ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕ' ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕ' ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΖΑΚΧΑΙΟ



Λουκά κεφ. ιθ' στίχοι 1-10)

Τῷ καιρῷ εκείνω, διήρχετο ὁ Ἰησοῦς τὴν Ἱεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. Ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλό.



ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': Ο ΖΑΚΧΑΙΟΣ ΩΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΔΙΟΡΘΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΔΙΚΙΩΝ ΜΑΣ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ (2023)


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ (2021)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΖΑΚΧΑΙΟΝ ΤΟΝ ΤΕΛΩΝΗΝ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ 2023 (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ)


ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ (ΙΕ' ΛΟΥΚΑ)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ Ή ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ;


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΖΑΚΧΑΙΟΙ ΞΥΠΝΗΣΤΕ!


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ (2021)



ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΛΩΝΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΚΑΛΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΑΜΕΣΗ!


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ - Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΛΩΝΗ ΖΑΚΧΑΙΟΥ


ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ 2024 (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ) 2008


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ 2024 (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ)


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

 


«Πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ κοπιῶμεν καὶ ὀνειδιζόμεθα, ὅτι ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν (: Το ότι οι αγώνες της ευσεβούς και αγίας ζωής μάς ωφελούν και στη ζωή αυτή και στη μελλοντική είναι λόγος αξιόπιστος και άξιος να τον αποδεχθεί κανείς με όλη του την καρδιά.


Κι επειδή ο λόγος αυτός είναι αξιόπιστος, γι’ αυτό ακριβώς κι εμείς υπομένουμε κόπους και δεχόμαστε ονειδισμούς ότι είμαστε δήθεν ανόητοι, επειδή έχουμε στηρίξει τις ελπίδες μας στον ζωντανό Θεό. Αυτός είναι ο σωτήρας όλων των ανθρώπων, τους οποίους συντηρεί με την πρόνοιά Του, προπαντός όμως των πιστών, τους οποίους σώζει από τον αιώνιο θάνατο)»[Α΄Τιμ. 4,9-10].


Ο Παύλος κακολογούνταν και εσύ στενοχωριέσαι; Ο Παύλος κοπίαζε και εσύ θέλεις να ζεις με απολαύσεις; Αλλά δεν θα μπορούσε εκείνος να επιτύχει τόσα αγαθά επιδιδόμενος στις απολαύσεις. Γιατί, αν τα κοσμικά πράγματα, που είναι πρόσκαιρα και φθαρτά, δεν αποκτούνται ποτέ από τους ανθρώπους χωρίς κόπους και ιδρώτες, πολύ περισσότερο τα πνευματικά.


«Ναι», λέγει ίσως κάποιος, «αλλά πολλοί συχνά τα απέκτησαν από κληρονομιά». Αλλά κι αν αυτά αποκτούνται έτσι, η προσπάθεια να τα φυλάξεις και να τα διασώσεις δεν είναι χωρίς κόπους, αλλά πρέπει να κοπιάζεις και να ταλαιπωρείσαι όχι λιγότερο από εκείνους που τα απέκτησαν.


Και δεν λέγω βέβαια ότι πολλοί αν και κοπίασαν πολύ και ταλαιπωρήθηκαν, διαψεύστηκαν οι ελπίδες τους στην είσοδο του λιμανιού, γιατί έπνευσε κάποιος άνεμος με ορμή, προξενώντας το ναυάγιο των καλών αυτών ελπίδων.


Σε μας όμως δεν συμβαίνει τίποτε παρόμοιο· γιατί ο Θεός είναι Εκείνος που μας έδωσε τις υποσχέσεις και «ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει(:η ελπίδα αυτή δεν ντροπιάζει και δεν διαψεύδει αυτόν που την έχει)» [Ρωμ.5,5].


Ή δεν γνωρίζετε και εσείς, ότι από εκείνους που καταγίνονται με τα βιοτικά πράγματα, πόσοι δεν απόλαυσαν τους καρπούς, αν και κατέβαλαν μύριους κόπους, ή επειδή πολλές φορές τους πήρε ο θάνατος πριν από την ώρα τους, ή επειδή συνέβη κάποια μεταβολή των πραγμάτων ή επειδή έπεσε αρρώστια ή επειδή τους επιτέθηκαν συκοφάντες, ή και κάποια άλλη αιτία(γιατί πολλά είναι τα ανθρώπινα), που τους οδήγησε εκεί με άδεια χέρια;


«Τι λοιπόν», θα αναρωτηθεί ίσως κάποιος, «δεν βλέπεις εκείνους που πέτυχαν, εκείνους που απέκτησαν μεγάλα αγαθά με λίγους κόπους;». Ποια «αγαθά»; Χρήματα και σπίτια, και πλέθρα γης τόσα και τόσα, και κοπάδια από δούλους, και κιλά από χρυσό και άργυρο;


Αυτά λες «αγαθά», και δεν σκεπάζεις το πρόσωπό σου, ούτε κρύβεσαι από ντροπή, που, ενώ είσαι άνθρωπος και έχεις λάβει εντολή να φιλοσοφείς για τον ουρανό, εσύ και χάσκεις προς τα γήινα πράγματα, και ονομάζεις αγαθά εκείνα που είναι εντελώς ανάξια λόγου; Αν είναι αυτά αγαθά, τότε πρέπει οπωσδήποτε να ονομάζουμε αγαθούς και εκείνους που τα απέκτησαν· γιατί πώς δεν είναι αγαθός εκείνος που κατέχει κάποιο αγαθό;


Τι λοιπόν; Πες μου. Όταν αυτοί που τα απέκτησαν είναι πλεονέκτες και άρπαγες, θα τους ονομάσουμε «αγαθούς»; Γιατί, αν ο πλούτος είναι αγαθό, και μαζεύεται από πλεονεξία, όσο αυξάνεται τόσο περισσότερο «αγαθό» θεωρείται ότι θα κάνει αυτόν που τον έχει. Άρα λοιπόν είναι αγαθός ο πλεονέκτης; Αν όμως είναι αγαθός ο πλούτος και αυξάνεται από πλεονεξία, όσο πιο πλεονέκτης είσαι, τόσο πιο αγαθός θα είσαι…


Είδες την αντίθεση; «Αλλά», λέγει, «αν δεν είσαι πλεονέκτης;». Και πώς είναι δυνατό αυτό να γίνει; Γιατί το πάθος είναι καταστρεπτικό και δεν είναι δυνατό, δεν είναι δυνατό να πλουτίζει κανείς χωρίς να αδικεί. Αυτό το δήλωσε ο Χριστός, λέγοντας: «Ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας(:Κάντε λοιπόν κι εσείς φίλους απ’ τον άδικο πλούτο ευεργετώντας με φιλανθρωπίες τους συνανθρώπους σας, ώστε όταν πεθάνετε, να σας υποδεχθούν οι φίλοι σας αυτοί στις αιώνιες σκηνές του παραδείσου)» [Λουκά 16,9].


«Τι λοιπόν», λέγει ίσως, «αν λάβει την κληρονομιά από τον πατέρα του;». Πήρε αυτά που μαζεύτηκαν με αδικία. Γιατί δεν ήταν βέβαια ο πρόγονος εκείνου από του Αδάμ πλούσιος, αλλά πολλοί άλλοι είναι φυσικό να γεννήθηκαν πριν από εκείνον· έπειτα ανάμεσα στους πολλούς βρέθηκε κάποιος που με αδικίες πήρε εκείνα που ανήκαν στους άλλους και τα καρπούνταν. «Τι λοιπόν», λέγει, «ο Αβραάμ είχε άδικο πλούτο;

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΖΑΚΧΑΙΟΙ ΞΥΠΝΗΣΤΕ!




ταν ὁ Κύριος, ἀγαπητοί μου, ἐκήρυττε στὰ παράλια τῆς Τιβεριάδος, στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις τῆς Παλαιστίνης, στὸ βουνὸ ἢ στὴ συναγωγή, πλήθη ἄκουγαν. Πόσοι ὅμως τὸν ἄκουγαν καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς;


Πόσοι ἐδέχοντο τὸ φῶς του στὴν καρδιά τους καὶ ἐδονοῦντο ψυχικά; Πόσοι ἄλλαζαν; Ὤ, λίγοι ἦταν οἱ θαυμασταὶ τοῦ κηρύγματος ποὺ δὲν ἔμεναν ἁπλῶς στὸ θαυμασμὸ ἀλλὰ ἔκαναν πρᾶξι καὶ ζωὴ τὰ λόγια του. Γιατί οἱ περισσότεροι ἔφευγαν χωρὶς μεταβολή, χωρὶς ψυχικὸ συγκλονισμό;


Τὴν ἀπάντησι στὸ τρομακτικὸ αὐτὸ ἐρώτημα δίδει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο; Τὸ προσέξατε; Περνοῦσε ὁ Χριστὸς μέσ᾿ ἀπὸ μιὰ ὡραία πόλι, τὴν Ἰεριχώ. Στὸ ἄκουσμα ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, γιὰ τὸν ὁποῖο τόσα διεδίδοντο, οἱ κάτοικοι ἄφησαν τὰ σπίτια τους καὶ πετάχτηκαν ἔξω.


π᾿ ὅλον αὐτὸ τὸν συρφετὸ ἔνιωσε ἆραγε κανεὶς τὸ Χριστό; αἰσθάνθηκε στὴν καρδιά του τὸ θεϊκὸ ῥεῦμα τῆς ἀγάπης του, συγκλονίστηκε ἡ ψυχή του, ἦρθαν στὸ μυαλό του νέες σκέψεις; Ὤ, κλεισμένες οἱ καρδιὲς τῶν κατοίκων τῆς Ἰεριχοῦς· μπετὸν ἀρμέ! Δὲν ἄνοιξαν μπροστὰ στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ· τὰ πάθη δὲν παραμέρισαν διόλου.


Μία περιέργεια νὰ δοῦν τοὺς τράβηξε στὸ δρόμο, τίποτε περισσότερο. Λοιπὸν ἔτσι ἄκαρπη θὰ ἔμενε αὐτὴ ἡ ὁδοιπορία τοῦ Χριστοῦ στὴν ὄμορφη αὐτὴ πόλι; Ὄχι. Μέσα στὸν κόσμο ποὺ κατέκλυσε τοὺς δρόμους καὶ μῆλο νὰ ἔρριχνες δὲν ἔπεφτε, κάποιος ἔνιωσε τὸ Χριστό· μιὰ καρδιὰ δέχθηκε τὸ φῶς του, τὴν διαπέρασε τὸ ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα τῆς ἀγάπης του.


Αὐτὸς μόνο κατάλαβε τὸ Χριστὸ ᾿κείνη τὴ μέρα. Ποιός ἦταν; Ἦταν, ἀγαπητοί μου, ἕνας μεγάλος κλέφτης. Ὄχι ἀπ᾿ τοὺς κλέφτες ποὺ ζοῦν στὰ βουνά, ἀλλ᾿ ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν στὶς πόλεις καὶ κλέβουν καὶ λῃστεύουν μὲ τὸ γάντι.


Τέτοιος κλέφτης ἦταν ὁ Ζακχαῖος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ἦταν «ἀρχιτελώνης» (Λουκ. 19,2), δηλαδὴ γενικὸς εἰσπράκτωρ τῶν φόρων. Καὶ σὰν τέτοιος, διεφθάρη ἀπὸ τὸ χρῆμα. Ἔκλεψε, λῄστευσε, ἅρπαξε οἰκονομίες φτωχῶν, πάτησε ἐπὶ πτωμάτων, καὶ ἔτσι πλούτισε. Ἀλλὰ ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδήσεως.


φωνούλα αὐτή, ποὺ ἔβαλε μέσα μας ὁ Θεός, ἐλέγχει τοὺς ἐνόχους. Ἐλέγχει τὸν κλέφτη, τὸ φονιᾶ, τὸ διεφθαρμένο. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ἤλεγξε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τὸν Κάϊν, τὸν Ἰούδα, τὸν Ἀνανία καὶ τὴ Σαπφείρα.


Αὐτὴ τώρα ἐλέγχει καὶ τὸ Ζακχαῖο. «Ζακχαῖε,» τοῦ λέει, «εἶσαι ἕνας κλέφτης, ἕνας λῃστής· ἔκανες νὰ πεινάσουν ὀρφανά, νὰ κλάψῃ ἡ χήρα μάνα, νὰ πονέσῃ ὁ τίμιος ἐργάτης, νὰ κλέψῃ ὁ μικρὸς βιοπαλαιστὴς γιὰ νὰ ζήσῃ. Ζακχαῖε, εἶσαι ἔνοχος, εἶσαι ἁμαρτωλός».


συνείδησι λοιπὸν τὸν ἔκανε νὰ ξυπνήσῃ, νὰ νιώσῃ τὴ θέσι του, νὰ πεταχτῇ στὸ δρόμο, νὰ ζητῇ πάσῃ θυσίᾳ νὰ δῇ τὸν Ἰησοῦ· ἐκεῖνον ποὺ γαληνεύει τὶς συνειδήσεις, ἐκεῖνον ποὺ σῴζει. Καὶ τὸν εἶδε τὸν Ἰησοῦ. Μὰ πῶς τὸν εἶδε, ἀφοῦ ἦταν κοντὸς καὶ τόσοι ἄνθρωποι εἶχαν κάνει τοῖχο μπροστά του;


! ὅταν θέλῃς νὰ πλησιάσῃς τὸ Χριστό, τὰ ἐμπόδια ὑπερπηδοῦνται. Καὶ ὁ Ζακχαῖος ὑπερπήδησε τὰ ἐμπόδια τοῦ ἀναστήματος. Ἀνέβηκε σ᾿ ἕνα δέντρο, σὲ μιὰ συκομορέα, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἀντίκρυσε τὸ μεγαλεῖο τῆς Θεότητος τοῦ Ἰησοῦ.


Γιὰ νὰ δῇς ἕνα πανόραμα, τὴ θάλασσα λ.χ. μὲ τὶς ἀκτές της, τὰ χωριουδάκια μὲ τὰ κάτασπρα σπιτάκια ἢ τὶς πολιτεῖες μὲ τὶς καμινάδες τῶν ἐργοστασίων, πρέπει ν᾿ ἀνεβῇς κάπου ψηλά, στὸ βουνό· καὶ γιὰ νὰ δῇς τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, νὰ αἰσθανθῇς τὴ θεϊκή του δύναμι, πρέπει νὰ ὑψωθῇς πάνω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, πάνω ἀπ᾿ τὴν ὕλη, πάνω ἀπ᾿ τὸν κόσμο τῆς φθορᾶς, ἡ σκέψι σου νὰ πετάξῃ ψηλότερα, νὰ ἐγγίσῃ τὰ ἄστρα, νὰ κατοπτεύσῃ τὴν αἰωνιότητα.


Τότε θὰ νιώσῃς ἐντός σου τὸ μεγαλεῖο τὴς Θεότητος. Ὁ Ζακχαῖος, λοιπόν, στὴ συκομορέα, μετέωρος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.


Καὶ ἡ συκομορέα εἶνε ἕνας τύπος, γιὰ νὰ καταλάβουμε, ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ σκέψι του ἀνέβηκε ὑψηλότερα.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ 2024 (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ) 2008




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ - Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΛΩΝΗ ΖΑΚΧΑΙΟΥ




Για προηγούμενες ομιλίες πνευματικού περιεχομένου που απευθύναμε προς τη δική σας αγάπη πήραμε αφορμή από όσα εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς σχετικά με τη θεραπεία ανθρώπων που ήταν ως προς το σώμα λεπροί και τυφλοί.


Σήμερα, ωστόσο, ως θέμα της ομιλίας μας θα έχουμε τον κάτοικο της Ιεριχούς Ζακχαίο, που ήταν τυφλός ως προς την ψυχή και την ανάβλεψή του ως προς αυτήν. Μεγάλο επίσης είναι και το θαύμα που διενεργήθηκε σε αυτόν και καθόλου μικρότερο από όσα επιτελέστηκαν σε εκείνους.


Διότι και αυτός είχε στο σκοτάδι τους εσωτερικούς οφθαλμούς της καρδιάς, όπως ο τυφλός εκείνος (της Ιεριχούς) είχε στο σκοτάδι τους οφθαλμούς που εξωτερικά είχε στο πρόσωπό του· διότι ούτε αυτός δεν μπορούσε, σύμφωνα με όσα μας ιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, να δει τον Ιησού, και απαλλάχθηκε και αυτός από το πνευματικό του σκοτάδι, με μόνο τον λόγο Εκείνου που και στην αρχή του κόσμου με μόνο τον λόγο Του δημιούργησε το φως και καταύγασε όλη την αισθητή κτίση.


Όπως δηλαδή τότε, πριν να πει ο Θεός: «Γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς(:ας γίνει φως, και έγινε φως)»[Γέν.1,3], υπήρχε βαθύ σκοτάδι επάνω από την άβυσσο, έτσι και τώρα, πριν να πει προς τον Ζακχαίο ότι «σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι (:σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου)»[Λουκ.19,5], το φοβερό σκοτάδι της φιλαργυρίας ήταν καθισμένο επάνω στην ψυχή αυτού του ανθρώπου, ενώ η διάνοιά του ήταν οπωσδήποτε παραχωμένη μαζί με τον χρυσό σε σκοτεινούς τόπους, όπου θησαυρίζεται από τους φιλάργυρους ο χρυσός και ο άργυρος·


«που γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν(:διότι εκεί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας)»[Ματθ.6,21 και Λουκ.12,34], λέγει ο Κύριος. Ας δούμε λοιπόν πρώτα όσα αναφέρει η διήγηση του ευαγγελίου σχετικά με αυτόν. «Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ(:έπειτα από λίγο ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ, και περνούσε μέσα από την πόλη)». Τι είχε προηγηθεί;


Αφού πρώτα καθάρισε τους λεπρούς από την αρρώστιά τους, αφού έδωσε φως στους τυφλούς, αφού με τη φήμη που απέκτησε μέσω των θαυματουργικών θεραπειών που επιτέλεσε σε τέτοιους ασθενείς ανθρώπους, μαζί με πολλούς άλλους προσείλκυσε και τον Ζακχαίο στον πόθο για να Τον δει. «Αφού λοιπόν μπήκε μέσα στην Ιεριχώ ο Ιησούς, περνούσε μέσα από την πόλη»· και όχι βέβαια μόνο την Ιεριχώ, αλλά και την Ιουδαία διερχόταν ο Κύριος, και τη Γαλιλαία και γενικώς τη γη·


διότι δεν ήλθε εδώ για να παραμείνει σωματικώς, αν και έλαβε σώμα σαν το δικό μας για να σώσει εμάς, όπως ευδόκησε, αλλά και για να διέλθει και να ανεβεί προς τον ουρανό από όπου κατήλθε, ανεβάζοντας μαζί και το δικό μας φύραμα και τοποθετώντας το επάνω από κάθε αρχή και εξουσία· αλλά και κατά τον καιρό της διδασκαλίας Του διερχόταν περιοδεύοντας όλο τον τόπο της Παλαιστίνης.


Όπως δηλαδή στην αρχή της Δημιουργίας συνήγαγε σε ένα δίσκο όλο το φως της ημέρας και κατέστησε βασιλιά της τον ήλιο, δεν τον άφησε όμως να στέκεται ακίνητος, αλλά τον έχει κάνει να περιπολεί· έτσι, συνάπτοντας το πλήρωμα της θεότητας με το σώμα και υποδεικνύοντας τον εαυτό Του ως βασιλέα του παντός πραγματικά επίγειο και επουράνιο, ορατό και αόρατο, με αρχή και αιώνιο, δεν δέχθηκε να κάθεται επάνω σε ένα τόπο, αλλά ευδόκησε να περιέρχεται έως ότου απεργασθεί σωτηρία μόνιμη και αδιάκοπη στο μέσο της γης, καθώς προανήγγειλε ο Δαβίδ λέγοντας:


« δὲ Θεὸς βασιλεὺς ἡμῶν πρὸ αἰώνων, εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς(:Και όμως, παρόλο που μας εγκατέλειψε ο Θεός, Αυτός είναι ο προαιώνιος βασιλιάς μας. Αυτός εργάστηκε με θαύματα τη σωτηρία μας ολοφάνερα πάνω στη γη, ώστε να γίνει ξακουστή σε όλο τον κόσμο)»[Ψαλμ.73,12]·


διότι αυτήν την σωτηρία επιτέλεσε ο Κύριος περιερχόμενος από τόπο σε τόπο. Επειδή λοιπόν ο ήλιος δεν περιπολεί γενικά όλον τον ουρανό, αλλά το μεσαίο μέρος του ζωδιακού άξονα, έτσι λοιπόν και «ο Ήλιος της δικαιοσύνης» Χριστός[βλ.Μαλαχ.4,1:


«Καὶ ἀνατελεῖ ὑμῖν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά μου ἥλιος δικαιοσύνης καὶ ἴασις ἐν ταῖς πτέρυξιν αὐτοῦ(:για σας όμως, οι οποίοι ευλαβείστε το Όνομά μου, θα ανατείλει ο Ήλιος της δικαιοσύνης και στις ακτίνες Του, που απλώνονται σαν πτέρυγες, θα υπάρχει θεραπεία και θα εξέλθετε χαρούμενοι και θα σκιρτήσετε σαν τα μοσχάρια, τα οποία αφέθηκαν ελεύθερα από τους δεσμούς τους)»], περιερχόμενος σε όση έκταση χρειαζόταν το μέσο της κατοικούμενης από τις ζωντανές υπάρξεις, διερχόταν τα μέρη Του, και έτσι αφού εισήλθε, διερχόταν την Ιεριχώ.


Λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής: «καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν(:Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος. Αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος.


Και προσπαθούσε να δει τον Ιησού ποιος είναι, αλλά δεν μπορούσε. Διότι υπήρχε μεγάλη συρροή λαού, και αυτός ήταν κοντός στο ανάστημα και σκεπαζόταν από το πλήθος)»[Λουκ.9,2-3]. Και όχι μόνο ήταν μικρόσωμος, αλλά βρισκόταν και μακριά από τον Ιησού• διότι αν πλησίαζε, έστω και μικρόσωμος, δεν θα δυσκολευόταν να Τον δει.


Εγώ μάλιστα νομίζω ότι αυτός και ελκυόταν και ανακοπτόταν με άρρητο τρόπο από τη θεία δύναμη του Ιησού· ελκυόταν δηλαδή, επειδή είχε τρόπο χρηστό και ψυχή κατάλληλη για την καλλιέργεια της αρετής, γι' αυτό κι επιθυμούσε κι επιχειρούσε να δει τον Ιησού· παρεμποδιζόταν όμως ταυτόχρονα και από τη θεία δύναμη, διότι αιχμαλωτίσθηκε από όσα είναι αντίθετα με όσα ορίζει ο Χριστός να πολιτευόμαστε στη ζωή μας, δηλαδή από την εξάσκηση του αισχροκερδούς επαγγέλματος του τελώνη και τον πλούτο.


Αυτά νομίζω υποδεικνύοντας και ο ευαγγελιστής στους συνετούς με λίγα λόγια, εφόσον μεν ο Ζακχαίος ήταν θαυμάσιος στους τρόπους, είπε γι' αυτόν: «καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος (:Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος)», εφόσον όμως ήταν πιασμένος στους βρόχους της κακίας, πρόσθεσε «καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος (:και αυτός ήταν αρχιτελώνης, και αυτός ήταν βέβαια πλούσιος)». Πραγματικά, από τη μία πλευρά η φράση:


«Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος» λέγεται στις περιπτώσεις των αξιόλογων ανθρώπων που δεν ανήκουν στους πολλούς. Και προς αυτό τείνει η αναφορά του ονόματος του ανδρός· διότι δεν ήταν από εκείνους, για τους οποίους λέγει ο Δαβίδ: «Οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου(:τα ονόματα των ασεβών αυτών ανθρώπων αλλά και των μισητών θεών τους, δε θα τα θυμηθώ ποτέ και ούτε θα τα αναφέρω με τα χείλη μου)»[Ψαλμ.15,4].


Το ότι όμως ο ευαγγελιστής έδωσε μαρτυρία ότι δεν ήταν μονάχα ένας απλός τελώνης, αλλά και αρχιτελώνης και γι' αυτό πλούσιος, έδειξε ότι αυτός ξεχώριζε πάρα πολύ για την κακία του. Αλλά επειδή ο Ζακχαίος, ως μικρόσωμος και απομακρυσμένος από εκεί που βρισκόταν ο Ιησούς, δεν μπορούσε να Τον δει, λέγει ο ευαγγελιστής ότι «καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι(:και έτρεξε λοιπόν μπροστά από το πλήθος που συνόδευε τον Ιησού και ανέβηκε σαν να ήταν μικρό παιδί σε μία συκομουριά για να Τον δει, διότι από το δρόμο εκείνο στον οποίο βρισκόταν το δέντρο αυτό θα περνούσε ο Ιησούς)»[Λουκ. 19,4].


Παρατήρησε την σφοδρότητα του πόθου και αναλογίσου από αυτό ποιος ήταν ο τρόπος του. Όταν δηλαδή δεν μπόρεσε να διασπάσει τον όχλο, δεν απογοητεύθηκε, αλλά περισσότερο προσέτρεξε και δεν απομακρύνθηκε από τον πόθο, αλλά από τον όχλο· και αφού προπορεύθηκε, ανέβηκε σε μία συκομορέα που ήταν φυτεμένη κοντά στο δρόμο, για να δει από εκεί τον Ποθούμενο.


Και εκείνος έκανε αυτές τις ενέργειες με σαφή συγχρόνως και φιλόθεο τρόπο, με κεντρίσματα πόθου πληττόμενος και προτρέχοντας στην οδό, με φτερά πόθου ανυψούμενος και ανεβαίνοντας στο δένδρο. Και τι έκανε ο Ιησούς, η Ενυπόστατη σοφία του ανάρχου Πατρός, Αυτός που λέγει μέσω του Σολομώντος: «Ἐγὼ τοὺς ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν(: Εγώ αγαπώ όσους με αγαπούν· και όσοι με αγαπούν, με βρίσκουν. Και έτσι αποκτούν χάρη εκ μέρους του Θεού και δόξα εκ μέρους των ανθρώπων)»[Παροιμ.8,17]·


«τι τοὺς ἀξίους αὐτῆς αὕτη περιέρχεται ζητοῦσα καὶ ἐν ταῖς τρίβοις φαντάζεται αὐτοῖς εὐμενῶς καὶ ἐν πάσῃ ἐπινοίᾳ ὑπαντᾷ αὐτοῖς(:επειδή η ίδια η σοφία του Θεού περιέρχεται εδώ και εκεί και αναζητεί τους αξίους της. Ολόλαμπρη και ευμενής παρουσιάζεται στους δρόμους της ζωής τους, και σε κάθε σκέψη τους τούς βοηθάει πάντοτε)»[Σοφ.Σολ.6,16]; Φθάνει τον Ζακχαίο, τον βλέπει πρώτος, τον προσφωνεί με πολύ φιλικό τρόπο και του υπόσχεται ότι θα τον επισκεφτεί και θα μείνει στο σπίτι του.


Διότι, όπως λέγει ο ευαγγελιστής: «καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον(:Αμέσως μόλις έφθασε στο σημείο εκείνο)», όπου δηλαδή η συκομορέα βάσταζε τον Ζακχαίο σαν ουράνιο καρπό λόγω του ενθέου πόθου του, «ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι (:σήκωσε τα μάτια Του ο Ιησούς και τον είδε˙ και χωρίς να τον γνωρίζει από παλαιότερα τον φώναξε με το όνομά του και του είπε: ‘’Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου, σύμφωνα με τη θεία βουλή που προετοιμάζει η σωτηρία σου’’)».


Μου φαίνεται ότι δεν αναγνώριζαν εύκολα τον Ιησού ανάμεσα στον όχλο απλά και μόνο αν Τον έβλεπαν, αυτοί που δεν Τον είχαν δει προηγουμένως, διότι περπατούσε με σεμνότητα και δεν είχε τίποτε διαφορετικό από τους πολλούς, αλλά και ότι δεν ήταν δυνατό να επιτύχει κανείς να Τον δει κατά πρόσωπο από ψηλά, διότι συνήθως έσκυβε ταπεινά προς τον εαυτό Του.


Γι' αυτό και Εκείνος που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων και που είδε τον ενδόμυχο πόθο του Ζακχαίου, τον προσφωνεί και καλεί με το όνομά του αυτόν που δεν είχε δει ποτέ προηγουμένως πρόσωπο με πρόσωπο, για να του δείξει την όψη Του από φιλανθρωπία και να γνωρίσει με ευγένεια τον εαυτό Του σε εκείνον που Τον ποθούσε και να του δείξει ότι δεν ποθεί αυτός μόνο να δει τον Δημιουργό, αλλά και ποθείται και ο ίδιος από τον Δημιουργό του.


Και επιπλέον μάλιστα και τον παροτρύνει να σπεύσει στο σπίτι του, ώστε με αφθονία να πράξει και να αποκομίσει τα τέλη της θεοφιλίας από Αυτόν που δίνει με το παραπάνω όσα ζητούμε ή σκεπτόμαστε. «Καὶ σπεύσας κατέβη(:Τότε ο Ζακχαίος)», λέγει, «καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων(: κατέβηκε γρήγορα και Τον υποδέχθηκε στο σπίτι του με χαρά)»[Λουκ.19,6]. Διότι αυτός που πριν Τον δει, τρέχει προκειμένου να Τον δει και πράττει τα πάντα, ώστε να το επιτύχει, πώς δεν θα έσπευδε, όταν Τον είδε και Τον άκουσε, και μάλιστα όταν δέχθηκε τέτοια επαγγελία;


Μόλις λοιπόν είδε ότι και η επαγγελία πραγματοποιήθηκε, αυτός ο ίδιος χαιρόταν που βρισκόταν μαζί με Εκείνον που ποθούσε να συναντήσει και ήδη γευόταν τις άφθαρτες χάριτες από την ίδια την Πηγή· αυτοί όμως που έβλεπαν όσα συνέβαιναν, επειδή δεν έβλεπαν με σύνεση, λέγει ο ευαγγελιστής: «καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι(:μουρμούριζαν μεταξύ τους με αγανάκτηση και σχολίαζαν περιφρονητικά τον Ιησού λέγοντας ότι μπήκε να μείνει και να αναπαυθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου)»[Λουκ.19,7].


Αλλά ο τελώνης, συναγωνιζόμενος σε φιλοτιμία Αυτόν που όχι μόνο κατέβηκε έως εμάς με σάρκα, αλλά και από άφατη φιλανθρωπία σήκωσε τον ονειδισμό μας: «σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον (:στάθηκε μπροστά στον Κύριο και είπε)»[Λουκ.19,8]· το ότι μάλιστα στάθηκε όρθιος είναι δείγμα βέβαιης γνώμης, θαρραλέας και ταπεινής συγχρόνως· αφού λοιπόν στάθηκε και αποστόμωσε με παρρησία τους κατηγόρους, είπε προς τον Ιησού:


«δοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν(:Ιδού, Κύριε, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω ελεημοσύνη στους φτωχούς, και αν τυχόν ως τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες και αναφορές για να αδικήσω κάποιον σε κάτι, του το γυρίζω πίσω τετραπλάσιο)»[Λουκ.19,8]. Και παρουσιαζόμενος με αυτόν τον τρόπο δίκαιος, διέλυσε τον ονειδισμό όσων γόγγυζαν προς τον Κύριο που έλεγαν «ότι μπήκε να μείνει και να αναπαυθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου»·


διότι, αφού απέδωσε νομίμως τετραπλάσια όσα με εκβιασμό είχε μαζέψει, απομακρύνθηκε πραγματικά από το κακό, ενώ αφού διένειμε τα μισά από τα υπάρχοντά του στους πτωχούς έπραξε το αγαθό και φάνηκε ότι σε όλα είχε καθαριστεί. Επομένως, ο Κύριος προς μεν τους Φαρισαίους έλεγε: «πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται(:Δώστε όμως ελεημοσύνη εκείνα που είναι μέσα στο ποτήρι και την πιατέλα, και γίνετε ευεργετικοί στους άλλους με τα αγαθά σας˙


κι έτσι, όλα όσα τρώτε τότε θα σας γίνουν καθαρά, έστω κι αν τα τρώτε χωρίς να πλυθείτε προηγουμένως)»[Λουκ.11,41], τώρα όμως αποφασίζοντας σε σχέση με τέτοιες πράξεις έμπρακτης μετάνοιας και παίρνοντας από τον ίδιο τον μετανοημένο και ελεήμονα πλέον Ζακχαίο την απολογία προς όσους γόγγυζαν εναντίον του, λέγει: «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν(:Σήμερα με την επίσκεψή μου στο σπίτι αυτό ήλθε η σωτηρία τόσο στον οικοδεσπότη όσο και στους δικούς του.


Και έπρεπε να σωθεί και ο αρχιτελώνης αυτός, διότι κι αυτός είναι γιος και απόγονος του Αβραάμ, όπως κι εσείς που διαμαρτύρεστε. Και σ’ αυτόν λοιπόν έδωσε ο Θεός την υπόσχεση της σωτηρίας)», ως ένας άνθρωπος που έγινε τώρα πιστός, ως ένας άνθρωπος πλέον δίκαιος και φιλόξενος και φιλόπτωχος.


Διότι «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός(:έπρεπε λοιπόν να συντελέσω στη σωτηρία αυτή του Ζακχαίου, διότι ο Υιός του ανθρώπου ήλθε από τον ουρανό στη γη για ν’ αναζητήσει και να σώσει όλη την ανθρωπότητα, που σαν χαμένο πρόβατο κινδύνευε να πεθάνει μέσα στην αμαρτία)»[Λουκ.19,10], λέγοντας εκείνο ακριβώς προς όσους γόγγυζαν, ότι «εισήλθα μεν στο σπίτι αμαρτωλού για να βρω κατάλυμα, αλλά το έκανα για να τον μεταβάλλω και να τον σώσω, αποδεικνύοντάς τον σε όλους αντί φιλάργυρο που ήταν πριν, τώρα φιλόθεο, αντί άδικο που ήταν πριν, τώρα δίκαιο, αντί αφιλόξενο που ήταν πριν, τώρα φιλόξενο, αντί ασυμπαθή που ήταν πριν, τώρα πλέον ελεήμονα, όπως τον βλέπετε να γίνεται τώρα».


Βλέπετε λοιπόν όλοι τον Ζακχαίο, πώς αγάπησε και ζήτησε, και αγαπήθηκε και προσηλώθηκε και εξοικειώθηκε με τον Χριστό; Όποιος επομένως είναι τελώνης ή αρχιτελώνης που πλουτίζει από το έργο του με κακό και άνομο τρόπο και συνάζει άδικα πλούτη, ας μιμηθεί την πορεία του αρχιτελώνη αυτού προς την σωτηρία, και ας επιστρέφει και σκορπίζει με τρόπο θεάρεστο και ψυχοσωτήριο, όσα θησαύρισε με τρόπο εφάμαρτο και ολέθριο για την ψυχή του.


Όποιος είναι πτωχός, επειδή έγινε θύμα αρπαγής ή για άλλον λόγο, ας είναι ευχαριστημένος· διότι έχει τη σωτηριώδη πτωχεία, και μάλλον ας την κάνει αυτός σωτηριώδη μέσω της ευχαριστίας, προς την οποία καταφεύγοντας με προθυμία και ο πλούσιος τελώνης σώθηκε, όπως ακούσατε τώρα σχετικά με αυτόν στη διήγηση του ευαγγελίου. Αυτά λοιπόν ως προς την διήγηση. Στη συνέχεια λοιπόν παρακολουθείστε με προσοχή όσοι έχετε διεισδυτικότερο τρόπο σκέψης.


Επειδή δηλαδή το όνομα Ζακχαίος σημαίνει «δικαιούμενος», παρακαλώ κατανόησε από αυτό τους Φαρισαίους που δικαιώνουν τους εαυτούς τους, που είναι σαν να ασκούν και αυτοί το αισχροκερδές επάγγελμα του τελώνη κατά κάποιον τρόπο, όπως λέγει ο Κύριος στα ευαγγέλια, «κατατρώγοντας τα σπίτια και την περιουσία των χηρών και προσευχόμενοι επιδεικτικά πολλή ώρα» [βλ.Ματθ.23,13:


«Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρῖμα(:Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι κατατρώτε τα σπίτια και την περιουσία των χηρών, εσείς που με πρόσχημα και ευλάβεια για σκοπούς συμφεροντολογικούς κάνετε μεγάλες προσευχές˙ γι’ αυτό θα έχετε μεγαλύτερη καταδίκη απ΄ τους άλλους αδίκους και κλέφτες)».


Όταν λοιπόν κάποιος από αυτούς ποθήσει να οδηγηθεί σε επίγνωση της αλήθειας, ζητεί να δει και να γνωρίσει, όπως ζητούσε ο Ζακχαίος, τον Ιησού, αφού Αυτός είναι η αλήθεια· μην μπορώντας όμως ως μικρόσωμος και μικρόνους, κατά το παράδειγμα του μικρόσωμου Ζακχαίου, ανεβαίνει σε μια συκομορέα, δηλαδή στην ακρίβεια του μωσαϊκού νόμου και των ιουδαϊκών συνηθειών, νομίζοντας ότι από εκεί θα επιτύχει την αλήθεια, τόσο κατά τη γνώση όσο και κατά την πράξη.


Και ο Κύριος, που διερχόταν από την νόμιμη πολιτεία, σαν από κάποια οδό, αφού είδε τον αγαθό του σκοπό και τον πόθο του για την αλήθεια, αποκαλύπτει σε αυτόν τον εαυτό Του, και τον προσφωνεί προσκαλώντας και τον διατάσσει να κατέβει από τη συκομορέα, δηλαδή να εγκαταλείψει τον μωσαϊκό νόμο που δεν καρποφορεί τίποτε σπουδαίο, και να σπεύσει στην χάρη και την κατά το ευαγγέλιο διαγωγή, από τα οποία μπορεί να λάβει ένοικο τον Θεό και να καρπωθεί τη σωτηρία.


Αυτός λοιπόν, επειδή υπάκουσε στο Λόγο καθώς δίδασκε και καλούσε, όπως εκείνος ο Ναθαναήλ (διότι και αυτόν τον είδε ο Χριστός να είναι κάτω από τη σκιά, δηλαδή να ζει κατά τον σκιώδη βίο[βλ. Ιω.1,49: «Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε(:Του λέει ο Ναθαναήλ: ‘’Από πού με ξέρεις; Και πώς γνωρίζεις την ειλικρίνεια των μυστικών μου σκέψεων και ελατηρίων;’’.


Του αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς: ‘’Πριν ακόμη σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά και προσευχόσουν μακριά από κάθε μάτι ανθρώπου, εγώ με το υπερφυσικό και θείο μου βλέμμα σε είδα’’)»] ή ο μέγας Παύλος (διότι και αυτόν, που όπως λέγει για τον εαυτό του: «Κατὰ ζῆλον διώκων τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος(:από πραγματικό ζήλο καταδίωκα την Εκκλησία, και αποδείχθηκα άμεμπτος ως προς τη δικαιοσύνη που προέρχεται από την αυστηρή τήρηση του νόμου.


Κανείς δεν μπορούσε να με κατηγορήσει για την παραμικρή παράβαση)»[Φιλιπ.3,6], πρώτος τον κοίταξε και τον προσκάλεσε ο Χριστός)· όποιος λοιπόν υπακούσει έτσι τον Λόγο που προσκαλεί και διδάσκει, γίνεται ακριβώς Ζακχαίος· 


και τα μισά των διδαγμάτων από τον νόμο που κατείχε προηγουμένως, αφήνει στους Ιουδαίους τους πτωχούς κατά τη διάνοια, δηλαδή περιτομές, σαββατισμούς, βαπτισμούς, ζωοθυσίες και γενικώς όλα τα ταιριαστά στο χαμαίζηλο γράμμα. Παριστώντας μάλιστα και συνάγοντας από τα λόγια και τα παραγγέλματα του νόμου ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο μονογενής Υιός του Θεού, και αν ποτέ συκοφάντησε κάποιον από τους πιστούς αποκαλώντας τον άπιστο ή σαν τέτοιον τον κακοποίησε ανοικτά, αποδίδει πολλαπλάσια θεραπεύοντας πολλούς πιστούς και οδηγώντας πολλούς απίστους προς την πίστη στον Χριστό. Έχουμε με συντομία και την αλληγορική ερμηνεία.


Επειδή ο Ζακχαίος κατά τη διήγηση προηγουμένως ήταν φιλάργυρος (διότι και σύναζε τον χρυσό ασκώντας το έργο του τελώνη και κοντά του το κρατούσε πλουτίζοντας), ύστερα όμως παρουσιάσθηκε φιλόπτωχος, ή μάλλον πτωχός και ακτήμονας εκουσίως, αφού άλλα τα έδωσε και άλλα τα επέστρεψε ως οφειλόμενα, τώρα εμείς θα επαινέσουμε την αρετή ή θα γίνουμε κατήγοροι της κακίας; Διότι ο χρόνος που έχω στη διάθεσή μου για την ομιλία αυτή δεν επιτρέπει να τα κάνουμε και τα δύο.


Αλλά επειδή ο λόγος είναι για μας τους παριστάμενους εδώ, από τους οποίους δεν γνωρίζω αν είναι κανείς εκούσιος κάτοχος της ακτημοσύνης, αλλά στη φιλαργυρία υποχωρούμε σχεδόν όλοι, ας πούμε λοιπόν λίγα και ανάλογα με την ώρα περί φιλαργυρίας, για να φανερώσουμε την φθορά που προκύπτει από αυτήν, απαλλάσσοντάς μας από αυτήν κατά το μέτρο που μας είναι δυνατόν.


Η φιλαργυρία είναι αιτία όλων των κακών: της αισχροκέρδειας, της τσιγκουνιάς, της ρηχότητας, της αστοργίας, της απιστίας, της μισανθρωπίας, της αρπαγής, της αδικίας, της πλεονεξίας, του τόκου, του δόλου, του ψεύδους, και όλων των ομοίων με αυτά. Εξαιτίας της φιλαργυρίας γίνονται ιεροσυλίες, λωποδυσίες και κάθε είδος κλοπής· εξαιτίας της φιλαργυρίας δεν υπάρχουν μόνο στους δρόμους και στην ξηρά και στα πελάγη άρπαγες και ληστές και πειρατές, αλλά και μέσα στην πόλη άδικα σταθμά και ζύγια και διπλά μέτρα και περίεργη κουρά και παραχάραξη νομισμάτων, υπέρβαση ορίων, πονηροί ανταγωνισμοί γειτόνων.


Αυτή φέρει έθνη εναντίον εθνών και διαλύει δυνατές φιλίες και μερικές φορές διασπά τους στενούς δεσμούς της συγγένειας· εξαιτίας αυτής προδίδει κανείς και την πατρίδα, άλλος στρατόπεδο ομόφυλο, άδικος δικαστής τον νόμο και μάρτυρας την αλήθεια, και πριν από όλα ο καθένας προδίδει την ψυχή του. Έτσι κατά τον θείο απόστολο, «ρίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τῆς πίστεως καὶ ἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς(:γιατί ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία, για την οποία επειδή μερικοί την ορέγονται, αποπλανήθηκαν από την πίστη και κατατρύπησαν τους εαυτούς τους με οδύνες πολλές)»[Α΄Τιμ.6,10].


Αλλά προσέξτε με σύνεση τη φωνή του αποστόλου· διότι δεν είπε ότι «όσοι πλουτίζουν, αποπλανήθηκαν και απομακρύνθηκαν από την πίστη», αλλά «όσοι ορέγονται διακαώς τον πλούτο», όπως και αλλού λέγει ότι «οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν(: εκείνοι όμως που θέλουν να πλουτίζουν, πέφτουν σε πειρασμό και παγίδα και επιθυμίες πολλές, ανόητες και βλαβερές, οι οποίες βυθίζουν τους ανθρώπους σε όλεθρο και σε απώλεια)»[Α΄Τιμ.6,9].


Να μην πείτε λοιπόν: «Φτωχοί είμαστε οι περισσότεροι εδώ· τι ομιλείς ενάντια στη φιλαργυρία προς ανθρώπους που δεν έχουμε σχεδόν καθόλου χρήματα;». Το πράττω διότι έχουμε την νόσο μέσω της επιθυμίας στην ψυχή και χρειαζόμαστε γι' αυτήν θεραπεία. Εάν πάλι μου πεις ότι δεν έχεις την νόσο, δείξε ότι δεν ζητείς ν' απαλλαγείς από την πτωχεία, αλλά ότι την θεωρείς ποθεινότερη και πολυτιμότερη από τον πλούτο και χαίρεσαι και ευχαριστείς τον Θεό γι' αυτήν, με την πεποίθηση ότι σου καθιστά ευκολότερη τη σωτηρία. 


Αν επίσης είναι κανείς πλούσιος, ας ακούει μεν ότι δύσκολα θα εισέλθει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών, αλλά ας γνωρίζει επίσης ότι και ο Αβραάμ ήταν πλούσιος, και όμως σώθηκε (διότι ήταν φιλόξενος και φιλόπτωχος, αλλά όχι φιλάργυρος) και ο Ιώβ που δοκιμάσθηκε και σε περίοδο πλούτου και σε περίοδο φτώχειας, όταν ήταν πλούσιος λέγει για τον εαυτό του: «Εἰ ἔταξα χρυσίον εἰς χοῦν μου, εἰ δὲ καὶ λίθῳ πολυτελεῖ ἐπεποίθησα(:ποτέ δεν έκρυψα για αποθησαυρισμό και ασφάλεια εντός της γης το χρυσάφι, ποτέ δε στήριξα την ελπίδα μου στους πολύτιμους λίθους)»[Ιώβ, 31,24].


Επομένως ο έρωτας προς τον πλούτο είναι κακό, που αν δεν προσέχει, και ο φτωχός και ο πλούσιος τον παθαίνει ματαίως. Επειδή μάλιστα ο πονηρός πλούτος μερικές φορές προσλαμβάνει μαζί του και συζυγία πονηρότερη, δηλαδή την υψηλοφροσύνη και την πεποίθηση στον πλούτο, γι' αυτό γράφοντας προς τον Τιμόθεο ο θείος Παύλος λέγει: «Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι παράγγελλε μὴ ὑψηλοφρονεῖν, μηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι, ἀλλ' ἐν τῷ Θεῷ τῷ ζῶντι, τῷ παρέχοντι ἡμῖν πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν(: στους πλούσιους του τωρινού αιώνα παράγγελλε να μην υψηλοφρονούν μήτε να έχουν ελπίσει στην αβεβαιότητα του πλούτου, αλλά στον Θεό που μας παρέχει όλα πλούσια προς απόλαυση)»[Α΄Τιμ.6,17].


Διότι η ταπείνωση ανάμεσα στους ανθρώπους είναι επίγνωση αληθείας· και όποιος καυχάται για τον πλούτο που είναι περισσότερα από όλα τα υπάρχοντά μας αληθινά γήινος και ελπίζει σε αυτόν, είναι πραγματικά άφρων και κατά τίποτε ανόμοιος από τους πλουσίους που προέβαλε ο Κύριος σε παραβολή· από τους οποίους ο μεν ένας πλούσιος έχοντας στα πρόθυρα του σπιτιού του τον φτωχό και άρρωστο Λάζαρο ούτε καν τον κοίταζε από την έπαρση που τον διακατείχε, ενώ ο άλλος, ο άφρονας πλούσιος, διαλεγόμενος με την ψυχή του σχετικά με τα θησαυρισμένα για πολλά έτη αγαθά του παρέστησε ποια είναι η ελπίδα στον πλούτο· γι' αυτό τον μεν ένα δέχθηκε άσβεστη φλόγα, τον δε άλλο η αναπόφευκτη απαίτηση της ψυχής του από τους εναντίους. Βλέπετε το τέλος όσων προσηλώνονται στον πλούτο;


Γι' αυτό λέγει ο Δαβίδ: «μὴ ἐλπίζετε ἐπ᾿ ἀδικίαν καὶ ἐπὶ ἁρπάγματα μὴ ἐπιποθεῖτε· πλοῦτος ἐὰν ῥέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν(:εσείς οι άνθρωποι, μη στηρίζετε τις ελπίδες σας στον πλούτο και στην αδικία. Μη φλογίζεστε από τον πόθο για πλούτη, που προέρχονται από αρπαγές. Και αν δείτε σαν ποτάμι να ρέει ο πλούτος μπροστά σας, μην προσκολλάτε σε αυτόν την καρδιά σας)»[Ψαλμ.61,11] · ο Σολομώντας επίσης λέγει: «ὁ πεποιθὼς ἐπὶ πλούτῳ οὗτος πεσεῖται, ὁ δὲ ἀντιλαμβανόμενος δικαίων οὗτος ἀνατελεῖ(:εκείνος που έχει πεποίθηση και ελπίδα στον πλούτο του, θα πέσει και θα καταστραφεί.


Εκείνος όμως που βοηθάει και υποστηρίζει τους αναξιοπαθούντες δικαίους, αυτός θα ανατείλει σαν λαμπρός ήλιος)»[Παροιμ.11,28]· σε άλλο σημείο πάλι παρομοιάζει όσους χάσκουν στα κέρδη με άδη και καταστροφή, λέγοντας: «καὶ σὺ δὲ ἀπόγραψαι αὐτὰ σεαυτῷ τρισσῶς εἰς βουλὴν καὶ γνῶσιν ἐπὶ τὸ πλάτος τῆς καρδίας σου(:και εσύ γράψε εντός σου αυτούς τους λόγους τρεις φορές, σε τρεις θέσεις της ψυχής σου. Στη θέλησή σου, για να είναι αγαθή, στη γνώση σου, για να είναι αληθής, στο πλάτος της καρδιάς σου, ώστε να πλημμυρίζουν ολόκληρη την ψυχή σου)»[Παροιμ.27,20]· και ο Κύριος λέγει:


«Πλὴν οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν(:Αλίμονο όμως σε σας τους πλουσίους, που χρησιμοποιείτε εγωιστικά τον πλούτο σας για να υπηρετείτε τις σαρκικές σας ανέσεις και απολαύσεις. Αλίμονό σας, διότι, αφού στη ζωή αυτή βρίσκετε πλήρη και τέλεια παρηγοριά στον πλούτο, δεν μένει να ελπίζετε τίποτε στην άλλη ζωή)»[Λουκ.6,24].


Αλλά εμείς, αδελφοί, ας πλουτίσουμε σε αγαθά έργα· ας γεμίσουμε με όσα έχουμε τα στομάχια των φτωχών, ώστε να αξιωθούμε την επηγγελμένη φωνή και ευλογία και να κληρονομήσουμε την ουράνια βασιλεία. Και είθε όλοι μας να την αποκτήσουμε με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, κράτος, μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ζωοποιό Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος







ΠΗΓΕΣ:


Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Άπαντα τα έργα, τόμος 11, ομιλία ΞΒ΄,σελ.562-583,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1986.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος Θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ




ΠΟΣΟ γρήγορα, ἀγαπητοί μου, φεύγει ὁ χρόνος! Πότε ἦταν Χριστούγεννα; πότε πρωτοχρονιά; πότε Θεοφάνεια; Εὐτυχεῖς ἐκεῖ­νοι ποὺ ἐκμεταλλεύονται καὶ τὸ τελευταῖο λε­­πτὸ καὶ ἐργάζονται τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Πλησιάζει τώρα ν’ ἀνοίξῃ τὸ Τριῴδιο, ἡ πιὸ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ ἔτους.


Σήμερα, ΙΕ΄ Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ, ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει ἕνα ἔξοχο παράδει­γμα μετανοίας. Εἶνε ὁ Ζακχαῖος. Τὸ ἐπάγγελμά του τελώνης. Ὄχι ἁπλῶς τελώνης, «ἀρχιτελώ­νης» (Λουκ. 19,2)· προϊστάμενος δηλαδὴ μιᾶς φορολογικῆς ὑπηρεσίας, ἢ μᾶλλον ἀρχηγὸς μιᾶς σπείρας λωποδυτῶν ποὺ κατέκλεβε τὸ λαό.


Κλέφτες ὄχι ὅπως αὐτοὶ πού ’νε στὰ βου­νά, ἀλλὰ κλέφτες ποὺ δροῦν νομίμως μέσα στὴν κοινωνία. Διότι ὑπάρχει λῃστεία ποὺ γίνεται παρὰ τὸ νόμο, καὶ λῃστεία μὲ τὸ νόμο καὶ τὴ σφραγῖδα τοῦ κράτους. Ὁ Ζακχαῖος ἦ­ταν μιὰ ἀράχνη ποὺ ἅ­πλωνε τὰ δίχτυα της καὶ ἀπομυζοῦσε τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ. Ἅρπαγας, πλε­ονέκτης, μισητὸς ἀπὸ ὅλους, λύκος.


Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί! Εἶνε δυνατόν; Καὶ ὅμως. Ἦταν ἕνα θαῦμα ἠ­θικό, ὄ­χι φυσικό, ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Ἡ μετα­βολὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ πλεονέκτη σὲ ἐλεήμονα καὶ δίκαιο εἶνε τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα.


Πῶς ἔγινε; Πίστεψε στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, μετανόησε, κι ἀπὸ τότε ἀκολού­θησε τὰ ἴχνη του. Εἶνε ὑπόδειγμα μετανοί­ας. Μακάρι, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε κ’ ἐ­μεῖς τὴ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Διότι κι ἂν δὲν εἴ­μεθα ἔνοχοι γιὰ ἁμαρτήματα σὰν αὐτὰ ποὺ ἔ­κανε αὐτός, εἴμεθα ὅμως ἔνοχοι σὲ ἄλ­λα· συνεπῶς εἴμεθα κ’ ἐμεῖς ἁμαρτωλοί. Ἂς ἀ­κολουθήσουμε λοιπὸν τὸ παράδειγμά του.


Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή μας σὲ τρία σημεῖα τῆς μετανοίας τοῦ Ζακχαίου. 1. Τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ τὸν μιμηθοῦμε γιὰ νὰ ἔχουμε πραγματικὴ μετάνοια, εἶνε τοῦ­το· ὁ Ζακχαῖος εἶχε ἐπιθυμία «ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν» (ἔ.ἀ. 19,3), ἐπιθυμία νὰ γνω­ρίσῃ τὸ Χριστό.


Κλεισμένος στὸ τελωνεῖο, ἐ­κεῖ ποὺ μετροῦσε τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ τὰ βιβλία καὶ τὰ κατά­στιχα, ἄκουσε τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ· ὅτι παρουσιάστη­κε ἕνας πάμπτωχος δι­­δάσκαλος ἀνώ­τερος ὅμως ἀπ’ ὅλους, ὅ­τι τὸν ἀκολου­θοῦν παιδιά, γυναῖ­κες, ἀ­γρότες, ψα­ρᾶ­δες, ὅτι ὁ λόγος του ἑλκύει σὰν μαγνή­της, ὅτι κάνει θαύματα καὶ μόνο ἀγγίζον­τας τοὺς ἀρρώστους. 


κουγε ὅλ’ αὐ­τά, καὶ ἀποροῦσε· Πῶς αὐτὸς ὁ Ναζωραῖος χωρὶς δραχμὴ στὴν τσέ­πη κατορθώνει νὰ εἶνε τόσο ἰσχυρός; πῶς ὁ ἀπέν­ταρος καὶ ἀκτήμων ἔχει στὰ χέρια του τέτοια ἐξ­ουσία; Θαύμαζε κ’ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν δῇ.


μεῖς, ἐρωτῶ, ἔχουμε τέτοια ἐπιθυμία; Πρέ­πει νὰ ἔχουμε. Καὶ ὁ μὲν Ζακχαῖος τὸν γνώρισε προσωπικῶς, ἐμεῖς μποροῦμε ἆ­ραγε νὰ τὸν γνωρίσουμε; Μποροῦμε. Διότι ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; Στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ἁ­γία Γραφή· ἐκεῖ θὰ βλέπῃς τὸ γλυκύτατο πρόσωπό του καὶ θὰ δημιουργῇς πνευματικὴ σχέσι μαζί του.


2. Τὸ ἕνα λοιπόν, νὰ ἔχουμε ἐπιθυμία νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦν. Τὸ δεύτερο σημεῖο· ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἄκουσε ὅτι περνάει ὁ Χριστός, ἀ­μέσως ἔκλεισε τὰ κατάστιχα καὶ τοὺς λογαρι­ασμούς, καὶ πετάχτηκε ἔξω. Στοὺς δρόμους γινόταν συλλαλητήριο αὐθόρμητο, πλημμύρα. Αὐτός, κοντὸς στὸ ἀνάστημα, χανόταν μέσα στὸ πλῆθος· πῶς νὰ δῇ τὸ Χριστό;


λλὰ τί κάνει ὁ πόθος! Προϊστάμενος τόσων ὑπαλλήλων, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἀξι­ο­πρέπειά του. Εἶδε στὸ δρόμο μιὰ συκομουριά, καὶ σὰν γατὶ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο. Τὸ ἔκανε σκοπιὰ καὶ παρατηρητήριο, κι ἀπὸ ’κεῖ, μέσ’ ἀπ’ τὰ φυλλώματα, παρατηροῦσε μὲ λαχτάρα νὰ δῇ τὸ Χριστό.


πως λοιπὸν ἐκεῖνος, ἔτσι κ’ ἐμεῖς ν’ ἀνεβοῦμε στὸ δέντρο. Παραβολικῶς ὁμιλῶ. Ποιό εἶνε τὸ δέντρο, ποὺ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀ­νεβαί­νει σ’ αὐτὸ δὲν πατάει πλέον τὴ γῆ ἀλ­λὰ ὑ­ψώνεται μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ γίνεται χερουβὶμ καὶ ἄγγελος; Πνευματικὸ δένδρο εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Ὅποιος μπαίνει στὴν ἐκ­κλησία μὲ φόβο καὶ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του, ἰδιαιτέρως ἐν ὥρᾳ θείας λειτουργίας, αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τὸν βλέπει καὶ συνομιλεῖ μαζί του.


3. Τὸ πρῶτο λοιπόν, νὰ γνωρίσουμε τὸν Ἰησοῦν· τὸ δεύτερο, νὰ ἐκκλησιαζώμεθα συχνὰ καὶ νὰ ἁγιαζώμεθα. Καὶ τὸ τρίτο, τὸ σπουδαιότερο, ποιό εἶνε; Ὁ Ζακχαῖος δὲν ἀρκέσθηκε μόνο σ’ αὐτά. Ἔκανε κάτι ἄλλο, ἕνα δύσκολο ἔργο· ἄνοιξε τὸ βαλάντιό του. Ὁ Χριστὸς τὸν εἶ­δε καὶ τοῦ λέει· «Ζακχαῖε…» (ἔ.ἀ. 19,5). Πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπε, καὶ τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄ­νομά του. (Ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὰ ὀνόματά μας.


­σο ταπεινὸς καὶ ἄσημος κι ἂν εἶσαι, τὸ ὄνομά σου εἶνε γνωστὸ στὸ Θεό). Ζακχαῖε παιδί μου, λέει, «κατέβα κάτω». Ἐκεῖνος ἀμέσως κατ­έ­βη­­κε καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε νὰ πᾶνε στὸ σπίτι του. Θὰ πήγαινε λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ; δὲν ὑπῆρχαν ἄλλα σπίτια, ἱερέων καὶ φαρισαίων; Ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ πάῃ στὸ σπίτι αὐτό, τὸ πιὸ ἁμαρτωλὸ σπίτι! Ὁ Ζακχαῖος, ἔμεινε ἔκπληκτος. Καθὼς πλησίαζαν στὸ σπίτι, συναισθανόταν ὅτι δὲν εἶνε ἄξι­ος νὰ φιλοξενήσῃ τὸ Χριστό.


Θὰ ἄνοιγαν οἱ πόρ­τες ἑνὸς σπιτιοῦ ποὺ κάθε πέτρα του ἔ­σταζε αἷμα, νὰ περάσῃ μέσα ὁ Χριστός; (Ἂν κατέβαινε κ’ ἐδῶ ἕνας ἄγγελος κ’ ἔπαιρνε τὰ σπίτια ὅλα, πολυκατοικίες καὶ μέγα­ρα, καὶ τὰ ἔ­σφιγγε, θὰ ἔσταζαν αἷμα! Λίγα σπίτια ἔχουν χτιστῆ μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα. Τὰ μεγάλα σπίτια δὲν χτίζονται μὲ τὸ Εὐαγγέλιο· μὲ τὸ διάβολο χτίζονται, μὲ τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ κλοπές, κομπίνες, ἀπάτες καὶ πλαστογραφίες).


Τὴν ὥρα ἐκείνη λοιπὸν ὁ Ζακχαῖος εἶδε τὸ σπίτι του δι­αφορετικά, μὲ ἄλλα μάτια. Εἶδε, ὅτι τὸ σπίτι αὐτὸ τό ’χτισαν ἡ πλεονεξία καὶ ἡ ἀ­δικία, καὶ τί ἔκανε; Στάθηκε στὴν πόρτα. «Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, στάσου μιὰ στιγμή», εἶπε. Καὶ προτοῦ νὰ μπῇ μέσα ὁ Χριστός, πῆ­ρε δυὸ μεγάλες ἀποφάσεις, ποὺ δείχνουν ὅτι ἡ μετά­νοιά του ἦταν εἰλικρινής. Ἐὰν ἔπαιρναν ὅλοι τέτοιες ἀποφάσεις, ὁ κόσμος θὰ ἦταν πολὺ διαφορετικός.


μία ἀπόφασις· «Τὰ μισά», λέει, «ἀπὸ τὰ ὑ­πάρχοντά μου τὰ δίνω στοὺς φτω­χούς». Δὲν ἔδωσε ὅμως μόνο τὰ μισά· ὅλη τὴν περιουσία του τὴν ἔδωσε. Γιατὶ κατόπιν, μὲ τὴν ἄλλη ἀ­πόφασι ποὺ πῆρε, εἶπε· «Καὶ ἂν κάποιον τὸν ἀ­δίκησα σὲ κάτι, εἶμαι πρόθυμος νὰ τοῦ δώσω τετραπλάσια». Ἕνα ἔκλεψα; τέσ­σερα θὰ δώσω. Δέκα ἔκλεψα; σαράντα θὰ δώσω. Ἑκατὸ ἔ­κλεψα; τετρακόσια θὰ δώσω. Ἕ­να ἀρνὶ ἔ­κλεψα; τέσσερα ἀρνιὰ θὰ δώσω. Αὐτὴ ἦταν ἡ μεγάλη ἀπόφασι. Τί τοῦ ἔμεινε ὕστερα ἀπὸ αὐτά; Τίποτα. Ἔμεινε κι αὐτὸς ὁ Ζακχαῖος φτωχὸς ὅ­πως ὁ Ναζωραῖος.


Συγ­κλονιστικὴ ἡ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Τὴν χαρακτηρίζουν τὰ δύο μεγάλα αἰτήματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως· πρῶτον ἡ δικαιο­σύνη («Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐ­πὶ τῆς γῆς» Ἠσ. 26,9), καὶ δεύτερον τὸ ἔλεος.


Πρῶτα δικαιοσύνη καὶ ἔπειτα ἔλεος. Ἀποζημί­ωσε ὅσους ἀδίκησε. Δὲν πῆρε τὰ κλεμμένα νὰ κάνῃ μ’ αὐτὰ ἐλεημοσύνη, ὅπως κάνουν τώ­ρα μερικοὶ ἐφοπλισταί, ποὺ πήκτωσαν τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια τους – εἶνε βέβαια αὐτὸ μία ἀπόδειξις τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς εὐ­φυΐας τους, ὄχι ὅμως καὶ τῆς χριστιανοσύνης τους. Αὐτοί, ἀπὸ τὰ μεγάλα κέρδη ποὺ πραγμα­τοποιοῦν, κάνουν καὶ μερικὲς ἐλεημοσύνες.


Δικαιοσύνη καὶ ἔλεος. Καὶ δίκαιος καὶ ἐλεήμων ἀπεδείχθη ὁ Ζακχαῖος. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ὕψωσε τὰ χέρια καὶ εἶπε· «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» (Λουκ. 19,9). Τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν ἕτοιμο νὰ καταστραφῇ· δὲν εἶ­χε σωτηρία. Διότι οἱ ἀδικίες εἶνε δυναμίτης. Ὅποιος δη­μιουργεῖ περιουσίες ἀπὸ χρήματα ἄδικα, τινάζει στὸν ἀέρα τὴν οἰκογένειά του.


Τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι ἔχετε τὸ φαγητό σας. Σκεφθῆτε, ἀδέρφια μου, ὅτι ἑκατομμύρια ἄν­θρωποι πάνω στὴ γῆ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε καὶ πεθαίνουν σὰν τὶς μῦγες ἀπὸ τὴν πεῖνα. Μπρός, Ζακχαῖοι τῶν ὀρέων καὶ τῶν πόλεων, Ζακχαῖοι μικροὶ καὶ μεγάλοι! Δύο τὰ αἰτήματα· δικαιοσύνη καὶ ἔλεος.


ταν τὰ δύο αὐ­τὰ πραγματοποιηθοῦν, τότε ὁ Χριστός, ὅπως στὸ Ζακχαῖο εἶπε «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τού­τῳ», τὰ ἴδια λόγια θὰ ἐπαναλάβῃ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Πάνω ἀπ’ τὸ σταυρὸ θὰ ὑψώσῃ τὰ ἄ­χραντά του χέρια σ’ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορᾶ καὶ νότο, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ».


Ζακχαῖος εἶνε ὑπόδειγμα μετανοίας. Ὅ­πως τὸν ἔχουμε μιμηθῆ στὸν βίο τῆς ἁμαρτί­ας, νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ στὸν βίο τῆς μετανοίας. Μία γνωριμία ἀξίζει· νὰ γνωρίσουμε τὸ Χριστό. Ἂς ἀνεβαίνουμε στὸ δέντρο τῆς ἁγί­ας του Ἐκ­κλησίας.


Ας μετέχουμε στὴν θεία λειτουργία. Ἂς ἐκκλησιαζώμεθα τακτικά, ἂς ἀνοί­γουμε τὴν καρδιά μας, ἂς τὴν κάνουμε σαλόνι ὅπου θὰ ὑ­ποδεχώμεθα τὸ Χριστό. Καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ εὐλογήσῃ ἐμᾶς, τὰ ἔργα μας, τὶς οἰ­κογένειές μας, τὰ παιδιά μας, τὴ μαρτυρική μας πατρίδα, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ γέγονε», διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου «ἦλ­θε ζη­τῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός» (ἔ.ἀ. 19,10).



† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


*(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου εις τον ιερό ναὸ του Ἁγίου Ἀθανασίου Ἄνω Κυψέλης – Ἀθηνῶν 23-1-1977). *Εκ του ιστολογίου <<Αυγουστίνος Καντιώτης>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ



Όποιος θέλει να δει το Χριστό, πρέπει να σκαρφαλώσει πνευματικά, να υπερβεί τη φύση, γιατί ο Χριστός είναι ανώτερος απ’ αυτήν. Είναι πιο εύκολο να δεις ένα βουνό όταν είσαι πάνω σ’ ένα λόφο, παρά όταν βρίσκεσαι σε μια κοιλάδα.


Ο Ζακχαίος ήταν κοντόσωμος άνθρωπος. Επειδή ήθελε πολύ να δει το Χριστό όμως, σκαρφάλωσε σ’ ένα ψηλό δέντρο. Εκείνος που θέλει να πλησιάσει το Χριστό πρέπει να εξαγνιστεί, γιατί θα συναντήσει τον Άγιο των αγίων, τον Ιερό των ιερών.


Ο Ζακχαίος είχε μολυνθεί από τη φιλοχρηματία και την ασπλαχνία. Έτσι όταν αποφάσισε να συναντήσει το Χριστό, έσπευσε να εξαγνιστεί με μετάνοια και με έργα ελέους. Μετάνοια είναι η απομάκρυνση απ’ όλους τους παλιούς δρόμους που πατούν τα πόδια των ανθρώπων, αυτούς που ακολουθούν οι σκέψεις κι οι επιθυμίες τους, και η επιστροφή σ’ έναν καινούργιο δρόμο: στο μονοπάτι του Χριστού.


Πώς όμως μπορεί να μετανοήσει ένας αμαρτωλός αν η καρδιά του δε συναντήσει το Χριστό και δεν αναγνωρίσει την αμαρτωλότητά του; Προτού ο κοντόσωμος Ζακχαίος δει τον Κύριο με τα σωματικά μάτια του, τον συνάντησε εσωτερικά, με την καρδιά του, και μετανόησε για όλες τις πράξεις του.


Μετάνοια είναι ο πόνος της αυταπάτης, όπου είχε παρασυρθεί για πολύ καιρό ο αμαρτωλός, για πάρα πολύ καιρό, ωσότου νιώσει τον πόνο αυτόν. Από μόνος του όμως ο πόνος αυτός οδηγεί στην απελπισία, στον αυτοαφανισμό, αν δε συνοδευτεί από το φόβο του Θεού.


Μόνο τότε ο πόνος της αυταπάτης γίνεται θεραπευτικός κι όχι καταστροφικός. Ο ιερός Αυγουστίνος πρώτα ένιωσε τον πόνο της αυταπάτης, που αν δεν είχε προχωρήσει στο φόβο του Θεού, θα τον είχε οδηγήσει στην ψυχική απώλειά του.


Μετάνοια είναι η ξαφνική διαπίστωση της λέπρας του ανθρώπου, μια κραυγή στον Θεραπευτή για θεραπεία. Είναι όπως ο μελαχροινός άνθρωπος που για πολύ καιρό δεν έχει κοιταχτεί σε καθρέφτη κι έπειτα, ξαφνικά, έρχεται αντιμέτωπος με την εικόνα του και διαπιστώνει πως τα μαλλιά του έχουν γκριζάρει.


Με τον ίδιο τρόπο σκέφτεται ο αμετανόητος αμαρτωλός και για πολύ καιρό επιμένει πως η ψυχή του είναι υγιής κι αναμάρτητη, ωσότου τα πνευματικά του μάτια ανοίγουν ξαφνικά και βλέπει πως η ψυχή του έχει προσβληθεί από λέπρα. Πώς θα μπορούσε να δει τη λέπρα της ψυχής του αν δεν είχε κοιταχτεί σ’ έναν καθρέφτη; Καθρέφτης είναι ο Χριστός.


ΣΑυτόν βλέπει ο καθένας μας καθαρά πως είναι. Ο μοναδικός αυτός καθρέφτης δόθηκε στους ανθρώπους για να βλέπουν μέσα του και να διαπιστώνουν την πνευματική τους κατάσταση. Μπροστά στο Χριστό βλέπει κάθε άνθρωπος, σαν σε πεντακάθαρο καθρέφτη, τον εαυτό του άρρωστο και άσχημο.


Βλέπει όμως και την πρωταρχική εικόνα του – πώς ήταν κάποτε και πώς πρέπει να ξαναγίνει. Ο αμαρτωλός Ζακχαίος εξωτερικά ήταν υγιής, όμορφος. Όταν πήγε να γνωρίσει τον Κύριο Ιησού είδε τη φοβερή λέπρα του κι ένιωσε τον τρομερό πόνο, που δεν μπορεί να γιατρέψει κανένας επίγειος γιατρός, παρά μόνο ο Χριστός.


Μετάνοια είναι η αρχή της θεραπείας από το εγωιστικό θέλημα, η αρχή της υποταγής στο θέλημα του Θεού. Όταν ο άνθρωπος ζει με το δικό του θέλημα, γρήγορα χάνει τη βασιλική αξία του μέσα σ’ ένα σταύλο ζώων και σε φωλιά αγριμιών.


Κανένας άνθρωπος στη γη δεν μπόρεσε να ζήσει με το δικό του θέλημα και να παραμείνει σωστός άνθρωπος. Ο «άνθρωπος» δεν μπορεί να γίνει συνώνυμος με το «εγωιστικό θέλημα». Άνθρωπος, αληθινός άνθρωπος, σημαίνει ολοκληρωτική υποταγή σ’ ένα ανώτερο και υψηλότερο θέλημα, στο διακριτικό κι αλάθητο θέλημα του Θεού.


Οι θεληματάρηδες ζουν σε άσυλα φρενοβλαβών, σε σπίτια ολοσκότεινα. Τα σώματά τους είναι σκοτεινά, όπως κι οι ψυχές τους. Το θέλημα ανοίγει την πόρτα στο ακοίμητο σκουλήκι, που κατατρώει την ψυχή και το σώμα του αμαρτωλού. Μετάνοια είναι η αποκάλυψη της ίδιας της φωλιάς του σκουληκιού.


Όταν τα μάτια του αμαρτωλού ανοίγουν και βλέπει τι έχει μέσα του, κραυγάζει: «Αλίμονό μου! Πώς αναπτύχθηκε τόσο μεγάλο πλήθος σκουληκιών μέσα μου; Αλίμονό μου! Ποιος θα μ’ ελευθερώσει απ’ αυτόν τον εσμό των κακών σκουληκιών;»


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή περιγράφει έναν αμαρτωλό που μετανόησε. Μιλάει για τον κοντόσωμο Ζακχαίο, που εξαγνίστηκε με τη μετάνοια και σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο για να δει το Χριστό, τον Ύψιστο· που θεραπεύτηκε από την πνευματική λέπρα της πλεονεξίας και της φιλοχρηματίας με τη δύναμη του παντοδύναμου Χριστού.


Ο Κύριος έφερε πολλούς στη μετάνοια· βρήκε κι έσωσε πολλούς «απολωλότες»· κάλεσε κοντά Του πολλούς που είχαν ξεστρατίσει και τους έβαλε στο σωστό δρόμο. Η θεία πρόνοια όμως θέλησε να καταγραφούν στο ευαγγέλιο λίγα παραδείγματα μετανοίας, εκείνα που είναι χαρακτηριστικά και διδακτικά για όλες τις γενιές των ανθρώπων.


Το παράδειγμα του αποστόλου Πέτρου δείχνει μια επανειλημμένη πτώση για το φόβο των ανθρώπων, αλλά και μετάνοια από αγάπη για το Θεό. Το παράδειγμα της αμαρτωλής γυναίκας φανερώνει τη λέπρα της ανηθικότητας και τη θεραπεία της. Το παράδειγμα του Ζακχαίου δείχνει τη λέπρα της πλεονεξίας και τη θεραπεία της.


Το παράδειγμα του μετανιωμένου ληστή στο σταυρό δείχνει τη δυνατότητα και τη σωστική δύναμη της μετάνοιας ακόμα και στο μεγαλύτερο αμαρτωλό, ως και την ύστατη στιγμή της ζωής, μόλις πριν από το θάνατο.


Όλα τα παραδείγματα αυτά είναι ανθρώπων που μετανόησαν αλλά είχαν ελπίδα, που οδηγεί στη ζωή. Είναι εικόνες μετάνοιας που μπαίνουν μπροστά μας, ώστε ανάλογα με την αμαρτωλή μας κατάσταση, να διαλέξουμε το δρόμο ή τον τρόπο της σωτηρίας μας. Υπάρχει όμως και μετάνοια που είναι νεκρική, απελπισμένη και αυτοκτονική.


Τέτοια ήταν η μετάνοια του προδότη Ιούδα: «Ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον…και απελθών απήγξατο» (Ματθ. κζ’ 4,5). Τέτοια μετάνοια, που οδηγεί στην απόγνωση και την αυτοκτονία, δεν έχει σχέση με την ευλογημένη χριστιανική μετάνοια. Είναι σατανική και αυτοκαταστροφική οργή που στρέφεται κατά του κόσμου, αλλά και κατά της ίδιας της ζωής. Τέτοια μετάνοια είναι σατανική αποστροφή και περιφρόνηση προς τον άνθρωπο, προς τον κόσμο και τη ζωή.


Σήμερα όμως ας σταθούμε στο υπέροχο παράδειγμα της σωστικής μετάνοιας του Ζακχαίου, που διαβάζουμε στο σημερινό ευαγγέλιο: «Και εισελθών (ο Ιησούς) διήρχετο την Ιεριχώ. και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης, και ούτος ην πλούσιος και εζήτει ιδείν τον Ιησούν τις εστι, και ουκ ηδύνατο από του όχλου, ότι τη ηλικία μικρός ην· και προσδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν, ότι δι’ εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι» (Λουκ. ιθ’ 1-4).


Αυτό έγινε τον καιρό που ο Κύριος έκανε κι άλλο ένα θαύμα στην Ιεριχώ: τη θεραπεία του τυφλού Βαρτιμαίου. Αυτό που έκανε ο Χριστός στο Ζακχαίο δεν ήταν καθόλου μικρότερο από τη θεραπεία του τυφλού. Άνοιξε τα σωματικά μάτια του Βαρτιμαίου και τα πνευματικά μάτια του Ζακχαίου. Εξάλειψε την τυφλότητα από τα μάτια του Βαρτιμαίου κι από την ψυχή του Ζακχαίου.


Στον Βαρτιμαίο άνοιξε τα παράθυρα για να δει τα θαυμάσια του Θεού στον ορατό κόσμο, στο Ζακχαίο άνοιξε τα παράθυρα της ψυχής, για να δει τα θαυμάσια του Θεού στον ουράνιο, τον πνευματικό κόσμο.


Το θαύμα που έκανε στο Βαρτιμαίο ενισχύεται απ’ αυτό που έκανε στο Ζακχαίο. Η απόδοση της σωματικής όρασης λειτουργεί και για την επίγνωση της πνευματικής όρασης. Κάθε θαύμα που έκανε ο Κύριος Ιησούς είχε κυρίως πνευματικό στόχο, που γενικά αφορούσε στην πνευματική όραση της τυφλής ανθρωπότητας, ώστε να δει την παρουσία του Θεού, την παντοδυναμία και την αγαθότητά Του.


Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε κατά ένα μέρος στη θεραπεία των δέκα λεπρών, αφού ο ένας τους μόνο, μαζί με τη σωματική θεραπεία, θεραπεύτηκε και πνευματικά και γύρισε για να ευχαριστήσει τον Κύριο (βλ. Λουκ. ιζ’ 12-19). Στην περίπτωση του τυφλού Βαρτιμαίου όμως, όπως και στη πλειονότητα των άλλων θαυμάτων, ο στόχος επιτεύχθηκε απόλυτα.


Ο Βαρτιμαίος είδε από τη στιγμή που μίλησε ο Κύριος κι αμέσως αποκαταστάθηκε κι η πνευματική του όραση, αφού την ίδια στιγμή βεβαιώθηκε για την παρουσία του Θεού, την παντοδυναμία και την αγαθότητά Του «και παραχρήμα ανέβλεψε, και ηκολούθει αυτώ δοξάζων τον Θεόν» (Λουκ. ιη’ 43).


Ο τυφλός Βαρτιμαίος έλαβε την όρασή του, αλλά μαζί του έλαβαν την πνευματική τους όραση και πολλοί άλλοι που είδαν το θαύμα του Κυρίου. Διαβάζουμε στο ίδιο εδάφιο πως «και πας ο λαός ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ». Το θαύμα αυτό είναι πολύ πιθανό να επηρέασε και τον Ζακχαίο τον τελώνη, ν’ άνοιξε την πνευματική του δράση.


Σίγουρα θα είχε ακούσει από πριν αρκετά πράγματα για τα θαυμαστά έργα και το θεϊκό πρόσωπο του Κυρίου Ιησού. Έτσι γεννήθηκε μέσα του η ανυποχώρητη επιθυμία να τον δει. Έσπρωξε τους ανθρώπους που ήταν ψηλότεροι από εκείνον για ν’ ανοίξει δρόμο, μα δεν μπόρεσε και τελικά σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο για να εκπληρώσει την επιθυμία του.


Οι τελώνες λογαριάζονταν αμαρτωλοί άνθρωποι, ακάθαρτοι. Μαζεύοντας τους φόρους του κράτους, γέμιζαν και τις δικές τους τσέπες. Γι’ αυτό και τους τοποθετούσαν κοντά στους ειδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη’ 17). Όταν οι εισπράκτορες των φόρων γενικά, οι τελώνες, είχαν τέτοια κακή φήμη, τι υπόληψη θα μπορούσε να έχει ένας αρχιτελώνης; Ο κοντόσωμος Ζακχαίος ήταν ένας απ’ αυτούς.


Ήταν αρχιτελώνης, επομένως ήταν και πλούσιος. Γι’ αυτό λοιπόν τον περιφρονούσαν και τον φθονούσαν. Η περιφρόνηση κι ο φθόνος ήταν οι δυο τοίχοι ανάμεσα στους οποίους συμπιεζόταν η ψυχή του πλούσιου αμαρτωλού σ’ αυτή τη ζωή. Μέσα από τον αμαρτωλό Ζακχαίο όμως ξεπήδησε ο άνθρωπος Ζακχαίος, που αντιπάλευε τον αμαρτωλό που είχε μέσα του.


Έτσι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να βρεθεί μπροστά και να σκαρφαλώσει ψηλά για να δει το Χριστό, να δει έναν άνθρωπο αναμάρτητο, ν’ ατενίσει τη δική του πρωταρχική κι αμόλυντη εικόνα. Ο άνθρωπος Ζακχαίος τότε κατόρθωσε να σκαρφαλώσει ψηλά, να χρησιμοποιήσει σαν σκάλα τη συκομορέα που ήταν δίπλα στο δρόμο απ’ όπου περνούσε ο Κύριος.


«Και ως ήλθεν επί τον τόπον, αναβλέψας ο Ιησούς είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν· Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δει με μείναι» (Λουκ. ιθ’ 5). Από τα λόγια αυτά φαίνεται πως ως τη στιγμή εκείνη ο Ζακχαίος δεν είχε δει τον Κύριο. Ο Κύριος τον είδε πρώτος. Αναβλέψας ο Ιησούς είδεν αυτόν και τον κάλεσε. Με την πνευματική του όραση ο Κύριος είχε δει τον Ζακχαίο νωρίτερα. Με τα σωματικά Του μάτια τον είδε ως ήλθεν επί τον τόπον.


Αν κι ο κοντόσωμος Ζακχαίος είχε απομακρυνθεί από το πλήθος κι είχε σκαρφαλώσει στο δέντρο, ο Κύριος τον είχε δει από την ώρα που βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος, προτού ανεβεί στη συκομορέα. Πόσο διακριτικός είναι ο Κύριος και Θεός μας! Εκείνος μας βλέπει, ενώ εμείς δεν καταλαβαίνουμε τίποτα.


Όταν τον αναζητούμε και κάνουμε πολλές προσπάθειες για να τον βρούμε και να τον δούμε, Εκείνος μας έχει ήδη δει. Όταν κατευθύνουμε την πνευματική μας ματιά προς Αυτόν αναζητώντας Τον, τότε θα εμφανιστεί και θα μας καλέσει με τ’ όνομά μας, να κατεβούμε από τα υψηλά και επικίνδυνα βράχια της λογικής και να διεισδύσουμε με την προσευχή στις καρδιές μας, στον αληθινό μας τόπο.


Και τότε θα μας πει ο Κύριος: σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι. Όταν ο νους του ανθρώπου κατεβεί στην καρδιά του κι εκεί βαπτιστεί στα δάκρυά του, προσπαθώντας να προσεγγίσει το Θεό, τότε η καρδιά γίνεται τόπος συνάντησης του Θεού με τον άνθρωπο. Αυτό είναι το πνευματικό νόημα της διήγησης του Ζακχαίου.


«Και σπεύσας κατέβη, και υπεδέξατο αυτόν χαίρων» (Λουκ. ιθ’ 6). Πώς να μη βιαστεί ο Ζακχαίος και να τρέξει προς τη φωνή που ανάσταινε νεκρούς, ηρεμούσε τους ανέμους, θεράπευε τους δαιμονισμένους και λύτρωνε τις καρδιές των αμαρτωλών που δάκρυζαν; Πώς να μην υποδεχτεί Εκείνον που επιθυμούσε έστω να τον δει λίγο από μακριά; Πώς να μη νιώσει ανέκφραστη χαρά όταν τον είδε στο σπίτι του, όπου μόνο διάσημοι αμαρτωλοί σύχναζαν;


Έτσι αγαπάει ο Κύριος. Έτσι δίνει τα δώρα Του. Γέμισε ασφυχτικά τα δίχτυα των απογοητευμένων ψαράδων με ψάρια. Έθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ανθρώπους στην έρημο, ώστε περίσσεψαν και πολλά κοφίνια με ψωμιά. Δεν έδινε μόνο τη σωματική υγεία, αλλά και την πνευματική, στους αρρώστους που του ζητούσαν να τους βοηθήσει. Δε συγχωρούσε κάποιες από τις αμαρτίες των αμαρτωλών, αλλά όλες. Έκανε από κάθε άποψη έργα βασιλικά, χορηγούσε βασιλική ευσπλαχνία, τά ‘δινε όλα με βασιλική αφθονία.


Το ίδιο έκανε και στην περίπτωση του Ζακχαίου. Ο αρχιτελώνης ήθελε μόνο να τον δει. Ο Κύριος όμως δεν τον περιόρισε εκεί. Τον κάλεσε πρώτος και μετά τον επισκέφτηκε στο σπίτι του. Έτσι συμπεριφερόταν ο Κύριος. Προσέξτε τώρα τη συμπεριφορά των συνηθισμένων αμαρτωλών ανθρώπων, εκείνων που κομπάζουν με αυτοθαυμασμό και αυτοεκτίμηση: «Και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ’ 7).


Είναι ανυπολόγιστη δυστυχία το γεγονός ότι η γλώσσα του ανθρώπου «προτρέχει της διανοίας του». Οι άνθρωποι αυτοί, που η ψυχή τους είχε κλίση προς την κακία κι ο νους τους ήταν αδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν και παραπονούνταν, χωρίς να γνωρίζουν τις διαθέσεις του Κυρίου Ιησού, ούτε και την πιθανότητα να είχε αλλάξει ο αμαρτωλός Ζακχαίος, να είχε μετανοήσει.


Με τον κοντόφθαλμο νου τους σκέφτονταν, πως ο Κύριος Ιησούς πήγαινε στο σπίτι του Ζακχαίου, επειδή δεν ήξερε πόσο μεγάλος αμαρτωλός ήταν ο αρχιτελώνης. Οι Φαρισαίοι έκαναν μια εξίσου κοντόφθαλμη κριτική κι όταν ο Κύριος άφησε την αμαρτωλή γυναίκα να πλύνει τα πόδια Του: «Ούτος ει ην προφήτης, εγίνωσκε αν τις και ποταπή η γυνή ήτις άπτεται αυτού, ότι αμαρτωλός εστι» (Λουκ. ζ’ 39).


Έτσι έκριναν τότε, έτσι κρίνουν και σήμερα όσοι έχουν σαρκική αντίληψη, αυτοί που κρίνουν από τα εξωτερικά σημεία και δε γνωρίζουν τα βάθη της ευσπλαχνίας του Θεού ή της καρδιάς του ανθρώπου. Ο Χριστός είπε αρκετές φορές πως στον κόσμο ήρθε για χάρη των αμαρτωλών, ιδιαίτερα μάλιστα των μεγάλων αμαρτωλών.


Όπως ο γιατρός δεν επισκέπτεται τους υγιείς αλλά τους αρρώστους, έτσι κι ο Κύριος επισκέπτεται εκείνους που έχουν προσβληθεί από την αμαρτία, όχι τους δίκαιους. Στο ευαγγέλιο δεν αναφέρεται για την περίπτωση αυτή πώς ο Κύριος επισκέφτηκε στην Ιεριχώ κάποιον δίκαιο άνθρωπο, αλλά πώς βιάστηκε να επισκεφτεί το σπίτι του αμαρτωλού Ζακχαίου. Έτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητός γιατρός στο νοσοκομείο. Επισκέπτεται αμέσως το κρεβάτι του πιο βαριά άρρωστου.


Ο κόσμος ολόκληρος αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύονται άρρωστοι άντρες και γυναίκες που τους έχει μολύνει η αμαρτία. Σε σύγκριση τώρα με το Χριστό, όλοι οι άνθρωποι είναι άρρωστοι. Είναι αδύναμοι σε σχέση με τη δύναμή Του· άσχημοι σε σύγκριση με το κάλλος Του. Ανάμεσα στους ανθρώπους όμως υπάρχουν οι άρρωστοι κι οι βαριά άρρωστοι, οι αδύνατοι κι οι πιο αδύνατοι, οι άσχημοι κι οι πιο άσχημοι. Οι πρώτοι λογαριάζονται υγιείς, οι τελευταίοι, αμαρτωλοί.


Ο ουράνιος Ιατρός δεν ήρθε στον κόσμο για δική Του ικανοποίηση, αλλά για τη θεραπεία και τη σωτηρία των αρρώστων. Έτσι έτρεξε αμέσως σ’ εκείνον που είχε μολυνθεί περισσότερο. Γι’ αυτό το λόγο συνέτρωγε και συνέπινε με αμαρτωλούς, άφησε τους αμαρτωλούς να δακρύζουν στα πόδια Του και μπήκε στο σπίτι του Ζακχαίου.


Ο Ζακχαίος, τη στιγμή που ο Χριστός μπήκε στο σπίτι του, σίγουρα δεν ήταν ο πιο βαριά άρρωστος άνθρωπος στην Ιεριχώ. Η καρδιά του είχε αλλάξει σε μια στιγμή. Την ίδια αυτή στιγμή ο Ζακχαίος είχε μεταβληθεί σ’ έναν άνθρωπο απόλυτα υγιή, πιο δυνατό και πιο δίκαιο απ’ όλους εκείνους που διαμαρτύρονταν και γόγγυζαν, γιατί είχε μετανοήσει για όλες τις αμαρτίες του κι η καρδιά του είχε αλλοιωθεί. Κι η αλλοίωση αυτή της καρδιάς του φαίνεται από τα παρακάτω λόγια του:


«Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Κύριον· ιδού τα ήμιση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς, και εί τινος εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν» (Λουκ. ιθ’ 8). Του το ζήτησε αυτό κανείς; Όχι, κανένας. Ποιoς τoν κατηγόρησε πως είχε αδικήσει άλλους; Κανένας. Μπροστά στην παρουσία του πάναγνου κι αναμάρτητου Κυρίου, ο Ζακχαίος ένιωσε μόνος του την αμαρτία του. Η παρουσία αυτή τον διέγειρε και χωρίς λόγια κι εξηγήσεις προχώρησε σ’ αυτό το βήμα. Η καρδιά που μετανόησε δεν έχει ανάγκη από λόγια για να προσεγγίσει το Θεό.


Ο Θεός αποκαλύπτει άμεσα στο μετανοημένο αμαρτωλό αυτό που πρέπει να κάνει. Φτάνει ο άνθρωπος να μετανοήσει για τις αμαρτίες του με την καρδιά του. Κι αμέσως τότε ο Θεός θα τον σηκώσει με τη δύναμή Του για να παρουσιάσει καρπούς μετανοίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος έδειξε στους ανθρώπους ολόκληρο το δρόμο της αληθινής μετάνοιας: «Μετανοείτε!» Κι αμέσως συνέχισε: «ποιήσατε ουν καρπόν άξιον μετανοίας» (Ματθ. γ΄ 2,8). Μπροστά μας τώρα έχουμε έναν αμαρτωλό που βαδίζει γρήγορα το δρόμο αυτό κι εφαρμόζει την εντολή.


Με το που άκουσε για τον Κύριο Ιησού, ο Ζακχαίος αναστατώθηκε. Όταν τον είδε, μετανόησε ειλικρινά για τις αμαρτίες του. Κι έπειτα, όταν ο γλυκύς Ιατρός έδειξε τόση συμπάθεια και κατανόηση και μπήκε στο σπίτι του, έδειξε τους καρπούς της μετάνοιάς του. Αναγνώρισε κι ομολόγησε την αρρώστια του κι αμέσως πήρε το καλλίτερο φάρμακο εναντίον της.


Έλεγαν τον παλιό καιρό: «Αγαπών αργύριον, ου πλησθήσεται αργυρίου» (Εκκλ. ε’ 9). Ο Ζακχαίος ήταν φιλάργυρος. Είχε περάσει όλη την ως τότε ζωή του μαζεύοντας χρήματα με οποιονδήποτε τρόπο. Και συνήθως οι τρόποι αυτοί ήταν αμαρτωλοί. Αυτή είναι μια αρρώστια που αναπόφευκτα οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια.


Είναι μια φωτιά που καίει τόσο περισσότερο τον άνθρωπο, όσο πιο πολλά χρήματα μαζεύει. Δεν υπάρχει ποσότητα χρημάτων που θα ικανοποιήσει τον φιλάργυρο. Όπως η φωτιά δε θα πει ποτέ, «μη με ταΐζετε μ’ άλλα ξύλα, αρκετά είναι αυτά», έτσι και το πάθος της φιλαργυρίας δε θα πει ποτέ «φτάνει, αρκετά».


Ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί από το πάθος αυτό από μόνος του, με τις δικές του προσπάθειες. Μόνο η παρουσία του Θεού, που προκαλεί ντροπή και φόβο στην καρδιά του ανθρώπου, και μαζί της η γνώση κάποιας αξίας μεγαλύτερης από το ασήμι και το χρυσό, μπορεί να το ξεπεράσει. Χωρίς την παρουσία του Χριστού ο Ζακχαίος θα είχε περάσει όλη τη ζωή του με τον ίδιο τρόπο, όπως όλοι οι τελώνες.


Και θα είχε πεθάνει περιφρονημένος, καταραμένος και ξεχασμένος. Το όνομά του δε θα το βρίσκαμε γραμμένο στο ευαγγέλιο στη γη, ούτε και στη Βίβλο της Ζωής στον ουρανό. Η παρουσία του Κυρίου όμως διέγειρε την ψυχή του, που ως τότε την είχε νεκρώσει το πάθος της φιλαργυρίας, και τον έκανε καινούργιο άνθρωπο, αναγεννημένο κι αναστημένο. Αυτό είναι ένα αθάνατο μάθημα για όλους τους ανθρώπους, πως κανένας θνητός δεν μπορεί να σωθεί από την αμαρτία χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου Ιησού.


Προσέξτε με ποιο τρόπο εξομολογήθηκε την αμαρτία του ο Ζακχαίος. Δεν είπε, «Κύριε, είμαι αμαρτωλός!» ή «αμαρτία μου είναι η φιλαργυρία!». Έδειξε πρώτα τους καρπούς της μετάνοιάς του κι έπειτα ομολόγησε την αμαρτία του: ιδού τα ήμιση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς. Δεν είναι μια καθαρή ομολογία αυτή πως τα πλούτη ήταν το πάθος του; και εί τινος εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν.


Δεν είναι μια καθαρή ομολογία αυτή πως είχε αποκτήσει τα πλούτη του με άδικο τρόπο; Δεν είπε πριν απ’ αυτό πως «είμαι αμαρτωλός, Κύριε, μετανοώ». Αυτό το ομολόγησε στον Κύριο μυστικά, με την καρδιά του. Κι ο Κύριος δέχτηκε μυστικά την εξομολόγηση και τη μετάνοιά του. Για τον Κύριο αξίζει περισσότερο ν’ αναγνωρίσει ο άνθρωπος και να εξομολογηθεί την αμαρτία του και να ζητήσει βοήθεια με την καρδιά του, παρά να το πει αυτό με τη γλώσσα του. Η γλώσσα μπορεί και να ξεγελάσει, ν’ απατήσει, η καρδιά όμως όχι.


Προσέξτε επίσης πώς απαρνήθηκε ο Ζακχαίος την αμαρτία του, τι προσπάθειες έκανε για να μετακινηθεί στο φως, από τη σκιά του ολέθριου πάθους της φιλαργυρίας. Μοίρασε αμέσως τη μισή περιουσία του στους φτωχούς. Ποιος; Εκείνος που αγαπούσε κάθε δεκάρα που μάζευε και την έκρυβε να μη την δουν οι άνθρωποι. Αυτός που δεν είχε νιώσει ποτέ την ηδονή της προσφοράς.


Όλ’ αυτά όμως δεν ήταν αρκετά. Κατέβαλε κάθε προσπάθεια για ν’ αποδώσει δικαιοσύνη, να κάνει καλό στους άλλους και προσφέρθηκε ν’ αποζημιώσει στο τετραπλάσιο όλους εκείνους που αδίκησε. Ο Νόμος του Μωυσή είναι πολύ πιο επιεικής με τους αμαρτωλούς απ’ ό,τι ήταν ο Ζακχαίος με τον εαυτό του. Στο Νόμο λέει ο Μωυσής: «ανήρ η γυνή, ος τις αν ποιήση από πασών των αμαρτιών των ανθρωπίνων, και παριδών παρίδη και πλημμελήση η ψυχή εκείνη, εξαγορεύσει την αμαρτίαν ην εποίησε, και αποδώσει την πλημμέλειαν το κεφάλαιον και το επίμεμπτον αυτού προσθήσει επ’ αυτώ, και αποδώσει, τίνι επλημμέλησεν αυτώ» (Αριθ. ε’ 6-7).


Αυτά όρισε ο Μωυσής γι’ αυτούς που αναγνώρισαν την αμαρτία τους. Ο Ζακχαίος λοιπόν, που αναγνώρισε την αμαρτία του, έπρεπε σύμφωνα με το Νόμο να επιστρέψει σε όλους όσους αδίκησε ολόκληρο το ποσό που έκλεψε, και ένα πέμπτο του ποσού αυτού περισσότερο.


Εκείνος όμως στάθηκε πιο σκληρός στον εαυτό του απ’ ό,τι απαιτούσε ο Νόμος. Θέλησε να εφαρμόσει στον εαυτό του αυτό που προβλέπει ο Νόμος για τους κλέφτες και τους ληστές που δεν αναγνωρίζουν και δεν ομολογούν το έγκλημά τους, μ’ όλο που τους έπιασαν επ’ αυτοφόρω. Ήθελε ν’ αποδώσει στο τετραπλάσιο αυτά που είχε αφαιρέσει από τον καθένα (βλ. Έξ. κβ’ 1). Έτσι είναι όλοι όσοι μετανοούν. Εύσπλαχνοι προς τους άλλους κι αυστηροί με τον εαυτό τους.


«Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς ότι σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστιν» (Λουκ. ιθ’ 9). Αυτή ήταν η απάντηση του Κυρίου Ιησού στο Ζακχαίο, σε ανταπόκριση της καρδιακής μετάνοιάς του, ως ανταπόδοση στην πνευματική χαρά και τους καρπούς μετανοίας που επέδειξε. Τα τελευταία λόγια,«ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ. ιθ’ 10), ήταν η απάντηση του Χριστού στους σοφούς επικριτές που οργίστηκαν μαζί Του επειδή πήγε στο σπίτι του αμαρτωλού. 


Ενώ βάδιζαν το δρόμο προς το σπίτι του Ζακχαίου, ενώ γόγγυζαν και θρηνούσαν για την ακαταλληλότητα της επίσκεψης αυτής, ο Κύριος κρατούσε σιωπή, δε μιλούσε, απλά περίμενε. Τι περίμενε; Να δει τις καρδιές των ανθρώπων που γόγγιζαν και μεμψιμοιρούσαν με μίσος για τους ανθρώπους, καθώς και κείνην του μετανιωμένου Ζακχαίου, να εκτεθούν πλήρως στο φως της μέρας. Έδωσε τα ηνία στους δαίμονες της κακίας να φτάσουν στα όριά τους, ώστε η απώλειά τους να είναι καθαρή και προφανής.


Αυτός είναι ο δρόμος της νίκης του Θεού. Ο Θεός δε βιάζεται να δείξει την αδυναμία του πονηρού και τη δική Του δύναμη στην πρώτη αντίθεσή Του με τον πονηρό. Περιμένει να δει τον πονηρό να επαίρεται στους ουρανούς κι έπειτα να σκορπίζεται η δύναμή του στη στιγμή.


Τόσο αδύναμος είναι μπροστά στον παντοδύναμο ο πονηρός, ώστε αν ο Θεός δεν του επέτρεπε να ενεργεί σε κάποιο βαθμό κι έπειτα να περιορίζεται πάλι, οι άνθρωποι δε θ’ αποκτούσαν ποτέ καθαρή εικόνα για τη μεγαλοσύνη Του. Ο Θεός άφησε τις δυνάμεις της κόλασης και της γης να ενεργήσουν στο Γολγοθά, ώστε ν’ αποδείξει μετά και στις δυο αυτές δυνάμεις την ακατανίκητη δύναμή Του.


Την ίδια μέθοδο χρησιμοποίησε και στην περίπτωση του Ζακχαίου ο Κύριος. Αρχικά πήγε στο σπίτι του. Οι θορυβοποιοί ξέσπασαν σε φωνές, οι γογγυστές γόγγυζαν, οι εμπαίζοντες ενέπαιξαν. Εκείνος όμως έμεινε ήρεμος κι ατάραχος κι ακολούθησε το δρόμο Του. Μπήκε στο σπίτι του Ζακχαίου. Οι αυτοθεωρούμενοι δίκαιοι έμειναν έξω από το κατώφλι του σπιτιού του αμαρτωλού, από φόβο μη μιανθούν.


Οι θορυβοποιοί εξακολούθησαν να θορυβούν όλο και πιο δυνατά, οι γογγυστές να γογγύζουν κι οι περιπαίζοντες να περιπαίζουν. Ο θρίαμβος της κακίας έφτασε στο απόγαιό του. Όλοι οι εναντίοι είχαν πειστεί πως είχαν απόλυτα δικαιωθεί, πως ο Χριστός είχε νικηθεί. Εκείνοι γνώριζαν το Ζακχαίο, ενώ ο Χριστός δεν τον ήξερε. Εκείνοι τηρούσαν πιστά το Νόμο, ενώ ο Χριστός τον αθετούσε, αφού πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του αμαρτωλού. Εκείνοι δεν μπορούσαν ν’ απατηθούν, ενώ ο Χριστός μπορούσε. Και απατήθηκε.


Οι εχθροί Του έφτασαν έτσι αβίαστα και λογικά στο συμπέρασμα, πως ο Χριστός ούτε αληθινός διδάσκαλος ήταν, ούτε προφήτης, ούτε Μεσσίας. Αν είχε όλες αυτές τις ιδιότητες, ή έστω μερικές απ’ αυτές, θα γνώριζε ποιος ήταν ο Ζακχαίος και δε θα έμπαινε στο σπίτι του. Επομένως εμείς, οι κάτοικοι της Ιεριχούς, παγιδέψαμε σήμερα το Χριστό κι έτσι θα σώσουμε τον κόσμο από τη μεγάλη αυταπάτη πως Αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού. Αυτός είναι ένας θρίαμβος, μια μεγάλη νίκη.


Αυτό που πέτυχαν οι εχθροί Του ήταν ν’ ανυψώσουν την κακία τους στον ουρανό. Κι όλη αυτή την ώρα ο Ζακχαίος ωρίμαζε κι εξελισσόταν σ’ έναν καλλίτερο κι αναγεννημένο άνθρωπο. Ο Χριστός πρόσεχε λιγότερο αυτή την ετερογενή και μοχθηρή μάζα και περισσότερο την ανανεωμένη καρδιά του Ζακχαίου. Περίμενε να τελειώσουν όλ’ αυτά και μετά θα μιλούσε.


Όταν η μοχθηρία είχε φτάσει στον ουρανό κι η σκληρή κρούστα της μούχλας είχε ξεφύγει από τις φθαρμένες καρδιές των αμαρτωλών, τότε ο Ζακχαίος άνοιξε το στόμα του κι είπε λόγια, που μόνο από το Χριστό θα περίμενε κανείς ν’ ακούσει: ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς. Αυτός ήταν ένας ξαφνικός κεραυνός που ξέσκισε τα σύννεφα. Γιατί γίνατε ξαφνικά σιωπηλοί, όλοι εσείς οι κάτοικοι της Ιεριχούς; Γιατί δεν εξακολουθείτε να θορυβείτε, να περιπαίζετε και να γογγύζετε; Γιατί τα λόγια σας πνίγηκαν στο λαιμό σας; Ποιος απατήθηκε, ο Χριστός ή εσείς; Ποιος γνώριζε καλύτερα το Ζακχαίο, εσείς ή ο Χριστός; Ποιος είναι πιο δίκαιος τώρα, εσείς ή ο Ζακχαίος;


Πόσο ταπεινός και πράος είναι ο Κύριος! Όπως σε προηγούμενες περιπτώσεις, έτσι και τώρα στέκεται σαν το άκακο αρνί μπροστά σε ανθρώπους που αόρατοι λύκοι τους έχουν κάνει πονηρούς. Πόσο σίγουρος, πόσο ήρεμος είναι στη νίκη Του, τώρα όπως και πάντα. Περιμένει πολύ ειρηνικά την κατάλληλη στιγμή. Κι όταν αυτή έρθει, στρέφεται στον άρρωστο άνθρωπο, που για χάρη του άλλαξε δρόμο και πήγε στο σπίτι του. Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο.


Με τα λόγια αυτά ο ουράνιος Θεραπευτής βεβαιώνει τον άρρωστο πως η υγεία του αποκαταστάθηκε. Τώρα είναι έτοιμος να βγει από το νοσοκομείο και παίρνει τη θέση του ανάμεσα στους υγιείς. Η τυφλότητα εξαφανίστηκε από τα μάτια του, όπως κι από τα μάτια του Βαρτιμαίου. Τώρα μπορεί να βαδίζει ελεύθερα στο δρόμο της δικαιοσύνης και του ελέους. Για να πείσει καθαρότερα όμως και τους άλλους που παρευρίσκονταν εκεί, ο Κύριος πρόσθεσε: καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστιν. Αληθινός υιός Αβραάμ κατά πνεύμα και κατ’ αλήθεια, όχι μόνο στο όνομα και το αίμα, σαν τους άλλους που περηφανεύονταν ότι ήταν υιοί Αβραάμ μόνο κατ’ όνομα, επειδή προέρχονταν από εκείνον.


Ο Αβραάμ αγαπούσε το συνάνθρωπό του κι είχε φόβο Θεού. Ήταν φιλόξενος, πιστός, δεν ήταν φιλάργυρος, αναπαυόταν στο πνεύμα του Θεού. Κι ο Ζακχαίος έγινε ένας άλλος Αβραάμ. Με τα μεγάλα και καλά έργα του ο Αβραάμ, έγινε προπάτορας όλων των δικαίων. Με τη μετάνοιά του ο Ζακχαίος έγινε γνήσιος απόγονός του, πνευματικός γιός του. Αυτό το αποκάλυψε ο Κύριος για να παρηγορήσει το Ζακχαίο και να προβληματίσει τους εχθρούς του.


Στα τελευταία αυτά λόγια Του πρόσθεσε ο Κύριος: ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός. Ήρθε για ν’ αναζητήσει τους αμαρτωλούς εκείνους που δεν τους αναζητεί κανένας, που όλοι τους απορρίπτουν. Ήρθε να σώσει αυτούς που τόσο ο κόσμος όσο κι οι ίδιοι λογαριάζουν χαμένους.


Ο Μεγάλος Ήρωας δεν κατέβηκε από τον ουρανό για να θεραπεύσει εκείνους που υποφέρουν από κάποιο κρυοματάκι, αλλά για να σώσει τους λεπρούς και τους τυφλούς, τους δαιμονισμένους και τους παράλυτους, ν’ αναστήσει νεκρούς από τους τάφους τους. Είχε πει σε μια άλλη περίπτωση ο Κύριος: «Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ’ 13).


Αδελφοί μου! Συνειδητοποιείτε ότι τα παραπάνω λόγια εφαρμόζονται σε μας; Γνωρίζετε πως είμαστε αμαρτωλοί που για χάρη μας ο Κύριος κατέβηκε στη γη; Τον έφερε κοντά μας από τον ουρανό η απερινόητη αγάπη Του για μας, για ν’ αναζητήσει το απολωλός και να σώσει τους αμαρτωλούς. Προσέξτε τον κοντόσωμο Ζακχαίο. Στη μεγάλη του επιθυμία για να δει τον Κύριο, έγινε μέγας.


Ο Χριστός προσεγγίζει κι εμάς τώρα όπως τότε το Ζακχαίο, περιτριγυρισμένος από πλήθη λαού, εν’ αμέτρητο πλήθος από δίκαιους και κατήγορους. Ολόκληρη η ιστορία του ανθρώπου τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια ορύεται εναντίον Του, γύρω Του, μας κατακλύζει. Δεν ακούτε το μούγκρισμα, το βρυχηθμό της; Σέρνει πάνω της ολόκληρο το παρελθόν και το ακουμπάει δίπλα σου. Κι ανάμεσα στο πλήθος των πολλών εκατομμυρίων, βαδίζει ο ταπεινός Κύριος και Σωτήρας μας.


Ας σπεύσουμε λοιπόν, ας ανεβούμε ψηλά για να δούμε τον Κύριο. Τίποτ’ άλλο απ’ όσα έχουν υπάρξει ή υπάρχουν, δεν είναι άξια προσοχής. Ας σηκωθούμε από τη λάσπη του δρόμου που βαδίζαμε ως τώρα. Ας σκαρφαλώσουμε σ’ ένα ψηλό δέντρο. Εκείνος θα έρθει να μας συναντήσει. Μακάριος είναι αυτός που θα τον καλέσει η γλυκύτατη φωνή Του. Η φωνή που τη γλυκύτητά της απολαμβάνουν οι άγγελοι μέχρι πλησμονής.


Η μετάνοια είναι πραγματικά το πρώτο σκαλί της κλίμακας που μας οδηγεί στη βασιλεία, του Θεού. Κανένας ως σήμερα δεν κατόρθωσε ν’ ανεβεί στο δεύτερο σκαλί, χωρίς να πατήσει στο πρώτο. Στην κενότητα της παρούσας ζωής, η μετάνοια είναι ο πρώτος και μοναδικός τρόπος για να κρούσει κανείς την πόρτα του ουρανού.


Μπορείς να χτυπάς με το χέρι σου έναν τοίχο όσο θέλεις. Κανένας δε θ’ ακούσει για να σου ανοίξει. Χτύπα την πόρτα όμως και θα σου ανοίξει. Η μετάνοια είναι το χτύπημα όχι στον τοίχο, αλλά στην πόρτα που οδηγεί στο φως και στη σωτηρία. Αυτός που μετανοεί ειλικρινά και θέλει να μπει στο σπίτι του ουράνιου Πατέρα, έχει ήδη χτυπήσει μια από τις πόρτες που οδηγούν μέσα στο σπίτι.


Η φιλαργυρία τυφλώνει. Μόνο ο Χριστός δίνει το φως στους τυφλούς. Η φιλαργυρία απομονώνει τον άνθρωπο, τον δένει με τα δεσμά της δουλείας. Ο Χριστός τον βγάζει από την απομόνωση και τον βάζει στη συντροφιά των αγγέλων, ελευθερώνει τον δούλο. Σ’ όλους αυτούς που μετανοούν κι αγωνίζονται να δουν τον Κύριο, φανερώνεται. Και σ’ εκείνους που φανερώνεται, αποκαλύπτει όλα τα μυστήρια του ουρανού και της γης, όλες τις αμέτρητες και σταθερές ευλογίες που παρέχει ο Θεός, αυτές που έχει προετοιμάσει από καταβολής κόσμου γι’ αυτούς που τον αγαπούν.


Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



*Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014. Εκ του ιστολογίου <<Η Άλλη Όψις>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF