίζομε σ' ένα όνομα σεπτό και προσκυνητό του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. 9. Διότι από τον αΐδιο και άναρχο Πατέρα εκπορεύεται το άγιο Πνεύμα, που είναι συνάναρχο με τον Πατέρα και τον Υιό ως άχρονο, όχι δε άναρχο, αφού και αυτό ρίζα και αρχή και αιτία έχει τον Πατέρα, από τον οποίο προήλθε πριν από όλους τους αιώνες αρρεύστως, απαθώς, εκπορευτώς, και είναι επίσης αδιαίρετο του Πατρός και του Υιού, ως προερχόμενο από τον Πατέρα και αναπαυόμενο στον Υιό· που έχει ασύγχυτη την ένωσι και αμέριστη τη διαίρεση· που είναι και αυτό Θεός από Θεό, όχι άλλος μεν ως Θεός, άλλος δε Παράκλητος ως Πνεύμα άγιο αυθυπόστατο· που έχει την ύπαρξι από τον Πατέρα και αποστέλλεται δια του Υιού, για την έναρξι αιωνίας ζωής, γι' αρραβώνα των μελλοντικών και πάντοτε διατηρουμένων αγαθών που είναι κι' αυτό αίτιο όλων των δημιουργημάτων, διότι σ' αυτό έγιναν όλα, το ίδιο και απαράλλακτο με τον Πατέρα και τον Υιό, χωρίς την αγεννησία και τη γέννησι. Εστάλθηκε δε από τον Υιό προς τους μαθητάς του, δηλαδή εφανερώθηκε· διότι πως αλλοιώς θα εστελλόταν το παντού παρόν και μη χωριζόμενο από τον πέμποντα; 


Γι' αυτό όχι μόνο από τον Υιό, αλλά και από τον Πατέρα στέλλεται και από τον εαυτό του έρχεται· διότι η αποστολή, δηλαδή η φανέρωσις, είναι κοινό έργο Πατρός, Υιού και Πνεύματος. 10. Φανερώνεται δε όχι κατά την ουσία, διότι κανείς ποτέ δεν είδε ούτε απεκάλυψε την φύσι του Θεού, αλλά κατά τη χάρι και τη δύναμι και την ενέργεια, η οποία είναι κοινή Πατρός, Υιού και Πνεύματος. Διότι ίδιο στο καθ' ένα από αυτά είναι η υπόστασίς του και τα υποστατικώς γύρω από αυτήν παρατηρούμενα- κοινά δε αυτών δεν είναι μόνο η αφανέρωτη και υπερώνυμη και αμέθεκτη ουσία, αλλά και η χάρις και η δύναμις, η ενέργεια και η λαμπρότης, η αφθαρσία και η βασιλεία, και όλα εκείνα, διά των οποίων κοινωνεί κι' ενώνεται κατά χάρη με τους αγίους αγγέλους και ανθρώπους ο Θεός, χωρίς να εκπίπτει από το ενιαίο και την απλότητα ούτε εξ αιτίας του μεριστού και διαφόρου των υποστάσεων ούτε εξ αιτίας του μεριστού και ποικίλου και θείων δυνάμεων και ενεργειών. 


Έτσι πιστεύομε σ' ένα Θεό, σε μια τρισυπόστατη και παντοδύναμη θεότητα και ανακηρύσσουμε αυτούς που με τέτοια πίστη ευαρέστησαν τον Θεό, ενώ αυτούς που δεν πιστεύουν με όμοιο τρόπο, αλλά ή εγκαινίασαν ιδιαίτερη αίρεση ή ακολούθησαν μέχρι τέλους τους αρχηγούς της, τους απορρίπτομε. Να γνωρίζετε δε τούτο, αδελφοί, ότι τα πονηρά πάθη και τα δυσσεβή δόγματα αλληλοεισάγονται, πραγματοποιούμενα λόγω της δικαίας εγκαταλείψεως από τον Θεό. 11. Ότι λοιπόν το μεγάλο πλήθος των αμαρτιών διαπράττονται δια της δυσσεβείας, μας το εδίδαξε ο μέγας Παύλος γράφοντας περί των Ελλήνων «επειδή δεν εφρόντισαν να επιγνώσουν τον Θεό», «άλλ' ενώ εγνώρισαν τον Θεό, δεν τον εδόξασαν ούτε τον εσεβάσθηκαν ως Θεό», «τους παρέδωσε ο Θεός σε νου αδόκιμο, ώστε να πράττουν τα ανεπίτρεπτα, γεμάτους κάθε αδικία, πορνεία, πλεονεξία, και τα παρόμοια». Ότι δε πάλι δια της αμαρτίας εισάγεται η δυσσέβεια, η απόδειξις παρέχεται από πολλούς που το έπαθαν αθλίως. Ο Σολομών εκείνος, αφού παρέδωσε τον εαυτό του στις σαρκικές επιθυμίες, ολίσθησε σε ειδωλολατρία. 


Ο Ιεροβοάμ, αφού ε νικήθηκε από άκρα φιλαρχία, ε θυσίασε στις χρυσές δαμάλεις. Ο προδότης Ιούδας αρρωστημένος από φιλαργυρία, περιέπεσε στη θεοκτονία. 12. Γι' αυτά λοιπόν, επειδή και η πίστις χωρίς έργα είναι νεκρά και ανενέργητη, και τα έργα χωρίς πίστη είναι μάταια και άχρηστα, η χάρις του Πνεύματος σήμερα στον σεπτό καιρό της νηστείας και της ενάρετης ασκήσεως συνδύασε την ανακήρυξη των ορθοτομούντων τον λόγο της ευσέβειας και την αποκήρυξη εκείνων που δεν ε διάλεξαν την ορθοδοξία, έτσι ώστε εμείς, σπεύδοντας και στα δυο συνδυασμένα, και την πίστι να επιδείξω με με τα έργα και των κόπων το κέρδος να αποκτήσομε διά της πίστεως. 13. Όχι δε μόνο εισάγονται δι' αλλήλων τα πονηρά πάθη και η δυσσέβεια, αλλά και ομοιάζουν μεταξύ τους. Και θα ειπώ λίγα προς την αγάπη σας για τους ετεροδόξους που αναφάνηκαν στην εποχή μας.



Όπως ο Αδάμ, αφού έλαβε εξουσία από τον Θεό να τρώγη από κάθε δένδρο του παραδείσου, 

δεν αρκέσθηκε σ' όλα εκείνα, αλλά πειθόμενος στη συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, 

έφαγε από το μόνο δένδρο που είχε προσταχθή να μη το εγγίσει, έτσι συμβαίνει και με εμάς· 

ενώ τα υπάρχοντα στο Θεό αγαθά και οι πραγματικά αγαθοπρεπείς δωρεές προτίθενταν από αυτόν για μέθεξι στους θέλοντας,

 συμφώνως προς τον ειπόντα «όλα όσα είναι ο Θεός θα είναι και ο θεωμένος διά της χάριτος, 

χωρίς την ταυτότητα κατά την ουσία», υπάρχουν μερικοί που διδάσκουν ότι εμείς μετέχομε και της ιδίας της υπερούσιου ουσίας

 και ισχυρίζονται ότι μπορούν να την ονομάζουν αυθεντικώς, 

και μιμούμενοι τον αρχέκακο όφι, παρερμηνεύουν και δια στρέφουν τα λόγια των αγίων, όπως εκείνος τα του Θεού. 

Αλλά εμείς, αφού ελάβαμε δύναμη από τον Κύριο να πατούμε επάνω σε όφεις και σκορπιούς και σε κάθε δύναμη του εχθρού,

 αφού συντρίψομε εύκολα κάθε μηχανή και παγίδα του, είτε κατά της ευσέβειας είτε κατά της ευσεβούς διαγωγής

 και φανούμε νικηταί εναντίον του σε όλα, θα επιτύχουμε τους ουράνιους και άφθαρτους στεφάνους της δικαιοσύνης,

 μέσα στον Χριστό, τον αδέκαστο κριτή και δοτήρα των ανταμοιβών. 14.

 Σ' αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το

 πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. 

Γένοιτο.



Εκ του Ιστολογίου ''Πατερική Θεολογία''
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ: Η ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ




Δυό μέρες τοῦ ἔτους ἀφιερώνονται στή μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ἡ δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί ἡ 14η Νοεμβρίου. Τή δεύτερη Κυριακή τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, πού ἔρχεται ὡς προέκταση τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, γιορτάζεται ἡ νίκη τῆς διδασκαλίας του ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν ἀντιλήψεων τῶν ἀντιπάλων του.


Στίς 14 Νοεμβρίου, τιμᾶται ἡ πρός τόν Κύριον ἐκδημία του. Ἡ δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν μᾶς θυμίζει περισσότερο τό λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἡ 14η Νοεμβρίου μᾶς θυμίζει περισσότερο τή σιωπή του. Στίς 14 Νοεμβρίου τοῦ 1359 ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού λάμπρυνε γιά δωδεκάμισι χρόνια τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης καί καθοδήγησε μέ σοφία καί αὐταπάρνηση τούς πιστούς της σιώπησε ὁριστικά. Φορέας τῆς σιωπῆς του εἶναι τά ἱερά λείψανά του, πού ἀποτελοῦν μίαν ἀνεκτίμητη παρακαταθήκη γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης.


λλά καί ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού διατηρεῖται ὡς σήμερα μέ τά πολυάριθμα συγγράμματά του, συχνά ἀναφέρεται στή σιωπή καί τήν ἡσυχία, πού μέ τόση ἐπιμέλεια ἄσκησε καί ὁ ἴδιος στή ζωή του ὡς ἡσυχαστής μοναχός. Ἡ σιωπή καί ὁ λόγος εἶναι πράγματα ἀντίθετα στήν καθημερινή μας ζωή. Ὁ λόγος διαλύει τή σιωπή. Καί ἡ σιωπή διακόπτει τό λόγο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἡσυχαστής ἦταν βασικά ἄνθρωπος τῆς σιωπῆς. Ἀπέφευγε τό λόγο, ὅπως ἄλλωστε καί τή συγγραφή.


ἴδιος σημειώνει ὅτι πολλοί μεγάλοι πατέρες τῆς ἐρήμου, μολονότι θά μποροῦσαν νά γράψουν σπουδαῖα καί ὠφέλιμα πράγματα, δέν τό ἔκαναν, γιά νά μή διακόψουν τήν σιωπή καί τήν κοινωνία τους μέ τό Θεό. Κατακρίνει μάλιστα τόν ἑαυτό του καί λέει ὅτι ὁ ἴδιος συνήθιζε νά γράφει, ὅταν ὑπῆρχε κάποια ἐπείγουσα ἀνάγκη. Καί γνωρίζουμε πόσο πολλά καί δυνατά κείμενα ἔγραψε, ὅταν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἦταν ὁ κίνδυνος νά παραχαραχθεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία.


λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ προφορικός καί ὁ γραπτός, εἶχε πάντοτε πλούσιο ἀντίκρυσμα στή σιωπή του. Καί ἡ σιωπή του δέν ἦταν συνέπεια παραιτήσεως ἤ ἀδιαφορίας, ἀλλά καρπός ἔντονης σπουδῆς καί κοινωνίας μέ τό Θεό Λόγο. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γράφει: «Ἄμεινόν ἐστι σιωπᾶν καί εἶναι ἤ λαλοῦντα μή εἶναι».


Στήν καθημερινή μας ζωή συνδέουμε συνήθως τό λόγο μέ τήν ὕπαρξη καί τή σιωπή μέ τήν ἀνυπαρξία. Συχνά ὅμως ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι κενός καί φανερώνει μία οὐσιαστική ἀνυπαρξία. Δέ χρειάζεται ἄλλωστε νά εἶναι κανείς ψεύτης ἤ φλύαρος, γιά ν’ ἀποδειχθεῖ ὁ λόγος του κενός. Καί μόνο τό ὅτι εἶναι θνητός, καί ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τό ἔσχατο ὅριο τῶν δυνάμεών του, φανερώνει τήν ἀβεβαιότητα καί τήν οὐσιαστική κενότητα τοῦ λόγου του.


Παράλληλα ὅμως ὁ κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει μεγάλη ἀξία, ὅταν διαθέτει ἀντικρυσμα στή σιωπή. Ἀκόμα περισσότερο, ὁ κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει τεράστια ἀξία, ὅταν εἶναι λόγος σιωπῆς. Τά λόγια πού ἀπευθύνει ὁ πατέρας στό παιδί του ἔχουν τό ἀντίκρυσμα καί τήν ἀξία τους, ὅσο ζεῖ ὁ πατέρας καί ἀκούει τό παιδί. Ἡ σιωπηρή ὅμως παρουσία τοῦ πατέρα στήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ του, ὡς παρουσία ἀγάπης, εἶναι πολύ πιό εὔγλωττη καί πολύ πιό οὐσιαστική ἀπό τά λόγια πού ἀκούει ἀπό τό στόμα του.


Καί αὐτό, γιατί ἡ ἀγάπη μεταφέρει τόν ἄνθρωπο σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο πού βρίσκεται πέρα ἀπό τό θάνατο. «Ἠμεῖς οἴδαμεν», λέει ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἐμεῖς δηλαδή γνωρίζουμε, «ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τούς ἀδελφούς• ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν μένει ἐν τῷ θανάτῳ». Ἡ ἀγάπη δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἐμπειρία τῆς διατηρήσεως τῆς ζωῆς του πέρα ἀπό τήν ἀτομικότητά του. Ἡ ἀγάπη δίνει στόν ἄνθρωπο μία αἴσθηση τῆς ἀθάνατης ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό εἶναι φυσικό, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη.


ἀληθινή ὅμως ἀγάπη δέ διατυπώνεται μέ λόγια. Καί ἡ οὐσία της δέν περιορίζεται σέ φραστικά σχήματα. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἐκφράζεται περισσότερο μέ τή σιωπή. Ἡ σιωπή εἶναι συχνά ἡ πιό ἔντονη κραυγή. Αὐτό τό βλέπουμε προπαντός στόν ἡσυχασμό. Ἡ σιωπή τοῦ ἡσυχαστῆ εἶναι κραυγή ἀγάπης. Ὅπως καί ἡ ἀπομόνωσή του εἶναι ἐντατικοποίηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό. Ζώντας στόν κόσμο καί διατηρώντας ἀκέραιο τόν ἐγωισμό μας ἀδυνατοῦμε συνήθως νά γνωρίσουμε καί νά ζήσουμε τήν ἀληθινή ἀγάπη. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη βγαίνει ἀπό τήν σιωπή καί τήν ταπείνωση.


βιογράφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἅγιος Φιλόθεος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περιγράφοντας τή ζωή καί τίς ἀρετές τοῦ ἁγίου στά ἡσυχαστήρια τοῦ Ἄθω, σημειώνει σχετικά τά ἑξῆς: «Ταπείνωσις ἦν αὐτῷ ἀκρότατη, καί ἡ πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον, ἥ φησίν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ἀνυπόκριτος ἐκ καρδίας ἀγάπη, τά πρῶτα καί μέσα καί τελευταῖα τῶν ἀρετῶν ἐρείσματα καί στοιχεῖα».


Καί πραγματικά μόνο μέ ἀκρότατη ταπείνωση μπορεῖ νά ὑπάρξει ἡ ἀνυπόκριτη καί «ἐκ καρδίας ἀγάπη» πρός τό Θεό καί τό συνάνθρωπο. Αὐτὴ τήν ἀγάπη, πού τόσο σπανίζει στήν καθημερινή μας ζωή, καλλιέργησε ὁ ἡσυχαστής Γρηγόριος Παλαμᾶς στά ἐρημητήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους μέ τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Ἡ ἴδια ἀγάπη τόν ἔφερε ἀργότερα στή μητρόπολη τῆς Θεσσαλονίκης καί τόν ἔκανε στήριγμα καί διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀγάπη πού καλλιέργησε στή σιωπή. Ἡ ἀγάπη πού θεμελίωσε στήν ταπείνωση καί τόν ἀφανισμό τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἡ ἀγάπη πού ἔδειξε, ὅταν χρειάστηκε, μέ τούς ἔντονους ἀγῶνες καί τήν ἀκατάβλητη δράση του.


Πολλές φορές ἀκοῦμε καί εὐσεβεῖς ἀκόμα Χριστιανούς νά λένε: Τί κάνουν αὐτοί οἱ μοναχοί στά ἐρημητήριά τους; Τί νόημα ἔχει ἡ ἀπόκοσμη ζωή τους; Ποιό εἶναι τό κοινωνικό ἔργο τους, ὅταν βρίσκονται μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους; Ποιά εἶναι ἡ ἀρετή τους, ὅταν φροντίζουν μόνο γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς τους; Καί εἶναι φυσικό νά διατυπώνονται τά ἐρωτήματα αὐτά, ὅταν ἀντιμετωπίζεται ὁ ἄνθρωπος ὡς μέσο γιά κάποιο σκοπό.


ταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται ὡς αὐτοαξία, τότε τά πράγματα τοποθετοῦνται διαφορετικά. Ἔτσι ἀντιμετωπίζεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν ἡσυχαστή. Αὐτήν τήν εἰκόνα γιά τόν ἄνθρωπο εἶχε καί ἐνσάρκωσε στή ζωή του ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη σάρκα, ἡ φθαρτή καί θνητή, πού τόσο ὑπωπιάζει καί δουλαγωγεῖ ὁ μοναχός ἔχει ἀνείπωτη ἀξία γι’ αὐτόν, ὅπως καί γενικότερα γιά τήν Ὀρθοδοξία, γιατί καταξιώθηκε ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος.


γινε λοιπόν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, γιά νά δείξει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει μία τέτοια συγγένεια μέ τό Θεό, ὥστε νά μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί του σέ μία ὑπόσταση. Ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τίμησῃ τήν σάρκα καί αὐτήν τήν θνητήν». Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἡ ἀπόκοσμη ζωή τοῦ ἐρημίτη δέν εἶναι ἀπόλυτη ἀλλά σχετική. Στή σιωπή τῆς ἐρήμου ὁ μοναχός ἐξασφαλίζει μεγαλύτερο βαθμό ἐλευθερίας καί ἀποφεύγει τίς πολλαπλές καί ἀδιόρατες κοινωνικές δεσμεύσεις.


τσι μπορεῖ νά βρίσκεται ψυχικά πολύ πιό κοντά στόν ἄνθρωπο, καί νά καλλιεργεῖ πραγματική καί ἀνυπόκριτη ἀγάπη γι’ αὐτόν. Μέ τή φυγή στήν ἔρημο καί τή στέρηση τῆς συναναστροφῆς μέ τόν κόσμο ἐνισχύει καί μεγιστοποιεῖ ὁ μοναχός τήν κοινωνικότητά του. Γι’ αὐτό καί μπορεῖ σέ ὁποιαδήποτε στιγμή νά δώσει τή μαρτυρία τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης στόν κόσμο. Αὐτό ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτό φανερώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁ ἐρημίτης καί ἱεράρχης, ὁ ἡσυχαστής καί κῆρυξ τῆς χάριτος.


Τό νόημα τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ βρίσκεται στή φύση τῆς σιωπῆς του. Γνώριζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ὅσο μιλοῦσε δέ βρισκόταν ἀκόμα ἐκεῖ πού ποθοῦσε. Τώρα πού σιωπᾶ βρίσκεται ἐκεῖ καί ὑπάρχει πραγματικά, γιατί βρίσκεται καί ὑπάρχει ἐν Κυρίῳ. Ἡ ζωή τῶν ἁγίων εἶναι ὁ Χριστός. Καί ἡ δική μας ζωή εἶναι ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό ἄλλωστε λεγόμαστε Χριστιανοί. Ὁ χριστιανισμός -κι ἐπειδή σημειώθηκαν παραφθορές τοῦ Χριστιανισμοῦ – ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν καί εἶναι ἡ πραγματική μας ταυτότητα. Μέ τήν Ὀρθοδοξία ταυτίστηκε ἡ ἱστορία μας καί ἡ ὕπαρξή μας.


ταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦρθε στήν Θεσσαλονίκη καί βρῆκε τούς κατοίκους τῆς διχασμένους ἀπό τό κίνημα τῶν ζηλωτῶν, τούς κάλεσε μέ τήν πρώτη ὁμιλία του σέ εἰρήνη καί ἑνότητα λέγοντάς τους:


δέλφια εἴμαστε ὅλοι ὄχι μόνο ὡς ἄνθρωποι, ἀλλά καί ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.


Κοινή εἶναι ἡ πίστη μας, κοινή ἡ ἐλπίδα μας, κοινός Πατέρας μας ὁ Χριστός, κοινή μητέρα μας ἡ Ἐκκλησία.


Καί ὅπως μᾶς πληροφορεῖ καί πάλι ὁ βιογράφος του ἅγιος Φιλόθεος, «τούς ὑβριστὰς ἑαυτοῦ καί πολεμιωτάτους καί στασιαστὰς πρότερον, φίλους ἐκ τῆς ὁμιλίας εὐθύς ἐκείνης εἰργάσατο».


τσι ἡ πίστη στό Χριστό, ἡ πίστη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἕνωσε καί πάλι τούς Θεσσαλονικεῖς. Αὐτή ἡ πίστη ἦταν ἡ ταυτότητα τοῦ γένους μας. Σ’ αὐτήν τήν πίστη στήριξε τήν ἑνότητά του. Μέ αὐτήν τήν πίστη ὑπέμεινε τή μακραίωνη σκλαβιά καί ξανακέρδισε τή λευτεριά του. Καί στή συνέχεια, -ἐλεύθεροι ἀπό ξένους-δεσπότες κινδυνεύουμε νά χάσουμε τήν ταυτότητά μας μέ τίς ξενομανίες μας καί τίς ξενόφερτες ἰδεολογίες μας. Εἶναι ἀπελπιστικό, καί ὅμως ἀληθινό, ὅτι οἱ λεγόμενες προηγμένες κοινωνίες τείνουν νά ἔχουν ὡς μοναδική ταυτότητά τους μία καλύτερα ἤ χειρότερα ὀργανωμένη καί ἱεραρχημένη γραφειοκρατία, χωρίς αἴσθημα καί ἀγάπη, χωρίς νόημα καί σκοπό.


τσι ἀνοίγεται μία πορεία, πού τέρμα της ἔχει τόν μονοδιάστατο ἄνθρωπο καί τή μονοδιάστατη κοινωνία. Ἕνας τέτοιος ὅμως ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἄνθρωπος. Καί μία τέτοια κοινωνία παύει νά εἶναι ἀνθρώπινη κοινωνία. Ἄν δέ θέλουμε ν’ ἀφήσουμε νά μεταπέσει ἡ ταυτότητά μας σέ ληξιαρχική πράξη θανάτου, πρέπει νά διατηρηθοῦμε ἑνωμένοι μέ τίς ρίζες μας. Καί δόξα τῷ Θεῶ στόν τόπο μας εἶναι αὐτό ἀκόμα δυνατό. 


ἴδια ἡ ἀδυναμία πού δείχνουμε νά συμμορφωθοῦμε καί νά ταυτιστοῦμε μέ μία ἄψυχη γραφειοκρατία, ἀδυναμία πού εἶναι ἐμφανής σέ ὅλες τίς μορφές τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς, βεβαιώνει τήν ἀλήθεια αὐτή. Βεβαιώνει ὅτι κάπου ἀλλοῦ ἀναζητοῦμε τήν ταυτότητά μας. Καί αὐτό τό κάπου ἄλλου δέν εἶναι δύσκολο νά τό βροῦμε, ὅσο διατηροῦμε τό λόγο τῶν ἁγίων μας καί τιμοῦμε τή σιωπή τῶν λειψάνων τους.



Γεώργιος Μαντζαρίδης


Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης




''Διακόνημα''


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ




(Ευαγγέλιο: Μαρκ. β’ 1-12)


Την περασμένη Κυριακή ακούσαμε το ευαγγέλιο που αναφέρεται στη θαυμαστή ισχύ που έχει η μεγάλη και δυναμική παρουσία του Χριστού. Ο Ναθαναήλ αμφισβητούσε τα λόγια του αποστόλου Φιλίππου πως είχε εμφανιστεί στον κόσμο ο από πολλού αναμενόμενος Μεσσίας, στο πρόσωπο του Ιησού του από Ναζαρέτ. Ο Ναθαναήλ όμως, με το που βρέθηκε κατά πρόσωπο με τον ίδιο τον Κύριο, αμέσως τον αναγνώρισε και τον ομολόγησε ως Υιό του Θεού και ως Βασιλιά του Ισραήλ. Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για τις μεγάλες προσπάθειες και τον αγώνα που κατέβαλαν άνθρωποι με πραγματική πίστη για να παρουσιαστούν μπροστά στον Κύριο.


Τέσσερις άνθρωποι μετέφεραν έναν συνάνθρωπο ή φίλο τους που ήταν παραλυτικός. Τον μετέφεραν με το κρεβάτι του, αφού ήταν τόσο αδύνατος κι αβοήθητος, ώστε δε θα μπορούσε να μεταφερθεί διαφορετικά. Μάταια όμως προσπαθούσαν να περάσουν ανάμεσα από το πυκνό πλήθος και να πλησιάσουν τον Κύριο. Κι αφού αυτό δεν μπορούσαν να το κατορθώσουν, ανέβηκαν στην οροφή τής οικίας, την άνοιξαν, και με μεγάλη προσπάθεια κατέβασαν το κρεβάτι οπού κείτονταν ο άρρωστος και το ακούμπησαν μπροστά στα πόδια τού θαυματουργού Ιατρού. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη τους στο Χριστό.


«Ιδών δε Ιησούς την πίστιν αυτών λέγει τώ παραλυτικώ΄ τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Μάρκ. Β’ 5). Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται, είπε ο Ιησούς στον παραλυτικό. Ο Χριστός δεν περίμενε ν’ ακούσει να εκφράζεται με λόγια η πίστη τους. Την είδε. Η πνευματική Του όραση εισχώρησε στα μύχια τής ανθρώπινης καρδιάς. Και κει, στα βάθη της, είδε τη μεγάλη τους πίστη. Με τα σωματικά Του μάτια είδε τις προσπάθειες και τον αγώνα τους να φέρουν τον άρρωστο άνθρωπο μπροστά Του. Η πίστη τους επομένως ήταν ολοφάνερη. Η απιστία των γραμματέων που παρευρίσκονταν στο γεγονός αυτό ήταν επίσης ολοφάνερη στον Κύριο. «Τί ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας; Τίς δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη εις ο Θεός;» (Μάρκ. Β’ 8). Αυτός βλασφημεί, έλεγαν μέσα τους. Ποιός άλλος, εκτός από το Θεό, μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες;


Ο Κύριος «επιγνούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς΄ τί ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;» (Μάρκ. Β’ 8). Ο Κύριος γνώριζε αυτά που σκέφτονταν κι άρχισε να τους επιτιμά με ήρεμο τρόπο. Γιατί σκέφτεστε τέτοια πράγματα; Ο Κύριος διαβάζει τις πονηρές καρδιές το ίδιο εύκολα που διαβάζει και τις αγνές. Όπως αναγνώρισε αμέσως την αγνή και καθαρή καρδιά τού Ναθαναήλ, που δεν είχε πονηριά και δόλο, έτσι αναγνώρισε αμέσως τις ακάθαρτες καρδιές των γραμματέων, που ήταν γεμάτες δόλο. Για να τους δείξει λοιπόν πως έχει εξουσία τόσο στα σώματα όσο και στις ψυχές των ανθρώπων, τόσο να συγχωρεί αμαρτίες όσο και να θεραπεύει τα άρρωστα σώματα, ο Κύριος λέει στον παραλυτικό: «σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπα­γε εις τον οίκον σου» (Μάρκ. β’ 11).


Και μπροστά σε τέτοιο εξουσιαστικό λόγο, ο άρρωστος άνθρωπος «ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θε­όν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν» (Μάρκ. Β’ 12). Ο παράλυτος άνθρωπος σηκώθηκε αμέσως, έβαλε το κρεβάτι στον ώμο του και πέρασε μπροστά απ’ όλους. Κι όλοι θαύμασαν και δόξασαν το Θεό λέγοντας: τέτοια γεγονότα ποτέ μας δεν είδαμε.


Ας δούμε τώρα πόσες θαυμαστές δυνάμεις φανερώνει διά μιας ο Κύριος: Διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και σε μερικές διακρίνει την πίστη, ενώ σε άλλες το δόλο. Συγχωρεί στην ψυχή τις αμαρτίες και την κάνει υγιή, καθαρή από την πηγή τής αρρώστιας και της αναπηρίας. Αποκαθιστά την υγεία στο άρρωστο και παραλυτικό σώμα με τη δύναμη του λόγου Του. Πόσο μεγάλη, πόσο φοβερή και πόσο θαυμαστή και ζωοδότρα είναι η παρουσία τού ζώντος Κυρίου! Ας έρθουμε όμως κι ας σταθούμε μπροστά στην παρουσία του ζώντος Κυρίου. Το πιο σπουδαίο πράγμα στο δρόμο τής σωτηρίας είναι να προσεγγίσουμε με πίστη την παρουσία τού Κυρίου, να τη νιώσουμε. Μερικές φορές έρχεται και μας αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Κύριος.


Έτσι πήγε στη Μάρθα και τη Μαρία στη Βηθανία, έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε στον απόστολο Παύλο στο δρόμο προς τη Δαμασκό, σε άλλους αποστόλους στη θάλασσα της Γαλιλαίας και στο δρόμο προς τους Εμμαούς, στην οικία όπου μπήκε «κεκλεισμένων των θυρών», στη Μαρία τη Μαγδαληνή στον κήπο και σε πολλούς αγίους σε όνειρα ή οράματα. Μερικές φορές παρουσίασαν οι απόστολοι ανθρώπους στον Κύριο, όπως ο Ανδρέας έφερε τον Πέτρο κι ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Οι διάδοχοι των αποστόλων κι οι ιεραπόστολοι έφεραν στο Χριστό χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους κι άλλες φορές ο ένας πιστός έφερνε τον άλλο. Αλλά και άγνωστοι άνθρωποι μερικές φορές προσπάθησαν πο­λύ μόνοι τους να πλησιάσουν τον Κύριο, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων που άνοιξαν την οροφή τού σπιτιού για να φέρουν τον παραλυτικό φίλο τους μπροστά Του.


Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να παρουσιαστούν στον Κύριο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να προσπαθήσουμε πολύ και ν’ αγωνιστούμε για να βρεθούμε μπροστά Του, ώστε να μας βοηθήσει κι Εκείνος να τον προσεγγίσουμε και να μας φωτίσει. Πρέπει ν’ ακολουθήσουμε τους τρείς αυτούς τρόπους σε αντίθετη πορεία. Αυτό σημαίνει πως πρέπει με πίστη και ζήλο να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρεθούμε μπροστά στον Κύριο. Μετά ν’ ακολουθήσουμε την κλήση και τις εντολές τής αγίας αποστολικής Εκκλησίας, της Εκκλησίας των πατέρων και των διδασκάλων.


Και τελικά, αφού θα έχουμε εκπληρώσει τους δύο πρώτους όρους, θα πρέπει να περιμένουμε με πίστη κι ελπίδα στο Θεό να μας παρουσιαστεί, κι η παρουσία Του να μας φωτίσει, να μας ενισχύσει, να μας θεραπεύσει και να μας σώσει. Το μέγεθος των προσπαθειών που πρέπει να καταβάλουμε για ν’ ανοίξουμε το δρόμο που μας οδηγεί στην παρουσία του Θεού, φαίνεται από το παράδειγμα των τεσσάρων αυτών αντρών. Δε δίστασαν ν’ ανέβουν στην οροφή τού σπιτιού, για να κατεβάσουν και να παρουσιάσουν μπροστά στον Κύριο τον άρρωστο φίλο τους. Δεν έκαναν πίσω ούτε από ντροπή ούτε από φόβο. Το παράδειγμα αυτό του μεγάλου ζήλου τους είναι όμοιο με το παράδειγμα της χήρας που ζητούσε πιεστικά και φορτικά από τον άδικο κριτή να τη δικάσει και να την προστατέψει από τον αντίδικό της (βλ. Λουκ. ιη’ 1 -5).


Αυτό σημαίνει πως πρέπει να τηρούμε την εντολή τού Κυρίου και να κραυγάζουμε μέρα και νύχτα, ωσότου μας ακούσει. «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’ 7), είπε ο Κύριος. Αυτή είναι η εξήγηση που έχουν τα λόγια τού Χριστού: «Η βασιλεία τού Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12). Ο Κύριος ζητά απ’ όλους τους πιστούς Του να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, να εξαντλήσουν τη δύναμή τους, να εργαστούν όσο κρατά η ημέρα, να προσεύχονται αδιάλειπτα, να ζητήσουν, να κρούσουν, να νηστέψουν και να κάνουν αμέτρητα έργα ελέους. Κι όλ’ αυτά ώστε η βασιλεία των ουρανών – η μεγάλη, φοβερή και ζωοποιός παρουσία τού Θεού – ν’ ανοιχτεί γι’ αυτούς. «Αγρυπνείτε ουν εν παντί καιρώ, είπε ο Κύριος, ίνα καταξιωθήτε… σταθήναι έμπροσθεν του υιού τού ανθρώπου» (Λουκ. κα’ 36).


Νά ’χετε προσοχή και εγρήγορση στην καρδιά σας, για να μην προσκολληθεί στα γήινα. Νά ’χετε εγρή­γορση στις σκέψεις σας, για να μη σας οδηγούν μακριά από το Θεό. Να προσέχετε τα έργα σας, να διπλασιάζετε τα τάλαντά σας, μην τ’ αφήσετε να λιγοστέψουν ή να εξαφανιστούν εντελώς. Ν’ αγρυπνείτε διαρκώς, ώστε ο θάνατος να μη σας βρει απροετοίμαστους και αμετανόητους στην αμαρτία σας. Η ορθόδοξη πίστη μας αυτή είναι: ενεργός, προσευχητική, γρηγορούσα. Αναλώνεται στα δάκρυα και τους αγώνες. Καμιά άλλη πίστη δε ζητάει τέτοιον αγώνα από τους πιστούς για ν’ αξιωθούν να σταθούν μπροστά στον Υιό τού Θεού. Ο Κύριος και Σωτήρας μας ζητάει τον αγώνα αυτόν από τους πιστούς. Η Εκκλησία επαναλαμβάνει τις εντολές Του από αιώνα σε αιώνα, από γενιά σε γενιά, φέρνοντας σαν παράδειγμα στους πιστούς τους απειράριθμους και μεγάλους πνευματικούς αγωνιστές που τήρησαν το νόμο του Χριστού κι αξιώθηκαν ν’ αποκτήσουν δόξα και ανέκφραστη δύναμη τόσο στον ουρανό όσο και στη γη.


Δεν πρέπει όμως από την άλλη μεριά να πέσουμε στην πλάνη και να νομίσουμε πως από μόνες τους όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου κι όλοι οι αγώνες του μπορούν να τον σώσουν. Δεν πρέπει να πιστέψουμε πως ο άνθρωπος με τις προσπάθειες και τον αγώνα του θα μπορέσει μόνος του να παραστεί μπροστά στο ζώντα Θεό. Αν ο Θεός δεν το θελήσει, κανένας θνητός δεν μπορεί να δει το πρόσωπό Του. Ο ίδιος ο Κύριος που καθόρισε τον αγώνα και τις προσπάθειες του ανθρώπου, λέει: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμεν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ’ 10). Και σε κάποιο άλλο σημείο λέει: «Ουδείς δύναται ελθείν πρός με, εάν μη ο πατήρ ο πέμψας με ελκύσει αυτόν» (Ιωάν. στ’ 44). Κι αλλού πάλι: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε’ 5). Κι ο απόστολος Παύλος για το ίδιο θέμα: «Χάριτί εστε σεσωσμένοι» (Εφ. β’ 5).


Μετά απ’ όλ’ αυτά τί μπορούμε να πούμε; Μήπως πρέπει να σκεφτούμε πως είναι μάταιοι όλοι οι αγώνες κι οι προσπάθειες που κάνουμε για τη σωτηρία μας; Μήπως πρέπει να τα εγκαταλείψουμε όλα και να περιμένουμε από τον ίδιο τον Κύριο, με τη δύναμη και την εξουσία που έχει, να μας παρουσιάσει ενώπιόν Του; Δε λέει ο προφήτης Ησαϊας πως «ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών» (ξδ’ 6); Τί πρέπει να κά­νουμε τότε; Να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθειά μας, όλους τους αγώνες μας; Μα τότε δε θα γίνουμε ίδιοι με τον οκνηρό δούλο, που έσκαψε και έκρυψε το τάλαντο που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος στη γη, και τον οποίο επέπληξε ο Κύριος με τα λόγια, «πονηρέ δούλε και οκνη­ρέ!» (Ματθ. κε’ 26);


Πρέπει να σοβαρευτούμε και ν’ ασκηθούμε στην τήρηση όλων των εντολών τού Κυρίου. Πρέπει να καταβάλλουμε ό,τι είναι δυνατό από την πλευρά μας, μα ανήκει στη δύναμη του Θεού να ευλογήσει τις προσπάθειές μας και να μας παρουσιάσει ενώπιόν Του. Ο απόστολος Παύλος έχει δώσει μια πολύ καλή εξήγηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Λέει: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώς επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ ’ ο αυξάνων Θεός» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Όλα επομένως εξαρτιώνται από το Θεό, από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του. Εμείς πρέπει να φυτεύουμε και να ποτίζουμε. Δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα καθήκοντά μας αυτά, γιατί διαφορετικά θα κινδυνεύσουμε να καταδικαστούμε στον αιώνιο θάνατο. Το καθήκον τού γεωργού είναι να σπέρνει και να ποτίζει. Από το Θεό όμως, από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του, εξαρτάται αν ο σπόρος θα ριζώσει ή όχι, αν θ’ αναπτυχθεί και θα βγάλει καρπούς.


Είναι χρέος τού επιστήμονα να ερευνά και να ψάχνει, μα ανήκει στο Θεό, στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του, αν η γνώση θα του αποκαλυφτεί ή όχι. Είναι καθήκον των γονιών ν’ αναθρέψουν τα παιδιά τους και να τα μάθουν το φόβο τού Θεού, μα είναι στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του ο χρόνος της ζωής τους. Είναι χρέος των ιερέων να διδάσκουν, να παρακαλούν, να επιτιμούν και να καθοδηγούν τους πιστούς. Το αν οι προσπάθειές τους θα καρποφορήσουν όμως είναι στη δύναμη, τη σοφία και το έλεος τού Θεού. Είναι καθήκον όλων μας να προσπαθήσουμε και ν’ αγωνιστούμε για ν’ αξιωθούμε να σταθούμε μπροστά στον Υιό του Θεού, ανήκει όμως στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του αν θα μας επιτραπεί να τον πλησιάσουμε.



''Καιρός Μετανοίας, Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, 
Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης




Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ: Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ





«Καὶ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Καὶ ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον. Καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, εἶπε τῷ παραλυτικῷ· ‘’Θάρσει, τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι’’(: και αφού μπήκε σε ένα πλοίο, πέρασε στην απέναντι όχθη της λίμνης, και ήλθε στη δική Του πόλη, την Καπερναούμ. Τότε Του έφεραν έναν παράλυτο, που τον είχαν βάλει πάνω σ’ ένα κρεβάτι. Και καθώς ο Ιησούς είδε την πίστη που είχε και ο παράλυτος κι εκείνοι που τον μετέφεραν, είπε στον παράλυτο, ο οποίος ανησυχούσε και φοβόταν μήπως οι αμαρτίες του γίνουν εμπόδιο στη θεραπεία του: ‘’Έχε θάρρος, παιδί μου˙ έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου’’)» [Ματθ.9,1-2]


Δική Του πόλη εδώ ονομάζει την Καπερναούμ· διότι άλλη μεν Τον έφερε στον κόσμο, η Βηθλεέμ, άλλη Τον ανέθρεψε, η Ναζαρέτ, και άλλη Τον είχε διαρκώς κάτοικό της, η Καπερναούμ.[πρβ.Ματθ.4,13: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ(:όταν άκουσε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε στη φυλακή απ’ τον βασιλιά Αντίπα, αναχώρησε και πήγε στη Γαλιλαία.


Κι αφού άφησε τη Ναζαρέτ πήγε και κατοίκησε στην Καπερναούμ, η οποία ήταν κτισμένη κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας, στα σύνορα των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ)» και Ματθ.4,17: «Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(:από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει συστηματικά και να λέει: ‘’Μετανοείτε, διότι πλησίασαν οι ημέρες που ο Μεσσίας θα εγκαθιδρύσει και στη γη τη βασιλεία των ουρανών με τη νέα, πνευματική, άγια και ουράνια ζωή, η οποία θα μεταδίδεται μέσα στην Εκκλησία Του’’)»].


Ο παραλυτικός της παρούσης διηγήσεως είναι διαφορετικός από εκείνον που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης[Ιω.5,5-18]· διότι εκείνος ήταν κατάκοιτος κοντά στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, ενώ αυτός εδώ βρισκόταν στην Καπερναούμ. Και ο ένας είχε τριάντα οκτώ χρόνια παράλυτος, ενώ για αυτόν που αναφέρεται εδώ δεν ειπώθηκε τίποτε παρόμοιο. Ακόμη, εκείνος δεν είχε ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν, ενώ αυτός που αναφέρεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο είχε τους προστάτες του, οι οποίοι και τον μετέφεραν.


Επίσης στον παραλυτικό της Καπερναούμ, λέγει: «παιδί μου, σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου», ενώ εκείνον που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης τον ρωτά: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;(:θέλεις να γίνεις υγιής;)»[ Ιω.5,6]. Και εκείνον της Βηθεσδά τον θεράπευσε μέρα Σάββατο, ενώ αυτόν εδώ όχι Σάββατο. Διότι, διαφορετικά θα τον κατηγορούσαν και γι’ αυτό οι Ιουδαίοι. Αλλά όσον αφορά αυτόν της Καπερναούμ σιώπησαν για το θέμα αυτό, ενώ στον άλλο έκαναν επίθεση και τον κατεδίωκαν. Αυτά δεν τα είπα τυχαία, αλλά για να μη νομίσει κανείς ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ευαγγελιστών εάν θεωρήσει ότι πρόκειται για ένα και τον αυτόν παραλυτικό.


Εσύ, όμως, πρόσεξε, σε παρακαλώ, την ταπείνωση και την επιείκεια του Κυρίου. Διότι και πριν από αυτόν είχε απομακρύνει τους ανθρώπους από κοντά Του. Αλλά και όταν εκδιώχθηκε από τους κατοίκους των Γαδάρων, δεν έφερε αντίσταση, αλλά αναχώρησε, όχι μακριά, βέβαια. Και πάλι μπήκε στο πλοίο και κατευθυνόταν προς την απέναντι όχθη, ενώ είχε τη δυνατότητα να περάσει και πεζοπορώντας δια της παραλίας της λίμνης· διότι δεν ήθελε συνεχώς να θαυματουργεί, για να μην παραβλέψει την υπόθεση της θείας οικονομίας.


Ο Ματθαίος, λοιπόν, λέγει ότι έφεραν απλώς τον παραλυτικό προς τον Ιησού, ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές λέγουν ότι ξεσκέπασαν τη στέγη και τον κατέβασαν[πρβλ. Μαρκ.2,4: «Καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο(:και επειδή δεν μπορούσαν εξαιτίας του πλήθους να τον πλησιάσουν, ξεσκέπασαν τη σκεπή στο μέρος όπου βρισκόταν ο Κύριος, και αφού έκαναν ένα άνοιγμα, έριξαν από κει κάτω σιγά – σιγά το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος)» και Λουκ. 5,19:


«καὶ μὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ὄχλον, ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶμα διὰ τῶν κεράμων καθῆκαν αὐτὸν σὺν τῷ κλινιδίῳ εἰς τὸ μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ(:και επειδή λόγω της κοσμοπλημμύρας δεν βρήκαν από ποια είσοδο να τον βάλουν μέσα, ανέβηκαν στην ταράτσα του σπιτιού, και αφού έβγαλαν μερικά κεραμίδια, τον κατέβασαν από εκεί μαζί με το μικρό κρεβάτι του στη μέση, μπροστά στον Ιησού)»].Και στη συνέχεια τοποθέτησαν τον ασθενή μπροστά στον Χριστό, χωρίς να πουν τίποτε, αλλά τα πάντα τα ανέθεσαν στον Ιησού.


Κατά την αρχή της δράσεώς Του και ο Ιησούς περιερχόταν από τόπου σε τόπο και δε ζητούσε τόση μεγάλη πίστη από τους ανθρώπους που Τον πλησίαζαν και Τον παρακαλούσαν για κάτι. Εδώ, όμως, ήλθαν μόνοι τους και πίστη εκδήλωσαν· διότι έγινε η θαυματουργική θεραπεία «ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν(:όταν είδε ο Ιησούς την πίστη αυτών)», λέγει ο ευαγγελιστής, δηλαδή την πίστη αυτών που Τον κατέβασαν από τη στέγη. Επειδή δεν ζητεί πάντοτε την πίστη από τους ασθενείς, όπως, επί παραδείγματι, όταν στερούνται του λογικού τους ή έχουν χάσει τις αισθήσεις με άλλο τρόπο λόγω της νόσου. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μάλλον και η πίστη του ασθενούς, διότι, διαφορετικά, δεν θα δεχόταν να τον κατεβάσουν από τη στέγη, εάν δεν είχε πίστη.


Αφού λοιπόν έδειξαν τόσο μεγάλη πίστη, δείχνει και ο Ιησούς τη δύναμή Του, με το να συγχωρήσει τα αμαρτήματα με μεγάλη εξουσία και να αποδείξει με όλα αυτά ότι είναι ομότιμος με Αυτόν που Τον γέννησε. Σκέψου, τώρα· παραπάνω το απέδειξε αυτό με τη διδασκαλία, όταν τους δίδαξε ως να έχει εξουσία[πρβλ. Ματθ. 7, 28-29: «Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς(:και όταν ο Ιησούς τελείωσε τους λόγους Του αυτούς, τα πλήθη για πολλή ώρα έμεναν εκστατικά και έκπληκτα από τη διδασκαλία Του· διότι τους δίδασκε πάντοτε με εξουσία και κύρος, ως νομοθέτης και κριτής και αυθεντικός γνώστης της αλήθειας, και όχι σαν τους γραμματείς, οι οποίοι για να επιβεβαιώσουν τα όσα έλεγαν αναφέρονταν στο νόμο και τις παραδόσεις των παλαιοτέρων)».


Επίσης, στη θεραπεία του λεπρού, όταν ο λεπρός Του είχε ζητήσει να τον θεραπεύσει[Ματθ.8,2:«Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι(:και να, ένας λεπρός ήλθε και τον προσκυνούσε γονατιστός λέγοντας: ‘’Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου’’)» και ο Ιησούς του απάντησε: «Θέλω, καθαρίσθητι(:Θέλω. Καθαρίσου)», καθώς επίσης και με την περίπτωση του εκατοντάρχου, που όταν Του είπε: «Μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου(:πες αυτό που θέλεις μόνο με έναν απλό λόγο, και θα γιατρευθεί ο δούλος μου)»[Ματθ. 8,8], έδειξε τον θαυμασμό Του και τον επαίνεσε περισσότερο από όλους.


Επιπροσθέτως, το απέδειξε και με τη γαλήνευση της θάλασσας, όταν με τον λόγο Του μόνο τη χαλιναγώγησε(πρβλ. Ματθ.8,26: «Τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη(:τότε,αφού σηκώθηκε όρθιος, διέταξε με αυστηρότητα τους ανέμους και τη θάλασσα, κι αμέσως έγινε γαλήνη μεγάλη)», καθώς επίσης και στην περίπτωση εκείνη που οι ίδιοι οι δαίμονες παραδέχονται τον Κύριο ως κριτή[Ματθ.8,29: «Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;(: Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σένα, Ιησού, υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ πρόωρα, πριν από τον καιρό της παγκόσμιας κρίσεως, για να μας βασανίσεις;)»], και τους εκδίωκε με μεγάλη εξουσιαστική δύναμη[Ματθ.8,28-34]. Εδώ, πάλι, με ένα τρόπο πιο θαυμαστό εξαναγκάζει τους ίδιους τους εχθρούς Του να ομολογήσουν την ομοτιμία Του προς τον Πατέρα και με το στόμα αυτών καθιστά αυτό φανερό.


Ο ίδιος, λοιπόν, ο Ιησούς, δείχνοντας τη μετριοφροσύνη Του (διότι Τον περιέβαλε πολύς κόσμος που απέκλειε την είσοδο, γι’ αυτό και τον κατέβασαν από τη στέγη), δεν έσπευσε αμέσως να θεραπεύσει το σώμα, το οποίο ήταν ορατό από όλους, αλλά από τους εχθρούς τους παίρνει αφορμή να πράξει αυτό. Και κατά πρώτον θεράπευσε εκείνο που δε φαινόταν, όταν συγχώρησε τις αμαρτίες του παραλυτικού. Η πράξη αυτή έσωζε μεν τον ασθενή, αλλά στον Ιησού δεν έδιδε μεγάλη δόξα. Οι εχθροί του όμως, παρωθούμενοι από την πονηρία τους και επιθυμώντας να Τον προσβάλλουν, δημιούργησαν χωρίς να το θέλουν τις προϋποθέσεις για να γίνει πλήρως γνωστό και από όλους τους ανθρώπους το γεγονός αυτό της ιάσεως του παραλυτικού.


Πραγματικά, ο Κύριος με την ευστροφία Του χρησιμοποίησε το μίσος τους για τη φανέρωση του θαύματος. Επειδή δηλαδή ταράσσονταν και έλεγαν μέσα τους: «οὗτος βλασφημεῖ(:Αυτός βλασφημεί, διότι σφετερίζεται δικαίωμα που μόνον ο Θεός έχει)»[ Ματθ. 9,3] και «τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός;(: Γιατί ο άνθρωπος αυτός μιλάει έτσι και ξεστομίζει βλασφημίες; Ποιος άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνον ένας, ο Θεός;)» [Μάρκ.2,7],ας δούμε ποια απάντηση τούς έδωσε. Μήπως τους διέλυσε την άποψη αυτήν; Διότι, εάν δεν ήταν ίσος προς τον Θεό, έπρεπε να τους πει: ‘’Γιατί μου αποδίδετε φήμη που δε μου ταιριάζει; Απέχω πολύ από τη δύναμη αυτή’’. Δεν είπε, όμως, τίποτε από αυτά. Αντίθετα, βεβαίωσε και επικύρωσε τον συλλογισμό τους και με όσα είπε και με την πραγματοποίηση του θαύματος.


Επειδή, βέβαια, το να ομιλεί κανείς για τον εαυτό του φαινόταν ότι προκαλούσε την αντίδραση των ακροατών, γι’ αυτό την αντίληψη των ανθρώπων για το άτομό Του την επιβεβαιώνει ο Κύριος διαμέσου των άλλων. Και το άξιον θαυμασμού είναι ότι αυτό το επιτυγχάνει όχι μόνο διαμέσου των φίλων, αλλά και διαμέσου των εχθρών Του. Διότι τόσος ήταν ο πλούτος της σοφίας Του. Διαμέσου των φίλων το πέτυχε όταν είπε «θέλω, καθαρίσθητι(:Θέλω. Καθαρίσου)» στον λεπρό και επίσης όταν είπε για τον εκατόνταρχο «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκε ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού)»[Ματθ.8,10], ενώ δια των εχθρών το πραγματοποιεί στην προκειμένη περίπτωση.


Όταν, λοιπόν, είπαν ότι κανείς δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ο Θεός, πρόσθεσε: «ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας - τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου(: για να μάθετε λοιπόν τώρα ότι ο υιός του ανθρώπου, ο Μεσσίας, ο εκπρόσωπος της ανθρωπότητας και ένδοξος Κριτής της κατά τη δευτέρα παρουσία Του, έχει εξουσία να συγχωρεί στη γη τις αμαρτίες των ανθρώπων, τότε λέει στον παράλυτο: ‘’Σήκω όρθιος και πάρε στους ώμους σου το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου’’)»[ Ματθ. 9,6 και Μαρκ. 2,11].


Και όχι μόνο εδώ, αλλά και άλλοτε πάλι, όταν Του έλεγαν αυτοί: «Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν(:“Δεν θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για κάποιο καλό έργο από εκείνα που λες ότι έκανες. Αλλά θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για τη βλασφημία που ξεστόμισες, και επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου για Θεό και λες ότι είσαι ένα με τον Θεό)»[:Ιω.10,33],και στην περίπτωση αυτή ξανά δεν αρνήθηκε την αντίληψη αυτή αλλά και πάλι την επικύρωσε, όταν είπε: « εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι· εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ πατὴρ κἀγὼ ἐν αὐτῷ(:Εάν δεν κάνω τα υπερφυσικά έργα που μου ζητά ο Πατέρας μου και με βοηθά να τα εκτελώ, και ουσιαστικά αυτά είναι τα ίδια τα έργα του Πατέρα μου, μην πιστεύετε στη μαρτυρία του στόματός μου και στις δικές μου διαβεβαιώσεις.


Εφόσον όμως ενεργώ τα έργα του Πατέρα μου, και αν ακόμη δεν πιστεύετε σε ό,τι λέω εγώ, πιστέψτε τουλάχιστον στα έργα αυτά, για να μάθετε και να οδηγηθείτε απ’ αυτά στην τέλεια πίστη. Κι έτσι θα βεβαιωθείτε ότι μέσα μου είναι και μένει ο Πατέρας μου, κι εγώ είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα. Έχω δηλαδή ως Υιός και Λόγος του Θεού την ίδια φύση με τον Πατέρα, και είμαι άπειρος και εγώ, ώστε να χωράει μέσα μου ο Πατέρας. Είμαστε αχώριστοι ο ένας από τον άλλο, διότι κι εγώ είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα μου)» [ Ιω.10,37-38].


Στην περίπτωση του παραλυτικού της Καπερναούμ όμως και ένα άλλο σημείο της θεότητάς Του και της ισοτιμίας Του προς τον Πατέρα αποδεικνύει. Εκείνοι λοιπόν έλεγαν μέσα τους ότι η συγχώρηση των αμαρτιών είναι αποκλειστική δικαιοδοσία του Θεού· ο Κύριος, όμως, όχι μόνο συγχωρεί τις αμαρτίες, αλλά και πριν από την ενέργεια αυτή δείχνει και κάτι άλλο, το οποίο ήταν γνώρισμα του Θεού μόνο, το να αποκαλύπτει δηλαδή, τις απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων· διότι δεν είχαν εκφράσει ενώπιον όλων ό, τι σκέπτονταν. «Καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;(:τότε όμως μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: ‘’Αυτός βλασφημεί, διότι σφετερίζεται δικαίωμα που μόνον ο Θεός έχει’’. Ο Ιησούς την ίδια στιγμή είδε στα βάθη της καρδιάς τους τις σκέψεις τους και είπε: ‘’Γιατί κάνετε μέσα στις καρδιές σας σκέψεις πονηρές και κακοπροαίρετες;’’)»[Ματθ.9,3-4].


Ως προς το ότι μόνο ο Θεός μπορεί να γνωρίζει καλά τα απόρρητα, άκουσε τι λέγει σχετικά ο προφήτης· «μόνος γινώσκεις τὴν καρδίαν υἱῶν ἀνθρώπων(:εσύ μόνος γνωρίζεις τις καρδιές των υιών των ανθρώπων)»[Β΄Παραλ. 6,30].Και πάλι: «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός(:διότι εσύ, Θεέ μου, γνωρίζεις τα κρυφά ελατήρια των ανθρώπων διότι εξετάζεις τις σκέψεις στα βάθη της καρδιάς και τα απόκρυφά τους συναισθήματα)»[Ψαλ.7,10]. Αλλά και ο Ιερεμίας λέγει: «βαθεῖα ἡ καρδία παρά πάντα, καὶ ἄνθρωπός ἐστι· καὶ τίς γνώσεται αὐτόν; ἐγὼ Κύριος ἐτάζων καρδίας καὶ δοκιμάζων νεφροὺς τοῦ δοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ κατὰ τοὺς καρποὺς τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτοῦ(:η καρδιά του ανθρώπου είναι βαθιά και ανεξερεύνητη, περισσότερο από όλα τα άλλα πράγματα. Αυτός είναι ο άνθρωπος· και ποιος μπορεί να γνωρίσει σε βάθος και πλάτος αυτόν; Εγώ μόνο είμαι ο Κύριος και Θεός, ο οποίος εξετάζω τις καρδιές των ανθρώπων και ερευνώ τους νεφρούς, για να δίδω στον καθένα σύμφωνα με τους δρόμους και τους τρόπους της ζωής του και με τους καρπούς των έργων του)»[Ιερ.17,9]. Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε ότι ο Θεός μόνον έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει καλά ό,τι υπάρχει στη σκέψη των ανθρώπων.


Δείχνοντας, λοιπόν, ο Κύριος ότι είναι Θεός ίσος προς τον Πατέρα που Τον γέννησε, εκείνο που σκέπτονταν μέσα τους -διότι φοβούμενοι τον κόσμο δεν είχαν το θάρρος να διατυπώσουν ενώπιον όλων τη γνώμη τους αυτή- αυτό αποκαλύπτει και το καθιστά φανερό, φερόμενος συγχρόνως και στην παρούσα στιγμή με μεγάλη επιείκεια. «ἵνα τί (:Γιατί)», έλεγε, «ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;(:κάνετε μέσα στις καρδιές σας σκέψεις πονηρές και κακοπροαίρετες;)»[Ματθ.9,4].Μολονότι βέβαια, εάν έπρεπε κάποιος να αγανακτήσει, αυτός ήταν ο παράλυτος, με την ιδέα ότι εξαπατήθηκε και να πει:


«Άλλο ήλθα να θεραπεύσω,και εσύ θεραπεύεις άλλο; Διότι από πού αποδεικνύεται ότι έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες μου;». Τώρα εκείνος δεν λέγει τίποτε παρόμοιο, αλλά εμπιστεύεται τον εαυτό Του στη δικαιοδοσία του θεράποντος. Αυτοί, όμως, επειδή ήσαν κακοήθεις και γεμάτοι μίσος, επιβουλεύονται τις ευεργεσίες των άλλων. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους προσβάλλει μεν, αλλά το κάνει με κάθε λεπτότητα. Πραγματικά, «εάν», λέγει, «δεν πιστεύετε σε ό,τι είπα προηγουμένως και έχετε τη γνώμη ότι αυτό αποτελεί κομπασμό, ιδού προσθέτω και κάτι άλλο σε αυτό, το ότι δηλαδή, αποκαλύπτω τις απόκρυφες σκέψεις σας. Και ύστερα από αυτό, ένα ακόμη. Ποιο είναι λοιπόν αυτό; Το ότι θα ενδυναμώσω το σώμα του παραλύτου».


Και όταν μεν απευθυνόταν προς τον παράλυτο, δεν ομιλούσε κατά τρόπο που να αποδεικνύει σαφώς την εξουσία Του. Διότι δεν είπε «σου συγχωρώ τις αμαρτίες», αλλά «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου(:σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου)». Όταν όμως Τον ανάγκασαν εκείνοι, τότε πλέον καθαρότερα δείχνει την εξουσία Του, όταν λέγει: «ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας (:για να μάθετε λοιπόν τώρα ότι ο υιός του ανθρώπου, ο Μεσσίας, ο εκπρόσωπος της ανθρωπότητας και ένδοξος Κριτής της κατά τη δευτέρα παρουσία Του, έχει εξουσία να συγχωρεί στη γη τις αμαρτίες των ανθρώπων)»[Ματθ.9,6]. Βλέπεις πόσο απείχε από του να μη θέλει να θεωρείται ίσος προς τον Πατέρα; Διότι δεν είπε ότι έχει ανάγκη από άλλο ο υιός του ανθρώπου ή ότι του έδωσε ο Πατέρας την εξουσία. «Αλλά για να σας πείσω», λέγει, «ότι δε βλασφημώ όταν κάνω τον εαυτό μου ίσο με τον Θεό».


Πραγματικά, σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να φέρει αποδείξεις σαφείς και αναντίρρητες, όπως όταν λέγει: «ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ(:Πρόσεξε να μην πεις σε κανένα το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο)» [Ματθ.8,4].


Επίσης, την πεθερά του Πέτρου την παρουσιάζει να τον υπηρετεί[Ματθ.8,15: «καὶ ἥψατο τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετὸς καὶ ἠγέρθη καὶ διηκόνει αὐτῷ(:τότε άγγιξε το χέρι της κι αμέσως έφυγε ο πυρετός, και σηκώθηκε τελείως υγιής και τον υπηρετούσε, αφού δεν αισθανόταν ούτε την παραμικρή εξάντληση)»]και επιτρέπει να πέσουν οι χοίροι στον γκρεμό [Ματθ. 8,32: «καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν(:και επειδή αυτοί που έτρεφαν τους χοίρους το έκαναν αυτό παραβαίνοντας τον μωσαϊκό νόμο, που απαγόρευε ως ακάθαρτο το χοιρινό κρέας, ο Κύριος τιμωρώντας την παρανομία τους αυτή είπε στους δαίμονες: ‘’Πηγαίνετε’’. Κι αυτοί βγήκαν απ’ τους ανθρώπους και πήγαν στους χοίρους. Και ξαφνικά όλο το κοπάδι των χοίρων όρμησε με μανία από το επάνω μέρος του γκρεμού προς τα κάτω, στη θάλασσα, και πνίγηκαν στα νερά της λίμνης)»].


Κατά όμοιο τρόπο και εδώ προς απόδειξη της συγχωρήσεως των αμαρτιών φέρει τη θεραπεία του σώματος, προς απόδειξη δε της θεραπείας του σώματος το ότι ο θεραπευμένος,πλέον, παραλυτικός σήκωσε το κρεβάτι του, ώστε να μη θεωρηθεί ότι το γεγονός αυτό ήταν φαντασία. Και δεν το κάνει αυτό προηγουμένως, παρά αφού τους ρώτησε: «τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;(:και είναι πράγματι οι σκέψεις σας αυτές κακόγνωμες και κακοπροαίρετες, διότι, τι είναι ευκολότερο, να πει κανείς: ‘’είναι συγχωρημένες οι αμαρτίες σου’’, ή να πει: ‘’σήκω όρθιος και περπάτα’’; Εσείς θεωρείτε δυσκολότερο αυτό το τελευταίο)»[Ματθ.9,5], λέγει. 


Είναι φανερό ότι ευκολότερο είναι η θεραπεία του σώματος· διότι όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα, τόσο περισσότερο προτιμότερο είναι το να συγχωρηθούν τα αμαρτήματα αυτού· επειδή όμως το μεν δεν φαίνεται, ενώ το άλλο φαίνεται, πράττω το υποδεέστερο μεν αλλά οπωσδήποτε που είναι περισσότερο εμφανές, ώστε δι’αυτού να αποδειχθεί και αυτό που είναι σπουδαιότερο και που δεν φαίνεται, αποκαλύπτοντας πλέον δια των έργων Του αυτό που είχε λεχθεί από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή , ότι δηλαδή Αυτός σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου[ Ιω.1,29:«ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου(:να εκείνος που προφήτευσε ο Ησαΐας και μας τον απέστειλε ο Θεός για να θυσιαστεί ως αρνί και να σηκώσει με τη σφαγή και τη θυσία του ολόκληρη την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου, και έτσι να την εξαλείψει)»].


Αφού λοιπόν τον θεράπευσε, τον αποστέλλει στο σπίτι του. Πάλι με την ενέργειά Του αυτήν φανερώνει την ταπεινοφροσύνη Του και ακόμη ότι το γεγονός αυτό που συνέβη δεν ήταν φανταστικό· διότι εκείνους που ήταν μάρτυρες της ασθένειας, τους καθιστά μάρτυρες και της πραγματικής θεραπείας. «Εγώ, βέβαια, ήθελα», λέγει, «διαμέσου της δικής σου ασθένειας να θεραπεύσω και εκείνους που νομίζουν ότι είναι υγιείς, αλλά είναι ασθενείς πνευματικώς. Επειδή όμως δεν θέλουν, πήγαινε στο σπίτι σου, για να θεραπεύσεις τους οικείους σου». Προσέχεις με ποιον τρόπο αποδεικνύει ότι ο Ίδιος είναι ο δημιουργός και της ψυχής και του σώματος; Θεραπεύει, λοιπόν, την παράλυση του κάθε συστατικού του ανθρώπου και τη θεραπεία που είναι αθέατη την αποδεικνύει με εκείνη που είναι φανερή.


Αλλά εξακολουθούν ακόμη να σύρονται στο χώμα: «ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις(:όταν λοιπόν τα πλήθη του λαού είδαν αυτό που έγινε, θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό, ο οποίος έδωσε στους ανθρώπους τέτοια εξουσία, καθώς τον Ιησού Τον θεωρούσαν ως έναν εκ των ανθρώπων, το να συγχωρούνται δηλαδή οι αμαρτίες, και συγχρόνως να γιατρεύονται με ένα λόγο αθεράπευτες ασθένειες του σώματος)»[Ματθ.9,8]. Τους εμπόδιζε ακόμη η σάρκα για να αντιληφθούν πλήρως τη θεότητά Του. Αλλά δεν τους μαλώνει, μα προχωρεί και με τα έργα Του τους αφυπνίζει και τους εξυψώνει το φρόνημα· διότι προς το παρόν δεν ήταν μικρό να τον θεωρούν ανώτερο απ΄όλους τους ανθρώπους και ότι έχει έλθει εκ μέρους του Θεού. Επειδή, εάν είχαν τέλεια βεβαιότητα γι’ αυτά μέσα τους, τότε βαθμιαία θα αντιλαμβάνονταν ότι ήταν και του Θεού υιός.


Αλλά δεν κατενόησαν καλά αυτά, γι’αυτό και δεν μπόρεσαν να Τον πλησιάσουν· διότι έλεγαν πάλι: «Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ·ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; (:’’Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από τον Θεό, διότι δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου’’. Άλλοι έλεγαν: ‘’Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια αποδεικτικά και σημαδιακά θαύματα;’’ Και διαφωνούσαν μεταξύ τους)»[Ιω.9,16].Και συνεχώς αυτά ανέφεραν, για να δικαιολογήσουν τα δικά τους πάθη.


Το ίδιο κάνουν και σήμερα πολλοί άνθρωποι και πιστεύουν ότι ο Θεός εκδικείται και εκδηλώνουν με τον τρόπο αυτόν τα δικά τους πάθη, ενώ πρέπει να εξετάζουμε τα πάντα με επιείκεια· διότι ο Θεός, μπορούσε, πραγματικά, να ρίξει κεραυνό σε εκείνους που Τον βλασφημούν, αλλά, εντούτοις, ανατέλλει για όλους τον ήλιο και βρέχει και όλα τα άλλα τα παρέχει με αφθονία. Αυτόν πρέπει να μιμούμαστε και εμείς και να παρακαλούμε, να συμβουλεύουμε, να νουθετούμε με πραότητα, χωρίς να οργιζόμαστε ούτε να γινόμαστε πραγματικά θηρία· διότι δεν συμβαίνει καμία βλάβη στον Θεό από τη βλασφημία, για να θυμώσει. Αντίθετα, ο βλάσφημος ο ίδιος δέχεται και το τραύμα από τη βλασφημία του. Γι’ αυτό, λοιπόν, στέναξε, θρήνησε, διότι το πάθος αυτό είναι άξιο για δάκρυα.


Επίσης, αυτόν που τραυματίστηκε τίποτα δεν μπορεί να τον θεραπεύσει τόσο πολύ όσο η επιείκεια. Πρόσεξε, εξάλλου με ποιον τρόπο μας ομιλεί ο υβρισθείς Θεός και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά λέγει: «λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἢ τί ἐλύπησά σε ἢ τί παρηνώχλησά σοι; ἀποκρίθητί μοι (:λαέ μου, τι κακό σου έκαμα ή σε τι σε λύπησα ή σε τι σε παρενόχλησα; Απάντησέ μου)»[Μιχ. 6,3], και στην Καινή: «Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;(:Σαύλε, Σαύλε, γιατί με καταδιώκεις;)»[Πράξ.9,4].Και ο Παύλος, επίσης, προτρέπει να διδάσκουμε με πραότητα τους αντιφρονούντες.


Αλλά και όταν οι μαθητές πλησίασαν τον Χριστό και ήγειραν την αξίωση να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό, τους μάλωσε πολύ και τους είπε: «οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς(:δεν ξέρετε ακόμη τι διαθέσεων και φρονημάτων ανθρώπους σας κάνει η νέα πνευματική δύναμη και ζωή που μεταδίδει η διδασκαλία μου και η χάρη του Πνεύματός μου. Δεν είστε άνθρωποι και διδάσκαλοι του πνεύματος της οργής και τιμωρίας που επικρατούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά του πνεύματος της πραότητας, της μακροθυμίας και της αγάπης, που δεν καταστρέφει, αλλά σώζει)»[Λουκ.9,55].Και στην παρούσα περίπτωση δεν είπε: «ω μιαροί και αγύρτες˙ ω εσείς που είστε γεμάτοι από φθόνο και εχθροί της σωτηρίας των ανθρώπων». Αλλά λέγει: «Γιατί σκέπτεστε πονηρά μέσα στην καρδιά σας;»


Κατά συνέπεια, πρέπει με επιείκεια να αφανίζουμε τα νοσήματα· διότι εκείνος που θα γίνει καλύτερος πιεζόμενος από τον ανθρώπινο φόβο, γρήγορα θα επιστρέψει εκ νέου στην πονηρία. Γι’ αυτό άλλωστε προέτρεψε να αφήσουν και τα ζιζάνια, για να δώσει τη δυνατότητα και τον καιρό να μετανοήσουν[πρβλ. Ματθ.13,30: «ἄφετε συναυξάνεσθαι ἀμφότερα μέχρι τοῦ θερισμοῦ, καὶ ἐν καιρῷ τοῦ θερισμοῦ ἐρῶ τοῖς θερισταῖς· συλλέξατε πρῶτον τὰ ζιζάνια καὶ δήσατε αὐτὰ εἰς δέσμας πρὸς τὸ κατακαῦσαι αὐτά, τὸν δὲ σῖτον συναγάγετε εἰς τὴν ἀποθήκην μου(:αφήστε να μεγαλώνουν και τα δύο μέχρι την εποχή του θερισμού.


Και τον καιρό του θερισμού, δηλαδή της τελικής κρίσεως, θα πω στους θεριστές αγγέλους μου: ‘’Μαζέψτε πρώτα τα ζιζάνια και δέστε τα σε δεσμίδες για να τα κατακάψετε. Δηλαδή ξεχωρίστε τους πονηρούς ανθρώπους και ρίξτε τους όλους μαζί στη φωτιά της αιωνίου κολάσεως. Το σιτάρι όμως μαζέψτε το στην αποθήκη μου. Τους αγαθούς δηλαδή και ενάρετους συνάξτε τους στην ουράνια βασιλεία’’)»]. Πραγματικά, πολλοί από αυτούς μετανόησαν και έγιναν σπουδαίοι, ενώ προηγουμένως ήταν φαύλοι, όπως είναι ο Παύλος, ο τελώνης και ο ληστής· διότι, ενώ ήσαν ζιζάνια, έγιναν σίτος εκλεκτός. Βέβαια, όσον αφορά τα σπέρματα αυτό είναι αδύνατο, αλλά αναφορικά με τη διάθεση των ανθρώπων είναι πολύ εύκολο, διότι αυτή δεν υπόκειται στους φυσικούς νόμους, αλλά έχει τιμηθεί με την ελευθερία της εκλογής.


Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν δεις έναν εχθρό της αλήθειας να τον φροντίσεις, να τον επιμεληθείς, να τον οδηγήσεις προς την αρετή, να δείξεις άριστο βίο, να του μιλήσεις με λόγους απαλλαγμένους από κάθε κατηγορία(«περὶ πάντα σεαυτὸν παρεχόμενος τύπον καλῶν ἔργων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀδιαφθορίαν, σεμνότητα, ἀφθαρσίαν, λόγον ὑγιῆ, ἀκατάγνωστον, ἵνα ὁ ἐξ ἐναντίας ἐντραπῇ μηδὲν ἔχων περὶ ἡμῶν λέγειν φαῦλον(:αλλά συγχρόνως πρέπει και εσύ να συμπεριφέρεσαι έτσι, ώστε σε όλα να παρέχεις τον εαυτό σου υπόδειγμα καλών έργων. Και στη διδασκαλία απόφευγε κάθε νόθευση, αλλά να διδάσκεις αδιάφθορη την αλήθεια και όσα διδάσκεις να εμπνέουν τη σεμνότητα, να διακρίνονται για την καθαρότητα της διδασκαλίας, να είναι λόγος σωστός και υγιής, ελεύθερος από την αρρώστια της αιρέσεως, ακατηγόρητος, ώστε κάθε αντίπαλος και εχθρός του Χριστού και του Ευαγγελίου να ντροπιαστεί, καθώς δεν θα έχει να λέει κανένα κακό για μας)»[Τίτ.2,8], να του προσφέρεις προστασία και κηδεμονία, να χρησιμοποιήσεις κάθε τρόπο διορθώσεως, μιμούμενος τους αρίστους ιατρούς.


Διότι και αυτοί δεν θεραπεύουν με έναν τρόπο μόνο, αλλά όταν δουν ότι δεν υποχωρεί η πληγή στο αρχικό φάρμακο προσθέτουν άλλο και ύστερα από αυτό πάλι άλλο. Και άλλοτε μεν κόπτουν, άλλοτε δε επιδένουν. Και εσύ, λοιπόν, αφού γίνεις ιατρός των ψυχών, να χρησιμοποιήσεις κάθε τρόπο θεραπείας σύμφωνα με τους νόμους του Χριστού, για να λάβεις αμοιβή και για τη δική σου σωτηρία και για την ωφέλεια που έδωσες στους άλλους. Όλα να τα κάνεις προς δόξαν του Θεού και έτσι θα δοξάζεσαι και ο ίδιος. [Α΄Βασ.2,30: «Τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω, καὶ ὁ ἐξουθενῶν με ἀτιμασθήσεται(:εγώ θα δοξάζω εκείνους, που με δοξάζουν και με σέβονται, και θα καταφρονήσω και θα εξουθενώσω εκείνους, οι οποίοι με καταφρονούν)»].


Τα πάντα λοιπόν ας τα πράττουμε προς δόξαν του Θεού, για να λάβουμε τη μακάρια εκείνη κληρονομία, την οποία είθε όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος








ΠΗΓΕΣ:


http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΘ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 279-297.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ. 92-100.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF